62) «Ποικίλη Στοά», 1891, σελ. 31.
63) Ίσως τινές των αναγνωστών απορήσωσι διά την παρρησίαν μεθ' ης
στενός και νεώτερος συγγενής δεικνύει εκάστοτε και τα φιλολογικά
ολισθήματα του Ε. Ροΐδου. Αλλ' εξαρχής εξήγησα ότι η παρούσα
εισαγωγή δεν αποτελεί Βυζαντινόν βίον μετ' εγκωμίων, και ότι προς
τούτοις τοιούτο τι μνημείον θα ήτο ήκιστα αρμόζον εις την μνήμην
και ήκιστα αρεστόν εις την σκιάν ανδρός, όστις ουδέν απηχθάνετο
τόσον όσον το ψεύδος και τους κατά συνθήκην λόγους.
64) Βλ. «Εθνοφύλακας» αρ. 985.
65) Ιδού ταύτης το κείμενον:
Αριθ. πρωτ. 5688, 5733. Διεκ. 4353.
Π ε ρ ί λ η ψ ι ς
Περί αποκηρύξεως βλασφήμου και κακοήθους βιβλίου.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Προς τους κατά την Επικράτειαν Σεβασμιοτάτους Ιεράρχας.
Μυθιστόρημά τι επιγραφόμενον «η Πάπισσα Ιωάννα», εκδοθέν έναγχος
ενταύθα υπό Ε. Δ. Ροΐδου, γέμει δυστυχώς πάσης ασεβείας,
κακοδοξίας και αισχρότητος· διότι ο συγγραφεύς αυτού υπό
πνεύματος αντιχριστιανικού φερόμενος, και ζηλώσας την δόξαν των
κατά καιρούς πολεμίων της Ορθοδόξου ημών πίστεως, ου μόνον
δόγματα και μυστήρια, και ιεράς τελετάς, και ήθη και έθιμα και
παραδόσεις αυτής χλευάζει ασεβώς, διακωμωδών, σκώπτων και
κατειρωνευόμενος διά της συνεχούς παραβολής των ιερωτάτων προς
τα βέβηλα, αλλά και τα χρηστά ήθη προσβάλλει, ποιούμενος
περιγραφάς και διηγήσεις ασεμνοτάτας.
Όθεν η Σύνοδος, ει και έχει τελείαν πεποίθησιν, ότι οι ορθόδοξοι
Έλληνες, εδραίοι επί την πέτραν της πίστεως ιστάμενοι, ουδόλως
πτοούνται τας τοιαύτας κενοφωνίας, τας υπό των εχθρών αυτής
προερχομένας, απρίξ κατέχοντες όσα παρά των μακαρίων αυτών
πατέρων και προγόνων ως πούλτιμον κληρονομίαν παρέλαβον, όμως
οφείλουσα αύτη κατά τα εμπιστευθέντα αυτή ιερά καθήκοντα να
επαγρυπνή μεν εις την ακριβή τήρησην των παρά της ορθοδόξου
Ανατολικής Εκκλησίας πρεσβευομένων, ν' αποκρούη δε και
αποδοκιμάζη παν πολέμιον και αντικείμενον αυτοίς, και προφυλάττη
ούτω το χριστώνυμον πλήρωμα από πάσης οιασδήποτε θρησκευτικής
παρεκτροπής, απεκήρυξε το περί ου ο λόγος μυθιστόρημα, και
παρέδωκεν αυτό τω αναθέματι, ως αντιχριστιανικόν και κακόηθες,
και κατήγγειλεν αυτό εις το Υπουργείον, όπως ενεργηθώσι κατ'
αυτού και του συγγραφέως τα παρά τον νόμου οριζόμενα.
