φιλοξενηθή παρ' ημίν. Αλλ' αν δεν δέχεται ως τ' άλλα ζώα να
δουλεύση, έπεται άρα εκ τούτου, ότι δεν δύναται ούδ' ως φίλος ν'
αγαπήση; Ο τοιούτος ισχυρισμός αδύνατον είνε να στηριχθή εις τα
διδάγματα της πείρας. Το περί γάτου πολύκροτον άρθρον του Βυφών,
το υπό τοσούτων αναμασηθέν ψιττακών, ουδέν άλλο απ' αρχής έως
τέλους είνε παρά συρραφή συκοφαντιών. Δεν ενθυμούμαι τιςκριτικός,
θέλων να ονειδίση τον Πλούταρχον ως ανακριβή, έφθασε να είπη περί
αυτού, ότι θα ήτο ικανός να διηγηθή ότι ενίκησαν οι Αθηναίοι τον
Φίλιππον εν Χαιρωνεία, αν τούτο ηδύνατο να καταστήση την περίοδον
αυτού στρογγυλωτέραν. Τοιαύτη μομφή θα ήρμοζε πολύ μάλλον εις τον
Βυφών, όστις περί ουδενός άλλου φροντίζων παρά πώς να διαστρέψη ως
ρήτωρ, δεν εδίστατε να συγγράψη λίβελλον κατά του γάτου διά τον
μόνον λόγον ότι είχεν ανάγκην αντιθέσεως προς ανάδειξιν του
εγκωμίου του σκύλου. Εξ ίσου άδικος, αλλά τουλάχιστον
ακριβέστερος, απεδείχθη ο ευσεβέστατος Άγγλος ποιητής Βούνυαν
(Bunnyan). Ούτος εξετάζων το ζήτημα ουχί εν συνόλω, ως απήτει η
δικαιοσύνη, αλλά θεολογικώς υπό μόνην την έποψιν της ηθικής του
Ευαγγελίου, ανυμνεί τον σκύλον ως τέλειον πρότυπον πάσης
χριστιανικής αρετής και ακριβή τηρητήν των παραγγελμάτων της επί
του Όρους ομιλίας περί ταπεινότητος, λήθης των ύβρεων και αγάπης
και προς τους κακοποιούντας ημάς. Κατά τούτο έχει πληρέστατον
δίκαιον ο Βούνυαν, όχι όμως, πιστεύομεν, και όλως άδικον ο γάτος
μόνον τους αγαπώντας αυτόν ν' αγαπά. Η κατάκτησις της καρδίας του
δεν είνε βεβαίως ευχερές έργον. Ο θέλων ν'αγαπηθή παρ' αυτού δεν
αρκεί να τον καλοθρέψη και να τον περιποιήται, αλλά πρέπει και να
μη λησμονή ότι ρέει εις τας φλέβας του αίμα βασιλικόν,
προσφερόμενος προς αυτόν μετά της δεούσης ευλαβείας. Φύσει ων
αριστοκρατικός αποστρέφεται ο γάτος την υπερβολικήν οικειότητα,
την αδιακρισίαν και ιδίως πάσαν αξίωσιν περιορισμού της απολύτου
αυτού ανεξαρτησίας. Υπεραγαπά μεν τας θωπείας, αλλά μόνον όταν έχη
όρεξιν αυτών. Αρέσκεται να πηδά εις τα γόνατά μας, όχι όμως και να
συλλαμβάνεται αγροίκως εκ του τραχήλου, διά να τοποθετηθή επ'
αυτών ως δέμα· προσκαλούμενος ουδέποτε έρχεται αμέσως ή κατ'
ευθείαν, αλλά μετά τινα αναβολήν και δι' ελιγμού, ωσεί θέλων ν'
αποδείξη ότι προσήλθεν ως φίλος αυθορμήτως και ουχί ως δούλος
υπακούσας εις προσταγήν. Πολύ μάλλον και του σκύλου και παντός
άλλου ζώου ευχαριστείται να μένη μακράς ώρας εις τον κοιτώνα μας,
αναπαυόμενος παρά την εστίαν ή επισκοπών τους διαβάτας εκ του
παραθύρου, αλλά θεωρεί προδοσίαν το να μη ανοιχθή εις αυτόν αμέσως
η θύρα, άμα επιθυμήση να εξέλθη. Υπέρ παν όμως άλλο βδελύσσεται
τους διακόπτοντας την σειράν των συλλογισμών του όταν ονειροπολή ή
τον ύπνον του όταν κοιμάται. Τούτο κάλλιστα εγνώριζεν ο προφήτης
Μωάμεθ, όστις σπεύδων ημέραν τινά να μεταβή εις την εσπερινήν
προσευχήν επροτίμησε να κόψη διά ψαλλίδος την άκραν του ενδύματος
του, παρά να ταράξη την ανάπαυσιν του επ' αυτού απoκοιμηθέντος
ευνοουμένου του γάτου.
Εις τους ούτως αγαπώντας αυτόν ίσην ανταποδίδει και ούτος αγάπην,
ως δύνανται να μαρτυρήσωσιν όσαι υιοθέτησαν γάτους γεροντοκόραι
και μετ' αυτών η εκλεκτή φάλαγξ των πάσης εποχής και χώρας
επισήμων ανδρών. Αξιοσημείωτον τω όντι είνε ότι οι πλείστοι τούτων
και ιδίως οι έξοχοι διπλώμαται, συγγραφείς, ποιηταί και
καλλιτέχναι επροτίμησαν του σκύλου τον γάτον. Παραλείποντες τους
αρχαίους αρκούμεθα να μνημονεύσωμεν τον Καρδινάλιον Ριχελιώ, τον
Κολβέρτον, τον Μονταίγνιον, τον Χόφμαν, τον Φοντενέλλον, τον
Γεράρδον Δόου, τον Λόπε δε Βέγας, τον Σατωβριάν, τον Εδγάρδον
Πόου, τον Θεόφιλον Γωτιέ, τον Χάρτμαν και τον Βωδελαίρον, οίτινες
πάντες ηγάπησαν τους γάτους των περιπαθώς και αντηγαπήθησαν παρ'
αυτών ολοψύχως. Ουδ' είναι ανάγκη ν' ανατρέχωμεν προς απόδειξιν
της ανταποδόσεως ταύτης εις άλλους καιρούς και τόπους, αφού
οικείον και πρόσφατον έχομε το παράδειγμα του γιγαντιαίου εκείνου
λευκού γάτου του αιδίμου Κουμουνδούρου όστις, αν και ήτο η εποχή
των ερώτων, ουδ' επί στιγμήν απεμακρύνθη του προσκεφαλαίου του
κατά την πολιήμερον προς τον θάνατον πάλην, και έπειτα επήγε ν'
αποθάνη κ' εκείνος εκ της λύπης εις μίαν γωνίαν, και οι σκύλοι του
μακαρίτου εξηκολούθουν να τρώγουν, να πίνουν και να γαυγίζουν και
θερμότατοι φίλοι του μετέβαινον να προσκυνήσωσι τον κ. Τρικούπην.
Την προς τους γάτους συμπάθειαν των συγγραφέων και καλλιτεχνών
επεχείρησάν τινες να υποτιμήσωσιν, ονομάζαντες αυτήν διαστροφήν,
ως την όρεξιν όζοντος τυρού, αώρων οπωρών ή υπερωρίμων εταιρών. Το
βέβαιον είναι ότι αν έλειπεν ο γάτος θα ήτο καταδικασμένος ο
αγρυπνών συγγραφεύς εις απόλυτον μοναξίαν, αφού ουδενός άλλου
πλάσματος δύναται να συμβιβασθή η συντροφία μετ' αδιαταράκτου
διανοητικής εργασίας. Οι σκύλοι ή απασχολούσι παίζοντες θορυβωδώς
ή κοιμώνται ως ασπάλακες, και τότε είνε ως να μη υπήρχον. Μόνος ο
γάτος ηξεύρει ν' ακινητή επί ολοκλήρους ώρας εις γωνίαν της
τραπέζης, στηρίζων ως Αιγυπτία Σφιγξ την κεφαλήν επί των
εμπροσθίων ποδών και προσηλών το βλέμμα εις τον μελετώντα, ως αν
ενδιεφέρετο εις το έργον αυτού. Πλειστάκις φαίνεται μαντεύων την
ιδέαν την καταβαίνουσαν από του εγκεφάλου εις την άκραν του
καλάμου του γράφοντος και προτείνει τον πόδα «ως αν ήθελε να την
συλλάβη». Όταν δ' επί τέλους βαρυνθή την ακινησίαν εγείρεται τότε
ησύχως, τανύει την ελαστικήν του ράχιν εις σχήμα βυζαντινής αψίδος
και αρχίζει ήσυχον περίπατον διά των λεξικών και των
μελανοδοχείων. Γνωστόν είνε, ότι ο σκύλος του Νεύτωνος Αδάμας
ανατρέψας τον λύχνον επί σωρού χειρογράφων έγινε παραίτιος ν'
απωλεσθή ο καρπός πολυετούς μελέτης. Αλλ' εκ της περιφοράς του
γάτου επί της τραπέζης ουδείς απειλείται κίνδυνος χύσεως, ούτε
μελάνης ούτε πετρελαίου. Το βάδισμα του ενθυμίζει τον επί αυγών
χορόν των Ισπανίδων ή τους Ομηρικούς εκείνους, τους τρέχοντας δι'
αγρών και λειμώνων χωρίς να θραύσωσιν ούτε τους στάχεις, ούτε τα
κρίνα. Άλλοτε πάλιν, αφού διά μακράς εργασίας μεταδώση στιλπνότητα
κατόπτρου εις το ατλάζινον αυτής δέρμα, προσέρχεται η γαλή να
προσφέρη εαυτήν ούτω καλλωπισθείσαν εις τας θωπείας του κυρίου
της. Αι ενδείξεις της αγάπης της ουδέν έχουσι κοινόν προς την
θορυβώδη προπέτειαν των κυνών, αλλ' αριστοκρατικήν τινα επιφύλαξιν
και σεμνότητα, υπεραρέσκουσαν εις τον καλλιτέχνην, όστις, αν είνε
πράγματι τοιούτος, μισεί και αποστρέφεται υπέρ παν άλλο την
επίδειξιν, τον στόμφον και την αισθηματικήν κοινοτοπίαν. Δύσκολον
δε φαίνεται να μη θεωρήσωμεν την επίμονον προς στίλβωσιν του
τριχώματος αυτού εργασίαν του γάτου, ως πολύτιμον εις τους
γράφοντας υπόμνησιν, ότι ίσον πρέπει και ούτοι να καταβάλλωσι
κόπον προς τέλειον του ύφους των ομαλισμόν. Ζητών συγγνώμην διά
την και υπέρ του ιδικού μου γάτου περιαυτολογίαν, τολμώ να
προσθέσω εις τ' ανωτέρω και το εξής ιδιαίτερον αυτού προσόν, ότι
οσάκις βλέπει επί πολλήν ώραν την χείρα μου ακινητούσαν εξ
ανικανότητος να συρράψη άλλην περίοδον μετά της προηγουμένης,
ερχεται τότε και απλώνεται επί του χειρογράφου μου μακρύς πλατύς,
ως αν ήθελε να με ειδοποιήση, ότι προτιμότερον είνε να υπάγω να
κοιμηθώ παρά να επιμένω γράφων φράσεις υπνωτικάς.
Απορίας άξιον είνε πώς ουδείς φυσιοδίφης έτυχεν ακόμη να
παρατηρήση την εις μόνον το γένος των οικιακών αιλούρων
παρατηρουμένην προφανή του θήλεος υπεροχήν. Η γάτα είνε ανωτέρα
του γάτου, όσον τουλάχιστον η Πολωνίς του Πολωνού. Η υπεροχή αύτη
πρέπει ίσως ν' αποδοθή εις το ότι το ζώον και το έθνος τούτο,
έχουσιν αμφότερα χαρακτήρα φύσει θηλυκόν, οξύν, ευπαθή,
ευερέθιστον, ιδιότροπον, φιλήδονον, ράθυμον και αισθηματικόν, τα
δε γυναικεία ταύτα προσόντα επόμενον εινε ν' αναδεικνύωνται
εναργέστερα και λαμπρότερα εις τας θηλείας. Διά τον αυτόν λόγον,
διά τον οποίον υπερέχει ο εμβριθής Άγγλος την Αγγλίδα κατά την
εμβρίθειαν, έπρεπε να εινε και ο εύχαρις Σλάβος κατώτερος της
γυναικός του κατά την χάριν. Αγνοώ κατά πόσον αληθεύουσιν όσα
διηγούνται ο Καραμζίνος και ο κακόγλωσσος Καζανόβας περί του
δεσποτικού χαρακτήρος και των ελευθέρων ηθών των μεγάλων δεσποινών
της Πολωνίας, βέβαιον όμως είνε ότι η γάτα καταχράται κάπως την
υπεροχήν αυτής. Εις ουδένα άλλον υποτάσσεται πλην της ορέξεως
αυτής ζυγόν· δεν θέλει δεσπότην, αλλ' αρέσκεται να σύρη όπισθεν
της ουράς της υπόδουλον σμήνος λατρευτών. Και όμως ούσα το
ηδυπαθέστατον των ζώων είνε συγχρόνως και το μόνον το προικισθέν
υπό του δημιουργού διά του ανθρωπίνου αισθήματος της αιδούς.
Ουδείς είδε ποτε γάταν παραδιδομένην εις ερωτικάς περιπτύξεις υπό
το φέγγος του ηλίου και τα βλέμματα παντός διάβάτου, ως πράττουσιν
αι σκύλαι, αι όρνιθες, αι αίγες και τ'άλλα αδιάντροπα κτήνη, αλλά
ζητεί το σκότος της νυκτός και την μοναξίαν απατήτων κορυφών. Διά
τούτο πιθανώς εξωμοιώθη εν Αιγύπτω όχι μόνον προς την Αφροδίτην,
αλλά και προς την αιδήμονα Άρτεμιν, την λαθραίως επισκεπτομένην
επί των ακρωρειών του Λάκμονος τον φίλον της ποιμένα. Όσοι
ανέγνωσαν βιβλία νευρολόγων κάλλιστα γνωρίζουσιν, ότι είς τινας
εξόχως ευπαθείς φύσεις μεταβάλλεται ενίοτε εις αίσθημα οδύνης η
υπερτάτη έντασις της ηδονής. Τοιαύτην υπερευαισθησίαν πρέπει να
υποθέσωμεν υπάρχουσαν και εις την γαλήν, της οποίας οι ερωτικοί
στεναγμοί ηχούσι πολλάκις εις την ακοήν των αγρυπνούντων ως γόοι
σφαζομένης. (142) Άλλη απόδειξις της εξαιρετικής παρ' αυτή
αναπτύξεως του νευρικού συστήματος είναι η κλίσις προς την
μουσικήν. Την μελομανίαν ταύτην εξηκρίβωσαν επιστημονικώς ο Γρέυ,
ο Λεκλέρκ και άλλοι διάσημοι φυσιοδίφαι, κατά δε τον Τουσενέλ η
συγκίνησις, την οποίαν προξενούσιν είς τινας γαλάς αι λιγυραί
μελωδίαι, φθάνει ενίοτε μέχρι λιποθυμίας. Η ομοιότης εν γένει της
γάτας προς φιλήδονον δέσποιναν ή και αριστοκρατικήν εταίραν
φαίνεται υπό πάσαν έποψιν τελεία. Όπως αι κυρίαι με τας καμελίας,
ούτω και αυτή αγαπά να μεταβάλλη την νύκτα εις ημέραν, το πρωινόν
εξάπλωμα παρά την εστίαν, τους χνοώδεις τάπητας τους
προφυλάσσοντας τους ροδίνους πόδας της από την υγρασίαν, τον
πολύωρον καλλωπισμόν, τα αρώματα, το ανθόγαλα, τας θωπείας, τα
σπαράγγια, τα μαλακά ανάκλιντρα, τα μετάξινα παραπετάσματα και
ιδίως τα τρίχαπτα, τας φούντας και τα κρόσσια προς άσκησιν εις το
σπάραγμα των στιλπνών αυτής ονύχων.
Τοιαύτη ακριβώς ήτο η ηρωίς του παρόντος διηγήματος Συριανή γάτα,
συνυπότροφός μου εις το ήδη μνημονευθέν Λύκειον του Ευαγγελίδου
και φέρουσα το όνομα Σεμίρα. Το γλαυκόν χρώμα των οφθαλμών και το
τρίχρουν του τριχώματος αυτής καθίστανον πιθανήν την υπόθεσιν οτι
ήτο γένους μικτού. Ο είς εκ των γονέων της κατήγετο πιθανώς από
την Άγκυραν, ο δε άλλος από τα κεραμίδια. Πολλοί μεταξύ των
συμμαθητών μου ήσαν οι επιδιώκοντες την εύνοιαν και την συντροφίαν
της εύμορφης Σεμίρας, προ πάντων τον χειμώνα, εις τους παγερούς
κοιτώνας του Λυκείου. Τους αντιζήλους τούτους είχον κατορθώση να
παραγκωνίσω δι' ανωτέρας προσφοράς λιχνευμάτων, τεχνικωτέρου
ξυσίματος της κεφαλής και προ πάντων διά της χρήσεως του γατικού
αγαποχόρτου, της βαλεριάνας δηλ., ως την λέγουσιν οι Φράγκοι, ή
του φου, ως την ωνόμαζον οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί, οι ουδόλως
εντρεπόμενοι, ως οι σημερινοί, να μεταχειρίζωνται ξένας ακλίτους
λέξεις. Η οσμή του χόρτου τούτου υπεραρέσκει όχι μόνον εις τας
γαλάς, αλλά και εις πολλάς κυρίας και ιδίως τας πρεσβυτέρας
Αθηναίας, ως κάλλιστα εγνώριζεν ο αοίδιμος γυναικολόγος Βενιζέλος,
ο αναμιγνύων βαλεριάναν εις όλας του ανεξαιρέτως τας συνταγάς,
όπως ο Ρηγόπουλος εις όλας του τας αγορεύσεις τον Νιαγάραν.
