101) Βλ. Σύντομος απάντησις εις την «αλήθειαν περί της Εθνικής
Βιβλιοθήκης» του Χ. Μελετοπούλου υπό Μιχαήλ Καρατζά πρώην κλητήρος
αυτής. Επίσης εις την κριτικήν του Πολυλά επί των «Ειδώλων»
απάντησις φέρει την υπογραφήν του κ. Στ. Στεφάνου («Άστυ», 18 και
19 Ιουνίου 1893).
102) Εν λαμπρώ χαρακτηρισμώ του Κουμουνδούρου. («Ασμοδαίος» αρ. 47
και 48) έγραφεν· «Αληθές είνε ότι εις την γενικήν ταύτην διανομήν
(των ρουσφετίων) ένα μόνον άνθρωπον ελησμόνησε, τον εαυτόν του.
Ένεκα τούτου θαυμάζομεν και αγαπώμεν αυτόν ως ιδιώτην· όση όμως
και αν είνε η ένεκα τούτου προσωπική ημών συμπάθεια, βαρύ
οπωσδήποτε αποβαίνει το θέαμα ολοκλήρου της Ελλάδος μεταβαλλομένης
εις λειβάδιον κομματικής κτηνοτροφίας».
103) «Νέον Άστυ» 9 Ιανουαρίου 1904.
104) Έγραφεν εις τα «Πάρεργα» σ. 218. «Η διάνοια του Έλληνος είνε
αγρός τον οποίον ούτος αφίνει ως επί το πολύ χέρσον, διότι
γνωρίζει ότι η δαπάνη της καλλιεργείας δεν ήθελε καλυφθή υπό του
προϊόντος. Προς τι λ.χ. να κοπιάση τις όπως γείνη Ελληνιστής,
κινδυνεύων ν' αποθάνη της πείνης, εν' ω γινόμενος
κουμουνδουριστής, δύναται ν' απολαύση τον επιούσιον άρτον και
έδραν εν τω Πανεπιστημίω;» Αναπληρώσατε το πρώτον μέρος του
επιθέτου κουμουνδουριστής, δι' οιουδήποτε ισχυρού της ημέρας και
θα έχετε την εξήγησιν της πνευματικής αθλιότητος, ήτις μας
περιβάλλει από πεντήκοντα ετών.
105) Εις τον αγώνα έλαβον μέρος και πολλοί άλλοι και δη πας ο έχων
λόγους να πιστεύη εαυτον ποιητήν. Μεταξύ των νεωτέρων ο
ευστοχώτερον κατά του Ροΐδου βαλών είνε ο μετέπειτα Jean Morèas.
(Ολίγαι σελίδες επ' ευκαιρία της μεταξύ των κ. κ. Ροΐδου και
Βλάχου αναφυείσης φιλολογικής έριδος, 1878). Εις το φυλλάδιον
τούτο και εις τρία δοκίμια του κ. Βλάχου (Ο Χίος Κριτικός, Περί
Ελληνικής ποιήσεως, Γεώργιος Ζαλοκώστας) εύρισκε τις σχεδόν πάντα
τα κατά της θεωρίας του Ροΐδου διατυπωθέντα επιχειρήματα. Ο Ροΐδης
εκτός της κρίσεως του περί του ποιητικού διαγωνισμού,
(«Παρνασσός», 1877 τομ. Α') έγραψε και τρεις μελέτας, εν
φυλλαδίοις δημοσιευθείσας: Η Σύγχρονος εν Ελλάδι Κριτική, Περί
συγχρόνου εν Ελλάδι Ποιήσεως, Τα Κείμενα.
106) Το μόνον όπερ ίσως δύναται τις να παρατηρήση επί της συζητήσεως
ταύτης είνε ότι από ωρισμένης στιγμής οι αντίπαλοι
αντεπυροβολούντο με κείμενα και ουχί με επιχειρήματα. Όπως εις τας
μεσαιωνικάς συνόδους ανεζητείτο ουχί το ορθόν αλλ' η έννοια των
υπό των πατέρων της λογοτεχνίας γραφέντων.
107) Βλ. το ποίημα του Οι Κριτικοί και η Ποίησις (Στίχοι σελ. 71-
72).
108) Πράγματι το δώρον εκείνο όπερ αναγνωρίζει εις τον τελευταίον
είνε ακριβώς η έμπνευσις.
109) Βλ. Χ. Αννίνου Τα πρώτα έτη του Ζαν Μωρεάς, «Μελέτη» 1911 τεύχη
2 — 5.