Επειδή δε τούτο εκυκλοφόρησεν ήδη εν τη Πρωτεύουσαν του
Βασιλείου και είναι ενδεχόμενον ν' απεστάλησαν αντίτυπα αυτού
και εις τας επαρχίας, διά τούτο η Σύνοδος, μητρικώς κηδομένη της
ψυχικής σωτηρίας πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών,
εντέλλεται υμίν εν Χριστώ τω Θεώ ημών, ίνα συμμβουλεύσητε και
νουθετήσητε εκκλησιαστικώς το εν τη υμετέρα παροικία λογικόν του
Χριστού ποίμνιον, όπως ού μόνον απέχωσι της αναγνώσεώς του
τοιούτον εις τε την ψυχήν και το σώμα επιβλαβούς βιβλίου, αλλά
αποστρέφωνται τούτο ως αποκύημα και μιασματικόν νόσημα, ού μην
αλλά και τω πυρί παραδίδωσιν, όπου αν αυτό ευρίσκωσιν, ίνα μη
ποτέ αυτοί εις πειρασμόν εμπέσωσι και ένοχοι τον αιωνίου πυρός
γένωνται.
Ούτω γινώσκετε και ούτω ποιήσετε, ίνα και η του Θεού χάρις και
το άπειρον έλεος είη μετά πάντων ημών. Αμήν.
Θέλετε δε διατάξει την ανάγνωσιν της παρούσης και επ' εκκλησίας
εις τας πρωτευούσας των δήμων.
Εν Αθήναις, την 4 Απριλίου 1866.
Ο Αθηνών Θεόφιλος, Πρόεδρος,
Ο Αργολίδος Γεράσιμος,
Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Φιλόθεος,
Ο Καρυστίας Μακάριος,
Ο Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Άνθιμος.
Ο Γραμματεύς.
Κύριλλος Χαιρωνίδης.
66) «Πάπισσα» Μέρος Γ'. «Ούτε τρώγουσιν ούτε δάκνουσιν όπως οι
Φράγκοι, αλλ' ησύχως και τιμίως μετέρχονται το επάγγελμά των,
σταυροκοπούντες, θυμιάζοντες, βαπτίζοντες και εξομολογούντες.
Αμαρτία ήθελεν είσθαι να πειράξη τις τους ακάκους τούτους
κληρονόμους της βασιλείας των Ουρανών».
67) «Ο καλός χριστιανός αποστρέφεται τους αναμιγνυομένους εις την
θρησκείαν, ίνα καταστή επικερδεστέρα, τας παντοίας της κεκαρμένης
ή πολυμάλλου κεφαλής των εφευρέσεις, τα θαύματα των εικόνων, τους
θεούς της ειδωλολατρείας μετημφιεσμένους εις αγίους, τας
προσκυνήσεις, τα εισιτήρια του Παραδείσου, τα Άγια λείψανα, τα
κομβολόγια και άλλα ιερατικά εμπορεύματα, δι' ων το επάγγελμα των
Αποστόλων κατέστη και αυτής της ιατρικής και ονειροκριτικής
αγυρτικώτερον». «Πάπισσα» αυτόθι.
68) Εις τους τυχόν παρατηρήσοντας ότι η γνώμη αύτη είνε ίσως
απήχησις των Foundations of Belief του μετέπειτα πρωθυπουργού της
Αγγλίας Balfour ή της Χρεωκοπίας της Επιστήμης του Βρουνετιέρ,
κατά το αυτό έτος 1895 δημοσιευθέντων, αντιπαρατηρώ ότι την σκέψιν
της «Χριστουγεννιάτικης Ακροπόλεως» ανευρίσκει τις υπό ολίγον
διάφορον τύπον εις πολύ προγενέστερα έτη του Ροΐδου (βλ. λ.χ
Πάρεργα σ. 210 εν τέλει).
69) Ο τρόπος ούτος της «επιστημονικής» συζητήσεως είνε τοσούτω
μάλλον στιγματιστέος καθ' όσον χρησιμεύει εις πρόχειρον θεραπείαν
προσωπικών παθών.
70) Οι ολίγοι ουδέποτε παρεσύρθησαν. Ιδού η κατακλείς επιστολής του
αειμνήστου Κοζάκη Τυπάλδου: «Εστέ πεπεισμένος ότι αι συμπάθειαι
της πεφωτισμένης μερίδος του κοινού σας περιβάλλουσι και ότι
εκρούσατε ήδη εις την Θύραν της φιλολογικής αθανασίας».
