Αλλ' η γάτα όχι μόνο αγαπάται, αλλ' ανταγαπά τουλάχιστον όσους, μη
λησμονούντες ότι ρέει εις τας φλέβας της αίμα βασιλικόν
προσφέρονται προς αυτήν μετά της δεούσης ευλαβείας»· εις απόδειξιν
δε τούτων έφερεν ο συγγραφεύς των Ειδώλων το πρόσφατον παράδειγμα
του γιγαντιαίου λευκού γάτου του αοιδίμου Κουμουνδούρου όστις, αν
και ήτο η εποχή των ερώτων, ουδ' επί στιγμήν απεμακρύνθη του
προσκεφάλου του κατά την πολυήμερον προς τον θάνατον πάλην, και
έπειτα υπήγε ν' αποθάνη κ' εκείνος εκ λύπης εις μίαν γωνίαν, εν ω
οι σκύλοι του μακαρίτου εξηκολούθουν να τρώγουν, να πίνουν και να
γαυγίζουν και οι θερμότατοι φίλοι του μετέβαινον να προσκυνήσωσι
τον κ. Τρικούπην».
Πρέπει δε ν' αναγραφή ότι ουχί ολιγωτέραν αγάπην προς τον
θνήσκοντα Μανώλην έδειξε και η γάτα του εκείνη, ην πάντες οι
επισκέπται του ενθυμούνται επί του γραφείου όταν έγραφεν ή παρά
την τράπεζάν του όταν εμοίραζε μετ' αυτής το λιτόν γεύμα όπερ
έτρωγεν εν βία επανερχόμενος εκ της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
δ' Αφιεροί μελέτας και εκτενέστατον πόνημα εις το γλωσσικόν
ζήτημα.
Είδομεν τον Ροΐδην ποθούντα την μεταρύθμισην του γλωσσικού
καθεστώτος από της δημοσιεύσεως του Οδοιπορικού, έκτοτε δε δεν
έπαυεν εκφέρων υπό τούτον ή υπό εκείνον τον τύπον τας ιδέας
ταύτας, αλλά συστηματικώτερον τας διετύπωσε τω 1885 διά του
πολυκρότου Προλόγου των Παρέργων. Από του έτους εκείνου δυνατόν
ειπείν ότι η γλωσσική μεταρρύθμισις απετέλεσε την κυριωτάτην του
σκέψιν, περί αυτήν περιεστράφησαν όλαι του αι μελέται και τας περί
ταύτης ιδέας του διετύπωσε διά μακρού φυλλαδίου — Το ταξείδι του
Ψυχάρη (1888) — και δι' ολοκλήρου τόμου. - Τα Είδωλα (1893).
Τα έργα ταύτα προεκάλεσαν θόρυβον μέγαν, αναγνώσθησαν απλήστως —
είνε μάλιστα τα μόνα εξαντληθέντα εν Ελλάδι γλωσσικά έργα — αλλά και
εγέννησαν πολλάς αντιρρήσεις όχι μόνον εκ μέρους των οπαδών της
καθαρευούσης (βλ. ιδίως των Ειδώλων Κατάλυσιν του κ. Γ.Χατζιδάκη)
αλλά και εκ μέρους πολλών δημοτικιστών οίτινες κατέκρινον τον
συγγραφέα επί ατολμία και ως μη καταλήγοντα εις το συμπέρασμα
εκείνο, εις ό λογικώς ήγουν αι ιδέαι του.
Γράφων «βιογραφικόν σημείωμα» και ουχί «κριτικήν μελέτην» απέχω
γνώμης επί του προκειμένου. Όχι διότι προσωπικήν γνώμην δεν έχω,
(έχω τοιαύτην και δεν την κρύπτω: συμμερίζομαι τελείως τας ιδέας
του Ροΐδου), αλλ' επειδή θεραπεύων επιστήμην πάντη ξένην προς την
γλωσσολογίαν δεν έχω το απαιτούμενον κύρος ούτε τας απαιτουμένας
τεχνικάς γνώσεις όπως κατέλθω εις τον αγώνα (123).
Δύναμαι όμως, ένεκα των μετά του μακαρίτου θείου μου μακρών
συνομιλιών, να καθορίσω, τας επί τίνων σημείων ιδέας του.
Και πρώτον, αν εξαιρέση τις μικρόν τι διήγημα την «Μηλιά»
(Χριστουγεννιάτικη Ακρόπολις 1896), ο Ροΐδης δεν έγραφεν ή την
καθαρεύουσαν και την έγραφε, ως παρετήρησε ο κ. Κονδυλάκης (124),
κατά τρόπον παρέχοντα επιχειρήματα εις τους οπαδούς αυτής. Ο
Ροΐδης ησθάνετο (125) πόσον δυσχερής ήτο η θέσις του λέγοντος
«ακολουθείτε τας συμβουλάς μου και όχι τα παραδείγματά μου» και
απήντα μεν ότι η «καθαρεύουσα ομοιάζει τα διεστραμμένα και
κακότροπα εκείνα γύναια τα οποία ουχί ο αγαπών αλλ' ο περιφρονών
δύναται να καθυποτάξη και να περιορίση διά της μάστιγος εντός των
ορίων της ευπρεπείας (126), ως απόδειξιν δε έφερε το παράδειγμα
του Βερναρδάκη μεταξύ των διδασκάλων, και του Γραβριηλίδου μεταξύ
των δημοσιογράφων, αλλά κατά βάθος συχνά ελυπείτο ότι δεν ηδύνατο
και διά του παραδείγματος να διαδώση τας θεωρίας του, διά τούτο δε
τον βλέπομεν αδιαλείπτως προσπαθούντα να απλοποιήση το ύφος του
και ενίοτε διορθούντα επί το δημοτικώτερον διηγήματα προ ετών
εκδοθέντα, ων δεν προέβλεπε την αναδημοσίευσιν.
Δευτέρα παρατήρησις είνε ότι δεν είνε αληθές ότι, όπως κάποτε είπε
με φιλικόν παράπονον ο κ. Ψυχάρης, περί το τέλος του βίου του
ηγάπησε ολιγώτερον την δημοτικήν. Η αλήθεια είνε άλλη, ότι είχε
μεγάλους ενδοιασμούς ως προς τον απόλυτον θρίαμβον της αμιγούς
δημοτικής. Αλλά τους ενδοιασμούς τούτους εξέθηκεν εκ μιας αρχής
και εις την περί «Ταξειδιού» μελέτην του (127) και εις τας προς
τον κ. Ψυχάρην επιστολάς του, εφ' όσον δε παρήρχετο ο χρόνος,
τόσον επείθετο ότι η νίκη μόνον βαθμιαίως ηδύνατο να κερδηθή. Εξ
άλλου ο Ροΐδης δεκάκις εχαρακτηρίσθη υπό του Παλαμά (128) ως «ο εξ
ίσου αποτροπιαζόμενος τα τετριμμένα και τα άμετρα· ο συμβολίζων το
μέτρον, την υγείαν, τον ορθόν λόγον, την αλήθειαν και την χάριν,
εις εποχήν που είχε και που έχει πέρασιν η αμετροέπεια, η
διανοητική πώρωσις, ο παραλογισμός, το ψεύδος, η αμάθεια». Εάν
λοιπόν, παρά τινας επιφυλάξεις στρατηγικής μάλλον φύσεως, εθαύμαζε
τας επιστημονικάς θεωρίας η τα ποιητικά αριστουργήματα κορυφαίων
τινών δημοτικιστών, αποτροπιάζετο διά τα εν ονόματι της δημοτικής
τελούμενα υπό ασυντάκτου ασκερίου.
Ως έγγραφεν από της 5 Νοεμβρίου 1877 εις τον Βαλαωρίτην, «ο
λογιωτατισμός πνέει ήδη τα λοίσθια, η αλογία όμως παραμένει και
υπερακμάζει, το δε κακόν είνε ότι έμαθε να ομιλή ουχί μόνον
σχολαστικά, αλλά και δημοτικά». Εφοβείτο «την αμετροέπειαν και την
αμάθειαν» πολλών αυτοχειροτονήτων μεταρρυθμιστών. Εφοβείτο, και
εφοβείτο δικαίως, ότι πολλοί νεωτερισμοί γενόμενοι άνευ μέτρου,
άνευ μελέτης και προ παντός άνευ γλωσσικής καλαισθησίας,
νεωτερισμοί οίτινες απετέλεσαν αρχικώς τον λεγόμενον μαλλιαρισμόν
(129), εκνευρίζοντες το κοινόν και γελοιοποιούντες τον όλον αγώνα,
θα προεκάλουν κατά της δημοτικής, λογιζομένης αδίκως υπευθύνου
εκτρωματικών τινων κατασκευασμάτων, τρομεράν αντίδρασιν και
καταφοράν.
Πόσον δε κατά τούτο ο Ροΐδης είχε δίκαιον δεικνύων τα από
εννεαετίας προ των οφθαλμών μας εκτυλισσόμενα.
VI
Η Δύσις
Τόση και τοιαύτη εργασία επέβαλε το όνομά του εις την κοινήν
γνώμην. Όσα έλεγε και όσα έγραφεν ο Ροΐδης περιέβαλλεν εξαιρετική
αίγλη.
Ο Ροΐδης, έγραφεν το «Νέον Άστυ» την 9 Ιανουαρίου 1909, υπήρξε
πράγματι ο ήρως τον Αττικού πνεύματος κατά την τελευταίαν
τεσσαρακονταετίαν και θα έκαμνε την τύχην του όστις, παρ' όσα είχε
γράψη, είχεν απαρτίση ένα τόμον από όσα έλεγεν εις φιλικάς
ομιλίας, εις τας σπανίας εμφανίσεις εις τον κόσμον, εις τας
ολιγολόγους εκείνας αλλά δηκτικάς απαντήσεις, τας οποίας έδιδεν
όταν ήθελε να τον πειράξη κανείς».
Τον Ροΐδην, ήρωα του Αττικού πνεύματος, ύμνησε και ο Σουρής εις
τους ωραίους στίχους τους οποίους έγραψε την επομένην του θανάτου
του:
Μία πένθιμη ρίμα
στου Ροΐδη το μνήμα.
Ο Μώμος, που μας πείραξε με το δικό σου στόμα,
τρις γέλασε, τρις έκλαψε στου τάφου σου το χώμα,
κ' η ξακουστή σου Πάπισα κ' η σάτυραις κ' η Σκνίπαις
κ' εκείνα που μας έλεγες, κ' εκείνα που δεν είπες,
έστησαν μες στο Πάνθεον της Τέχνης την μορφή σου,
κ' εκείνοι που σ' αφώρισαν βλογούν την κορυφή σου.
X
Στου Ζαχαράτου τη γωνιά θαρρώ και τώρ' ακόμα
πως του Μανώλη με καλεί χαριτωμένο σκώμμα,
κι ακούω μες' από σοφό, μα κάτισχνο κουφάρι,
τους σαρκασμούς τους Αττικούς με μια περίσσια χάρι.
X
Αυτήν δεν του την έσβυσε κανένας κρύος τρόμος,
κανένα πόνου βάρος,
την πήρε μόν' ο Χάρος,
κ' έγεινε σκωπτικότερος ο κάθε μώμου μώμος.
Ουχί ολιγώτερον του πνεύματος του Ροΐδου εξετιμώντο τα έργα του,
τα οποία και εις το μυθιστόρημα και εις την κριτικήν και
τελευταίον εις το διήγημα ήνοιξαν νέους δρόμους εις το ελληνικόν
πνεύμα. Ετι δ' ίσως πλέον των έργων εθαυμάζετο ο τρόπος με τον
οποίον ταύτα εγράφησαν, το ύφος εκείνο το εύηχον, εύστροφον,
συμμετρικόν και απρόοπτον, εις ο αι φράσεις δεν επλέκοντο προς
αλλήλας σφικτά ως κρίκοι θώρακος, το ύφος το τόσον προσωπικόν,
ώστε, όπως ελέχθη πολλάκις, ήρκει ν' αναγνώση τις την πρώτην
γραμμήν μιας σελίδος διά να μαντεύση ότι αύτη είχε γραφή υπό του
Ροΐδου.
«Εις κάθε σελίδα του, λέγει ο κ. Δ. Κακλαμάνος, του οποίου το
άρθρον πρέπει και πάλιν ν' αναφέρωμεν, συνέθετε, ανασυνέθετε,
διώρθωνε, μετέβαλλε την σειράν των λέξεων, αντικαθίστα,
ετόρνευεν, εστίλβωνεν, ελέπτυνεν, επελεκούσεν ως να επρόκειτο
περί αληθούς κομψοτεχνήματος. Είχε διά τούτο και το ύφος του
κάτι το περίτεχνον και το εξεζητημένον κάποτε. Αλλά ποία
απόλαυσις αντί του μικρού αυτού ψεγαδίου; Ποίον ύφος σφιγκτόν,
δεμένον, αρμονικόν έντονον, γραφικόν, με απροόπτους
σπινθηρισμούς, με λάμψιν σπανίαν, κάτι ως το ύφος των συγγραφέων
εκείνων, περί των οποίων ελέχθη ότι χρειάζεται κανείς χρωματιστά
γυαλιά διά να διαβάζη τα γραφόμενά των».
Την ευσυνειδησίαν, ην εξαίρει ο κ. Κακλαμάνος, επιβεβαιοί η μελέτη
των τετραδίων του. Τετράδια ο Ροΐδης είχε πλείστων ειδών. Εκείνα
εις α όπως ο Δωδέ εσημείου τας ιδέας ή τας σκέψεις ας εχρημοποίει
βραδύτερον εις τα έργα του. Τετράδια εις α έγραφε τα σχέδια των
έργων του· ενταύθα δε καταφαίνεται σαφέστερον η μέθοδος του της
εργασίας, προ παντός δ' αι αποκοπαί και αι συμπτύξεις εις ας
υπέβαλλεν αδιακόπως τα χειρόγραφά του. Τετράδια εις α συνέλεγεν
ότι εκάλει: «Νεοελληνισμούς», δηλαδή τας μωρίας και τας τερατώδεις
διαπλάσεις λέξεων, ας ανεύρισκε μετά χαράς εις τα γραφόμενα των
αυτοκαλουμένων δοκίμων συγγραφέων. Τέλος δε τα τετράδια εκείνα εις
α προσεπάθει να θησαυρίση τον πλούτον της δημοτικής. «Οσάκις, μου
γράφει ο φίλος του κ. Α. Ζ. Στεφανόπολις, ήκουε λέξιν εικονικήν,
οσάκις εύρισκεν έν τινι βιβλίω ή εφημερίδι λέξιν αρμονικωτέραν της
εις αυτήν ανταποκρινομένης καθαρευούσης, την αντέγραφεν. Εζήτει
έπειτα την παραγωγήν της, την σημασίαν ην είχεν άλλοτε και εκείνην
ην έχει τώρα. Ο Ροΐδης ειργάζετο ως βενεδικτίνος μοναχός και
προσεπάθει να καταστήση όσον ένεστι τελειοτέραν συλλογήν (130)».
Αλλ' η πάνδημος αύτη αναγνώρισις, καθαρώς ηθικού χαρακτήρος και
εις στενόν κύκλον περιοριζομένη (131), δεν επηρέασε πολύ τον
ιδιωτικόν του βίον. Ούτος καθίστατο οσημέραι μάλλον δύσελπις και
μελαγχολικός (132).
Εις τούτο συνέτεινον ολίγον μεν αι υλικαί στερήσεις, διότι ταύτας
υπέφερε θαρραλέως, ενθαρρυνόμενος υπό της υπεργήρου μητρός του,
ήτις εις τους εμμέσως προσπαθούντας να την παρηγορήσωσι διά τ'
απολεσθέντα πλούτη απήντα μετ' αριστοκρατικής στωικότητος, «και οι
Βουρβώνοι εδυστυχήσανε», πολύ δε η προϊούσα ηλικία, και ιδίως τ'
αλλεπάλληλά του δυστυχήματα.
Εκ τούτων τα μάλλον σκληρά (133) δι' αυτόν υπήρξαν η αυτοκτονία
του αδελφού, τοσούτω τραγικωτέρα καθ' όσον εδέησε να την αποκρύψη
από την μητέρα του, ο θάνατος του Τρικούπη εις ον μέχρι τέλους
έτρεφεν απεριόριστον αγάπην και πίστιν και ου μαθών το θλιβερόν
τέλος εδάκρυσε πικρώς (134), τέλος αι εθνικαί μας αποτυχίαι: η
πτώχευσις του 1893 και ο πόλεμος του 1897. Άριστα γνωρίζων τα
της Ιλλυρικής χερσονήσου, εγνώριζεν ότι τα ατυχήματά μας θα είχον
βαθυτάτας συνεπείας διά το Μακεδονικόν ζήτημα, εκ των πρώτων δε
ησθάνθη την ανάγκην του φανατισμού της νεολαίας όπως εν τη ώρα της
υπερτάτης κρίσεως είμεθα αρκετά φρονιματισμένοι διά ν'
αντιμετωπίσωμεν τον Βουλγαρικόν κίνδυνον (135).
