γράμα, και τη διέκοψε λέγων, ότι βιάζεται να φύγη, διότι ο κ.
Έδμον ανυπόμονος τον περιμένει και του έταξε αμοιβάς, εάν
επανέλθη, όσο το δυνατόν γρηγορώτερα.
Η κ. Κλάρα εξεπλάγη από όσα ήκουσε, ητένισε με βλέμμα ερωτηματικόν
την Μαλβίναν, αλλ' αυτή εταπείνωσε το ιδικόν της και εκκοκίνησε.
Ταραγμένη από την απάντηση του Έδμον, από τη βία του
γραμματοκομιστού, από την επέμβαση της κ. Κλάρας· πήρε ένα
πρόχειρο κομμάτι χαρτί κέγραψε ότι έρχεται. Τόδοσε στον ταχυδρόμο
που περίμενε. Εκείνος λαβών την σημείωσιν ανεχώρησε αμέσως.
Ωστόσο η Κλάρα την έβλεπε διαρκώς με το ερωτηματικόν βλέμμα της.
Και αυτή μη ξαίρωντας τι να της απαντήση εσιωπούσε.
Έξαφνα έπεσαν τα βλέμματά της στο γράμμα του λόρδου Χέριντεν, που
το είχε λησμονήσει επάνω στο τραπέζι. Έσπευσε λοιπόν να το ανοίξη
ελπίζουσα έτσι να κρύψη την ψυχικήν ταραχήν της από την κ. Κλάραν.
Μόλις διάβασε όμως μερικές γραμμές, ωχρότης αιφνηδία περιεκάληψε
το πρόσωπόν της και ψυχρός ιδρός διεχύθη καθ' όλον το σώμα της.
Ωστόσο επέμεινε και ετελείωσε την ανάγνωσιν της απαισίας
επιστολής. Αλλά άμα την ετελείωσε, δεν εβάσταξε πλέον και
υπείκουσα εις το βάρος της μεγάλης θλίψεως, την οποίαν της
επροκάλεσε η ανάγνωσις εκείνη, έπεσεν ως αναίσθητη εις τας αγκάλας
της φίλης της φωνάζουσα:
— Αχ τετέλεσται! Πάει πια! Έδμον! Χαθήκαμε για πάντα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.
ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ
Η αγαθή Κλάρα ανησυχούσα διά την κακήν κατάστασιν της φίλης της
την συνέτρεξε με τα προχειρότερα μέσα, την μετεκόμισε στο δωμάτιόν
της και την απέθεσε στην κλίνην της. Άμα δε κατώρθωσς να την
ανακαλέση εις τας αισθήσεις της την έσφιξε στας αγκάλας της πολύ
συγκινημένη.
— Ησύχασε, φίλη μου, της είπε, προσπάθησε ναναπαυθής ολίγον. Εγώ
εξέρχομαι και σε αφίνω να ησυχάσης. Όταν αναλάβης φώναξέ με, έχω
να σου ανοίξω την καρδιά μου. Μαλβίνα, εννόησα· είσαι πολύ
δυστυχισμένη και αξία συμπαθείας.
Η Κλάρα ήτο σφοδρά συγκινημένη και εβγήκε για να μην κλάψη εμπρός
εις την Μαλβίναν και την βλάψη περισσότερον.
Η Μαλβίνα άμα έμεινε μόνη, επήρε στα χέρια της με φρίκην το γράμμα
του λόρδου Χέριντεν και άρχισε να το ξαναδιαβάση για να το προσέξη
καλύτερα:
Κυρία ·
Μανθάνω ότι κατ' αυτάς υπανδρεύεσθε. Δεν θα εξετάσω βέβαια τι ήτο
που σας ώθησε εις αυτήν την απόφασιν, ούτε και ζητώ τον λόγον της
σιωπής, που εκρατήσατε προς εμέ γιαυτό το πράγμα. Ούτε πάλιν σας
επιπλήττω διά τον σκανδαλώδη τρόπον, με τον οποίον εχωρίσθητε
τόσον απερισκέπτως από την ευπόληπτον συγγενή σας, που τόσον
ανεπιφύλακτα σας είχε δεχθή στα σπίτι της, και τώρα λυπείται
ειλικρινώς διά τας παραφοράς σας.
Αρκούμαι μόνον να θέσω υπό την όψιν σας τας εξής παρατηρήσεις μου.
Βλέπω, εδώσατε εις τον εαυτόν σας το δικαίωμα να μη τηρήσετε την
προς την μακαρίτισσα γυναίκα μου υπόσχεσίν σας. Πολύ καλά. Αυτός
είναι δικός σας λογαριασμός. Αλλά και δικός μου λογαριασμός είναι,
νομίζω, να μη κρατήσω πλέον την προς την παραβαινομένην υπόσχεσίν
σας σχετιζομένην συγκατάθεσίν μου ως πατρός, να αναθρέψετε σεις
την κόρην μου.
Σας κάμνω γνωστόν λοιπόν, ότι καμίαν διάθεσιν δεν έχω, να επιτρέψω
να ανατρέφεται η κόρη μου στο σπίτι του συζύγου σας, να είναι
δηλαδή υπό την κηδεμονίαν ανθρώπου όλως αγνώστου εις εμένα.
Η μακαρίτισσα το παιδί μας το εμπιστεύθη σεσάς μόνην.
Μα από τη στιγμή που εσείς δεν ανήκετε στον εαυτό σας, ούτε το
παιδί μας ανήκει σεσάς, κέτσι αναγκάζουμαι ναναλάβω επ' αυτού τα
πατρικά μου δικαιώματα.
Άμα λοιπόν, κυρία γίνη ο γάμος σας, αξιώ να παραδώσετε την κόρην
μου στα χέρια της εγκρίτου συγγενούς σας κ. Μπιρτών, η οποία λίαν
προφρόνως αναλαμβάνει να την έχει, έως ότου αι υποθέσεις μου μού
επιτρέψουν να την παραλάβω πλησίον μου.
Μη λάβετε τον κόπον ναπαντήσετε εις την παρούσαν μου διότι αυτήν
την ώραν αναχωρώ εις Ιρλανδίαν και η εκεί διαμονή μου θα διαρκέση
πιστεύω καθ' όλον το θέρος. Φροντίσατε μόνον να εκτελέσετε
επακριβώς τα όσα σας γράφω.
Διατελώ, κυρία, μεθ' υπολήψεως εξαιρέτου.
Λονδίνον, 22 Μαΐου . . .
Αύγουστος Χέριντεν
Ποτέ βέβαια δεν είχεν υποψιαστή η Μαλβίνα, ότι ο εις όλα τα κατ'
αυτήν ψυχρός και αδιάφορος λόρδος, ο ουδέποτε πραγματικώς
ενδιαφερθείς περί της θυγατρός του αυτής, ο οποίος σπανιώτατα και
τυπικώτατα απαντούσε με ολίγας λέξεις εις όσα εκείνη έκρινε καλόν
να του γράφη περί της Φανής, έμελλε αίφνης να ταραχθή τόσον,
μανθάνων ότι αυτή υπανδρεύεται. Κεπειδή το θεωρούσε ως ολότελα
προς αυτόν αδιάφορον πράγμα, δεν του το ανεκοίνωσε.
Αλλά ο με τόσην θερμότητα γινόμενος εν τη επιστολή εκείνη λόγος
περί της κ. Μπιρτών την διεφώτισε σαφέστατα, από πού προήρχετο το
πικρόν βέλος.
Η κ. Μπιρτών δηλαδή δεν έλειψε να του γράψη, όπως ήξαιρε, για να
τον πάρη συνεργόν στα σχέδιά της.
Επροσπάθησε να τον κινήση εις απέχθειαν κατά της νεαράς γυναικός,
παριστώσα αυτήν ως γυναίκα ελαφράν και πείσμονα και εφρόντιζε τάχα
ως φίλη να την προφυλάξη από ολίσθημα διά τούτο του έγραφε:
«Σεις μόνος μπορείτε να εμποδίσετε ένα μεγάλο δυστύχημα. Η
εξαδέλφη μου είναι πολύ αφωσιωμένη στο τέκνο σας, όθεν αν της
γράψετε ότι θα της το πάρετε, αν επιμένη να παντρευτή, θα σώσετε
την μεν φίλην της μακαρίτιδος συζύγου σας από τον όλεθρον, την δε
πρώτην οικογένειαν της Σκωτίας από μεγίστην στενοχωρίαν.»
Ακόμη δε με σατανικήν οπισθοβουλίαν επρόσθεσε:
«Καθό πατέρας ενδιαφέρεσθε βέβαια για το μέλλον της κόρης σας. Αν
λοιπόν η παραλυμένη εξαλδέλφη μου, που μονομαχούνε οι νέοι για την
ομορφιά της, μετανοήση και ξανάρθη κοντά μου για να ζήση ήσυχα, θα
της αφίσω μέρος από την μεγάλην περιουσίαν μου. Ώστε αν
κατορθώσετε να μην παντρευθή, η περιουσία μου αυτή μαζί με τη δική
της περιουσία θα μείνη κληρονομιά στη θυγατέρα σας».
Ο λόρδος Χέριντεν, που είχε σπαταλήσει τη δική του περιουσία και
πολλές φορές εσκέπτετο τι άραγε θα άφινεν εις την κόρην του,
εδέχθη προθύμως την εμφανισθείσαν ελπίδα της τοιαύτης
αποκαταστάσεως της κόρης του. Ώστε διά τούτο προ πάντων και όχι
διά κανένα άλλον λόγον εδέχθη να υπογράψη την επιστολήν εκείνην,
την οποίαν η κ. Μπιρτών του υπαγόρευσε, που τόσο κατασπάραξε την
καρδιά της Μαλβίνας.
— Ω ψυχή αγία της φίλης μου, εφώναξεν η δυστυχής Μαλβίνα, μη
φοβάσαι πώς θα παραδώσω εγώ το τέκνο σου στα χέρια της μικράς κ.
Μπιρτών.