Χάρις εις το χόρτον τούτο και την μοναδικήν σύμπτωσιν παντοίων
άλλων ευνοϊκών περιστάσεων, υπήρξα επί τινας εβδομάδας το
ευτυχέστερον υπό τον ήλιον ανθρωπάριον. Ο διευθυντής του Λυκίου
διέσχιζε κατ' εντολήν του μακαρίτου βασιλέως Όθωνος τον
Ατλαντικόν, μεταβαίνων να κηρύξη εις τους Αμερικανούς το
ευαγγέλιον της μεγάλης ιδέας· παρά του Γερμανού μετοίκου Μπεκ,
πατρός, νομίζω, του ημετέρου βιβλιοπώλου, είχε συστηθή προ μικρού
το πρώτον της Ελλάδος δανειστήριον γαλλικών βιβλίων αντί συνδρομής
τριών κατά μήνα δραχμών και άλλας τόσας είχον δαπανήση εις
λαθραίαν προμήθειαν κηρίων. Οι δύο σύνοικοί μου παθόντες ιλαράν
ευρίσκοντο εις το θεραπευτήριον, ώστε ήμην απόλυτος κύριος του
θαλάμου μου. Η τοιαύτη μόνωσις και ανεξαρτησία είνε η γλυκυτάτη
των απολαύσεων διά δυστυχή υπότροφον σχολείου καταδικασμένον εις
άπαυστον καταναγναστικήν συγχρώτισιν με παντός είδους συντρόφους.
Εις τον θάλαμον εκείνον, παράπλευρον έχων την Σεμίραν, διήλθον τας
ευτυχεστάτας του βίου μου αΰπνους νύκτας, αναγινώσκων πρώτην φοράν
τους «Τρεις Σωματοφύλακας», τον «Μοντεχρίστον», τον «Ουσκόκ» και
τα άλλα αλησμόνητα της εποχής εκείνης έργα, τα υπερέχοντα τα
ψυχολογήματα του Βουρζέ και τα φυσιολογήματα του Ζολά, όσον η
«Νόρμα», η «Σονάμπουλα» και η «Λουκία» τα σοφά γυμνάσματα του
Αμβρουάζ Θωμά και του Σαμάρα. Εις την υπέροχον των αναγνωσμάτων
εκείνων αξίαν πρέπει να προστεθή της δωδεκαετούς μου φαντασίας η
παρθενία. Όταν μ' εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της
συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν, ή εμοιράζαμεν αδελφικώς
κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου
κηδεμόνος, και η αγρυπνία παρετείνετο πολλάκις μέχρις ου αντήχει
το άσμα των σαλεπιτζήδων, των πετεινών, των λαχανοφόρων γαϊδάρων
και των άλλων προδρόμων της ροδοδακτύλου Ηούς.
Η χαριτόβρυτος εν τούτοις Σεμίρα είχε θανάσιμον εντός του Λυκείου
εχθράν. Αύτη ήτο η από τινων μηνών εκτελούσα έργα οικονόμου.
Προτιμών να σιωπήσω το όνομα της γυναικός ταύτης αρκούμαι να είπω
ότι την είχον μεταβαπτίση Λ ά μ ι α ν οι μαθηταί. Πατρίδα είχε την
Ύδραν και ηλικίαν φθινοπωρινήν. Αλβανή προφανώς το γένος, με
ανάστημα δίπηχυ και ώμους αχθοφορικούς, ωμοίαζε Λιάπην
γυναικοφορεμένον. Προς συμπλήρωσιν της περιγραφής της αρκεί να
προσθέσω ότι τας περιζητήτους υπό των αρχαίων ομοιότητας της
γυναικός προς γαλήν δεν είχεν η Λάμια παρά μίαν, όχι βεβαίως την
ευκαμψίαν, την λειότητα, την χάριν ή το ρόδινον χρώμα του χείλους,
αλλά μόνον ικανώς πυκνόν μύστακα υπεράνω αυτού. Ουδ' ήτο
χαριέστερος του προσώπου της γεροντοκόρης ο χαρακτήο. Προς
εκτίμησην αυτού δύναται να χρησιμεύση, ότι μη θεωρούσα τον μύστακα
και τα σαρανταπέντε τουλάχιστον έτη της ικανά να εμπνεύσωσιν
επαρκή σεβασμόν, εθεώρει πρέπον να προσφέρεται μετά περισσής
σοβαρότητος και αιδημοσύνης με τους ουδόλως «βλέποντας προς το
επιθυμήσαι αυτής». Ο φόβος της των ασέμνων θεαμάτων ήτο τοσούτος,
ώστε λησμονούσα ότι και αυταί αι καλογραίαι θεωρούσι τους
πάσχοντας ως ουδετέρους, ουδ' εις εξαετές παιδάριον έστεργε να
επιθέση κατάπλασμα, περί δε κλύσματος ουδέ λόγος ηδύνατο να γείνη.
Αντί όμως αυξήσεως σεβασμού ουδέν άλλο εκ της τοσαύτης επιδείξεως
σεμνότητος παρά των μαθητών απέλαβε παρά καθημερινάς πεζάς τε και
εμμέτρους διακαούς έρωτος δηλώσεις. Τας επιστολάς ταύτας, διά των
οποίων ανυμνούντο υπέρ παν άλλο των θελγήτρων της του μύστακος
αυτής αι τρίχες, έσπευδε μετ' αιδήμονος αγανακτήσεως να καταγγείλη
εις τον προσωρινόν διευθυντήν μακαρίτην Φαβρίκιον, πολυμαθέστατον
και αγαθώτατον Γερμανόν, μ' εύθυμον διάθεσιν και μύτην κόκκινην
μετά το γεύμα. Τοιούτος ων δυσκόλως κατόρθωνε να κρατήση τον
γέλωτα όταν επέπληττε τον ένοχον, εις τον οποίον επέβαλλε να
ζητήση συγγνώμην από την αξιότιμον «δεσποινίδα» ενώπιον όλων του
των συμμαθητών. Αι σκηναί εκείναι δημοσίας αιτήσεως συγγνώμης ήσαν
όντως διασκεδαστικαί. Ακριβά όμως επλήρωναν οι δυστυχείς υπότροφοι
την διασκέδασιν εκείνην. Η Λάμια ήτο τότε απόλυτος και
ανεξέλεγκτος του Λυκείου τροφοδότις, η δε τροφή ήτο μεν κατά την
καθιερωμένην φράσιν «υγιεινή και αρκούσα», αλλά, και όπως εις όλα
τα σχολεία, τα αρεστότερα του γεύματος συστατικά ήσαν ο πρόσφατος
άρτος και τα οπωρικά.
Τα τελευταία ταύτα είχε προγράψη ο φόβος της μαστιζούσης ήδη τας
Αθήνας ασιατικής ή μάλλον αγγλογαλλικής χολέρας, τα δε ψωμία
εφεύρε προς επίδειξιν οικονομικής δεινότητος η Λάμια να κλείη,
επιστρέφοντα εκ του φούρνου, επί τρεις ή τεσσάρας ημέρας εις
υψηλόν ερμάριον διά να δ α μ ά σ ο υ ν, ως αι πέρδικες και οι
φασιανοί, ευλόγως παρατηρούσα ότι τρώγεται πολύ ολιγώτερος άρτος
όταν είνε ξηρός. Η εφεύρεσις αύτη και ο περιορισμός των αλλαγών
υποκαμίσου εις δύο την εβδομάδα μετέβαλον εις αγανάκτησιν την
ευθυμίαν των μαθητών, οίτινες συνελθόντες εις μυστικόν συνέδριον
απεφάσισαν παμψηφεί ν' αναθέσωσι την εκδίκησιν αυτών εις την
Σεμίραν.
Προς κατανόησιν της εκδικήσεως ταύτης πρέπει να είπωμεν, ότι η
τόσον σεμνή εκείνη παρθένος, η καλύπτουσα, οσάκις μετέβαινεν εις
την αυλήν, με την χείρα τους οφθαλμούς διά να μη τους
σκανδαλίσωσιν οι άθλοι του πετεινού, εζήλευεν εν τούτοις τας
όρνιθας εις το βάθος της ψυχής της. Από εικοσιπέντε τουλάχιστον
ετών ουδέν άλλο ωνειρεύετο παρά τας απολαύσεις έρωτος θεμιτού και
υπό της εκκλησίας ευλογημένου. Αφού εδαπάνησεν όλον τέταρτον
αιώνος υφαίνουσα ιστούς προς άγραν συζύγου, εξηκολούθει ακόμη να
υφαίνη η ακούραστος εκείνη αράχνη. Πλην της ήδη υμνηθείσης
σεμνότητος πολλά άλλα επεδείκνυε προς επιτυχίαν του ποθουμένου
προσόντα, εργατικότητα, ολιγάρκειαν, μαγειρικήν τέχνην,
χειροτεχνήματα και νοικοκυρωσύνην, δραστηριώτερον όμως πάντων
τούτων δελέασμα ενόμιζε την επίδειξιν της κλίνης της. Αληθές είνε
ότι η κλίνη αύτη, αν και ολίγον αρχαϊκή, ήτο πράγματι αξιοθέατος,
σιδηρά, ευρύχωρος, μ' επίχρυσον άνω της κεφαλής ζεύγος
ασπαζομένων, τρυγόνων. Ακόμη πλουσιώτερα ήσαν τα στρωσίδια. Τας
άκρας της άνω σινδόνος εστόλιζε κόκκινος μαίανδρος και άλλος
πλατύτερος τα παραπετάσματα· τα εφαπλώματα ήσαν μεταξωτά και το εκ
πτερού σκέπασμα των ποδών άνωθεν κεντητόν με υπόραμμα εκ
χρυσίζοντος ατλαζίου. Εις δε τον τοίχον εθάμβωνε την δράσιν
χρυσάργυρος Παναγία μ' ερυθράν κάτωθεν κανδήλαν· ουδ' έλειπαν τα
βάγια, τα φυλακτά, οι σταυροί και η κογχύλη του Παναγίου Τάφου.
Αλλά το προ πάντων διακρίνον την κοίτην εκείνην από πάσαν άλλην
είνε, ότι ουδείς ουδέποτε ούτε νύκτα ούτε ημέραν επ'αυτής
ανεπαύθη. Η Λάμια εκοιμάτο εις παρακείμενον σοφάν, η δε ωραία
εκείνη κλίνη της εχρησίμευσε διά να γυμνάζεται εις κεντήματα, να
την καλλωπίζη, να την καμαρώνη και να την επιδεικνύη εις τους
επισκέπτας της, μέχρις ου ευρεθή ο προσφερόμενος να συναναβώσιν
ομού επ' αυτής, με την άδειαν του Δεσπότη και την ευλογίαν του
Πάπα. Ως καταλληλότατος προς τούτο εθεωρείτο από τινος χρόνου υπ'
αυτής ο παντοπώλης του Λυκείου, χήρος μισοκαιρίτης, τον οποίον
εδέχετο την Κυριακήν μετά την λειτουργίαν εις τον νυμφώνα της προς
τακτοποίηση του λογαριασμού της εβδομάδος, αφίνουσα διά το
ασκανδάλιστον ορθάνοικτον και τον χειμώνα την θύραν.
Τω καιρώ εκείνω ευρίσκετο εις την ακμήν του ο μετασχηματισμός των
Συριανών εις Ευρωπαίους, τον οποίον ωνόμαζαν, με το συμπάθειο,
ξ ε β ρ ά κ ω μ α. Αι φέσσαι και αι βράκαι εξηφανίζοντο αλλεπάλληλοι,
ως τα πρωινά άστρα, υπό τας ακτίνας του εσπερίου πολιτισμού.
Παρασυρθείς υπό τον ρεύματος επαρουσιάσθη Κυριακήν τινα και ο
Βακάλης εις την πρωινήν του επίσκεψιν μετημφιεσμένος εις Ευρωπαίον
από κορυφής μέχρι ποδών. Όπως πας άλλος νεόφραγκος, επόμενον ήτο
να φαίνεται και ούτος γελοιωδέστατος κατά τας πρώτας του
ξ ε β ρ α κ ώ μ α τ ο ς ημέρας· οι καγχασμοί των μαθητών ηκούσθησαν
έως εις το Νησάκι. Πολύ όμως διάφορος ήτο η εντύπωσις, την οποίαν
επροξένησεν η μετένδυσις εις την Λάμιαν, ήτις από της ημέρας
εκείνης ουδέν άλλο ωνειρεύετο παρά ν' απαρνηθή κ' εκείνη το
πάτριον τσεμπέρι και κοντογούνι. Ουδ' εβράδυνε να μεταβή από τους
λόγους εις τα έργα ή μάλλον εις τα εμπορικά προς προμήθειαν του
πρώτου υλικού της μεταμορφώσεως. Το μαλλινομέταξον του φορέματος,
η τότε απαραίτητος π ε λ ε ρ ί ν α, η πόλκα, το μ α λ α κ ώ φ ή
πυγόκοσμος, ως το είχεν εξελληνίση ο καθηγητής του Συριανού
γυμνασίου κ. Φαρδούλης, τα θηλυκωτά υποδήματα και τ' άλλα
ευρέθησαν μετά σχετικής ευκολίας. Το μόνον απαιτούν μεγάλην
συλλογήν ήτο το καπέλον. Το τότε κάλυμμα της κεφαλής των κυριών
δεν ήτο, όπως σήμερον, έν τίποτε κοστίζον εκατόν φράγκα, αλλ'
υψηλόν, πλατύγυρον και πολύπλοκον οικοδόμημα, εκ χαρτονίου,
σιδήρου σύρματος, βελούδου, ανθέων και πτερών, μετέχον πύργου,
κήπου και πτηνοτροφείου. Εις την Σύρον μάλιστα εβασίλευον ακόμη αι
γιγάντειαι π α μ ί λ α ι του Λουδοβίκου Φιλίππου, καίτοι από τρία
ήδη έτη εβασίλευεν εις Παρισίους ο Λουδοβίκος Ναπολέων. Αλλ' επί
τέλους συνετελέσθη και του πίλου η κατασκευή καθ' όλους τους
κανόνας της γαλλοσυριανής τέχνης. Ήτο από βελούδον βαθυπράσινον,
και ούτε άνθη του έλειπαν, ούτε ουραί στρουθοκαμήλων. Ούτω
σαββατιανήν τινα εσπέραν, μετά πολλούς κόπους και δρόμους, ο
περίφημος πίλος ευρίσκετο εντός χαρτίνου κουτιού επί της
ιμάτιοθήκης, τα ενδύματα ηπλωμένα εν τάξει και συμμετρία επί της
παρθενικής κλίνης, και πλησίον αυτών τα στιλπνά υποδήματα και τα
μεταξωτά χειρόκτια, όλα έτοιμα διά την αυριανήν μεταμόρφωσιν της
Λάμιας εις Ευρωπαίαν. Αλλ' έτοιμη ήτο και η Σεμίρα.
Ο λόγος της τοσαύτης κατά του χαριτοβρύτου τούτου πλάσματος έχθρας
της οικονόμου ήτο, ότι ως όλαι αι γάται και μάλλον πάσης άλλης
υπερηγάπα η ιδική μας την ζέστην και το άπλωμα εις τα μαλακά.
Τούτων το άκρον άωτον δεν ηδύνατο να εύρη παρά μόνον εις την
μεγαλοπρεπή εκείνην κλίνην. Εκεί λοιπόν κατέφευγε τακτικά κατ'
απόγευμα ακριβώς μεταξύ του εφαπλώματος και του σκεπάσματος των
ποδών, έχουσα ατλάζι υπό την κοιλίαν και πίπουλον επάνω εις την
ράχιν. Η Λάμια μίαν μόνην πρώτην και τελευταίαν φοράν επέτυχε να
την συλλάβη ανύποπτον και να την δείρη ανηλεώς. Αλλ' ουδέν άλλο
κατώρθωσε διά της ράβδου της να την διδάξη, παρά μόνον να
φυλάττεται, ουχί όμως και ν' απέχη του μεταξοστρώτου εκείνου
παραδείσου. Έκτοτε εξηκολούθουν καθημερινώς της γάτας αι υπό το
σκέπασμα κατακλίσεις και της γυναικός αι μάταιαι καταδιώξεις. Η
τοιαύτη καθ' εκάστην και κατά την αυτήν σχεδόν ώραν μονομαχία
συγκατελέγετο μεταξύ των τακτικών διασκεδάσεων των υποτρόφων. Η
Λάμια, παραμονεύουσα παρά την θύραν, ευθύς άμα παρετήρει υψούμενον
επί της πεδιάδος της κλίνης τον λόφον τον αγγέλλοντα την παρουσίαν
της Σεμίρας υπό το πίπουλον, επλησίαζεν ακροποδητί, με την ελπίδα
να την καταφθάση κοιμωμένην αλλά καθ' ην ακριβώς στιγμην υψώνετο
το σκουπόξυλον, απετίνασσε το πονηρόν ζώον το σκέπασμα και εξώρμα
δι' ενός πηδήματος εις υψηλόν ράφι. Αν δε και εκεί απειλείτο διά
βλημάτων, ηδύνατο τότε κατ' αρέσκειαν είτε να κράξη εις βοήθειαν
τους μαθητάς είτε να ζητήση άσυλον επί τα κεραμίδια, δι' αφράκτου
τινός φεγγίτου χρησιμεύοντος εις φωτισμόν του γείτονος σκοτεινού
διαδρόμου.