Ως κορύφωμα δε των ατυχιών του ήλθεν η κατά το 1895 και το 1902
απόλυσίς του εκ της θέσεως του Εφόρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Κρίνων ταύτην ο Αλέξανδρος Βυζάντιος έγραφεν εν τη «Νέα Ημέρα»:
«Υπάρχουν προσωπικαί τινες μεταβολαί χαρακτηρίζουσαι
εκφραστικότατα τα παρ' ημίν πολιτικά ήθη, ή μάλλον την παρ' ημίν
κομματικήν κακοήθειαν. Ο κ. Ροΐδης είνε είς εκ των χαριεστάτων
πεζογράφων, είς των επιφανεστάτων λογίων της συγχρόνου Ελλάδος,
πανταχού δε της Ευρώπης τοιούτοι ανδρες θεωρούνται τιμή του
έθνους όλου και εγκαύχημα όλων των κομμάτων. Αλλ' αι
νεοελληνικαί φατρίαι ουδέν έχουσι κυριολεκτικώς ιερόν και όσιον.
Και ο συγγραφεύς της «Παπίσσης Ιωάννας» και των «Ειδώλων»
εθυσιάσθη. Τοιαύται πράξεις δικαιολογούσι πληρέστατα τους
ισχυριζομένους ανέκαθεν ότι η κομματοκρατία, ως διεμορφώθη παρ'
ημίν, εξαχρειοί και εξαγριοί συστηματικώς τον τόπον. Σημειωτέον
δ' ότι ο κ. Ροΐδης και ως έφορος της Βιβλιοθήκης ανεδείχθη
αληθής ειδικότης. Ότε διωρίσθη, η Βιβλιοθήκη περιείχεν εν συνόλω
75,000, σήμερον δε περιέχει τόμους 170,000. Εκ τούτων, ως
προκύπτει εκ των ετησίων πρυτανικών εκθέσεων, τα τρία τέταρτα,
τουλάχιστον, προέρχονται εκ δωρεών, τας δε δωρεάς προεκάλεσεν
άοκνος ανταπόκρισις. Πρότερον η Βιβλιοθήκη δεν είχεν άλλον
κατάλογον, πλην των μηδεμίαν παρεχόντων ασφάλειαν κινητών
δελτίων. Σήμερον υπάρχει επτάτομος έντυπος κατάλογος, ού μόνον
ασφαλίζων την βιβλιακήν περιουσίαν, αλλά και χρησιμότατος εις
τους μελετώντας. Επί του κ. Ροΐδου συνελέχθησαν εκ των
μοναστηρίων της ελευθέρας Ελλάδος και πλείστων της δούλης διά
νομαρχών και προξένων υπέρ τα 1500 χειρόγραφα, εν οις ουκ ολίγα
πολύτιμα. Τούτων συνετάχθη και ετυπώθη περιγραφικός κατάλογος
προκαλέσας τα συγχαρητήρια πάντων των ειδικών Ευρωπαίων. Ο κ.
Ροΐδης εν τη Βιβλιοθήκη δεν ήτο υπηρέτης κόμματος. Τουναντίον
επροστάτευε πάντοτε τους ικανούς υπαλλήλους, μη αποβλέπων εις
την κομματικήν αυτών προέλευσιν, ως τιμήν του δ' εθεώρει, ότι
συνετέλεσε να διορισθή επιμελητής των χειρογράφων ανήρ οίος ο
Σακκελίων και επιμελητής του νομισματικού Μουσείου οίος ο
Σβορώνος. Τόσον ήτο γνωστόν ότι επί Ροΐδη εξωρίσθη εκ της
Βιβλιοθήκης η πολιτική, ώστε κορυφαίοι του νυν κρατούντος
κόμματος, ο κ. Ζαΐμης, ο κ. Τυπάλδος και άλλοι πολλοί
παρενέβησαν αυθορμήτως υπέρ του διαπρεπούς λογίου. Αλλ' οι
κομματάρχαι δεν έχουσι σπλάγχνα, ή μόνον υπέρ των κολάκων, ους
απαντώσιν εις τους αντιθαλάμους των. Ο κ. Δηληγιάννης προσέταξε
να παυθή ο κ. Ροΐδης και ο Ροΐδης επαύθη, καίτοι ήκουσα ότι και
αυτός ο Βασιλεύς παρέστησε το τερατώδες τοιούτου πραξικοπήματος
κατά των Ελληνικών γραμμάτων. Μετά τοιαύτην απόλυσιν δικαιούται
τις να ερωτήση εις τι χρησιμεύουσιν εν Ελλάδι η ευφυία, η
παιδεία, η ικανότης και αν δεν είνε φρονιμώτεροι οι μη
φροντίζοντες να επιβαρυνθώσι διά των περιττών τούτων εφοδίων,
αλλά περισσαίνοντες ένα οιονδήποτε κομματάρχην».
Πόσον δε τας ιδέας του Βυζαντίου συνεμερίζετο η κοινή γνώμη
δεικνύει ότι και κυβερνήσεις μη Τρικουπικαί, ως η του κ. Ράλλη
(1897), έσπευδον ν' αναδιορίσωσι τον παυθέντα έφορον. Προσήχθη τω
1902 ως δικαιολογία της απολύσεως του Ροΐδου ότι ήτο ανάγκη ν'
αποδοθή δικαιοσύνη εις τον εκάστοτε υπό των μη Δηληγιαννικών
κυβερνήσεων απολυόμενον έφορον κ. Γ. Κωνσταντινίδην. Καθήκον
έχομεν ν' αναγνωρίσωμεν ότι ο κ. Κωνσταντινίδης εξεπλήρου τα
καθήκοντα του μετά πλείστου ζήλου και δραστηριότητος, αλλά τα
πράγματα απέδειξαν έκτοτε ότι διά τον συγγραφέα της «Ιστορίας των
Αθηνών» ηδύνατο να ευρεθή και άλλη θέσις και δη ισόβιος (136). Ο
Ροΐδης λοιπόν εθυσιάσθη εις τον βωμόν των κομματικών παθών, και
εθυσιάσθη καθ' ην εποχήν ολίγοι μήνες έλειπον όπως συμπληρώση την
σύνταξίν του και ενώ η δυσχερής του οικονομική θέσις ήτο αρκούντως
γνωστή. Είχεν άδικον ο Βυζάντιος ομιλών περί κομματικής
κακοηθείας;
*
* *
Εν μέσω τόσων θλίψεων τα έτη παρήρχοντο. Τον κομψόν οίκον της οδού
Φιλελλήνων, εις τον οποίον την χρυσήν νεολαίαν του 1870 είχον
αναπληρώση οι λόγιοι και οι πολιτευόμενοι, αλλ' όστις είχεν
εμμείνη πλαίσιον αντάξιον του φιλοξένου και καλλιτέχνου
οικοδεσπότου (137), διεδέχθη από του 1895 εκατοντάδραχμον πάτωμα
παλαιάς οικίας της οδού Νικοδήμου. Εκεί, εις δύο βημάτων απόστασιν
(και η σύμπτωσις είνε αρκετά περίεργος) της Χρυσοροΐδενας εκείνης,
ην προ δυο αιώνων είχον εγκαταλείψη φεύγοντες οι προπάτορές του,
διήλθεν ο Ροΐδης τα δέκα τελευταία και πικρότατα έτη της ζωής του.
Η αυξάνουσα κωφότης καθίστα καθ' ημέραν δυσκολωτέραν την
επικοινωνίαν μετά των παλαιών φίλων, αίτινες, ειρήσθω προς τιμήν
των, ουδέποτε ούτε την μητέρα του ούτε αυτόν ελησμόνησαν (138). Η
δε οσημέραι φθίνουσα υγεία του, εν ώ τον είχε καταδικάση ούτως
ειπείν εις ακινησίαν, καθίστα εις αυτόν δυσχερές το γράφειν και
ούτω τον εστέρει και αυτής της υπερτάτης απολαύσεως. Είς των
διακαεστέρων πόθων του ήτο να γράψη τον βίον του Τρικούπη· όπως δε
μοι έλεγεν η μήτηρ του, εις ην μόνην το εξεμυστηρεύθη, η
σκληροτέρα δι' αυτόν απογοήτευσις υπήρξεν η συναίσθησις ότι δεν
είχε πλέον τας σωματικάς δυνάμεις και ίσως και την διανοητικήν
ακμήν, αίτινες απητούντο διά τοιούτον έργον.
Προ ολίγου χρόνου έπεσεν εις χείρας μου έργον περί των τελευταίων
ετών του Μπετόβεν. Εφρικίων βλέπων οποίον τέλος επεφύλασσετο εις
τον γέροντα υπό της κωφότητος απομονωθέντα και εις ράκος
εγκαταλελειμμένον θεόν της Συμφωνίας. Εφ' όσον όμως ανεγίνωσκον
τας πράγματι οδυνηράς εκείνας σελίδας, ενόμισα αίφνης ότι έβλεπον
εκτυλισσομένας εμπρός μου τας τελευταίας ημέρας του μεγάλου
Έλληνος συγγραφέως διά τον οποίον, όπως έγραφεν ο κ. Νιρβάνας
(139) «το μέλλον θ' ασχοληθή περισσότερον και δικαιότερον από το
παρόν».
Α. Μ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Οικογένεια Ροΐδη εν Ζακύνθω.
(Εκ πληροφοριών Λεωνίδα Χ. Ζώη).
Την οικογένειαν του κόμητος Ροΐδη εν Ζακύνθω απαντώ το πρώτον κατά
το έτος 1633.
— Ο Νερούτσος Ροΐδης έμπορος εξ Αθηνών ήτο εν Ζακύνθω τη 10
Μαρτίον 1633 και 1 Απριλ. 1636. (Βλέπε παρά τω Αρχειοφυλακείω
Συμβολαιογράφου Ιωάν. Φραντζήν — σελ. 140 και 159).
— Τη 28η Οκτωβρίου 1715 η αρχόντισοα Άννα λεγομένη Ανδραμηδού
δίδει την προίκα της θυγατρός της Μαρίας, υπανδρευομένης τον
ευγενή Κόντε Γεώργιον Ροΐδην, κατά το από 22 Νοεμβρίου 1713
προικοσύμφωνον (Βλέπε Σ/γράφον Δημήτριον Πυρρήν — - σελ. 109).
— Εκ του Γεωργίου Ροΐδου και της Μαρίας, ως άνω, εβαπτίσθη, τη 27
Οκτωβρίου 1720 παιδίον άρρεν και ωνομάσθη υπό του αναδόχου του
Νικόλαος. (Βλ. Ληξιαρχ. βιβλία ναού της Θεοτόκου Φανερωμένης εν τη
πόλει Ζακύνθου).
— Εν τοις Ληξιαρχικοίς βιβλίοις του εν τη αυτή πόλει ναού της
Αναλήψεως αναγινώσκω· «1733 στας 5 Οκτωβρίου. Έθαψα τον ευγενή
Κόντε Γεώργιον Ροΐδη· ήτον από την Αθήνα και έπειτα ήρθε εις την
Γαστούνη· ήτον χρονών 70».
— Εκ του Νικολάου Ροΐδου, νυμφευθέντος (τη 29 Οκτωβρ. 178 (;). Βλ.
Ληξιαρχικά βιβλία ναού Αγίου Νικολάου Γερόντων εν τη πόλει
Ζακύνθου) την Μπετίναν Ιακώβου Γρυμάνη, εγεννήθησαν τέκνα προ του
γάμου (εκ της αυτής συζύγου), η Ζαχαρένια (1763), η Αναστασία
(1765), ο Διονύσιος και ο Αντώνιος· ίσως εγεννήθησαν και άλλα, τα
οποία δεν γνωρίζω, καθώς τυγχάνει άγνωστος και ο χρόνος γεννήσεως
των Διονυσίου και Αντωνίου μη σημειούμενος εν τοις ληξιαρχ.
βιβλίοις του ως άνω ναού της Αναλήψεως.
— Ο Νικόλαος Ροΐδης, όστις εχρημάτισε και συμβολαιογράφος Ζακύνθου
από του 1793 — 1805, απέθανε περί το 1805.
— Ο υιός του Διονύσιος απέθανε τη 30 Ιανουαρίον (και όχι τη 30
Ιουνίου, ως εσφαλμένως έγραψε εν τω Ζακυνθίω περιοδικώ «Κυψέλη»,
έτος Β', σελ. 262) του έτους 1835 εις ηλικίαν 72 ετών. (Βλέπε
ληξιαρχ. βιβλία ναού Αναλήψεως).
- Ο έτερος υιός του Νικολάου, αδελφός του Διονυσίου, απέθανε τη 22
Ιουνίου 1847 εις ηλικία 83 ετών. (Βλ. Libri di morte 1847 παρά τω
@Αρχ] κείω). Ούτος, πιστεύω, είνε και ο τελευταίος εν Ζακύνθω
Ροΐδης, μετά τον θάνατον του οποίου εξέλιπε και η οικογένεια αύτη·
εκ θηλυγενείας όμως η οικογένεια αύτη συγγενεύει μετά των
οικογενειών Κανάλε και Καντακίτου.
- Περί συμμετοχής των Ροΐδη εις την εκστρατείαν του Μοροζίνη, της
αμοιβής αυτών διά του τίτλου του Κόμητος και κτημάτων εν Ηλεία (ή
Αρρκαδία;) είνε γνωστά δι'οικογενειακών εγγράφων.
- Εξ' άλλου εγγράφου τηρουμένου παρά τω @Αρχ] κείω ημών, φαίνεται
καταγεγραμμένη τω 1817 η κινητή και ακίνητος περιουσία των αδελφών
Διονυσίου και Αντωνίου Ροΐδη, (Filze diversorum).
- Ο Διονύδιος Ροΐδης εσπούδασεν εν Παταυΐω φυσικομαθηματικάς
επιστήμας και την ιατρικήν, συνεχεσχετίσθη προς διαφόρους
επιφανείς ιταλούς, ήτο εγκυκλοπαιδικώτατος και εστιχούργει
λατινιστί και ιταλιστί. Πάσχων εκ ποδάγρας και έχων ιδιοτροπίας
δεν προσεκαλείτο προς θεραπείαν ασθενών, ηναγκάζετο δε να
μετέρχηται τον διδάσκαλον, διδάσκων εν τω Λυκείω Ζακύνθου
λατινικά, ιταλικά και γαλλικά, λαμβάνων μηνιαίως 24 τάλληρα. Τας
ιδιοτροπίας του Ροΐδου εσατύρισεν ο ποιητής Σολωμός εν τη
«Πρωτοχρονιά» και τω «Ιατροσυνεδρίω».
- Ο Ροΐδης έγραψεν επιγράμματα, ωδάς, σατύρας και ύμνους λατινιστί
και ιταλιστί, εξ ων μνημονεύονται: «La Motoneide», εποποιία
εξυμνούσα Μοθωναίόν τινα αριστεύσαντα κατά την επανάστασιν της
Πελλοπονήσου — «Passio del N. S. Gesù»-«Inno al principe reggente
Georgio»-«Dissertazione epistolare ecc....»-«Διάλογοι περί του
ψύχους του 1832» και άλλα. (Βλ. και Ν. Κατραμή «Φιλογικά Ανάλεκτα»
Ζακύνθου — σελ 438.).
ΣΥΡΙΑΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΥΡΙΑΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ
Εντρέπομαι να το ομολογήσω. Επέρασαν οκτώ μήνες αφ' ότου
υπανδρεύθην και είμαι ακόμη ερωτευμένος με την γυναίκα μου, ενώ ο
κυριότερος λόγος διά τον οποίον την επήρα ήτο, ότι δεν μου ήρεσκε
διόλου η κατάστασις ερωτευμένου. Δεν πιστεύω να υπάρχη άλλη
αρρώστια τόσον βασανιστική. Ούτε όρεξιν είχα, ούτε ύπνον, ούτε
διάθεσιν να εργασθώ ή να διασκεδάσω. Εκτός της Χριστίνας, όλα τα
άλλα τα εύρισκα άνοστα, ανάλατα, ανούσια και πληκτικά. Ενθυμούμαι
ότι μίαν ημέραν εις το ξενοδοχείον έκαμα όλον τον κόσμον να
γελάση, παραπονεθείς ότι ήτο ανάλατη και η λακέρδα. Οι συγγενείς
μου δεν ήθελαν αυτόν τον γάμον, διά τον λόγον ότι εκείνη δεν είχε
τίποτε, και ουτ' εγώ πολλά. Την πατρικήν μου οικίαν, τρεις
χιλιάδας δραχμάς εισόδημα από δυο αποθήκας και μίαν θέσιν εκατόν
εξήντα δραχμών. Πώς λοιπόν ήτο δυνατόν να ζήσωμεν με αυτά αφού η
νέα, αν και χωρίς προίκα, ήτο μοναχακόρη καλομαθημένη και αγαπούσε
τον καλόν κόσμον, τας διασκεδάσεις, τα στολίδια και τους χορούς;
Όσα μου έλεγαν τα εύρισκα όλα σωστά! Δεν ημπορώ καν να είπω προς
δικαιολογίαν μου ότι μ' ετύφλωσε το πάθος, ούτε πιστεύω να υπάρχη
άνθρωπος θετικώτερος από εμέ. Οι άλλοι ερωτευμένοι φαντάζονται την
απόλαυσιν της φιλτάτης των ευτυχίαν τόσω μεγάλην, ώστε δεν
φοβούνται να γελασθούν αγοράζοντες αυτήν εις οποιανδήποτε τιμήν.