71) Διά του εν Άκρη της Συρίας Προξένου της Ελλάδος Μαρούζη. (Η
επιστολή σώζεται).
72) Σουρλήν είχεν επονομάση ο Ροΐδης τον δήθεν συντάκτην των δήθεν
εξ Αγρινίου επιστολών.
73) Το πρώτον σκαλάθυρμα του Λασκαράτου («Ασμοδαίου» αρ. 4) καλείται
Ονειράτων εξήγησις, αρχίζει δε διά του εξής ονείρου: «Αν ιδής στ'
όνειρό σου για ένα φίλο σου πως τον εκάμανε κάπως υπάλληλο, — τρέξ'
ευθύς να τόνε συγχαρής, μήπως πριν ξυπνήση του έλθη η παύσι του».
74) «Ένεκα των διαδοθέντων υπό των εχόντων προς τούτο συμφέρον ότι
ευρισκόμεθα εις ψυχράς σχέσεις προς την Εκκλησίαν, ηθελήσαμεν να
δώσωμεν έκτακτον επισημότητα εις την τελετήν της παροχής του
όρκου, επιμείναντες όπως ομόσωμεν ενώπιον, ουχί του τυχόντος, αλλά
του ιερέως της ιδίας ημών ενορίας». Βλ. «Η Εθνική Βιβλιοθήκη»
(σελ. 69).
75) Εν τούτοις η περί του εναντίου παράδοσις ήτο τόσον ερριζωμένη,
ώστε ο κ. Ν.Βέλμος, γράψας αναμνήσεις τινάς περί Ροΐδου, ταις
έδωκε τίτλον «Ο Αφωρεσμένος» «Ημερολόγιον» της εδομαδιαίας
εφημερίδος «Ελλάς», έτος 1909 σελ. 59-61).
76) Ταύτα εδημοσιεύθησαν κατά το πλείστον εις το «Ημερολόγιον» του
Ασωπίου, έν, «Οι Βρυκόλακες του Μεσαιώνος» εις το «Ημερολόγιον»
του Βρετού (1869) και δυο, αι «Αίτνειαι Αναμνήσεις» και «Οι
Ρωμαίοι Δούλοι», εις τον «Παρνασσόν» του Μανιτάκη.
77) Κατά πληροφορίαν του ειδικωτάτου κ. Παλαμά.
78) Βλ. λ. χ. τ' άρθρα του περί Ζωγραφικής και των Γραφουσών
Ελληνίδων. Εν τω πρώτω των άρθρων τούτων εξαίρεται το τάλαντον των
νεοτάτων τότε ζωγράφων Χατζοπούλου, Φωκά και Ιωαννίδου, εν δε τω
δευτέρω εκείνο της τελείως αγνώστου τω συγγραφεί κυρίας Αρσινόης
Παπαδοπούλου.
79) Λ.χ. τον Βηλαράν.
80) Λ.Χ. αι προς τον Ψυχάριν, τον Λενορμάν κτλ.
81) Πρόλογος «Παρέργων» σ. κγ'
82) Από του Προλόγου του «Οδοιπορικού».
83) Πρόλογος των «Παρέργων» σ. ιγ'.
84) Η αυτή παρατήρησις δύναται να γείνη διά τον Ανατόλ Φρανς, όστις
και πολλά άλλα σημεία κοινά έχει με τον Ροΐδην: τας
ιστορικοακκλησιαστικάς μελέτας, την φιλολογικήν κριτικήν, τα
σατυρικά πολιτικά έργα κτλ.
85) «Αι μάγισσαι του Μεσαιώνος» (Ημερολ. Ασωπίου 1868), «Οι Ρωμαίοι
Δούλοι» και ο «Χριστιανισμός» («Παρθενών» 1872, «Απόκρυφα και
Συναξάρια» («Εστία», 1892).