Την αξιομνημόνευτον εκείνην εσπέραν ο υποδειχθείς διά λαχνού
συνωμότης, ωφελούμενος της στιγμής, καθ' ην υπέβαλεν η οικονόμος
την συνήθη έκθεσίν της εις τον διευθυντήν, εισήρχετο λαθραίως εις
τον κοιτώνα της, έπραττεν εκεί υπό το φως της καντήλας τα
προαποφασισθέντα και κατώρθωνε να εξέλθη απαρατήρητος. Οι άλλοι
παρέμενον εις τον διάδρομον και το εστιατόριον, διότι επλησίαζεν η
ώρα του δείπνου. Πριν ή σημάνη τον κώδωνα αυτού ήνοιξεν η Λάμια
κατά το σύνηθες την θύραν του κοιτώνος της διά να παρατηρήση αν
ήσαν εν τάξει τα πάντα, και ιδίως τα αυριανά της στολίδια. Αλλ'
εις το μέσον της κλίνης υψώνετο θεόρατος και ολοστρόγγυλος ο
λόφος, ο σημαίνων ότι το τρισκατάρατον ζώον εύρε και πάλιν τρόπον
να χωθή υπό το σκέπασμα. Η Αλβανή εδάγκασε το χείλος της και
εκύτταξεν ημάς αγρίως. Χωρίς ουδέ λέξιν να είπη απέβαλε τα συρτά
της κουντούρια και σφίγγουσα διά της μιας χειρός το σκουπόξυλον
και διά της άλλης την καρδίαν της, διά να κατασιγάση τους παλμούς
αυτής, επροχώρησεν επί των άκρων των γυμνών της ποδών, αθόρυβος
και φοβερά ως φάντασμα, προς την κλίνην. Ήδη ευρίσκετο προ αυτής,
και ο λόφος έμενεν ασάλευτος. Η ταλαίπωρος Σεμίρα εκοιμάτο, ως
φαίνεται, την φοράν ταύτην με τα σωστά της. Η βαρεία ράβδος υψώθη
και κατέπεσεν επί του μαλακού και αναπάλλοντος αυτής σώματος άπαξ,
δις, πλειστάκις, απειράκις, ως κόπανος πλυντρίας. Μόνον κατά την
τελευταίαν στιγμήν ηκούσθη έν ήσυχον μιάου μιάου. Αλλά τούτο
εφαίνετο καταβαίνον εξ ύψους. Πάντων οι οφθαλμοί εστράφησαν προ το
μέρος εκείνο και ορθή επάνω εις το ράφι, χασμωμένη ως αν είχε
διακοπή ο ύπνος της και κάμπτουσα ως τόξον την ράχιν, επεφάνη εις
τους εκπλήκτους θεατάς υγιής και ανέπαφος η Σεμίρα.
Τί λοιπόν εκοπάνιζεν η Λάμια επί τόσην ώραν και με τόσην λύσσαν;
Ότε υπό απαίσιου κατεχομένη προαισθήματος απέσυρε με τρέμουσαν
χείρα το σκέπασμα, απεκαλύφθη υπ' αυτό αντί του πτώματος γαλής, το
ελεεινόν λείψανον γυναικείου πίλου, του πίλου της επιούσης, τον
οποίον διά των ιδίων αυτής χειρών είχε μεταβάλη εις άμορφον
πήτταν, βελούδου, χαρτονιού, ανθέων και πτερών. Ουδέ του Θυέστου,
όταν ανεκάλυψεν ότι έφαγε τα τέκνα του, υπήρξε, πιστεύω, η
κατάπληξις μεγαλειτέρα. Αλλ' η Λάμια δεν ήτο εκ των γυναικών
εκείνων αι οποίαι λιποθυμούν, αλλ' ώρμησεν ωρυομένη να μας δείρη
όλους, χωρίς εξαίρεσιν ουδ' αυτού του κ. Φαβρικίου. Εις πολλάς και
πρότερον και έκτοτε έτυχε να παρευρεθώ αγρίας σκηνάς και να ίδω
αποθηριωθείσας υπό της οργής φυσιογνωμίας, αλλ' ουδεμίαν
ενθυμούμαι φοβερωτέραν της Αλβανής εκείνης με το λυθέν τσεμπέρι
της, τας χυτάς εις τους ώμους της ψαράς τρίχας, με σπίθας εις τους
οφθαλμούς και αφρούς εις το στόμα. Θέλων να την καθησυχάση
ανήγγειλεν ο αγαθός διευθυντής ότι θα προβή την επιούσαν εις
ανακρίσεις προς ανακάλυψιν και τιμωρίαν του ενόχου. Αι ανακρίσεις
ενηργήθησαν, αλλ' αδύνατον υπήρξε να ευρεθή ο τοποθετήσας υπό το
σκέπασμα τον κοπανηθέντα πίλον. Τούτο δικαιούμεθα να θεωρήσωμεν ως
μέγα δι' αυτόν ευτύχημα, διότι τρεις ημέρας έπειτα ανεσύρετο νεκρά
εκ του φρέατος η δυστυχής Σεμίρα.
(«Άστυ» 12 Δεκεμβρίου 1893).
ΤΟ ΞΕΣΤΟΥΠΩΜΑ
Το να νυστάζη τις χωρίς να ημπορή να κοιμηθή είνε βάσανος, την
οποίαν καλώς γνωρίζουν κατά τα θερινά καύματα οι Αθηναίοι. Αν
δοκιμάση ν' αναγνώση, στερείται μετ' ολίγον της ικανότητος να
κρατή τους οφθαλμούς ανοικτούς, αλλ' ευθύς άμα σβύση το κηρίον,
τον αναγκάζει να τους ανοίξη και πάλιν η ανικανότης να κοιμηθή. Η
τοιαύτη μεταξύ νυσταγμού και αϋπνίας πάλη και τα αλλεπάλληλα
αψίματα και σβυσίματα του κηρίου παρατείνονται πολλάκις μέχρι της
πρωίας ή της εξαντλήσεως της θήκης των πυρείων. Ουδεμίαν γνωρίζω
κατάστασιν οδυνηροτέραν της νυσταλέας ταύτης αγρυπνίας, αν τύχη
μάλιστα να επιδεινώσωσι ταύτην δαγκάματα σκνιπών και κωνώπων. Εις
ταύτα προστίθενται πολλάκις και τα κέντρα της συνειδήσεως, κατά
τας τοιαύτας προ πάντων ώρας ελεγχούσης ημάς, δι' όσα έτυχε να
πράξωμεν κατά το διάστημα του βίου μας ανόητα ή κακά έργα. Το
τελευταίον τούτο έκλινα να υποθέσω ιδιαιτέραν μου ψυχοπάθειαν,
μέχρις ου έτυχε ν' ανεύρω εις την Φιλοσοφίαν του Ασυνειδήτου του
Έδ. Χάρτμαν ακριβή του ικανώς, ως φαίνεται, συνήθους τούτου
φαινομένου περιγραφήν. Το κυρίως χαρακτηρίζον την ψυχικήν ταύτην
διάθεσιν είνε ότι βλέπομεν τα πράγματα ως διά μεγεθυντικού φακού,
θεωρούντες άξια να ζυγισθώσιν εις την πλάστιγγα της τελευταίας
κρίσεως παραπτώματα, εις τα οποία θα ηρκείτο ο παπάς να επιβάλη ως
επιτίμιον είκοσι μετάνοιες και τριήμερον αποχήν από οίνου και
ελαίου, ως εκανόνισε την εξής ιδικήν μου αμαρτίαν.
Ο ήλιος εμεσουράνει κάθετος επί της κεφαλής, ενώ ανηρχόμην μετά
ομηλίκου δωδεκαετούς συμμαθητού μου τον ανήφορον τον άγοντα εις
γείτονα της Ερμουπόλεως εξοχήν καλουμένην Πισκοπιά, ή σχολαστικώς
Επισκοπείον. Ως πάντες γνωρίζουσι τα βουνά της Σύρου είνε
γυμνότερα του Αδάμ, το χόρτον είνε τελείως άγνωστον και η
βλάστησις περιορίζεται εις ψωριώσας τινός το φθινόπωρον
φασκομηλέας και ηλιοκαείς κατά το θέρος ακάνθας.
Εις απόστασιν ολίγων βημάτων προηγείτο ημών κατάξηρος κ' εκείνος
ψωραλέος όνος, σύρων επιπόνως βαρέλαν ύδατος, τοποθετημένην επί
είδους διτρόχου χειραμάξης υπό την οδηγίαν γραίας χωρικής. Το
πρόσωπον αυτής δεν εβλέπαμεν, αλλά μόνην την ράχιν, ήτις τοσούτον
είχε κυρτωθή υπό το βάρος των ετών και των μόχθων, ώστε
εσχημάτιζεν ορθήν σχεδόν με τα σκέλη της γωνίαν.
Τον όνον, την βαρέλαν και την γραίαν είχαμεν ακολουθήση μηχανικώς,
από την παρά τους πρόποδας του λόφου βρύσιν μέχρι της εγγιζούσης
κορυφής αυτού, ασθμαίνοντες και άφωνοι εκ της ζέστης και του
καμάτου. Ο πυρακτωμένος κονιορτός έκαιεν ως θερμή στάκτη τας
πτέρνας των ποδών μας, ενώ ετύφλωνε τους οφθαλμούς μας των λευκών
βράχων η ακτινοβολία. Παντός είδους μύγαι εβόμβουν περί την
κεφαλήν μας και αι ακρίδες επερίμεναν σχεδόν να τας πατήσωμεν, διά
να τιναχθώσι δι' ενός πηδήματος εις μακράν απόστασιν, ανοίγουσαι
ως ριπίδιον τα κόκκινα ή γαλανά των πτερά.
Η γραία έσυρε πάντοτε το καπίστρι, ως να ήθελε να βοηθήση την
επίπονον πρόβασιν του ασθμαίνοντος υποζυγίου της· οι κακώς
προσηρμοσμένοι τροχοί έτριζαν πενθίμως και το επ' αυτών βαρέλιον
εξηκολούθει να ταλαντεύεται προς δεξιάν και αριστεράν ως
μεθυσμένος βρακάς.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο μεσημβρινός δαίμων μου ενεφύσησεν
ιδέαν, ήτις μ' έκαμε να γελάσω.
— Γιαννακό, εψιθύρισα εις το ωτίον του συντρόφου μου,
δεικνύων διά του δακτύλου το εκ στουπίου πώμα της βαρέλας·
δεν θα ήτο νόστιμον ν' ανοίξωμεν την βρύσιν;
Η ιδέα μου τόσον του ήρεσε, ώστε τον έκαμεν αμέσως να λησμονήση
την κούρασίν του· επλησίασεν επί της άκρας των ποδών εις το
βαρέλι, έθεσε την χείρα επί του υγρού σώματος, εστράφη τότε να με
κυττάξη, εξέφραξε μετά ενθαρρυντικόν νεύμα μου την οπήν και το
νερόν εξεχύθη ως κρυστάλλινος κρουνός επί της κονιορτώδους
ατραπού.
Περιττόν να είπω ότι ευθύς μετά το πραξικόπημα ευρέθη και πάλιν
πλησίον μου ο Γιαννακός, ή ότι οι τέσσαρες πόδες μας ήσαν έτοιμοι
εις φυγήν. Κατεσκοπεύαμεν την γραίαν, ήτις όμως δεν εστράφη, διά
τον λόγον ότι ήτο βαρύκους η δυστυχής.
Εφ' όσον εξηκολούθει η χύσις, το βήμα του όνου απέβαινε ταχύτερον
το κενωθέν βαρέλι αντί να βαρυταλαντεύεται ως μεθυσμένος, εχόρευεν
ευθύμως κατά τας ανωμαλίας της οδού μεταξύ των δύο τροχών, οίτινες
ανακουφισθέντες κ' εκείνοι από το υπερβολικόν βάρος έπαυσαν να
τρίζωσιν απαισίως. Μετ' ολίγον αντί να σύρεται ο όνος υπό της
γραίας, ήρχισε να σύρη εκείνος την γραίαν. Τούτο ήτο τόσον
ασύνηθες, ώστε την έκαμε να υποπτεύση ότι κάτι έκτακτον είχε
συμβή. Εσταμάτησε, αφήκε το κάρον να προχωρήση έν ή δύο βήματα και
είδε την άφρακτον τρύπαν, εκ της οποίας απέσταζαν αι τελευταίαι
ρανίδες του τόσον επιπόνως μετακομισθέντος υγρού. Τότε μόνον
έστρεψε την κεφαλήν και μας είδε και είδομεν και ημείς το πρόσωπον
της. Ωμοίαζεν εκατοντούτις, κάτισχνος, ξηρά και μαύρη ως μούμια
της Αιγύπτου. Επεριμέναμεν φωνάς, ύβρεις, κατάρας ή και
πετροβόλημα. Ουδέ λέξιν όμως μας είπεν, αλλ' ηρκέσθη να στενάξη·
αδύνατον όμως είνε να λησμονήσω το άφωνον παράπονον του βλέμματος
αυτής, όταν επέρασεν έμπροσθεν μας επιστρέφουσα να μεταγεμίση το
βαρέλι της εις την μακράν απέχουσαν βρύσιν. Τον Γιαννακόν έτυχε να
επανίδω εις την Αίγυπτον μετά είκοσιν όλα έτη και ουδ' εκείνος το
είχε λησμονήση.
(«Ποικίλη Στοά» 1898).
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΟΥ
Πώς έτυχε προ πολλών ήδη ετών να ενδιαφέρωμαι δι' ένα τάφον του
παρά την Βάθειαν κοιμητηρίου, τούτο δεν ενδιαφέρει ποσώς τον
αναγνώστην. Προς αποφυγήν μόνον πάσης υποψίας ότι πρόκειται περί
αισθηματικής τινος γλυκαναλατίας, δεν θεωρώ περιττόν να προσθέσω,
ότι δεν αναπαύεται υπ' αυτόν Μαρίκα τις, Ελένη ή Περσεφόνη, αλλά
καλός άνθρωπος ονομαζόμενος Αντώνης. Τούτον μετέβαινα ενίοτε να
επισκεφθώ, όχι μόνον διότι με είχεν αφήση καλάς αναμνήσεις, αλλά
και διότι με ήρεσκεν ο περίπατος εκείνος, Πλην της πεδιάδος της
Βάθειας δεν πιστεύω να υπάρχη άλλο μέρος εις τας Αθήνας, το οποίον
να προξενή εις τον θεατήν την εντύπωσιν της ευρυχωρίας. Το
Στάδιον, η συνοικία Ραγκαβά, το Βατραχονήσι και οι πρόποδες του
Λυκαβηττού είνε βεβαίως γραφικώτατοι. Το μόνον της εικόνος
ελάττωμα είνε η υπερβολική συσσώρευσις και ποικιλία των
προκειμένων εις θαυμασμόν. Πάρα πολλοί λοφίσκοι, βράχοι, φάραγγες,
χαράδραι, στήλαι, στέγαι, βυζαντινοί θόλοι και παντοία άλλα
πράγματα, σπανίως επιτρέποντα εις τον οφθαλμόν να διακρίνη πού
σμίγει το στερέωμα μετά της γης, ή τουλάχιστον να αναπαυθή επί
κάπως ομαλής επιφανείας. Εφάμιλλος της ανωμαλίας του οχήματος είνε
και των χρωμάτων η ποικιλία, το λευκόφαιον του κονιορτού, το
σιτόχρουν των αρχαίων μαρμάρων, η ώχρα του ηλιοκαούς φόρτου, ο
σπινθηρίζων υδράργυρος της θαλάσσης και αραιαί τινες πράσιναι
κηλίδες, εσπαρμέναι με φειδωλίαν Εξηνταβελώνη. Εις ταύτα πρέπει να
προστεθή, όταν κλίνη ο ήλιος προς την δύσιν, και τις εις τον
ουρανόν κατάχρηοις χρυσού, πορφύρας, σαπφείρων και αμεθύστων. Όλα
είνε βεβαίως εύμορφα, αλλά και ενθυμίζουσι κάπως την παρδαλήν
στιλπνότητα της προθήκης τον Μάϋφαρτ, πριν αμαυρώση τα χρώματά της
της δεκαετούς διαλύσεως η αγωνία.