Αν ο σκληρός πατέρας του θέλη να μου ταποσπάσει, γιατί θα είμαι η
κυρία Σέυμουρ, ποτέ η δυστυχισμένη φίλη σου δεν θα αξιωθή αυτό το
όνομα και μένε ήσυχη.
Καημένε Έδμον, αιώνιος χωρισμός! δεν είτανε γραφτό να σε καταστήσω
ευτυχή με την αγάπη μου.
Η κ. Κλάρα άνοιξε εν τω μεταξύ την θύραν, έσκυψε το κεφάλι και
ερώτησε.
— Τι κάνει η αγαπημένη μου Μαλβίνα;
Εκείνη της έγνεψε. Η Κλάρα επλησίασε, έπιασε το χέρι της Μαλβίνας
και της είπε.
— Ξαίρω ότι δεν πρέπει να εγγίζει κανείς τας λεπτάς χορδάς της
καρδίας των φίλων. Σέβομαι τη λύπη σας και δεν ζητώ να εξακριβώσω
τας αφορμάς της. Ίσως με τον καιρό αξιωθώ την εμπιστοσύνη σας και
τότε μου ανοίγετε την καρδιά σας. Τώρα κοιτάξετε την ησυχία σας.
— Αύριο φεύγω, είπε η Μαλβίνα, εκείνος με περιμένει αύριο.
— Φεύγετε; σας περιμένουν; και πού θα πάτε; και πότε θα σας
ξαναϊδώ εγώ, που δεν σας εχάρηκα ακόμα καθόλου!
— Αλίμονο, πάω στην άβυσσο. Δεν ξαίρω πού θα καταντήσω αν δεν θα
με ξαναϊδήτε ή αν θα γυρίσω να πεθάνω κοντά σας. Άγνωστο. Πάει η
χαρά μου. Εθραύσθη η ευτυχία μου! το μέλλον μου είναι σκοτεινό.
— Αύριο φεύγετε! Αι σας συνοδεύω κεγώ λοιπόν.
— Θέλετε λοιπόν να τον κάμω να πιστέψη, ότι σας πήρα μαζί μου για
να καταφρονήσω τη θλίψη που θα του προξενήσω;
— Για ποιον ομιλείτε, για όνομα του Θεού;
— Για κείνον που έχει κυριευμένη την καρδία μου. Που και τη ζωή
μου γιαυτόνα θυσιάζω. Αυτός που για μένα αρνήθηκε πλούτη και
αξιώματα. Και που εγώ είμαι αναγκασμένη να του αρνηθώ την ευτυχία
του. Να του δώσω το τελευταίο φίλημα . . . και να πεθάνω.
— Με κάνεις να φρίσσω, Μαλβίνα! Μήπως ο ευτυχής αυτός θνητός
είναι ο σερ Έδμον Σέυμουρ;
— Και ποιος άλλος άνδρας, εκτός από αυτόν, είναι άξιος τόσης
αγάπης από μέρος μου; Γιατί να κρύψω από σας το καύχημά μου;
— Δυστυχισμένη φίλη! Κατώρθωσε λοιπόν να πλανέση και σένα ο
ολέθριος αυτός άνθρωπος, ω τρυφερή, ω ιλαρή Μαλβίνα! Στην
καταστροφή σου λοιπόν σέρνεσαι, γλυκιά κοπέλλα! Απλή και άκακη.
Μαλβίνα! Άκουσέ με να σου πω . . .
— Τίποτε δεν θέλω νακούσω, είπε η Μαλβίνα, είμαι ορκισμένη να μην
ακούσω πια τίποτε από κανένα . . . Εκείνος δεν μπορεί να είναι
ένοχος ποτέ! . . . για μένα τουλάχιστον. Όλος ο κόσμος να σηκωθή
κατεπάνω του, μια του λέξη, ένα του βλέμμα τον αθωώνουν στην ψυχή
τη δική μου . . .
Η κ. Κλάρα ενόησε το πάθος της Μαλβίνας. . . . εσκέφθη ότι οι
λόγοι δεν ωφελούν εις τοιαύτας περιστάσεις. Ενόμιζε την Μαλβίναν
θύμα του. Εστοχάσθη λοιπόν να την σώση και παρά την θέλησίν της.
Έπαυσε να της αντιστέκεται και να την αντισκόφτει από τον σκοπό
της. Την παρακάλεσε μόνο να την δεχθή να συνταξιδεύσουν μέχρι ενός
σημείου.
— Χρέος ιερόν με καλεί, της είπε, σένα σπίτι που είναι απάνω στο
δρόμο σας, εκεί εγώ θα κατέβω, ενώ το αμάξι μου θα σας φέρη στο
Κίνρος.
Η Μαλβίνα εθεώρησε όλως ακίνδυνον εις τον σκοπόν της την τοιαύτην
συνοδείαν της κ. Κλάρας και συγκατένευσε. Συνεφωνήθη να ξεκινήσουν
το πρωί στας οκτώ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ
ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ
Η κ. Κλάρα δεν μπορούσε να κοιμηθή. Η ευθεία της ψυχή ανησυχούσε,
ότι έμελλε να δολιευθή, έστω και προς όφελος της Μαλβίνας. Έπειτα
δεν ήτο βεβαία και ποίον αποτέλεσμα θα είχε το σχέδιόν της, Μόλις
ξημέρωσε κατέβηκε στον κήπο να το καλοσυλλογιστή.
Το ξανασκέφθηκε καλύτερα και ηύρε ότι η συνείδησή της ήτο
ικανοποιημένη με την εκτέλεση του σχεδίου της, αφού επρόκειτο να
σώση ψυχή. Και εστοχάζετο να επισπεύση την αναχώρησιν.
Η ώρα ήτο κοντά οκτώ, αλλά η Μαλβίνα δεν εφαίνετο ακόμη. Η Κλάρα
ανέβηκε στο δωμάτιόν της.
Κάθουνταν εκείνη κοντά στο κρεβάτι της ακίνητη, έχουσα την κόμη
της αχτένιστη. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, κείτανε σχεδόν
αγνώριστη. Οι ψυχικοί σπαραγμοί επιδρούσαν επί του προσώπου ως το
υποχθόνιον πυρ επί της επιφανείας της γης.
Η Μαλβίνα την νύχτα εσυλλογίζετο τας αγωνίας τας θανατηφόρους,
όσας έμελλε να διέλθη εις το εξής η ψυχή της.
Η τύχη της προετοίμαζε άλλας φρικτοτέρας, τας οποίας η φαντασία
της δεν ηδύνατο να συλλάβη.
Η κ. Κλάρα επήρε από τα χέρι τη Μαλβίνα και την ωδήγησε στο αμάξι
κέβαλε τη Φανή στα γόνατά της. Το παιδί εκοιμάτο.
Η Κλάρα πότε ανησυχούσε από την ιδέαν, ότι εδολιεύετο την
Μαλβίναν, και πότε πάλιν έχαιρε, ότι την σώζει· έμενε βυθισμένη σε
συλλογισμούς. Η λυπημένη Μαλβίνα είχε αφαιρεθή με την μέλλουσαν
οδύνην, την οποίαν έμελλε να προξενήση στον καλόν της, υποφέρουσα
αυτή έτι μεγαλυτέραν· και ούτε καν είχε συνείδηση, πού την
πηγαίνουν;
Ως τόσο αφού πέρασε πολύ η ώρα, άρχισε να εννοή ότι ο δρόμος που
διανύει η άμαξά των δεν ήτο εκείνος που πέρασε, όταν ήρχετο εις το
χωρίον της Κλάρας. Όρη υψώνοντο γύρω και η άμαξα έμβαινε εις μίαν
σκοτεινήν και ερήμην φάραγγα.
— Πού λοιπόν πηγαίνομεν; ερώτησεν την Κλάρα.
— Στο σπίτι που σου είπα, απεκρίθη εκείνη ολίγον ταραγμένη.
Πέφτει λίγο παράμερα και παρεκάμψαμεν τον μεγάλον δρόμον. Έπρεπε
να πάρωμεν αυτόν τον πλάγιον.
— Φοβούμαι μήπως αργοπορήσω και ο Έδμον θα με περιμένη.
— Αι ας υποφέρη και αυτός ολίγον.
— Δεν θέλω να προχωρήσω, θα καταβώ και θα πάγω πεζή. Δεν έχω
ανάγκην ούτε οδηγού. Καμία δύναμη δεν μπορεί να με εμποδίση να τον
συναντήσω.
— Μείνε ήσυχη, φίλη μου· από το σπίτι που θα πάμε ο δρόμος κόφτει
και συντομεύεται τα διάστημα, ώςτε εις μίαν ώραν θα φθάσης εις το
Κίνρος.
Η Μαλβίνα πίστεψε και ησύχασε.
Μετά έν τέταρτον της ώρας το αμάξι στάθηκε στην θύρα μικράς
επαύλεως.
— Ως που να αναπαυθούν ολίγο τα άλογα, είπεν η Κλάρα ελάτε ολίγον
μέσα.
Και χωρίς να περιμένη απάντησιν την έπιασεν από το μπράτσο και
επροχώρησαν προς την θύραν. Η Κλάρα κτύπησε το κουδούνι και ένα
μικρό παιδί ως επτά χρονών ήλθεν και άνοιξε την θύρα και είπε:
— Καλά κάματε, κυρία, και ήλθατε· η καημένη η μητέρα μου κοντεύει
να πεθάνη.
— Α! Θεέ μου, εφώναξεν η Κλάρα και έτρεξε χωρίς να κλείση την
θύραν. Βλέπεις, φίλη μου, εδώ μέσα κατοικεί μία δυστυχισμένη, η
οποία τώρα ίσως πνέει τα λοίσθια. Αυτή είναι η αγαπημένη μου
αδελφή. Και ξαίρεις ποιος είναι ο φονεύς της; Είναι ο σερ Έδμον
Σέυμουρ, ο πατέρας αυτού του παιδιού.
— Έλεος! έλεος! γιατί να μην πεθάνω πριν το μάθω; είπε η Μαλβίνα,
και έπεσε ακίνητη επάνω στον καναπέ.
