9) Εξ ου και ο συνήθης τίτλος Life and letters.

10) Κατά τινας πληροφορίας, κατά τα νεανικά του έτη συνέταττεν

ημερολόγιον.

11) Βλ. «Αριστοτέλους Βαλαωρίτου βίος και έργα» (υπό Ιωάν.

Βαλαωρίτου τόμ. α' σ. 215 — 242).

12) Πολλές πληροφορίας ήντλησα και παρ' άλλων συγγενών ως και παρά

των πολλών φίλων, οίτινες μέχρι τέλους έμειναν πιστοί εις την

δυστυχήσασαν οικογένειαν.

13) Φυλάσσονται δε παρά τη χήρα τούτου κυρία Ελένη Ροΐδου, το γένος

Καλλίνσκη.

14) Έγραφεν, ως λέγει, αποκλειστικώς δια τα τέκνα του, τους κ.κ.

Νικόλαον Ροΐδην και Ανδρέαν Ροΐδην Καλλίνσκην

15) Λίαν κατάλληλα προς δημοσίευσίν του θα ήσαν τα Χιακά Χρονικά, ων

εξεδόθη εφέτος ο πρώτος τόμος και τα οποία ο καθηγητής Άμαντος

προτίθεται να εκδίδη ενιαυσίως.

16) Πάντα τα εν τω επομένω κεφαλαίω φερόμενα εντός εισαγωγικών και

άνευ ετέρας μνείας, είναι ερανισμένα από τ' απομνημονεύματά του

Ευστρατίου Ροΐδου.

17) Βλ. Καμπούρογλου, «Μνημεία της Ιστορίας των Αθηναίων» τομ. Β'

σ. 375 — 77 και εν τόμω Γ' σ. 250 — 251 εκ των γενεαλογικών

σημειωμάτων του κ. Κ. Α. Χρηστομάνου το «Άρχοντες Ροΐδαι».

18) Βλ. «Athenae Christianae» Α. Mommsen αρ. 88 σελ. 77·

Καμπούρογλου «Ιστορία» τόμ. Β' σελ. 92 και σελ. 217, εν η

ανατρέπεται σφάλμα τι του Νερούτσου (πρβ. «Χριστιανικαί Αθήναι» εν

Δελτίω Εθνολ. Εταιρίας).

19) Εκ του δευτέρου τούτου εγγράφου προκύπτει ότι τινά των

παραχωρηθέντων κτημάτων ήσαν ήδη ενοικιασμένα εις τους Ροΐδας· άρα

ούτοι ήσαν αποκατεστημένοι εν Γαστούνη προ του 1702.

20) Ούτος ανήκε πιθανώτατα εις την γνωστήν ομώνυμον οικογένειαν,

ήτις, καθ' ας έχω άλλοθεν πληροφορίας, κατώκει τότε εν Γαστούνη

και δεν αποκατέστη εν Κερκύρα, ει μη μετά την οριστικήν

εγκατάλειψιν του Μωρέως υπό των Βενετών.

21) Τόμ. γ' σελ. 375. Ως οικόσημον οι Ροΐδαι έλαβον ροδιάν γέμουσαν

καρπών, εις την κορυφήν της οποίας επικάθηται γλαύξ. Και η μεν

ροδιά αποτελεί λαλούν σήμα (armes parlantes), αναπαριστά δηλαδή

δι' εικόνος το οικογενειακόν όνομα, η δε γλαυξ ετέθη επ' αυτής

όπως δηλώση την εξ Αθηνών προέλευσιν (βλ. Χρηστομάνον ένθ'

ανωτέρω). Το οικόσημον τούτο εκόσμει και την μεγάλην δρύινον

βιβλιοθήκην του Εμμανουήλ Ροΐδου.

22) Βλέπε περί ταύτης την περίφημον μελέτην του Ράνκε, η οποία

ιδούσα το φως το πρώτον εν τη Historisch - politischen Zeitschrift

(τόμ. Β'), του 1835 και μεταφρασθείσα υπό του Π. Καλλιγά

(«Πανδώρα» 1862 εν «Μελέταις και Λόγοις» β' τομ. σ. 84 κ. εξ.),

ανεδημοσιεύθη και αύθις μετά βελτιώσεων υπό του συγγραφέως (Zur

Venezianische Geschichte, Λειψία 1878, μέρος α').