Όλως διάφορος είνε η όψις της Βάθειας, όπου ουδέν υπάρχει το
δυνάμενον να θαμβώση την όρασιν, αλλ' ούτε να την κουράση. Κρίνων
εκ του ονόματος και της χαμηλότητος αυτής θα έκλινε να την υποθέση
τις ως είδος τι χωνίου, ενώ μόνον εκεί δύναται να εντρυφήση εις
άφρακτον ορίζοντα του Αθηναίου ο οφθαλμός. Η πεδιάς εκτείνεται
ομαλή μέχρι της ωχράς χλόης του Ελαιώνος· η διατέμνουσα αυτήν
μακρά δενδροστοιχία και οι εσπαρμένοι εις μεγάλας απ' αλλήλων
αποστάσεις χαμηλοί οικίσκοι συντελούσιν εις το να καταστήσωσι την
εντύπωσιν της εκτάσεως έτι μάλλον επιβλητικήν. Αν δε τύχη να είνε
η ημέρα φθινοπωρινή, ο ουρανός μολυβδόχρους, να σείη υγρός άνεμος
τα καλάμια, να παίζουν πάπιαι εις λίμνας σχηματισθείσας υπό
προσφάτου βροχής και να παρελαύνουν επί της βορβορώδους λεωφόρου
κοπάδια γάλλων και αμάξια μούστου και σανού, δεν χρειάζεται τότε
μεγάλη δύναμις φαντασίας διά να υποθέση τις ότι κατώρθωσε δι' ενός
πηδήματος να μετοικήση από την οδόν Αγίου Κωνσταντίνου εις
χωράφιον της Βλαχίας. Οι δε κλίνοντες να θεωρήσωσιν υπερβολικήν
την αγάπην μου προς τα ομαλά επίπεδα, τα σύννεφα, τα νερομαζώματα,
την πάχνην και την υγρασίαν, είνε ελεύθεροι να με παρομοιάσωσι με
τους αχαρίστους εκείνους Εβραίους, οίτινες, αηδιάσαντες το
επιούσιον μάννα και τα καθημερινά ορτύκια, κατήντησαν ν' αναζητώσι
τα πράσα και τα σκόρδα της Αιγύπτου.
Ουχί ολιγώτερον της τοποθεσίας αγροτική είνε και του νεκροταφείου
η όψις. Προ της εισόδου κάθηνται εις μικράν τράπεζαν δύο εύθυμοι
παπάδες συμπίνοντες μετά χωρικών και καραγωγέων ρητινίτην
παρεχόμενον υπό δύο γειτονικών οινοπωλείων, τα οποία ωνόμασαν
προσφυέστατα οι ιδιοκτήται αυτών το μεν «Ανάπαυσις» και το άλλο
«Ματαιότης». Ευθύς δ' άμα υπερβή την πύλην, ευρίσκεται ο
επισκέπτης προ μαύρου πίνακος φέροντος την επιγραφήν «Απαγορεύεται
εις τους σκύλους να εισέρχωνται, επίσης και να κόπτουν άνθη», της
οποίας η χρησιμότης φαίνεται κάπως αμφίβολος, εκτός αν υποτεθή,
ότι ξεύρουν οι σκύλοι της Βάθειας ανάγνωσιν ή συνειθίζουν να
κόπτουν άνθη. Μετά τινα βήματα εισέρχεται εις περιτειχισμένον
αγρόν, ολίγον διαφέροντα των γειτονικών ατειχίστων. Εξαιρουμένων
τω όντι ευαρίθμων τινών παρά την εκκλησίαν, ούτε στήλας βλέπεις
ούτε πυραμίδας, ούτε προτομάς, ουδ' άλλο εξέχον σύμβολον αιωνίου
ύπνου. Και αυτή η βλάστησις ουδέν έχει το αποκλειστικώς νεκρικόν.
Πολύ περισσότεραι πεύκαι και ακακίαι παρά κυπάρισσοι και ιτέαι και
κατά γης χαμόμηλα, αγκάθια και ανεμώναι. Η εντύπωσις αγρού είνε
τοιαύτη, ώστε εις γωνίαν τινά, όπου είχαν γίνη ανασκαφαί, εξέλαβα
μακρόθεν ως πεπόνια δύο η τρία λευκάζοντα μεταξύ του χόρτου
κρανία. Ουδέ πιέζουσι βαρείαι πλάκες τα στήθη των νεκρών. Οι
πλείστοι των τάφων είνε απλά κηπάρια, φυτευμένα με κόκκινα
γεράνια, κόκκινες περιπλοκάδες και κόκκινες δενδρομολόχες.
Το δε όνομα και αι αρεταί του υπ' αυτάς αναπαυομένου αναγράφονται
επί του υπερκειμένου σταυρού ή, αν τύχη η ανύμνησις αυτών πολλά
μακρά, επί φύλλου χάρτου τοποθετημένου εντός ξυλίνης θήκης,
όπισθεν υαλίου ή σιδηρού πλέγματος, ως δηλοποίησις πλειστηριασμού.
Πλην του εντύπου ή χειρογράφου επιταφίου περιέχονται εις τας θήκας
ταύτας τεχνητά άνθη, κορδέλλαι, φακιόλια, πλεξίδες και πολλάκις η
φωτογραφία του μακαρίτου ή της μακαρίτριας, ζωντανής ή
αποθαμμένης. Τα ενθυμήματα ταύτα καθιστά έτι συγκινητικώτερα η
νεαρά ως επί το πολύ ηλικία της καταλιπούσης αυτά. Εις ουδεμίαν τω
όντι άλλην ηλικίαν φαίνεται αναπτυσσόμενος τόσον πρωίμως ο πόθος
της αιωνίου αναπαύσεως. Τούτο δεν ηδυνάμεθα να το εννοήσωμεν πώς
συμβαίνει, μέχρις ού ευηρεστήθη να μας το εξήγηση ο κ.
Χατζημιχάλης, τον οποίον ηυτυχήσαμεν ημέραν τινά να συναντήσωμεν
εκεί πλησίον, επισκεπτόμενον τους ασθενείς του. Το πλήθος των
προώρων θανάτων πρέπει ν' αποδοθή εις το ότι έκτακτος και δι'
αυτάς τας Αθήνας εινε της συνοικίας εκείνης η ρυπαρότης και
πνιγηρότεραι αι αναθυμιάσεις. Διά να πεισθή τις περί τούτου, αρκεί
να περιέλθη επί τέταρτον της ώρας τας οδούς αυτής υπερπηδών
βούρκους και κοπρώνας, και εισερχόμενος έπειτα εις το νεκροταφείον
ν' αναγνώση επί μακράς σειράς σταυρών: Μαρία Μάρκου, ετών δεκοκτώ —
Χαρίκλεια Μάρκου, ετών δεκαέξ — Αναστασία Πόγγα, ετών δεκαέξ — Μαριγώ
Φλάμπουρα, ετών δεκαεννέα. — Ευτυχία Λύκου, ετών δεκαπέντε και ούτω
καθ' εξής. Εξαιρετικώς ανθηρόν είνε του Χάρωνος της Βάθειας το
χαρέμι! Εις τούτο πρέπει πιθανώς ν' αποδοθή το οξύτερον άλγος των
πενθούντων και ο ελεγειακός οίστρος των επιγραφών. Αι πλείσται
τούτων είνε έμμετροι και τόσον μακραί, ώστε μόνον απεσπασμένας
στροφάς δυνάμεθα προς εκτίμησιν αυτών να παραθέσωμεν·
«Εδώ κοιμάται η σύζυγός μου, η πολυγαπημένη,
Με στεναγμούς και οδυρμούς μας έφυγε η καϋμένη.
Που είσαι, Ελένη μου; Για εύγα να σε 'δούμεν
Κι' από τη μαύρη μας καρδιά δυο λόγια να σε 'πούμεν».
Και ολίγον κατωτέρω·
«Διαβάτα που με θαυμασμό το μνήμα της κυττάζεις,
Και τ' όνομά της στο Σταυρό το νεκρικό διαβάζεις,
Ειπέ της ανθρωπότητος, ωραίε διαβάτα,
Ότι ενταύθα κοίτεται υπό την μαύρην πλάκα».
Άξιον ομως σημειώσεως εινε ότι επί του τάφου τούτου δεν βλέπει τις
καμμίαν ούτε μαύρην ούτε άσπρην πλάκα, αλλ' αυτή είνε, ως και
πλείσται των άλλων πλακών, ποιητική μεταφορά.
Προς αριστεράν του ανωτέρω δύναται τις ν' αναγνώση υπό υάλινον
πίνακα έντυπον επιτάφιον άλλης πολυκλαύστου Ελένης αποτελούμενον
εκ δέκα όλων στροφών, οίαι αι κατωτέρω·
«Η φιλτάτη μας Ελένη
Απ' τα σπλάγχνα της μητρός της
Έφυγε και πάει σ'τον Άδη
Ετυφλώθηκε το φως της.
Με τα εύμορφά της κάλλη
Εις τον Άδη καταβαίνει
Κι' ο λαμπρός της χαρακτήρας
Πάσας νέας υπερβαίνει, κτλ»
Περισσότερον όμως ήρεσεν εις ημάς το εξής·
«Όποιος δάκρυ χύση εις το μαύρο τούτο χώμα
θα λούση βέργα λεμονιά με τ' άνθη στολισμένη
Και μια ψυχή αγγελική μέσα στη γη κρυμμένη».
Αλλεπάλληλοι αποδημίαι και άλλαι φροντίδες μ' έκαμαν ν' αμελήσω
και σχεδόν να λησμονήσω επί πολλά έτη τον Αντώνην. Όταν και πάλιν
τον ενθυμήθην, επόμενον ήτο να εύρω το άσυλον αυτού κάπως
παρηλλαγμένον. Αι κυπάρισσοι είχον μεγαλώση, ο πληθυσμός των
νεκρών ήτο τετραπλάσιος και οι σταυροί τόσον πυκνοί, ώστε ολίγος
απέμενε τόπος εις τα χαμόμηλα και τας ακάνθας. Εις ταύτα πρέπει με
βαρείαν συνείδησιν να προσθέσω, ότι κατά το διάστημα της μακράς
εγκαταλείψεως ο τάφος του φίλου μου είχεν ερημωθή τελείως. Τα
ξύλινα κάγκελλα έκειντο κατά γης, αι γάστραι ήσαν ανεστραμμένοι
και ουδ' ίχνος απέμενεν επιγραφής επί του μαύρου σταυρού, τον
οποίον είχε μεταβάλλη εις κόκκινον η σκωρία. Εζήτησα τον γέροντα
νεκροθάπτην προς διόρθωσιν της αταξίας, αλλ' ως έμαθα από την
λιβανίζουσαν γειτονικόν τάφον μαυροφόραν, ούτος είχε κατατεθή προ
ετών εκεί οπού κατέθετε πριν τους άλλους. Υπήρχεν όμως διάδοχος
αυτού, του οποίου μ' έδειξε την κεφαλήν προβάλλουσαν κατά την
στιγμήν εκείνην εκ του υπογείου της οστεοθήκης. Μετά την κεφαλήν
εφάνη ο κορμός και έπειτα αι μακραί κνήμαι, των οποίων ήρκεσαν
ολίγοι διασκελισμοί να μεταφέρωσι πλησίον μου τον κάτοχον αυτών.
Εις τούτον έσπευσα να εξηγήσω ότι επεθύμουν να περιφράξη και να
περιποιηθή, επί δικαία αμοιβή, του φίλου μου το μνήμα. Ενώ όμως
ωμίλουν και αφού ακόμη ετελείωσα, δεν έπαυεν ο νεκροθάπτης να με
παρατηρή από κορυφής μέχρι ποδών, μετ' επιμονής την οποίαν δεν
ηδυνάμην να εννοήσω, αφού ουδέν βεβαίως έχει το εξαιρετικώς
περίεργον ή αξιοθέατον το υποκείμενόν μου. Η απορία μου ηύξησεν
έτι μάλλον, όταν αίφνης με ηρώτησε με πολλήν οικειότητα·
— Δε με θυμάσαι;
Εκύτταξα τότε αυτόν με περισσοτέραν προσοχήν και δεν τον ευρήκα
εύμορφον. Υψηλός ως οβελίσκος, ξηρός ως μούμια, ηλιοκαής ως
Βεδουίνος, με κνήμας ως καλάμια και λαιμόν καμήλου, μου υπενθύμιζε
τους απαισίους εκείνους Άραβας ασκητάς, των οποίων η αιφνιδία
συνάντησις μ' έκαμε πολλάκις ν' ανατριχιάσω εις τας στενωπούς του
Καΐρου. Εφ' όσον όμως εξηκολούθουν να τον παρατηρώ, ελάμβαναν αι
αναμνήσεις μου αλλοίαν τροπήν και από την χώραν των Φαραώ με
μετέφεραν εις φαιδράν νήσον του Αιγαίου. Αντί κιτρίνου ποταμού
έβλεπα ύδατα γαλανά· αντί μιναρέδων, φοινίκων και καμήλων,
αμπέλους, ρωδιάς, αίγας, όρνιθας και χοίρους, και πολύ μάλλον παρά
με Δερβίσην του Καΐρου, εύρισκα ότι ομοιάζει ο ηρειπωμένος εκείνος
νεκροθάπτης με το φάντασμα ανθρώπου, τον οποίον είχα γνωρίση προ
χρόνων πολλών ακμαίον εις την Σύρον, με σάρκα υπό το δέρμα, με
οδόντας εις το στόμα, με μύστακα ανωρθωμένον, με λάζον εις την
ζώνην και πολλάκις γαρούφαλον εις το αυτίον. Η αναπαράστασις
αύτη συνεδέετο με φαιδράς εκδρομάς εις την Δελαγράτσιαν, με λουτρά
εις θάλασσαν χλιαράν και εύθυμα έπειτα προγεύματα εις γειτονικόν
κήπον με ψάρια τηγανητά, νεόκοπα σύκα, χλωρόν τυρίον και εύμορφον
οικοκυράν προσφέρουσαν πάντα ταύτα. Τα λουτρά, ο κήπος, η
οικοκυρά, και πλην αυτών η ωραιοτέρα βάρκα της Σύρου, ανήκον τότε
εις τον άνθρωπον εκείνον, του οποίου μόνον το όνομα δεν ηδυνάμην
να ενθυμηθώ. Επί τέλους όμως κατώρθωσα να ανεύρω και τούτο·
— Ο Αργύρης Ζώμας! ανέκραξα τρίβων τους οφθαλμούς μου.
— Όλος-όλος, απεκρίθη ο δυστυχής σπογγίζων τους ιδικούς του.
— Και πώς κατήντησες εδώ;
Αντί ν' απαντήση έσφυξε τους γρόνθους του ψιθυρίζων «Ανάθεμα εις
την πολιτικήν».
Καθώς όλοι οι κακότυχοι, είχε κ' εκείνος μεγάλην όρεξιν να μου
διηγηθή την θλιβεράν του ιστορίαν. Αλλ' είχεν ήδη νυκτώση, ο
καιρός ήτον άσχημος και εκατοίκουν μακράν. Ητοιμαζόμην να τον
αποχαιρετήσω αναβάλλων εις την προσεχή μου επίσκεψιν την ακρόασιν
των παραπόνων του κατά της πολιτικής, όταν η προ πολλού υπεράνω
της κεφαλής μας αιωρούμενη βροχή ήρχισε να καταπίπτη ραγδαία. Μου
επρόσφερε τότε άσυλον εις το παράπλευρον του εκκλησιδίου παράπηγμα
και με παρεκάλεσε να του προσφέρω ολίγον ρετσινάδον ως
προφυλακτικόν κατά της υγρασίας. Το ολίγον ρετσινάδον ήτο μία όλη
οκά, την οποίαν η μονόφθαλμος υπηρέτρια του παντοπωλείου «η
Ματαιότης» ήλθε να καταθέση επί χωλής τραπέζης με δυο ποτήρια και
δρακιάν μαύρων ελαιών. Πλην της χωλής τραπέζης, υπήρχαν εκεί και
δύο χωλά σκαμνία· το σκότος όμως ήτο ψηλαφητόν, μέχρις ου άναψεν ο
φιλοξενών με μικρόν οκτάγωνον φανάριον έχον σχήμα θυμιατηρίου και
υπεξαιρεθέν πιθανώς έκ τινος απροστατεύτου τάφου.
Η θέσις μου ήτο, το ομολογώ, ικανώς αλλόκοτος και πας γνώριμός μου
θα εδικαιούτο να γελάση βλέπων με την ώραν εκείνην εις το βάθος
ερήμου κοιμητηρίου, συμπίνοντα με νεκροθάπτην υπό το φέγγος
νεκρικής κανδήλας. Εγώ όμως ουδεμίαν είχα όρεξιν να γελάσω
κατεχόμενος υπό αδιηγήτου αθυμίας. Ο άνθρωπος εκείνος μου ενθύμιζε
τας φαιδροτάτας της πρώτης μου νεότητος ημέρας και ουδέποτε
κάλλιον κατενόησα την αλήθειαν του πολυκρότου στίχου του Δάντη·
Nessum maggior dolore
Che ricordarsi del tempo felice
Nella miseria.
Αληθές είνε ότι άλλος ένδοξος ποιητής ισχυρίσθη ακριβώς
τουναντίον, κηρύττων τας ευτυχείς αναμνήσεις αναφαίρετον
παρηγορίαν· κατά την ώραν όμως εκείνην τα πάντα συνώμνυον να με
κάμουν να πιστεύσω, ότι δεν ηξεύρει τι λέγει. Εκρύωνα,
εστενοχωρούμην, η βροχή εξηκολούθει να κροταλίζη επί των σανίδων
της στέγης, και το έξω βαθύ σκότος διέκοπτεν εκ διαλειμμάτων η
ωχρότης αστραπής, φωτίζουσα λίμνας βορβόρου, σειράς σταυρών και
κορυφάς κυπαρίσσων. Και του καιρού όμως και του τόπου πενθιμώτερα
ήσαν όσα ήρχισεν ο σύντροφός μου να με διηγήται.
