Note: The Table of contents is not included in the book. It has
been created to help the reader. Numbers in parenthesis relate
to the footnotes that have been transferred at the end of the book.
The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
The spelling of the book has not been changed otherwise.
Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο.
Δημιουργήθηκε προς διευκόλυνση του αναγνώστη. Οι αριθμοί σε
παρένθεση αφορούν στις σημειώσεις που έχουν μεταφερθεί από
το τέλος κάθε σελίδας στο τέλος του βιβλίου. Ο τονισμός έχει αλλάξει
από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η
ορθογραφία του βιβλίου.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Βιογραφικόν σημείωμα [1]-[16]
Κεφάλαιο Α’ Καταγωγή και οικογένεια Εμμ. Ροΐδου [17]-[38]
Κεφάλαιο Β’
Ο βίος τον Εμμανουήλ Ροΐδου
Ι. Τα έτη της παιδικής και νεανικής ηλικίας. — Η
μετάφρασις Του «Οδοιπορικού» [39]-[45]
ΙΙ. Η εν Αθήναις οριστική εγκατάστασις. — «Η
Πάπισσα Ιωάννα». [46]-[75]
ΙΙΙ. Από της «Παπίσσης» εις τον «Ασμοδέον»
(1866 — 1875) [76]-[94]
ΙV. Τα έτη του αγώνος. — Ο «Ασμοδαίος» και η
πολιτική. — Ο «καυγάς» περί συγχρόνου Ελληνι-
κής ποιήσεως. — Η Εθνική Βιβλιοθήκη. [95]-[112]
V.Τα έτη της μεγάλης παραγωγής. — Αι επιθεωρή-
σεις της «Ώρας» και η άλλη κριτική και δημοσι-
ογραφική δράσις. — Ο Ροΐδης μεταφραστής. — Ο
Ροΐδης διηγηματογράφος. — Το γλωσσικόν
ζήτημα και τα «Είδωλα». [113]-[129]
VI. Η Δύσις [130]-[139]
Παράρτημα
ΣΥΡΙΑΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
Ψυχολογία Συριανού συζύγου.
Ιστορία ενός σκύλου [140]
Ιστορία μιας γάτας. [141]-[142]
Το ξεστούπωμα.
Το παράπονο του νεκροθάπτου.
Ιστορία ορνιθώνος.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΦΕΞΗ
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΟΥ
ΕΡΓΑ
ΣΥΡΙΑΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ
Δ. ΠΕΤΡΟΚΟΚΚΙΝΟΥ και Α. Μ. ΑΝΔΡΕΑΔΟΥ
-Εμμ. Ροΐδης (βιογραφικόν σημείωμα Α. Ανδρεάδου).
-Ψυχολογία Συριανού συζύγου.
-Ιστορία ενός σκύλου.
-Ιστορία μιας γάτας.
-Το ξεστούπωμα.
-Το παράπονο του νεκροθάπτου.
-Ιστορία ορνιθώνος.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1911
ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΙΩΤΗ ΓΛΑΣΤΩΝΟΣ 4
[ΕΙΚΟΝΑ: ΕΜΜ. ΡΟΪΔΗΣ ΕΙΣ ΕΦΗΒΙΚΗΝ ΗΛΙΚΙΑΝ]
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ
(ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ)
Δια του παρόντος τόμου άρχεται η έκδοσις των Έργων του Εμμανουήλ
Δ. Ροΐδου. Η συστηματική συλλογή των έργων του συγγραφέως της
«Παπίσσης» το μεν εξαντληθέντων, το δε εγκατεσπαρμένων, διά να μη
είπω τεθαμμένων, εν παντοίοις περιοδικοίς, ημερολογίοις και
εφημερίσι, ανταπεκρίνετο εις γενικήν απαίτησιν, διότι ολίγοι είναι
οι μη αισθανόμενοι την ανάγκην να γνωρίσωσι κάπως αρτιώτερον το
έργον του δικαίως λογιζομένου ως του μεγαλειτέρου νεωτέρου έλληνος
κριτικού και λογογράφου (1). Προβαίνοντες όμως, τη προθύμω και
αμερίστω αρωγή μεγάλου και φιλοπροόδου εκδοτικού οίκου, εις την
ανά χείρας έκδοσιν, ο κ. Δημήτριος Πετροκόκκινος και εγώ,
ωρμήθημεν και εξ άλλου συναισθήματος, οικογενειακής δηλονότι
ευλαβείας, officii pietatis, προς τον θανόντα εξάδελφον και θείον.
Όντως κρύφιος, αλλά βαθύς πόθος του Εμμανουήλ Ροΐδου υπήρξε
πάντοτε να ίδη συνειλεγμένα τα έργα, άτινα μετά τόσης αγάπης και
επιμελείας είχε φιλοτεχνήση και ων η δημοσίευσις θα κατεδείκνυε
την ποικιλίαν της παραγωγής του, την ενότητα των διεπουσών τας
κρίσεις του γενικών ιδεών, προ παντός δε ότι υπήρξε χρονολογικώς ο
πρώτος μεριμνήσας εν τω πεζώ λόγω περί ύφους και καλιλογίας (2),
ως και ο πρώτος συστηματικώς εισηγηθείς τας νέας περί ποιήσεως και
γλώσσης ιδέας.
Δια τούτο από του 1885, κατ' εποχήν δηλαδή, καθ' ην ουδέ καν το
ήμισυ των όσων αφήκεν είχε παραγάγη (3), έδωκε προθύμως (4) εις
τον τελειόφοιτον Δ. Σταματόπουλον την άδειαν να εκδώση τα «Πάρεργα
του», ων δυστυχώς μόνον τον έτερον των δύο τόμων ους υπέσχετο
ετύπωσεν ο εκδότης. Βραδύτερον δε η ιδέα της συλλογής των «Απάντων
του» δεν έπαυσαν απασχολούσα αυτόν, ως δεικνύει και σημείωμά τι
των από του 1885 και εντεύθεν τήδε κα κείσε διασπαρέντων
μικροτέρων του έργων, όπερ ανεύρον εν μέσω των χαρτιών του. Αλλά
τας μεν δαπάνας πολυτόμου συλλογής ο Ροΐδης δεν ηδύνατο φευ! πλέον
ν' αναλάβη. Εξ άλλου δεν έστεργε ν' αποταθή εις τον φιλικώτατα
προς αυτόν διατεθειμένον Γρηγόριον Μαρασλήν, διότι, ως αυτός μοι
έλεγεν εφρόνει ότι προορισμός και όρος επιτυχίας της Βιβλιοθήκης
ήτο να γνωρίζη μόνον εις το Ελληνικόν κοινόν είτε ξένα
αριστουργήματα, είτε ελληνικά πρωτότυπα έργα (5).
Οπωσδήποτε λυπηρόν είναι ότι δεν ηδυνήθη αυτός ο ίδιος να εκδώση
τα «Άπαντα» του· λεπτολόγος και αυστηρός διά τον εαυτόν του, όσον
και δια τους άλλους, θα εφρόντιζε εν τη επιμελεί αναθεωρήσει, εις
ην αναμφιβόλως θα υπέβαλε τα έργα του, ν' αποφύγη επαναλήψεις
σκέψεων ή εκφράσεων, αίτινες είναι αναπόφευκτοι εις παραγωγήν
εκταθείσαν επί τεσσαράκοντα έτη και εν πολλοίς δημοσιογραφικήν.
Τας μικράς ταύτας «redites» θα συγχωρήση ο αναγνώστης
αναλογιζόμενος ότι τοιούτοι ανευρίσκονται εις πάσαν άφθονον
παραγωγήν φιλολογικήν ή καλλιτεχνικήν όπως πείθουσιν ημάς κάλλιον
παντός άλλου αι από τινος συχνάκις γενόμενοι ειδικαί εκθέσεις των
έργων τούτου ή εκείνου των μεγάλων ζωγράφων.
Λυπηρότερα είναι τα εκ του θανάτου του συγγραφέως οφειλόμενα μικρά
της παρούσης συλλογής χάσματα. Παρ' όλας τας προσπαθείας μας, παρ'
όλας ιδίως τας μεθοδικωτάτας και μακροτάτας ερεύνας του κ.
Πετροκοκκίνου, παρ' όλην την συνδρομήν πολλών λογίων, ιδία δε του
κ. Κωστή Παλαμά, δεν κατωρθώσαμεν να εύρωμεν απαξάπαντα τα έργα
του συγγραφέως των «Ειδώλων». Υπάρχουν δύο τρία διηγήματα καί τινα
άρθρα, ων την ύπαρξιν γνωρίζομεν είτε εκ σημειώσεων του συγγραφέως
είτε άλλοθεν και άτινα, καίτοι δι' ανοικτής επιστολής εις πλείστας
εφημερίδας ευγενώς καταχωρισθείσης, ονομαστί ανεζητήσαμεν, εστάθη
αδύνατον να εύρωμεν. Ευτυχώς πρόκειται περί έργων δευτερευόντων,
υπάρχει δ' ελπίς μέχρι τέλους της παρούσης πολυτόμου εκδόσεως ν'
ανευρεθώσι τα ζητούμενα.
* *
*
Έκδοσις ως η ανά χείρας υποθέτει και πρόλογον περί του βίου και
των έργων του συγγραφέως. Δυστυχώς η Οικονομική Επιστήμη, εις ην
από ετών
αφιερώθη ο γράφων, είναι ήκιστα κατάλληλος προπαίδεια διά την
κρίσιν έργου καθαρώς καλλιλογικού και λογοτεχνικού, οίον τυγχάνει
το του Ροΐδου. Θα ήτο δ' όντως ήκιστα κατάλληλος τρόπος εκφράσεως
ευλαβείας προς την μνήμην ανδρός απεχθανομένου την αναρμοδιότητα
να επιληφθώμεν ημείς τοιαύτης κριτικής εργασίας. Έτι δε
περισσότερον θα επικραίνετο η σκιά του αν έβλεπε συγγενή, προς ον
πάντοτε τόσην έδειξε στοργήν, αυτοσχεδιάζοντα προς τιμήν του έν
των ουχί αγνώστων παρ' ημίν χυδαίων εκείνων αναμνηστικών μνημείων,
των υπενθυμιζόντων τους κακοζηλοτέρους «Βίους μετ' εγκωμίων» των
Βυζαντινών.
Άλλως περί του έργου του Ροΐδου ολίγα, πλην άριστα,
εδημοσιεύθησαν· όθεν παραπέμπων εις τα επί τω θανάτω του γράφοντα
άρθρα των κ.κ. Παλαμά και Κακλαμάνου (6), εις τας δύο μακράς
μελέτας του κ. Ξενοπούλου (7) και εις την περί «Ειδώλων» μελέτην
του Κρουμβάχερ (8), έρχομαι αμέσως εις τον βίον του συγγραφέως.
Εν Αγγλία, τη χώρα εν η κατ' εξοχήν ανθεί το φιλολογικόν τούτο
είδος, αι βιογραφίαι, συντάσσονται σχεδόν πάντοτε επί τη βάσει του
ημερολογίου του βιογραφουμένου και των επιστολών αυτού (9).
Δυστυχώς ο Εμμανουήλ Ροΐδης δεν εκράτει ημερολόγιον του βίου του ή
μάλλον ταχέως έπαυσε να κρατή τοιούτον· (10) εκ δε των επιστολών
του παρ' όλους τους καταβληθέντας κόπους δεν ανεύρομεν, εκτός της
ήδη δημοσιευθείσης (11) αλληλογραφίας του μετά του Αριστοτέλους
Βαλαωρίτου, ειμή δυο επιστολάς του προς τον κ. Ψυχάρην, ας μας
ανεκοίνωσε προθυμότατα ο τελευταίος.
Ελλείψει των κυρίων τούτων βοηθημάτων, είχον όλας τας προφορικάς
παραδόσεις, ας συνέλεξα ζήσας μεν επανειλημμένως κατά τους χρόνους
της πρώτης νεότητος εν τω οίκω του θείου μου, ιδία το 1888 και το
1892) έπειτα δε, συμπληρωθεισών των εν τω εξωτερικώ σπουδών μου,
βλέπων καθημερινώς αυτόν τε και την μητέρα του. Παρά ταύτης
αληθώς, ήτις, παρ' όλα τα ενενήκοντα αυτής έτη, είχε κρατήση
ακμαίον το πνεύμα, την μνήμην και το φρόνημα, εμάνθανέ τις έτι
περισσότερα ή παρά του υιού, ον η ασθένεια και αι παντοίοι
απογοητεύσεις είχον καταστήση ολιγόλογον και μελαγχολικόν (12).
Ευτυχώς ο Μανόλης, κατά την τελευταίαν περίοδον του βίου του, εάν
έλεγεν ολίγα, έγραφεν ικανά. Σχεδόν δε πάντα τα υπ' αυτού
γραφόμενα, ουχί μόνον τα διηγήματα και τα σκαλαθύρματα, αλλά και
αυταί αι κριτικαί, πλαισιούνται υπό των αναμνήσεων του
παρελθόντος, ιδίω δε του νεανικού του βίου. Ως γράφω κατωτέρω, ο
διεξελθών μετά τινος προσοχής το έργον του Ροΐδου γνωρίζει τον
βίον του καλλίτερον ή ο μελετήσας την παρούσαν βιογραφίαν. Ομολογώ
δε ότι και εγώ ο ίδιος, ο εκ προσωπικών και οικογενειακών
αφηγήσεων αρκετά καλά γνωρίζων τον πάντοτε κινήσαντα το ενδιαφέρον
μου βίον του, εύρισκον, συλλέγων τα έργα του, πολλά γεγονότα,
άτινα αορίστως πως κατωπτρίζοντο εν τη μνήμη μου, βεβαιούμενα και
εξακριβούμενα.
Και ταύτα μεν ως προς τον βίον του Μανώλη· πλην βιογραφία δεν
λογίζεται πλέον, από πολλού, αρτία, εάν δεν προταχθώσι ταύτης και
πληροφορίαι περί της καταγωγής και της οικογενείας του
βιογραφουμένου. Θεωρείται όντως, εν εποχή καθ' ην δικαίως τοσαύτη
δίδεται εις την κληρονομικότητα σημασία, ότι άνευ τοιούτων
πληροφοριών η ψυχολογία του ήρωος μένει ασαφής και σκοτεινή.
Από της απόψεως ταύτης υπήρξαμεν ευτυχέστατοι ανακαλύψαντες
πληρέστατα ανέκδοτα απομνημονεύματα περί της οικογενείας Ροΐδου.
Είναι δε ταύτα έργον του θείου του Μανώλη Ευστρατίου (13), ο
οποίος τρέφων μέγα ενδιαφέρον προς παν το οικογενειακόν και
συλλέξας μετ' επιμελείας πολλής πλείστας σχετικάς πληροφορίας,
εσκέφθη να συντάξη τας πληροφορίας ταύτας χάριν των τέκνων του.
Ο Ευστράτιος Ροΐδης δεν ήτο εξ επαγγέλματος άνθρωπος των
γραμμάτων, ουδ' έγραψε προς δημοσίευσιν (14), αλλ' ευμοιρήσας
παιδείας και φυσικόν έχων το δώρον του αφηγείσθαι συνέγραψε έργον
όπερ είναι πολυτιμότατον, ουχί μόνον διά την ιστορίαν των Ροΐδηδων
αλλά και διά την ιστορίαν της Χίου καθ' όλου. Ελπίζω το όλον του
σύγγραμα να μη αργήσει να ίδη το φως (15), λυπούμαι δ' ότι δεν
ηδυνήθην, ελλείψει χώρου, ν' αρυσθώ εκ των ανεκδότων του
χειρογράφων πλείονα. Πλην όσα ερανίσθην, τελείως άγνωστα μέχρι
τούδε, μοι επέτρεψαν ν' αναπτύξω αρκούντως τα κατά την καταγωγήν
και οικογένειαν του Εμμανουήλ Δ. Ροΐδου, ώστε ταύτα ν'
αποτελέσωσιν ίδιον κεφάλαιον, το πρώτον, της παρούσης βιογραφίας
(16).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Καταγωγή και οικογένεια Εμμ. Ροΐδου.
Είναι γνωστόν (17) ότι ο Εμμ. Ροΐδης κατήγετο προς πατρός εξ
αρχοντικής αθηναϊκής οικογενείας, ήτις, όπως και τόσαι άλλαι,
ηναγκάσθη να εγκαταλείπη την εστίαν της, ότε οι υπό τον Μοροζίνην
Βενετοί εξεκένωσαν το επί βραχύ καταληφθέν άστυ της Παλλάδος.
Μνημείον του παλαιού αυτών κλέους οι Ροΐδαι άφηνον όπισθέν των
την οικογενειακήν των εκκλησίαν την Παναγίαν Χροσοροΐδεναν. Αύτη
έκειτο εις την Πλάκαν, ακριβώς απέναντι των οικιών Λεβίδη και
Χωματιανού, μεταξύ των οδών Αδριανού και Αγίου Ανδρέου, διετηρήθη
δε μέχρι του παρόντος αιώνος (18) · τα επί της ευρυχώρου αυλής της
δωμάτια είχον τότε μεταβληθή εις σχολείον, εν ώ εδιδάχθησαν τα
πρώτα γράμματα πλείστοι Αθηναίοι, εν οις και ο Γεώργιος Ψύλλας, ο
δους τω Ευστρ. Ροΐδη τας πληροφορίας ταύτας.
Οι Βενετοί συναισθανόμενοι το μέγεθος της καταστροφής, ης εγένοντο
πρόξενοι, προσεπάθησαν να μετριάσωσι ταύτην δια παροχής οικιών και
κτημάτων εις τους παθόντας Αθηναίους. Πολλοί τούτων συνωκίσθησαν
εν Γαστούνη, είδον δε μνημονευόμενον και πίνακα των κατά το 1691
ευρισκομένων εν τη πόλει ταύτη Αθηναϊκών οικογενειών. Μη
κατορθώσας να εύρω αντίγραφον του πίνακος τούτου, δεν ηδυνήθην να
εξακριβώσω αν οι Ροΐδαι συμπεριλαμβάνοντο εν αυτώ, αλλ' ανεύρον
αντίγραφον των επισήμων εγγράφων, δι' ων παριχωρούντο εις τους
Ροΐδας οικία εν Γαστούνη (εν τη ενορία του Μιχαήλ Αρχαγγέλου) με
κήπον τριών στρεμμάτων, ως και εκτεταμέναι γαίαι εν τω χωρίω
Αγαρόλι (Agarogli), έτι δε και άμπελος μεγάλη και έτερον
περιβόλιον εν τω χωρίω Καλέβι (Chielevi). Το παραχωρητήριον
χρονολογείται από της 8 Οκτωβρίου 1702. Έτερα έγγραφα του
Νοεμβρίου 1702 και Νοεμβρίου 1703 (19) επιβεβαιούσι τας
παραχωρήσεις και μάλιστα προσθέτωσιν εις ταύτας ετέρας, συν τοις
άλλοις και μύλον ενοικιασμένον τέως εις τον αποθανόντα Γεώργιον
Δούσμανην (20).
Δυο έτη βραδύτερον δουκικόν διάταγμα της 5 Φεβρουαρίου 1704
απένειμεν εις τους Αδελφούς Ζωρζήν και Βενιζέλον Ροΐδας, και εις
τους κληρονόμους αυτών τον τίτλον του Κόμητος. Το έγγραφον τούτο
δημοσιευθέν προ ετών εις τα «Αθηναϊκά Μνημεία» του κ. Δ.