Άνοιξε η θύρα και εμβήκεν ο ιερεύς, ο οποίος προσεκλήθη διά την
άρωστη από το Κίνρος.
— Εκείνη τω όντι είναι; να το πιστεύσω; η Μαλβίνα είναι αυτή που
βλέπω! πώς ευρέθη εδώ;
Ήτο ο κ. Πρίορ, η Μαλβίνα δεν τον παρετήρησε και εξηκολούθησε.
— Ω Έδμον! Έδμον! . . .
— Τι όνομα προφέρετε; είπεν ο κ. Πρίορ.
— Α σεις εδώ, κ Πρίορ;
— Ναι είμαι εδώ, να σας υπερασπισθώ, εναντίον εκείνου, ο οποίος
σας επλάνεψε.
— Ότι και αν έγινε, ο Έδμον είναι ο αγαπητός μου και τίποτε δεν
ισχύει να τον αποσπάση από την καρδιά μου. Όσο περισσότερο ένοχον
τον βλέπω, τόσο περισσότερον μου γίνεται περιπόθητος.
— Ο κ. Πρίορ έμεινε κατάπληκτος από τους περιπαθείς λόγους της
Μαλβίνας. Η κ Κλάρα του είπε:
— Με μεγάλην μου χαράν βλέπω ότι γνωρίζετε καλά την κυρίαν. Εγώ
πηγαίνω εις το άλλο δωμάτιον να σφογγίσω τα δάκρυα της
δυστυχισμένης αδελφής μου, όμοια των οποίων εύχομαι να μη χύση
ποτέ η αγαπητή μου Μαλβίνα. Διά τούτο σας παρακαλώ, μείνετε κοντά
της και γενήτε δι' αυτήν παρήγορος άγγελος. Προσπαθήσετε να φέρετε
την γαλήνην εις την ψυχήν της, και σώσατέ την, αν είναι δυνατόν,
από την άβυσσον εις την οποίαν κινδυνεύει να πέση
Ο κ. Πρίορ άφησε την Κλάρα να έβγη και είπεν προς την Μαλβίναν.
— Σε τέτοια κατάστασιν περίμενα να σας ιδώ; . . .Έκδοτον εις
άτακτον έρωτα, χωρίς να κοκκινήσετε διά τον άνθρωπον που αγαπάτε
. . . Και δεν έχετε μήτε ένα συμπαθιτικόν βλέμμα διά τον φίλον, που
σας παρηγορούσε άλλοτε στας δυσκόλους περιστάσεις του βίου σας!. . .
Αλίμονον ποτέ δεν έλπιζα να σας εύρω τόσον ψυχράν . . . και
είμαι τόσον δυστυχής! . .
— Τι θέλετε από μένα; του είπεν η Μαλβίνα με σκυθρωπήν αταραξίαν.
— Σας είμαι λοιπόν εις το εξής αδιάφορος; Δίκαιε Θεέ!
— Συγχωρήσατέ με, κ. Πρίορ, αλλά δεν έχω πλέον κυριότητα επί της
θελήσεώς μου . . . Τι να κάμω; επρόσθεσε πιέζουσα με τα δύο χέρια
την καρδιά της, εδώ μέσα ούτε θάρρος υπάρχει πλέον . . . αλλ' ούτε
θέσις δι' άλλην οιανδήποτε αγάπην.
Ο κ. Πρίορ έλαβε το χέρι της ανάμεσα στα δικά του και είπεν
δακρύων.
— Μη μου σπαράζετε την καρδία με τα λόγια σας . . .
Και πριν τελειώση, ανοίγεται με βίαν η θύρα και πίπτει ως βόμβα
ενώπιόν των . . . . ο σερ Έδμον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.
ΣΑΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
— Ω ουρανέ! τι βλέπω; εφώναξε ο κ. Έδμον έξαλλος. Οι άλλοι
έμειναν βουβοί. Έβγαλε κατόπιν ένα πιστόλι το έδωσεν εις τα χέρια
του κ. Πρίορ και του είπε βιαίως.
— Ελάτε μαζί μου . . . πρέπει να τελειώνη αυτή η κωμωδία.
Η Μαλβίνα ανετινάχθη περιέβαλε τον λαιμόν του με τους βραχίονάς
της και είπε:
— Τι τολμάς να υποπτεύεσαι; εκ των ιδίων λοιπόν κρίνεις τα
αλλότρια, Έδμον;
Εν τω μεταξύ εισήλθε η κ. Κλάρα και βλέπουσα τον Έδμον.
— Ω! σεις εδώ; Η τιμωρός πρόνοια βέβαια σας έφερε διά να
παρασταθήτε μάρτυρας των τελευταίων στιγμών του δυστυχούς θύματός
σας, της αγαπητής μου Λουίζας!
— Εδώ είναι η Λουίζα; είπεν ο Έδμον έκπληκτος . . . . Και ήλθε
λοιπόν εδώ η Μαλβίνα, χωρίς να σεβασθή την υπόσχεσιν που μου
έδωσε! Αλίμονο κεγώ την περιμένω να μου δώση την ευτυχίαν. Αυτή δε
την παρέχει εις άλλον . . . ω Θεέ δίκαιε!
— Μη με κατακρίνεις πριν μάθης πώς έγιναν τα πράγματα! φώναξε η
Μαλβίνα. Αχ μη με βασανίζεις· εγώ εσένα, μονάχα εσένα αγαπώ.
Κανέναν άλλον, κανένα!
— Μαλβίνα! . . .
— Μη με παρατηρείς έτσι . . μου παγώνεις το αίμα. Ρώτησέ τους
όλους αυτούς εδώ να σου πουν, αν έχω εγώ καμίαν, έστω και την
ελαχίστην ενοχήν· πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα!
— Μαλβίνα . . .
— Άδικε άνθρωπε . . . και μυριαγαπημένε.
— Ακατανίκητη γυναίκα. Δεν θέλω πλέον καμίαν εξήγησιν. Πιστεύω
πως δεν πταίεις. Πιστεύω πως σέφεραν εδώ χωρίς να σε ρωτήσουν και
πως συνήντησες τον κ. Πρίορ χωρίς να το θέλης, κατά σύμπτωσιν.
Αλλά αντάμειψε λοιπόν την εμπιστοσύνην μου και γίνε αμέσως ιδική
μου. Έλα απ' εδώ να πάμε κατ' ευθείαν εις την Εκκλησία.
— Για όνομα του Θεού! είπε η Μαλβίνα και τραβήχτηκε.
— Με φεύγεις λοιπόν! Άλλον αγαπάς λοιπόν!
— Άκουσέ με, να χαρής τη νιότη σου. Ο λόρδος Χέριντεν με
φοβερίζει πως θα . . .
— Κανένα δεν πρέπει νακούσης. Κανένα δεν πρέπει να φοβηθής, αν
μαγαπάς αλήθεια. Άμα σε στερηθώ, θα χάσω τα μυαλά μου. Δεν είμαι
πια κύριος του εαυτού μου. Με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο πρέπει
να γίνης δική μου. Θα καταφύγω εις βίαια μέτρα. Θα σε αρπάξω. Θα
σε απαγάγω. Μόνος εγώ θα σε έχω μακράν των φθονερών ανθρώπων,
μακράν της μοχθηράς κοινωνίας. Συγχώρησέ με! το πάθος μου με
ανάπτει. Είσαι ιδική μου.
Και ταύτα λέγων έπιασε το χέρι της και την ετράβηξε να την πάρη
στην αγκαλιά του.
Ο κ. Πρίορ, που τον έτρωγε η ζήλεια, ηύρε πρόφασιν να επέμβη. Ήλθε
και στάθηκε εμπρός εις τον κ. Έδμον και είπε:
— Με τι δικαίωμα φέρεσθε έτσι προς αυτήν την γυναίκα;
— Εσείς με τι δικαίωμα επεμβαίνετε; είπε ο κ. Έδμον φρυάττων.
— Με το δικαίωμα του ανθρωπισμού εκβιαζομένου· ο δυνατότερος έχει
καθήκον να υπερασπίζει τον αδυνατότερον. Αυτή η γυναίκα δεν είναι
δική σας. Δεν θέλει δε και να σας ακολουθήση . . .
— Αλήθεια, Μαλβίνα, αρνείσαι να με ακολουθήσης; Δεν είσαι λοιπόν
δική μου; δεν μου το υπεσχέθης; Δεν είπες ότι θα γίνης
αναπόσπαστος σύντροφος της ζωής μου; Ομολόγησέ το λοιπόν εδώ
εμπρός σαυτούς τους ανθρώπους!
— Δεν μπορώ πλέον, είπε η Μαλβίνα με μεγάλη αδυναμία.
— Τι είπες; δεν μπορείς πλέον; Και δεν με λυπάσαι λοιπόν; και δεν
λυπάσαι τον εαυτόν σου; Μη με ρίπτεις σε απελπισία, γιατί δεν
ξαίρω τι μπορεί να γίνη.
— Ιδού! διάβασε να ιδείς, είπε η Μαλβίνα και του έδωκε την
επιστολή του λόρδου Χέριντεν.
— Τέτοια παλιόχαρτα είναι ικανά να σε χωρίσουν απ' την αγάπη μου
είπε και έσχισε τα γράμμα σε μικρά κομματάκια. Τίποτε δεν ακούω,
τίποτε δεν βλέπω, τίποτε δεν πιστεύω. Όλα σου είναι ψέματα και
επίβουλα. Εχτές που είχες πάρει μαζί και το δικό μου γράμμα δεν
σεμπόδισε αυτό εδώ να μου στείλης την συγκατάθεσίν σου . . .
Σήμερα βλέπεις αυτόν τον άνθρωπον . . . παραπείθεσαι και μου
αντιτάσεις άρνησιν με προφάσεις εν αμαρτίαις. Αυτό μονάχο τάχα δεν
μου έφθανε να εννoήσω τα πάντα; Τι ήθελα περισσότερον! Ωστόσο εγώ
παραβλέπω, αλλά συ εξακολουθείς ναρνήσαι. Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου
θα είναι τρομερή. Θα μετανοήσης ίσως, αλλά θα είναι πολύ αργά.
Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου μόνον με αίμα θα χορτάση.
Έπιασε τον κ. Πρίορ από του χεριού τον καρπόν και τραβώντας τον
βιαίως.
— Ελάτε, του είπε, να σας δώσω τώρα και σας ένα μάθημα για τις
πανουργίες σας. . . ή, αν είσθε πιο τυχερός, να μαπαλλάξετε από
μια ζωή, που η επιορκία αυτής της γυναίκας μου την έκανε
βδελυκτήν. Οι δύο άνδρες εβγήκαν.
Η Μαλβίνα ετινάχθηκε να τους εμποδίσει, έπεσε κατόπι τους
κραυγάζουσα, ήτο ωχρά ως αποθαμένη, λυσίκομος έτρεχε καταβάλλουσα
υπερανθρώπους προσπαθείας να τους προφθάση και θα το κατώρθωνε, αν
αυτοί εξερχόμενοι δεν είχαν κλείσει την πύλην της αυλής. Ώρμησε να
την ανοίξη, αλλά της εστάθη αδύνατον, διότι έκλειε με ελατήριον,
του οποίου ο μηχανισμός της ήτο άγνωστος.
Η Μαλβίνα ήρχισε τότε να κραυγάζη. Πρώτη εις τας φωνάς της έτρεξεν
η κ. Κλάρα. Κατόπιν η Φανή, η οποία έπαιζε με το παιδί της
Λουίζας, ακούσασα την μητέρα της έσπευσε με αγωνίαν προς αυτήν. Η
κ. Κλάρα εν τω μεταξύ άνοιξε την πύλην. Η Φανή βλέπουσα την
Μαλβίνα εξερχομένην την έπιασε από το φόρεμά της και ζητεί να την
ακολουθήση.
— Για όνομα του Θεού πάρτε από δω αυτό το παιδί, φώναξε η
Μαλβίνα. Το πήρε στην αγκαλιά της το φίλησε και τόδωσε στα χέρια
της κ. Κλάρας.
Έξαφνα ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί όχι από πολύ μακρυά. Η Μαλβίνα
εφρικίασε.
— Ω θεέ μου! . . .Τετέλεσται!. . . είπε με φωνήν σβηνομένην και
έπεσε κάτω αναίσθητη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'
ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΣ
Η Κλάρα κατατρομαγμένη εμπιστεύθηκε τη Μαλβίνα στην υπηρέτρια και
έτρεξε να ιδή τι συμβαίνει.
Μετ' ολίγον είδεν, ότι δύο άνθρωποι εκρατούσαν στα χέρια τους ένα
αναίσθητον, νεκρόν . . . ίσως, και τον επήγαιναν. Σε λίγο εφάνη
ερχόμενος ο κ. Πρίορ. Τον ηρώτησε με φρίκην:
— Άνθρωπε του Θεού; τι έκαμες; Σκότωσες τον Σερ Έδμον;
— Οχ δεν τον σκότωσα είναι λαφριά πληγωμένος. Μα τι ωφελεί; εγώ
θα φέρω στη συνείδησή μου πάντα το βάρος της ανθρωποκτονίας. Ω τι
κακά ήταν αυτά που έκαμα! στο εξής θα πλανώμαι τρέμων και στενάζων
επί της γης.
— Και πού τον πάνε τώρα τον κ. Έδμον;
— Στο αμάξι του, που έμενε ένα τέταρτο της λεύγας μακρυά από δω.
Εκεί ζήτησε να τον φέρουν αμέσως.
— Δεν υπάρχει φόβος να μην τον βλάψη η κίνησις:
— Όχι η σφαίρα μόλις άγγιξε τον ώμον του. Το αίμα στάθηκε αμέσως.
— Ποιος είναι τώρα κοντά του;
— Ο υπηρέτης του.
— Όχι όχι, δεν πρέπει να ταξιδεύση σαυτήν την κατάσταση. Τρέχω να
τον παρακαλέσω να μείνη στην έπαυλη, ως που να αναλάβη.
— Μάταια· δε θα σας ακούση. Τον παρεκαλέσαμε κεμείς, μα θύμωσε
και δεν τόλμησε κανένας ναντισταθή πια στην επιθυμία του. Θέλει να
φύγη.
— Και πού θα διευθυνθή τώρα;
— Στο Έδιμπουργκ.
— Τόσο μακρυά;
— Πιο μακρυά ήθελε να πάη, αν ήτο δυνατόν, για να είναι όσο
γίνεται μακράν της Μαλβίνας. Έλεγε μάλιστα ότι θα υπάγη στης κ.
Μπιρτών για να περικυκλώνετε πάντα από τους εχθρούς της Μαλβίνας
και νακούη όλο το κακό της.
— Μωρίες! Ας ακολουθήση λοιπόν τη μοίρα του. Εμείς θα
περιποιηθώμεν τα θύματά του. Εσείς, Πρίορ, δεν πρέπει να φανήτε
τώρα στην κ. Μαλβίνα, μετά τα γεγονότα η παρουσία σας θα της
προξενήση φρίκην.
— Το ξαίρω, είπε ο κ. Πρίορ στενάζων, η Μαλβίνα με μισεί. Έπρεπε
ναποθάνω πριν με μισήση.
— Κύριε Πρίορ, του είπε σοβαρώς η κ. Κλάρα, από απλήν φιλίαν δεν
ημπορούσατε βέβαια να προκαλέσετε αυτήν την φρικώδη περιπέτειαν, η
οποία σας στερεί τώρα δικαίως την εκτίμησιν της Μαλβίνας.
— Μη μου ενθυμίζετε τας ανοησίας μου. Ο καημός των θα με στείλη
ταχέως εις τον τάφον . . . εις χώραν και σκιάν θανάτου . . .
— Δεν έχετε δικαίωμα ναποθάνετε, ενόσω μπορείτε να ωφελήτε τους
πάσχοντας. Πηγαίνετε κοντά στη Λουίζα. Ας μη μάθη ποτέ ότι ο σερ
Έδμον ήτο τόσο κοντά της. Μη μακρυνθήτε από κοντά της,
προσπαθήσατε να την ανακαλέσετε στη ζωή και ενισχύσατέ την να
υποφέρη αγογγύστως την συμφοράν της. Εγώ πάω στην κ. Μαλβίνα.
Την ηύρε ωχράν και λιπόθυμον, όπως την είχεν αφίσει. Η Φανή
γονατισμένη κοντά της έκλαιε.
— Μητέρα μου, καλή μου μητέρα, γιατί είσαι κρύα τώρα; μήπως έχεις
σκοπό να μου φύγης και συ, όπως και η άλλη; Τότε σε παρακαλώ μη
φύγης μονάχη σου, πάρε κεμένα μαζί σου να ιδώ εκείνην.
Η κ. Κλάρα συνεκινήθη πολύ και θέλησε ναπομακρύνη το δυστυχισμένο
το κοριτσάκι, αλλ' αυτό περιετυλίχθη στα παραπετάσματα της κλίνης
και φώναξε:
— Όχι, όχι, δεν φεύγω από τη μαμά μου μακρυά. Φοβούμαι μήπως φύγη
κιαυτή χωρίς να με πάρη μαζί της. Έτσι με πήραν κιαπό την άλλη
κύστερα την έχασα και πια δεν την ξαναείδα . . . Μου έφυγε για
πάντα. Αφίστε με σας παρακαλώ. Νά κάθουμαι εδώ παράμερα . . . δεν
κλαίω πια . . . δεν κάνω βοή.
Ταφίσανε ήσυχο.
Σε λίγο η Μαλβίνα επανήλθε εις τας αισθήσεις της. Σηκώθηκε, είδε
γύρο της και άρχισε να ρωτά με αγωνία.
— Εκείνος! . . . πού είναι εκείνος;
— Μένετε ήσυχη, φιλτάτη μου. σας βεβαιώνω ότι δεν διατρέχει
κανένα κίνδυνον. Πιστέψατέ με, σας ορκίζομαι στη ζωή σας, στη ζωή
της αδελφής μου.
— Μα τότε γιατί δεν έρχεται;
— Δεν είναι πια εδώ. Πάει στο Έδιμπουργκ.
— Για ναποφύγη να με συναντήση, συμφορά μου!
— Αχ μην ανησυχήτε, αναπαυθήτε, κοιτάξετε την υγεία σας, με τον
καιρό όλα θα σιάξουν.
— Εγώ να ησυχάσω, ενώ εκείνος με νομίζει ένοχον; Όχι, αδύνατον θα
τρέξω κατόπιν του.
— Δεν θα μπορέσετε να τον προφθάσετε. Θα τον συναντήσετε μόνο στο
Έδιμπουργκ. Και ξαίρετε που θα τον εύρητε; στης κ. Μπιρτών.
— Γιατί στης κ. Μπιρτών; Αυτός δεν κατοικεί πλέον εκεί.
— Εκεί είπε να τον φέρουν.
— Να τον φέρουν; Είναι λοιπόν πληγωμένος;
— Ναι. Αλλά πολύ ελαφρά.
— Ας είναι, θέλω να πάω. Σόποια κατάσταση κιάν είναι, οπουδήποτε
κιάν κατοική τίποτε δεν μπορεί να μ' εμποδίση να τον ιδώ.
— Καλά, να πάτε, είπε η Κλάρα που έβλεπε ότι κάθε αντίστασις θα
ήτο ματαία, αλλά βλέπετε νύχτωσε. Οι δρόμοι είναι ορεινοί και
αδιάβατοι στο σκότος, κιάν πάθη τίποτα το αμάξι πού θα πάτε;
Περιμένετε λοιπόν αύριο. Οι ίπποι μου θα σας πάνε στα Κίνρος, από
κει παίρνετε άλλους και σας πάνε στο Έδιμπουργκ. Είχα μεγάλη
διάθεση να σας συνοδεύσω κεγώ, μα η δυστυχισμένη άρρωστή μου εδώ
έχει ανάγκη από όλη μου την προσοχή. Θα φυλάξω όμως την κόρη σου,
για να μη σε βαραίνη στο ταξίδι.