23) Κατά την εκτύπωσιν του παρόντος προλόγου έλαβον επιστολήν

αναιρούσαν τας άνω πληροφορίας. Ο κ. Δημήτριος Πετροκόκκινος μου

γράφει: «Η Ξανθούλα του Σολωμού ήτο όχι η νόννα του κ. Δούκα

Ράλλη, αλλά της Κας Στεφάνου Ράλλη η μητέρα. Μου το είπε ο γυιός

της ο John ο Ράλλης. Την εγνώρισα στα γεράματά της: Μικροκαμωμένη,

με λεπτά χαρακτηριστικά, γλυκυτάτη έκφραση και ωραία γαλανά μάτια.

Ο Burn Jones της έκανε περί το τέλος της ζωής της την εικόνα της,

κι' από κάτω έβαλε σαν τους αγιογράφους μας το μαρτύριο της Αγίας

Αικατερίνης της οποίας έφερε το όνομα».

24) Περί των εν Ζακύνθω Ροΐδηδων πολλάς πληροφορίας μοι έπεμψαν δύο

πολύτιμοι φίλοι και διαπρεπέστατοι αρχαιοδίφαι, οι κ.κ. δε Βιάζης

και Ζώης. Ο δεύτερος μοι έστειλε και κατάλογον των έργων του

δοτόρου Ροΐδου και αντίγραφον ενός εξ αυτών.

Εκ των πληροφοριών τούτων προκύπτει ότι ο πρώτος μεταβάς εις

Ζάκυνθον κόμης Γεώργιος Ροΐδης απέθανε το 1738, καταλιπών υιόν

Νικόλαον, όστις εκ του γάμου του μετά της Μπετίνας Γριμάνη

εγέννησε τρεις υιούς, τον Αντώνιον, τον Γεώργιον και τον Διονύσιον

και τρεις θυγατέρας. Και οι μεν υιοί του δεν αφήκαν απογόνους· εκ

της θυγατρός του όμως Ζαχαρένιας, ην μνημονεύει και η Σάτυρα του

Σολωμού, κατάγεται η οικογένεια Δικοπούλου. Επίσης αφήκε

κληρονομίαν και η νυμφευθείσα τον κόμητα Κατακίτην θυγάτηρ του

Αναστασία. (Βλ. και παράρτημα).

25) Ο Ευστράτιος Ροΐδης αποδίδει το πράγμα εις το γεγονός ότι, των

δημογερόντων απαλασσομένων του φόρου των περιουσιών, η κοινότης

δεν ήθελε ν' αφήση ασύδοτον μίαν των πλουσιωτέρων οικογενειών του

τόπου. Ίσως. Αλλά παρατηρώ ότι και οι Βλαστοί, οίτινες πολύ προ

των Ροΐδηδων ήλθον εκ Κρήτης εις Χίον, δεν κατώρθωσαν ν' ανέλθουν

εις το αξίωμα του δημογέροντος, όπερ ελογίζετο εν Χίω μέγα και

υψηλόν (Βλαστού, «Χιακά», σ. 154), ειμή μόνον τω 1822. Περί του

φόρου του κεφαλαίου εν Χίω βλ. την ημετέραν μελέτην περί της

«Οικονομικής Διοικήσεως της Ελλάδος επί Τουρκοκρατίας» παράρτημα Γ

(Παρίσιοι 1910).

26) Την «Πάπισσαν Ιωάνναν».

27) Η επιστολή αύτη διεσώθη εν τη οικογενεία μέχρι της καταστροφής

της Χίου.

28) Εκ των Απομνημονευμάτων του Ευστρατίου βλέπει τις την φροντίδα,

ην ο πατήρ του ελάμβανεν όπως τα τέκνα του λάβωσι κατά το ενόν

τελείαν μόρφωσιν. Βραδύτερον αναφέρεται και είς υιός του Α. Μ.