Καμπούρογλου (21), νομίζομεν καλόν, ν' αναδημοσιεύσωμεν ενταύθα,
διότι δίδει και λεπτομερείας περί της ιστορίας της οικογενείας.
Τίτλος Ευγενείας
της Αθηναϊκής Οικογενείας Ροΐδου.
Αλοΐζιος Μοτσενίγος θεία χάριτι Δουξ της Ενετίας κ.τ.λ.
Προς άπαντας γενικώς και ιδιαιτέρως προς ους ήθελε φθάση αύτη η
ημετέρα, γνωστοποιούμεν, ότι εν τω ημετέρω συμβουλίω ελήφθη
μέτρον ως προκύπτει και εκ των ενόρκων πληροφοριών των
αναγνωθεισών προ ολίγον παρά των συνεδριασάντων ανακριτών
συνδίκων εν Μωρία, η πάντοτε τα μάλιστα διακεκριμένη αξία των
Γεωργίου και Βενιζέλου Ροΐδου, οίτινες εγκαταλείψαντες τας
Αθήνας εις ας εγεννήθησαν και καταντήσαντες να κατοικήσωσιν εν
Μωρία ως εκούσιοι υπήκοοι, έδοσαν και δια προσφορών εις το
Δημόσιον ταμείον και δια της προσλήψεως ανδρών και μετέπειτα
άλλου πλήθους δι' ιδίων εξόδων, τρανάς αποδείξεις πιστής και
σταθεράς υπακοής εις όλους τους κλάδους της δημοσίας ασφαλείας.
Επειδή δε εξαιτούνται οι αυτοί πράξίν τινα της δημοσίας
μεγαλοδωρίας δυναμένην να ανταμείψη αυτούς της αυθορμήτου
υπακοής, απεφασίσαμεν ίνα οι ειρημένοι Γεώργιος και Βενιζέλος
Ροΐδαι μετά των τέκνων και νομίμων διαδόχων αυτών, χάριν της
ευνοίας του συμβουλίου τούτον τιμηθώσι δια παντός, δια του
τίτλου ΚΟΜΗΤΩΝ, όπως εκ της αποδείξεως ταύτης της δημοσίας
γενναιότητας δυνηθώσιν έτι πλέον να θερμανθώσιν εις την
διακεκριμένην αυτών υπακοήν.
Κατ' εξουσίαν τον ειρημένου συμβουλίου διατάττομεν Υμάς ίνα
δώσητε εκτέλεσιν.
Εδόθη εν τω ημετέρω Δουκικώ Παλατίω την ημέραν πέμπτην
Φεβρουαρίου ενδικτ. XIII 1704.
Την δεκάτην Μαρτίου 1725 έτος παλαιόν εν Ζακύνθω προσήχθη η
παρούσα παρά του Κυρίου Κόμητος Γεωργίου Ροΐδου όπως λάβη
νόμιμον και επίσημον αντίγραφον αυτής προς γενικήν χρήσιν του.
Αντίγραφον
Μαρία Άγγελος Νέγρης
Αλλ' η Βενετική κυριαρχία εν Πελοποννήσω (22) υπήρξεν απροσδόκητος
όσον και προσωρινή. Εντός επτά μηνών (από του Μαΐου μέχρι του
Δεκεμβρίου 1715) οι Τούρκοι ανέκτησαν τας εις τον θαυμαστόν
πόλεμον (guerra meravigliosa) απωλεσθείσας επαρχίας, και οι Ροΐδαι
ηναγκάσθησαν και πάλιν να ζητήσωσι την σωτηρίαν εν τη φυγή. Η
οικογένεια εδιχάσθη· ο μεν είς κλάδος μετηνάστευσεν εις Ζάκυνθον,
ο δε έτερος εις Χίον.
Και η μεν μετανάστευσις εις Ζάκυνθον είναι ευεξήγητος· τον ακριβή
όμως λόγον της μεταναστεύσεως εις Χίον δεν ηδυνήθην να εξακριβώσω.
Ίσως ωφείλετο αύτη εις την σχετικήν ελευθερίαν, ης απέλαυεν η
μυθολογουμένη πατρίς του Ομήρου. Οπωσδήποτε οι εν Ζακύνθω Ροΐδαι
ουδέποτε ελησμόνησαν τους εν Χίω συγγενείς παράσχοντες εις αυτούς
μάλιστα μετά την καταστροφήν της Χίου και σπουδαιοτάτην υπηρεσίαν.
Πράγματι το 1824 ο κόμης Αντώνιος Ροΐδης ουχί μόνον εφιλοξένησεν
εν Ζακύνθω τον πατέρα του συγγραφέως των «Ειδώλων», αλλά και
επέτυχεν υπέρ αυτού και των αδελφών του την έκδοσιν Ιονίου
διαβατηρίου, διά του οποίου ο μεν Δημήτριος ηδυνήθη να μεταβή εις
Κωνσταντινούπολιν, οι δ' εν Σύρω πενόμενοι αδελφοί του εις
Σμύρνην, όπου και ηδυνήθησαν να εμπορευθώσι «χωρίς να φοβώνται
τους αγρίους Τούρκους».
Περί του φιλοσυγγενούς Αντωνίου Ροΐδου τ' ανέκδοτα απομνημονεύματα
του Ευστρατίου Ροΐδου διηγούνται και το εξής νοστιμώτατον
επεισόδιον:
«Ο Αντώνιος εχρημάτισεν εις την Αλεξάνδρειαν, κατορθώσας να τον
εμπιστευθή ο Μεχμέτ Αλή Πασάς χρηματικήν διαχείρισιν· θελήσας
όμως να ωφεληθή, εμπορεύθη τα χρήματα ζημιωθείς· ελθούσης της
εποχής να δόση απολογισμόν της διαχειρίσεως, επειδή και ήτο
ελλειματίας, φοβούμενος την αρχήν του Πασσά, εδραπέτευσε μ' έν
Ζακύνθιον πλοίον. Αφιχθέν το πλοίον εις την Ζάκυνθον, εξήλθον
άπαντες εις το Υγειονομείον διά να καταγραφώσιν· όταν ήλθεν η
σειρά του ανωτέρω ηρωτήθη πώς ονομάζεσαι: «Αντώνιος Ροΐδης». Εις
την εκφώνησιν του ονόματος τούτου είς των φυλάκων αποκαλεί τον
Αντώνιον ψεύστην και κλέπτην, συνάμα δε απέρχεται δρομαίως εις
την οικίαν του κόμητος Αντωνίου Νικολάου Ροΐδη και του λέγει: έ
Αυθέντη, ήλθεν ένας ο οποίος έχει κλεμμένον το όνομά σου και
τολμά να λέγη ότι ονομάζεται Ροΐδης. Ο φύλαξ έμεινεν έκπληκτος,
όταν ο κόμης του απήντησε: «πήγαινε να τον ερώτησης αν είναι
Χίος, και αν είναι από την Χίον, είπε εκ μέρους μου εις τον
υγειονόμον να του δώση έν καλόν δωμάτιον, και μετ' ολίγον θα
έλθω να τον ιδώ», — Ενώ λοιπόν ο Αντώνιος εσκέπτετο το τί
ποιητέον, καθότι ενόμισεν ότι ο Μεχμέτ Αλή Πασσάς επρόφθασε να
ειδοποιήση την δραπέτευσίν του, και ότι θα τον συλλάβουν διά να
τον παραδώσουν ή αποπέμψωσιν εις την Αλεξάνδρειαν, η έκπληξίς
του εκορυφώθη, όταν επιστρέψας ο φύλαξ ερωτά από ποίον τόπον
είσαι; άμα ήκουσεν από την Χίον, του λέγει πολύ καλά,
αποκαλύπτει την κεφαλήν και του λέγει, ότι: έχω εντολήν από τον
Αυθέντην Σινιόρ κόντε να ειπώ του υγειονόμου να σας παραχωρήση
έν καλόν δωμάτιον, και μετ΄ολίγον θα έλθη και ο ίδιος να σας
ιδή. Ολ' αυτά εκορύφωσαν την απορίαν και έκπληξιν του Αντωνίου,
διότι δεν εγνώριζεν ότι εις την Ζάκυνθον υπάρχει Ροΐδης και
μάλιστα καλούμενος Αντώνιος όπως και αυτός. Μετ' ού πολύ
κατήλθεν ο κόμης Αντώνιος Ν. Ροΐδης και εξηγήθησαν. Ο κόμης δεν
ηδύνατο να πιστεύση πως είναι δυνατόν να μη γνωρίζωσιν εις την
Χίον ότι είχαν συγγενή εις την Ζάκυνθον».
Αδελφός του προμνησθέντος κόμητος Αντωνίου ήτο ο ιδιόρρυθμος καθ'
όλα δοτόρος Διονύσιος Ροΐδης, ον αποθανάτισεν ο Σολωμός διά της
«Πρωτοχρονιάς» και του «Ιατροσυμβουλίου». Λόγου δε τυχόντος περί
Σολωμού αδύνατον να μη μνημονευθή ότι κατά τον Ευστράτιον Ροΐδην
και άλλας μαρτυρίας (23) η ηρωίς ετέρου αριστουργήματός του, της
«Ξανθούλας», εκείνης, ην τόσον συγκινητικά αποχαιρετά ο ποιητής,
ήτο η Δις Μαριγώ Μαυρογορδάτου, η βραδύτερον νυμφευθείσα εν
Λονδίνω τον Ευστράτιον Ράλλην, εγγονή δε της Μαρίας Δ. Ροΐδου και
συνεπώς δευτέρα εξαδέλφη του Εμμανουήλ Ροΐδου, όστις πάλιν υπήρξεν
είς των πρώτων εκ των ανακηρυξάντων τον Σολωμόν πρίγκιπα της καθ'
ημάς ποιήσεως καθ' ην, απομεμακρυσμένην ήδη, εποχήν τω
διημφισθήτουν το στέμμα και ο Σούτσος και ο Ζαλοκώστας.
Αλλ' ας αφήσωμεν την Ζάκυνθον διά την Χίον. (24) Έλεγον ότι οι
λόγοι, δι' ους είς κλάδος των Ροΐδηδων μετηνάστευσεν εκεί, δεν
είναι ακριβώς γνωστοί. Ουδέ καν επακριβώς γνωρίζομεν το έτος της
αφίξεώς των εν τη παρικαλλεί εκείνη νήσω. Το βέβαιον όμως είναι
ότι το 1720 ήσαν ήδη εγκαταστημένοι εν αυτή. Από της εποχής
εκείνης τα λεπτομερέστατα απομνημονεύματα του Ευστρατίου Ροΐδου
μάς δίδουσι περί αυτών πληρεστάτας πληροφορίας.
Δέον εν τούτοις να σημειωθή ενταύθα ότι η θέσις, ην ταχέως
κατέλαβαν οι Ροΐδαι εν Χίω, ήτο περιφανής. Τούτο δεικνύουσι και οι
γάμοι ους ταχέως συνήψαν μετά των αριστοκρατικωτέρων της χώρας
οικογενειών, των Μαυρογορδίτων, των Σκυλίτζη, των Τζιτζίνια, των
Ροδοκανάκη κλπ. Ο κύκλος εν τω οποίω την εποχήν εκείνην επετρέπετο
εις αρχοντοπούλαν Χίαν να νυμφευθή ήτο πολύ στενός· εχρειάσθησαν
δ' όλα τα πλούτη του Ζαννή Ροΐδου ίνα πεισθή ο Ματθαίος
Μαυρογορδάτος να δώση την Θυγατέρα του εις τον υιόν ανδρός άρτι
εγκαταστάντος εν τη νήσω. Σημειωτέον όμως ότι ούτε οι γάμοι ούτε
τα πλούτη αντιπροσώπευον εν τη αποκλειστική εκείνη κοινωνία
τελείαν πολιτογράφησιν· διά τούτο δε μέχρι τέλους ουδείς των
Ροΐδηδων, θεωρημένων ως ξένων, ηδυνήθη να ανέλθη εις το αξίωμα
δημογέροντος. (25)
Άλλως ουδ' οι Ροΐδηδες ελησμόνησαν τελείως την καταγωγήν των· η δε
μονή, ην έκτισαν, φέρει το όνομα Χαλαντρίτζαινα, ου κατά τον
Ευστράτιον Ροΐδην μόνη εξήγησις είναι ότι ελήφθη «εκ της ουχί
μακράν της Γαστούνης κειμένης κωμοπόλεως Χαλαντρίτζας, ο ναός της
οποίας τόσης απήλαυε φήμης κατά τον Buchon».
Εις την Παναγίαν Χαλαντρίτζαιναν αποδίδει η Χιακή παράδοσις
διάφορα θαύματα. Ελέγετο μεταξύ των άλλων ότι, ότε ο χατζής
Σταμάτιος Ροΐδης, ήρχισε να κτίζη το μοναστήριον, η Παναγία
εμφανισθείσα εις τον αρχιτέκτονα τω υπέδειξε ποίον σχέδιον, πολύ
μεγαλοπρεπέστερον του αρχικού, έδει ν' ακολουθήση. Εις δε τους
απορούντας διατί η Παναγία δεν επαρουσιάσθη απ'ευθείας εις τον
ιδρυτήν της μονής, εξηγείτο ότι «η Παναγία ταπεινοφρονούσα
προετίμησε τον υπηρέτην, όπως ο Χριστός έπλυνεν ο ίδιος τους πόδας
των μαθητών του». Ο ευσεβέστατος κτίτωρ ηρκέσθη εις την εξήγησιν,
οι σκεπτικώτεροι όμως υπώπτευσαν ότι ο αρχιτέκτων, έχων συμφέρον
να λάβωσιν επέκτασιν αι εργασίαι, επενόησεν έν από τα ψευδοθαύματα
εκείνα, άτινα τόσον συχνά απαντώσιν εις το πρώτον έργον του
απογόνου του Χατζησταμάτη (26).
Εν αντιθέσει προς τους άλλους Χίους, οίτινες κατά κανόνα
επεδίδοντο εις το εμπόριον, την δουλειά, οι Ροΐδηδες, λόγω ίσως
της ξενικής των καταγωγής, ηρέσκοντο μάλλον καρπούμενοι αμέσως τα
πλούτη των, περί του μεγέθους των οποίων πλείστα τεκμήρια δίδουσι
τ' απομνημονεύματα του Ευστρατίου.
Εν τούτοις είς εξ αυτών μνημονεύεται ως διαπρέψας μεγάλως εις τα
γράμματα. Ήτο δ' ούτος ο αδελφός του προσπάππου του Εμμανουήλ
ιερομόναχος Μακάριος, όστις ετύγχανε τόσον βαθύς γνώστης και αυτής
της Λατινικής, ώστε οι αμοιρούντες ευπαιδεύτων κληρικών Λατίνοι
κατέφευγαν εις αυτόν, όπως τοις εξηγήση τας γραφάς. Αι σχέσεις
αύται έδωκαν αφορμήν είς τινας συναδέλφους, ων ο Μακάριος, δεινός
ιεροκήρυξ, κατήγγελλε τας καταχρήσεις, να τον διαβάλωσιν ως
αιρετικόν παρά τω πατριάρχη Ιερεμία. Ο ιερομόναχος, μεταβάς εις
Κωνσταντινούπολιν, κατέδειξεν από του άμβωνος την κατ' αυτού
εξυφανθείσαν σκευωρίαν. Πλην ο θρίαμβος του υπήρξε βραχυχρόνιος,
διότι σχεδόν αμέσως ύστερον απέθνησκεν αιφνιδίως. Ο μυστηριώδης
ούτος θάνατος απεδόθη εις δηλητηρίασιν. Την δ' υποψίαν ταύτην
φαίνεται ότι συνεμερίζετο και αυτός ο Πατριάρχης, διότι έγραψεν
ιδιόχειρον προς τον πατέρα του μεταστάντος επιστολήν «εν ή
εφαίνετο η ψυχική συγκίνησις και αγανάκτησίς του». (27)
Εκτός του Μακαρίου και άλλοι Ροΐδαι εδείχθησαν φίλοι των
γραμμάτων. (28) Εν τούτοις, εξ όσων ηδυνήθην ν' αντιληφθώ, την
προς την εγκυκλοπαιδικήν μόρφωσιν ροπήν του Μανώλη, ως και το
σατυρικόν του πνεύμα, ούτος εκληρονόμησε μάλλον εκ των προς μητρός
συγγενών, και δη εκ των δυο αδελφών του πάππου και ομωνύμου του
Μανώλη Ροδοκανάκη, Φραγκούλη και Σταματίου.
Και περί μεν της πολυμαθείας του Φραγκούλη, ο οποίος απέθανε
μυστικοσύμβουλος του μεγάλου δουκός της Τοσκάνης, ικανά μανθάνομεν
από τον Baron de Marcellus, όστις εξενίσθη εν τω πύργω των
Ροδοκανάκηδων εν Χίω (29). Ούτος μνημονεύει και τας προς το
γυμνάσιον γενναίας του χρηματικάς δωρεάς ως και την θαυμασίαν εκ
δισχιλίων τόμων βιβλιοθήκην, ήτις περιείχε τ'αριστουργήματα ου
μόνον της Ελληνικής αλλά και της Γαλλικής και της Ιταλικής
φιλολογίας, ως και την μετά του Βάμβα στενήν φιλίαν του Φραγκούλη,
(Βλ. A. de Marcellus «Souvenirs de l'Orient» σελ. 116-8 της β.
εκδόσεως, Παρισίοι 1854).
Ο Σταμάτιος Ροδοκανάκης (30) ήτο έτι μάλλον καινοτόμος και
νεωτεριστής. Η σώφρων Χιακή κοινωνία ήτο τόσον συντηρητική, ώστε
είχε καταντήση αντιδραστική. Πάσα επέκτασις ή μεταρρύθμισις της
παιδείας εκρίνετο επικίνδυνος. Η δε προσήλωσις εις τα ήθη και έθιμα
επέφερε την διαιώνισιν έξεων και ενδυμασιών, αίτινες συντελούσης και
της ασυστόλου χρήσεως ψιμμυθίου (31) εφαίνοντο κωμικαί και γελοίαι. Ο
Σταμάτιος Ροδοκανάκης επεχείρησε να πείση τους συμπατριώτας του,
ότι ήτο ανάγκη να δώσωσι πρατικόν χαρακτήρα και ζωήν εις τα
σχολεία, να ενδύωσι τας γυναίκας και θυγατέρας απλούστερα και
φυσικώτερα, χορηγούντες αυταίς συνάμα μεγαλειτέραν ελευθερίαν. Τα
καινά τούτα δαιμόνια δεν ήχησαν καλώς εις τα ώτα των
συντηρητικωτέρων· ούτοι, ορμώμενοι και υπό τοπικής κομματικής
εμπαθείας, ήρχισαν παριστώντες τον Σταμάτιον, ως γαλλίζοντα,
άθεον, επαναστάτην κλπ. Ούτος απήντα και δι' άλλων επιχειρημάτων
αλλά και διά σατυρών, εν αις μετά πολλής αφειδίας διαπομπεύει την
αμάθειαν, τας προλήψεις, και αυτά τα σωματικά μειονεκτήματα και
τας κοινωνικάς ατυχίας των αντιπάλων του. Η ανάμιξις αύτη
προσωπικών εις γενικότερα ζητήματα, ην συγχωρεί μόνον ο διά του
γέλωτος αφοπλισθείς αναγνώστης, δεν έλειψεν ως γνωστόν ούτε από
τους αγώνας του ανιψιού του, επιχειρούντος κατά καιρούς ν'
αναμορφώση την ποίησιν, την γλώσσαν, την Εθνικήν Βιβλιοθήκην και
τα πολιτικά ήθη.