Εγώ όμως δεν ήμην ρωμαντικός. Τίποτε έκτακτον δεν ωνειρευόμην,
αλλά μόνον να επανέλθουν τα πράγματα εις την τακτικήν αυτών
κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκοντο πριν ερωτευθώ. Την μακαρίαν
εκείνην κατάστασιν την ενθυμούμην με τον φλογερόν πόθον με τον
οποίον ενθυμείται ο άρρωστος τον καιρόν όπου ήτο υγιής. Την
Χριστίναν την ήθελα μόνον και μόνον διά να την απολαύσω, να την
χορτάσω, να την βαρεθώ και ν' αρχίσω έπειτα, καθώς πριν, να τρώγω,
να κοιμούμαι, να πηγαίνω εις τον περίπατον και να παίζω πρέφαν και
κοντσίναν εις την λέσχην. Και πάλιν όμως δεν θ' απεφάσιζα να την
νυμφευθώ, αν δεν συνέβαινε ν' αποθάνη κατ'εκείνας τας ημέρας από
την στέρησιν και την κακοπάθειαν γέρων θείος μου, τον οποίον
επιστεύαμεν όλοι απένταρον, βλέποντες αυτόν να ενδύεται ως
Διογένης και να τρέφεται ως ασκητής. Πάσχων προ καιρού από το
στήθος, μου είχε ζητήση εκατόν δραχμάς διά ιατρόν και ιατρικά.
Αντί όμως να τας μεταχειρισθή προς τοιούτον σκοπόν, είχε
προτιμήσει να προσθέση και αυτάς εις άλλας πενήντα χιλιάδας, όπου
είχε κρυμμένας εις το αχυρόστρωμα επί του οποίου ευρέθη ένα πρωί
νεκρός. Το παθημά του μ' έκαμε να σκεφθώ, ότι θα ήτο ανοησία να
εξακολουθώ να βασανίζωμαι από την αϋπνίαν και την ανορεξίαν, αφού
είχα τα μέσα να ιατρευθώ. Την Χριστίναν την επήρα καθώς πέρνει
κανείς κινίνον διά ν' απαλλαχθεί από τον πυρετόν.
Αν και ήμην ανυπόμονος, ηναγκάσθην από την κοινήν πρόληψιν και τον
δεσπότην μας Λυκούργον να περιμείνω το τέλος του Μαΐου διά να
στεφανωθώ. Ευθύς μετά τον γάμον επήγαμεν να περάσωμεν το
μελοφέγγαρον εις την Ζιάν. Ημπορώ να είπω ότι είδα εκεί καλάς
ημέρας. Το νησί ήτο καταπράσινον, το εξοχικόν μας σπίτι
αναπαυτικόν, τα τρόφιμα εξαίρετα, ο καιρός ωραίος
και ακόμη ωραιοτέρα η Χριστίνα. Εκείνο όπου μ' έκαμε να την
προτιμήσω από όλας, είνε ότι μόνη αυτή δεν είχε κανέν από τα
συνειθισμένα παρθενικά ελαττώματα, διά τα οποία αηδίαζα εν γένει
τας κορασίδας. Ούτε λιγνή, ούτε αναιμική, ούτε εντροπαλή, ούτε
πολύ νέα. Πιστεύω μάλιστα ότι ήτο κατά τι μεγαλειτέρα από εμέ.
Εικοσιέξ έως εικοσιοκτώ ετών, μελαχροινή, με ανάστημα, με ώμους,
με στήθος, με φλόγα εις το βλέμμα και κομψότατα υποδηματάκια. Διά
να μη φανή απίστευτον το άθροισμα τόσων χαρισμάτων αρκεί να
προσθέσω ότι ήτο Σμυρναία.
Εις την Κέαν εμείναμεν όλον το θέρος και η θεραπεία μου επροόδευε
θαυμασίως. Νομίζω ότι πολύ προτήτερα από τον Βίσμαρκ εφευρήκα εγώ
το «Μακάριοι οι κατέχοντες». Οι αισθηματικοί θεωρούσιν ως ελάττωμα
της τοιαύτης κατοχής και εν γένει του γάμου, ότι είνε ο τάφος του
έρωτος. Τοιούτον όμως παράπονον δεν ηδυνάμην να έχω εγώ, αφού
υπανδρεύθην επίτηδες διά να τον θάψω, από πόθον όχι εκτάκτων
απολαύσεων, αλλ' ησυχίας, και κατώρθωνα να είμαι καθ' ημέραν
ησυχώτερος. Το πρωί εκάμναμεν θαλάσσιον λουτρόν, το απόγευμα
μακρυνόν περίπατον ή εκδρομήν με την βάρκα. Επέστρεφα κατάκοπος,
έτρωγα ως λύκος και αφού έλεγα εις την Χριστίναν ό,τι είχα να της
ειπώ εκοιμώμην μονοκόματα εως το πρωί. Ονείρατα δεν έβλεπα πλέον,
πλην ενός μόνου, το οποίον ηδυνάμην κ' εκείνο να θεωρήσω ως
σύμπτωμα τελείας αναρρώσεως. Η εσπέρα ήτο θερμή και είχαμεν εξέλθη
ν' αναπνεύσωμεν εις τον εξώστην μετά το δείπνον. Δεν ενθυμούμαι
άλλην φωτεινοτέραν λάμψιν πανσελήνου, ούτε τοιούτον της θαλάσσης
σπινθηρισμόν ούτε ευωδεστέρας του δάσους και των κήπων
αναθυμιάσεις. Χαριεστάτη ήτο και η Χριστίνα με το άσπρον της
φόρεμα χωρίς μέσην ή, ως το έλεγεν, peignoir, επί του οποίου
εχύνετο έως το γόνατον η λυτή κόμη της ως πλημμύρα μαύρου ποταμού.
Εκύτταξε την θάλασσαν ψιθυρίζουσα την τότε του συρμού καβατίναν
«Ερνάνη, Ερνάνη, κλέψε με», όταν αίφνης εσιώπησε μετριοφρόνως
τείνουσα τα ώτα εις το άσμα αηδόνος αντηχήσαν από τον γειτονικόν
κήπον. Πάντα ταύτα ήσαν βεβαίως ποιητικώτατα, αλλ' εις το δείπνον
είχα φάγη πολλήν παλαμίδα, την οποίαν επότισα, ως βαρυστόμαχον, με
δυο ή τρία ποτήρια γλυκού οίνου της Κέας. Με κατέλαβε λοιπόν ο
ύπνος και ωνειρεύθην... ούτε άσματα αηδόνος, ούτε μαύρας πλεξίδας,
ούτε σελήνης μαρμαρυγάς, αλλ' ότι ευρισκόμην εις την Σύραν, εις
την Λέσχην, και εκέρδιζα του πρωτομάστορη του πικέτου Αλοϊσίου
Κατζαΐτη τρία καπότα κατά σειράν. Άδικον θα ήτο μετά τοιούτον
όνειρον ν'αμφιβάλλω ότι ήμην εντελώς ιατρευμένος. Την επομένην
εβδομάδα επεστρέψαμεν εις την Σύραν, μετά τετράμηνον διαμονήν εις
την Ζιάν, αφού ανέκτησα την πριν ησυχίαν μου, όλην μου την πεζότητα
και δυο οκάδες περισσότερον βάρος, ως επείσθην ζυγισθείς κατά την
απόβασιν εις τον στατήρα του τελωνείου.
Πολύ βεβαίως θα εγελούσα τότε, αν ευρίσκετο κανείς να μου προείπη,
ότι μετ' ολίγας ημέρας θα ήμην πάλιν πολύ περισσότερον παρά προ
του γάμου μου ερωτευμένος και δυστυχής. Η πρώτη αφορμή του
ξανακυλίσματος υπήρξε χορός, τον οποίον έδωκεν ο κ. Δήμαρχος εις
τιμήν του παρεπιδημούντος και υπ' αυτού φιλοξενουμένου υπουργού
των Ναυτικών. Ο χορός εκείνος επέσκηπτε πρόωρος και απροσδόκητος
και ολίγος απέμενε καιρός εις τας Συριανάς διά να ετοιμασθώσιν.
Όλαι ήσαν άνω κάτω. Επί τρεις ημέρας έτρεχεν η Χριστίνα εις τα
εμπορικά, την δε τετάρτην μετεβλήθη ολόκληρος η οικία μας εις
εργαστήριον ραπτικής. Πανταχού κομμάτια υφασμάτων, φόδραι,
ορνέκια, στηθόδεσμοι και υποδήματα προς δοκιμήν. Δεν εύρισκα πλέον
που να καθίσω· το δε εσπέρας έπρεπε να περιμένω έως τας εννέα ή
και αργότερα, ν' αδειάση η ράπτρια την τράπεζαν του γεύματος, διά
να δειπνήσωμεν με μίαν σαλάταν ή σμαρίδας τηγανητάς. Η μόνη μας τω
όντι εγκυκλοπαιδική υπηρέτρια είχε χειροτονηθή κ' εκείνη μοδίστρα
και δεν επρόφθανε να μαγειρεύη. Άδικον όμως θα ήτο να παραπονεθώ
διά τούτο, αφού το κακόν ήτο γενικόν. Πλην των Χριστουγέννων, του
Πάσχα και των άλλων μεγάλων εορτών, επικρατεί η συνήθεια εις την
Σύραν να νηστεύουν και τας παραμονάς των μεγάλων χορών. Το
οχληρότερον από όλα ήτο η διηνεκής απασχόλησις της Χριστίνας και
τα παντός είδους χαρτιά, τα οποία ετύλιγε την νύκτα εις τα μαλλιά
της. Από την ημέραν όπου ελάβαμεν το κατηραμένον εκείνο
προσκλητήριον, ήτο ως να μην είχα γυναίκα.
Όση όμως και αν ήτο η απέχθειά μου κατά των τοιούτων
προπαρασκευών, πρέπει να ομολογήσω ότι επέτυχε πληρέστατα της
Χριστίνας ο στολισμός· φόρεμα με μακράν ουράν από βαρύ
βυσσινόχρουν μεταξωτόν και επί της κεφαλής το τελευταίον λείψανον
της κειμηλιοθήκης της μητρός της, είδός τι αρχαϊκού διάδήματος από
ρουβίνια, των οποίων αι πορφυραί φλόγες συνηρμόζοντο θαυμασίως με
το κοράκινον χρώμα των τριχών της. Ούτω στολισμένη μου ενθύμιζε
την Σεμίραμιν, την Φαίδραν, την Κλεοπάτραν, την Θεοδώραν και τας
άλλας ηρωίδας αι οποίαι ετάραττον τον ύπνον μου όταν ήμην εις το
σχολείον.
Ο οίκος του κ. δημάρχου ήτο μεγάλος, αλλ' ακόμη μεγαλείτερος ο
φόβος του να μη λησμονήση ουδέ τον ελάχιστον κομματαρχίσκον του,
έστω και λουκουμοποιόν, καραβοκύρην, βυρσοδέψην η άλλον
καταστηματάρχην. Ο κόσμος ήτο λοιπόν πολύς και ως πάντοτε
συμβαίνει εις την Σύρον, τριπλάσιοι των κυριών οι χορευταί. Ταύτας
επερίμεναν εις την εξώθυραν με σημειωματάριον εις την χείρα και
ανέβαιναν κατόπιν αυτών την κλίμακα επαιτούντες χορόν. Όταν
εισήλθομεν εξώρμησαν τουλάχιστον δεκαπέντε κατά της Χριστίνας, της
οποίας εθαύμασα κατά την έφοδον ταύτην το θάρρος και την
ετοιμότητα με την οποίαν εμοίραζεν ως αντίδωρον ανά έν βλέμμα και
έν μειδίαμα εις έκαστον απαιτητήν. Η τοιαύτη διανομή εξηκολούθησε
χωρίς διαλείμματα καθ' όλην την διάρκειαν της εσπερίδος. Μόνον δι'
εμέ δεν επερίσσευσε τίποτε, αν και την έφεραν δυο ή τρεις φοράς
πλησίον μου αι περιπέτειαι του χορού. Μη έχων διάθεσιν να χορέψω
και βαρυνόμενος τας οχληράς μου σκέψεις ανεζήτουν κανέν γνώριμον
πρόσωπον μεταξύ του πλήθους, όταν διέκρινα κολλημένην εις τον
τοίχον ως ταπεσσαρίαν την κυρίαν Κλεαρέτην Γαλαξίδη, σαραντάραν
παρθένον, της οποίας με ήρεσκε πολύ, όχι βεβαίως το υπερώριμον
κάλλος, αλλ' η καλωσύνη της, η ευπροσηγορία, η απλότης των τρόπων
και της ενδυμασίας της και η φαινομένη έλλειψις πάσης κατακτητικής
αξιώσεως και φιλαρεσκείας. Εχόρευε δε και αρκετά καλά, οσάκις
συνέβαινε να εύρη χορευτήν. Με την γεροντοκόρην ταύτην εφερόμην
μετά πολλής οικειότητος ως προς καλόν φίλον μάλλον ή φιληνάδα, και
εκείνη δε εφαίνετο ευχαριστουμένη να συνομιλή μαζί μου, να με δίδη
συμβουλάς υγιεινής ή οικιακής οικονομίας και να με στέλλη ενίοτε
παξιμάδια με γλυκάνισον, προς εκτίμησιν της εξόχου αυτής ζυμωτικής
τέχνης. Εύλογος μετά ταύτα ήτο η απορία μου όταν, αντί να με τείνη
κατά το σύνηθες την χείρα, απήντησεν εις το καλησπέρα μου διά
βλέμματος παγερού και σχεδόν εχθρικού.
— Δεν χορεύετε απόψε; ηρώτησα αυτήν απερισκέπτως, λησμονών ότι
τούτο δεν εξηρτάτο από μόνην την θέλησίν της.
— Όχι, κύριε.
— Διατί, ενώ είσθε η καλλιτέρα μας χορεύτρια; Τούτο είνε
παραξενάδα.
— Υπάρχουν άλλα πράγματα πολύ πλέον παράξενα.
— Δεν με τα λέγετε;
— Υπάρχουν μερικοί κύριοι, οι οποίοι αφού ολόκληρα έτη βεβαιώσουν
μίαν νέαν ότι δεν δύνανται ν' αγαπήσουν παρά γυναίκα φρόνιμον, ήσυχον,
σεμνήν, νοικοκυράν, πηγαίνουν έπειτα και νυμφεύονται μίαν άσωτην, μίαν
κοκέταν, μίαν ξεμυαλισμένην, όπου έκαμεν εργολαβίαν με όλον τον κόσμον
και εξακολουθεί και μετά τον γάμον της τα ίδια.
Εκ των ανωτέρω ηναγκάσθην να συμπεράνω, ότι η κυρία Κλεαρέτη δεν
ήτο όσον εφαίνετο καλή, ούδ' όσον ενόμιζα αφιλοκερδείς αι
περιποιήσεις της, αι συμβουλαί της και αι αποστολαί παξιμαδίων. Η
απροσδόκητος αύτη αποκάλυψις των νυμφικών αξιώσεων γεροντοκόρης, η
οποία θα ηδύνατο να είνε μήτηρ μου αν υπανδρεύετο εγκαίρως, ήτο
βεβαίως αστειοτάτη. Την εσπέραν όμως εκείνην είχα τα νεύρα μου και
αντί να γελάσω δεν απηξίωσα να εκδικηθώ αποκρινόμενος. — Δεν
ενθυμούμαι να έκαμα ποτέ τοιαύτας ομιλίας εις καμμίαν νέαν.