Ροΐδου, όστις εξέδιδεν εις την Κων/πολιν την «Illustration

Orientale».

29) Περί του πύργου των Ροδοκανάκηδων συνέγραψεν ο αείμνηστος

γυμνασιάρχης Χίου Γ. Ζολώτας λαμπράν διατριβήν καταχωρισθείσαν το

πρώτον εν σελ. 522 — 9 του έργου του Δημητρίου Ροδοκανάκη

«Ιουστινιάναι — Χίος». Εν τω αυτώ πονήματι ευρίσκονται και άλλαι

πολυτιμόταται πληροφορίαι περί της οικογενείας Ροδοκανάκη και της

Χίου εν γένει. Δυστυχώς η φαντασία του μακαρίτου συγγραφέως και

εξαδέλφου μου υπερβάλλει ενίοτε τας πραγματικάς και βαθείας

ιστορικάς του γνώσεις.

30) Ούτος λίαν εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως ανήρ, φαίνεται επηρεασθείς

υπό τινων γάλλων καταφυγόντων περί τα τέλη του 16ου αιώνος εν Χίω.

Ήτο όμως προσέτι ελληνομαθής, γράφων και αρχαϊκά επιγράμματα.

31) Το ψιμμύθιον ελέγετο Σουλουμάς· βλ. και τους γνωστούς

παροιμιώδεις στίχους:

— Ίντα μαντάτα από τη Χιώ;

— Κουντουρίδι περισσό.

— Σουλουμάς με το καντάρι,

— Αμέ σιτάρι;

— Ο τόπος δεν το ζάρει.

32) «Κορνηλία Ροΐδου το γένος Ροδοκανάκη» (ανατύπωσις εκ «Χιακών

Χρονικών», Αθήναι 1911).

33) Πράγματι η κορασίς είχε πέση εις χείρας Σμυρναίου Τούρκου, όστις

διαγνώσας την μέλλουσαν αυτής έκτακτον καλλονήν, την προώρισε διά

το χαρέμιόν του, προς το παρόν δε την έστειλεν εις έν υποστατικόν

του. Φύλακες αυτής ήσαν ζεύγος γερόντων Τούρκων, οίτινες μη

έχοντες τέκνα προσεκολλήθησαν εις την νέαν Χίαν, ην μεχεχειρίζοντο

ως θυγατέρα μετονομάσαντες μάλιστα αυτήν Αϊσσέ. Ότε δε ήλθεν η

διαταγή να την οδηγήσωσιν εις Σμύρνην, οπόθεν επρόκειτο να

επιβιβασθή διά Λιβόρνον, την συνώδευσαν κλαίοντες μέχρι της

πρωτευούσης της Ιωνίας. Η Κορνηλία συχνά ενεθυμείτο τα έτη, άτινα

διήλθε διάγουσα βίον χωρικής, βοσκούσα αρνία και τρώγουσα ως επί

το πολύ βρασμένα χόρτα και ψωμί ξηρόν. Συχνάκις και μετά

συγκινήσεως ενεθυμείτο επίσης το πόσον ηγάπησαν αυτήν γεροντικόν

ζεύγος. Ότε δε την ημέραν του θανάτου του υιού της Εμμανουήλ

ευρέθη ενενηκοντούτις μόνη εις τον κόσμον, μου έλεγε στενάζουσα

ότι ευτυχέστερος ήθελεν είσθαι ο βίος της εάν είχε μείνη

λησμονημένη εις έν τουρκικόν χωρίον.