86) «Η αμφίβολος ζωή», «Τα στίγματα» (εν τοις «Παρέργοις»),
«Παθογένεια», «Δαμαλιδομαχία» (εν τη «Ποικίλη Στοά») κτλ. κτλ.
87) Βλ. λ. χ. το θαυμάσιον «Περί ληστείας» άρθρον της 28 Μαΐου 1870.
88) «Ώρα» 1 Ιαν 1879.
89) Ο Ροΐδης, κατά μίμησιν του ιταλικού συστήματος, είχεν ιδρύση εν
τω οίκω του «ακαδημίαν ξιφασκίας». Συμμετείχον αυτής πάντες οι
περί τα όπλα ενασχολούμενοι, ων πολλοί ζώσιν ευτυχώς εισέτι. Ο κ.
Κλέων Ραγκαβής μοι διηγείτο μάλιστα εν Βερολίνω πως ο μετ' αυτού
γυμναζόμενος Μανώλης ολίγον έλειψε μίαν ημέραν ν' απολέση τον
έτερον των οφθαλμών. Της αγάπης του Ροΐδου διά την ξιφασκίαν
μένουσι τεκμήρια ο πρόλογός του εις την «Οπλομαχικήν» του Ν.
Πύργου (1875) και λεπτόν διήγημα «Η πρώτη του μονομαχία». (Εστία
Ιανουάριος 1893).
90) «Και μία παράδοξος ακόμη από τας πολλάς ιδιότητάς του· ο κ.
Ροΐδης κάμνει κάτι καρικατούρες πρώτης κωμικότητος· όποιος τον
καταφέρει και του δείξη μερικάς τοιαύτας, θα θαυμάση, θα γελάση,
θα ξεκαρδισθή». (Άρθρον Μποέμ περί Ροΐδου, «Σκριπ», 8 Μαΐου 1896).
91) Εις το διήγημα «Η πρώτη του μονομαχία» σκώπτει «τους απογόνους
του Αλκιβιάδου και Αριστίππου», οίτινες «ποτίζουσι καμπανίτην και
κατατρώγουσι διά των οφθαλμών» τας γεγηρακυίας και εψιμυθωμένας
Φρύνας της γαλλικής οπερέττας.Δεν διέφερεν όμως και αυτός των
«νεανίσκων και πρώην τοιούτων» ους περιγράφει ή καθ' ότι εστρέφετο
προς τα νεώτερα και ευειδέστερα στοιχεία των γαλατικών θιάσων.
Τοιούτοι θρίαμβοι ήσαν εννοείται αρκετά δαπανηροί. Ότε δε μετά
τίνα έτη φίλος του τον ηρώτα εάν δεν μετεμελήθη διά τας
εικοσιπεντακισχιλίοις δραχμάς ας εδαπάνησε διά ωραίαν πριμαδόναν,
ο Ροΐδης απήντησε το εξής αμίμητον: «Ο κ. Σ. (διευθυντής
χρεωκοπησάσης Ασφαλιστικής εταιρείας) μου εκόστησε τα διπλάσια και
δεν μοι αφήκε καν τας αυτάς ευχαρίστους αναμνήσεις».
92) Βλ. την ζωηρότητα μεθ' ης περιγράφει «την ανησυχίαν, την
ζήλειαν, τας στερήσεις και τ' άλλα βάσανα του έρωτος» εν τη
«Ψυχολογία Συριανού συζύγου». Πρβ. αυτόθι και τα εξής: «Τας πύλας
της υπερτάτης ηδυπαθείας δεν δύναται να μας ανοίξη ούτε σεμνή
παρθένος, ούτε φιλόστοργος σύζυγος, ούτε υπεραγαπώσα ημάς ερωμένη,
αλλά μόνον γυνή φιλάρεσκος, ιδιότροπος και ουχί καθ' ημέραν καλή».