Η κ. Κλεαρέτη εδάγκασε το χείλος της και μου εγύριοε την ράχιν· η
φράσις της όμως «έκαμεν εργολαβίαν με όλον τον κόσμον και
εξακολουθεί μετά τον γάμον της τα ίδια» δεν έπαυε ν' αντηχή εις
την ακοήν μου ως συριγμός εχίδνης. Η αλήθεια ήτο ότι το επαράκαμνε
και η Χριστίνα. Εξακολουθών να την κατασκοπεύω παρετήρησα ότι η
διανομή των βλεμμάτων και των μειδιαμάτων της δεν εγίνετο με όσην
κατ' αρχάς υπέθεσα ισότητα και αμεροληψίαν. Πολύ μεγαλειτέρα της
των άλλων ήτο μερίς κομψοτάτου τινός ξανθού νεανίσκου όστις, αφού
έλαβε δύο χορούς, έμενεν όπισθεν της ενώ εχόρευε με άλλον,
συνεχίζων κατά τα διαλείμματα της καδρίλιας ατελεύτητον μετ' αυτής
συνομιλίαν. Το περίεργον είνε ότι μου ήτο τελείως άγνωστος ο
κύριος ούτος, ενώ οι κάτοικοι της μικροσκοπικής Ερμουπόλεως
γνωρίζονται όλοι ως καλόγηροι του αυτού μοναστηρίου, Η αμηχανία
μου ήτο μεγάλη, όταν ήλθε να καθίση πλησίον μου ο παλαιός μου
φίλος Ευάγγελος Χαλδούπης, ο εξυπνότερος αλλά και ο πλέον
διεστραμμένος των Συριανών, αδιάντροπος ως πίθηκος και κυνικώτερος
του Διογένους. Δια ν' αποφύγη τα σκώμματα του κόσμου είχεν εφεύρη
να γελά ο ίδιος δυνατώτερα παντός άλλου διά τας πολλάς και
επιφανείς της μακαρίτριας συζύγού του απιστίας. Εις τον τοίχον του
γραφείου του είχε κρεμάση τας εικόνας του Ηφαίστου, του
Αγαμέμνονος, του Μενελάου, του Βελισαρίου, του Ερρίκου Δ' και την
ιδικήν του φωτογραφίαν πλησίον των «ενδόξων αυτού συναδέλφων».
Καθ' όλην την πενταετή διάρκειαν του συζυγικού αυτού βίου ουδέποτε
εξέφυγεν από τα χείλη του, ούτε παράπονον, ούτε επίπληξις, ούτε
μομφή, ούτε παρατήρησις καμμία, αλλά μόνον ειρωνείαι, σκώμματα και
μειδιάματα τόσον φαρμακερά, ώστε ζήτημα απέμενε διά πολλούς αν
πράγματι απέθανεν από καρκίνον, ή μάλλον εκ της δριμύτητας αυτών η
μακαρίτις. Όπως δήποτε ευθύς μετά την λήξιν του πένθους εκηρύχθη
και πάλιν υποψήφιος γαμβρός. Εκ φόβου όμως ως έλεγε, μη εξαντληθή
το πνεύμα του, αν ηναγκάζετο να κάμη όσην πριν κατάχρησιν αυτού,
προς υπεράσπισιν της τιμής του, απήτει ήδη παρά της μελλούσης
κυρίας Χαλδούπη τρία τινά· να είνε άσχημη, κουτή, και πλούσια. Την
περιζήτητον ταύτην τριάδα προσόντων είχεν εύρη συνηνωμένην εις το
πρόσωπον της δεσποινίδος Παναγιώτας Τουρλωτής, είδος τι νεαρού
ιπποποτάμου, του οποίου ο όγκος εφόβιζε πάντας τους άλλους
προικοδιώκτας.
Ο αλλόκοτος ούτος άνθρωπος, αφού με παρετήρησεν επί τινας στιγμάς
με οχληράν επιμονήν.
— Τι έχεις; με ηρώτησε· τα μούτρα σου είνε βουρκωμένα σαν τα βουνά
της Γούρας.
— Τίποτε, απεκρίθην με πονεί ολίγον το κεφάλι. — Και πολύ
περισσότερον σε πονεί ότι δεν με ήκουσες, όταν σου έλεγα ότι δεν
είνε διά σένα η Χριστίνα· ότι έχει εις τας φλέβας της πολύ αίμα και
κάποιαν ομοιότητα με την μακαρίτισσάν μου εις την φυσιογνωμίαν. Βλέπω
κοντά της τον παλαιόν της φίλον Κάρολον Βιτούρην, επρόσθεσε δεικνύων
τον εξακολουθούντα να συνομιλή μετ' αυτής ξανθόν νεανίσκον. Φαίνεται
ότι έχουν πολλά να ειπούν.
— Τον παλαιόν της φίλον; ηρώτησα εγώ. Πώς γίνεται να μη τον
γνωρίζω; Πρώτην φοράν τον βλέπω.
— Δια τον λόγον ότι μόνον προχθές επέστρεψεν από την Ευρώπην. Πρό
πέντε ετών, πριν αποκατασταθείς συ εις την Σύραν, ήτο ερωτευμένος
τρελλός με την Χριστίναν, την οποίαν δεν του έδωκαν διότι δεν είχε
τα μέσα να την συντηρήση. Η απελπισία του ήτο τόση, ώστε ήθελε ν'
αυτοχειριασθή, και θα το έκαμνεν ίσως, αν δεν ανελάμβανεν η
γυναίκα μου να τον παρηγορήση. Ήτο, νομίζω, ο πρώτος της εραστής.
Τους συνέλαβα επ' αυτοφώρω εις τον κήπον του Κωυμού, μίαν ημέραν,
όπου είχα υπάγη να επισκεφθώ την Αννίκαν. Η γυναίκα μου τον
εβαρέθη ογλήγωρα, διότι ήτο παρά πολύ αισθηματικός. Έπειτα
φαίνεται, ότι εξηκολούθει να ενθυμήται την ιδικήν σου. Τον
έστειλαν τότε εις την Γαλλίαν να τας λησμονήση και τας δυο και να
σπουδάση Φαρμακευτικήν διά να διαδεχθή τον πατέρα του. Φαίνεται
όμως ότι δεν κατώρθωσε να εύρη λησμοβότανον. Παρατήρησε πως τρώγει
την Χριστίναν με τα μάτια. Σε συμβουλεύω να τον προσέχης και να μη
συχνοφέρνης την γυναίκα σου εις τους χορούς.
— Θ' ακολουθήσω την συμβουλήν σου.
— Μη λησμονήσης ότι, αν φανής ζηλιάρης, αν την στενοχωρήσης και
ζήτησης να την περιορίσης, είνε ακόμη βεβαιότερον ότι θα την
πάθης.
— Τι θέλεις τότε να κάμω;
— Ούτ' εγώ δεν ηξεύρω. Αφού δεν ήκουσες την συμβουλήν μου, το
καλλίτερον όπου έχω τώρα να σου συστήσω, είνε να μιμηθής το
παράδειγμά μου, και, ό,τι και αν σου συμβή, να μη το πάρης
κατάκαρδα. Νά σκεφθής ότι το πράγμα καθ' εαυτό δεν είνε τίποτε και
να κρεμάσης και συ εις τον τοίχον σου τας εικόνας του Αγαμέμνονος,
του Ηφαίστου, του Μενελάου...
Ηγέρθην αποτόμως φοβούμενος μήπως δεν δυνηθώ ν' αντισταθώ εις τον
πειρασμόν να πτύσω εις το πρόσωπον του παληανθρώπου εκείνου. Κατ'
εκείνην την στιγμήν ήρχιζε το cotillon, το οποίον μ' εφάνη
ατελεύτητον. Δόξα τω Θεώ ετελείωσε κ' εκείνο και ήρχισεν ο κόσμος
να φεύγη. Επήγα να φέρω την γούνα της γυναικός μου, την
εκουκούλωσα και εβαδίζαμεν προς την θύραν, όταν μας έφραξαν τον
δρόμον τρεις χορευταί, ισχυριζόμενοι ότι απέμενε να χορευθή το
galope finale και ότι η κυρία μου το είχεν υποσχεθή και εις τους
τρεις. Εκείνη δεν ενθυμείτο καλά. Ο απλούστατος και συνειθισμένος
τρόπος συμβιβασμού των απαιτήσεων ήτο να είπη, ότι είνε κουρασμένη
και να μη χορεύση με κανένα. Αντί τούτου επρότεινε να τραβήξουν
κόμπο. Η τύχη, ίσως δε και κάποια λαθροχειρία, ηυνόησε τον
Βιτούρην και το μαρτύριόν μου παρετάθη άλλην μίαν ώραν. Πρέπει εν
τούτοις να ομολογήσω ότι η μουσική του γαλόπου εκείνου, έργου του
διευθυντού της ορχήστρας βιολιστού Πατσίφικου, ήτο ωραιοτάτη και ο
ρυθμός τόσον ζωηρός, ώστε επτέρωσε τους πόδας και αυτού του κ.
δημάρχου και άλλων εξ ίσου σεβασμίων Συριανών. Η περιφορά δίσκου
θερμού οίνου εκορύφωσε την γενικήν ζωηρότητα και μόνος εγώ
εχολόσκανα εις μίαν γωνίαν βλέπων την Χριστίναν να στροβιλίζη εις
του Καρόλου τας αγκάλας. Ο Χαλδούπης ηθέλησε και πάλιν να με
πλησιάση διά να χύση τα φαρμάκι του εις την πληγήν μου, αλλά το
βλέμμα το οποίον έρριψα επ' αυτού ήτο, ως φαίνεται, τόσον άγριον,
ώστε εθεώρησε φρόνιμον να μου δείξη την ράχιν. Ανεχωρήσαμεν σχεδόν
τελευταίοι, και, όταν εισήλθομεν εις τον κοιτώνα μας, εσήμαιναν αι
πέντε.
Το παράδοξον ή μάλλον εκείνο το οποίον μ' εφάνη παράδοξον, αν και
ήτο φυσικώτατον, είνε ότι όσα υπέφερα εις τον κατηραμένον εκείνον
χορόν από την κακολογίαν του Χαλδούπη και την διαγωγήν της
Χριστίνας, αντί να με ψυχράνουν, με έκαναν να την ερωτευθώ ή
τουλάχιστον να την επιθυμήσω σφοδρότερα και από την ημέραν όπου
απεφάσισα να την πάρω διά να παύσω να την επιθυμώ. Πλην της
ζηλείας και της δεκαημέρου στερήσεως συνετέλει εις έξαψιν του
πόθου μου και η έκτακτος πολυτέλεια του εσωτερικού αυτής
στολισμού, ο μεταξωτός στηθόδεσμος, τα κεντητά μεσοφόρια, τα
ατλάζινα υποδήματα και το μεθυστικόν άρωμα της έριδος και της
υλαγγυλάγκης. Πάντα ταύτα ημπορούν οι ευτυχείς κάτοικοι των
μεγάλων πόλεων να τα εύρουν όταν θέλουν με μίαν η δύο
εικοσιπεντάρας, αλλά διά τους δυστυχείς Συριανούς είνε πράγματα
έκτακτα, τα οποία δεν απολαμβάνουν παρ' όταν τύχη μεγάλος χορός,
καθώς μόνον τα Χριστούγεννα και το Πάσχα γεύονται ψαθούρια,
σαμπάνια και γάλλον παραγεμιστόν. Όταν λοιπόν επλησίασα την
Χριστίναν, πρέπει να υποθέσω ότι οι οφθαλμοί μου ήσαν εύγλωττοι,
ως κατορθώνουν να γράφουν οι ελαφροί μας φιλόλογοι, τους οποίους
είχα, ως φαίνεται, άδικον να περιπαίζω διά τούτο. Πριν τω όντι
ανοίξω το στόμα έσπευσεν η Χριστίνα ν'αποκριθή εις το βλέμμα μου.
— Είμαι, καϋμένε, κατάκοπη, αφανισμένη, άφησε με, σε παρακαλώ,
απόψε.
Την εκαληνύκτισα με βαρυθυμίαν και απεσύρθην εις το ιδικόν μου
δωμάτιον.
Πρέπει όμως να ειπώ ότι διά το χωριστόν εκείνο δωμάτιον δεν
έπταιεν εκείνη. Το είχα προτείνη εγώ μετά την επιστροφήν μας ως
αριστοκρατικώτερον, και κατά τι, διά τον λόγον ότι είχα
παραχορτάση εις την Ζιάν. Πλην των άλλων έχουνε και τούτο το
αλλόκοτον οι ερωτευμένοι, ότι δεν δύνανται να εννοήσωσιν ούτε
ότι ενδέχεται να πεινάσουν, όταν είνε χορτάτοι, ούτε ότι ημπορούν
να χορτάσουν όταν είνε πεινασμένοι.
Την επιούσαν εκοιμάτο ακόμη, όταν επήγα περί τας ένδεκα εις το
γραφείον μου. Κατά την επιστροφήν μου την ευρήκα εις το πιάνο
ευδιάθετον και ζωηράν.
— Άκουσε, με είπε, τι ωραίον είνε αυτό το γαλόπ. Εγώ όπου δεν
ημπορώ να παίξω τίποτε χωρίς τετράδιον, μίαν φοράν το ήκουσα και
το ενθυμούμαι ολόκληρον.
Ταύτα λέγουσα ήρχισε να κυμβαλίζη το τρισκατάρατον γαλόπ του
χθεσινού χορού, του οποίου οι ήχοι μου ενθύμιζαν τα βάσανά μου.
— Είμαι, απήντησα αποτόμως, ολίγον ζαλισμένος και η μουσική με
πειράζει. Άφησε το, σε παρακαλώ, δι' άλλην φοράν.
Μ' εκύτταξε με κάποιαν απορίαν, έκλεισε το πιάνο και επήγε να
στηριχθή εις το παράθυρον. Μετ' ολίγον την είδα να χαιρετά με
πολλήν χάριν και φιλοφροσύνην.
— Ποίον εχαιρέτησες; ηρώτησα με όσην ηδυνήθην να υποκριθώ
αδιαφορίαν.
— Τον δάσκαλον του χορού, τον Γέρο Κουέρτζην. Έτρεξα εις το
παράθυρον του γειτονικού δωματίου και είδα τω όντι να διαβαίνη τον
γέροντα Κουέρτζην, αλλά στηριζόμενον εις τον βραχίονα του νέου
Καρόλου Βιτούρη. Διατί λοιπόν να μου αναφέρη μόνον τον Κουέρτζην,
ενώ πιθανώτατον ήτο ότι έλαχεν εις τον σύντροφόν του η λεόντειος
μερίς του χαιρετισμού;
Το έτος εκείνο υπήρξεν εκτάκτως ευτυχές διά τους Συριανούς, οι
οποίοι μετά το κλείσιμον των ισολογισμών των έπαθαν από την χαράν
των χορομανίαν. Εις διάστημα ενός μηνός εδόθησαν ένδεκα μεγάλαι
και μικραί χοροεσπερίδες. Η Χριστίνα δεν έκαμεν άλλο παρά να
ετοιμάζεται όλην την ημέραν, να κουράζεται όλην την νύκτα και να
ξεκουράζεται την επομένην· ούτ' εγώ άλλο τίποτε παρά να την
συνοδεύω, ν' αγρυπνώ, ν' ανησυχώ, να ζηλεύω, να κατασκοπεύω και να
βλέπω εις τον ύπνον μου τον Ήφαιστον, τον Μενέλαον και τον
Βιτούρην. Ούτος εξηκολούθει να συχνοδιαβαίνη από τα παράθυρά μας.
Ευτυχώς τα έθιμα της νήσου δεν συγχωρούν επισκέψεις παρά μόνον
κατά την πρώτην του έτους και την εορτήν του οικοδεσπότου.
Επίσκεψις ανδρός εις κυρίαν καθ' ημέραν και ώραν εργάσιμον θα ήτο
εις την Σύρον σκάνδαλον ουχί μικρότερον της παραβιάσεως χαρεμίου.
Απέμεναν όμως οι χοροί και αι εις τα βαπόρια και την πλατείαν
καθημερινοί συναντήσεις. Πλην αυτών έτυχε να ίδω δυο ή τρεις φοράς
την γυναίκα μου εξερχομένην από το φαρμακείον τον Βιτούρη. Τούτο
όμως δεν ηδυνάμην να θεωρήσω ως επιλήψιμον, ουδέ καν ως ύποπτον,
αφού από εκεί επρομηθεύοντο αι Συριαναί της υψηλής περιωπής τα
πασαλείμματα και τα μυρωδικά των. Η σκέψις όμως αύτη δεν μ'
εμπόδιζε να τρώγωμαι και ν' ανησυχώ. Εκείνο όμως το οποίον
περισσότερον απ' όλα μ' εβασάνιζε και μ' εστενοχωρούσεν ήτο, ότι
σπανίως κατώρθωνα να ιδώ μόνην και ήσυχην την Χριστίναν. Ούτε
στρατάρχης κατά την παραμονήν κρισίμου μάχης ηδύνατο να είνε όσον
εκείνη απησχολημένος. Τα τρεξίματα εις τα εμπορικά διεδέχοντο τα
συμβούλια με τας φιληνάδας της. Πότε τα είχε με την ράπτριαν, η
οποία δεν εφύλαξε την υπόσχεσίν της, και πότε με τον μονάκριβον
της Σύρου κτενιστήν Αναστάσην, διότι εβράδυνε να έλθη, ή ετόλμησεν
ο αχρείος να της προτείνη να την κτενίζη από το μεσημέρι, διότι
δεν του επερίσσευε καιρός το εσπέρας. Κατόπιν τούτων ήρχετο η
κούρασις τον χορού, το νύσταγμα ευθύς μετά την επιστροφήν, ο βαθύς
ύπνος της έως το μεσημέρι και η ιδική βασανιστική αγρυπνία. Δεν
κατώρθωνα, όχι να κοιμηθώ, αλλ' ουδέ καν να μένω ήσυχος επί της
κλίνης μου. Ως βασανίζει τον διαβάτην της ερήμου η οπτασία
βρύσεων, ποταμών και χλοερών λειμώνων, ούτω και εμέ η ανάμνησις
των καλών ημερών της Κέας, της μοναξιάς, της ησυχίας και της
Χριστίνας εξηπλωμένης ολοκλήρους ώρας επάνω εις το τουρκικό διβάνι
με άσπρον οικιακόν φόρεμα και βιβλίον εις την χείρα. Και εκείνο το
όποιον με φλογερώτερον πόθον ενθυμούμην δεν ήσαν του μέλιτος αι
απολαύσεις, όσον η διαδεχομένη ταύτας γαλήνη και ισορροπία του
πνεύματος και των αισθήσεων, η οποία μου επέτρεπε να εντρυφήσω και
εις τας άλλας του βίου απολαύσεις. Ενώ τώρα η εκ της ζηλείας και
της στερήσεως συγκέντρωσις των πόθων μου εις έν μόνον πράγμα με
είχε μεταβάλη, εμέ τον φρόνιμον Συριανόν, εις είδος τι Οδοιπόρου
ή Ερωτοκρίτου απαγγέλλοντος θρηνώδεις μονολόγους.