34) Τη αληθεία η συνεννόησις μετά της οικογενείας της ήτο πρόβλημα,

όπερ έλυσε μόνον η άφιξις του πρίγκηπος Καρατζά, γνωστού εις μεν

τους νομικούς διά τον κώδικα του, εις δε τους λογίους διά τας

μεταφράσεις του Γολδόνη. Ο πρώην ηγεμών της Βλαχίας είχε πολύ

περιποιηθή εν Πίζη, ένθα είχεν εύρη καταφύγιον, την μητέρα της

Κορνηλίας, ης η υγεία, κλονισθείσα εις άκρον εκ των αλλεπαλλήλων

δυστυχημάτων, την ηνάγκασε να μεταβή προς θεραπείαν παρά τινι των

καθηγητών του Πιζαίου Πανεπιστημίου. Έκτοτε δε εξενίζετο το θέρος

υπό των Ροδοκανάκηδων εν τω παραθαλασσίω Λιβόρνω. Ο ποτέ μέγας

διερμηνεύς της Πύλης ανέλαβε νυν τα καθήκοντα διερμηνέως μεταξύ

της Τουρκοπούλας και των συγγενών της. Άλλως αι υπηρεσίαι του

κατέστησαν ταχέως περιτταί, διότι η έκτακτος ευφυία της

δωδεκαετούς κόρης τη επέτρεψαν ταχύτατα να εκμάθη την Ελληνικήν,

ην τη εδίδασκε συστηματικώτερον ο θείος της σατυρικός ποιητής

Σταμάτιος, ως και την Ιταλικήν και Γαλλικήν.

35) Μεταξύ των εξανδραποδισθέντων, πάντων εξαγορασθέντων, ευρίσκετο

και ο Σταμάτιος Ροΐδης, νεώτατος υιός του σφαγέντος Ζαννή, ου επί

μακρόν εστάθη αδύνατον να γνωσθή η τύχη, ότε τέλος ανεκαλύφθη ότι

ευρίσκετο εις το εσωτερικόν της μικράς Ασίας και είχε σχεδόν

εντελώς εξισλαμισθή. Εχρειάσθησαν δε πολλοί κόποι όπως προσελκυσθή

εις Σύρον όπου μετά πολλά απηρνήθη τον Τουρκισμόν. Αναφέρω το

γεγονός, διότι φευ! πολλοί Έλληνες, εν οις και τέκνα ηρώων του

αγώνος ζωγρηθέντα εν τρυφερά ηλικία απωλέσθησαν διά παντός διά τον

Ελληνισμόν. Η διαμονή τινών εξ αυτών ανεκαλύφθη υπό των συγγενών

των, αλλ' αι προσπάθειαι τούτων, όπως τους επαναφέρωσιν εις την

ορθοδοξίαν δεν εκαρποφόρησαν.

36) Οι δύο νέοι ούτοι εκάησαν επί της υπό του Κανάρη πυρποληθείσης

ναυαρχίδος. Τω όντι πολλοί εκ των ανηκόντων εις πλουσίας

οικογενείας και δυναμένων συνεπώς να εξαγορασθώσιν ακριβά είχον

μεταφερθή επί του πλοίου, θεωρούμενοι ούτως ειπείν ως γέρας του

Καπετάν πασά, πάντες δε σχεδόν αλυσόδετοι όντες εύρον οικτρόν

τέλος εν τω μέσω των φλογών. Μεταξύ των θυμάτων ευρίσκετο και ο

νεώτερος αδελφός του προς μητρός πάππου μου Μικρουλάκη.

37) Ο νεωτεριστής Σταμάτιος είχε νυμφευθή προ της επαναστάσεως (τω

1817) μετά της τότε δεκατετραετούς Καταιριάς Ροΐδη. Είχε δ' εκλέξη

την νύμφην του νεωτάτην, ίνα δυνηθή να την μορφώση κατά τας ιδέας

του· πράγματι δε πρώτη φροντίς αυτού υπήρξε να της μάθη Γαλλικά

και να την ενδύση φράγκικα. Υιός του Σταματίου υπήρξεν ο Δημήτριος

Ροδοκανάκης αντιπρόσωπος Βραΐλας εις την Εθνοσυνέλευσιν του 1862,

και εγγονός αυτού, ο επί μακρά έτη εν Γενούη γενικός πρόξενος της

Ελλάδος Σταμάτιος.