110) Αυτόθι σελ. 147 — 8.
111) Ο αναγινώσκων τας εισηγήσεις ή τα άρθρα του κ. Μιστριώτου
βλέπει ότι κατά την εποχήν εκείνην αι γνώμαι του συνέπιπτον εν
πολλοίς μετά των του Ροΐδου.
112) Εισήγησις 12 Μαΐου 1873.
113) Υπενθυμίζω ότι εκ των πρώτων εξήρε την αξίαν των ζωγράφων Φωκά,
Χατζοπούλου και Ιωαννίδου και της κυρίας Αρσινόης Παπαδοπούλου. Το
άρθρον του περί Γραφουσών Ελληνίδων εξήγειρε θύελλαν μεταξύ των
Αθηναίων bas-bleus.
114) Σώζεται η επιστολή του εν Βιένννη ανταποκριτού και τα σχέδια
μερικών επιστολών του Ροΐδου.
Ο κ. Εμμανουήλ Βουτσινάς μοι έλεγεν ότι επί πολλά έτη ο Ροΐδης
τροφοδότει διά πληροφοριών και το «Journal des Débats».
115) Αι επιθεωρήσεις αύται ήσαν απόρροια μελετών διαρκουσών καθ'
όλον το έτος. Με τόσην δε μέριμναν τας περιέβαλλεν ο πατήρ των
ώστε τας έδιδε εις το τυπογραφείον πολλάς ημέρας προ της 1
Ιανουαρίου και απήτει να ίδη τρεις και τέσσαρας διορθώσεις. (Ταύτα
κατά τας πληροφορίας του τότε αρχισυντάκτου της «Ώρας» νυν δε
διαπρεπούς μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου κ. Αναγνωστοπούλου).
116) Βλ. Πρόλογον του «Οδοιπορικού» σελ. β' και το περί Βιβλιοθήκης
Μαρασλή άρθρον του «Άστεως».
117) Πολλά διηγήματα εν τω «Παρνασσώ» (1877-9) και τη «Εστία»
(1895).
118) «Σκηναί του Βοημικού Βίου» («Άστυ» 1893)· «Σκηναί του Νεανικού
Βίου» («Εστία» 1894).
119) «Η μικρά Κόμησσα» («Εστία» 1893).
120) «Ιστορία της Αγγλίας» (Βιβλιοθήκη Μαρασλή).
121) Β. Ιστορία μίας γάτας (Συριανά Διηγήματα).
122) Βλ. ανωτέρω και Ο Αλέξανδρος Δουμάς εν Ελλάδι («Εφημερίς» 18,
19 Δεκεμβρίου 1895).
123) Εις το δεύτερον του περί Ροΐδου άρθρον («Παναθήναια» τόμ. Ζ'
σελ. 357), ο κ. Ξενόπουλος εξηγεί και υπερασπίζεται τας γλωσσικάς
θεωρίας του Ροΐδου, γράφων μεταξύ των άλλων:
«Και όμως λέγουν, το βιβλίον αυτό δεν έχει τον επίλογον αντάξιον
του όλου. Νομίζεις, ότι το συμπέρασμά του δεν έρχεται ως λογική
συνέπεια, ως αναγκαίος συνδετικός κρίκος των μερών. Η δεινή
εκείνη πολεμική κατά της τέχνης της γλώσσης και η εύγλωττος
υπεραπολογία της δημοτικής, καταλήγουν εις απλήν συμβουλήν «περί
καθορισμού της καθαρευούσης», η οποία φαίνεται κατωτέρα του
κόπου της συσσωρεύσεως τόσων επιχειρημάτων. Ως ν' απεδειλίασε
την τελευταίαν στιγμήν ο Ροΐδης, αντί να κλείση με μίαν θερμήν
επίκλησιν και με μίαν προτροπή προς καλλιέργειαν μόνης της
αληθούς γλώσσης, απεναντίας κηρύττει τον σεβασμόν προς το
καθεστώς, αναγνωρίζει την ανάγκην της καθαρευούσης, και
συμβουλεύει την επανάστασιν ήρεμον, βραδείαν, βαθμιαίαν. Πολλοί
φρονούν διά τούτο, ότι τα «Είδωλα» θα ήτο προτιμότερον να μην
έχουν συμπέρασμα, διά να το εξάγη ο αναγνώστης μόνος του. Το
κατ' εμέ, ας μου επιτραπή να θεωρώ το συμπέρασμα των «Ειδώλων»
ως λογικωτάτου συγγραφέως. Ακόμη και της ιδοσυγρασίας, ακόμη και
του χαρακτήρος του. Ο Ροΐδης ουδέποτε επρόβαλεν ως ορμητικός και
αχαλίνωτος επαναστάτης. Αι βίαιαι ανατροπαί τον ετρόμαζαν·
ηρκείτο να είνε φιλοπρόοδος, αλλά και συντηριτικός. Ν'αποδείξη
το νόμιμον και το αναγκαίον της καλλιεργείας της ζωντανής
γλώσσης, αλλά να μαρτυρήση και το γεγονός της επικρατήσεως της
καθαρευούσης, η κατάλυσις της οποίας εν μια νυκτί και μόνη θα
ήτο άθλος υπεράνθρωπος,ιδού ες που έφθανε το θάρρος του. Ομολογώ
ότι άλλοι έδειξαν περισσότερον θάρρος και εις την θεωρίαν και
την πράξιν — αμφιβάλλω όμως αν αυτοί ευρίσκονται πλησιέστερα εις
την αλήθειαν των πραγμάτων».