Άμα το άκουσε η Φανή, εβγήκε έξαφνα από τα παραπετάσματα, όπου
ήταν κρυμμένη, κιάρχισε να φιλή τα χέρια της Μαλβίνας.
— Μητέρα μου, μη μαφίσης εδώ. Και πρωτύτερα ήθελαν να με
απομακρύνουν από σένα, μα εγώ δεν έφυγα, έμεινα κέτσι δε σάφισα να
πεθάνης. Μαμά μου, έχεμε πάντα κοντά σου, και κανένα κακό δεν θα
πάθης.
Η Μαλβίνα, το αγκάλιασε και το φίλησε· κενώ το παρατηρούσεν, είδε
στα μάτια του τα μάτια της μακαρίτισσας της μητέρας του.
— Αχ! φίλη μου, αγαπημένη μου φίλη, είπε και άρχισε να κλαίη . .
. πάρε με κοντά σου . . . ναι, πάρε με κοντά σου, τη βαρέθηκα πια
τη ζωή τη βασανισμένη.
Ωστόσο η Κλάρα εσιωπούσε, την ανακούφιζαν τα δάκρυα της φίλης της.
Δεν της ομιλούσε, παρακολουθούσε το ξέσπασμα της λύπης της.
Τα κλάματα τω όντι εξελάφρωσαν την ψυχήν της Μαλβίνας. Ήλθε στον
εαυτόν της. Έπεσε στην αγκαλιά της κ. Κλάρας και της είπε.
— Τι μεγάλο κακό που σας έχω κάνει! . . .
— Όχι δα! εγώ σας έχω κάνει το μεγάλο το κακό. Ήθελα να σας
γλυτώσω. Αλίμονο! κανείς δεν μπορεί να αποφύγη το γραφτό του.
Πηγαίνετε στα καλό του Θεού. Ήλπιζα πως θα σας θεραπεύσω.
— Μα είδετε, πώς δεν υπάρχει θεραπεία.
Το υπόλοιπο της νυκτός επέρασε ήσυχα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΕΙΣ ΕΔΙΜΠΟΥΡΓΚ
Άμα ξημέρωσε, η Μαλβίνα ζήτησε το αμάξι, διά να πάγη στο Κίνρος. Η
Κλάρα της είπε:
— Άμα κάνη ανάγκη να μείνετε πολύ στο Έδιμπουργκ. θα πάρω τη Φανή
νάρθω να σας εύρω.
Η Μαλβίνα έσφιξε το χέρι της και της είπε:
— Μένετε ήσυχη. Δεν λησμονώ ότι έχετε αδελφήν, την οποίαν
ηδίκησεν ο άνθρωπος, εις τον οποίον πηγαίνω.
— Φιλτάτη Μαλβίνα, η Λουίζα μας ως προς την κοινωνίαν είναι
πεθαμμένη. Κανείς δεν ξαίρη ότι ζη. Αυτοί που την υπηρετούν δεν
ξαίρουν ποία είναι.
— Και γιατί έτσι;
— Η αδελφή μου είναι πανδρεμένη, αν ο σύζυγός της ήξαιρε ότι ζη,
θα την εξεδικείτο ανιλεώς.
— Ω! την δυστυχή, πόσον τη λυπούμαι!
— Το βέβαιον είναι, είπεν η Κλάρα, ότι ο σερ Έδμον δεν είναι
πλέον ο ίδιος. Εσάς σας αγαπά αληθινά τέλος πάντων, το είδα με τα
μάτια μου και δεν αμφιβάλλω διά την ειλικρίνειαν του. Δεν είναι το
αίσθημά του περιφρονήσεως άξιον, Μαλβίνα μου, κιάν δεν φοβήσαι
μήπως καταστής δυστυχής . . . .
— Τι με μέλει; Αρκεί να μαγαπά εκείνος.
— Καημένη Μαλβίνα, τι πάθος σε έχει κυριευμένην! είπε καθ' εαυτήν
η Κλάρα.
— Δεν μου λέτε, και του παιδιού η ύπαρξις είναι επίσης άγνωστη;
— Ναι υφίσταται κι' αυτό την τύχη της μητέρας του. Πριν γίνη
κιαυτό θύμα της λύσσας του συζύγου της μητέρας του κατώρθωσα να το
γλυτώσω μαζί μεκείνην μένα τέχνασμα, του οποίου η λεπτομερής
διήγησις είναι μακρά. Αφίνω τον σερ Έδμον να σας την κάνη ο ίδιος.
Η διήγησις αυτή θα του προκαλέση τους ελέγχους της συνειδήσεώς του
και θα τον κάμη να εντραπή, θα του εμπνεύση μίσος πλέον προς πάσαν
κακοήθειαν και θα τον καταστήση αντάξιον του έρωτός σας. Μαλβίνα,
η αγάπη του προς εσάς έσβησε την προς αυτόν αποστροφήν μου. Μέκαμε
σχεδόν να τον συμπαθώ.
Η Μαλβίνα εθέλχθη από τα λόγια της φίλης της, την αγκάλιασε και
την εφίλησε τον ασπασμόν του αποχαιρετισμού.
Ανέβη κατόπιν στο αμάξι και διηυθύνθη ευθύς προς το Κίνρος. Άμα
έφθασεν εκεί, εμίσθωσε αμάξι και ίππους και την άλλη μέρα το βράδυ
κατέλυσε στο Φάλκιρκ, μέσα στο ξενοδοχείον που είχε συναντηθή προ
ενός μηνός με τον Έδμον. Όταν εμβήκεν εις το ξενοδοχείον τόσην
αδυναμία είχε, ώστε έτρεμαν τα γόνατά της και δεν ημπορούσε να
αναβή τις σκάλες. Η υπηρέτρια ηναγκάσθη να την βοηθήση. Αφού
ανέβησαν, της είπε:
— Η μιλαίδη φαίνεται να πάσχη. Τι κρίμα οι ωραιότεροι και
ευγενέστεροι άνθρωποι να είναι πάντοτε λυπημένοι ή άρρωστοι!
— Βλέπετε πολλούς πάσχοντας εδώ;
— Ένας νέος λόρδος επέρασε χθες . . . . ήταν τόσον ωραίος και
τόσο λυπημένος! Από τα σπλάχνα του έβγαιναν κάτι στεναγμοί, που
μου εσπάραξαν την καρδιά.
— Μήπως ήτο πληγωμένος;
— Ω Θεέ μου! ναι, αλλά πώς το ξαίρετε;
— Πώς ήτο η κατάστασίς του;
— Ο χειρουργός είπε πώς δεν έχει φόβο για θάνατο, εκτός αν ο
πυρετός αυξήση πολύ. Τότε . . . .
— Τι τότε; την διέκοψεν η Μαλβίνα φρίττουσα.
— Α μιλαίδη ο δόκτωρ Σάμπικ είναι πολύ σοφός άνθρωπος. Ωστόσο το
λέγει καθαρά, ότι όλη του η επιστήμη δεν χρησιμεύει να σώση αυτόν
τον νέον, αν η παραφροσύνη του εξακολουθήση.
— Ήτο λοιπόν εις κατάστασιν παραφροσύνης;
— Ναι, μιλαίδη, έλεγε πράγματα τα οποία κανείς δεν εκαταλάμβανεν.
Ωμιλούσε μόνος του και ήτο θυμωμένος για τη γυναίκα που θέλησε,
καθώς έλεγε αυτός, να τον θανατώση. Την ωνόμαζε αχάριστη, επίορκη,
άπιστη και ακόμη της απέδιδε πολλά άλλα απρεπή ονόματα. Έπειτα
έλεγε ότι την αγαπά, ότι την λατρεύει. Την παρακαλούσε να έλθη και
την εβεβαίωνε ότι έμελε ναποθάνη ευχαριστημένος, αν την έβλεπε μια
φορά ακόμη.
— Θέλω ναναχωρήσω αμέσως, εφώναξεν η Μαλβίνα.
— Ω Θεέ μου, αυτήν την ώρα! είπε η υπηρέτρια με απορία· ενόμιζα
ότι η μιλαίδη ήθελε να περάση εδώ τη νύχτα τουλάχιστο.
— Όχι. Θέλω να πάγω αμέσως στο Έδιμπουργκ.
— Αλλά, μιλαίδη, θα φθάσετε εκεί μεσάνυχτα περασμένα και όλα τα
ξενοδοχεία θα είναι κλειστά.
— Δεν πειράζει, αρκεί ότι θα είμαι πλησιέστερα προς εκείνον.
— Γνωρίζει λοιπόν εκείνον τον νέον η μιλαίδη;
— Τι σε μέλει; Φρόντισε να μου ετοιμασθή αμέσως ένα αμάξι.
— Αλλά η μιλαίδη δεν θέλει τουλάχιστον να αναπαυθή ολίγον! Ιδού
το δωμάτιον, το οποίον ετοιμάσαμεν διά την μιλαίδην. Είναι το
ίδιον που έμεινε και εκείνος ο νέος.
Η Μαλβίνα ελαχτάρησε.
— Ας δούμε λοιπόν είπε, και εμβήκε μέσα. Ήτο το ίδιον δωμάτιον,
όπου πριν ένα μήνα είχαν περάση οι δύο τας πλέον ευχαρίστους ώρας
της ζωής των. Η ενθύμησις εκείνη τόσο πολύ την συνεκίνησε, ώστε
ησθάνθη λιποθυμίαν, δια τούτο επλάγιασε, ώστε εδέησε να πάρη
μερικάς σταγόνας αιθέρος για να αναλάβη τας δυνάμεις της. Εν
τούτοις επέμενε να φύγη κέστειλε την υπηρέτρια να φροντίση για το
αμάξι.