38) Εις την βιογραφίαν της Κορνηλίας Ροΐδου έδωκα και την εξής

λεπτομέρειαν, ότι δηλαδή, ότε το πλοίον έφθασεν εις Σύρον, ο

γαμβρός ασθενών έστειλε προς προϋπάντησίν της τον αδελφόν του

Ευστράτιον, συμπλωτήρ δε δείξας τον Ευστράτιον εις την Κορνηλίαν

της λέγει· να, έρχεται να σας πάρη ο κ. Ροΐδης. Μόνον δε όταν

ανέβη ούτος επί του πλοίου, αντελήφθη η Κορνηλία, ότι ο ερχόμενος

εις προϋπάντησίν της δεν ήτο ο μέλλων σύζυγός της. Δεν ενόμισα δε

άσκοπον να προσθέσω ότι παρ' όλα ταύτα το συνοικέσιον, όπως

πλείστα άλλα Χιακά συνοικέσια της εποχής εκείνης, καίπερ προϊόντα

οικογενειακής διπλωματίας, υπήρξε πολύ ευτυχέστερον άλλων εις

μόνην την φαρέτραν του Έρωτος οφειλομένων. Και τούτο διότι οι

παλαιοί Χίοι, ότε «εμαγείρευον» τους γάμους των τέκνων των, δεν

απέβλεπον μόνον εις το χρήμα, αλλά και εν τούτω σώφρονες επεδίωκον

προ παντός χρηστοήθειαν και αναλογίαν ανατροφής και κοινωνικής

τάξεως.

39) Παραστάς λ.χ. άπαξ εις συζήτησιν υπέρ το δέον ζωηράν μεταξύ δύο

χαρτοπαιζόντων εν τω «καζίνω» της Σύρου Χίων εμπόρων, έσπευσε να

πληροφορήση δημοσία τας συζύγους των, αίτινες ευρίσκοντο μετά της

μητρός του, «ότι οι άνδρες σας πιάσθηκαν σαν τσαλαπετεινοί».

40) Το πρωτότυπον ευρίσκεται παρά τω κ. Ανδρέα Ροΐδη Καλλίνσκη.

41) Η «Ζωή μου» (σ. 112).

42) Βλ. «Ιστορίαν ενός Σκύλου».

43) Ξενόπουλος «Παναθήναια» τόμ. Ζ' σ. 359.

44) Ο βραχύς περί Murger πρόλογος, ον ο Ροΐδης προέταξε της

μεταφράσεως τελειώνει διά των εξής:

«Αι σκηναί του Βοημικού βίου δύνανται να θεωρηθώσιν ως

εχγειρίδιον διδάσκον την εύθυμον ανοχήν της πενίας και ως

τοιούτον επροτιμήσαμεν αυτό παντός άλλου έργου του συγγραφέως,

πιστεύοντες ότι εις τας παρούσας περιστάσεις δεν είναι όλως

περιττή εις τους Έλληνας η τοιαύτη διδασκαλία».

45) Εξαιρέσει των εν τη «Μποέμ» εξής εγκατεσπαρμένων στίχων, ους

ίσως και αυτούς έγραψεν άλλος:

Η ξανθιά και νέα κόρη

τη μαντίλλα της πετάει

και δειλά κρυφοκυττάη

τάστρα πουν' στον ουρανό

και της λίμνης τα νερά

τα γαλάζια κι'αργυρά.

Οκτώ και οκτώ κάνουν δεκάξη·

Δίνω έξη, κρατώ ένα·

Άχ να εύρισκα κανένα

Τίμιο χωρίς λεφτό

Να μου δάνειζ' εκατό

Να πληρώσω ότι χρωστώ

Όταν τύχη και αδειάσω.

Επωδός

Και σαν το ρωλόι κτυπήση

Μεσημέρι παρά κάτι

Θα πλερώσω στο Βερνάρδο

τιμιώτατα το νοίκι.

46) «Ορέστης και Πυλάδης», «Πανδαμάτωρ και Πανδαμάτειρα» κτλ.

47) Βλ. «Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880» σελίς 17

Συριανά Διηγήματα · 第 4 / 11 题