124) Χρονογράφημα Διαβάτου, «Εμπρός» 9 Ιανουαρίου 1904»
125) Επιστολή προς τον Ψυχάρην 10) 22 Απριλίου 1889, Περιοδικόν
«Graecia», φύλλον 16 Μαρτίου 1911.
126) «Το ταξείδι του Ψυχάρη», σελ. 60.
127) Βλ. σελ. 55 κεξ.
128) «Ακρόπολις» 9 Ιανουαρίου 1904.
129) Εσχάτως με τον βίαιον χαρακτήρα ον έλαβεν ο γλωσσικός αγών, το
επίθετον μαλλιαρός προσεκολλήθη ως ύβρις εις πάντας τους
δημοτικιστάς. Πολλοί δε τούτων το διεξεδίκησαν ως τίτλον δόξης,
ούτω δ' η λέξις έχασε την συγκεκριμένην έννοιαν, ην είχεν εν αρχή,
θα δεήση δε να εφεύρη ο κ. Κονδυλάκης διά τους πραγματικούς
μαλλιαρούς νέον όρον.
130) Εδώρησα εις την Εθνικήν Βιβλιοθήκην οκτώ τετράδια άτινα
εχρησίμευσαν ιδίως διά τα «Είδωλα», περιέσωσα δε και πέντε ή έξη
άλλα.
131) Εις φίλον συγχαίροντα επί τη εξαντλήσει της α' εκδόσεως των
«Ειδώλων», απήντησεν ότι κατά το αυτό χρονικόν διάστημα είχον
εξαντληθή εννέα εκδόσεις γνωστής «Μαγειρικής».
132) Τούτο καταφαίνεται και εις τα διηγήματά του. Βλ. ιδίως τα
«Εφήμερα».
133) Μεταξύ των άλλων άμαξα ανατρέψασα αυτόν συνέτριψε την σιαγόνα
του· ο προσκληθείς ιατρός την συνεκόλλησε κατά τρόπον τόσον
ανεπιτήδειον, ώστε ο Αρεταίος επανελθών εν τω μεταξύ εκ του
θερινού του ταξειδίου ηναγκάσθη να την θραύση εκ νέου ίνα την
συγκολλήση όπως έπρεπε. Φαντάζεται τις τας ταλαιπωρίας ας κατά το
διάστημα τούτο υπέστη ο ασθενής. Ειθισμένος όμως εις την δυστυχίαν
περιωρίσθη, ιαθείς, να είπη εις τον δράστην της πρώτης
συγκολλήσεως ασκληπιάδην: «Σας εύχομαι, αν ποτέ σας συμβή
δυστύχημα, να εύρετε και υμείς ιατρόν ικανόν να σας περιποιηθή,
όπως σεις περιεποιήθητε εμέ».
134) Βλ. εν τη «Εστία» της 8 Ιανουαρίου 1904 τ' Ανέκδοτα περί
Ροΐδου, υπό του κ. Δ. Καμπούρογλου.
135) Βλ. εν τη υπό του κ. Ν. Γουναράκη εκδιδομένη «Εργασία» (αρ. 2,
φύλλον 19 Μαρτίου 1900) το άρθρον: Ο εμβολιασμός του Φυλετικού
Μίσους.