Νύκτα τινά, μη αντέχων πλέον, ήνοιξα αθορύβως την χωρίζουσαν ημάς
θύραν και επροχώρησα βήματά τινα προς την κλίνην της. Τον θάλαμον
εφώτιζε κατά το σύνηθες κυανή κανδήλα καίουσα προ του
εικονοστασίου. Το γαλάζιον εκείνο φως, το μεταδίδον χροιάν ονείρου
εις την πραγματικότητα, ήτο κ' εκείνο ιδική μου εφεύρεσις των
καλών ημερών της Κέας. Ο κάματος και ο νυσταγμός της κατά την
επιστροφήν ήτο τοσούτος, ώστε είχεν αφήση όλα της τα πράγματα άνω
κάτω. Το φόρεμα εις μίαν άκραν του σοφά, τα φουσκώματα κατά γης,
τον στηθόδεσμον εις γωνίαν της κλίνης, την γιρλάνδαν επί της
προτομής του Κοραή, και σκορπισμένα εις όλα τα καθίσματα το
ριπίδιον, την ανθοδέσμην, τα χειρόκτια και τα παράσημα του
Cotillon. Ο ευνοούμενος αυτής γάτος εκοιμάτο επάνω εις το άσπρον
της βουρνούζι και επί των μαρμάρων της εστίας εσπινθήριζον τα
πετράδια των βραχιολιών και του περιδεραίου. Το δωμάτιον ωμοίαζε
ναόν της θεάς Ακαταστασίας. Αδύνατον όμως ήτο να είνε άχαρι το
χάος εκείνο, του οποίου ήσαν τόσον εύμορφα όλα τα συστατικά. Εις
τα λοιπά προσόντα της Χριστίνας πρέπει να προσθέσω και οτι
εσυνείθιζε να κοιμάται με εν γόνατον λιγυσμένον και την χείρα
όπισθεν της κεφαλής, ως το αρχαίον άγαλμα τον Ερμαφροδίτου.
Κατ'εκείνην την στιγμήν έβλεπε πιθανώς εις τον ύπνον της τους
θριάμβους της εις την Λέσχην, ως υπέθεσα εκ της διαστολής των
χειλέων της εις μειδίαμα κατά πάντα όμοιον μ' εκείνα τα οποία
εμοίραζεν εις τους χορευτάς της. Επροχώρησα έν άλλο βήμα. Αλλ'
αίφνης εκάρφωσε τους πόδας μου εις το έδαφος η σκέψις ότι, αν την
εξύπνιζα, θα διεδέχετο το γλυκύ εκείνο μειδίαμα μορφασμός
δυσαρεσκείας, έν χάσμημα, έν ουφ! και έν γύρισμα της πλάτης. Ουδέ
θα ήτο όλως αδικαιολόγητος η τοιαύτη υποδοχή, αφού μόλις προ μιας
ώρας είχε κατακλιθή και διεφαίνετο ήδη διά των χαραμίδων του
παραθύρου το θολόν φως χειμερινής πρωίας. Απεσύρθην ακροποδητί,
έκλεισα την θύραν και ήρχισα πάλιν τον περίπατον και τον μονόλογόν
μου. Όταν εσυλλογιζόμην πόσον εύκολον θα ήτο εις την γυναίκα
εκείνην να με καταστήση τον ευτυχέστατον των ανθρώπων, αν κατά τι
ολιγώτερον ηγάπα τας διασκεδάσεις και την εργολαβίαν, με ήρχετο
όρεξις να την πνίξω. Ο κίνδυνος όμως αυτής δεν ήτο μεγάλος. Δεν
πιστεύω να υπάρχη εις τον κόσμον μαλακωτέρα της ιδικής μου καρδία.
Αν επρόκειτο να σφάζω ο ίδιος τα ορνίθια, τα οποία τρώγω, νομίζω
δα θα επροτιμούσα να τρέφομαι με πίτυρα καθώς εκείνα.
Τους κλίνοντας να με θεωρήσωσιν εκ των ανωτέρω ως βλάκα, παρακαλώ
να σκεφθώσι πόσον δύσκολος είνε η θέσις του μη δυναμένου ούτε ως
εραστής να παρακαλέση χωρίς να γίνη γελοίος, ούτε ως σύζυγος ν'
απαιτήση χωρίς να γίνη μισητός. Αμφότερα ταύτα τόσον πολύ
εφοβούμην, ώστε αν συνέβαινέ ποτε να μ' ερωτήση η Χριστίνα διατί
δεν τρώγω ή διατί δεν έχω διάθεσιν, απεκρινόμην συκοφαντών πότε το
στομάχι, πότε το κεφάλι μου, πότε τα δόντια και άλλοτε τα νεύρα,
τον δε πραγματικόν μου πόνον επροσπάθουν ως έγκλημα να κρύψω.
Κάλλιστα τω όντι εγνώριζα ότι όλα δύναται γυνή να συγχωρήση, και
απιστίας, και ύβρεις, και ξύλον και παν άλλο, πλην ενός μόνου, το
να την αγαπά τις περισσότερον παρ' όσον της αξίζει. Εις τον
διαπράξαντα την ανοησίαν να ομολογήση εις γυναίκα πόσον εξ αιτίας
της υποφέρει, δεν απομένει άλλο να πράξη, παρά να χωρισθή αυτής
αυθημερόν ή να υπάγη να πέση εις την θάλασσαν με πέτραν εις τον
λαιμόν.
Δύο ημέρας μετά την οδυνηράν εκείνην αγρυπνίαν επιστρέψας εκ του
γραφείου μου κατά τι ενωρίτερα του συνήθους είδα την Χριστίναν
αλλάσσουσαν όψιν και σπεύδουσαν να κρύψη χαρτίον τι, το οποίον
εκράτει, όπισθεν του καθρέπτου. Ο νους μου υπήγεν αμέσως εις τον
Βιτούρην, και την υποψίαν μου ότι η επιστολή ήτο ιδική του
μετέβαλεν εις βεβαιότητα η αυξάνουσα της γυναικός μου σύγχισις και
στενοχώρια. Ουδ' ήτο πλέον δυνατή εις την περίπτωσιν ταύτην η
εφαρμογή του συστήματός μου ν' ανέχωμαι τα πάντα εν σιωπή εκ φόβου
χειροτέρων, αφού πιθανώτατον ήτο ότι περιείχετο εις τον φάκελλον
εκείνον η απόδειξις, ότι δεν έμεναν άλλα χειρότερα να φοβηθώ.
Την επικειμένην έκρηξιν επρόλαβεν απότομον άνοιγμα της θύρας,
διάχυσις ευωδίας μόσχου και ορμητική εισπήδησις εις την αίθουσαν
της ζωηράς ημών δημαρχίνας, ερχομένης να δείξη εις την γυναίκα μου
το νέον αυτής επανωφόριον με σειρήτια από πτερά λοφοφόρου. Η
Χριστίνα ηναγκάσθη θέλουσα και μη θέλουσα να την δεξιωθή, ενώ εγώ,
υποκρινόμενος ότι θέλω ν' αφήσω τας κυρίας να είπωσι τα ιδιαίτερα
των, απεσυρόμην εις το γειτονικόν δωμάτιον, αφού έλαβα αναφανδόν
τον φάκελλον από τον καθρέπτην. Αι χείρες μου έτρεμαν όταν τον
ήνοιξα. Αντί όμως επιστολής του ρωμαντικού Καρόλου εύρον εντός
αυτού τρεις λογαριασμούς των κυρίων Πούλου, Γιαννοπούλου και
Γεραλοπούλου διά μεταξωτά, καπέλλα, βλόνδας, κορδέλλας και άλλα
είδη, των οποίων ανήρχετο το άθροισμα εις δραχμάς δύο χιλιάδας
επτακοσίας. Το ποσόν ήτο βεβαίως μεγάλον, αλλά πολύ μεγαλειτέρα
αυτού η ανακούφισις την οποίαν ησθάνθην εκ της αποδείξεως, ότι
άδικον είχα να νομίζωμαι συνάδελφος του Χαλδούπη. Η χαρά μου ήτο
ως καταδίκου, του οποίου θα μετεβάλλετο ανελπίστως εις απλούν
πρόστιμον η θανατική ποινή. Υπό το κράτος του αισθήματος τούτου,
όταν μετά την αναχώρησιν της επισκέψεως προσήλθεν η Χριστίνα κάπως
δειλή, μαγκωμένη και πιστεύουσα ότι είχε μεγάλην ανάγκην ν'
απολογηθή και να μ' εξευμενίση, αντί πάσης παρατηρήσεως ή
παραπόνου έτρεξα να την ασπασθώ ολοψύχως, λέγων προς αυτήν «Μη σε
μέλη». Η έκπληξίς της υπήρξε μεγάλη. Δύσκολον τω όντι ήτο να
μαντεύση πώς συνέβη να θεωρήσω άξιον φιλοφρονήσεων και φιλημάτων
το κατόρθωμα της, να σπαταλήση το εισόδημά μας μιας εξαμηνίας εις
διάστημα ολίγων ημερών.
Μετ' ολίγον υπήγε να ετοιμασθή διά τον εσπερινόν περίπατον. Αλλ' ο
ουρανός εθόλωσεν απροσδοκήτως· έλαμψαν αστραπαί και ήρχισε να
βρέχη ποταμηδόν. Εκαθήμην εις το παράθυρον της μικράς αιθούσης
μας, παρατηρών τον κατακυλιόμενον από τα ύψη της Άνω Σύρου
κίτρινον καταρράκτην παρασύροντα εις το βορβορώδες ρεύμά του
φλοιούς πορτοκαλίων, συντρίμματα φιαλών, απόμαχα υποδήματα και
πτώματα ορνίθων και ποντικών, όταν αίφνης αντικατέστησε το
πανόραμα εκείνο βαθύ σκότος απλωθέν και επί των δύο μου οφθαλμών.
Αιτία της εκλείψεως ήσαν αι χείρες της Χριστίνας, ήτις
απελπισθείσα να εξέλθη είχεν επιστρέψη αθορύβως και βλέπουσα με
αφηρημένον διεσκέδασε να με τυφλώση. Τούτο μου ενθύμησε περασμένας
καλάς ημέρας. Χάρις εις την θεόσταλτον εκείνην καταιγίδα
ευρισκόμεθα τέλος πάντων ήσυχοι και μόνοι πρώτην φοράν μετά την
επιστροφήν μας. Όταν ηυδόκησε ν' αποσύρη τας χείρας της, η
έκφρασις του βλέμματός μου ήτο, ως φαίνεται, και πάλιν τόσον
εύγλωττος, ώστε έβαψεν ελαφρόν ερύθημα την παρειάν της. Έπειτα
εμειδίασεν, έστρεψε διαβαίνουσα προ της θύρας του κλείθρου, υπήγε
να καθίση εις τον σοφάν και μ' ένευσε να υπάγω κοντά της. Κατ'
εκείνην ακριβώς την στιγμήν, ενώ εβυθιζόμην εις πέλαγος
ηδυπαθείας, εκορυφώνετο της καταιγίδος η μανία. Η βροχή είχε
μεταβληθή εις κατακλυσμόν, ο άνεμος ανήρπάξε κεραμίδια και
αντήχουν αλλεπάλληλοι αι βρονταί. Ήθελα δεν ήθελα μου επέκλωθεν η
μοίρα μου να είμαι ρωμαντικός. Τους φλογερούς πόθους και τους
νυκτερινούς μονολόγους διεδέχοντο μανδαλώματα της θύρας και
εκτάσεις επί διβανίων υπό τους συριγμούς της ανεμοζάλης. Ματαία
λοιπόν εφαίνετο η αντίστασίς μου κατά του πεπρωμένου και πολύ
προτιμότερον να στέρξω τα πράγματα όπως ήσαν. Πρέπει δε και να
ομολογήσω ότι είχεν ολιγοστεύση κατά πολύ εις διάστημα μιας μόνης
ώρας η αντιπάθειά μου κατά του ρωμαντισμού. Συγκρίνων τω όντι τας
ησύχους καθημερινάς απολαύσεις της Κέας προς το ηδυπαθές ρίγος, το
οποίον με κατέλαβεν όταν μετά δεκαήμερον εξορίαν μού ένευσε προ
ολίγου η Χριστίνα να υπάγω κοντά της, κατήντησα εις το συμπέρασμα
ότι το ποσόν μακαριότητος, το οποίον δύναται τις να αισθανθή
πλησίον γυναικός, είνε ακριβώς ανάλογον της ανησυχίας, της
ζηλείας, των στερήσεων και των άλλων βασάνων όσα προηγήθησαν
αυτού. Μόνος ο διελθών διά τοιούτου καθαρτηρίου λαμβάνει έπειτα το
χάρισμα να εισδύση εις το αγιαστήριον της υπερτάτης ηδυπαθείας.
Τας πύλας αυτού δεν δύναται να μας ανοίξη ούτε σεμνή παρθένος,
ούτε φιλόστοργος σύζυγος, ούτε υπεραγαπώσα ημάς ερωμένη, αλλά
μόνον γυνή φιλάρεσκος, ιδιότροπος και ουχί καθ' ημέραν καλή.
Οι χοροί εξηκολούθησαν, ουχί όμως και η ταράττουσα τον ύπνον μου
ιδιαιτέρα προς τον Βιτούρην εύνοια της Χριστίνας, η οποία εφαίνετο
ήδη προτιμώσα των στεναγμών και των ξανθών πλοκάμων του
αισθηματικού νεανίσκου τους μαύρους μύστακας και τους πλατείς
ώμους του αρειμανίου ημών φρουράρχου. Μετ' ολίγας όμως ημέρας
εύρεν αυτόν χονδράνθρωπον, συγκρίνουσα τους ελληνοπρεπείς τρόπους
του προς την έξοχον ευγένειαν, την χάριν και την ευφυΐαν του
νεωστί διορισθέντος προξένου της Γαλλίας. Ουδέ τούτου όμως υπήρξε
μακρά η βασιλεία. Την κομψότητα του παρισινού φράκου του επεσκίασε
μετ' ολίγον η λάμψις της στολής και των παρασήμων του αρχηγού της
αγγλικής μοίρας. Έπειτα ήλθεν η σειρά του Ιταλού αυτοσχεδιαστού
Ρεγάλδη, περιηγουμένου την Ανατολήν προς συλλογήν δαφνών και
ταλλήρων, και μη απαξιώσαντος τα Συριανά. Τον γέροντα τούτον
κύκνον της Νοβάρρας διεσκέδασε να κρατήση επί όλον μήνα εις την
Σύρον, και εις τοιούτον βαβμόν ν' απομωράνη, ώστε μη αρκούμενος
εις όσα έγραφεν εις το λεύκωμά της ακροστίχια, απήγγειλε και από
της σκηνής ύμνον εις την Σ ε ι ρ ή ν α - τ ο υ - Α ι γ α ί ο υ,
υπερσκανδαλίσαντα τους Συριανούς και προ πάντων τους μη εννοούντας
ιταλικά. Αλλ' εγώ ήμην ήδη πολύ ησυχώτερος βλέπων τους
ευνοουμένους να διαδέχωνται αλλήλους ως φαντάσματα μυθικής
λυχνίας. Δύσκολον τω όντι ήτο να εύρη καιρόν ν' αγαπήση κανένα η
επιχειρούσα τον κόσμον όλον να κατακτήση. Την άμετρον φιλαρέσκειαν
της γυναικός μου εσυνείθισα βαθμηδόν να θεωρώ ως ασφάλειαν κατά
της μεγάλης συμφοράς, ως ειδός τι αλεξικεραύνου, ή, ως θα έλεγεν ο
Χαλδούπης, α λ ε ξ ι κ ε ρ ά τ ο υ. Το μόνον το οποίον εξηκολούθει
να με στενοχωρή ήτο, ότι ολίγος της επερίσσευε και δι' εμέ καιρός.