Μόλις έμεινε μόνη, άρχισε να ερευνά παντού, μήπως εύρη κανένα
χαρτάκι, ή μήπως ο Έδμον εχάραξε τίποτε απάνω στον τοίχο. Δεν ηύρε
όμως τίποτε και υπέθεσε, ότι ο Έδμον ήταν πολύ βαριά, για τούτο
δεν ημπόρεσε να δώσει κανένα σημείον της διαβάσεώς του από κείνο
το μέρος. Η νύχτα της έφερνε τερατώδεις προαισθήσεις. Παντού
έβλεπε φαντάσματα. Προησθάνετο συμφοράν. Ενόμιζεν ότι ήκουε παντού
τας οιμωγάς του θανάτου. Μη δυναμένη να υποφέρη την κατάστασιν
αυτήν εξήλθε από το δωμάτιον, ψυχρός ιδρώς την περιέρρεε. Κατέβη
να ιδή, αν η άμαξα είχε ετοιμαστή. Αλλά άλλη απογοήτευσις την
περιέμενε.
— Ο επιστάτης του ξενοδοχείου ήτο μεθυσμένος, η γυναίκα του
εστρίγγλιζε, οι υπηρέται ελογομαχούσαν περιφερόμενοι. Κανείς δεν
την άκουε και κανείς δεν της απαντούσε.
Ώστε ηναγκάσθη να επιστρέψη εις το δωμάτιόν της.
Το πρωί μόλις έφεξε, ανεχώρησε αμέσως και έφθασε στας ένδεκα στο
Έδιμπουργκ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ
Η Μαλβίνα στο Έδιμπουργκ έμεινε στο σπίτι της γριάς Μούδης, που
δεν απείχε πολύ από το μέγαρο της κ. Μπιρτών
Η χαρά της Μουδ ήτον απερίγραπτη, όταν είδε τη Μαλβίνα. Εκείνη
όμως την παρεκάλεσε να διατηρήση όσο μπορούσε μυστικόν τον ερχομόν
της.
— Ναι, κυρία, χρέος μου να σας υπακούσω. Κανείς δεν θα μάθη
τίποτε για τον ερχομό σας. Αλλά σας παρακαλώ να μου πήτε εμένα . . .
— Την αιτία που ευρίσκουμαι εδώ; Θα την μάθης, κυρά Μουδ. Θα λάβω
μάλιστα και ανάγκην να με βοηθήσης.
— Μεγάλη η ευτυχία μου, να μπορέσω, να σας φανώ χρήσιμη.
— Κάθησε κοντά μου, κυρά Μουδ, θα έμαθες βέβαια, πως εχωρίσθηκα
από την εξαδέλφην μου.
— Ναι, κυρία, τα έμαθα όλα από τους υπηρέτας της, από την Άννα
προ πάντων. Είναι συγγενής του ανδρός μου· όλες οι υπηρέτριες σας
ελάτρευαν εκεί μέσα. Όσα μου είπε, όλα ήσαν προς αθώωσίν σας.
Ελυπείτο πολύ η Άννα για την απουσία σας.
— Σευχαριστώ, καλή μου γραία Μουδ. Θα ξαίρεις λοιπόν ότι ο σερ
Έδμον Σέυμουρ είναι ο αγαπημένος μου.
Η γριά Μουδ κατένευσε. Η Μαλβίνα εξηκολούθησε:
— Και οι δύο βέβαια είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι και
ημπορούμε να τελέσωμεν τους γάμους μας, αλλά κάτι είναι που μας
εμποδίζει, έπειτα. . . . εκείνος είναι. . . . πληγωμένος. . . Και
ίσως δεν είναι καλά . . .
Οι λυγμοί την εμπόδισαν να εξακολουθήση την ομιλίαν της.
— Λοιπόν, κυρία μου, διατάξετε· είμαι πρόθυμη για όλα, είπε η
Μουδ.
— Μένει στις κ. Μπιρτών;
— Εκεί μένει· μάλιστα. Ήρθε χθες το πρωί. Η κ. Μπιρτών έγινε έξω
φρενών, άμα τον είδε σε τέτοια κατάσταση, τέλος έπεσε αναίσθητη
και πολλήν ώρα απησχόλησε τον ιατρόν, που ήρθε με τον ανεψιόν της.
— Ξαίρεις τι είπε ο ιατρός για την πληγή του; Είναι επικίνδυνη;
— Όχι, κυρία μου, η πληγή του είναι ολότελα ακίνδυνη· αλλά έπαθε
πυρετόν από τον μεγάλον πνευματικόν κλονισμόν, τον οποίον υπέστη,
όπως είπεν ο ιατρός.
— Ω Θεέ μου, εγώ λοιπόν είμαι η ένοχος! εγώ τον στέλνω στον τάφο!
Για όνομα του Θεού, καλή μου γραία, τρέξε να μάθης. Και θέλω να
μαθαίνης κάθε μέρα. κάθε ώρα . . . Τι γίνεται; Τι επιθυμεί; Προ
πάντων μάθε, αν ζητεί εμένα. Είμαι πρόθυμη να παραβλέψω τα πάντα
και να πέσω στα πόδια της κ. Μπιρτών.
— «Άφισέ με να τον ιδώ για τελευταία φορά!» . . . θα της πω.
— Μη κάνετε έτσι, καλή μου κυρία, είπε η κ. Μουδ· τρέχω αμέσως να
μάθω. Η Άννα θα μου πει όλα τα πάντα και πριν περάσει μία ώρα θα
γνωρίζετε παν ότι συνέβηκε και ότι ελέχθηκε στης κ. Μπιρτών.
— Τίποτε άλλο δεν θέλω να μάθω, παρά τι γίνεται εκείνος! για
τίποτε άλλο δεν με μέλει.
— Κυρία, εμπιστευθήτε σε μένα και μη αμφιβάλλετε, ότι θα πάνε
καλά τα πράγματα.
— Καλά λοιπόν, κάμε όπως ξαίρεις, αλλά κάμε γρήγορα.
Η γραία Μουδ έφυγε κατευχαριστημένη, διότι της εδίδετο η ευκαιρία
να υπηρετήση την ευεργέτιδά της, υπερήφανη σαν πρέσβυς
επιτετραμένος σπουδαίας διαπραγματεύσεις.
Η Μαλβίνα επερίμενε ανήσυχη. Επεριπατούσε δώθε κείθε νευρική.
— Να μην έρθη γρήγορα η Μουδ . . . αν έρθη γρήγορα κακό σημείο!
. . . Η Μουδ λοιπόν αργούσε.
— Αχ γιατί αργεί έτσι λοιπόν; . . φοβερό πράγμα . . ο Έδμον δεν
είναι καλά! . . Έτρεχε στο παράθυρο και έβλεπε μακράν.
Ανέπνεε με δυσκολίαν. Τα συναισθήματα της άλλαζαν στο λεπτό.
Της εφαίνετο ότι ο καιρός έπαυσε να προχωρή. Αγωνιώσα επερίμενε.
Τέλος εφάνη η Μουδ. Της έγνεψε με το χέρι να τρέξη γρήγορα. Επήγε
και την υπεδέχθη στο σκαλοκέφαλο:
— Λοιπόν πώς είναι; την ηρώτησε με βία, μόλις φάνηκε εκείνη.
— Πάμε μέσα καλύτερα, κυρία μου, ίσως εδώ μας ακούσει κανένας.
— Μια λέξη . . . μια μόνη λέξη! Πώς είναι; . . για όνομα του
Θεού!
— Αλλά, κυρία μου, μην κάνετε έτσι . . . Τι παθαίνετε; . . .
εσείς τρέμετε ολόκληρη· μήπως έχετε σκοπό ναρρωστήσετε και σεις;
— Πώς είναι εκείνος! . . . εκείνος! . . . λέγε, αποκρίσου, σε
ικετεύω μη μου κρύψης τίποτε . . . πώς είναι;
— Κυρία, η Άννα λέγει, ότι σήμερα ο γιατρός, αφού αρκετή ώρα είδε
το σφιγμό του και παρετήρησε τα μάτια του, κούνησε το κεφάλι του
και δεν είπε τίποτε άλλο.
— Δεν είπε τίποτε! . . . Κούνησε το κεφάλι του! Μουδ, αλλά δεν
είναι καλά λοιπόν ο Έδμον, λέγε Μουδ . . . δεν τον ερώτησε λοιπόν
κανείς!
— Δεν ξαίρω . . . . η Άννα δεν ακολούθησε το γιατρό μέσα στην
αίθουσα.
— Ω θεέ μου, αλλά τι έμαθες λοιπόν;
— Να σας τα πω, κυρία μου. Η Άννα λοιπόν μένει πάντα μέσα στον
κοιτώνα του κ. Έδμον. Δεν είναι μεν αυτή η νοσοκόμος του, αλλά . . .
— Αλλά; . . .
— Αυτή βοηθεί την νοσοκόμον, πηγαινοέρχεται κοντά του, του δίνει
ότι χρειάζεται και λυπάται πολύ που τον βλέπει σε τέτοια
κατάσταση. Είναι τόσο καλός . . . η καημένη η Άννα πόσο θα χαρή,
άμα μάθη πώς θα γίνετε σύζυγός του! Θέλει λέει, να σας παρακαλέση
να την πάρετε στην υπηρεσία σας! Πίστευα μάλιστα, ότι δεν θα
αρνηθήτε. Δεν είναι έτσι;
— Για όνομα του Θεού, κυρά Μουδ, μα έχω εγώ καιρό νακούω τώρα
ιστορίες για το τι θέλει η Άννα! Μουδ, δε μου μιλείς για τον
Έδμον!
— Ακριβώς, κυρία, για κείνον θέλω να σας μιλήσω. Η Άννα λοιπόν
. . .
— Πάλι η Άννα . . .
— Σήμερα το πρωί τον άκουσε να παραμιλεί μέσα στον πυρετό του.
— Τι έλεγε λοιπόν;
— Έλεγε, λέει. . . . αλλά η Άννα φρονεί, ότι ήταν φαντασίες του
πυρετού, γιατί ποτέ δεν πιστεύει, λέει η Άννα, ότι η κυρία Μαλβίνα
έβαλε τον κ. Πρίορ, καθώς έλεγε ο κ. Έδμον, να τον σκοτώσει, λέει.