*
* *
Ο ευτυχής και αμέριμνος βίος, ον περί το 1820 διήγον οι Χίοι,
αποτελεί δραματικήν αντίθεσιν προς τας επικειμένας συμφοράς.
Έλαβον αφορμήν εσχάτως να διεκτραγωδήσω την οικτράν τύχην των προς
μητρός συγγενών του Εμμανουήλ (32). Ο πάππος του, επικαλούμενος
Φραγκομανώλης, διότι μόνος εν Χίω έφερεν ευρωπαϊκήν ενδυμασίαν,
απήχθη εκ των πρώτων εις το φρούριον ως όμηρος· μετ' ολίγον δε τα
τέκνα του ωδηγήθησαν υπό Τούρκων στρατιωτών προ του δένδρου, από
του οποίου εκρέματο απηγχονισμένος ο δυστυχής εθνομάρτυς.
Μυθιστορηματικαί, δε κυριολεκτικώς είναι αι μετέπειτα περιπέτειαι
της οικογενείας του, ιδίως δε της μητρός του Μανώλη Κορνηλίας,
ήτις πωληθείσα ως δούλη, έζησε πλέον των τριών ετών εις το
εσωτερικόν της μικράς Ασίας, οθωμανίς de facto, εάν όχι de jure
(33). Εκεί ανευρέθη κατά τύχην υπό παλαιού οικογενειακού υπηρέτου
επαγγελλομένου νυν τον μεταπράτην, εξαγορασθείσα δε αντί μεγάλων
θυσιών, διεπεραιώθη εις Λιβόρνον, όπου είχον συγκεντρωθή και τα
λοιπά περισωθέντα μέλη της δυστήνου οικογενείας. Τόσον όμως μακρά
υπήρξεν η παρά τοις Τούρκοις διαμονή αυτής, ώστε, όταν έφθασεν εις
Τοσκάνην η δωδεκαέτις κόρη δεν εγνώριζεν ειμή ελαχίστας λέξεις
Ελληνικάς προς μέγα σκάνδαλον συγγενούς της τινός, όστις δεν έπαυε
να λέγη· «διά μία τέτοια Τουρκοπούλα να δώσωμεν 6.000 τάλληρα!!!»
(34)
Ουχ ήττον τραγικά των Ροδοκανάκηδων έπαθον οι Ροΐδαι. Χωρίς να
μακρηγορήσω επί των υλικών ζημιών και των εξανδραποδισμών αρκεί να
ενθυμήσω ότι μεταξύ των βιαίως την ζωήν τερματισάντων Χίων
ευρίσκοντο οκτώ μέλη της οικογενείας (35), και δη ο Ζαννής Δ.
Ροΐδης μετά των υιών του Ευστρατίου και Παντολέοντος (36), ο
Θεόδωρος Δ. Ροΐδης και η μήτηρ τούτων και προμάμμη του συγγραφέως
των «Ειδώλων» Αικατερίνη Ροΐδου, το γένος Μαυροκορδάτου, γυνή
υπέργηρως, γνωστή διά την άκραν της αγαθότητα και φιλανθρωπίαν και
ήτις εσφάγη μετά της θυγατρός της Σεβαστής Πρασακάκη και των δύο
υιών ταύτης.
Η τραγική απλότης μεθ' ης διηγείται το τελευταίον τούτο επεισόδιον
ο ανεπιτήδευτος κάλαμος του Ε. Ροΐδη, αναπαριστά κάλλιον ή μακρά
αφήγησις το απαίσιον δράμα του 1822, καθ' ο η αγριότης των Τούρκων
εύρε συνεπίκουρον την δολιότητα των Δυτικών.
«Οι Τούρκοι έδραμον εις την εξοχήν. Ο Ιωάννης Πρασακάκης ύψωσε
την Γαλλικήν σημαίαν επί του πύργου του, υπό την αιγίδα της
οποίας προσέφυγον πολλαί οικογένειαι· προσέφυγε και η μήτηρ του
πατρός μου. Κατ' αρχάς εσεβάσθηοαν οι άγριοι Τούρκοι την Γαλλικήν
σημαίαν, οι Δυτικοί όμως κινούμενοι από φανατισμόν ειδοποίησαν
τους Τούρκους ότι είναι ψεύτικο προξενείον και περί την δύσιν του
ηλίου ώρμησαν οι Τούρκοι, οι οποίοι έως να θραύσωσι τας θύρας,
έλαβον καιρόν οι εντός να διασκορπισθώσι διά των χωραφίων και,
βοηθούμενοι από το σκότος της νυκτός, εζήτησαν άσυλον εις τα
χωρία, πλην ακολούθως συνελήφθησαν και οι μεν υιοί αυτών
ανθιστάμενοι ωπλισμένοι εσφάγησαν προ των οφθαλμών της μητρός των,
οι δε λοιποί απήχθησαν αιχμάλωτοι. Τας νέας ίππευσαν
επί ημιόνων, τας δε γραίας υπεχρέωσαν να παρακολουθούν πεζή. Η
ωραία Αικατερίνη, θυγάτηρ της Σεβαστής, θεωρούσα την τε μητέρα
και κοσμήτορα αυτής να βαδίζωσι μετά κόπου, καθικέτευσε τον
άγριον Τούρκον να καταβή να περιπατή, διά να ιππεύση εις την
θέσιν της η μήτηρ της και η προμήτωρ της. Ο Τούρκος εξήγαγε το
γιαταγάνιον και κατέσφαξεν αυτάς, διά να παύσωσι δε αι οιμωγαί
της τε θυγατρός και των παρευρισκομένων ηπείλησε και αυτάς και
ούτως επέβαλε διά του τρόμου σιωπήν. Ιδού λοιπόν τι τραγικόν
τέλος έλαβεν η πολυτρόπως ευεργετήσασα την κοινωνίαν και τακτικά
διανέμουσα ελέη εις τους πτωχούς. Εσφάγη μετά της θυγατρός της
εν μέση οδώ και τα σώματά των έγιναν βορά των κυνών και ορνέων».
Φαντάζεται τις οποία θα υπήρξεν η απελπισία και η απόγνωσις, ήτις
θα κατέλαβεν εν μέσω τοσούτων ανηκούστων ηθικών και υλικών
συμφορών τους μέχρι χθες ευτυχείς και αμερίμνως ζώντας.
Αλλ' η θαυμαστή καρτερία, ην καθ' όλον τον αγώνα επέδειξεν ο
Ελληνισμός, συνδυαζομένη προς την οικογενειακήν αλληλεγγύην,
ετέραν αναμφισβήτητον αρετήν της φυλής μας, έσωσε και τας δύο
οικογενείας από της τελείας καταστροφής.
Είδομεν ήδη πως χάριν του Ζακυνθίου κόμητος Αντωνίου οι Χίοι
Ροΐδαι ωπλίσθησαν δι' Ιονίου διαβατηρίου και ηδυνήθησαν διαρκούσης
έτι της θυέλλης να ζήσωσιν εμπορευόμενοι και εν αυτή τη Οθωμανική
αυτοκρατορία.
Εξ άλλου οι αδελφοί του Φραγκομανώλη Φραγκούλης και Σταμάτιος
ουδεμιάς εφείσθησαν θυσίας προς διάσωσιν εν Λιβόρνω της χήρας και
των ορφανών του, φροντίσαντες βραδύτερον να εύρωσιν εργασίαν διά
τους τρεις υιούς και γαμβρούς διά τας δυο Θυγατέρας.
Διά Χιώτισσαν αρχοντοπούλαν, ως ήδη έλαβον αφορμήν να παρατηρήσω,
ο κύκλος της εκλογής γαμβού δεν ήτο πολύ ευρύς· περιωρίζετο εις
εικοσάδα οικογενειών, αίτινες απετέλουν την Χιακήν αριστοκρατίαν.
Συνήθως εξελέγετο οικογένεια μεθ' ης ήδη υπήρχον δεσμοί
κηδεστείας, συμπλεκόμενοι ως επί το πολύ και με σχέσεις εμπορικάς.
Εις τας αρχάς ταύτας συμμορφωθείς ο θείος της Κορνηλίας Σταμάτιος
την εμνήστευσε με τον αδελφόν της συζύγου του Δημήτριον Ροΐδην
(37) επειδή δε ο γαμβρός δεν ηδύνατο να έλθη εις Λιβόρνον τού
«έστειλαν την νύμφην» εις Σύρον (38), όπου ετελέσθησαν οι γάμοι
και όπου μετά δέκα μήνας επέπρωτο να ίδη το φως ο συγγραφεύς των
ανά χείρας «Έργων», εις τας λεπτομερείας του βίου του οποίου είναι
ήδη καιρός να φθάσωμεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’.
Ο βίος τον Εμμανουήλ Ροΐδου
Ο βίος του Εμμανουήλ Ροΐδου διαιρείται εις δύο ίσας περιόδους, την
μίαν αδιακόπων μετακινήσεων, την άλλην διαρκούς εν Αθήναις
διαμονής. Και την μεν μονοτονίαν της δευτέρας διακόπτει μόνον
σειρά μακρά ατυχημάτων, άτινα, εάν εχρωμάτισαν με περισσήν
μελαγχολίαν, δεν ανέκοψαν όμως ευτυχώς την πυκνοτέραν καταστάσαν
φιλολογικήν παραγωγήν, εν η συνωψίζετο πλέον ο όλος του βίος.
Τουναντίον η πρώτη περίοδος υπήρξεν ευτυχής όσον και ποικίλη. Εις
αυτήν εστρέφετο αδιακόπως το πνεύμα του υπό της φύσεως και της
δυστυχίας απομονωθέντος συγγραφέως. Έκαστον δε σταθμόν αυτής
εγαλβάνιζεν η λαμπρά αυτού διάνοια, ενσωματούσα αυτόν εις
μυθιστόρημα, διήγημα, άρθρον ή σκέψιν. Άξιον μάλιστα παρατηρήσεως
είναι ότι όλη η δημιουργική και μέρος της κριτικής εργασίας του
Ροΐδου σχετίζεται δεινώς προς επεισόδια των παιδικών και νεανικών
αυτού χρόνων. Ουδέν άξιον απομνημονεύσεως παρέλειψεν. Άνευ
υπερβολής δε δύναταί τις να είπη ότι ο αναγνώσας την διά του
παρόντος τόμου εγκαινιαζομένην συλλογήν των έργων του Ροΐδου,
γνωρίζει τον βίον του καλλίτερον ή ο μελετήσας την ανά χείρας
βιογραφίαν.
Ι
Τα έτη της παιδικής και νεανικής ηλικίας. — Η μετάφρασις του
«Οδοιπορικού»
Ως ήδη είρηται, ο Εμμανουήλ Ροΐδης εγεννήθη τω 1885 εν Σύρω. Εξ
Ερμουπόλεως ανεχώρησεν εξαετής, σχων όμως ήδη την αφορμήν να δώση
τεκμήρια του σατυρικού του πνεύματος και απολαύων δικαίως την
φήμην enfant terible (39).
Τω 1841 ο Δημήτριος Ροΐδης μετενάστευσεν εις Γένουαν, όπου και
διωρίσθη γενικός πρόξενος της Ελλάδος. Η εν τη πρωτευούση της
Λιγουρίας οκταετής διαμονή του νεαρού Μανώλη έσχε μεγάλην
επίδρασιν επί του βίου αυτού, όχι μόνον ένεκα της επιδράσεως ην
ήσκησεν επ' αυτού μάλλον προηγμένον περιβάλλον, αλλά και διότι εις
αυτόν οφείλεται και η συγγραφή της «Παπίσσης Ιωάννας». Περιττόν να
επαναλάβωμεν, διότι αυτός ο συγγραφεύς αφηγήθη εκτενώς το πράγμα
εν τω προλόγω του πρώτου και γνωστοτέρου του έργου, πως κατά τον
βομβαρδισμών της επαναστατησάσης Γένοβας ηγέρθη εν τω υπογείω,
όπερ εχρησίμευεν ως καταφύγιον ελληνικού προξενείου, βιαιοτάτη
θρησκευτικοπολιτική συζήτησις και πώς η μεσαιωνική περί παπίσσης
παράδοσις ήχησε διά πρώτην φοράν εις τα κατάπληκτα νεανικά του
ώτα.
Έν έτος βραδύτερον τω 1849 εστέλλετο εις Σύρον όπως λάβη ελληνικήν
ανατροφήν, ουδέποτε όμως ελησμόνησε την Γένοβαν και τους
Γενοβέζους, και εκείνην μεν μνημονεύει πλειστάκις λαβών αυτήν ως
τόπον ενός των ωραιότερων του διηγημάτων, της «Κυνομυομαχίας»,
τούτων δ' έδωκε απαράμιλλον χαρακτηρισμόν εν τω περί της
«Συνωμοσίας του Φιέσκο» (κατά μετάφρασιν του πρίγκηπος Σαξ
Μεΐνιγγεν) άρθρον του της Ώρας» (18 Ιουνίου 1888).
Οποίος δε ήτο την μορφήν εν τοις χρόνοις εκείνοις ο Ε. Ροΐδης
κρίνει τις εκ της κοσμούσης τον παρόντα τόμον ξυλογραφίας. Η
ιχνογραφία (à deux crayons), ης αύτη είναι πιστή αναπαράστασις
(40), είναι έργον Ρωμαίου καλλιτέχνου, όστις παρεπιδημών εις
Γένοβαν και συναντήσας έν τινι συναναστροφή τον νεαρόν Έλληνα,
τόσον εθαύμασε την ευφυά και εκφραστικήν του φυσιογνωμίαν, ώστε
εζήτησε παρά των γονέων του την άδειαν να την απεικονίση.
Εις Σύρον εστάλη κατά προτίμησιν υπό των γονέων του ο Μανώλης,
διότι εκεί έζη τότε η αδελφή της μητρός του Κυρίου Αντωνίου
Μικρουλάκη και διότι εν Ερμουπόλει ελειτούργει Λύκειον δικαίως
φημιζόμενον ως έν των αρίστων ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων,
το Λύκειον Ευαγγελίδου. Ο Χρήστος Ευαγγελίδης, Μακεδών,
απορφανισθείς κατά την επανάστασιν, είχεν εκπαιδευθή υπό
φιλελλήνων Αμερικανών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις, απεκόμισε δ'
εκείθεν, κατά την μαρτυρίαν του αειμνήστου Δ. Βικέλα (41),
ελλείψει πολλών γνώσεων έξεις παιδαγωγικάς, των οποίων η εισαγωγή
ήτο ίσως αναγκαιοτέρα της θεωρητικής σοφίας παρ' ημίν. Πράγματι
προσεπάθει να συνειθίση τους μαθητάς του εις την διαχείρισιν
χρημάτων (42), και ώθει αυτούς εις πρωτοτύπους φιλολογικάς
εργασίας. Διιδών την προς το γράφειν έφεσιν των νέων Βικέλα και
Ροΐδου, τους έπεισεν άνευ πολλού κόπου, ν' αναλάβωσι την έκδοσιν
εβδομαδιαίας εφημερίδος, ήτις εκυκλοφόρει ως χειρόγραφον υπό τον
τίτλον «Η Μέλισσα», και ης μετέπειτα οι δύο συντάκται μάτην
ανεζήτησαν έστω και έν μόνον αντίτυπον.
Επίσης διωργάνου ο Ευαγγελίδης και θεατρικάς παραστάσεις. Εν μια
εξ αυτών παρεστάθη η υπό του δεκαεξαετούς Βικέλα μετάφρασις της
«Ρακινέας Εσθήρ». Εις ταύτης την διδασκαλίαν έλαβε μέρος και ο
Ροΐδης, δεν ηδυνήθη όμως να υποδυθή ή μόνον δευτερεύον πρόσωπον,
διότι η βαρυηκοΐα ήρχισεν από τότε να τον βασανίζη.
Προς θεραπείαν της βαρυηκοΐας ταύτης όσον και προς πληρεστέρας
σπουδάς απήλθε τω 1855 ο Ροΐδης εις Βερολίνον, απεκόμιζεν όμως εκ
της Σύρας και της Συριανής κοινωνίας τόσον ζωηράν ανάμνησιν, ώστε
μετά παρέλευσιν 40 ετών ηδυνήθη να τας απεικονίση μετ' απιστεύτου
ακριβείας εις τα «Συριανά εκείνα Διηγήματα», άτινα θεωρούνται υπό
πολλών ως το δημιουργικόν αριστούργημά του και εις τα οποία
«υπάρχει αφεύκτως κάτι από το πνεύμα και το ύφος του συγγραφέως
του Ζαδίγ» (43).
Η εν Βερολίνω διαμονή του παρετάθη πλέον του έτους. Ηκολούθει ο
Ροΐδης μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας. Δυστυχώς τα πειράματα,
εις ά τον υπέβαλε δόκιμος ιατρός προς θεραπείαν των ώτων του, αντί
να ωφελήσουν επεδείνωσαν τόσον την κατάστασίν του ώστε, καίτοι
καθήμενος, ειδική αδεία, ουχί επί των θρανίων αλλ' επί καθίσματος
ακριβώς υπό την έδραν τιθεμένου, δεν κατώρθου πλέον ν' ακολουθή
απροσκόπτως τας παραδόσεις. Όθεν απελπισθείς συνεμορφώθη προς τας
οικογενειακάς συμβουλάς, απεφάσισε δηλαδή να γίνη έμπορος και
μετέβη εις Ρουμανίαν.
Την εποχήν εκείνην (τω 1857) η Ρουμανία, ή, κυρίως ειπείν, αι
Παραδουνάβιοι Ηγεμονίαι, ήσαν από εμπορικής απόψεως χώρα ελληνική.
Ο Ροΐδης επανεύρεν εν μεν τω Ιασίω τον πατέρα του, όστις διηύθυνε
το περίφημον τότε επί πλούτω και τιμιότητι κατάστημα Αργέντη —
Σεκιάρη, εις δε την Βραΐλαν τον Δημήτριον Ροδοκανάκην, υιόν του
Σταματίου εκείνου, παρ' ού ίσως ο Μανώλης εκληρονόμησε την προς
τας μεταρρυθμίσεις και την σάτυραν τάσιν.
Τα ήθη δεν ήσαν τότε εν ταις ηγεμονίαις λίαν αυστηρά και νέος
ωραίος και κομψός ως αυτός εύρισκεν ευκόλως ευκαιρίας
διασκεδάσεων· πλην εις την λεπτήν και καλλιτεχνικήν του φύσιν αι
εύκολοι απολαύσεις δεν άφηνον ειμή προσωρινάς εντυπώσεις, διά
τούτο δ' ουδέποτε ποιείται που ιδιαιτέραν μνείαν περί της εν
Ρουμανία διαμονής. Άλλως το εμπόριον ολίγον τον είλκυεν, ο δε
θείος του Δημήτριος, παρ' ω εμαθήτευε, παρετήρει μετ' απορίας ότι,
εν ω έγραφεν αδιακόπως, ουδέποτε η εις αυτόν ανατεθειμένη μικρά
αλληλογραφία ήτο εν τάξει. Προς λύσιν του προβλήματος ήνοιξε το
γραφείον του και αντί εμπορικών σημειώσεων εύρε χειρόγραφον
μετάφρασίν του «Οδοιπορικού» του Σατωβριάνδου.