— Θυμάσαι, με είπε, πόσο ώμορφη ήτανε η γυναίκα μου;
— Διατί λέγεις ήτανε; Μήπως απέθανε;
— Ζη ακόμη, μόνον ασχήμισε, ενώ τότες ήρχουνταν από μακριά οι
Συριανοί και συ μαζύ με τους άλλους, να κάμετε πρόγευμα εις το
περιβόλι μου πολύ περισσότερο για τα ώμορφά της μάτια παρά για τα
δικά μου ψάρια. Δεν εζούλευα, γιατί την ήξευρα φρόνιμη και πως
χάνετε τον καιρό σας. Το μόνο της ελάττωμα, που πταίω κ'εγώ σ'
αυτό, ήταν πως έκαμνε πολλά παιδιά. Ένα το χρόνο οκτώ χρόνια
αραδειαστά και γυόμελα την ύστερη φορά. Και όσα περισσότερα έκαμνε
τόσον εχαλούσεν η όψη της και το κορμί της και λιγοστεύανε όσοι
ήρχουνταν να την καμαρώνουν και να καλοπλερώνουν τ' αυγά, τα
μαρούλια, τα σύκα και το τυρί μας. Άλλο κακό ήταν πού ήρχισαν να
ολιγοστεύουν τα ψάρια, αφού κατάντησαν στη Σύρα οι ψαράδες όσοι
σχεδόν και οι δικηγόροι. Εσυλλογούμουν και την πρώτη μου κόρη που
εμεγάλωνε και έπρεπε να της ετοιμάσω προίκα. Ενώ είχα αυτήν την
συλλογή, έτυχε να γείνουν εκλογές και να έλθη να ζητήση τους
ψήφους μας ένας Αθηναίος συνταγματάρχης, που είχε κάμη πολλά
χρόνια εις τη Σύρα νομομηχανικός. Ευγήκε σε περιοδεία εις τα
χωριά, και ένα πρωί εξεφύτρωσε με δυο φίλους του εις το περιβόλι
μου. Θυμάσαι που τότε ήμουνα λεβέντης. Η κόψη του λάζου μου και οι
γρόθοι μου ήταν φημισμένοι σ' όλο το βουνό, και μια μέρα εσήκωσα
για στοίχημα μια γαϊδούρα γκαστρωμένη.
Είχαμε και πολλούς συγγενείς εις τα χωριά, και το γέρο Σαλλούστρο,
το μεγάλο ταμπάκη, που τον έσερνεν η γυναίκα του από την μύτη. Όλ'
αυτά ημπορούσαν να χρησιμέψουν. Με πολλά λοιπόν καλοπιάσματα και
γλυκά λόγια μου επρότεινεν ο υποψήφιος να γείνω κομματάρχης του
και αντιπρόσωπος στην κάλπη του, κ' έπειτα θα μου έκαμνεν ό,τι
ήθελα. Θα με διώριζε σε καλή θέσι, εδώ ή στην Αθήνα, θα εγλύτωνε
τον κουνιάδο μου που είχαν στη φυλακή για λαθρεμπόριο, θα έβαζε το
γυιό μου υπότροφο και δε θυμούμαι πόσα άλλα, πού μ' έκαμναν να
βλέπω στον ύπνο μου λαγούς με πετραχήλια. Ερρίχτηκα λοιπόν
κατάμουτρα εις τον «εκλογικόν αγώνα» , καθώς τον έλεγε, εγώ και
όλοι οι δικοί μου. Το περιβόλι μου έγινεν εκλογικόν κέντρον και
από το πρωί ως το βράδυ έτρεχα να κάμω προπαγάνδα, να μοιράζω
φωτογραφίες, προγράμματα, υπόσχεσες, και όπου ήταν ανάγκη και
γροθιές. Η γυναίκα μου εμοίραζε και εκείνη φέτες καρπούζι, γλυκά
λόγια και γλυκές ματιές. Ενα βράδυ ήλθεν η καϋμένη με πολλή της
ντροπή να μου ξομολογηθή πως για να πάρη μαζύ μας ένα αντίθετο
κομματάρχη αναγκάστηκε να τον αφίση να την φιλήση και να του
υποσχεθή στα ψέμματα κάτι παραπάνω. Τόσος ήταν ο φανατισμός μου,
που της το συγχώρεσα και αυτό, με τη συμφωνία να μην το ξανακάμη,
και με τον κρυφό σκοπό να σπάσω τα κόκκαλα τον μασκαρά άμα
τελείωναν η εκλογές.
Εις τη δεύτερη περιοδεία εχάλασεν ο καιρός και έμεινεν ο
συνταγματάρχης να τον φιλοξενήσω. Αφού τον εκαλοτάγισα, με ηρώτησε
διά τα ιδιαίτερά μου και... του είπα πως το περιβόλι δίδει μικρό
εισόδημα και το κέρδος των ψαριών το τρώγει το διάφορο τον χρέους
για τις δυο βάρκες. Τότε μ' εσυμβούλεψε να πουλήσω αμπέλια και
βάρκες και ν'αγοράσω κάτις μετοχές της Πελοποννήσου που επουλούσε
εις το Χρηματιστήριον ο ανταποκριτής ενός κάποιου Γούστα από την
Αθήνα. Απ' αυτές θα έπερνα διάφορο δέκα τα εκατό, θα είχα και τη
θέσι μου και θα επάντρευα την κόρη μου μ' ένα επιλοχία που είχε
κ'εκείνος το δικό του. Αυτά μου ετσαμπούνιζεν ο καλοθελητής μου,
που ανάθεμα το σύννεφον που μου τον εξέρασε στο πτωχικό μου.
Έγειναν τέλος πάντων η εκλογές και επέτυχεν ο δικός μας,
τελευταίος όμως και μόνον μ' εννηά ψήφους παραπάνω απ'εκείνον που
ήρχουνταν κατόπιν του....
— Τον επιλαχόντα.
— Καθώς τον λες. Ημπορώ λοιπόν να πω χωρίς να καυχηθώ, πως αν
έλειπαν οι δικοί μου, αυτός θα ήτο ο επιλαχών. Την ημέραν που
επήγα να τον αποχαιρετήσω ευρήκα εκεί πολύ κόσμο, αγροφύλακες,
δασκάλισσες, ταμπάκηδες, φαναρτζήδες, διάκους, καντηλανάφτες,
σκουπιδοξύστες, και αυτόν ακόμη τον μπόγια των σκυλιών.
Ο βουλευτής εκρατούσεν ένα κατάστιχο κ' εσημείωνε τα ονόματα και
τί ζητούσεν ο καθένας. Όταν ήρτεν η δική μου σειρά μου είπεν ότι
δεν του περισσεύει τίποτε καλόν εις την Σύρα και να πάγω να με
βολέψη καλλίτερα εις τας Αθήνας. Εγώ θα προτιμούσα τη Σύρρα, όπου
με ήξεραν όλοι, μ' εθάμπωνεν όμως η ανωτέρα θέσι και τα γαλόνια
του λοχία. Από την άλλη μέρα ήρχισα να τρέχω για να ξεκάμω το
κτήμα, τ' ορνιθαριό, τα γίδια και τα γουρούνια μου. Εχρειάσηκεν
όμως ένας μήνας για να εύρω μουστερήδες, γιατί τότες ήθελαν όλοι
χαρτιά και κανένας δεν εγύριζε να δη χωράφια. Εξεκαθάρισα τέλος
πάντων οκτώ χιλιάδες δραχμάς, επαράλαβα τους τριάντα σιδηροδρόμους
που μ' έκαμεν ο βουλευτής ν' αγοράσω για το τέλος τον μηνός, και
την άλλη μέρα εφόρτωσα από νωρίς εις το βαπόρι τη γυναίκα και να
επτά παιδιά — τα γυόμελα είχαν πεθάνει μικρά και έπειτα εβγήκα πάλιν
έξω να ξεκαθαρίσω ένα τελευταίο λογαριασμό που'μ' απόμενε στη
Σύρα. Ετρεξα ν' αποτειχωθώ με μια χονδρή μαγκούρα πίσω από ένα
φράκτη κοντά εις το καφφενεδάκι της Άμμου, που επήγαινε κάθε βράδυ
να παίξη τάβλι ο αχρείος πού εφίλησε τη γυναίκα μου και, όταν τον
είδα να έρχεται, εξετρύπωσα σα φάντασμα, του έσφιξα το λαρύγγι διά
να μη μπορη να γκαρίση και του πασάλειψα ένα ξύλο, που θα το
θυμάται ακόμα.
Το άλλο πρωι ήμαστε εις την Αθήνα. Εβόλεψα τους δικούς μου σ' ένα
μικρό ξενοδοχείο κ' έτρεξα να εύρω το βουλευτή. Ύστερα από την
τόση αγάπη της Σύρας επερίμενα πως θα με φιλήση. Μα εις την Αθήνα
είχε γίνη σοβαρός. Μου είπεν ότι «η θέσις των υπουργικών βουλευτών
είνε δύσκολος διά το πλήθος των απαιτήσεων», θα προσπαθήση όμως να
μου εύρη μίαν μικράν θέσιν καί να περάσω μετά οκτώ μέρες. Αυτά
ξερά-ξερά, και ούτε ένα κάθισε, ούτε ένα τσιγάρο, ούτε τι κάμνει η
γυναίκα σου, ούτε ένα λόγο για την υποτροφία του γυιού μου ή της
κόρης μου το λοχία. Ήθελα να μείνω λιγάκι με την ελπίδα πως θα τα
θυμηθή, είχεν όμως πολλήν εργασίαν. Τον αποχαιρέτησα με βαρεία
καρδιά και ξαναπήγα με οκτώ μέρες. Μου είπαν πως ήτανε εις τη
Βουλή, την άλλη μέρα εις τη στρατιωτική Λέσχη, και την επομένη δεν
ξεύρω που. Τρεις όλαις εβδομάδες επήγαινα πρωί βράδυ εις το σπίτι
του και μόνο δυο φορές αξιώθηκα να του μιλήσω, χωρίς να επιτύχω να
του βγάλω από το στόμα άλλο τίποτε παρά μόνο πως φροντίζει και να
έχω υπομονή. Πώς όμως μπορούσα να έχω υπομονή, ενώ είχα επτά
παιδιά να ταγίσω; Εις το βρωμόχανο όπου εκονεύαμεν μούχλα,
στενοχώρια, κορέοι, φαγί με ξύγκι και έξοδα δέκα δραχμάς την
ημέρα. Η αλήθεια είνε ότι ήμαστε και εννέα ανομάτοι, όλοι με γερά
δόντια. Επέρασαν άλλες δέκα πέντε μέρες χωρίς τίποτις να γίνη. Τα
λίγα μου χρήματα ετελείωσαν καί είχα και χρέος εις το ξενοδοχείον.
Η μεγαλείτερη όμως σκάση μου ήταν όταν έβλεπα εις τες εφημερίδες,
πως οι άλλοι Συριανοί κομματάρχες είχαν όλοι διορισθή άλλος
αστυνόμος, άλλος εισπράκτορας, άλλος ζυγιστής εις το τελωνείο και
ο μασκαράς που έδειρα, τροφοδότης εις το Λαζαρέτο. Μόνον η δική
μου σειρά δεν ημπορούσε να έλθη.
Τούτο μου το εξήγησεν ένα πρωί ο ξενοδόχος. «Εκείνους, μου είπε,
που μένουν εις την Σύρα, τους έχει ανάγκη για την επιρροήν του,
ενώ συ εδώ τι καλό ή κακό μπορείς να του κάμης, έρημος σε ξένο
τόπο; Πολύ φοβούμαι πως σε περιπαίζει». Όταν το ήκουσα το αίμα μου
ήρχισε να βράζη και έτρεξα εις του βουλευτή με την απόφασιν να του
ομιλήσω παλληκαρίσσια, να του πω πως δεν μπορώ πλιά να περιμένω,
γιατί εσώθηκε το χαρτζιλήκι μου και η υπομονή μου. Πηγαίνοντας
ετοίμαζα το λόγο μου και ανέβηκα δύο-δύο τα σκαλοπάτια να του τον
ξεφωνήσω. Ευρήκα το σπήτι άδειο, τα παράθυρα ανοιχτά και μόνον ένα
αξυπόλητο στρατιώτη, που εσφουγγάριζε τα πατώματα κ' εμιλούσεν
ελληνικά. Απ' αυτόν έμαθα «ότι ο κ. συνταγματάρχης απεστάλη υπό
της Βουλής εις την Θεσσαλίαν προς μελέτην των υδραυλικών έργων και
θα διατρίψη εκεί σε ένα μήνα και περισσότερον». Ένα μήνα! ενώ είχα
καταντήση να μετρώ εις τα δάκτυλα τες ημέρες ακόμη και τες ώρες!
Το απόγεμα επούλησα με το ζύγι το ολίγο μας ασημικό, ξεχρώστησα
τον ξενοδόχο κ' επήγαμε να καθίσωμε σ' ένα χαρβαλωμένο καλύβι που
νοίκιασα δεκαπέντε δραχμές το μήνα κοντά εις το Αστεροσκοπείο.
Μας απόμειναν οι τριάντα σιδηρόδρομοι. Μα αυτούς είχαμε κάμη
τάξιμον να μη τους αγγίξωμεν, να τους φυλάγαμε για προίκα των
κορών μας. Έτυχεν όμως ν' αρρωστήση η μεγάλη, και να χρειασθή
γιατρό, ζουμί, στρώμα, φανέλλα και σκεπάσματα ζεστά.
Εσυλλογιστήκαμε τότε πως κάλλια πάλι ήτανε να λιγοστέψη η προίκα
της παρά να την πάρη ο χάρος, ας είναι και χωρίς προίκα. Έβγαλα με
βαρειά καρδιά τρεις μετοχές από την κασέλα μου να δώσω να τις
πουλήσουν εις το Χρηματιστήριον.
Εμπρός εις την πόρταν ήταν ένας μαυροπίνακας με τις τιμές του
χαρτιού, και οι σιδηρόδρομοι ήτανε σημειωμένοι δραχμές εκατόν δέκα
πέντε! Έμεινα ασβολωμένος. Ούτε το μισό της τιμής που τους είχα
πάρη προ δυο μήνες! Αρώτησα ένα μεσίτη, ελπίζοντας ακόμη πως μ'
εγέλασαν τα μάτια μου ή πως είναι στον πίνακα λάθος. «Δεν είνε,
μου είπε, λάθος, μόνον είνε η χθεσινή των τιμή. Σήμερα έχουν μόνον
ενενήντα». Ο άνθρωπος με είδε τόσο χλωμό πού μ' ελυπήθηκε και μ'
επήρε εις το πλαγινό καφφενείο να πιω ένα ρακί. Εκεί μέσα σύχισι
και βοή πολλή. Άλλοι έλεγαν πως είνε πανικός και πως θα περάση,
και άλλοι πως οι σιδερόδρομοι και τ' άλλα χαρτιά του Γούστα δεν
αξίζουν τίποτε και θα καταντήσουν γρήγορα εις το τίποτις. Τρεις
όλες εβδομάδες ηρχόμουν πρωί και βράδυ εις το χρηματιστήριο να να
ιδώ τι τρέχει. Η καρδιά μου κτυπούσε σαν κουδούνι και προτού να
σηκώσω τα μάτια εις τον πίνακα έκαμνα το σταυρό μου και έταζα κερί
εις όλους τους αγίους, να με αξιώσουν να ιδώ σημειωμένη καλλίτερη
τιμή. Τίποτις όμως δεν ωφελούσεν. Από ενενήντα δραχμές εξέπεσαν
την άλλη μέρα εις ογδοήντα δύο, κ' έπειτα εβδομήντα, πενήντα,
σαράντα, είκοσι, έως ότου δεν τους ήθελε πια κανένας σε καμμιά
τιμή. Δε σου λέγω τι νύκτες περνούσα. Δεν κατώρθωσα όχι να κοιμηθώ
αλλ' ούτε καν να σταθώ στον ίδιο τόπο πέντε λεπτά. Πού όμως τόπος
για περίπατο εις την τρύπα όπου είμαστε στιβασμένοι ο ένας απάνω
στον άλλο; Γιά να μην κόψω εις τους δικούς μου τον ύπνο, αφού τους
ελιγόστεψα το ψωμί, επερίμενα να κοιμηθούν, κ' έπειτα εύγαινα να
ξεθυμάνω εις τα ερημοτόπια τριγύρω της καλύβας μας.
Ήταν Γεννάρης, κι' ούτε κρύο έννοιωνα ούτε βροχή ούτε κούρασι
καμμιά, αφού εξενύκτιζα εις τα βουνά. Μ' έτρωγεν η ανησυχία του τί
θα γίνωμεν και η φούρκα, όταν εσυλλογούμουν πως είκοσι χρόνια
ξυπνούσα πρι φέξη, με τη ψύχρα και τη φουρτούνα, για να μαζέψω μία
μία με το ψάρεμμα και το σκάψιμο της λίγες χιλιάδες δραχμές που μ'
έφαγαν οι αχρείοι σ' ένα μήνα.