Είχον απελπισθή να την ιδώ ήσυχον προ της μυριοποθήτου σαρακοστής,
όταν διέκοψεν αιφνιδίως τας διασκεδάσεις ο θάνατος του γέροντος
Μισέ Λιονή Λεγάμενου, συγγενεύοντος με όλον τον χορευτικόν κόσμον
της νήσου. Ουδ' αυτοί, πιστεύω, οι κληρονομούντες περί το
εκατομμύριον ανηψιοί του ηκολούθησαν την κηδείαν με περισσοτέραν
της ιδικής μου προς τον ευδοκήσαντα να αποθάνη ευγνωμοσύνην.
Ως τα κακά, ούτω και τα ευτυχήματα σπανίως έρχονται μόνα. Ολίγας
ημέρας μετά την απαλλαγήν μου από τον εφιάλτην των χορών,
παραβάλλων προς την Ε φ η μ ε ρ ί δ α - τ ω ν - Κ λ η ρ ώ σ ε ω ν τας
πέντε λαχειοφόρους του Αμβούργου, τας οποίας είχα κληρονομήση από
τον μακαρίτην θειόν μου, εθαμβώθην υπό του αριθμού 14,517. Ήτο ο
τρίτος κληρωθείς και εκέρδιζε πεντήκοντα πέντε χιλιάδας φιορίνια,
υπέρ τας τριακοσίας χιλιάδας συριανάς δραχμάς! Έτρεξα ασθμαίνων ν'
αναγγείλω την καλήν είδησιν εις την Χριστίναν, η οποία έλειπεν
ευτυχώς εις επισκέψεις. Λέγω ευτυχώς, διότι η απουσία της μ' έδωκε
καιρόν να σκεφθώ, ότι πολύ περισσοτέραν θα ησθάνετο προς εμέ
ευγνωμοσύνην και κάλλιον θα με αντήμειβεν αν, αντί να με ηξεύρη
πλούσιον, με υπέθετεν υπέρ τας δυνάμεις μου πρόθυμον να την
ευχαριστήσω. Χωρίς λοιπόν να είπω τίποτε εις κανένα ανεχώρησα μετά
τρεις ημέρας εις Βιέννην υπό το πρόσχημα να συμβουλευθώ ειδικόν
ιατρόν διά τας ανυπάρκτους ενοχλήσεις του στομάχου, τας οποίας
επροφασιζόμην προ δύο μηνών προς απόκρυψιν των ψυχικών μου
βασάνων. Εκ Βιέννης εξεπήδησα εις Αμβούργον και, αφού εισέπραξα
και ετοποθέτησα το κέρδος μου εις ανώνυμα χρεώγραφα, επανήλθα μετά
τρεις εβδομάδας, κομίζων εις την Χριστίναν διπλάσια των όσα με
είχε παραγγείλη στολίδια. Παρατηρών την έκπληξιν και την χαράν της
κατά το άνοιγμα του κιβωτίου, ανελογιζόμην συγχαίρων εμαυτόν διά
την υπόκρισίν μου πόσον ευτελεστέρα θα της εφαίνετο η προσφορά
μου, αν εγνώριζε την απροσδόκητον μεγαλοδωρίαν της τύχης.
Απαραίτητος όρος αρμονικής συμβιώσεως με γυναίκα φιλάρεσκον είνε
ν' αποκρύπτη τις επιμελώς εις αυτήν δύο τινά, τα εννέα δέκατα της
αγάπης του και το ήμισυ τουλάχιστον της περιουσίας του.
Ουδεμίαν αισθανόμενος όρεξιν να θαμβώσω τους Συριανούς επροτίμησα
πάσης επιδείξεως αθόρυβον και σχεδόν λαθραίαν αύξησιν ευζωίας.
Παρήτησα την θέσιν μου προτείνων ότι θα εκέρδιζα περισσότερα
εργαζόμενος διά λογαριασμόν μου, και υπό την πρόφασιν ότι έσταξαν,
όταν έβρεχε, δύο ταβάνια, ανεκαίνισα ολόκληρον την οικίαν μου. Τας
τοιχογραφίας ανέθεσα εις Ιταλόν πρόσφυγα, ονόματι Ορσάτην, πρώην
σκηνογράφον του θεάτρου της Σκάλας. Ούτος επέτυχε προ πάντων εις
την διακόσμησιν του κοιτώνος της Χριστίνας, τον οποίον μετέβαλεν
εις τέλειον ανατολικόν οδάν κατά μίμησιν της Ζαΐρας εις το
ομώνυμον μελόδραμα του Βελλίνη. Την ομοιότητα συνεπλήρωσαν βαρέα
παραπετάσματα της Προύσσας, διβάνιον εστρωμένον με χρυσοκέντητον
ύφασμα, προερχόμενον εκ παλαιάς αρχιερατικής στολής, περσικόν
μαγκάλι, σκαμνία μ' επικολλήματα μαργαριτομάνας, και επάργυρος
βυζαντινή κολυμβήθρα, μεταβληθείσα εις μεγαλοπρεπές ανθοδοχείον.
Πάντα ταύτα είχε προμηθευθή ευθηνά ο διακοσμητής κατά τινα
εκδρομήν του εις την Νάξον, όπου εσώζοντο ακόμη ικανά λείψανα
φραγκοτουρκικής πολυτελείας, και κατώρθωσε να συναρμόση προς
άλληλα με τοσαύτην φιλοκαλίαν και ακριβή γνώσιν των κανόνων της
αντιθέσεως των χρωμάτων και της διανομής του φωτός, ώστε
κατέθελγον αντί να θαμβώνωσι τον οφθαλμόν. Ο αυτός πολύτιμος
άνθρωπος μ' εβοήθησε να υφαρπάσω διά πλειοδοσίας ή, ως λέγουν οι
Συριανοί, να ζ ε υ γ α τ ί σ ω, την Μιλανέζα, μαγείρισσαν του
Επισκόπου της Άνω Σύρου, της οποίας ήσαν ονομαστά καθ' όλας τας
Κυκλάδας τα ραβιόλια, η γαριδόσουπα και το νηστήσιμον καπόνι. Η
λύπη και η αγανάκτησις του αρχιφλάρου υπήρξε τοσαύτη, ώστε
εθεώρησε πρέπον να με καταγγείλη εις τον πρέσβυν του ε π ί -
π ρ ο σ η λ υ τ ι σ μ ώ.
Ο καλλωπισμός της φωλεάς της περιώρισε κατά τι το αδειάλειπτον
εκτός αυτής πτερύγισμα της Χριστίνας. Την οικουρικήν ταύτην
διάθεσιν επροσπάθουν να ενθαρρύνω, προσφέρων εις αυτήν παν ό,τι
ενόμιζα ότι δύναται να την διασκεδάση, γάστρας καμελιών, συλλογήν
γραμματοσήμων, πιάνο χωρίς ουράν, στερεοσκόπιον, διδάσκαλον
φωνητικής μουσικής και γάτον της Αγκύρας. Ταύτα εδέχετο με πολλήν
ευγνωμοσύνην και εφαίνετο επί τινα καιρόν ενθουσιασμένη. Ημέραν
όμως τινά, αφού ηρώτησε την τιμήν των αργυρών σκευών διά το τζάι,
τα οποία της είχα προσφέρη διά την εορτήν της, ανέκραξε μετά τινος
μελαγχολίας.
— Κρίμα τα τόσα χρήματα. Με αυτάς τας εξακοσίας δραχμάς θα έκαμνα
ένα φόρεμα από βελούδον.
— Κάμε, απεκρίθην, και το φόρεμα.
Επήδησεν από την χαράν της, με ησπάσθη και εις τας δυο παρειάς και
έτρεξε να το παραγγείλη. Η μανία της διά τα στολίδια εφαίνετο
ανεπίδεκτος θεραπείας, αλλ' ευτυχώς δεν μ' έλειπαν τα μέσα να την
ευχαριστήσω. Δίκαιον όμως ενόμισα να μεταχειρισθώ αυτήν προς
αύξησιν και των ιδικών μου απολαύσεων. Προς τούτο την ενέγραψα
συνδρομήτριαν εις την «Chronique Elégante» και την «Vie
Parisienne», εκ των οποίων δεν εβράδυνε να διδαχθή, ότι η αληθής
πολυτέλεια της καθημερινής ενδυμασίας δεν συνίσταται εις το να
σκεπάζη, ως αι Συριαναί αρχόντισσαι, με ατλάζι και μουαρέν
βαμβακεράς καμιζόλας και τσίτινα μεσοφόρια, αλλά πολύ μάλλον εις
το να κρύπτη υπό απλούστερον ύφασμα εκατοντάδραχμα υποκάμισα,
μεταξίνους περικνημίδας, κεντήματα και δαντέλλας. Ούτω στολισμένη,
εντός του χρυσοποικίλτου αυτής κοιτώνος, του οποίου παν κόσμημα
και πάσα υφάσματος πτυχή είχε διατεθή υπό εμπείρου τεχνίτου
συμφώνως προς τον προορισμόν της, ενώ εκάπνιζεν η αλόη εντός
χρυσού θυμιατηρίου, και έχυνε το σαπφείρινο, αυτής φως η κυανή
κανδήλα, ωμοίαζεν η Χριστίνα είδωλον εντός ναού. Ουδέ περιωρίσθην
επί πολύ εις μόνον τον γαλάξιον φωτισμόν, αλλ' ως ο Δαρβίνος επί
της βλαστήσεως των φυτών, όντως ηθέλησα και εγώ να δοκιμάσω την
επίδρασιν επί της φαντασίας και των αισθήσεων παντός χρωματισμού
του φωτός. Γλυκύ ήτο το ρόδινον και ποιητικώτατον το
θαλασσοπράσινον, αλλ' ασυγκρίτως διεγερτικώτερον αυτών το λάμπον
διά του ξανθοχρύσου υαλίου αρχαίας εκκλησιαστικής κανδήλας.
Κατάλληλος προ της εισόδου εις το τέμενος τούτο μυσταγωγία ήσαν
βεβαίως τα αρχιερατικά δείπνα, τα οποία μας παρέθετεν η Μιλανέζα.
Προς εκτίμησιν της ευλαβούς αυτής προσηλώσεως εις τους κανόνας και
τας παραδόσεις της ορθοδόξου μαγειρικής αρκεί να είπω, ότι τον
απαιτούμενον προς βράσιμον των αυγών καιρόν ώριζεν ακριβέστατα διά
της απαγγελίας δύο Ave Maria, και πρώτη εδίδαξε τον ευνοούμενον
αυτής ψαράν να σκοτώνη άμα εξήγοντο του διχτύου με βελόνην τα
μπαρμπούνια, πριν ή πικράνωσι την σάρκα των οι σπασμοί μακράς
αγωνίας. Τας συναγρίδας έβραζε με παντός είδους αρωματικά βότανα
εντός ζωμού αώρων πορτοκαλιών, και τους γάλλους, ή, ως τους λέγουν
οι Συριανοί, κ ο ύ ρ κ ο υ ς, έτρεφε με μοσχοκάρυδα τρεις ημέρας
πριν τους σφάξη. Το αριστούργημα όμως αυτής ήτο το εφευρεθέν υπό
του Πάπα Κλήμεντος Γαγκανέλλη capon magro ή νηστίσιμον καπόνι,
οψάριον δηλ. καρικευμένον με χάβαρα, μύδια, γαρίδας και παντοία
άλλα θαλασσινά. Αν και Συριανός, ούτε λαίμαργος είμαι, ούτε φαγάς,
τα δε καλά γεύματα εξετίμων προ πάντων διά την έπειτα επερχομένην
ιλαράν εκείνην της ψυχής διάθεσιν, ήτις μας κάμνει να λησμονώμεν
τα βάσανά μας και να βλέπωμεν ως διά μεγεθυντικού φακού πάσας του
βίου τας απολαύσεις. Τοιαύτην τινά ευδιαθεσίαν φαίνονται
επιδιώκοντες οι ροφηταί οπίου και χασίς. Ταύτα έχουσι το
πλεονέκτημα να είνε πρόχειρα και ευθηνά, πολύ όμως απέχει η εξ
αυτών νοσηρά διέγερσις από την μακαριότητα εκείνην την οποίαν γενά
η περί πολυτελή τράπεζαν σύγχρονος ικανοποίησις όλων ημών των
αισθήσεων, το θάλπος της εστίας, η επί των αργυρών και
κρυσταλλίνων σκευών αντανάκλασις του φωτός, αι αναθυμιάσεις της
ανθοδόχης, το θαλάσσιον άρωμα των οστρειδίων, δύο η τρία ποτήρια
γέροντος οίνου και η παρουσία νέας γυναικός της οποίας ανάπτει
βαθμηδόν η όψις και σπινθηρίζει το βλέμμα.
Ο χειμών επανέφερε τους χορούς με όλας αυτών τας ενοχλήσεις και
ανησυχίας. Ταύτας όμως εμετρίαζε πολύ η καθ' ήμέραν αυξάνουσα
πεποίθησίς μου, ουχί εις την αγάπην ή την αρετήν, αλλ' εις την
φιλαρέσκειαν και τον εγωισμόν της γυναικός μου, τον ικανόν να την
αποτρέψη από πάσαν επικίνδυνον τρέλλαν. Η Χριστίνα δεν ανήκε
βεβαίως εις το γένος των τρυγόνων και των περιστερών αλλά πολύ
μάλλον των παγονιών. Οι πόθοι της εφαίνοντο περιοριζόμενοι εις το
να θαμβώνη τας Συριανάς διά της πολυτελείας των εσθήτων της, και
να ράπτη εις την άκραν αυτών πολυπληθές επιτελείον θαυμαστών. Εκ
τούτων οι μεν επίσημοι ξένοι ήσαν ευτυχώς διαβατικά και κάπως
μαδημένα υπό της ηλικίας πτηνά, της δε αυτόχθονος νεολαίας αι
αισθηματικαί φράσεις είχαν μεγάλην ομοιότητα με τα ερωτικά
δίστιχα, εις τα οποία τυλίγουν οι ζαχαροπλάσται τας καραμέλας.
Έπειτα, όση και αν ήτο η μετριοφροσύνη μου, δεν ηδυνάμην να μη εχω
πεποίθησίν τινα εις τα ιδικά μου έκτακτα συζυγικά προσόντα, την
συγκατάβασιν, την υποκρισίαν, την υπομονήν μου, την αποχήν από
πάσαν απαίτησιν και την πρόθυμον πληρωμήν παντός λογαριασμού.
Αληθές είνε, ότι υπέφερα πολύ όταν την έβλεπα να τρίβη τους
γυμνούς ώμους της εις τας χρυσάς επωμίδας ναυτικού, ή ν'
αποσύρεται εις μίαν γωνίαν και επί πολλήν ώραν να κρυφομιλή
όπισθεν του ριπιδίου της, και ακόμη περισσότερον όταν ευθύς μετά
την επιστροφήν μας μου έλεγε «Καλήν νύκτα». Αλλ' η πείρα με είχε
διδάξη να εξετάζω τα πράγματα και υπό τας δύο επόψεις. Η δε άλλη
έποψις ήτο ότι αν εφέρετο καλλίτερα μαζύ μου, θα την ηγάπων
βεβαίως πολύ ολιγώτερον, αφού διά μόνης της δυσπιστίας, της
ζηλείας και της ανησυχίας δύναται ο πόθος να διατηρηθή ακμαίος. Η
πρώην πεζή γνώμη μου, η περιορίζουσα την ευτυχίαν εις την
απαλλαγήν από τοιούτων βασάνων, είχε μεταβληθή εξ ολοκλήρου άμα
έφθασα να εννοήσω πόσον συντελούσι ταύτα προς κορύφωσιν της
ηδυπαθείας. Άδικον λοιπόν και κάπως αχάριστον θα ήτο να παραπονεθώ
κατά της γυναικός μου, διότι έπραττεν ακριβώς όσα έπρεπε να πράττη
διά να καταστήση γλυκύτερα τα φιλήματά της. Αν είχα καθ' ημέραν
σύζυγον δεν θα είχα εκ διαλειμμάτων εκτάκτου ποιότητος ερωμένην.
Ταύτα εσκεπτόμην χλιαράν τινα εσπέραν της Τεσσαρακοστής, καπνίζων
μετά το γεύμα επί του εξώστου, και δίδων άδικον εις τους
μεμψίμοιρους εκείνους, τους κηρύττοντας τον κόσμον κακοκαμωμένον
διά τον λόγον ότι τα ρόδα έχουσιν ακάνθας. Αντί να δυσανασχετώ διά
ταύτας, ενόμιζα ότι θα ήτο μαύρη αχαριστία να μη δοξάζω τον Θεόν,
αναλογιζόμενος ότι δεν ήμην ακόμη τριάντα ετών, ότι είχα τριάντα
χιλιάδας δραχμάς εισόδημα, τριάντα εις το στόμα μου στερεούς
οδόντας, στόμαχον στρουθοκαμήλου, γυναίκα ικανήν να ενσαρκώσει τα
όνειρα Συβαρίτου, και μαγείρισσαν την οποίαν θα μ' εζήλευεν ο
Ταλλεϋράνδος. Τον βίον μου έβλεπα να εκτείνεται έμπροσθέν μου ως
μακράν παράταξην από καλά δείπνα, διαφανή σύννεφα δαντέλλας,
λαμποκοπήματα μαύρων οφθαλμών και παντός χρώματος κανδήλας.