Ευτυχώς διά τα ελληνικά γράμματα, ο Δημήτριος Ροδοκανάκης, ο
μετέπειτα αντιπρόσωπος της Βραΐλας εν τη Εθνοσυνελεύσει, ήτο ανήρ
μορφωμένος και φιλοπρόοδος. Διεξελθών δ' ολίγας σελίδας του
χειρογράφου, εκάλεσε τον ανεψιόν του και αντί επιτιμήσεως τού
έδωκε την συμβουλήν να τυπώση το έργον του.
Η συμβουλή εγένετο τοσούτω μάλλον προθύμως δεκτή, καθ' όσον
υπέθετε και μετάβασιν εις Αθήνας, όπου λόγω της υγείας της μητρός
του είχον ήδη μεταβή οι γονείς του. Μετ' ολίγους δε μήνας το
τυπογραφείον της «Αυγής» εξετύπου εις τέσσαρας τόμους το όλον
Itineraire, εις ό είχον προστεθή αποσπάσματα του «Πνεύματος του
Χριστιανισμού» και των «Μαρτύρων», ως και μετάφρασις του γνωστού
διηγήματος του Σατωβριάν «Ο τελευταίος Αβενσεράγης».
Ο συγγραφεύς εν τω προλόγω του ομολογεί, ότι «νέος ων και
παρέργους μόνον ώρας αφιερών τη φιλολογία επί πολύ εδίστασα περί
την δημοσίευσην του έργου», σπεύδει όμως να προσθέση, «αλλά
παραβαλών αυτό προς πολλά κατά καιρούς αναφανέντα τοιαύτα, έπεισα
εμαυτόν ότι ηδυνάμην καγώ να φέρω εις φως το προϊόν των κόπων μου,
ο δε αναμάρτητος τον πρώτον λίθον βαλέτω».
Ο πρόλογός του «Οδοιπορικού» είναι αι πρώται γραμμαί, άς
εδημοσίευσεν ο Ροΐδης. Ήδη εξ αυτών αναφαίνεται η λεπτή και
δηκτική του ειρωνεία. Επίσης τα σπάνιά του κριτικά δώρα
εμφανίζονται εις όσα λέγει περί των λόγων δι' ους και ως φίλος των
γραμμάτων και ως Έλλην ησθάνθη την ανάγκην να μεταφρασθώσι τ'
αριστουργήματά του Σατωβριάν. Τέλος δε δεν λείπει από των πρώτων
εκείνων σελίδων ούτε ο κατά της καθαρευούσης πόλεμος. Και ναι μεν
δηλοί ότι «παιδιόθεν εν τη ξένη ανατραφείς και την γλώσσαν του
λαού μη συνηθίσας, ταύτην έμελλε να προτιμήση», αλλά συνάμα
παραπονείται ότι «η καθαρεύουσα είναι επί του παρόντος σύμμικτον
μόνον κράμα και είδος ποικίλον χυδαϊσμών, ξενισμών και αρχαϊσμών
ακαίρων», εν ώ εξ άλλου «η καθομιλουμένη δεν αρκεί εις έκφρασιν
πάντων του πνεύματος των διανοημάτων». Συμπέρασμα: ηναγκάσθη να
γράψη «εις γλώσσαν άμορφον έτι και ανεπαρκή».
Έν των ωραιοτέρων επεισοδίων «Του τελευταίου Αβενσεράγου» είναι ως
γνωστόν η μεταξύ του Λωτρέκ και του Αβέν - Χαμέτ ποιητική
μονομαχία. Ο Ροΐδης δεν ησθάνετο όμως εαυτόν ποιητήν και διά τούτο
προσέτρεξεν εις την συνεργασίαν «του βραβευθέντος ποιητού του
Αρματωλού κ. Σταυρίδη».
Τριακοντατέσσαρα έτη βραδύτερον, ότε έκρινεν επίκαιρον (44) την
μετάφρασιν των «Σκηνών του Βοημικού βίου» (Άστυ 27 Ιαν. — 2
Απριλίου 1894), επεκαλέσθη την αρωγήν του κ. Ι. Πολέμη προς
έμμετρον μετάφρασίν του μικρού κομψοτεχνήματος Hier en voyant
l'hirodelle, δι ου ο Murger επεσφράγισε το αειθαλές αυτού
αριστούργημα.
Εις τι λοιπόν περιορίζεται το έμμετρον, δεν τολμώ να είπω το
ποιητικόν, έργον του Ροΐδου; Εφ' όσον γνωρίζω (45), εις μίαν και
μόνην πρόποσιν, ην ανέγνωσεν εις συμπόσιον, ου συμμετέσχον οι
κυριώτατοι των τότε λογίων, τη 25 Μαρτίου 1885 και ήτις είχεν ως
εξής:
Αγαπώ τον καλόν οίνον όταν άκρατος αφρίζη
Και την κύλικα με λάμψεις ξανθοχρύσους χρωματίζη.
Αγαπώ με την ακτίνα των νυχτερινών λαμπάδων
Το πρωί να περιμένω ευωχούμενος και άδων.
Ηδονήν εγώ ζητήσας του σκοπού προσκαίρου βίου
Τεθαμμένην αυτήν εύρον εις το βάθος ποτηρίου.
Οι στίχοι ούτοι, πρέπει να τ' ομολογήσωμεν, φαίνονται έργον μάλλον
μετρίου μαθητού των Σούτσων ή του συγγραφέως της «Συγχρόνου
Ποιήσεως», έπρεπεν όμως εν τούτοις να εύρωσι κάπου θέσιν εις τα
παρόντα «Έργα».
Αρκετά παράδοξον είναι ότι διαρκούντος του αυτού γεύματος ο οπαδός
της καθαρευούσης Ισιδωρίδης Σκυλίτζης ανεμνήσθη ανεκδότου
προπόσεως του Ρήγα του Φερραίου, απαγγελθείσης παρά του
ιερομάρτυρος εν συμποσίω ομογενών είς τινα παρά την Βιέννην
εξοχήν:
Γεμάτο όλοι έχοντες φιλίας το ποτήρι
Παίδες Ελλήνων χάρηκαν σ' αυτό το μοναστήρι
Συντρώγοντες και πίνοντες με μόνην την ελπίδα
Σαν λεοντάρια να χυθούν στην φίλην των πατρίδα.
Εάν ο Ροΐδης δεν είχεν αυτός ο ίδιος γράψη την πρώτην κοινοτοπικήν
πρόποσιν, δεν θα παρέλειπεν αναμφιβόλως να την παραβάλη με την
εμπνευσμένην πρόποσιν του Ρήγα, ως νέαν μαρτυρίαν υπέρ των
ποιητικών του και γλωσσικών δοξασιών.
Και ταύτα μεν τω 1885. Επανέλθωμεν εις το 1860. Η μεγάλη επιτυχία
του «Οδοιπορικού» ενίσχυσε παρά τω νεαρώ μεταφραστή τον πόθον ν'
αφοσιωθή εις τα γράμματα και να ζήση εν Αθήναις, εφ' όσον δ'
επλησίαζεν η ώρα της εις Ρουμανίαν επανόδου, ήρχισε να τον
καταλαμβάνη τοιαύτη μελαγχολία, ώστε οι γονείς, λυπηθέντες αυτόν,
του επέτρεψαν ν'ακολουθήση την οδόν, ην του εδείκνυεν η φύσις.
ΙΙ
Η εν Αθήναις οριστική εγκατάστασις. — «Η Πάπισσα Ιωάννα».
Εν τω μεταξύ η κλονισμένη υγεία της μητρός του, ήτις είχε
προκαλέση την εξ Ιασίου αναχώρησιν της οικογενείας, επέβαλε και
μετάβασιν εις Αίγυπτον. Το κλίμα των όχθων του Νείλου επέδρασε
θαυματουργώς επί της υγείας της μητρός τού Εμμανουήλ, ήτις τελείως
ιάθη της κατατρυχούσης αυτήν
επαρκή προσοχήν εις την αιφνιδίαν αλλαγήν της θερμοκρασίας, ήτις —
γνώρισμα της ερήμου — συνοδεύει την δύσιν του ηλίου, εκρυολόγησε,
και μετά βραχείαν ασθένειαν, απέθανεν. Ούτως ετερματίσθη βιαίως η
κατά τα άλλα τόσον ευχάριστος εν τη χώρα των Φαραώ διαμονή.
Διηγήματα (46) όμως και σκαλαθύρματα μεταγενέστερα μας διεφύλαξαν
πιστήν εικόνα της τότε Αιγύπτου, τόσον διαφόρου υπό πάσαν έποψιν
της σημερινής.
Η επάνοδος της απορφανισθείσης οικογενείας εις Αθήνας συνέπεσε με
τας παραμονάς της Μεταπολιτεύσεως. Άνεμος επαναστατικός εξήπτε τας
κεφαλάς της νεολαίας, πιστευούσης ειλικρινώς ότι ο άρχων του
τόπου, πατριώτης, αγαθός, ευσυνείδητος, συνάμα όμως στενός και
σχολαστικός Βίττελσβαχ, ήτο η ενσάρκωσις της Μακιαβελλικωτέρας των
τυραννιών.
Ο Ροΐδης δεν ήτο αρκετά θερμοκέφαλος όπως παρασυρθή τελείως, ούτε
όμως είχεν ωριμάση αρκούντως όπως μη επηρεασθή ποσώς υπό
αισθημάτων, άτινα συνεμερίζετο η σχεδόν παμψηφία των συνομηλίκων
του. Άλλως τε και ζήσας εις μάλλον φιλελευθέρως κυβερνώμενα έθνη,
δεν ήτο δυνατόν να μη ερεθίζεται υπό της υπερβολικής
Συγκεντρώσεως, της διαιρέσεως των πολιτών υπό της Αυλής εις
αφωσιωμένους και μη, και των αδιακόπων καταστρατηγήσεων του
Συντάγματος. Οι βουλευταί τότε εχωρίζοντο μάλλον ή εξελέγοντο·
επροτιμώντο δ' οι πειθηνιώτεροι των ευγλωττοτέρων. Στόχος του
Ροΐδου, αρχίσαντος να δημοσιογραφή εν τη «Αυγή», κατέστησαν οι
εγκάθετοι των βουλευτικών εδωλίων (δεν λέγω θεωρείων), προ παντός
δ' ο γνωστός διά την Αρποκράτειον σιωπήν του βουλευτής Σύρου
Πρασακάκης. «όστις ήνοιγε στόμα μεγαλείτερον του φούρνου του
Στρατή (του μεγαλειτέρου κλιβάνου της Σύρας) χωρίς να κατορθώνη
ποτέ ν' αρθρώση λέξιν».
Αλλά και κατά την περίοδον ταύτην, καθ' ην ουδείς ηδύνατο να μένη
αδιάφορος εις τα δημόσια, έτι δε περισσότερον μετά την
εθνοσωτήριον Μεταπολίτευσιν, η πολιτική δημοσιογραφία κατείχεν εν
ταις σκέψεσι του νέου Χίου δευτερεύουσαν σκέψιν· η προσοχή του
εστρέφετο επί μάλλον και μάλλον προς θέμα, όπερ από δωδεκαετίας
τον απησχόλει, την «Πάπισσαν Ιωάνναν».
Το πολύκροτον τούτο έργον είδε το φως περί τας αρχάς του 1866. Η
έρευνα όμως του ιστορικού προβλήματος της «Παπίσσης» απησχόλει, ως
ήδη ερρέθη, τον Ροΐδην, από του 1848. Κατά την πολύμηνον διαμονήν
του εν Γερμανία (1855 — 1856) ήρχισε την συστηματικωτέραν τούτου
μελέτην, συνεπλήρωσε δε ταύτην διά ταξειδίων εις Ιταλίαν και
μακρών μελετών εν τη Αθηναϊκή Εθνική Βιβλιοθήκη. Αι υπ' αυτού
αδιάκοποι αιτήσεις μεσαιωνικών βιβλίων, «άτινα ούτε εγνώριζον ούτε
ευκόλως ανεύρισκαν οι τότε βιβλιοφύλακες», ηνάγκασαν μάλιστα τον
εφορεύοντα Παναγιώτην Σούτσον να λύη τα εκάστοτε εγειρόμενα
ζητήματα δίδων εις τον Ροΐδην «μίαν κλίμακα και την άδειαν ν'
αναζητή ο ίδιος τα συναξάρια» (47).
Η επιτυχία υπήρξεν ανταξία των κόπων ους κατέβαλεν ο συγγραφεύς.
Όπως ορθώς γράφει ο εκδότης της δευτέρας γαλλικής μεταφράσεως
(48), «Από Αθηνών εις Κωνσταντίνουπολιν και από Κερκύρας εις
Τραπεζούντα (49), όλη η Ελλάς εθαύμασε το έξοχον ύφος του
συγγραφέως, την χάριν, την λεπτότητα, την πονηρίαν του (malice),
Δεν ευρίσκοντο δε λόγοι αρκούντως επαινετικοί όπως εξαρθή η τέχνη
μεθ' ης ο Ε. Ροΐδης ανέμιξε το χρήσιμον προς το ευχάριστον και το
τερπνόν προς το σοβαρόν».
Ο προκληθείς ενθουσιασμός δεν ήτο υπερβολικός, αφ' ου ουχί μόνον,
ως ομοθύμως αναγνωρίζεται νυν, η «Πάπισσα» υπήρξε το πρώτον
καλλιλογικόν μας Φόρημα, εκείνο εις ο εδιδάχθη το κοινόν τι εστί
το bello stile (50), αλλά και το πρώτον ελληνικόν μυθιστόρημα,
όπερ χωρίς να είναι απλούν αφέψημα ιστορικών συγγραμμάτων και
διατριβών, εβασίζετο όσον αφορά το ιστορικόν μέρος επί γεγονότων
μετά πλείστης επιμελείας εξακριβωθέντων (51), τέλος δε και το
πρώτον, όπου η μελέτη και αι γνώσεις συνεδυάζοντο με τόσον πνεύμα.
Και είναι μεν αληθές ότι ο συγγραφές prenant, όπως λέγει ο
Μολιέρος, son bien ou il le trouvait, πολλάκις εμιμήθη και έστιν
ότε αντέγραψε τον Μπάιρων, τον Μυσσέ και τον Χάινε· πλην και οι
ασπονδότεροι των πολυαρίθμων εχθρών του ηναγκάσθησαν να
ομολογήσωσιν ότι τα ερανίσματα είναι εν συνόλω ελάχιστα εν
συγκρίσει προς την αφθόνως και ακόπως ρέουσαν πηγήν πρωτοτύπων
όσον και απροόπτων παρατηρήσεων και συσχετισμών ως και του αφειδώς
εγκατεσπαρμένου καθαρώς Ροΐδείου άλατος.
Ταύτα πάντα είναι προσόντα τόσον μεγάλα και σπάνια, ώστε δεν
πρέπει ν' απορήσωμεν ότι η επιτυχία της «Παπίσσης» παρ' ημίν μεν
μένει διηνεκής κατέστη δε ταχέως διεθνής.
Και πράγματι παρ' ημίν μεν εκτός των δύο εκδόσεων ας εξέδωκεν
ενταύθα αυτός ο συγγραφεύς, η «Πάπισσα» έλαβε και τρεις άλλας
Αθηναϊκάς εκδόσεις.
Πόσας έλαβεν εκτός των Αθηνών αδύνατον εστάθη να εξακριβώσω. Ο κ.
Βλαχογιάννης μας ανεκοίνωσεν έκδοσιν γενομένην εν Βουκουρεστίω
(1876) πρώην μαθητής μου μού στέλλει εκ Κύπρου έκδοσιν γενομένην
εν Λευκωσία (1908), η δ' άρτι εκδοθείσα θαυμασία βιβλιογραφία του
κ. Πολίτου μνημονεύει (52) άλλην ανατύπωσιν εν ταις στήλαις του
«Βοσπόρου» του Καΐρου (Ιούλιος — Αύγουστος 1909). Τιςοίδε πόσαι
άλλαι τοιαύται εκδόσεις και αναδημοσιεύσεις εγένοντο!
Ο εν τη ξένη θρίαμβος της «Παπίσσης» δεν υπήρξε μικρότερος.
Μετεφράσθη ρωσσιστί, δανιστί (53), ιταλιστί (54) και αγγλιστί
(55). Γερμανιστί μετεφράσθη δις, το πρώτον προ ετών πολλών υπό του
George Buvar (56), το δεύτερον τω 1904 υπό Paul Friedrick (57).
Πολυαριθμότεραι ακόμη είναι οι γαλλικαί μεταφράσεις. Η πρώτη,
έργον του γάλλου Bezolles και του μετέπειτα τοσάκις υπουργεύσαντος
πολιτευτού Αττικής Ν. Λεβίδου, δημοσιευθείσα το πρώτον εν τη
«Independance Hellenique», εξεδόθη και εν ιδίω τόμω τω 1869. Η
δευτέρα, υπό ανωνύμου πλην πεπειραμένου γάλλου μεταφραστού,
εξετυπώθη παρά τω εκδότη Maurice Dreyfous και εντός τριετίας
(1878 — 1881) έσχεν επτά εκδόσεις. Η τρίτη τέλος και προσφατωτάτη
(1908) εξεδόθη, και τούτο μόνον αποτελεί ουχί μικράν επιτυχίαν, εν
τη Bibliothéque-Charpentier οφείλεται δε εις την συνεργασίαν του
ημετέρου ιατρού Ιω. Σάλτα και του προώρως αποθανόντος συγγραφέως
του «Ubu Roi» Αλβέρτου Jarry (58).
Η εντύπωσις ην επροξένησεν εν τη αλλοδαπή το έργον ηδύνατο να
κριθή διά παραθέσεως των περί αυτού γραφεισών ενθουσιωδών κριτικών
(59). Αλλ' εναργέστερον ταύτης τεκμήριον είναι ότι, ότε, τω 1878,
το έργον εδημοσιεύθη εν Παρισίοις, το κοινόν εδυσκολεύθη να
πιστεύση ότι μη γάλλος ηδύνατο να γράψη έργον τόσον πρωτότυπον και
σπινθηροβόλον. Ανήρ της περιωπής του Barbey d'Aurevilly, κρίνων
την «Πάπισσαν» εν τη «Constitutionnel» της 9 Απριλίου 1878,
εκφράζει την υποψίαν ότι πρόκειται περί φενακισμού (mystfication),
άλλοι δε βαίνοντες έτι περαιτέρω απέδιδον ωρισμένως το έργον εις
τον About ή τον Sarcey (60). Τόσον δ' είχε διαδοθή η τοιαύτη φήμη,
ώστε ο εκδότης έκρινεν αναγκαίον να συνοδεύση τας επομένας
εκδόσεις διά της ενυπογράφου φωτογραφίας του συγγραφέως, και
αντιτύπου της ευφυεστάτης τούτου απαντήσεως προς τον Barbey
d'Aurevilly.
Εν μέσω τόσων επαίνων δεν δύναται τις εν τούτοις να μη κακίση τον
συγγραφέα διά την τέρψιν, ην προφανώς αισθάνεται προκαλών διά των
παραβολών και των ανεκδότων, α παρενείρει, «τα δάκρυα της αρετής
και τους στεναγμούς της αιδούς (61)».
Δια τούτο τον εμέμφθησαν και οι θερμότεροι θαυμασταί του. Το
προμνησθέν άρθρον του «Mercure» παρατηρεί ότι «le rabelaisisme
petillant qui distingue la P a p e s s e J e a n n e frôle parfois
les faciles rissées chères à Pigault-Lebrum». Και ο κ. Ξενόπουλος
δεν εδίστασε να ομιλήση περί «περισσής και πολλαχού εξεζητημένης
αισχρότητος (62)».