Μια νύκτα μ' επαραμόνεψεν η γυναίκα μου οπίσω από την πόρτα, κι'
όταν εγύρισα την αυγή, ήρχισε να με βρίζη πως παίζω και παραλώ.
Αναγκάστηκα τότε να της τα πω όλα. Έπειτα το μετάνοιωσα, γιατί
πάλι καλλίτερες ήτανε η βρισιές παρά τα κλάμματα της
δυστυχισμένης. Ένα-ένα αποπουλήσαμε τα λίγα πράμματα που μας
απόμεναν, τα χαλιά, τους τετζερέδες, τα καλά ρούχα και αυτό το
χρυσοκέντητο νυφικό μας πάπλωμα. Σου είπα πως δεν γνώριζα κανένα.
Αφού του κάκου εγύρεψα άλλη δουλειά, επήρα μια μέρα ένα σχοινί,
όχι να κρεμασθώ, κ' επήγα να σταθώ εμπρός εις την Καπνικαρέα με
τους Μανιάτες. Ο πρώτος της Σύρας λεβέντης έγινα χαμάλης! Με τα
λίγα που εκέρδιζα κατόρθωνα να μην πεθάνωμεν, όχι όμως και να μη
πεινούμεν. Επείνασες συ ποτέ σου;
— Πολλές φορές, όταν δεν ήξερα το μάθημα μου και μ' άφινεν ο
δάσκαλος νηστικό.
— Μη χωρατεύης με τη δυστυχία. Πείνα θα πη δυο μούχλα ψωμιά από το
μπαγιατοπάζαρο για εννέα ανθρώπους. Το μισό του μισού απ' άσο
χρειάζεται για να χορτάσουν, όταν μαζί με το ψωμι δεν τρώνε άλλο
τίποτες παρά αγριόρροκες και φασκόμηλα που εμάζευαν τα παιδιά εις
το βουνό. Όποιος δεν χορταίνει αργεί να κοιμηθή και δεν έχει ήσυχο
ύπνο. Πολλές φορές τ' άκουα να παραμιλούν ωσάν να ωνειρεύουνταν
μεγαλείτερα κομμάτια ψωμί.
— Το όνειρο του ψωμιού το επήρες από την «Κόλασι» του Δάντε.
— Το Δάντε δεν τόνε ξέρω. Ξέρω μόνο πως δεν υπάρχει χειρότερη
κόλασι, παρά να βλέπης να υποφέρουν εκείνοι που αγαπάς και να μη
μπορής να τους βοηθήσης. Ένα πρωί τέλος πάντων είδα στην εφημερίδα
ότι εγύρισεν ο συνταγματάρχης από την Θεσσαλίαν κ' ετράβηξα
ολόισια εις το σπήτι του. Ήταν δέκα η ώρα και τον ευρήκα ακόμη εις
το στρώμα, μακάριο και ροδοκόκκινο, με κεντητό φεσάκι απάνω στη
φαλάκρα του. Απόπινε τον καφέ του κ' έπαιζε μ' ένα γάτο. Εφάνηκε
σαν να δυσκολεύεται να με γνωρίση, και δεν είχε και πολύ άδικο. Η
στέρησι και η αγρυπνιά με είχαν κάμη να λυώσω σαν το κερί. Είχα
καταντήση ο μισός και δεν ήμουν πλιά καλός ούτε για χαμάλης. Η
δυστυχία με είχε κάμη και ταπεινό. Σιγά-σιγά, και με καλό τρόπο,
για να μη θυμώση άρχισα να του αραδιάζω όσα είχα να του πω. Αυτός
όμως εξακολουθούσε να προσέχη πολύ περισσότερο εις τα παιγνίδια
του γάτου παρά τα δικά μου λόγια. Τότε μ'επήρεν ο θυμός. Άρπαξα το
γατί από το λαιμό, το ετίναξα εις την άλλη άκρη της κάμαρας και
άρχισα να μιλώ δυνατά. Πως με τες μετοχές του και με τες ψευτιές
του, με τες θέσες, τες υποτροφίες και τους γαμπρούς του, μας άφισε
γυμνούς σε ξένο τόπο, πως μας αφάνισε, πως μ' ερήμαξε, πως
πεινούμε και αν δεν κάμη τίποτες για μένα, θα του χώσω το λάζο μου
στην κοιλιά και έπειτα θα πάω να πέσω στη θάλασσα με μια πέτρα ατό
λαιμό.
Ενώ εζητούσε να με ησυχάση, άνοιξεν η πόρτα κ' εμπήκεν ένας
μισόκοπος καμαρωμένος και γελαστός, με ώμορφη χωρίστρα, με μόσχο
εις το μαντύλι και χείλια χονδρά σαν αράπης. Ο συνταγματάρχης τον
έκραξε σιμά του, άρχισαν να κρυφομιλούν, κ' έπειτα γυρίζει και μου
λέγει· «Πήγαινε απόψε στας πέντε να εύρης τον κύριον δημοτικόν
σύμβουλον, που έχει θέσι για σένα». Φαντάζεσαι ό'τι δεν έλειψα. Ο
κύριος δημοτικός σύμβουλος μ' αρώτησεν αν γνωρίζω ολίγην
κηπουρικήν, και αφού του είπα πως αυτή είνε η δουλειά μου, μ'
έβαλε σ' ένα αμάξι και με έφερεν εις το αντικρυνό καφφενείον η
«Ματαιότης». Εκεί εφώναξεν ένα παπά και ένα φουστανελά, μ'
εσύστησεν εις αυτούς, μου είπε πως η υπόθεσίς μου είνε τελειωμένη,
πως θα έχω εξήντα δραχμάς τον μήνα, ίσως και τυχερά, και να υπάγω
αύριον το πρωι ν' αναλάβω τα καθήκοντά μου κηπουρού. Είχε
σκοτινειάση και από κει πού ήμαστε δεν έβλεπα παρά μερικά δένδρα
απ' επάνω από ένα τοίχο. Εφανταζούμουνα πως αυτό ήτανε περιβόλι
και μόνον την άλλη μέρα, όταν επήγα ν' αναλάβω τα καθήκοντα, ως τα
έλεγε, έμαθα πως κηπουρός δεν πάει να πη περβολάρης, καθώς
ενόμιζα, μόνο νεκροθάπτης.
Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν
αγαπούμε να έχωμε πολλά ανακατώματα με τους αποθαμμένους και το
βράδυ αλλογυρίζομε, για να μη περάσωμεν απ' εμπρός από
νεκροταφείο. Τες σαβανώστρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε
όλους απ' έξω, από τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, γιατί παρά να μαλάζη
νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε κι' ο πιό ξεπεσμένος
Συριανός να μαζεύη καβαλίνα. Εφοβούμουν μη με συχαθή και η γυναίκα
μου. Αυτή όμως δεν εσυλλογίζουνταν τώρα άλλο, παρά ψωμί για τα
παιδιά της και μ' εβίαζε να δεχθώ. Τον πρώτο καιρό υπόφερα πολύ.
Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα
και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο χώμα του
βουνού μου, που μύριζε θυμάρι, τες ρωδιές, το κοτέτσι, τα
γουρούνια και τ' άλλα πού ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης
νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά! Ο πρώτος που μου έλαχε να κατεβάσω
εις το λάκκο, ήτανε εκείνος εκεί κάτω ο Κασματζής πον εκκύταξες τη
φωτογραφία του, μοναχογυιός είκοσι χρονών. Η μάννα του έκλαιε σαν
αλαφίνα, Εφούσκωσαν και τα δικά μου μάτια και με περιγελούσαν οι
φανοφόροι και οι παπάδες. Την νύκτα εφοβούμουν να μείνω μονάχος·
έβλεπα στον ύπνο μου εκείνους πού είχα θάψη και το ψωμί που έτρωγα
μου φαινότανε πως μυρίζει λιβάνι.
Με τον καιρόν όμως εσυνείθισα να μη σκιάζωμαι τους αποθαμμένους
και να λυπούμαι ολιγώτερο τους ζωντανούς.
— Ώστε, του είπα, είσαι τώρα πλέον ευχαριστημένος;
— Ευχαριστημένος! ανέκραξεν ο Ζώμας, του οποίου ήστραψε και πάλιν
το βλέμμα. Άκουσε να μάθης και τ' άλλα. Γιά να είμαι πιό κοντά στη
βρωμοδουλειά μου, και να πλερώνουμε και λιγώτερο νοίκι,
εκουβαληθήκαμε από το βουνήσιο καλύβι μας του Ραγκαβά, όπου ήταν
τουλάχιστο το αγέρι καθαρό, σ' ένα σοκάκι της Βάθειας κοντά εις το
παλαιό γεφύρι. Περιπαίζετε τους Ζιώτες και τους Συριανούς πώς
κοιμούνται αγκαλιά με τα γουρούνια.
Πες μου όμως αν είδες εκεί χειρότερα γουρουνοχώρια από τους
φτωχικούς μαχαλάδες των Αθηνών ή άλλη τέτοια Βάθεια πουθενά; Το
καλοκαίρι σκόνη με την κουτάλα· νερομαζώματα και λάσπη ως το
γόνατο άμα στάξη ο ουρανός, και σε κάθε δρόμο μια φρακτή ή άφρακτη
μάνδρα, ο απόπατος όλης της γειτονιάς! Πού όμως να πάνε όσοι
πηγαίνουν εκεί, αφού οι γιατροσύνεδροι, οι αρχιτέκτονες, οι
αστυνόμοι, οι δήμαρχοι και οι νομάρχαι σας θεωρούν όλοι τ'
αναγκαία περιττά; Αντίκρυ μου έχω ένα χασάπη πού σφάζει στη μέση
του δρόμου ζώα μικρά και μεγάλα, γίδια, πρόβατα και βιδέλα, και
τρέχουν πάντοτες δύο ποταμοί, ο ένας κόκκινος από αίμα, και ο
άλλος πράσινος από κοπριά και χολή. Φωνάζουν οι γειτόνοι, μα τί
μπορεί να κάμη η Αστυνομία αφού εις τον τοίχο του χασαπιού είνε
κρεμασμένα χαντζάρια, γιαταγάνια, κάμες, πάλες και κουμπούρες;
Τέλειο οπλοστάσιο και στη μέση η εικόνα του Πρωθυπουργού
δαφνοστεφανωμένη, σαν να σου λέγει ότι έχει ο φίλος του την άδεια
να μας φέρη λοιμική· και αν του κάμη κανένας παρατήρησι, να τον
σφάξη κ' εκείνον, καθώς τα πρόβατα και τα βιδέλα, για να μάθουν οι
άλλοι να σωπαίνουν. Παραπέρα είνε μια αποθήκη κακογδαρμένα
τομάρια, που αναγκάζουν να φράξη τη μύτη του όποιος δεν έχει
συνάχι. Άλλη πληγή είνε ο μπακάλης και χειρότερο γουρούνι ο
μανάβης. Και δεν είνε ένας ή δυο, αλλά είκοσι, πενήντα, εκατό,
όλοι με προστασία και τόση μάλιστα, πού ένα καλοκαίρι, που έτυχε
να είνε ολιγώτερο ή χειρότερο το νερό, μας επλάκωσε κοιλιακός
τύφος και άρχισαν να πεθαίνουν σαν τες μύγες τα παιδιά. Τέσσαρα
δικά μου έθαψα το ένα μετά το άλλο σ' εκείνη τη γωνιά, κοντά στο
μνήμα του Γεννάδιου, εκεί πού εκαμάρωνες την άσπρη γαρουφαλιά.
— Εκεί, του είπα, εμέτρησα τέσσαρα σταυρουδάκια κολλητά.
— Έχε λίγη υπομονή. Ακόμη δεν είχαμεν αποκλάψη τα τέσσερα παιδιά,
όταν γυρίζοντας ένα μεσημέρι από τη δουλειά μου βλέπω από μακρυά,
εμπρός στην πόρτα του σπιτιού μας κόσμο πολύ. Άνδρες, γυναίκες και
κόκκινες στολές κλητήρων. Άρχισα να τρέμω και έπειτα να τρέχω.
Εσίμωσα και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν η γυναίκα μου,
σωριασμένη κατά γης, ανάμεσα σε δυο γειτόνισσες, που την έτριβαν
με ξύδι να την ξελιγοθυμήσουν, και στο πλάγι της ένα άλλο
αναίσθητο καταματωμένο σωρό. Ο σωρός ήταν ο Γιάννης μου, εκείνος
πού μ' έλεγε πως θα κάνη υπότροφο ο βουλευτής. Τον είχε στείλη, η
μάννα του να ψουνήση και τον επλάκωσεν ένας αμαξάς, που έτρεχε σαν
κυνηγημένος λαγός σε στενό δρόμο γεμάτο κόσμο·
Ο Γιάννης πέθανε μετά δυο ώρες. Όλοι τον έκλαιαν κι' αναθεμάτιζαν
τ' αμάξια και την αστυνομία. Ο νεκροσκόπος μας έλεγε πως έκαμε τον
λογαριασμό και πως ανάλογα του πληθυσμού περισσοτέρους ανθρώπους
σκοτώνουν οι αμαξάδες εις τας Αθήνας, παρά αι τίγρεις εις τας
Ινδίας. Γιατί όμως να μη κάμη το κέφι του κι' ο αμαξάς, αφού έχει
κι' εκείνος προστασία, τα δικαίωμα δηλαδή να μας σακατεύη με το
αμάξι του, καθώς ο χασάπης κι' ο μανάβης να μας αρρωστούν με τη
σαπίλα και την αποφορά τους; Αξαπλώνοντας το πέμπτο μου παιδί
κοντά εις τ' αδέλφια του, εσυλλογούμουν με πίκρα και με καϋμό, πως
εις το νεκροταφείον της Βάθειας δεν θα είχα ούτε καν την παρηγοριά
να σκάψω το λάκκο κανενός υπουργού, βουλευτή, νομάρχη, δημοτικού
συμβούλου, ή άλλου προστάτη των φονιάδων, γιατί όλους αυτούς τους
πηγαίνουν εις το αρχοντικό νεκροταφείο.
Τον ακόλουθο χρόνο τον επεράσαμε πλέον ήσυχα. Έβλεπα μόνο τη
γυναίκα μου ν' αναστενάζη κόπτοντας μεγαλείτερα κομμάτια ψωμί εις
τα παιδιά που μας απόμεναν. Εσυλλογούνταν η δύστυχη πως το
παραπάνω ήταν το μερδικό των αποθαμμένων. Η κόρη μας είχε μεγαλώση
και έφθασε στην ωμορφιά της μάννας της, καθώς που ήταν τον καιρό
που σ' εξετρέλλαινε στη Σύρα. Μόνο που η κόρη θα σου άρεσε
ολιγώτερο γιατί αυτή ήταν λιγόλογη και σεμνή σαν εικόνα. Την
είχαμε βάλη σ' ένα εργοστάσιο γυναικήσιω καπέλλω και μας έφερνε
είκοσι δραχμάς τον μήνα και κάτι περισσότερες ο μοναχογυιός μου ο
Πέτρος, πού είχε γίνη στοιχειοθέτης. Μ' αυτά και τη νεκροθαπτική
μου εκαταφέρναμε να ζούμε. Εφρόντιζα και σε κάθε λείψανον να
γεμίζω τες τσέπες μου παξιμάδια. Ήλθεν όμως η επιστράτευσι και μας
επήραν τον Πέτρο να τον στείλουν να ετοιμασθή για πόλεμο στη
Θεσσαλία. Εμείς εκλαίγαμε, ενώ αυτός ήτο κατενθουσιασμένος και δεν
ωνειρεύουνταν άλλο παρά δόξες, γαλόνια, σκοτωμούς πασσάδων και
χανούμισσες με διαμάντια.
Τον συνταγματάρχη είχα χρόνο να ιδώ και προσπαθούσα να τον ξεχάσω,
όταν μου μήνυσε ένα πρωί να περάσω από το σπήτι του για μια
υπόθεσι σπουδαία. Είχε και πάλι ο μασκαράς εις το στόμα το
ζαχαρένιο χαμόγελο και τα γλυκά λόγια της Σύρας. Μου έκαμε
παράπονα πως τον ξεχνώ, ενώ αυτός δεν έπαυσε να μ' αγαπά· πως
ελπίζει να μου εύρη γρήγορα καλλίτερη θέσι και έχει έτοιμο το
γαμπρό που μου είχεν υποσχεθή.. Αυτά εσήμαιναν πως απέθανεν ο γέρω
Δήμαρχος της Σύρας και ήθελε να γράψω του πεθερού μου και των άλλω
μου συγγενών να υποστηρίξουν το δικό τον υποψήφιο στην εκλογή. Δεν
επίστευα τίποτες από όσα μου υπόσχουνταν και μετά το κακό που μου
έκαμεν, είχα περισσότερη όρεξι να τον πνίξω παρά να τον δουλέψω.
Ημπορούσε όμως να με κάμη να χάσω τη θέσι μου, και του υποσχέθηκα
να ετοιμάσω, τα γράμματα αμέσως. Το απόγευμα έστειλε να τα πάρη μ'
ένα υπαξιωματικό. Αυτός ήταν ο γαμπρός, γερό παλλικάρι,
καλοστολισμένο, που μ' άρεσε πολύ εμένα και της γυναίκας μου, αφού
μάλιστα μας είπε πως εκληρονόμησε πέρσυ από τη μητέρα του ένα
φούρνο στο Ροδακιό.