136) Τω 1905 ο κ. Κωνσταντινίδης επανελθόντος του Δηληγαννικού
κόμματος εις την αρχήν διωρίσθη μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
διατηρηθέντος του τω 1901 διαδεχθέντος αυτόν εις την Εφορίαν της
Εθνικής Βιβλιοθήκης κ. Δ. Καμπούρογλου εις την θέσιν του. Μήπως ο
ορθή αύτη λύσις δεν ηδύνατο να εφαρμοσθή και πρότερον;
137) Τούτου την εξής περιγραφήν έδωκεν ο κ. Δ. Χατζόπουλος
(«Μποέμ») εν τω «Άστει» της 22 Μαρτίου 1893.
«Ώρα επτάμιση· γλυκυτάτη σελήνη, γλυκυτάτη βραδειά. Ανέρχομαι
την οδόν Φιλελλήνων, σταματώ εις την απέναντι της ρωσσικής
εκκλησίας μεγάλην οικίαν. Κτυπώ, μου ανοίγουν και ανέρχομαι.
Ευτυχώς ο κ. Ροΐδης ευρίσκεται εις τον οίκον του, όπου μόνον
τοιαύτην ώραν δύνασαι να τον εύρης. Μία υπηρέτρια μού φωτίζει,
με εισάγει εις πολυτελή αίθουσαν, και δι' αυτής ευθέως εις το
σπουδαστήριον του συγγραφέως, όπου ενθρονίζομαι επί κομψοτάτου
διβανίου. Αναμένω ολίγα λεπτά και επεξεργάζομαι το δωμάτιον.
Πλουσιώτατον, κομψότατον, ζηλευτόν ενδιαίτημα δι έμπνευσιν και
μελέτην. Έν μόνον παράθυρον προς την οδόν Φιλελλήνων, κομψότατον
γραφείον προ αυτού, με σωρούς βιβλίων, μία μικρά τράπεζα με
ολόκληρον βράχον τελευταίων εκδόσεων και τελευταίων βιβλίων,
θαυμασιωτάτη υαλόφρακτος μακρά βιβλιοθήκη, κατέχουσα ολόκληρον
την πλευράν του τοίχου, εικόνες και κομψοτεχνήματα πολυάριθμα,
δυο τεράστια κέρατα, εξ ων εξαρτώνται τουφέκια, καρυοφύλλια,
σπάθαι, πάλες, γιαταγάνια, κουμπούρες, ελληνικότατα όλα, τάπης
επί του πατώματος, κομψόν διβάνιον, κομψόταται έδραι, μεγάλη
πεπυρακτωμένη θερμάστρα εις το βάθος πληρούσα το δωμάτιον
γλυκυτάτου θάλπους».
138) Επίσης σπανίαν πίστιν και αφοσίωσιν έδειξαν προς αυτόν τινές
των άλλοτε ευεργετηθέντων, ιδία δ'ο εκ των υπαλλήλων της Εθνικής
Βιβλιοθήκης Μιχαήλ Καρατζάς, όστις και παυθέντα μέχρι τέλους δις
της ημέρας τακτικότατα επεσκέπτετο, και προς ον ο Μανώλης και η
μήτηρ του έτρεφον ιδιάζουσαν επί τούτω αγάπην και εκτίμησιν.
Ιδιαιτέραν ευγνωμοσύνην έτρεφον και προς τον μετ' αδελφικής
στοργής θεραπεύοντα τον ασθενή έγκριτον ιατρόν κ. Ι. Θωμόπουλον.
139) «Άστυ» 10 Ιανουαρίου 1904.
140) Ο Διευθυντής του Λυκείου επέβαλε κατ' αμερικανικόν σύστημα εις
τους γονείς να χορηγώσι κατά μήνα ανά πέντε δραχμάς εις τους
μικρούς και δέκα εις τους μεγάλους υποτρόφους, διά να συνειθίζωσιν
ενωρίς εις την διαχείρισιν χρημάτων. Εις ουδένα όμως επετρέπετο η
παροχή ανωτέρου ποσού προς αποφυγήν πλουτοκρατικών διακρίσεων.
141) Βλέπ. Εγκυκλοπ. Λεξικού αρθρ. Αλεξανδρινή Σχολή.
142) Των κραυγών τούτων υπάρχει και άλλη τις πεζοτέρα ανατομική
εξήγησις, την οποίαν δύναται ο βουλόμενος να εύρη εις τα ειδικά
συγγράμματα.