Το βέβαιον είναι ότι τα περί ου ο λόγος υπεραλατισμένα επεισόδια
και αστεία, εάν ηύρυναν ίσως κατά τι τον κύκλον των αναγνωστών,
δεν προσθέτουσι τίποτε εις την φιλολογικήν αξίαν του
μυθιστορήματος. Τούτο άλλως ησθάνθη αυτός ο συγγραφεύς περικόψας
εν τη β' εκδόσει τα μάλλον άκοσμα χωρία και χαρακτηρίζων έκτοτε
συστηματικώς το έργον ως «νεανικόν αμάρτημα».
Πλην ενώ πάντα ταύτα πρέπει να ομολογηθώσιν (63), αδύνατον εξ
άλλου είναι ν' αποκρυβή ότι η προκληθείσα υπό της δημοσιεύσεώς του
έργου θύελλα ήτο εντελώς αδικαιολόγητος.
Η εν λόγω θύελλα υπήρξε κατά μέγα μέρος δημιούργημα ανωτέρου
κληρικού αγαθών ίσως προθέσεων, αλλά, εάν κρίνη τις τουλάχιστον εκ
των προϊόντων του καλάμου του, αρκούντως επιπολαίου και υπέρ το
δέον φίλου του θορύβου. Ο επίσκοπος Καρηστίας Μακάριος — διότι
περί τούτου ο λόγος — αναγνούς το έργον, υπέλαβεν ότι τούτο είχε
γραφή προς υπονόμευσιν της θρησκείας και της ορθοδοξίας. Μη
διστάσας δε να κατέλθη εις δημοσιογραφικούς αγώνας (64) ήρχισε
κατ' αυτού εχθροπραξίας, αίτινες κατέληξαν εις τον αφορισμόν του
έργου υπό της Ιεράς Συνόδου.
Ο παραβάλλων το έργον του Ροΐδου προς τα άρθρα του Αγίου Καρυστίας
και την πιστήν τούτων απήχησιν, εγκύκλιον της Συνόδου (65),
πείθεται ότι πρόκειται περί παρεξηγήσεως.
Ο Ροΐδης, εάν, όπως αυτός ούτος ανεγνώρισε, πολλά τ' άκοσμα
περιέλαβεν εν τω βιβλίω του, ουδόλως εσκέφθη ποτέ να θίξη την
θρησκείαν, δικαίως θ' ανέγραψεν εν αρχή του έργου του το του
Πασκάλ: «Ουδόλως εμπαίζει την Θρησκείαν ο χλευάζων τας
παραδοξολογίας δι' ων ατιμάζουν, αυτήν οι ιερείς», Ακόμη δ'
ολιγώτερον «εζήλωσε την δόξαν των κατά καιρούς πολεμίων της
ορθοδοξίας», αφού ουδέ λέξιν κατά της Ορθοδοξίας έγραψεν. Επίσης
αντιδιέστειλε «τους εν τη Δύσει αποκτήσαντας οξείς όνυχας και
ιοβόλους οδόντας» προς τους ημετέρους κληρικούς, εις ους προσήψεν
απλώς ότι περιορίζονται υπέρ το δέον εις το τυπικόν μέρος των
καθηκόντων των (66).
Αλλ' ούτε πάλιν επετέθη συλλήβδην καθ' όλων των εν τη Δύσει
κληρικών, αλλά μόνον «κατά των καπήλων του μεσαιώνος», φροντίσας
μάλιστα να εξάρη όσους, ως ο Άγιος Αγοβάρδος, ήσαν άξιοι σεβασμού
και μη καταμαρτυρήσας κατά των λοιπών ή εκείνο δι' όσα όλοι οι
αστέρες της εκκλησίας, σύγχρονοι και μεταγενέστεροι, τους
εστηλίτευσαν. (67)
Γενικώτερον δ' εξεταζομένου του πράγματος ουδαμού διαβλέπει τις εν
τη «Παπίσση» ή εις μεταγενέστερα έργα, ίχνη χυδαίου αθεϊσμού του
anti-clericalisme εκείνου, όστις τόσον συχνά απαντά παρά
συγγραφεύσι σκανδαλωδών διηγημάτων, αντικείμενον εχόντων τα της
εκκλησίας. Ο Ροΐδης απηχθάνετο τοιούτου είδους συγγραφείς·
εμυκτήριζε τους επηρμένους ψευδοφιλοσόφους, οίτινες ενόμισαν ότι
ηδυνήθησαν να προσφέρωσιν εις την ανθρωπότητα κατάλληλον
αντιστάθμισμα της θρησκείας.
Η «Ακρόπολις» της 25 Δεκεμβρίου 1895, μεταξύ άλλων
Χριστουγεννιάτικων γνωμών περιέχει και την ακόλουθον φέρουσαν την
υπογραφήν του.
«Αν πολλοί, δυστυχώς, υπάρχουσιν οι μη κατορθώνοντες να
πιστεύσωσιν εις την θεότητα του Χριστού, δύσκολον αφ' ετέρου θα
ήτο να ευρεθώσιν οι μη λυπούμενοι διά τούτο, αφ' ού καθ' εκάστην
ολιγοστεύει η ελπίς αναπληρώσεως της πίστεως ταύτης δι' άλλης
οιασδήποτε και αποδεικνύονται η Φιλοσοφία και η Επιστήμη
φαντάσματα πολύ ματαιότερα της θρησκείας (68)».
Ταύτα πάντα και πολλά άλλα δεν ημέλησεν ο αδίκως καταδιωκόμενος να
εκθέση εις τας αμιμήτους εκείνας Επιστολάς Αγρινιώτου, τας εν τη
«Αυγή» τo πρώτον καταχωρισθείσας και εις ας, διά πρώτην φοράν,
έκαμεν άφθονον χρήσιν δημοτικών τύπων και λέξεων. Είνε δε η
αλήθεια των όσων λέγει τόσον καταφανής, ώστε δεν θα τα εξέθετα και
πάλιν ενταύθα, εάν δεν είχεν επιζήση του Ροΐδου το σύστημα του
χαρακτηρίζειν ως εχθρούς της πατρίδος και της εκκλησίας πάντας
τους εκφράζοντας ιστορικήν, φιλοσοφικήν ή γλωσσολογικήν γνώμην
απαρέσκουσαν εις ταύτην ή εκείνην την ομάδα (69).
Οπωσδήποτε ευχαρίστως δύναται να παρατηρηθή ότι εν αυταίς μεν ταις
ευεξάπτους Αθήναις ο Άγιος Καρυστίας μόνον επί βραχύ κατώρθωσε να
παρασύρη τους πολλούς (70), καθότι συντρεχούσης της πλειονοψηφίας
του τύπου ολίγος χρόνος ήρκεσεν όπως τεθώσι τα πράγματα εις την
θέσιν των». Έξω δε των Αθηνών ουδέ καν τους κληρικούς επηρέασεν,
αφού βλέπομεν τον Μητροπολίτην Ναζαρέτ αποτείνοντα εις τον
συγγραφέα παράκλησιν (71) να του στείλη αντίτυπον του έργου του.
Ιδιαιτέρως ευσπρόσδεκτον υπήρξεν εις τον Ροΐδην το εξής απόσπασμα
επιστολής του Χάνσεν, γραφείσης εν Αργοστολίω την 28 Σεπτεμβρίου
1866:
«Θα γνωρίζετε, είμαι βέβαιος, τον αξιότιμον και αξιάγαστον φίλον
μου εδώ, τον οποίον ήλθα να επισκεφθώ, τον κύριον Ανδρέαν
Λασκαράτον αφωρισμένον κατά δυστυχίαν και αυτόν, και όχι μόνον
το βιβλίον του, από την εκκλησίαν αφ' ού μου φαίνεται, και η
ευγενεία σας και αυτός, αν και διαφέροντες ως προς την μέθοδον,
αυτός ολιγώτερον σατυρικός, αλλά με την άδειαν τον κυρίου Σουρλή
(72), όχι ολιγώτερον ηθικός, αν και ίσως παρά πολύ ειλικρινής,
αφ' ου, λέγω, φαίνεσθε οι δύο να έχετε τον ίδιον αξιέπαινον
σκοπόν, διά τον οποίον αυτός ήδη από πολύν καιρόν και εδούλευσε
και έπαθε πολύ, διά τούτο πιστεύω και ότι θα σας ευχαριστήση να
ηξεύρετε, ότι το βιβλίον σας, καθώς και η απάντησις, που είχα
φέρη μαζί μου, του αρέσανε πολύ, και αυτός μου εξέφρασε την
επιθυμίαν του να κάμη την γνωριμίαν σας».
Η επιστολή αύτη υπήρξεν αφετηρία των μεταξύ Λασκαράτου και Ροΐδου
σχέσεων, αίτινες διετρανώθησαν διά σποραδικής συνεργασίας του
πρώτου εις τον «Ασμοδαίον» (73)
Εκ της αυτής επιστολής φαίνεται ότι ο Λασκαράτος υπέστη χείρονα
του συγγραφέως των «Ειδώλων», αφ' ου αφωρίσθη και αυτός και ουχί
μόνον το σύγγραμμά του. Ο Ροΐδης, εφ' όσον γνωρίζω, ουδέποτε
αφωρίσθη· διά τούτο εξηκολούθη τελών τα Θρησκευτικά του καθήκοντα,
οσάκις δε διωρίζετο εις δημοσίαν υπηρεσίαν εφρόντιζε να ομνύη τον
νενομισμένον όρκον προ του ιερέως της ενορίας του (74). Διά τούτο
δ' επίσης δεν εδέησε, όπως ανέγραψάν τινες εφημερίδες, ν'αρθή ο
αφορισμός, όπως μεταλάβη των αχράντων μυστηρίων και κηδευθή
χριστιανικώς (75).
ΙΙΙ
Από της «Παπίσσης» εις τον «Ασμοδέον» (1866 — 1875).
Την «Πάπισσαν» διεδέχθη δεκαετής σχεδόν σιγή.
Η σιγή αύτη δεν υπήρξεν απόλυτος, διότι εκτός κριτικών τινων
αίτινες «ξεχωρίζουν» από τα συστηματικά λιβανίσματα ή τα
συστηματικά υβρεολόγια, άτινα απετέλουν εν ταις ημέραις εκείναις
την «φιλολογικήν» κριτικήν, ο Ροΐδης εδημοσίευσε κατά τα έτη 1866 —
1875 ουκ ολίγα σκαλαθύρματα και ικανά πολιτικά άρθρα.
Και των μεν σκαλαθυρμάτων εκείνων (76) τοσάκις εξήρθη το πνεύμα, η
πρωτοτυπία και η χάρις, ώστε περιττόν θα ήτο να έλεγα τι πλέον
περί αυτών, εάν εις ον τούτων δεν εγίνετο διά πρώτην φοράν εν
Ελλάδι (77) λόγος περί του Βωδελαί. Ολίγα έτη βραδύτερον έτερος
επίσης μεγαλοφυής και ιδιόρρυθμος ποιητής, ο Edgar Poe, καθίστατο
γνωστός εις τους ημετέρους διά των εν τω «Παρνασσώ» μελετών και
μεταφράσεων του Ροΐδου. Ο αυτός δε περί τα τέλη της 8ης
δεκαετηρίδος του παρελθόντος αιώνος παρουσίαζεν εις τους
αναγνώστας των Αθηναϊκών εφημερίδων, ων ο ορίζων περιωρίζετο εις
τους Ohnet, Delpit και Σαν, τον Δοστογιέφσκην και την Ρωσσικήν
φιλολογίαν.
Παρά τα λεχθέντα λοιπόν υπό των θυμάτων του καλάμου του, ο Ροΐδης
εν τη κριτική του εργασία δεν ήτο αρνητικός· αδιακόπως τουναντίον
ανελάμβανε την διαφήμισιν Ελλήνων τε και ξένων λογογράφων και
καλλιτεχνών αγνώστων (78) ή λησμονημένων (79).
Ως προς τα πολιτικά άρθρα, άτινα έγραψε κατά την περίοδον ην
μελετώμεν, ταύτα συν τοις άλλοις μας δίδουσι το μέτρον της
γαλλομαθείας του. Υπήρχον τότε δύο εν Αθήναις γαλλικαί εφημερίδες
η «Grèce» και η «Independance Hellènique». Συνεργασθείς εκ
διαλειμμάτων εις αμφοτέρας o Ροΐδης ανέλαβε τω 1870 δι' ολίγους
μήνας την διεύθυνσιν της «Grèce». Ο αναγινώσκων δε τάρθρα, άτινα
έγραφε κατά την περίοδον ταύτην, δυσκολεύεται να πιστεύση ότι
απορρέουσιν εκ του καλάμου ανδρός, όστις μόνον εβδομάδας διήλθεν
εν Γαλλία. Η αυτή απορία καταλαμβάνει τον διεξερχόμενον την
γαλλικήν του αλληλογραφίαν, ης ευτυχώς λείψανά τινα εσώθησαν (80).
Επίσης θ' απορήσωσιν οι αναγνώσται των μεταφράσεων του Έδγαρ Πόε
και του Μακώλεϋ, πληροφορούμενοι ότι ο Ροΐδης ουδέποτε μετέβη εν'
Αγγλία, εκμαθών τα Αγγλικά εν τω Λυκείω του Ευαγγελίδου και ιδίως
δι' ειδικών μελετών.
Πλην εάν τ' από του 1866 — 1875 δημοσιευθέντα έχουσι διά την μελέτην
του Ροΐδου ως συγγραφέως και ανθρώπου πολύ το ενδιαφέρον, πάλιν
πρέπει ναναγνωρίση τις ότι η φιλολογική του παραγωγή κατά την
περίοδον ταύτην ισοδυναμεί σχεδόν προς σιωπήν. Ο Ροΐδης έγραφεν
ουχί διότι επεθύμει να γράφη αλλά διότι τον επίεζον αι
περιστάσεις, διότι «ευρέθησάν τινες οίτινες δι' εκτάκτων
εκβιαστικών μέτρων τον μετέβαλον εις ακούσιον συγγραφέα (81).
Ποίοι άρα γε υπήρξαν οι λόγοι αποχής, ήτις, λαμβανομένης υπ'όψιν
της φυσικής συγγραφικής ιδιοφυίας του Ροΐδου και της εκτάκτου
επιτυχίας του πρώτου έργου, φαίνεται παράδοξος εάν όχι
αδικαιολόγητος;
Λόγους τούτου ουχ ήττον δύναταί τις ν' ανεύρη πολλούς και
ποικίλους αλλά προ παντός δύο.
Ο είς είνε ότι την επιτυχίαν της «Παπίσσης» συνώδευσαν, ως
είδαμεν, παρεξηγήσεις και διαβολαί, ικαναί να δηλητηριάσωσι την
χαράν της νίκης. Προς τούτοις το ποιόν της επιτυχίας δεν ήτο οίον
το επόθει, διότι το κοινόν ηυχαριστήθη κατ' εξοχήν εις εκείνα,
άτινα ο συγγραφεύς εξετίμα το ολιγώτερον. Επί πάσι δ' ο συγγραφεύς
διέγνωσε ότι, ως είχον τότε τα πράγματα της ημετέρας κοινωνίας,
ήτις ήτο τότε μικρά, εν πολλοίς αμόρφωτος, επιρρεπής δε εις το να
Θαυμάζη μόνον τα ξένα και απορροφημένη υπό βιωτικών αναγκών,
πραγματικήν δόξαν δεν ηδύνατο να ελπίση Έλλην συγγραφεύς. Πέντε
έτη μετά την δημοσίευσιν της «Παππίσης», ο Ροΐδης έκλειε την
μακράν του περί του θεάτρου του Αγγέλου Βλάχου βιβλιογραφίαν διά
των εξής:
«Ενώ αποχαιρετώμεν το βιβλίον, το φαιδρύναν την χιακήν ερημίαν,
το βλέμμα ημών πίπτει επί το χωρίον εκείνο του προλόγου, ένθα
γίνεται λόγος, περί της ηθικής παρά του κοινού αμοιβής του
ποιητού. Αλλ' είναι τοιαύτη τις αμοιβή δυνατή εν Ελλάδι, η δε
δόξα και η δημοτικότης δύνανται άρα να στέψωσι και παρ' ημίν ως
αλλαχού φιλολογικόν έργον, όσον τέλειον και αν υποτεθή; Οσάκις
σκεπτώμεθα περί τούτων, ταλανίζομεν τους γράφοντας ελληνιστί,
και όσω καλλίτερα γράφουσι τόσω μάλλον αξιολύπητοι φαίνονται
ημών. Τι είναι δημοτικότης; Έκαστος δύναται να ορίση αυτήν όπως
θέλει, αλλ' ημείς εννοούμεν αυτήν μόνον: ο Βαλζάκ περιηγείτο
μετά τινος φίλου του εν Πολωνία· καταληφθέντες υπό χιόνος και
βροχής οι δύο οδοιπόροι εζήτησαν άσυλον εις απόκεντρον τινα
αρχοντικόν πύργον· η δε οικοδέσποινα έσπευσε, κατά τα εκεί
έθιμα, να προσφέρη ιδίαις χερσίν εις τους αγνώστους εκείνους
ξένους το τσάι της φιλοξενίας· αλλ'ενώ περιέφερε τον δίσκον, ο
σύντροφος του κλεινού μυθογράφου έτυχε ν' αποτείνει αυτώ τον
λόγον αποκαλών «Κύριε Βαλζάκ». Εις το άκουσμα εκείνο η Πολωνίς,
βλέπουσα προ αυτής τον γράψαντα τον Λαμβέρτην και την Ευγενία
Γρανδέ υπό τοσαύτης κατελήφθη συγκινίσεως, ώστε εξέφυγε της
χειρός της ο δίσκος και κατεκυλίσθησαν τα φλυτζάνια κατά γης.
Τις δεν ήθελε δώσει και στεφάνους, και δάφνας, και αγώνια άθλα,
αντί του ελαχίστου θρίμματος των θραυσθέντων φλυτζανίων της
Πολωνίδος!»
Η συναίσθησις του αδυνάτου δι' Έλληνα κτήσεως τοιαύτης δόξης
«απεθάρρυναν αναμφιβόλως τον αισθανόμενον εαυτόν άξιον ταύτης
λογογράφον, διότι δις και τρις, τουλάχιστον, επανήλθεν υπό τον
κάλαμόν του το επεισόδιον του θραυσθέντος κυπέλλου της Πολωνίδος.
Αλλ' εκείνο κατ' εξοχήν, όπερ τον απέτρεψεν από της συνεχίσεως της
δημιουργικής του εργασίας, είνε το ζήτημα της γλώσσης.
Είδομεν τον Ροΐδην από των πρώτων του γραμμών (82) «ως ναυτιώντα
θαλασσοπόρον μεταξύ Σκύλλας και Χαρύβδεως (83)» μεταξύ της
καθαρευούσης, ήτις τον αηδίαζε και της δημοτικής, ήτις τω
επαρουσιάζετο ως όργανον ανεπαρκές προς έκφρααιν όλων του των
διανοημάτων. Αναπτύσσων διά μακροτάτων την ιδέαν ταύτην εν τω
Προλόγω των «Παρέργων» συνοψίζει εν τέλει ως εξής τους λόγους,
οίτινες τον ηνάγκασαν να καταθέση τον κάλαμον.