Δε ξέρω όμως τι είχε και δεν άρεσε της κόρης μας καθόλου. Όταν την
ρωτήσαμε μας αποκρίθηκε πως δεν της εφάνηκαν τα μούτρα του καλού
ανθρώπου και πως έχει το ενα μάτι πράσινο και το άλλο μαβί. Αυτά
μ' έκαμαν να θυμώσω. Της είπα με χονδρή φωνή πως ένα κορίτσι που
δεν έχουν οι γονιοί του να το χορτάσουν ψωμί δεν πρέπει να κάμη τη
χαδούσα και να ψιλολογά για το χρώμα των ματιώ. Εχαμήλωσεν η
καϋμένη τα δικά της και άρχισε να κλαίη και να μας λέγη ότι θα
κάμη το θέλημά μας.
Η μεγάλη μας συλλογή ήταν ο Πέτρος πού πρώτα μας έγραφε τακτικά
και τώρα μας άφισεν ένα μήνα χωρίς είδησι καμμία. Του εγράφαμε και
δεν απαντούσε· εξετάζαμε δεξιά και αριστερά και κανένας δεν ήξευρε
ή δεν ήθελε να μας πη. Η κόρη μου εξεφύλλιζε μαργαρίτες και η
γυναίκα μου αρωτούσε τα χαρτιά πού βρίσκεται και τι κάμνει, έως
ότου ένας δεκανέας, που εγύριζεν από το στρατόπεδο, ήλθε μια μέρα
να της φέρη το φυλακτό, που του κρέμασεν εις το λαιμό του Πέτρου
όταν εξεκίνησεν εις τα σύνορα, και να της πη ότι δεν έχει πλιά
γυιό, πως του έκλεισεν ο ίδιος τα μάτια αφού εβασανίστηκε τρεις
εβδομάδες εις το νοσοκομείο. Ο μαντατοφόρος είχε πάθη κ'εκείνος
πυρετό και ήταν ακόμη κίτρινος σαν το θειάφι· εγίνετο όμως
κόκκινος από το θυμό, όταν μας έλεγε πόσα υπόφεραν αυτός και οι
σύντροφοί του εις τη Θεσσαλία. Και το σκληρότερο βάσανό τους ήταν
πως δεν ελπίζανε πλια να πολεμήσουν με άλλον εχθρό παρά το κρύο,
τη γύμνεια και τη δυσεντερία.
Από τα επτά παιδιά που είχα φέρη στην Αθήνα δεν μου απόμενε παρά
μια κόρη, και ούτ' εκείνη εφαίνονταν ευχαριστημένη. Επροσπαθούσε
για το χατήρι μας να περιποιηθή τον αρραβωνιαστικό της και δεν
κατώρθωνε να κρύψη τη στενοχώρια της. Ενα πρωί μ' επήρεν εκείνος
κατά μέρος να μ' αρωτήση τι προίκα ελογάριαζα να του δώσω. Ο
αναθεματισμένος βουλευτής για να μας τον έχη κολλητό έως να
τελείωση στη Σύρα η δημοτική εκλογή, τον άφινε να πιστεύη πως κάτι
μας απομένει. Του είπα τότες εγώ πως με τες καλές συμβουλές του
συνταγματάρχη απομείναμε με το ποκάμισο και δεν έχω άλλο να του
δώσω παρά μόνο την κόρη μου και την ευχή μου. Δεν μου έκαμε καμμιά
παρατήρησι και εξακολούθησε να έρχεται στο σπήτι καθώς πρώτα.
Παρατήρησα μόνο πως απ' την ημέρα εκείνη άλλαξαν οι τρόποι του με
το κορίτσι. Άρχισε να φέρεται μαζί της σαν Σουλτάνος. Δεν
επρόσεχεν εις τα λόγια του· την έπιανεν από τη μέση και την
εκυνηγούσε να την φιλήση. Αυτά τα καμώματα δεν μας άρεζαν διόλου.
Εσυλλογούμεθα όμως τη δική μας φτώχεια και το δικό του φούρνο. Ένα
βράδυ που το επαράκαμνε και ήθελε να την καθίση με το ζόρι επάνω
στα γόνατά του, του ξέφυγεν από τα χέρια κ' έτρεξε να κλειδωθή
στην άλλη κάμαρα. Έφυγε κ' εκείνος αγριωμένος χωρίς να μας πη καλή
νύκτα. Ξαναήλθεν όμως την επομένη μέρα και τες άλλες και το
φέρσιμό του ήτανε πλέον ανθρωπινό. Αυτό το εξήγησα εγώ πως την
αγαπά, και πως είχε μετανοήση για το βάρβαρό του τρόπο. Εκεινής
όμως η αντιπάθεια είχε γίνη τρομάρα. Επέμενε να μας λέγη πως δεν
έχουν τα δυο του μάτια, το ίδιο χρώμα· και έχανε την όψιν της σαν
άκουε το πάτημά του.
Μετά μερικές ημέρες την επεριμέναμεν ένα βράδυ να γυρίση από το
εργοστάσιο για να διπνήσουμε· η ώρα όμως επερνούσε και δεν
εφαίνονταν. Εις την αρχή υποθέσαμε πως την κρατούν για βιαστική
δουλειά εις το καπελλάδικο, καθώς έτυχε και άλλη φορά· έπειτα
αρχίσαμε να ανησυχούμε μήπως μας εξέκοψε για να γλυτώση από το
λοχία. Αυτό όμως δεν ήτανε εις το χαρακτήρα της, γιατί μας
αγαπούσε και ήτανε έτοιμη να κάμη το θέλημά μας. Μετά μισή ώρα
πήγα να την ζητήσω στο καπελλάδικο. Με είπαν ότι είχε φύγη τη
συνειθισμένη ώρα εις τα επτά. Εγύρισα εις τα σπήτι ελπίζοντας να
την εύρω εκεί. Δεν είχε φανή, ούτε ο λοχίας· επήγα να τον ζητήσω
εις τον στρατώνα· δεν ήξευραν πού ήταν· επήγα εις του βουλευτή·
είχε δυο μέρες να τον ιδή και μου έκαμε και την παρατήρησι πως δεν
είχεν ο λοχίας κανένα λόγο να κλέψη το κορίτσι, αφού ήμουν
πρόθυμος να του το δώσω. Επήγα τότε να ξυπνήσω δύο γειτόνους και
ανάψαμε φανάρια να ιδούμε μήπως εγλύστρησε σε κανένα από τα
βάραθρα και ξεροπήγαδα της Βάθειας, που καταπίνουν ανθρώπους κάθε
σκοτεινή νύκτα. Τα εξετάσαμεν όλα και δεν είδαμεν τίποτες.
Εξεπήδησα έπειτα εις την αστυνομίαν να ερωτήσω ποιους επλάκωσαν
από το πρωί οι αμαξάδες. Την ημέραν εκείνην δεν είχαν πλακώση
κανένα, και μόνον ο σιδερόδρομος ένα βώδι. Ο διευθυντής μ'
ελυπήθηκε και μου είπε πως θα ενεργήση δραστήρια και γρήγορα θα
μάθη τι έγινε το κορίτσι μου. Μ' αρώτησε ποίοι εσύχναζαν εις το
σπήτι μου και μου εφάνηκε πως εστραβομούριασε όταν του ανέφερα το
λοχία Μεϊντανό. Επερίμενα πως θα μου πη τίποτες γι' αυτόν. Μου
είπε μόνο καλή νύκτα και να έχω υπομονήν. Επέρασαν άλλες τέσσαρες
μέρες χωρίς τίποτε να κατορθώση. Εξαναπήγα τότες εις του βουλευτού
και άκουσα πάλι πως δεν ξεύρει τίποτες και δεν είδε τον Μεϊντανό.
Αυτή όμως τη φορά έμοιαζε σαν στενοχωρεμένος, απόφευγε το μάτι μου
κ' εβιάζετο να με ξεφορτωθή. Την άλλη μέρα ευρέθη η κόρη μου.
Ξέρεις τι είχε γίνη;
— Πώς θες να το ξέρω;
— Ο Μεϊντανός με δυο άλλους αχρείους την ακολούθησαν όταν έβγαινεν
από το εργοστάσιο ως το γεφύρι της Βάθειας.
Εκεί την έπιασαν, της έφραξαν το στόμα, την έρριξαν σ' ένα αμάξι,
την επήγαν εις το βρωμόσπιτο μιανής Κέρας Βασιλικής, την ατίμασαν,
την εβασάνισαν όλη νύκτα και την άφισαν εκεί αναίσθητη και
μισαποθαμμένη. Τον Μεϊντανό τον έκρυπτεν ο βουλευτής τρεις ημέρες
εις το υπόγειο του σπητιού του, έπειτα τον έκαμε να δραπετέψη.
— Αυτά, του είπα, είνε πράγματα πού ακολουθούν κάθε μέρα. Με πέντε
λεπτά τα χορταίνεις σε κάθε εφημερίδα.
— Με τη διαφορά, απήντησεν αποτόμως, ότι ηκολούθησαν της κόρης
μου, και δεν είνε για μένα το ίδιο. Την εφύλαγαν εκεί κοντά εις το
τμήμα της Βάθειας. Έτρεξα να την σηκώσω στην αγκαλιά μου και να
την πάω της μάννας της.
Όλη νύκτα εκλαίαμε γονατιστοί εις το προσκέφαλό της και της
εφιλήσαμε χέρια και πόδια, κι' ούτε μας αποκρίνουνταν, ούτε γύρισε
να μας δη. Εφοβούμεθα πως είνε κακιωμένη μαζί μας. Επειτα ήλθαν
δύο γιατροί και μας είπαν ότι είχε τρελλαθή.
Τους γιατρούς εσυντρόφευεν ο αστυνόμος. Αφού έφυγαν εκείνοι,
άρχισε να μου λέγη πως ο Μεϊντανός είνε ένας αχρείος, που έχει στή
ράχι του κατηγορίες για βιασμούς και φόνους. Τον προστατεύει όμως
ο κύριος Βουλευτής Σύρου, που τον εγλύτωσε δυο φορές, και θα ήτο
τρέλλα να τα βάλλω μ' ένα Συνταγματάρχη και υπουργικό βουλευτή,
τώρα μάλιστα πού άρχισαν η δουλιές της Κυβερνήσεως να στραβώνουν
και τον έχει ανάγκην. Ό,τι και αν έκαμνα και όσον και αν εφώναζα
δεν θα κατώρθωνα τίποτες, εν ώ αν εσώπαινα, ημπορούσε να γίνη κάτι
για μένα, ως π. χ. να βάλουν την κόρη μου χάρισμα εις το
φρενοκομείο, δεν αποκρίθηκα τίποτες, γιατί την απόφασί μου την
είχα πάρη. Έγραψα του πεθερού μου να φροντίση, όσο πτωχός και αν
είνε, για την κόρη του και την εγγονή του. Εφίλησα τες δυο
δυστυχισμένες, έκαμα το σταυρό μου, επέρασα στη ζώνη το λάζο μου
και εις τας δέκα η ώρα επήρα το δρόμο του σπητιού του βουλευτή, με
απόφασι να τον σκοτώσω και ό,τι γίνη ας γίνη. Ευρήκα την πόρτα του
ανοικτή και τη σάλλα του γεμάτη. Ήταν εκεί και ένας από τους δύο
γιατρούς που ήρταν σ' εμένα το πρωί και παρακάτω ένας παπάς με το
διάκο του που εκρατούσε τη μετάληψι και το πετραχήλι. Κανένας δεν
επρόσεξεν όταν εμπήκα.
Εκρύβηκα απ' οπίσω από την κουρτίνα του παραθύρου και απ' εκεί
άκουσα πως μετά το πρόγευμα είχεν έρτη του συνταγματάρχη
αποπληξία, πως απέμεινεν ο μισός παράλυτος και κινδυνεύει. Τώρα
εσυζητούσαν αν πρέπει να του πάνε αμέσως τον παπά ή να περιμένουν
να γίνη καλλίτερα ή χειρότερα. Μετά λίγην ώρα εβγήκεν από την
κρεββατοκάμερα άλλος γιατρός που είπε πως πρέπει ν' αφήσουν τον
άρρωστον να ησυχάση. Λίγο — λίγο άρχισεν ο κόσμος να φεύγη, έως ότου
δεν απέμειναν παρά ο γιατρός, ο παπάς και δυο σπητικοί φίλοι. Τα
μεσάνυκτα επήγαν κ' εκείνοι να εξαπλωθούν εις το επάνω πάτωμα,
αφού έδωκαν παραγγελία εις τον στρατιώτη της υπηρεσίας να μείνη
στη σάλλα και αν τύχη τίποτες να τους κράξη. Εκείνος όμως δεν
εσυλλογίζουνταν παρά πώς να περάση την νύκτα του αναπαυτικά.
Έβαλεν ένα κερί σε μια καθέκλα κοντά εις το ντιβάνι, απλώθηκεν
απάνω με τα παπούτσια, επήρε να διαβάση μιαν εφημερίδα, και μετά
πέντε λεπτά άρχισε να ρουχαλά. Τωρα ήταν η δική μου σειρά, όχι
βέβαια να ρουχαλήσω. Εβγήκα από την κρύφτη μου, έσυρα το λάζο,
επέρασα εις το πλαγινό δωμάτιο και εκλείδωσα οπίσω μου την πόρτα.
Ήταν η ίδια κάμαρα πού με εδέχθηκε προ τρία χρόνια παίζοντας με το
γάτο, με τη διαφορά πως αντίς κεντητό φεσάκι εφορούσε τώρα εις το
κεφάλι μια φούσκα με πάγο και εις τα πόδια αντίς παντόφλες
συναπισμούς. Με όλο του το χάλι του απέμεινεν ακέραιο το λογικό.
Μ' εγνώρισεν αμέσως και όταν εσήκωσα απάνω του το μαχαίρι,
κράζοντας αυτόν «φονιά των παιδιών μου», άπλωσεν ο φόβος στην όψι
του θανάτου πρασινάδα. Ήταν άφωνος και παράλυτος και δεν μπορούσε
ούτε να παρακάλεση ούτε να γονατίση. Όσα όμως δεν ημπορούσαν να
κάμουν τα γόνατα και η γλώσσα τα έκαμνε το μάτι. Το βλέμμα του μου
έλεγεν Αμάν! μου φιλούσε τα χέρια, μου έγλειφε τα πόδιά. Δεν μ'
εβάσταζεν η καρδιά να χτυπήσω το άρρωστο εκείνο ανδράποδο. Άδικον
όμως θα ήταν να μείνουν τα παιδιά μου χωρίς εκδίκησι καμμιά. Έβαλα
στη θήκη το λάζο και έφτυσα στο πρόσωπο τον κύριον συνταγματάρχην,
και αντί να θυμώση διά το φτύσιμον, μ' εκύτταξε, σαν να μου έλεγεν
ευχαριστώ που του χάρισα τη ζωή.
— Και πως ετελείωσεν αυτή η ιστορία;
— Ο συνταγματάρχης εγλύτωσε και έφυγεν εις τα λουτρά. Η κόρη μου
εβασανίστηκε ακόμη μερικούς μήνες, κ' έπειτα την εξάπλωσα κ'
εκείνη κοντά εις τα άλλα πέντε, Δεν έχω δίκαιο γα λέγω, ανάθεμα
εις την πολιτική;
— Πταίεις όμως και συ, του είπα, που ανακατεύθης εις αυτήν. Και συ
και οσοι άλλοι μαζεύετε ψήφους και πιστεύετε εις όσα σας λέγουν.
Το επιχείρημά μου, αντί να τον αποστομώση, τον έκαμε να σηκωθή
βροντόλαλος και φοβερός. Τα μάτια του εσπινθοβολούσαν και μου
έσφιξε τα χέρια που μ' έκαμε να πονέσω.
— Μη το λες, μου είπεν, αυτό, γιατί δε σου κάμνει τιμή. Το «συ
φταις γιατί μ' επίστεψες» άφησε το εις τους λωποδύτες του
χρηματιστηρίου. Όσον ευκολώτερα πιστεύομεν και ταχύτερα
λησμονούμεν, τόσον μεγαλειτέρα είνε η ασυνειδησία εκείνων πού μας
απατούν. Όσον πλέον κουτός, άκακος και απονήρευτος είνε ο λαός,
τόσον περισσότερον έπρεπε να τον συμπαθούν και να τον λυπούνται,
αντί να νομίζουν πως η κουταμάρα και η καλωσύνη του τους δίδει το
δικαίωμα να τον γδαίρνουν ως το κόκκαλο, να τον καταδικάζουν εις
την βρώμαν, την αρρώστειαν και την ατιμίαν, να φέρνωνται μαζί του
καθώς οι άκαρδοι εκείνοι καρραγωγείς, που σκοτώνουν τ' άλογα από
το πολύ φόρτωμα και το πολύ ξύλο για το λόγο πού δεν δαγκάνουν και
δεν κλωτσούν. Αν έχης μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη
λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου· «ανάθεμα εις τους
λαοπλάνους.»
Την χάριν ταύτην δεν ημπόρεσα να κάμω εις τον δυστυχή νεκροθάπτην,
διότι ολίγην έχω φωνήν και δεν αγαπώ τας φωνάς. Αν ενόησα αυτόν
καλά, εκείνο το οποίον εζήτει, παραβάλλων τους πολιτικούς μας προς
καρραγωγείς, ήτο, καθώς υπάρχουσιν αλλαχού εταιρείαι προς
προστασίαν των ανυπερασπίστων πλασμάτων, αλόγων, γάτων, περιστερών
και άλλων πτερωτών και μαστοφόρων, ούτω να συστηθή και εις την
Ελλάδα προστατευτική των ψηφοφόρων.