Και τόσο απίστευτο, λέει η Άννα, είναι τούτο, καθόσο σε άλλες ώρες
ο κ. Έδμον καλεί την κ. Μαλβίνα αγαπημένην του, την εξορκίζει να
μην απορρίψη την ικεσία του, λέγει ότι η εκκλησία είναι έτοιμη
. . . . μα έξαφνα τραβά και σχίζει το δέσιμο της πληγής του και λέγει,
ότι θέλει να πεθάνει, γιατί μόνο θάνατος του θα σας ευχαριστήση,
λέει.
— Θεέ μου. Θεέ μου!
— Ωστόσο εχθές το βράδι ησύχασε ολίγον και τότε ήρθε η κ. Μπιρτών
να τον επισκεφθή. Η Άννα κρυμμένη κάπου πίσω από το παραπέτασμα
άκουσε όλη τους τη συνομιλία . . Η κ. Μπιρτών κάθισε κοντά του
ψυχρή. Αφού τον ρώτησε πώς είναι; εξακολούθησε.
— «Ελπίζω ότι τώρα πλέον θα συμφωνήσης μαζί μου και συ. Είδες
τώρα πια με τα ίδια σου τα μάτια, τι ραδιούργον και πλάνον πνεύμα
είναι η κ. Σορκή. Θα προσπαθήσης να την λησμονήσης ολότελα και θα
συγκατανεύσης να εκπληρώσης τας υποσχέσεις, που έδωκα για σένα
στον λόρδο Στάφφορδ. Και έτσι πια σε συγχωρώ», είπε με ευμένεια η
κ. Μπιρτών.
— Δεν θέλω να με συγχωρήσετε ποτέ, είπε ο Έδμον με ταραχή. Ποτέ
εγώ δεν θα πάρω άλλη γυναίκα και να το ξαίρετε.
— Πώς; είπεν η κ. Μπιρτών με κατάπληξιν, αρνείσαι κάθε άλλη
γυναίκα για μίαν τέτοια μιαρή πανούργα, για μίαν παλιό . . .
— Κυρία! διέκοψεν ο Έδμον. Αν ηπάτησε, ηπάτησε εμένα, το ξαίρω
. . . έπρεπε βέβαια να την μισώ για τούτο. Αυτός είναι ο χαρακτήρ
μου, αλλά αυτή έχει μεταβάλει και τον χαρακτήρα μου. Ακούστε
λοιπόν: Για να την εκδικηθώ στην πρώτη ορμή του θυμού μου, είπα να
με φέρουν εδώ σ' εσάς. Αλλά . . . αι τι τα θέλετε: δεν υποφέρω
νακούσω, να πη άλλος κακό γιαυτήν. Σεμένα έφταιξε, τους άλλους τι
τους μέλει; ίσως εγώ να έχω το δικαίωμα να την κατηγορήσω, αλλά
δεν επιτρέπω μπροστά μου σε κανένα άλλον, να προσβάλη την υπόληψή
της.
Η Μαλβίνα τότε με πολλή συγκίνηση εφώναξε:
— Αγαπημένε μου Έδμον! εγώ να σε πικράνω έτσι| . . . τι καταδρομή
της μοίρας μου ήταν αυτή! Πιστεύεις λοιπόν ότι εγώ επιθύμησα το
θάνατό σου, ω θεέ μου! Πώς θα μπορέσω νανταμείψω της καρδιάς σου
την γενναιότητα! Πώς θα καταισχύνω τους αμφισβητούντας τας αρετάς
σου! Και τι απεκρίθη η κ. Μπιρτών, Μούδη:
— Είπε ότι αυτά τα αποδίδει εις τον πυρετόν του, και ότι ελπίζει
να τον εύρη αργότερα πλέον ήσυχον, και τότε θα σκεφθή λογικώτερα,
για τούτο δεν μπορεί ακόμη να σχηματίση αυτή καμίαν ιδέαν. Τον
εχαιρέτησε λοιπόν και του είπε να μη συγχύζεται, για να θεραπευθή
γρήγορα, και τότε θα τα ξαναπούνε.
Η Άννα ηκολούθησε σιγά σιγά έξω την κ. Μπιρτών και είδε την κ.
Φέμπικ να τρέχη να την συναντήση, ενώ ανέβαινε τη σκάλα.
— Λοιπόν; την ερώτησε η κ. Φέμπικ τι λέει ο Έδμον;
— Ο παράλογος ενθουσιασμός του έχει περισσέψει, Κίττη μου.
— Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίς να τον αποσπάσωμεν.
— Σχεδόν· εγώ όμως θα τους χωρίσω.
— Αλλά πώς θα τον κάμης να πάρη την λ. Σούμεριλ, αν αυτός
εξακολουθή ναγαπά την κ. Σορκή;
— Έχω τα σχέδιά μου και μη φοβάσαι . . .
Εδώ οι δύο κυρίες απομακρύνθηκαν, κέτσι η Άννα δεν κατώρθωσε
νακούση παρακάτω την συνομιλίαν τους. Η Άννα όμως με εβεβαίωσε,
ότι η κ. Φέμπικ σας ζηλεύει πολύ για την αγάπη του κ. Έδμον.
— Αρκεί, γραία Μουδ, δεν θέλω να μάθω τίποτε άλλο· εκτός της
υγείας του Έδμον τίποτε άλλο δεν μενδιαφέρει. Άφισέ με τώρα μόνην.
Μην ομιλήσης για μένα σε κανένα, πως ευρίσκομαι εδώ. Μην ξεχνάς
μόνο να με ειδοποιήσης, άμα μάθης τίποτε νέο για τον Έδμον.
Το υπόλοιπο της ημέρας το πέρασε ανήσυχη και χωρίς ειδήσεις
νεωτέρας από τον ασθενή. Την νύκτα τρομερά όνειρα την κατετάραξαν.
Όταν ο οργανισμός είναι επηρεασμένος από μεγάλες συγκινήσεις και
όταν το πνεύμα του κοιμωμένου αδρανεί ναρκωμένον υπό του ύπνου, το
γενικόν αισθητικόν είναι εν αταξία και υποφέρει η ψυχή, καίτοι το
σώμα αναπαύεται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'.
ΝΕΟΙ ΦΟΒΟΙ
Κουρασμένη η Μαλβίνα κιαπό τον ύπνο της το βασανισμένο, εσηκώθη. Η
γριά Μουδ της έφερε το τσάι.
— Πώς είναι ο Έδμον σήμερα; είναι καλύτερα; έμαθες τίποτε;
— Αχ κυρία μου . . .
— Λέγε, Μούδη.
— Τι να σας πω; Δεν τολμώ.
— Δεν είναι λοιπόν καλά ο Έδμον;
— Ο πυρετός λαμβάνει επίφοβον χαρακτήρα. Ο ιατρός φρονεί, ότι
είναι δυνατόν να γυρίση εις λοιμικήν αρρώστια. Η κ. Μπιρτών είναι
πολύ ταραγμένη φοβάται μήπως μολυνθή το σπίτι της.
— Λοιμική αρρώστια, λέει; Και ποιος είναι κοντά του; ποιος τον
περιποιείται; ποιος ελαφρώνει τους πόνους του;
— Έχει καλήν νοσοκόμον. Εγώ την ξαίρω.
— Την ξαίρεις Μούδη: Δεν μπορείς να με συστήσεις κεμένα, να με
κάνεις να την γνωρίσω, να της ομιλήσω;
— Ξαίρω κεγώ; Αύτη ούτε στιγμή δεν αφίνει τον άρρωστο, πού να την
δήτε; Μόνο λένε, να πάρουν και μίαν άλλη νοσοκόμα για να την
βοηθή, και τότε. . .
— Τι είπες: θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα είπες;
— Έτσι μου φαίνεται.
— Τότε λοιπόν πληροφορήσου καλά, κέλα σεμένα, να σου εύρω μία
νοσοκόμα. Τακούς;
— Tι λέτε, κυρία μου, και πού θα τη βρήτε σεις από δω μέσα;
— Την έχω έτοιμη εγώ. Μάθε συ αν θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα, για
το συμφέρο σου και για την ησυχία μου· μην αμελήσης αυτό που σου
λέω.
Η Μουδ της το υπεσχέθη, χωρίς να εννοή τίποτε. Εξέλαβε ως ελαφράν
σύγχυσιν του νου την τοιαύτην διάθεσιν της Μαλβίνας.
Εκείνη εκάθησε στηρίζουσα το κεφάλι στα χέρια της. Δεν ημπορούσε
να υποφέρη πλέον το βάρος της οδύνης.
— Ω θεέ μου, εσκέφθη, είναι λοιπόν γραφτό να πάθω και το
δυστύχημα τούτο; να χάσω τας δυνάμεις μου τη στιγμή που μου
χρειάζονται!
— Η κυρία πρέπει να πιή κάτι, που να την δυναμώση.
— Φέρε μου τίποτε, αν έχης, είπε χωρίς διάθεση η Μαλβίνα.
Έτρεξε και της έφερε ζωμόν κρέατος. Η Μαλβίνα ήπιε λίγο. Εσηκώθη
και επήγε προς το παράθυρο, Το άνοιξε και βλέπωντας έξω είπε:
— Εκεί λοιπόν είναι; και πάσχει! εκεί όπου εγώ είχα ορκιστεί να
μη γυρίσω ποτέ! . . Και στρεφομένη προς την Μουδ:
— Πιστεύεις, της λέγει, πως απεφάσισαν να την πάρουν;
— Ποιαν να πάρουν, κυρία μου;
— Τη νοσοκόμα· δεν μου μιλούσες πρωτύτερα για μια νοσοκόμα ακόμη
που θέλουν διά τον Έδμον;
— Α ναι, συγχωρήστε με, κυρία μου. Έφυγε ολότελα από το νου μου.