«Εύχρηστοι αληθώς λέξεις έμειναν μόναι αι κοιναί τη αρχαία και
τη λαλουμένη. Αλλ' όσα δύναται τις να εκφράση διά του
ελλιπεστάτου τούτου λεξιλογίου είναι τόσον ολίγα, ώστε ταχέως
αποκάμνει αναγκαζόμενος να θυσιάζη τας πλείστας και πολλάκις τας
καλλίστας των ιδεών αυτού προς αποφυγήν γλωσσικής αηδίας. Περί
τον Παγανίνη λέγεται ότι κατώρθωσε να θέλξη τους ακροατάς αυτού
διά βιολίου εις το οποίον μία μόνη απέμεινε χορδή. Τοιούτον τι
όργανον κατήντησεν εκ των αδίκων εξοστρακισμών και της
βρυκολακιάσεως των αττικών τύπων η γραφομένη γλώσσα. Αλλ' ούτε
εύκολον είναι να γίνη είς Παγανίνης, ούτε πιστεύομεν ότι
κακείνος δεν ήθελε προτιμήση να φυτεύη λάχανα, αν κατεδικάζετο
εις την χρήσιν μονοχόρδου».
Εις τ' ανωτέρω θα ηδύνατό τις ίσως πολλά ν' αντείπη πλην ο κρίνων
το έργον του Ροΐδου οφείλει να παρατηρήση ότι, εάν τόσα έτη, δεν
παρήρχοντο χωρίς ούτος να γράψη πιθανώς, δεν θα έγραφε βραδύτερον
τόσον τελείως (84).
Πράγματι το μη γράφειν δεν εσήμαινε δι'αυτόν μένειν μ'
εσταυρωμένας χείρας. Εμελέτα παντού και πάντοτε, είτε εταξείδευε,
είτε μετείχε της κοσμικής ζωής (και μετείχε ταύτης ασμένως και
αφθόνως), είτε τέλος εν τω σπουδαστηρίω του.
Η ποικιλία των μελετών εις ας επεδίδετο είνε κάτι απίστευτον.
Εκτός των ιστορικοεκκλησιαστικών μελετών, ας ουδέποτε τελείως
εγκατέλειπε (85), και της φιλολογίας, της κριτικής και της
αισθητικής, αίτινες φυσικώ τω λόγω ήσαν ο κύριος σκοπός του βίου
του, εστράφη προς συστηματικήν μελέτην των θετικών επιστημών, της
φυσιολογίας και της ιατρικής, εν δε και των πολιτικοοικονομικών,
χωρίς διά τούτο να παραμελήση τας καλάς τέχνας.
Ο αμφιβάλλων περί των λόγων μου ας ρίψη έν βλέμμα επί της
βιβλιοθήκης του, ένθα εν τω αυτώ διαμερίσματι ο Αριστοτέλης
γειτνιάζει με την Σανδ, ο Σπένσερ με τον Οβίδιον, ο Bouchardat με
τον Στούαρτ Μιλλ, αι πραγματείαι του Ασωπίου, του Κόντου και του
Βεναρδάκη με τον Πόε, τον Γκιζώ και τον Φιγκιέ, και οι πατέρες της
Εκκλησίας με το πολύτομον Mobilier Français του Viollet-le-Duc.
Εάν δ' ανοίξας τας υαλίνας θυρίδας διεξέλθη τις τους χιλίους και
πλέον τόμους, θα ίδη ότι έκαστος εξ αυτών είνε κατάστικτος
σκέψεων, σημειώσεων και παραπομπών.
Αλλά μήπως το πράγμα δεν αναφαίνεται αρκετά σαφώς εις τον
αναγινώσκοντα τα δημοσιεύματά του; Ότε τω 1871 παραθερίζων εν Χίω,
έλαβε τας κωμωδίας του Βλάχου, ενέκυπτεν εις την τότε καινοφανή
θεωρίαν του Δαρβίνου συλλέξας πάντα τα περί ταύτης ήδη γραφέντα·
ταύτην δ' έλαβον ως αφετηρίαν της περί των ελληνικών κωμωδιών
μελέτης του. Αι ιατρικαί του γνώσεις αναφαίνονται εις πλείστα
διηγήματα και σκαλαθύρματα (86) ως και, εις τας προς τον
Βαλαωρίτην επιστολάς του. Αι πολιτικαί του και διπλωματικαί, εις
τα άρθρα της «Grèce» (87) και έτι σαφέστερον εις τας θαυμασίας
εκείνας ενιαυσίας επιθεωρήσεις της «Ώρας». Αι δε οικονομικαί του
μελέται τω επέτρεπαν να συνοψίση εν ολίγαις γραμμαίς τον
πολιτειακόν σοσιαλισμόν του Βίσμαρκ (88) ου, ειρήσθη εν παρόδω,
εκηρύσσετο οπαδός· και ούτω καθ' εξής περί πάντων ή σχεδόν πάντων.
Αλλ' ούτε ο Ροΐδης υπήρξεν ο μόνος Έλλην ο φέρων εν εαυτώ
βιβλιοθήκην ούτε μία βιβλιοθήκη αρκεί διά να δημιουργηθούν τα
«Συριανά Διηγήματα», να συνταχθή ο «Ασμοδαίος», ή να γραφούν, όπως
εγράφησαν, τα κριτικά του έργα. Τας εκ των βιβλίων γνώσεις πρέπει
να συμπληρώση η γνώσις του κόσμου· και υπό την άποψιν ταύτην,
κυρίως, δύναταί τις να είπη, ότι τα έτη 1866 — 1875 δεν «επήγαν
χαμένα».
Ολίγοι εγνώρισαν πληρέστερον τον κόσμον και τον βίον ή ο Ροΐδης
κατά την εποχήν εκείνην. Η επί της οδού Φιλελλήνων οικία του ήτο
το εντευκτήριον των λογίων και της χρυσής νεολαίας. Υποδοχαί,
εκδρομαί, προ παντός δε ξιφικοί αγώνες ήσαν εις την ημερησίαν
διάταξιν (89). Οι καλλιτέχναι εύρισκον εν τω οικοδεσπότη
πλαγιαυλητήν άριστον και ζωγράφον δεξιόν, έτοιμον ήδη να γράψη τ'
άρθρα εκείνα περί Ζωγραφικής και Μουσικής, άτινα ήδαν το φως μετά
20 έτη, ή τας γελοιογραφίας, ας μόνον οι στενώτερον μετ' αυτού
συνδεόμενοι έβλεπον (90). Όταν δεν έμενεν εις Αθήνας, εφησύχαζεν
εις το ωραίον μούλκι του της Χίου, περιήρχετο την Ευρώπην ή
επεχείρει ρωμαντικά ταξείδια, ως το εις Σικελίαν, εξ ου απεκόμισε
τα «Στίγματα» και τας «Αιτνείους αναμνήσεις», ή το εις Αμβέρσαν,
περί ου μας ομιλεί εις τον «Άγιον Σώστην».
Ευφυής, μορφωμένος, κομψός, καλογεννημένος, κοσμικώς περιζήτητος,
πλούσιος όσον ολίγοι τότε, θα επίστευέ τις ότι ο Ροΐδης θα ήτο είς
των ευτυχών του βίου. Δεν δύναμαι να βεβαιώσω το εναντίον, αλλ'
έχω την υπόνοιαν ότι και κατά τα κατ' επίφασιν ευδαίμονα εκείνα
έτη η ζωή θα υπήρξε δι' αυτόν πικρά.
Πρώτον έπασχεν εκ νοσήματος, όπερ πάντοτε διαθέτον προς την
μελαγχολίαν, ήτο δι' άνθρωπον ευφυά και σπινθηροβόλον, ως αυτός,
κυριολεκτικώς μαρτύριον. Δια «causeur» ως τον Ροΐδην το να χάση
την ακοήν ήτο ως διά πολεμοχαρή αξιωματικόν να μείνη άπους· όπως
ούτος είνε καταδικασμένος εις απραξίαν, ο Ροΐδης ήτο εις σιωπήν ή
μονόλογον. Έμενεν εκτεθειμένος αις τα σκώμματα χυδαίων ή μωρών,
ους, εάν ηδύνατο ν' απαντήση, θ' αποσβόλωνε διά μιας λέξεως.
Ο πιστός φίλος του κ. Εμμανουήλ Βουτσινάς μοι έλεγε ότι από της
παιδικής του ηλικίας ο Μανώλης ήτο λίαν ευαίσθητος εις τα σκληρά
αστεία των συμμαθητών του. Βραδύτερον δε οι οικείοι του παρετήρουν
ότι, εν ώ τόσον ηγάπα να πηγαίνη εις τον κόσμον, επανήρχετο
πάντοτε εκ των συναναστροφών σύννους και μελαγχολικός.
Αλλ’ εκτός του φυσικού τρομερού μειονεκτήματος ανευρίσκει ο μετ'
αγάπης μελετών τον βίον του και άλλην πηγήν πικριών. Εξηγών την
μαύρην απελπισίαν, ήτις χρωματίζει αρκετά ταχέως τα έργα του
Μυσσέ, ο Ταιν λέγει: «Εζήτει πάρα πολλά, ηθέλησε απνευστί,
ορμητικώς και απλήστως να απολαύση την ζωήν. Την έδρεψε, αλλά δεν
την απέλαυσε. Την απέσπασεν, επίεσε, συνέθλιψε και συνέτριψεν ως
σταφυλήν. Έμεινε δε με χείρας λερωμένας και πλέον διψασμένος ή
ποτέ».
Χωρίς να ζητήση όσα ο Μυσσέ, και ο Ροΐδης εζήτησε πολλά από τον
βίον. Δεν περιωρίσθη εις τας ευκόλους απολαύσεις, εις τον κόσμον
των θεάτρων, όπου επί τινα καιρόν έδρεπεν αναιμάκτως νίκας (91).
Λέγει κάπου ότι διά τους ποιητάς της ρωμαντικής σχολής η γυνή ήτο
«κλίμαξ αισθηματικής ανόδου εις τους ουρανούς»· αυτή ήτο και η
ιδική του αντίληψη. Μετ' ολίγα έτη συνεπλήρου την ιδέαν του γράφων
επί λευκώματος: Οσάκις επιχειρεί τις ν' ανέλθη μετά γυναικός εις
ουρανόν, αδύνατον είναι να προγνωρίζη, εάν επιβαίνη του άρματος
του Φαέθοντος ή του Προφήτου Ηλία».
Λεπτός και ευγενής, όπως ήτο, ουδέποτε προέβη εις εκμυστηρεύσεις,
ουδέ καν, όπως οι πλείστοι των γραφόντων, εξεμεταλλεύθη τα
επεισόδια του αισθηματικού του βίου προς φιλολογικούς σκοπούς· εν
τούτοις δύναται τις να μαντεύση ότι είχεν επιβή ποτε του άρματος
του Φαέθοντος, ότι σκληρά και μακρά αισθηματική κρίσις
εδήλητηρίασε τα έτη της δευτέρας του νεότητος. Ποίον ακριβώς
υπήρξε το δράμα και ποία η ηρωίς, ούτε γνωρίζομεν ούτε
εφροντίσαμεν να πληροφορηθώμεν. Σημειούμεν δε μόνον το πράγμα,
διότι οδυνηρά ανάμηνις της χαθείσης ή μάλλον μη επιτευχθείσης
ευτυχίας διαφαίνεται εις την μελαγχολίαν πολλών έργων του και εις
την πικρίαν μερικών άλλων (92).
Εις αυτάς τας αισθηματικάς απογοητεύσεις όσον και εις την ωτικήν
του πάθησιν αποδοτέος ο κλαυσίγελως εκείνος, όστις τόσον συχνά
εμφωλεύει εις τας σελίδας του, ως και ο συχνάκις αρνητικός
χαρακτήρ των άλλως βαθειών σκέψεών του.
Ελέχθη ενίοτε ότι και τα υλικά του ατυχήματα συνέτρεξαν εις τον
ιδιάζοντα τούτον χαρακτήρα του έργου του. Είνε ακριβές ότι βραχύ
μετά το 1870, «την πατρικήν κληρομίαν διαιρέσας εις χρήματα, άτινα
ηδύνατο να χάση και εις τίμιον όνομα, όπερ δεν τω εσυγχωρείτο να
ριψοκινδυνεύση, μέτοχος μεν υπήρξε πανταχού ουδαμού όμως ανεμίχθη
ούτε ως ιδρυτής, ούτε ως σύμβουλος, ούτε ως παραχωρητής ή κήρυξ
ανυπάρκτων εκατομμυρίων (93)», απώλεσεν εντός σχετικώς βραχέος
χρόνου το πλείστον της μεγάλης πατρικής περιουσίας. Αλλά την
καταστροφήν ταύτην υπέστη μετά πλείστου στωικισμού, θα υφίστατο δε
και μετ' αδιαφορίας, εάν δεν είχε την εν ευμαρεία παντοτε ζήσασαν
μητέρα του και εάν δεν τω επεβάλλετο η ανάγκη να περιορίση τον
πλουτισμόν της βιβλιοθήκης του (94).
Διά τούτο μόνα ίχνη της υλικής του καταστροφής υπήρξαν, όσον αφορά
εις την φιλολογικήν του παραγωγήν, όσα έμαθε περί του τρόπου καθ'
ον ιδρύονται ή διευθύνονται αι μετακλεπτικαί (ως έλεγε) εταιρείαι
και πολλαί άλλαι επιχειρήσεις. Επί καιρόν δε ο χρηματιστικός
κόσμος, ον είχεν τόσον καλώς, πλην αδρά δαπάνη, γνωρίση, απετέλεσε
τον στόχον των οξυτέρων του βελών.
Ούτω λ. χ. έγραφεν εν τω «Ασμοδαίω» (αρ. 3):
«Αδίκως, νομίζομεν, κατηγορούνται ως όλως στείραι και άγονοι αι
παρ' ημίν μεταλλευτικαί επιχειρήσεις, εν ώ απ'εναντίας επί των
ερειπίων εκάστης ηγέρθη μέγαρον μεγαλοπρεπές και καλλιμάρμαρον.
Πρέπει όμως να ομολογήσωμεν ότι εφάνημεν οπωσούν αχάριστοι προς
τους ιδρυτάς των τοιούτων εταιρειών, αφήνοντες αυτούς ν'
ανεγείρωσι μέγαρα ιδία δαπάνη εν ω, αν εις παν άλλο μέρος του
κόσμου έπραττον ούτοι όσα έπραξαν παρ' ημίν, ήθελον φιλοξενείσθαι
και διατρέφεσθαι δαπάνη του δημοσίου».
Επίσης εν τω 5ω αριθμώ του αυτού φύλλου έδιδε την εξής ανάλυσιν
περιουσίας χρηματιστού.
Δάκρυον ορφανού....... 0,02
Στεναγμοί χήρας....... 0,01
Πείνα συνταξιούχου.... 0,01
Εύνοια Τούρκου........ 0,03
Ελαστικότης κώδικος... 0,05
Νωθρότης εισαγγελέως.. 0,03
Ευήθεια μετόχου....... 0,85
-----
1,00
IV
Τα έτη του αγώνος. — Ο «Ασμοδαίος» και η πολιτική. — Ο «καυγάς»
περί συγχρόνου Ελληνικής ποιήσεως. — Η Εθνική Βιβλιοθήκη.
Τα έτη δεκαετούς σχεδόν περισυλλογής και μελέτης διεδέχθη περίοδος
αγώνων παντοειδών και ποικίλων. Ο Ροΐδης αναλαμβάνει την έκδοσιν
σατυρικού φύλλου και ταχθείς μετ' ου πολύ εις το πλευρόν του
Τρικούπη, μετέχει όλων των διπλωματικών και πολιτικών τούτου
αγώνων.
Ο Ροΐδης δεχθείς να γείνη εισηγητής ποιητικού του Παρνασσού
διαγωνίσματος, περιπλέκεται εις πολύμηνον αγώνα μετά του Αγγέλου
Βλάχου και όσων εδόξαζον ότι αδύνατον είνε να μη υπάρχη ποίησις εν
τη συγχρόνω Ελλάδι, αφ' ου, συν τοις άλλοις, πολλοί τούτων ήσαν
ακραδάντως πεπεισμένοι ότι ήσαν ποιηταί.
Τέλος ο Ροΐδης δέχεται την θέσιν εφόρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης·
εις εποχήν δε καθ' ην διορισμός εις δημοσίαν θέσιν ήτο πράγμα κατ'
εξοχήν εφήμερον, ο δεχόμενος δημοσίαν θέσιν ανελάμβανε συνάμα
δεινόν και άχαριν αγώνα κατά της λεγεώνος των προκατόχων και
επιδόξων διαδόχων του.
*
* *
Ο «Ασμοδαίος»! Πόσον ζωηράν ανάμνησιν εκράτησεν η κοινή γνώμη του
εβδομαδιαίου εκείνου φύλλου, όπερ έζησε μόλις δεκαοκτώ μήνας και
εξέπνευσε προ τριακονταπέντε ετών. Η υστεροφημία αύτη δεν είνε
αδικαιολόγητος. Ουδέποτε η Ελλάς εγνώρισε φύλλον τόσον ευφυές,
τόσον λεπτόν, τόσον καλλιτεχνικόν και τόσον ανεξάρτητον, φύλλον
έχον τη αληθεία τα τέσσαρα ταύτα προσόντα εις τοιούτον βαθμόν,
ώστε είνε ζήτημα εάν δεν ήτο δυσαναλόγως καλόν διά το κοινόν μας
και εάν, όπως ελέχθη διά τον Τρικούπην, «δεν μας έπιπτε πολύ».
Είνε τετριμμένη αλήθεια ότι τίποτα δεν γηράσκει ταχύτερον
σατυρικού φύλλου, και οι λόγοι τούτου είνε τόσον προφανείς, ώστε
δεν χρήζουσιν αναπτύξεως. Εν τούτοις διεξελθών εσχάτως ολόκληρον
την συλλογήν του «Ασμοδαίου», επείσθην ότι ούτε εγήρασεν ούτε
έπαυσε να είνε διά πλείστους αφρούρητος αποθήκη αττικού άλατος.
Εις την αιωνίαν ταύτην νεότητα συντελούν τα μάλιστα αι
αριστοτεχνικαί γελοιογραφίαι, του κ. Θέμου Αννίνου, αλλ' όχι
ολιγώτερον η υπό ποικίλα ψευδώνυμα ποικίλη όσον και άφθονος
συνεργασία του Ροΐδου.
Δεν πιστεύω ποτέ ουδ' εις τάριστα των ευρωπαϊκών σατυρικών
περιοδικών να έγεινε τόση σπατάλη πνεύματος και δη πνεύματος
τοιαύτης ποιότητος· πνεύματος όπερ μεταπηδά από των «gaminerie»
ενός μποέμ, εις την λεπτήν ειρωνείαν Άγγλου χιουμουριστού, διά να
εξαρθή τέλος εις την βαθείαν πολιτοκοινωνικήν σάτυραν ενός
Λουκιανού, ενός Σουίτ, ενός Σαμφώρ.
Εξηγούμαι διά παραδειγμάτων. Ο «Ασμοδαίος» (αριθ. 4) περιέχει την
εξής ειδοποίησιν:
«Την γελοιογραφίαν του παρόντος φύλλου κατέφαγεν η αδιακρισία
του νιτρικού οξέως. Ζητούντες σνγγνώμην παρά των συνδρομητών διά
το χημικόν δυστύχημα υποσχόμεθα αυτοίς εν τω επομένω φύλλω
λαγούς με πετραχήλια».
Ενταύθα το πνεύμα δεν ανυψούται άνω του επιπέδου ευφυούς και
λεπτής παιδιάς. Πρόκειται όμως περί απλής ειδοποιήσεως.