(«Άστυ» της 4 και 5 Δεκεμβρίου 1894).
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ
Ως να ήτο χθεσινή ενθυμούμαι την ήδη τεσσαρακονταετή του σκύλου
εκείνου ιστορίαν. Ήμην τότε μαθητής της πρώτης τάξεως του
ελληνικού σχολείου εις το ελληναμερικανικόν Λύκειον του μακαρίτου
Χρήστου Ευαγγελίδου. Ερχόμενος εξ Ιταλίας δεν ευρέθην όσον
εφοβούμην εις την Σύραν ξενιτευμένος. Πολλοί τω όντι απέμενον
ακόμη εις την υμνηθείσαν υπό του Ορφανίδου ξηρόνησον Ιταλοί
πατριώται εκ των φιλοξενηθέντων μετά την αποτυχίαν της
επαναστάσεως του 1848. Οι Ιταλοί ήσαν οι πλείστοι ακονηταί
ξυραφίων, καθαρισταί κηλίδων, συγκολληταί σπασμένων πινακίων,
ανακαινισταί παλαιών υποδημάτων, διακοσμηταί των νεκρικών
φερέτρων, ευνουχισταί πετεινών, υπαίθριοι τηγανισταί σμαρίδων και
πάντες ανεξαιρέτως ζωγράφοι, λιθοξόοι, χοροδιδάσκαλοι και
μουσικοί. Αι αξιώσεις των καλλιτεχνών τούτων περιωρίζοντο εις το
να μη αποθάνωσι της πείνης, ο δε βίος δεν ήτο τότε όπως σήμερον
ακριβός. Αντί εικοσιπέντε τον μήνα δραχμών ηδύνατό τις να εύρη
ολόκληρον μονόροφον οικίσκον εις τα βαπόρια και ακόμη ευθηνότερον,
αν είχεν αμβλείαν την όσφρησιν, παρά τα βυρσοδεψεία, και με έν
μόνον σφάντζικον να χορτάστη κεφτέδες, στουφάδον και καπαμά εις τα
αυτοκαλούμενα Ε υ ρ ω π α ϊ κ ά - ξ ε ν ο δ ο χ ε ί α.
Ανάλογος της τοιαύτης του βίου ευθηνίας και της πληθώρας
διδασκάλων ήτο των μουσικών μαθημάτων η τιμή, οι δε φιλόμουσοι
πάσης κοινωνικής τάξεως Ερμουπολίται ωφελούντο της ευκαιρίας, όπως
διδαχθώσιν έκαστος αντί μικράς θυσίας το όργανον της εκλογής του.
Ουδέποτε ουδαμού αντήχησαν όσα τότε εις την Σύραν βιολία, φλάουτα,
τρόμπαι, πίφερα, μανδολίνα, κόρνα και κλαρινέτα. Ο περιερχόμενος
τας στενωπούς της πόλεως, και μάλιστα τας Κυριακάς, επνίγετο εις
κύματα μελωδίας εξορμώντα εκ παντός παραθύρου. Ουδ' ηδύνατο να
καθήση εις την έδραν κουρείου ή την τράπεζαν καφενείου χωρίς να
ευρεθή αντιμέτωπος πατριώτου του Μιχαήλ Αγγέλου και του Κορεγίου
ζητούντος την άδειαν να εικονίση αντί τριδράχμου την ε υ γ ε ν ή -
κ α ι - ε κ φ ρ α σ τ ι κ ή ν - κ ε φ α λ ή ν - τ ο υ ή να ψοφήση ο
σκύλος, ο γάτος ή ο ψιττακός του χωρίς να δεχθή αυθημερόν την
επίσκεψιν του προτείνοντος να βαλσαμώση το λείψανον τ ο υ -
α ξ ι ε ρ ά σ τ ο υ - ζ ώ ο υ. Αν δε εκινδύνευε να μεταβή εις τας
αιωνίους μονάς διακεκριμένον της Συριανής κοινωνίας μέλος, τότε όχι
να κρυώση, αλλ' ουδέ καν να ξεψυχήση επερίμεναν οι προσφερόμενοι να
διαιωνίσωσι διά γυψίνου εκμάγματος την όψιν του επιφανούς
μεταστάντος ή να υμνήσωσι τα αλησμόνητα έργα του εις τα έγκριτα
της Ιταλίας φύλλα. Αδύνατον είνε να ανακαλέσω εις την μνήμην μου
τας τοιαύτας παρά την θύραν παντός ετοιμοθανάτου συνελεύσεις
πειναλέων Ιταλών, χωρίς να ενθυμηθώ συγχρόνους το δημοτικόν
δίστιχον·
Ωσάν κοράκοι κάθουνται τριγύρω του κρεββάτου
Και καρτερούν κι' εγδέχονται το πότε θα ψοφήση.
Το δε κακόν ήτο ότι δεν περιωρίζοντο μόνους τους νεκρούς ν'
ανυμνώσιν, αλλά και των ζώντων διέστρεφον τον νουν διά των
ογκωδεστάτων εγκωμίων. Οι Λατίνοι ποιηταί εσατύρισαν ασπλάγχνως
την χαμερπή κολακείαν των επί Αυγούστου πανταχόθεν συρρευσάντων
εις την Ιταλίαν Γραικύλων. Τούτους όμως υπερέβησαν κατά πολύ οι
εις την Σύραν καταφυγόντες απόγονοι των σατυριστών. Δύσκολον ήτο
να ευρεθή, καθ' όλην την νήσον αξιότιμός τις μεγαλέμπορος,
καταστηματάρχης, λουκουμοποιός, τοκιστής, βυρσοδέψης, σαράφης, ή
καραβοκύρης, του οποίου δεν υμνήθη πεζώς και εμμέτρως «l'acuto
ingegno» και «il raro talento». Η δε προς τας ευγενείς αυτών
κυρίας ιταλική λατρεία υπερέβαινε τα όρια του κωμικού και του
πιστευτού. Μεταξύ των οικοδεσποινών τούτων υπήρχον βεβαίως καί
τινες πράγματι ευπρόσωποι. Και αύται όμως έπρεπε ν' αρκεσθώσι δι'
έλλειψιν άλλων υπερβολικωτέρων εις τας αυτάς ομοιώσεις προς
«ά ν θ ο ς - λ ε ι μ ώ ν ο ς, ά γ γ ε λ ο ν, Ή ρ α ν, Ή β η ν – ή
Π α ν α γ ί α ν», διά των οποίων υμνείτο και των ασχήμων η ευμορφία.
Η τοιαύτη Ιταλών κολάκων επιδρομή συνετέλεσε, νομίζομεν, κατά πολύ
εις την ανάπτυξιν του κυριωτάτου των τότε Συριανών ελαττώματος,
της επάρσεως, του φουσκώματος, της επιδεικτικής απαγγελίας κοινών
τόπων και των άλλων των νεοπλούτων γελοίων. Αλλά διά να μη φανώμεν
άδικοι ή κακόγλωσσοι, σπεύδομεν να προσθέσωμεν, ότι μόνον κάπως
γελοίοι ήσαν οι τότε προύχοντες της Σύρου, κατά δε τα λοιπά αγαθοί
και τίμιοι άνθρωποι. Αδιστάκτως δε πιστεύομεν ότι, αν έπραττον
τότε όσα έπειτα έπραξαν οι σύμβουλοι, σύνδικοι, διαχειρισταί και
δήθεν πιστωταί της μακαρίτιδος ατμοπλοϊκής εταιρείας, εξ άπαντος
θα ελιθοβολούντο. Αλλ' ας επανέλθωμεν ή μάλλον ας έλθωμεν εις του
σκύλου την ιστορίαν.
Εξ όλων των Ιταλών αποίκων διασκεδαστικότατος ήτο βεβαίως ο πρώην
γαριβαλδηνός λοχίας Γιαμβατίστας, ο προτιμήσας παντός άλλου το
επάγγελμα σαλτιβάγκου ή θαυματοποιού, το οποίον μετήρχετο επί της
πλατείας, ακριβώς αντικρύ του Λυκείου προς μεγάλην των υποτρόφων
χαράν. Τον θίασον απετέλουν ο ρηθείς Γιαμβατίστας, ο δωδεκαετής
υιός του Κάρλος, και μεγαλόσωμος σγουρόσκυλος (barbet) φέρων το
όνομα Πλούτων. Τα θαύματα του θιασάρχου, αι λαθροχειρίαι πεσσών,
αι σφαιροβολίαι, αι πυραμίδες και αι καταπόσεις φλεγόντων ανθράκων
ήσαν εκ των συνηθεστάτων, και έτι κοινότερα του υιού αυτού τα
θ α ν ά σ ι μ α - π η δ ή μ α τ α (salti mortali), ο χορός μεταξύ αυγών
και αι εξαρθρώσεις. Πολύ μάλλον τούτων είλκυε την περιέργειαν και
τα πεντάλεπτα των Συριανών ο σκύλος, ζητωκραυγάζων ή μάλλον
κητωγαυγίζων υπέρ του Γαριβάλδη, ήτοι προ πασσάλου ενδυθέντος
κόκκινον χιτώνα, ή ορμών, να σπαράξη τον Ιησουίτην ή τον Ραδέσκην,
τον αυτόν δηλ. πάσσαλον φέροντα μαύρον ράσον ή ασπρόχρυσον στολήν
και πίλον πτερωτόν αυστριακού στρατάρχου. Ακόμη νοστιμότερος ήτον
όταν όρθιος επί της τραπέζης και έχων επί κεφαλής αρχιερατικόν
διάδημα εκ χρυσοχάρτου εμιμείτο τον Πάπαν Πίον Νόννον, ευλογών διά
των εμπροσθίων ποδών του τα πλήθη των πιστών, και εξ ίσου
διέπρεπεν εις την λεγομένην Κ ρ ί σ ι ν - τ ο υ - Π ά ρ ι δ ο ς,
απονέμων αλανθάστως το μήλον ή μάλλον πορτοκάλιον εις την
ωραιοτέραν εκ των προσαγομένων πλύστραν ή παραμάνναν.
Όπως οι λόγιοι συμπατριώται του μετέβαλλον εις τους στίχους των
τας Συριανάς κυρίας εις αγγέλους και Ήβας, ούτω και εκείνος διά
της απονομής του άθλου ανηγόρευε λαϊκάς Αφροδίτας. Αλλά προ πάντων
αλησμόνητος ήτο όταν, βαδίζων επί των οπισθίων ποδών και κρατών
μεταξύ των οδόντων μικρόν δίσκον, περιήρχετο μετά το τέλος της
παραστάσεως τας τάξεις των θεατών ταπεινώς υποκλινόμενος προ
εκάστου και έπειτα προσηλώνων επ' αυτού ανεκφράστου γλυκύτητος
επαιτικόν βλέμμα. Κάλλιστα δε γνωρίζων πόσον υπό των μαθητών
ηγαπάτο, ευθύς μετά την περιφοράν του δίσκου εις την πλατείαν,
εισώρμα εις το Λύκειον, εύθυμος και θορυβώδης, αν διεσκεδάζομεν
εις την αυλήν ή τους διαδρόμους, άφωνος, αιδήμων και συνεσταλμένος
αν ευρισκόμεθα εις των παραδόσεων τας αιθούσας, Ημέραν εν τούτοις
τινά ο διδάσκαλος της Κατηχήσεως, ο τότε απλούς ιερεύς και έπειτα
επίσκοπος Χαλκίδος αοίδιμος Δαβίδ Μολοχάδης, μη γνωρίζων τον
εισερχόμενον ήγειρε την ράβδον του να τον αποδιώξη. Αλλά πριν η
ράβδος καταπέση συνηντήθησαν του καλού ιερέως και του καλού σκύλου
οι οφθαλμοί και αποτέλεσμα της συναντήσεως εκείνης, ήσαν η
απόθεσις της ράβδου και η προσθήκη πενταλέπτου εις τον έρανον των
μαθητών. (140) Ούτοι διεσκέδαζον ενίοτε υποβάλλοντες την
ακεραιότητα του Πλούτωνος εις δεινήν αληθώς δοκιμασίαν. Αντί
χαλκίνου κέρματος εις τον δίσκον επρόσφερον εις αυτόν κατά γης
τεμάχιον άρτου, κουλούραν ή και κατημέρι. Αλλ' εις ποίον άρα ανήκε
το ούτω προσφερόμενον, εις τον θίασον ως τα πεντάλεπτα εταιρικώς,
ή τον εισπράκτορα προσωπικώς; Τούτο ήτο τουλάχιστον αμφίβολον. Το
τίμιον όμως τετράποδον, αντί να λύση αυθαιρέτως το ζήτημα υπέρ
εαυτού, καταβροχθίζον το προσφερόμενον, έθετε κατά γης τον δίσκον,
επρόσθετεν εις τα νομίσματα την εις είδος προσφοράν, ελάμβανε και
πάλιν εις το στόμα τον δίσκον, και έτρεχε να παραδώση ακέραιον το
περιεχόμενον αυτού εις τους κυρίους του. Η τοιαύτη διαγωγή ήτο
τόσον μάλλον αξιοθαύμαστος, καθ' όσον ουδεμία υπήρχε βεβαιότης,
ότι θα ημείβετο λαμβάνον όλα τα φαγώσιμα. Οι θαυματοποιοί
υπερηγάπων βεβαίως τον σκύλον των, αλλά και δεν έτρωγαν ή
τουλάχιστον δεν εχόρταιναν οι ίδιοι καθ' ημέραν.
Υπήρχον εν τούτοις καί τινες κατ' έτος ημέραι, κατά τας οποίας όχι
μόνον έτρωγαν αλλά και έπιναν οι Ιταλοί μέχρι κόρου,
πανηγυρίζοντες διά συμποσίου την επέτειον επαναστατικού τινος
κατορθώματος. Αφθόνως τότε έρρεεν ο οίνος της Σαντορίνης, ο μόνος
εκ των Ελληνικών ενθυμίζων εις τους εξορίστους της πατρίδος των το
γλυκύ δ ά κ ρ υ ο ν - τ ο υ - Χ ρ ι σ τ ο ύ ή το βαρύ νέκταρ της
Μαρσάλας. Εκ τοιαύτης επιστρέφων ημέραν τινά υπερεύθυμος ευωχίας
απεδύθη εις την συνήθη επί της πλατείας παράστασιν ο Γιαμβατίστας,
και κατά κακήν του τύχην δεν παρέλειψε την πυραμίδα. Αύτη
αποτελείται, ως πάντες γνωρίζουσιν, εκ στιβάδος παντοίων
αλλεπαλλήλων σκευών, τραπεζίων, καθισμάτων, βαρελιών, σταμνίων και
φιαλών και την επί της κορυφής πάντων τούτων ανύψωσιν ως αγάλματος
του θαυματοποιού. Των πυραμίδων τούτων η στερεότης δεν είνε
ακριβώς όση και η των αιγυπτιακών, και πολλή απαιτείται παρά του
αναβατού ασφάλεια πατήματος και προσοχή προς διατήρησιν της
ασταθούς αυτού ισορροπίας. Ταύτην καθίστανον την ημέραν εκείνην οι
ατμοί του θηραϊκού οίνου έτι ασταθεστέραν. Και κατώρθωσε μεν ο
Γιαμβατίστας ν' ακινητήση επί τινας στιγμάς επί του υψηλού αυτού
βάθρου, αλλ' αίφνης, ενώ εσταύρωσεν επί του στήθους τας χείρας
προς απομίμησιν του Βοναπάρτε, το όλον οικοδόμημα εσείσθη και
κατέπεσε μετά φοβερού πατάγου, του οποίου υπερείχεν ο οξύτερος
ήχος των συντριβομένων υαλίων. Οι θεαταί επίστευσαν κατ' αρχάς ότι
περιείχετο και ο σεισμός ούτος εις το πρόγραμμα της παραστάσεως. Η
ζημία δυστυχώς ήτο πραγματική και πολύ ανωτέρα της εν αρχή
υπολογισθείσης. Πλην των σταμνίων και φιαλών είχον σπάση κατά την
πτώσιν και αμφότερα τα οστά της κνήμης του δυστυχούς σχοινοβάτου,
τον οποίον θέσαντες οι προσδραμόντες κλητήρες εντός φορείου
μετεκόμισαν εις το νοσοκομείον, ακολουθούμενον υπό του οδυρομένου
Κάρλου και του Πλούτωνος, του οποίου δεν εφαίνετο μικρότερα η
άφωνος λύπη. Ο τότε αρχίατρος του Συριανού νοσοκομείου ήτο όχι
μόνον καλός χειρουργός, αλλά και κάλλιστος άνθρωπος.