(«Εφημερίς» 19-27 Νοεμβρίου 1895).
ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΡΝΙΘΩΝΟΣ
Εξ όσων ηυτύχησα ή εδυστύχησα να γνωρίσω είμαι, πιστεύω, ο μόνος
άνθρωπος όστις, αν τον ωνόμαζαν ζώον, δεν θα εθεώρει τούτο ως
προσβολήν. Όσον συναναστρέφομαι τα ζώα, τόσον μάλλον πείθομαι, ότι
δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καμμία διαφορά, ως
ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά μόνον ότι τα
πράγματα, κατά τα οποία διαφέρομεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν
όλα την ανθρωπίνην υπεροχήν.
Το κυρίως διακρίνον αυτά από ημάς είνε ότι παρέλαβον από τους
ανθρώπους όσα έχουσιν ούτοι καλά, και απέφυγαν να μιμηθώσι τα
άχρηστα, τα επιβλαβή και τα γελοία. Ουδέποτε έγεινε λόγος μεταξύ
αυτών περί επισκέψεων του νέου έτους, ούτε περί καπνίσματος, ούτε
περί φόρου επί του καπνού η οιουδήποτε άλλου· δεν χαρτοπαικτούσι,
δεν πίνουσι παρά νερόν ή γάλα όταν είνε μικρά· δεν συντηρούν
στρατούς, αγνοούν τι θα ειπή πατρίς και ιδιοκτησία, και εκ τούτου
ούτε δίκας εγείρουσιν ούτε κινούσι πολέμους, αλλά μόνον μονομαχίας
περί πραγμάτων τα οποία ενδιαφέρουσιν αυτά αμέσως και προσωπικώς,
περί της νομής λ. χ. πολυχλόου τινός λειμώνος ή της ευνοίας ωραίας
τινός ομοφύλου των, γάτας, σκύλας, λεαίνης, φοράδας ή ελαφίνας.
Και αυτούς τους οικογενειακούς δεσμούς περιώρισαν εις μόνους τους
αναγκαίους και τους μη οχληρούς. Έχουσι μεν πατέρα και μητέρα,
ούτε θείους όμως ούτε εξαδέλφους ούτε πάππους ούτε εγγόνους, και
το κυριώτερον ούτε πενθερούς ούτε πενθεράς.
Ζώντα κατά το ευαγγελικόν παράγγελμα με ό,τι στείλη εις αυτά η
πρόνοια του Θεού, δεν υπόκεινται εις την υποχρέωσιν να συντάξωσι
διαθήκην και αγνοούσιν ότι υπάρχουσιν εις τον κόσμον
συμβολαιογράφοι, όπως και δήμιοι, δικαστήρια, ιατροί, ειρκταί,
στρατώνες, νοσοκομεία, πτωχοκομεία και οικονομικά μαγειρεία. Ταύτα
λέγων ουδόλως εννοώ ν' αμφισβητήσω των πραγμάτων τούτων την
χρησιμότητα και την ανάγκην, αλλά να είπω ότι δύσκολον είνε να
μακαρίσωμεν τον άνθρωπον δι' όσα κατέστησεν αναγκαία η κακή
ποιότης του σώματος και της ψυχής του, ή να θεωρήσωμεν ως μικρόν
πλεονέκτημα των ζώων το να δύνανται να τρώγουν χωρίς μαγείρους, να
ενδύωνται χωρίς ράπτας, να νυμφεύωνται χωρίς παπά, να γεννώνται
άνευ της βοηθείας μαμμής και ν' αποθνήσκουν άνευ της συμπράξεως
τον ιατρού ή του δημίου.
Τα ανωτέρω αρκούσι, πιστεύομεν, ν' αποδείξωσι πόσον απατώνται οι
θεωρούντες άλογα τα ζώα. Αληθές είνε, ότι πλησιάζει να εκλείψη η
γενεά των φιλοσόφων θεωρούντων αυτά ως είδος μηχανών, κινουμένων
υπό μυστηριώδους τινός δυνάμεως, καθ' ον περίπου τρόπον κινεί ο
ατμός τας μηχανάς των ατμόπλοιων ή, στρέφει ο άνεμος τας πτέρυγας
των ανεμομύλων. Την δύναμιν ταύτην ωνόμασαν ένστικτον, κατά την
συνήθειαν των σοφών ν' αρκώνται να βαπτίζωσιν όσα δεν δύνανται να
εξηγήσωσι, και εθεώρουν αυτήν ως ουδέν έχουσαν κοινόν προς την
ψυχήν και την διάνοιαν των ανθρώπων και εκ τούτου ανεπίδεκτον
αθανασίας. Η γνώμη αύτη απηρχαιώθη πριν ή γηράση, πολλοί όμως
απομένουσιν ακόμη οι στέργοντες μεν να παραδεχθώσιν ότι έχουσι και
τα ζώα ψυχήν, αλλά πεισματικώς ισχυριζόμενοι ότι τα πάθη, και τα
αισθήματα της ζωικής ταύτης ψυχής ουδέν έχουσι κοινόν προς τα της
ανθρωπίνης. Προς πλήρη απόδειξιν ότι και κατά τούτο απατώνται, ότι
όχι μόνον εν συνόλω και χονδρικώς, αλλά και εις αυτάς τας
λεπτοτάτας του αισθήματος αποχρώσεις ομοιάζουσι πολλάκις ως
δίδυμοι αδελφαί αι ψυχαί των ζώων και των ανθρώπων, νομίζω
αρκούσαν την κατωτέρω εκ του ορνιθώνος μου ιστορίαν. Εις τον
ορνιθώνα ή μάλλον την αυλήν του αγροτικού εν Χίω πύργου, όπου
έμενα το θέρος πριν το κρημνίση ο σεισμός, συνέζη χαριτωμένον και
αγαπημένον ανδρόγυνον, αποτελούμενον εκ πετειναρίου και
ορνιθούλας, του είδους το οποίον ονομάζουν λειόπτερον οι
ορνιθολόγαι και αγνοώ πώς οι ορνιθοτρόφοι. Διακριτικά αυτού σημεία
είνε το μικρόν μάλλον ανάστημα, το λευκόν χρώμα, η μεταξίνη των
πτερών απαλότης, η χάρις και η ευκινησία. Όταν εκούρνιαζαν
κρύπτοντα την κεφαλήν των, ενόμιζε τις ότι βλέπει δυο βώλους
χιόνος και τα ανορθωμένα πτερά των ωμοίαζον όταν έσειεν ο άνεμος
νιφάδας.
Μόνος ο αγαπών τα ζώα και τερπόμενος εις την λεπτομερή
παρατήρησιν, ουχί μόνον των γενών και των ειδών ως ο επιστήμων,
αλλά και των ατόμων, κατορθώνει διά του χρόνου να διακρίνη εις την
φυσιογνωμίαν και τας εξής αυτών παραλλαγάς, εκ των οποίων δύναται
ασφαλώς να εικασθή εκάστου ζώου, όπως και εκάστου ανθρώπου, ο
ηθικός χαρακτήρ. Ούτω λ. χ. η λευκή ορνιθούλα μου ήτο τύπος καλής
συζύγου και οικοκυράς τιμίας, σεμνής, πάντοτε καθαράς και
καλοκτενισμένης, άνευ όμως πολυτελείας ή περισσής φιλαρεσκείας. Ο
πετεινός απ' εναντίας ήτο τύπος λιμοκοντόρου, δανδή, καλλωπιστού,
λέοντος, λεβέντη ή όπως άλλως ονομάζονται κατά καιρούς και τόπους
οι αγαπώντες να κορδώνωνται, να καμαρώνωνται και να λαμβάνωσιν
ήθος καρδιοσφάκτου και κατακτητού. Πλην της συμπεριφοράς και αυτός
ο τόνος της φωνής του τον έκαμνε να ομοιάζη λιγωμένον τενορίνον.
Και τοιούτος όμως ων έζη καλά με την όρνιθά του, την επεριποιείτο,
την συνώδευεν εις τον περίπατον, και κατά την ώραν του δείπνου την
άφινε να πρωτοφάγη. Εις την τοιαύτην διαγωγήν του συνετέλει κατά
πολύ και η έμφυτος συνήθεια των πετεινών και των ορνίθων να μη
σμίγωσιν, ως οι σκύλοι, με άλλας του γένους των φυλάς παρά μόνον
εν ελλείψει ομοφύλων, άλλη δε λειόπτερη κόττα δεν υπήρχεν εις την
αυλήν εκείνην καμμία.
Το έμφυτον όμως τούτο φυλετικόν αίσθημα δεν ήτο, ως φαίνεται,
ικανώς ανεπτυγμένον, ώστε να υπερνικήση τας εφόδους του
διεστραμμένου του πετεινού μου ατομικού χαρακτήρος. Πολλά σημεία
μ' έκαμναν από τίνων ημερών να υποπτεύω, ότι το αχρείον πετεινάρι,
του οποίου εθαύμαζα την συζυγικήν πίστιν, ήρχιζε να κυνηγά μίαν
μικράν όρνιθα, η οποία δεν ήτο βεβαίως ομόγυλος του, αλλ' ανήκεν
εις άλλην κάπως συγγενή φυλήν την λεγομένην περιβολάρικην. Δεν ήτο
μεν όσον η σύζυγός του εύμορφη, αλλά εύχαρις, ζωηρά, πλουμιστή ως
πέρδικα και από το πρωί υαλιστή και συγυρισμένη επεριπάτει με
κεφαλήν υψηλά, εσείετο ως σεισούρα και πολύ περισσότερο παρά
φρόνιμη κόττα ωμοίαζε κοκότα.
Ο άστατος εγλυκοσάλιαζε κατ' αρχάς με κάποιαν συστολήν,αλλά
βαθμηδόν κατήντησε να μη φοβήται τίποτε και να μη εντρέπεται
κανένα.
Ηκολούθει την πλουμισμένην εις όλας τας γωνίας, εξελαρυγγίζετο
εκφωνών τους ωραιότερους του σκοπούς και εσκάλιζε το χώμα διά να
εύρη σκουλήκια διά την αγαπημένην του. Την εξέθεσε τόσον πολύ,
ώστε έπαυσαν να την συναναστρέφονται όσαι όρνιθες εφρόντιζαν διά
την υπόληψίν των.
Η εγκαταλειφθείσα σύζυγος θα υπέφερε βεβαίως πολύ, αλλ' η
υπερηφάνεια και η αξιοπρέπεια αυτής της επέβαλλαν να κρύπτη την
λύπην της. Δεν ηδυνάμην να μη την θαυμάσω όταν την έβλεπα να
βηματίζη εις την αυλήν πάντοτε μόνη και να περνά πλησίον του
απίστου και της ερωμένης του, υποκρινομένη ότι μόνη δεν βλέπει όσα
εβλεπον όλοι. Πολλάκις μ' ήλθεν όρεξις να τουφεκίσω απ'το
παράθυρον την αμαρτωλήν όρνιθα διά ν'απαλλάξω την ενάρετον από τα
βάσανα της εγκαταλείψεως και της ζηλείας, αλλά μ' επρόλαβεν η θεία
δίκη.
Από το πολύ ίσως τσιμποφίλημα εξύπνησεν ένα πρωί η παραλυμένη
κόττα με ορνιθοκόρυζαν ή, ως την λέγουν οι Χίοι, τσίφναν, κακήν
αρρώστειαν δι' όλα τα πτερωτά. Λησμονήσας τας παρεκτροπάς αυτής
εξ ελέους προς τα βάσανα της διέταξα την υπηρέτριαν να κάμη ό,τι
ημπορεί διά να την σώση. Αληθές είνε ότι προ τινων ημερών είχα
όρεξιν να τουφεκίσω την μοιχαλίδα,αλλ' εις ταύτα δεν υπάρχει
αντίφασις καμμία. Οι καλοί άνθρωποι, μετά των οποίων έχω την
αξίωσιν να συγκαταλέγωμαι, είνε ικανοί να πράξωσι τα πάντα εν τω
βρασμώ της οργής των κατά των αχρείων, αλλά δεν δύνανται να
βλέπουν να υποφέρη κανένας.
Η χειρούργισσα έκαμε την εγχείρησιν της τσίφνας καθ' όλους τους
κανόνας της τέχνης, εξαιρέσασα διά βελόνης τον φράσσοντα την
αναπνοήν υμένα ή λεπάκι, καυτηριάσασα την πληγήν δι'όξους και
αλείψασα έπειτα αυτήν διά μίγματος μέλιτος και βουτύρου.
Ουδέν όμως ωφέλησε και η αμαρτωλή εξέπνευσε το εσπέρας εντελώς
όμως ιατρευμένη, ως ελεγεν ο ιατρός τον Μολιέρου, οσάκις
συνέβαινεν ο ασθενής του ν' αποθάνη.
Την επιούσαν ευρέθη ο άπιστος πετεινός χήρος της ερωμένης του και
μαλωμένος με την νόμιμον σύζυγόν του. Η θέσις του ήτο αληθώς
αξιολύπητος.
Κατά την ώραν του προγεύματος ήλθε να κλωθογυρίση περί την άσπρην
όρνιθα, μετά δειλίας όμως και συστολής, ως σύζυγος αισθανόμενος
ότι έχει όλα τα άδικα και μη βέβαιος αν θα συγχωρηθώσιν. Εκείνη
εκαμώνετο ότι δεν τον βλέπει. Κατά το γεύμα ήλθε να λάβη την
πρώτην παρά την πλευράν της συνήθη θέσιν του, έτι μάλλον ταπεινός
και ζαρωμένος, αλλά και πάλιν έμεινε ψυχρά τρώγουσα με μεγάλην
όρεξιν τα πίτυρα και το σιτάρι και υποκρινομένη ότι δεν εννοεί την
όρεξιν συμφιλιώσεως του μετανοούντος.
Πάντα ταύτα όμως ήσαν κωμωδία, της οποίας εύκολον ήτο να μαντεύση
τις την ευτυχή λύσιν. Προ της δύσεως τω όντι του ηλίου ετελείωσεν
η παράστασις της κωμωδίας και εισήλθον μαζί εις το αυτό διαμέρισμα
του ορνιθώνος. Φαίνεται ότι είχαν πολλά να ειπούν, διότι όταν
εξήλθε την επιούσαν εφαίνετο η ορνιθούλα πολύ μεν ευχαριστημένη,
αλλά και κάπως κουρασμένη.
Μετά την ανωτέρω αψευδή διήγησιν δύναμαι να ερωτήσω τους
υποτιμητάς του πνεύματος των ζώων, ποίαν άλλην αξιοπρεπεστέραν της
όρνιθας ταύτης διαγωγήν θα ηδύνατο πολύπειρος μήτηρ να συμβουλεύση
την θυγατέρα της εις ομοίαν περίστασιν να τηρήση;
(«Σκριπ» 1 Ιανουαρίου 1897).
1) Υπό το πνεύμα τούτο μοι έγραψεν επανειλημμένως παροτρύνων με εις
επίσπευσιν της παρούσης εκδόσεως και ο εν τω Πανεπιστημίω του
Όξφορδ διαπρεπέστατος καθηγητής κ. Σ. Μενάρδος.
2) «Δεν ομιλώ περί λογογράφων διότι καθαυτό λογογράφοι δεν υπήρχον
τότε. Ο Ροΐδης πρώτος με την Πάπισσαν Ιωάνναν του εδίδαξε lo bello
stile, του οποίου η κομψότης και η χάρις και η ευφυία μένουσιν
ανυπέρβλητοι. Αλλά το πολύκροτον βιβλίον του καθώς και τα εκάστοτε
αραιώς δημοσιευόμενα σκαλαθύρματά του, καίπερ αρέσκοντα και
θαυμαζόμενα, δεν έσχον τόσην επίδρασιν ώστε να τονώσωσι το
πλαδαρόν και μελιτώδες και πομφολυγώδες ύφος το τότε εν χρήσει
παρά τη πεζογραφία». Χ. Αννίνου, «Τα πρώτα έτη του Ζαν Μωρεάς»,
Περιοδικόν «Μελέτη» Μάρτιος 1911 σ. 144-5.
3) Τω 1885 ουδεμία σχεδόν των γλωσσολογικών του μελετών είχεν
αναφανή, ως επίσης ουδέν των εν τω παρόντι τόμω διηγημάτων.
Πλείστα δε των κριτικών άρθρων και σκαλαθυρμάτων του ανάγονται εις
μεταγενεστέραν εποχήν.
4) Και «αφιλοκερδώς» ως ομολογεί εν τω προλόγω του ο κ.
Σταματόπουλος.
5) Βλ. και το άρθρον του περί «Βιβλιοθήκης Μαρασλή» («Άστυ» 2
Φεβρουαρίου 1897).
6) «Ακρόπολις» και «Νέον Άστυ» της 9 Ιανουαρίου 1904.
7) «Ποικίλη Στοά» 1891 και «Παναθήναια» 31 Μαρτίου 1904.
8) «Berliner Philogische Wochenschrift» 31 Μαρτίου 1894. Μετεφράσθη
εν τω «Άστει» της 2/15 Απριλίου του αυτού έτους.