Διεξερχόμενοι δε τας «Σκνίπας» σημειούμεν, κατά τύχην, τα εξής:
«Παρατηρούντες προχθές εν Φαλήρω τας καλλίστας εκεί δεσποινίδας
και ωραίας κυρίας ομολογούμεν, ότι αληθές κηπουρικόν θαύμα
επέτυχεν η Εταιρεία, κατορθώσασα να μεταφυτεύση επί αλμυράς
άμμου τόσον εύοσμα άνθη και τόσους ευώδεις καρπούς. Έπρεπεν όμως
να φυτευθώσιν εν τω γυμνώ τούτω παραδείσω και δένδρα τινά
οιουδήποτε είδους. Πιστεύωμεν ότι το της γνώσεως του καλού και
του κακού ήθελεν αναπτυχθή εκεί θαυμασίως».
Το πνεύμα γίνεται λεπτότερον, χαριέστερον, πρωτοτυπότερον αλλά
μένει πνεύμα χιουμοριστού παίζοντος και γελώντος· αλλά τότε, όταν
ο Ροΐδης γράφη σκέψεις ως τας εξής:
«Αποστολή παρ' ημίν της Εκκλησίας είνε να μας οδηγήση ουχί εις
τον Ουρανόν αλλ' εις την Κωνσταντινούπολην».
«Η φιλομάθεια του Έλληνος πολύ ομοιάζει την ευσέβειαν του Ιταλού
χωρικού, όστις γίνεται καπουκίνος, ουχί όπως κατακτήση τον
παράδεισον, αλλά μόνον όπως τρώγει χωρίς να σκάπτη».
«Καθ' ην ώραν πίπτει βροχή νομοσχεδίων, λαμβάνομεν και ημείς το
θάρρος να υποβάλλωμεν το ακόλουθον· Περί τηρήσεως των κειμένων
νόμων».
Όταν, λέγω, γράφη τοιαύτας σκέψεις, ασφαλώς συνοψίζει εν
υπογραμματική και καλλιλογική μορφή τας κυριωτέρας των
κατατρυχουσών την νεωτέραν Ελλάδα ασθενειών: το μονομερές του παρ'
ημίν θρησκευτικού αισθήματος, την προς τας σκληράς και επιπόνους,
αλλά πράγματι και τας μόνας προσοδοφόρους εργασίας απέχθειαν,
τέλος την μαστίζουσαν ημάς ανέκαθεν νομοθετικήν μανίαν, ήτις μας
προσομοιάζει προς ασθενείς οίτινες, αντί ν' ακολουθήσωσι
προδιαγραφείσαν δίαιταν, ελπίζουσι Θεραπείαν διά της αδιακόπου
ανανεώσεως συνταγών.
Η σύνταξις του «Ασμοδαίου» υπήρξεν η γέφυρα, ήτις ωδήγησε τον
Ροΐδην προς την πολιτικήν. Τίποτε, ούτε παραδόσεις οικογενειακαί,
ούτε συμφέροντα, ούτε προσωπική διάθεσις, συνέδεον τον Χίον
ομογενή με τα πολιτικά.
Κατ' αρχάς ο «Ασμοδαίος» ήτο φύλλον καθαρώς κωμικόν· ταχέως όμως η
κατά βάθος εξόχως πατριωτική και τιμία φύσις του Ροΐδου παρεσύρθη
εκ της ακριβεστέρας αντιλήψεως της καταστάσεως.
«Το ν' ασχολήται τις εν Ελλάδι, γράφει κάπου, εις γενικά και
απλώς θεωρητικά ζητήματα είνε περίπου το αυτό, ως εί χειρουργός,
περικυκλούμενος υπό ηλκωμένων, αντί να μεταχειρίζεται την
μάχαιραν και το πυρ κατά της σαπράς σαρκός, κατεγίνετο συντάσσων
πραγματείας περί πυαιμίας και φαγεδαίνης».
Αγανακτήσας λοιπόν κατά της πολιτείας του Βούλγαρη «δεσποτικού
άνευ έρωτος προς την τάξιν και στασιαστού άνευ έρωτος προς την
ελευθερίαν» (Αναστ. Βυζάντιος (95) ), κατά της παραβιάσεως και
αυτών των τύπων του Συνταγματικού πολιτεύματος, της διά εκλογικής
νοθείας και παντοίας αυθαιρεσίας παρεισφρήσεως εν τη Βουλή ή τη
Διοικήσει παντός αμφιβόλου στοιχείου, της μεταβολής εις οίκον
σιμωνίας αυτών των υπουργείων της δικαιοσύνης και της παιδείας
(96) ο «Ασμοδαίος», μ' ερυθρούς εξ αγανακτήσεως τους οφθαλμούς
(97), αντήλλαξε τα κρόταλα του γελωτοποιού αντί του μαστιγίου της
σατύρας (98).
Ποίαν δε χρήσιν έκαμε της μάστιγός του μαρτυρούσιν οι εκδαρέντες
ώμοι εκείνων, καθ' ων αύτη απηνώς κατεφέρετο. Η τύχη τούτων ολίγον
ήτο αξιόζηλος· «τους περιέμενεν, όπως έγραφεν ο Αριστοτέλης
Βαλαωρίτης (99), οδυνηρόν μαρτύριον, καθώς εκείνο το οποίον
εφεύρεν ο φίλος μου Αλή πασσάς διά τον Κατσαντώνην».
Οι αναγινώσκοντες σήμερον τον «Ασμοδαίον» ευρίσκουσιν ενίοτε
υπεράγαν προσωπικόν τον χαρακτήρα των επιθέσεών του. Από
φιλολογικής όμως απόψεως εξετάζων το πράγμα πρέπει τις να ενθυμηθή
ότι σχεδόν πάντες οι οξείς σατυρικοί, πολιτικοί τε και φιλολογικοί
αγώνες, μετετράπησαν αρκετά ταχέως εις προσωπικούς. Τι ήσαν αι
κατά του φίλου του Φρειδερίκου ακαδημαϊκού Maupertuis σάτυραι, ας
τόσον θαυμάζει ο Μακωλέϋ (100), ή δριμείαι προσωπικαί επιθέσεις
ηρτυμέναι με αμφιβόλου ποιότητος αστεία; Δια πόσας σατύρας του
Βολταίρου δεν δύναται τις να είπη το αυτό; Εξ άλλου είνε γνωστόν
ότι ο Βολταίρος εδημοσίευσε σατύρας υπό ονόματα φίλων του· και
κατά τούτο τον εμιμήθη ο Ροΐδης (101).
Η πτώσις του Βούλγαρη είχε γεννήση μεγάλας ελπίδας, αίτινες δεν
διήρκεσαν πολύ. Η μετά τας εκλογάς σχηματισθείσα συμμαχική
Κυβέρνησις Κουμουνδούρου — Ζαΐμη, διώκησεν ίσως ευπρεπέστερον και
συνταγματικώτερον, αλλά δεν εγκατέλιπε την μέθοδον της
«κομματικής» διοικήσεως. Όπως δ' είχε δείξη επανειλημμένως ο
«Ασμοδαίος», ο Στηλιτισμός δεν ήτο άλλο ή απόρροια δωδεκαετούς
τοιαύτης πολιτικής. Ήρχισε λοιπόν ο Ροΐδης να πολεμή κατά του
Κουμουνδούρου, ον προσωπικώς υπερηγάπα και διά την γλυκύτητα του
ήθους και διά την έλλειψιν πάσης επιδιώξεως ατομικών συμφερόντων
(102), ολίγον δε κατ' ολίγον προσεκολλήθη εις τον Χαρίλαον
Τρικούπην. Πρόσφατα φαινόμενα μας επιτρέπουσι να εννοήσωμεν
καλλίτερον τα τότε προς τον Τρικούπην αισθήματα του Ελληνικού
λαού. Όπως τα μέσα και κατώτερα στρώματα της κοινωνίας πιστεύουσι
μάλλον εις την θαυματουργόν δράσιν βοτάνου ή εις μακράν δίαιταν,
ούτω και οι νέοι πολιτικοί λαοί, κυρίως όταν τύχη να ώσι
μεσημβρινοί, επιζητούσι την σωτηρίαν από μέσα ταχέα και απλά,
προσδοκώντες ταύτην από νόμους ή από άτομον, προ παντός δ' από
τους νόμους ους θα συντάξη το άτομον. Το κοινωνικόν τούτο
φαινόμενον, γνωστόν σήμερον υπό το όνομα «Μεσσιανισμός», είχεν
αναφανή και μετά το 1875, ακριβέστερον δε αφ' ου κατεδείχθη ότι τα
ανατρέψαντα τον Βούλγαρην κόμματα δεν είχον την πρόθεσιν ή την
δύναμιν να βελτιώσωσιν ουσιωδώς τα κακώς κείμενα. Την εκκόλαψιν
του «Μεσσιανισμού» υποβοηθούσι πάντοτε και δειναί εξωτερικαί
περιστάσεις, καταδεικνύουσαι το επείγον της ανάγκης της πολιτικής
μεταβολής. Σπανίως δε ήτο δεινοτέρα η θέσις του Ελληνισμού ή κατά
την συνθήκην του Αγίου Στεφάνου.
Ολίγοι Ελληνες έσχον ποτέ τα προσόντα όσα παρουσίαζε περί το 1878
ο Χαρίλαος Τρικούπης. Εκ μεγάλων οικογενειών πατρόθεν και μητρόθεν
έλκων το γένος, έχων μόρφωσιν οίαν δεν έσχε ποτέ άλλος Έλλην και
επιβολήν όσην μόνος ο Καποδίστριας, ζήσας επί πλείστα έτη εις την
Εσπερίαν και κατακτήσας την συμπάθειαν και την εκτίμησιν πάντων
των εις τα της Ανατολής ενασχολουμένων, αγαπώμενος υπό των
Ριζοσπαστικών στοιχείων ως συγγραφεύς του «Τίς Πταίει;», και
αποσπάσας την εμπιστοσύνην των συντηρητικών διά της πράγματι
αγγλικής του εξαμήνου διοικήσεως του 1875, ήτο φυσικόν να γεννήση
άπειρον ενθουσιασμόν και απείρους ελπίδας.
Τα αισθήματα ταύτα ταχέως συνεμερίσθη ο υπό ψυχρά και σκεπτικά
προσχήματα βαθύς και ενθουσιώδης πατριωτισμός του Ροΐδου.
Κατεκτήθη λεληθότως. Κατ' αρχάς εις τους παρατηρούντας ότι ο
«Ασμοδαίος» τρικουπίζει, απήντα ότι ο Τρικούπης ασμοδαΐζει. Από
του 1877 όμως ετάχθη απροκαλύπτως παρά το πλευρόν του εκ
Μεσολογγίου πολιτευτού, συμμερισθείς όλα τα αισθήματα των
θερμοτέρων Τρικουπικών και δη του φανατισμού εκείνου, όστις ίσως
υπήρξεν η κυριωτέρα αδυναμία και η βαθυτέρα αιτία της σχετικής
αποτυχίας του Τρικουπικού κόμματος. Εις τους μέχρις οστέων
Τρικουπικούς το υπηρετείν άλλο κόμμα εφαίνετο έγκλημα προς την
πατρίδα αφ' ου εις τα όμματά των ουδεμία εκτός του ειδώλου των
υπήρχε σωτηρία.
Υπό τοιαύτην δε ψυχολογικήν επίδρασιν έγραψε τω 1879 ο Ροΐδης το
Γεννηθήτω Φως, διπλωματικόν φυλλάδιον όπερ, καίπερ είνε έν εκ των
ευφυεστέρων και μάλλον μελετημένων έργων του συγγραφέως,
προτιμότερον θα ήτο ίσως να μη είχε γραφή.
Δίκαιον όμως εις όλα ταύτα είνε να προστεθή ότι, όπως ορθώς το
ετόνισεν ο κ. Κακλαμάνος (103), «ο ανήκων επί τριακονταετίαν εις
κόμμα, αλλά σπανίας ευθύτητος και ειλικρινείας Ροΐδης, είνε ο
ειπών τας σκληροτέρας αληθείας εις τα κόμματα. Παρ' αυτώ η κατ'
επίφασιν αντιφατική αύτη στάσις εξηγείται άριστα, διότι ο μόνος
λόγος δι' ον ετρικούπιζε μετά τοσούτου ενθουσιασμού ήτο ότι είχε
την πεποίθησιν ότι μόνος ο Τρικούπης ηδύνατο ν' αποσπάση τον
καρκίνον εκείνον, εις ον απέδιδε τον διανοητικόν μαρασμόν, (104)
την εσωτερικήν κακοδαιμονίαν και τους εξωτερικούς εξευτελισμούς
της δυστυχούς ταύτης χώρας».
Αλλ' ας έλθωμεν εις τον περί συγχρόνου ποιήσεως αγώνα.
Χ
Ο αγών ούτος γνωστός εις τους φιλολογικούς κύκλους υπό το όνομα «ο
καυγάς με τον Βλάχον» ως εκ του κυριωτέρου αντιπάλου του Ροΐδου
(105), ως επίσης και οι λόγοι δι' ους η συζήτησις αύτη τόσην έσχεν
απήχησιν, συνωψίσθησαν αρκετά καλώς εν τη πρώτη περί Ροΐδου μελέτη
του κ. Ξενοπούλου. («Ποικίλη Στοά», 1891. σελ. 40).
Η πρώτη γνώμη, τολμηρά και αποφασιστική, εξηνέχθη ως εν σχεδίω
κατά τινα ποιητικόν αγώνα, εν τη κρίσει της αγωνοδίκου
επιτροπείας, ης ο κ. Ροΐδης ετύγχανε εισηγητής. Ο τεχνοκρίτης
εκήρυξεν άγονον και ανωφελή ου μόνον τον αγώνα εκείνον, — καθ' ον
ουδέν μεν των υποβληθέντων έργων έκρινεν άξιον βραβείου, των
πλείστων δ' εξήρε τα γελοία, — αλλά και πάσαν περί ποιητικής
παραγωγής απόπειραν εν Ελλάδι, όπου εν τω παρόντι αδύνατον είνε,
έλεγε, να βλαστήση ποίησις, ελλείψει των εις την ανάπτυξιν του
ποιητού συντελούντων στοιχείων, της περιερούσης ποιητικής
ατμοσφαίρας. Κατά της γενικής ταύτης προγραφής διαμαρτυρόμενος ο
κ. Άγγελος Βλάχος επεχείρησε ν' αντιτάξη την ποιητικήν
φυσιογνωμίαν του Γεωργίου Ζαλοκώστα, ως ισχυρόν επιχείρημα μετ'
άλλων πολλών ανισχυροτέρων, εις τα οποία απήντησεν ο Ροΐδης και
ανταπήντησεν ο κ. Βλάχος και ήναψεν όντως η μακρά συζήτησις, εις
ην και άλλοι έλαβον μέρος και όλοι παρηκολούθουν μετ'
ενδιαφέροντος.
Εκτός των προσωπικών — - ων αμφίβολον μένει το κέρδος, αμφότεροι δε
οι αντίπαλοι υπέχουσιν αμοιβαίως την ευθύνην, — ανεπτύχθησαν τότε
εν τη μικρά αιθούση του Παρνασσού εν μέσω πάντοτε πυκνού
ακροατηρίου, πολλαί αισθητικαί θεωρίαι· αν δηλαδή ο ποιητής
γεννώμενος έχη χρείαν των καταλλήλων περιστάσεων, όπως αναδειχθή,
αν εινε αναγκαίον το ιδανικόν και οποίον το εν Ελλάδι τοιούτον, αν
τω όντι έχη επίδρασιν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αν ήσαν ποιηταί
αληθώς ή στιχοπλόκοι και μιμηταί οι εν Ελλάδι — και μύριοι άλλοι
αισθητικοί κόμβοι, οίτινες έδωσαν μεν αφορμήν εις έκχυσιν ευφυίας
και κατασκευήν ωραίων σελίδων, αλλά και συνέτειναν πολύ εις την
ανάπτυξιν του παρ' ημίν ποιητικού αισθήματος εν γένει, και εις την
διαπαιδαγώγησιν προς την υγιά μελέτην και την αληθεστέραν
έμπνευσιν των νεωτέρων μας ποιητών (106)
Απήχησις της συζητήσεως έφθασε μέχρι του εξωτερικού, και η Κυρία
Adam αναπτύξασα τα κατά ταύτην απεφήνατο ότι η νίκη έμεινε τέλος
εις τον σχόντα, la dernier mot, Ροΐδην. (Οι Σύγχρονοι Έλληνες
ποιηταί, Παρίσιοι 1881 σελ. 158). Εν άλλαις λέξεσιν η Ιουλιέττα
Λαμβέρ φρονεί ότι ο Ροΐδης ενίκησε, διότι απεστόμωσε τους
αντιπάλους του.
Χωρίς να συμμερισθώ την γνώμην του αειμνήστου φίλου Α. Βικέλα,
όστις εν τω μέχρις υπερβολής εξικνουμένω πόθο να συμβιβάζη τα
διεστώτα επεχείρησεν εμμέτρως ν' αποδείξη, εις τους μετ' αγρίου
πάθους παλαίοντας, ότι ήσαν κατά βάθος σύμφωνοι (107), φρονώ ότι ο
Ροΐδης ενίκησε όχι μόνον, διότι είχε περισσοτέραν επιμονήν, αλλά
διότι είχε και δίκαιον, πλην ότι δεν ενίκησε κατά κράτος διότι
έδωκεν υπέρ το δέον δογματικήν μορφήν εις τας ιδέες του.
Εξηγούμαι:
Ψυχραίμως εξετάζων τις μετά πάροδον τριακονταπέντε σχεδόν ετών τα
πράγματα, άγεται να πιστεύση ότι έδωκε μεν ο Ροΐδης εις την
θεωρίαν του υπερβολικήν πως μορφήν, — αφ' ου και ο ίδιος αναγνωρίζει
ότι υπήρξαν παρ' ημίν πολλοί στιχουργοί άξιοι του ονόματος του
ποιητού, εν οις και δύο τότε εισέτι ζώντες, ο Βαλαωρίτης και ο
Παράσχος (108), βραδύτερον δε απέδωκε τον οφειλόμενον έπαινον εις
την μετά το 1880 αναφανείσαν σχολήν — αλλ' όμως, εάν τις αφήνων τας
θεωρητικάς συζητήσεις έλθη εις την ουσίαν, θα ίδη ότι η παρούσα
γενεά έδωκεν απολύτως δίκαιον εις όλας τας συγκεκριμένας προτάσεις
του.
Ποίαι ήσαν αι προτάσεις αύται;
1ον) Ότι κατάλληλος γλώσσα διά την ποίησιν ήτο μόνον η δημοτική.
Οι υποστηρίζοντες τω 1877 την πρότασιν ταύτην εν τε τη θεωρία και
τη πράξει απετέλουν, εκτός της Επτανήσου, μικράν μειονοψηφίαν. Προ
ολίγου ακόμη το Πανεπιστήμιον απέκλειε την δημοτικήν των ποιητικών
του διαγωνισμών. Σήμερον πόσοι είνε οι γράφοντες στίχους εις την
καθαρεύουσαν;
2ον) Ότι ποιητάς η Ελλάς είχε μόνους εκ μεν των νεκρών τον
Σολωμόν, τον Χριστόπουλον, τον Βηλαράν, τον Ζαλοκώσταν, εκ δε των
τότε ζώντων τον Βαλαωρίτην και τον Παράσχον. Ποίον όνομα έχει να
προσθέση εις τον κατάλογον τούτον αυστηρός σύγχρονος κριτικός; Το
του Κάλβου; Αλλά τότε ο Κάλβος παρεγνωρίζετο αμφοτέρωθεν και εις
τον κατάλογον του Ροΐδου αντετίθετο κατάλογος απαρτιζόμενος από
τους Σούτσους και τους οπαδούς των, αποκλειομένου μετά
περιφρονήσεως του Βηλαρά!!!