Ευσπλαγχνισθείς τους αθλίους εκείνους, εφιλοξένησε πλην του
παθόντος εις το κατάστημα τον υιόν του και τον σκύλον.
Το διπλούν κάταγμα του θαυματοποιού απεδείχθη ανεπίδεκτον
συγκολλήσεως και επεβάλλετο αναποδράστως της κνήμης η αποκοπή. Ο
αιθήρ, το χλωροφόρμιον και αυτή η διά του ψύχους τοπική αναισθησία
δεν ήσαν ακόμη συνήθη εν Σύρω κατά την εποχήν εκείνην, ο δε παθών
έπρεπε να υπομείνη αμείωτον της εγχειρήσεως την οδύνην. Πριν ή
προβή εις ταύτην, διέταξεν ο ιατρός εκ φόβου συγκινήσεως την
απομάκρυνσιν του υιού του ακρωτηριαζομένου, κατά παράκλησιν όμως
αυτού έστερξε να μείνη ο σκύλος. Ο σχοινοβάτης περιβαλών διά του
βραχίονος την ουλότριχα κεφαλήν του πιστού συντρόφου του,
εστήριζεν αυτήν εις την ιδικήν του, και ευθύς έπειτα ήρχισε της
μαχαίρας και του πρίονος η εργασία.
Οι εκ της οξΰτητος του πόνου στεναγμοί του ακρωτηριαζομένου
ηρέθιζον τον Πλούτωνα, μη δυνάμενον να μαντεύση διά τίνα λόγον
εβασάνιζαν τον αυθέντην του τόσον σκληρώς. Ότε δε κατά τό τέλος
της εγχειρήσεως ελιποθύμησεν ούτος εκ της αφθόνου του αίματος
ροής, απομείνας ο σκύλος ελεύθερος ώρμησε να τον εκδικήση,
δαγκάνων τον γυμνόν βραχίονα του χειρουργού. Αλλ' ούτος ήτο, ως
είπομεν, αγαθότατος άνθρωπος. Αντί να θυμώση έσπευσε να αναχαιτίση
τους προς επίδειξιν ζήλου κακοποιούντα τον Πλούτωνα νοσοκόμους,
διατάξας ν' αφεθή ανενόχλητος παρά την κλίνην του κυρίου του.
Εις την αυτήν του νοσοκομείου αίθουσαν έτυχε να παραμένη προς
τελείαν ανάρρωσιν και άλλος Ιταλός, πλανόδιος εκριζωτής οδόντων
και πωλητής μαγικών φίλτρων, μετερχόμενος το εμπόριον του εις τα
χωρία όπου ευκολωτέρα ήτο η εύρεσις αγοραστών πανάκειας και
αγαποχόρτου. Ο αγύρτης ούτος, κάλλιστα γνωρίζων την
δεκαροσυλλεκτικήν του Πλούτωνος ικανότητα, εσκέφθη εν τω πλήθει
της ασυνειδησίας του να στερήση της μόνης του παρηγορίας τον
ηκρωτηριασμένον αυτού συμπατριώτην. Ωφελούμενος εκ της απουσίας
του νέου Κάρλου, τοποθετηθέντος διά συστάσεως του ιατρού εις
ικανώς απέχον βαφείον, ησχολήθη διά παντοίων περιποιήσεων να
ελκύση του σκύλου την εμπιστοσύνην, την δε ημέραν της εξόδου του
εκ του νοσοκομείου κατώρθωσε να προπεμφθή παρ' αυτού μέχρι της
άκρας της οδού. Εκεί όμως επέμεινεν ο Πλούτων να τον αποχαιρετήση,
ούτε διά θωπειών ούτε διά της επιδείξεως ορεκτικού αλλάντος
πειθόμενος να προβή περαιτέρω. Αποτυχούσης της αποπείρας
διαφθοράς, ηναγκάσθη ο άρπαξ να καταφύγη εις την χρήσιν σχοινιού,
διά του οποίου παρέσυρε το ταλαίπωρον ζώον, οτέ μεν θορυβωδώς
διαμαρτυρόμενον, οτέ δε κινδυνεύον διά της αντιστάσεως αυτού να
πνιγή, Καθ' οδόν έτυχε να συναντήση νοσοκόμον, εις τον οποίον
διηγήθη ότι αγοράσας παρά του κυρίου του τον σκύλον, είχε δικαίωμα
να τον συμπαραλάβη και άκοντα εις τα Χρούσα.
Η εκ της στερήσεως του συντρόφου του λύπη και η εκ της πρώην κακής
διαίτης δυσκρασία τοσούτον εδείνωσαν την κατάστασιν του δυστυχούς
θαυματοποιού, ώστε ερχόμενος πρωίαν τινά ο υιός του να τον
επισκεφθή εύρε την κλίνην κενήν και τον πατέρα του εντός φερέτρου
έτοιμον προς μετακόμισιν εις την τελευταίαν του κατοικίαν.
Οκτώ μετά την απαγωγήν του ημέρας και δυο ώρας μετά την εκφοράν
του νεκρού ο Πλούτων, όστις είχε κατορθώση να δραπετεύση από τά
Χρούσα έξεεν επιμόνως την εξώθυραν του νοσοκομείου. Ταύτην ήνοιξε
δυστυχώς εις αυτόν αντί του θυρωρού τελειόφοιτος της ιατρικής
σχολής, προληφθείς ως βοηθός του χειρουργού. Ο αποτρόπαιος εκείνος
άνθρωπος ησχολείτο προς διαβόησιν του ονόματός του εις πειράματα
ζωντοτομίας, της συνισταμένης, ως γνωστόν, εις την αντί πτώματος
ανατομήν ζωντανού θύματος προς επισκόπησιν της λειτουργίας, τών
εσωτερικών του οργάνων, της κινήσεως των μυώνων και των
αποτελεσμάτων της τομής του νεύρου ή της εξαιρέσεως εγκεφαλικού
λοβού. Αι θηριωδίαι αύται ενδέχεται μεν να είνε χρήσιμοι εις τους
σπουδαστάς, αλλ' εξ αρχής επροκάλεσαν και εξακολουθούσι
προκαλούσαι την αγανάκτησιν και τας διαμαρτυρήσεις πάντων των
εχόντων σπλάγχνα.
Η θέα του καλού εκείνου ζώου, ασθμαίνοντος εκ του μακρού δρόμου,
του σείοντος την ουράν και με ανθρώπινον βλέμμα ικετεύοντος να του
ανοιχθή η θύρα της αιθούσης, όπου υπέθετεν ακόμη ευρισκόμενον τον
αυθέντην του, δεν ίσχυσε να μαλάξη την λιθίνην του ζωοτόμου
καρδίαν. Συλλαβών τον ανύποπτον Πλούτωνα και δέσας αυτόν επι της
ανατομικής τραπέζης, ήρχισε να κρεουργή τάς σάρκας του ανηλεώς.
Ενώ εις τοιαύτην παρεδίδετο διασκέδασιν, επέστρεφεν ο Κάρλος εις
το νοσοκομείον προς παραλαβήν της πενιχράς πατρικής κληρονομιάς,
ήτοι δέματος θεατρικών ενδυμάτων. Ο εκ της μαχαίρας πόνος και η
αίσθησις της προσεγγίσεως του νεαρού κυρίου του μετέδωκαν εις τον
Πλούτωνα δυνάμεις ικανάς να συντρίψη τα δεσμά του και να προβάλη
κάτωθεν της θύρας τον δασύμαλλον αυτού πόδα καταιματωμένον.
Σπαραξικάρδιος αντήχησε τότε η δυωδία του προ της κλειστής θύρας
κλαίοντος παιδιού και του όπισθεν αυτής γοερώς υλακτούντος σκύλου.
Ο θόρυβος εκείνος προσείλκυσε τον ιατρόν, εις του οποίου το
βροντοφώνημα ηναγκάσθη ο ζωοτόμος να υπακούση, ανοίγων την θύραν.
Ο Πλούτων εχύθη εις τας αγκάλας του ορφανού, ο δε ιατρός επέδειξε
και πάλιν την αγαθότητα της ψυχής του, δις πτύσας εις το πρόσωπον
του βδελυρού δημίου και έπειτα περιδέσας μετά πάσης επιμελείας τας
χαινούσας του θύματος πληγάς, εις το οποίον διέταξε να προσφέρωσι
πινάκιον γάλακτος και να το αφήσωσιν έπειτα να ησυχάση.
Αδύνατον όμως ήτο να εύρη ο Πλούτων ησυχίαν προ της ανευρέσεως και
του πρεσβυτέρου του κυρίου. Ευθύς ως έμεινε μόνος, ωρθώθη επί των
κλονουμένων ποδών του και έσπευσεν εις το θεραπευτήριον και
εκείθεν εις την μικράν υπόστεγον αυλήν, όπου απεθέτοντο μέχρι της
εκφοράς των οι αποθανόντες. Οδηγόν έχων την αλάνθαστον ρίνα του
και οτέ μεν την γην, οτέ δε τον άνεμον οσφραινόμενος, κατώρθωσε ν'
ανεύρη και ν' ακολουθήση την οδόν προς το νεκροταφείον. Η ελεεινή
εν τούτοις και αλλόκοτος όψις του τυλιγμένου εις αιμοβαφή πανία
εκείνου σκύλου εκίνει την περιέργειαν των διαβατών και εξήγειρε
την ασυνείδητον παιδικήν ωμότητα των αγυιοπαίδων, οίτινες έτρεχον
κατόπιν αυτού κραυγάζοντες και λιθοβολούντες. Την ώραν εκείνην
εξελθόντες οι μαθηταί του Λυκείου εις τον συνήθη εσπερινόν
περίπατον ανήρχοντο εν στρατιωτική παρατάξει τον ανήφορον της Άνω
Σύρου. Αι τάξεις διεσπάσθησαν αμέσως και πάντες ετρέξαμεν εις
βοήθειαν του κινδυνεύοντος φίλου μας, ενώ επρόβαλε πνευστιών ο
Κάρλος εξ άλλης οδού. Αλλ' ήτο πλέον αργά. Ο Πλούτων, του οποίου
εξήντλησαν τας τελευταίας δυνάμεις η ορμή του δρόμου, ο τρόμος και
οι λιθοβολισμοί, κατέπεσε πλησίον της πύλης του νεκροταφείου,
μόλις που φθάσας να γλείψη τας χείρας του παιδιού πριν ή εκπνεύση
προ των γονάτων του.
Συλλέξαντες δι' εράνου τρεις δραχμάς κατεπείσαμεν δι' αυτών τον
νεκροθάπτην ν' αποθέση το λείψανον του Πλούτωνος εις λάκκον
σκαφέντα πλησίον του νεκροταφείου, αφού αδύνατον ήτο να ταφή εντός
αυτού διά τον λόγον ότι είχε τεσσάρας πόδας. Πολλάκις έκτοτε
αναγινώσκων όσα γράφονται περί μελλούσης ζωής έτυχε να σκεφθώ ότι,
αν αληθεύη γνώμη των πιστευόντων ότι δεν επιζή εις το σώμα πάσα
ψυχή, αλλά μόνη η πίστις, η αφοσίωσις, η αυταπάρνησις και η αγάπη
βραβεύονται εις τας αιωνίους μονάς, πολύ πιθανώτερον παρά πολλών
μεταστάντων γνωρίμων φίλων μου είνε να ευρίσκεται εκεί η ψυχή του
καλού εκείνου σκύλου.
(«Άστυ» 10 Οκτωβρίου 1893).
ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΓΑΤΑΣ
Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, δεν πιστεύω να
υπάρχωσιν άλλα επί γης πλάσματα όσον οι γάτοι συκοφαντηθέντα. Ως
κατά πρόληψιν και κατά παράδοσιν κηρύττονται δεισιδαίμονες,
οπτασιασταί, μυθολόγοι και ονειροπλέκται ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος,
ο Πρόκλος και ο Πλωτίνος, ούτω κακίζεται και πας γάτος ως δόλιος,
άπιστος, αχάριστος και ανίκανος άλλο τι παρά τον εαυτόν του ν'
αγαπήση. Και ως εις τα λεγόμενα ονείρατα των νεοπλατωνικών
αντιτάσσεται η ασφαλής επιστήμη του Αριστοτέλους, ούτω και εις του
γάτου την κακίαν αι παντοίαι του σκύλου αρεταί. Εις προγενέστερον
έργον μου επροσπάθησα ν' αποδείξω το ιστορικώς ασύστατον της
τοιαύτης περί των Αλεξανδρινών γνώμης και, προ πάντων, πόσον είναι
άδικος η προς άλληλα σύγκρισις δύο πραγμάτων όλως ανομοίων, οία η
εμπειρία του Σταγειρίτου προς το υπερούσιον πτερύγισμα της
νεοπλατωνικής διανοίας. (141) Τούτο είναι περίπου το αυτό ως αν
υπετιμάτο εν συγκρίσει προς την πέρδικα ως μη φαγώσιμος η αηδών.
Καθ' όμοιον τρόπον κατηγορείται και ο γάτος ότι δεν γλείφει τας
χείρας του κυρίου του όταν ούτος τον δέρη, ότι δεν τρέχει άμα τον
καλέση, ουδέ στέργει να φανή χρήσιμος κυνηγών διά λογαριασμόν του,
φυλάσσων τα πρόβατά του, στρέφων επί της πυράς τον οβελόν και
προπορευόμενος με φανάριον εις το στόμα, ή καν να τον διασκεδάση
υπερπηδών ράβδους ή ορθούμενος εκ των οπισθίων ποδών. Ταύτα είναι
ακριβέστατα. Ουδείς ποτέ ούτε δι' αμοιβής ούτε διά ραβδισμών
κατώρθωσε να επιβάλη εις γάτον να πράξη όσα πράττουσιν οι σκύλοι,
οι δούλοι και οι γελωτοποιοί. Αλλ' οι τοιαύτα παρ' αυτού
απαιτούντες λησμονούσιν, ως φαίνεται, ότι εκ των συνοίκων μας ζώων
μόνον ούτος ανήκει εις το βασιλικόν γένος των αιλουροειδών
(Felins)· ότι είναι πρωτεξάδελφος της τίγρεως, του πάνθηρος και
του λέοντος, και άμεσος απόγονος του αιλούρου και του λυγκέως· ότι
έχει, ως εκείνοι, οφθαλμούς λάμποντας εις το σκότος και γνώρισμα
της ευγενείας του οξείς όνυχας συσταλτούς. Ουδέ φαίνονται κάλλιον
της φυσιολογίας μελετήσαντες την ιστορίαν. Εκ ταύτης θα εμάνθανον
ότι κατά τους αρχαίους εκείνους χρόνους, ότε εθεοποιείτο το κάλλος
του σώματος και το σθένος της ψυχής, πλειστάκις ηξιώθη ο γάτος
θείων τιμών. Οι Αιγύπτιοι τον ελάτρευσαν ως Απόλλωνα υπό το σχήμα
γατοκεφάλου νεανίσκου και την γάταν ως θεάν του έρωτος και του
κάλλους. Η ευμορφία τω όντι των γυναικών εξετιμάτο παρ' αυτών κατ'
ακριβή αναλογίαν της ομοιότητος προς τα αιλουροειδή, του
σπινθηρισμού των οφθαλμών, της λειότητος του δέρματος, του ροδίνου
χρώματος των ρωθώνων, της ελαφρότητος του πατήματος, της χάριτος
και της ευκινησίας. Προς κατάκτησιν τοιούτων προσόντων αφιερούντο
κατά τον Διόδωρον νηπιόθεν αι κορασίδες εις την θεάν Γαλήν, διά
της αναρτήσεως εις τον τράχηλον μεταλλίου φέροντος την εικόνα της
Αιγύπτιας Αφροδίτης, κατά δε τον Διόδωρον, οσάκις απέθνησκεν εντός
αιγυπτιακής οικίας γαλή, έκοπτον οι κάτοικοι εις ένδειξιν πένθους
την κόμην. Μετά τους Αιγυπτίους ελάτρευσαν οι Άραβες εις τους
αυτούς τόπους το είδωλον του «Χρυσού Γάτου», ουδ' έπαυσαν μετά την
αποκάλυψιν του ενός Θεού να τον κηρύττωσι το κάλλιστον μετά τον
άνθρωπον δημιούργημα, αντιτάσσοντες αυτόν ως σύμβολον καθαριότητος
και ευγενείας εις τα λοιπά ζώα και μάλιστα τον σκύλον. Αλλά την
αληθή αυτού υπεροχήν φαίνονται κατανοήσαντες κάλλιον παντός άλλου
λαού οι κατακτηταί του αρχαίου κόσμου Σουηβοί και Βανδήλοι, οι
αναγράψαντεςεις τας πολεμικάς αυτών σημαίας το ομοίωμα τον γάτου,
ως του μόνου πλάσματος, το οποίον δύναται μεν να ημερωθή, όχι όμως
και να υποδουλωθή.