93) Βραχείαί τινες παρατηρήσεις επί της υπ' αριθ. 564 του 1875
αποφάσεως του Εμποροδικείου Αθηνών σ. 2 — 3. Το φυλλάδιον τούτο
διδάσκει ότι, όπως ο Βωμαρσαί, ο Ροΐδης εδεικνύετο όταν η ανάγκη
το εκάλει δικηγόρος πρώτης τάξεως, όστις όμως δεν ελησμόνει ότι
ήτο και φιλόλογος. Αι προτάσεις του όπως αι του πατρός του
«Φιγαρώ», είνε άξιαι συλλογής εις ανθολογίαν.
94) «Δεν ημπορώ πλέον ν' αγοράσω βιβλία» είνε το μόνον παράπονον
όπερ ήκουσαν οι στενοί του φίλοι.
95) Βλ. σελ. κα' της Εισαγωγής του Αλ. Βυζαντίου εις τα «Έργα» του
αδελφού του (Τεργέστη, 1893).
96) Ο διαπυνθανόμενος διατί οι Έλληνες οι ανεχθέντες τόσας και
τοιαύτας κυβερνήσεις επανέστησαν σχεδόν κατά του τελευταίου
υπουργείου Βούλγαρη, πρέπει να ενθυμηθή 1ον) ότι αι προμνησθείσαι
κυβερνήσεις, εάν παρεβίαζον την ουσίαν του συντάγματος, ιδία διά
της συγχύσεως των εξουσιών, τουλάχιστον εσέβοντο τους τύπους· 2ον)
ότι τα μέλη των, εάν ηνείχοντο να κλέπτωσιν οι πέριξ αυτών,
εδυσανασχέτουν συχνάκις επί τούτω, και πάντως δεν έκλεπτον
ασυστόλως οι ίδιοι· 3ον) ότι, από απόψεως των προσώπων, η
«στρούγγα» των στηλιτών εστρατολογήθη αφεθείσης κατά μέρος πάσης
οιασδήποτε προλήψεως κοινωνικής ή άλλης. Όθεν δύναται τις να είπη
ότι η πεσούσα κατ' Απρίλιον 1875 κυβέρνησις είχεν εις μεγαλύτερον
βαθμόν όλας τας κακίας, αίτινες εστιγμάτισαν παρ' ημίν το
κοινοβουλευτικόν πολίτευμα και προς τούτοις δεν ησθάνετο καν την
ανάγκην να τας κρύψη· εστερείτο δηλαδή της υποκρισίας εκείνης, ην
ο Λαρωσεφουκώ χαρακτηρίζει ως έκφρασιν σεβασμού της κακίας προς
την αρετήν, και ήτις πάντως εμποδίζει, όπως η πρώτη υπερβή
ωρισμένα όρια. Διά πάντα ταύτα, παρά την παρουσίαν εν τω
Βουλγαρικώ κόμματι εντίμων ονομάτων, πάσα σχεδόν η υγιής μερίς της
κοινωνίας είχεν εν τέλει ταχθή κατ' αυτού.
97) Το φύλλον της 13 Απριλίου 1875 (αρ. 15) αρχίζει διά των εξής:
«Εις το μουσείον του Βατικανού ευρίσκεται αρχαίον άγαλμα Σατύρου
του οποίου τα χείλη διαστέλλει ακράτητος γέλως. Τοιαύτη όμως ήτο η
τέχνη του έλληνος λιθοξόου, ώστε ο μετά προσοχής το έργον του
παρατηρών ευθύς εννοεί ότι αν δεν ήτο εκ μαρμάρου ο γελών ούτος
Σάτυρος, μετ' ολίγον ήθελε κλαύσει πικρώς. Ο «Ασμοδαίος» δεν είνε
μαρμάρινος και διά τούτο ζητεί συγνώμην παρά των αναγνωστών αυτού
αν είνε σήμερον οπωσούν κόκκινοι οι οφθαλμοί του».
98) Από του 16ου φύλλου ο «Ασμοδαίος» εκάλεσεν εαυτόν ουχί πλέον
κωμικήν, αλλά σατυρικήν εφημερίδα.
99) Αυτόθι τόμ. Α' σελ. 217.