Επίσης τιςαμφισβητεί νυν ότι δικαιολογημέναι ήσαν αι επιφυλάξεις
του Ροΐδου όσον αφορά εις πολλά των εις Πανεπιστημιακούς
διαγωνισμούς βραβευθέντων έργων του Ζαλοκώστα, ή εις την
διατύπωσιν και την σύνθεσιν των έργων του Παράσχου «ποιητού
ανωτέρου του άσματός του;»
3ον) Αι περί ποιητικής ατμοσφαίρας θεωρίαι του Ροΐδου δύνανται να
ελεγχθώσιν ομολογουμένως υπερβολικαί. Ποίος όμως θ' αμφισβητήση
σήμερον ότι ούτε ποιητική ατμοσφαίρα ούτε πραγματικοί ποιηταί
υπήρχον εν ταις Αθήναις του 1877;
Συγγραφεύς άριστα γνωρίζων την εποχήν εκείνην και καθαρώς
αφηγηματικώς εξιστορών τα κατ' αυτήν, ανέπτυξεν εσχάτως ποίον ήτο
το πνεύμα της (109), δεν δυσκολεύεται ν' αναγνωρίση ότι ήτο πνεύμα
ψεύδους και μιμήσεως. Πνεύμα ρομαντισμού όστις ούτε είχεν αναβλύση
εν Ελλάδι ούτε καν είχε φθάση, ότε ανεπτύχθη ή ήκμαζεν εν Ευρώπη.
«Μας ήρχετο ο Ρομαντισμός κατά το γήρας του, καταπεπτωκώς ήδη και
εξηντλημένος, διά των οχετών των μυθιστορημάτων, ιδία των
γαλλικών... Εντός αυτού του θερμοκηπίου ανεπτύσσετο χλωρωτική η
λυρική ποίησις εκείνων των ημερών, ζώσα υπό φως ψευδές και εν
ατμοσφαίρα εκνευριστική, ένθα ενοθεύοντο αι ιδέαι και επλαδαρούτο
το φρόνημα, παραμελουμένης της πρακτικής σκέψεως και προαγομένης
μόνης της απράγμονος ευαισθησίας, της κενής κομπολογίας και του
ύδρωτος της εκφράσεως (110)».
Habemus confidentem rerum. Πράγματι ο Μπάμπης Άννινος ήτο εις την
πρώτην γραμμήν της Πλειάδος, εν η συνεσωματούντο αι ελπίδες του
τότε νεοελληνικού Παρνασσού και μετά φίλτρου και αγάπης ομιλεί
περί των πρώην συναγωνιστών του.
Θέλετε άλλην απόδειξιν του βασίμου των Ροϊδίων παρατηρήσεων;
Λάβετε τον υπό του Ιωάννου Παπαδιαμαντοπούλου, τότε δεκαοκταετούς,
εκδοθέντα «Παρνασσόν». Είνε ούτος εν ταυτώ μία συλλογή και έν των
«manifestes εκείνων τα οποία, μεταμορφωθείς εις Jean Morèas, τόσον
συχνά εξέδωκεν έκτοτε. Ο «Παρνασσός» ήτο έμμεσος απάντησις εις το
Πανεπιστήμιον, όπερ εισηγουμένου του κ. Μιστριώτου (111) είχε και
αυτό καταδικάση την εν Αθήναις ανθούσαν σχολήν, αποφανθέν ότι «ο
όλος αγών δεν ήτο η ερωτική ελεγεία κατά τους τύπους καθ' ους εν
τοις βορειοτέροις κλίμασι διεμορφώθη» και συμπεραίνον ότι, επειδή
αι πολλάκις επαναληφθείσαι συμβουλαί ουδόλως ελαμβάνοντο υπ' όψιν,
«η των κριτών υπομονή εξηντλήθη, ίσως δε μετ' ου πολύ οι
Εχέμβροτοι των ερωτικών ελέγων εύρωσι κεκλεισμένον το τοιούτον
είδος της σταδιοδρομίας (112).
Διά του «Παρνασσού» επειράτο ο όμιλος του Παπαδιαμαντοπούλου ν'
αποδείξη ότι όχι μόνον η ελληνική ποίησις έζη, αλλά και έθαλλε·
όθεν περιελήφθησαν εν τη συλλογή όλα τα αριστουργήματα των ζώντων
γνωστών ποιητών και πλείστα έργα της άρτι επιχειρησάσης να επιβή
του Πηγάσου νεολαίας.
Λοιπόν, λέγω, ο θέλων να ίδη πόσον ο Ροΐδης είχε δίκαιον ας ανοίξη
την συλλογήν εκείνην. Εάν εξαιρέση δύο τρεις άνδρας εις ους αυτός
ο Ροΐδης απέδωκε τον αρμόζοντα έπαινον, πάντα τα άλλα ονόματα τα
εν τω «Παρνασσώ» συμπεριλαμβανόμενα μας είνε ή άγνωστα τελείως ή
τυγχάνουσι γνωστά διά παν άλλο ή διά τα ποιητικά έργα των φερόντων
αυτά. Τα γνωρίζομεν ως ονόματα διακεκριμένων πολιτευομένων,
διπλωματών, νομικών, ανωτέρων υπαλλήλων, δημοσιογράφων και ιατρών,
αλλά «περί Απόλλωνος ουδέ είς λόγος». Είνε αληθές ότι τα ονόματα
των δύο αρχηγετών της σχολής του 1870, του Παπαρηγοπούλου δηλαδή
και του Βασιλειάδου, δεν εσβέσθησαν ακόμη από του ποιητικού
στερεώματος, αλλά πόσοι των νεωτέρων γνωρίζουν εισέτι τους άλλοτε
ως αριστουργήματα λογιζομένους στίχους των, ποίος κριτικός τους
αναφέρει, και ιδίως (μόνον δείγμα αναμφίρηστον της επιβιώσεως)
ποίους έχουσιν ακόμη μιμητάς;
Χ
Ο διορισμός του Ροΐδου εις την θέσιν του εφόρου της Εθνικής
Βιβλιοθήκης εξέθηκεν αυτόν, ως ελέγομεν, εις τας επιθέσεις πάντων
των ορεγομένων την θέσιν ταύτην, πρώην εφόρων είτε μη. Τας αηδίας
τοιούτου αγώνος, διεξαγομένου διά τριών συγχρόνως εφημερίδων,
φαντάζεταί τις ευκόλως. Ας μη αγανακτώμεν όμως υπέρ το δέον επ'
αυταίς, σκεπτόμενοι ότι τοις οφείλομεν έν αριστούργημα: την
Εθνικήν Βιβλιοθήκην εν έτει 1880.
Το φυλλάδιον τούτο, όπως αι Παρατηρήσεις επί της αποφάσεως του
Εμποροδικείου του 1875, μας κάμνει σχεδόν να λυπούμεθα ότι ο
Ροΐδης δεν έπεσε θύμα ποικιλωτέρων σκευωριών, οπότε θα τω εδίδοντο
περισσότεραι αφορμαί να επιδείξη το πολυσχιδές της συγγραφικής του
μεγαλοφυίας.
Όπως η κακοπιστία μεσίτου και η μωροπιστία δικαστών τω παρέσχε
αφορμήν να φανερώση τι ήξιζεν ο κάλαμος του πραγματευόμενος νομικά
ζητήματα, ούτω και αι επιθέσεις του 1880 του επέτρεψαν να δείξη
μετά πόσης χάριτος, σαφηνείας και πνεύματος εξέθετε τα ξηρότερα
των διοικητικών ζητημάτων καθιστών επαγωγούς και τας περί
ταξινομήσεων βιβλίων συζητήσεις.
Οποίαν αμίμητον τη αληθεία εικόνα το σπινθηροβολούν φυλλάδιον μας
δίδει της τότε Εθνικής Βιβλιοθήκης, με τους βοηθούς «εις ους πολύ
μάλλον θα ήρμοζε το όνομα βοηθουμένων», με τους επιστήμονας
εκείνους οίτινες επισκεπτόμενοι την βιβλιοθήκην «ανελογίζοντο μετ'
αποθαρρύνσεως της επιστήμης το μήκος και του βίου το βραχύ», με
τους σφετερισμούς εκκλησιαστικών βιβλίων δι' ους «άχθεται τις έτι
μάλλον σκεπτόμενος εις τίνας ήσαν τα βιβλία ταύτα χρήσιμα και ότι
ενδέχεται ν' ασπασθή τας χείρας, αίτινες εξετέλεσαν τον
ασυνείδητον ακρωτηριασμόν»· επί πάσι δε με το συμπέρασμα ότι «ως
εν Ελβετία οικοδομούνται αι οικίαι όπως ανθίστανται κατά της
χιόνος, εν Ολλανδία, κατά της πλημμύρας και εν Μεξικώ κατά των
εφόδων της ανεμοζάλης, ούτω και εν Ελλάδι πρέπει να κατατάσσονται
αι βιβλιοθήκαι όπως κάλλιον αντέχωσι κατά των εφόδων της
πολιτικής».
Εννοείται ότι η ευφυία και η λογική της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν
απεστόμωσαν τους αμφισβητούντας αυτώ την θέσιν. Αλλ' εν τη
απαντήσει τούτων τόσον αφειδής εγίνετο χρήσις των επιθέτων
«αναιδής, ιοβόλος, βάτραχος, ασυνείδητος, όφις, μιαρός, κόραξ,
άνανδρος, ψιττακός, δολοφόνος και άλλων ομοίων», ώστε ο Ροΐδης,
αισθανόμενος την ανάγκην ν' αμυνθή έκρινεν ανάξιον εαυτού ν'
απαντήση με την υπογραφήν του. Η δε Σύντομος Απάντησίς του φέρει
την υπογραφήν του πρώην κλητήρος της Βιβλιοθήκης Μιχαήλ Καρατζά.
V
Τα έτη της μεγάλης παραγωγής. — - Αι επιθεωρήσεις της «Ώρας» και
η άλλη κριτική και δημοσιογραφική δράσις. — Ο Ροΐδης μεταφραστής.
— Ο Ροΐδης διηγηματογράφος. — Το γλωσσικόν ζήτημα και τα «Είδωλα».
Από του 1882 — 1902 ο Ροΐδης εχρημάτισε σχεδόν συνεχώς έφορος της
Εθνικής βιβλιοθήκης. Τα διοικητικά του καθήκοντα και η προϊούσα
ηλικία έθεσαν τέρμα εις τας περιπετείας του βίου, ου την
μονοτονίαν του λοιπού μόνον δυστυχήματα διακόπτουσιν. Αλλά
συγχρόνως η φιλολογική παραγωγή γίνεται συστηματικωτέρα,
πυκνοτέρα, ποικιλωτέρα, καθισταμένη τετραπλή, να μη είπω πενταπλή.
Πράγματι ο Ροΐδης α') Συνεχίζει την δημοσιογραφικήν και κριτικήν
του δράσιν β') Αναλαμβάνει τον κάλαμον μεταφραστού γ') Επιδίδεται
εις την διηγηματογραφίαν δ') Αφιεροί μελέτας και εκτενέστατον
πόνημα εις το γλωσσικόν ζήτημα.
α' Συνεχίζει την δημοσιογραφικήν και κριτικήν του δράσιν.
Επί του προκειμένου παρατηρητέον ότι αφ'ενός μεν επεκτείνει τας
κριτικές του εις καλλιτεχνικά ζητήματα, την μουσικήν και την
ζωγραφικήν, αφ' ετέρου δε ότι όσα γράφει λαμβάνουσιν
αντικειμενικώτερον και ακαδημαϊκώτερον χαρακτήρα. Η δημοσιογραφική
του παραγωγή, πολιτική και κριτική, είνε τόσον πυκνή, ώστε δεν
δύναμαι ενταύθα να την αναλύσω λεπτομερώς (113), άλλως τε και εν
τίσι θα παραμείνη άγνωστος, διότι πολλά έγραφεν ο Ροΐδης ανωνύμως
εν τη «Τεργεσταία Ημέρα», τω «Ταχυδρόμω» της Κωνσταντινουπόλεως
και άλλαις εφημερίσι του εξωτερικού· ανεκάλυψα μάλιστα ότι
εχρημάτισεν επί βραχύ ημιεπίσημος ανταποκριτής των «Times», διότι
καθ'ην εποχήν το μέγα φύλλον του «Άστεως», αποχωρήσαντος του κ.
Stillman και μη αφικομένου εισέτι του κ. Bourchia, είχεν επιτρέψη
την γενικήν ανταπόκρισιν της χερσονήσου του Αίμου εις τον εν
Βιέννη συντάκτην Brinsley Richards, ούτος έγραφε τω Ροΐδη να τω
στέλλη τακτικώς πληροφορίας, όπερ και εγένετο( (114). Εν τούτοις
είνε ανάγκη, νομίζω, να λεχθούν τουλάχιστον δύο λέξεις περί των
τόσον θαυμαζομένων υπό του Τρικούπη ενιαυσίων επιθεωρήσεων της
«Ώρας». Αύται είνε αναμφισβητήτως τα αριστουργήματα της Ελληνικής
δημοσιογραφίας. Εξισούνται, εάν μη υπερβάλλουσιν, ως προς μεν την
αδρότητα και τας γνώσεις προς τα άρθρα του Αλεξάνδ. Βυζαντίου,
προς τα του Αναστασίου δε κατά την κομψότητα και την καλλιέπειαν.
Δεν πιστεύω ότι λέγω υπερβολήν ιχυριζόμενος ότι, και αν οι αδελφοί
ούτοι, οίτινες δικαίως θεωρούνται ως οι άριστοι των Ελλήνων
δημοσιογράφων, συνειργάζοντο, δεν θα κατώρθουν να παρουσιάσουν
έργον από δημοσιογραφικής απόψεως τόσον τέλειον, εφάμιλλον εν
ταυτώ προς τα δοκίμια του Μακώλεϋ και τα άρθρα του Τζών Λεμοάν. Ο
υποπτεύων ότι παρασύρομαι υπό οικογενειακού φίλτρου ας αναγνώση
τας επιθεωρήσεις των ετών 1879 — -1885 και αν εύρη αλλαχού
τελειοτέραν και λαμπροτέραν εικόνα των ευχερειών της λύσεως του
Ανατολικού ζητήματος, της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του
Βήκονσφηλδ, της εσωτερικής πολιτικής της Γαλλίας από του 1870
μέχρι του 1884, των λόγων της συνάψεως της τριπλής συμμαχίας, της
εθνολογικής συνθέσεως της αυστριακής αυτοκρατορίας και της
επιρροής ην έχει το πολυσύνθετον ταύτης επί της βραδύτητος της
λύσεως του Ανατολικού ζητήματος, του αποικιακού προβλήματος εν
Ευρώπη και της εμφανίσεως αυτού εν Γερμανία, θα παρεκάλουν αυτόν
να μοι υποδείξη πού και πότε εδημοσιεύθη.
Δείγμα δε κατάδηλον της βαθύνοιας και επιμελείας (115) μεθ' ης
συνετάχθησαν αι επιθεωρήσεις του Ροΐδου είνε ότι φαίνονται
γραφείσαι χθες και όχι προ τριακονταετίας.
β' Αναλαμβάνει τον κάλαμον μεταφραστού.
Ο Ροΐδης είχεν αρχίση το στάδιόν του διά μεταφράσεως, διότι
επρέσβευεν ότι, εφ' όσον μεν μικρός μόνον αριθμός των Ελλήνων
γνωρίζει ξένας γλώσσας, οι δ' εξ επαγγέλματος μεταφρασταί
στρέφονται μόνον προς τα έργα άτινα άνευ ζημίας ηδύναντο να
μείνωσιν άγνωστα, καθήκον έχουσιν οι λόγιοι να γνωρίζωσιν εις τους
συμπατριώτας των τα καλλιλογικά ή επιστημονικά αριστουργήματα των
ξένων φιλολογιών (116). Δια τους λόγους τούτους μετεφράσθησαν ο
Σατωβριάν και ο Εδγάρ Ποέ (117). Αι μεταγενέστεραι μεταφράσεις του
Murge (118) του Φεγιέ (119) και του Μακώλευ (120) ωφείλοντο εν
μέρει εις λόγους ανάγκης, αλλά δεν έγιναν μετ' ολιγωτέρου έρωτος ή
μικροτέρας επιμελείας. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι η μετάφρασις
της «Ιστορίας της Αγγλίας» είνε η τελειοτέρα των εις καθαρεύουσαν
μεταφράσεων, την ιδέαν δε ταύτην συνεμερίσθη και το κοινόν, διότι
ουδέν έργον της Βιβλιοθήκης Μαρασλή τόσον ταχέως εξηντλήθη. Μέγα
δε ατύχημα και από καθαράς φιλολογικής απόψεως πρέπει να θεωρηθή
ότι ο θάνατος διέκοψε την μόλις αρχίσασαν μετάφρασιν της «Ιστορίας
της Αγγλικής Λογοτεχνίας» του Ταιν
γ' Εκδίδεται εις την διηγηματογραφίαν.
Εν τη απομονώσει εις ην τον είχε καταδικάση η μητρυιά αυτού φύσις
ο Ροΐδης ηρέσκετο, ως είπομεν, να στρέφεται προς τα έτη της
παιδικής και νεανικής του ηλικίας, τα μόνα ίσως οπωσδήποτε ευτυχή
έτη της ζωής του. Πάντα τα διηγήματά του δεν είνε ή αναμνήσεις της
εποχής εκείνης· ουχί όμως αναμνήσεις ξηραί, διότι πάντοτε
εφρόντισε να συνδυάση προς αυτάς ωρισμένα επεισόδια ή γενικωτέρας
κοινωνικάς και φιλολογικάς σκέψεις.
Πολλά, σχεδόν τα πλείστα, των διηγημάτων του είνε, ιστορίαι ζώων·
Είχε καταντήσει μισάνθρωπος και ζωόφιλος· ίσως διότι ασυνειδήτως
ήλπιζεν ότι θα εύρισκεν εις τα κατώτερα όντα την αγάπην εκείνην,
ης είχε τόσην ανάγκην και ην μάτην επεζήτησε παρά τοις ομοίοις
του. Την «Ιστορίαν ορνιθώνος» αρχίζει διά των εξής:
«Εξ όσων ηυτύχησα ή δυστύχησα να γνωρίσω είμαι, πιστεύω,ο μόνος
άνθρωπος όστις, αν τον ωνόμαζον ζώον, δεν θα εθεώρει ούτο ως
προσβολήν, Όσον συναναστρέφομαι ζώα, τόσον μάλλον πείθομαι, ότι
δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καμμία διαφορά, ως
ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά μόνον ότι τα
πράγματα κατά τα οποία διαφέρομεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν
όλα την ανθρώπινην υπεροχήν.»
Όλα τα ζώα ανεξαιρέτως εκίνουν το ενδιαφέρον του, αλλ'εκείνο όπερ
κατ' εξοχήν ηγάπα ήτο η γάτα. «Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς
φιλοσόφους, δεν πιστεύω να υπάρχωσιν άλλα επί της γης πλάσματα
όσον οι γάτοι «συκοφαντηθέντα (121)». Όθεν ανέλαβεν την
αποκατάστασιν αυτής (122) αναφέρων πως ελατρεύθη ως θεά εν
Αιγύπτω, και πως εν Ευρώπην ηγάπησαν αυτήν εξ ίσου.