— Και σε τι έχεις λοιπόν το νου σου:
— Να, η Άννα μου έλεγε, ότι εδώ όλοι αυτοί οι καλοί - καλοί
ζητούν να απατούν ο ένας τον άλλον. Όποια φαντάζεται, πως είναι
πιο έξυπνη από τις άλλες, εκείνη απατάται και περισσότερο. Η κ.
Φέμπικ λόγου χάρη μια που δεν κατόρθωσε να πάρη τον κ. Έδμον. . . .
— Φτάνει, Μούδη, δεν θέλω να μου μιλείς γιαυτούς τους ανθρώπους
πλέον . . . Πήγαινε να μου φέρεις ένα καλαμάρι και χαρτί. Θέλω να
γράψω.
— Να γράψετε, κυρία; . . . Αλλά είσθε τόσο αδύνατη . . . . το
γράψιμο θα σας κουράση.
— Μουδ, εξηκολούθησε η Μαλβίνα, φέρε μου ακόμα ένα καπέλλο σου
κένα φόρεμά σου.
— Για σας, κυρία;
— Ναι θέλω να τα δοκιμάσω αυτήν την ώρα.
— Θα αστειεύεται βέβαια η κυρία.
Η Μαλβίνα την παρετήρησε ατενώς. Ύστερα χαμογέλασε οικτρά, έσφιξε
τα χέρια της και της είπε.
— Κυρία Μουδ, υπάρχουν περιστάσεις, που μπορείς κανείς ευκολώτερα
να πεθάνη παρά να αστειευθή. Τρέξε και μην αργείς πλέον, να μου
φέρης ότι σου ζητώ.
Η γραία παραζαλίστηκε από τον τρόπο αυτόν της Μαλβίνας και
ηπάκουσε χωρίς να πει πλέον τίποτε. Μετ' ολίγον επέστρεψε φέρουσα
τα φορέματα και τα εις γραφήν χρήσιμα.
Η Μαλβίνα της έγνεψε να ταφίση και να απέλθη.
Όλην την ημέρα εδοκίμασε κάτι να γράψη. Δεν κατάφερε τίποτε.
Παράτησε το γράψιμο απελπισμένη.
Πήρε το φόρεμά της Μούδης και το κοίταζε ώρες αφηρημένη. Τέλος το
φόρεσε πικρά χαμογελώντας. Έβαλε και το καπέλλο και πήγε μπρος
στον καθρέφτη.
— Βέβαια, είπε μέσα της, ο Έδμον καθόλου δεν θα γνωρίση τη
Μαλβίνα του. Κέτσι θα μπορώ να τον βλέπω και να τον ανακουφίζω,
θαποφεύγω τα βλέμματά του, θα κατασιγάζω τη συγκίνησή μου,
κεκείνος δεν θα ξαίρη ποιο χέρι τον περιποιείται. Ναι, δεν πρέπει
να τα μάθη, γιατί η χαρά του μπορεί να τον σκοτώση, για το Θεό . . .
Αλλά στην κατάσταση που βρίσκεται . . .
Η Μουδ έκρουσε τη θύρα.
— Εμπρός! . . .Τι τρέχει, Μούδη;
Η Μουδ, άμα την είδε έτσι μετημφιεσμένην, άφισε κραυγήν εκπλήξεως.
— Έρχομαι . . . . έρχομαι . . . . έλεγε και την παρατηρούσε . . .
Αλλά αλήθεια δυσκολεύομαι να γνωρίσω την κυρία.
— Λέγε, γριά Μούδη, έρχεσαι . . . τι έρχεσαι;
— Έρχομαι να σας πω, ότι εγώ στεκόμουνα στην εξώθυρα είδα την
Άννα, την ερώτησα πού τρέχει . . . Αλλά, θεέ μου, πόσο έχει
αλλάξει η κυρία! . . τι παράξενο!
— Την ερώτησες λοιπόν πού τρέχει . . . υπέλαβε ανυπόμονα η
Μαλβίνα.
— Ναι και μου είπε, ότι την έστειλαν να εύρη καμιά νοσοκόμα για
την νύχτα, διότι ο πυρετός εγύρισε κακοήθης. Απόψε είναι η τρίτη
νύχτα, μια από τας πλέον επικινδύνους, είναι ανάγκη να μείνη
άνθρωπος κοντά του ολονυχτίς, για να δίδει κάθε λίγο κάποιο ποτό.
Η άλλη νοσοκόμος είναι κουρασμένη . . .
— Μουδ! νά λοιπόν εγώ είμαι έτοιμη να λάβω τη θέση της φώναξε η
Μαλβίνα καταστέλλουσα την οδύνην της.
— Μα, κυρία μου, συλλογίζεστε τι κάμνετε; Η αρρώστια του κ. Έδμον
είναι μολυσματική, είναι θανατηφόρα, η ίδια η εξ επαγγέλματος
νοσοκόμος αποφεύγει να μείνη κοντά του.
— Περιττό να χάνης τα λόγια σου γραία Μουδ, πήγαινε γρήγορα και
πες της Άννας, ότι έχεις μία νοσοκόμα πολύ κατάλληλη και ετοιμάσου
να με παρουσιάσης απόψε ως νοσοκόμον υπό εγγύησίν σου. Κατάλαβες;
εμπρός!
Η Μουδ κάτι θέλησε να ψελλίση, αλλά εκείνη δεν της έδωκε καιρόν
την έσπρωξε έξω του δωματίου φωνάζοντας:
— Τρέξε λοιπόν! Στοχάσου ότι μια στιγμή αν αργήσεις, μπορείς να
καταστής υπεύθυνη για το θάνατό του και για το δικό μου ακόμα.
Τρέχα! άνοιξέ μου το δρόμο να δεχθώ τουλάχιστο την τελευταία πνοή
του.
Η Μουδ δεν αντέτεινε πλέον και έτρεξε . . .
Όταν τέλος το βράδυ το ωρολόγι εσήμαινε τις οχτώ, και οι δύο τους
βρεθήκανε εμπρός στη θύρα της κ. Μπιρτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'.
ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ
Ο υπηρέτης που τους άνοιξε την πόρτα, τας ωδήγησε αμέσως εις το
διαμέρισμα του αρρώστου.
Η Μαλβίνα αναβαίνοντας στηρίχτηκε στον βραχίονα της Μουδ, για να
κρατηθή.
Άμα εμβήκε και είδε το μαραμένο σώμα και την ωχρή κιαδυνατισμένη
μορφή του αγαπημένου της, τόσος τρόμος την έπιασε, ώστε λίγο
έλειψε να λιγοθυμήση.
Η άλλη νοσοκόμος τας επλησίασε και αποτεινομένη προς την Μουδ
είπε:
— Αυτός πια πάει . . . Δεν πιστεύω να βαστάξη ως αύριο. (Και
αποτεινομένη προς την Μαλβίνα επρόσθεσε). Εσείς άλλο δεν έχετε να
κάμετε, παρά να του δίδετε κάθε τέταρτο της ώρας να πίνη μια
κουταλιά απ' αυτό. Ελάτε να σας δείξω, πώς να κάνετε.
Η Μαλβίνα επλησίασε με πικρή αταραξία· το αίμα της ήτο παγωμένο
μέσα στις φλέβες της και της εφαίνετο ήδη ότι θα εκπνεύση μαζί με
τον ασθενή.
— Κιάν τα συμπτώματα γίνουν χειρότερα και ευρεθήτε εις αμηχανίαν,
καλέσατέ με, θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο. Έχω τρεις νύχτες να
κλείσω το μάτι μου.
Η Μαλβίνα κατένευσε, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Θέλησε να πάρη το
κουτάλι και να πλησιάση τον άρρωστο. Η νοσοκόμος εγύρισε και την
είδε με περιέργεια και είπε:
— Μήπως είναι βουβή; ω θεέ μου, πώς τρέμει; ως να μη είδε ποτέ
άνθρωπον αποθνήσκοντα.
Η Μαλβίνα θυμήθηκε τότε την μακαρίτισσα την Κλαίρη της.
— Κανείς, είπε ελαφρώς στενάζουσα, δεν είδε τον θάνατον, όσον
εγώ.
— Γιατί λοιπόν είστε τόσο σκυθρωπή: Πρέπει να έχετε συνηθήσει,
γιατί αλίμονο, αν θλίβεσθε έτσι για τον κάθε θάνατο που θα
βλέπετε. Ελάτε τώρα ανοίξτε το παραπέτασμα, ανασηκώστε το κεφάλι
του αρρώστου κεγώ πάω να σας φέρω το γιατρικό.
Η Μαλβίνα έκαμε ότι της είπε η νοσοκόμος και είδε τον Έδμον. Τα
μάτια του ήταν κλεισμένα· ακίνητος, ωχρός και παραλογιμένος·
κανένα άλλο σημείον ζωής δεν έδιδε, παρά την αναπνοή του την
δύσκολη και κοντή κοντή. Η γεναιότης της νέας γυναικός ηυξήθη
τώρα. Διεπέρασε τον βραχίονά της κάτου απ το κεφάλι του και τόβαλε
πάνω στο στήθος της. Πήρε το κουτάλι το γιατρικό από τη νοσοκόμα
και το επότισε με προσοχή τον άρρωστο.
— Εύγε! της είπε η νοσοκόμος, δεν είσθε και τόσο πρωτόπειρη Εγώ
λοιπόν σας αφίνω. Καληνύχτα. . . . Πώς, κυρία Μουδ, εδώ είσαι
ακόμη; Να φύγης γρήγορα. Δεν ξαίρεις, ότι αυτός εδώ ο αέρας είναι
μολυσμένος;
Τότε η νοσοκόμος και η κυρία Μουδ ανεχώρησαν.
Η Μαλβίνα μόνη με τον άρρωστο! . . . Κι ο άρρωστος αυτός είναι ο
Έδμον, ο πολυαγαπημένος της· μα σε πια κατάσταση, θεέ μου! . . .
νεκρός άθαφτος.
Πλησιάζει την κλίνη, ανοίγει λίγο το παραπέτασμα, αγγίζει το χέρι
του, ήταν κατάψυχρο. Βάζει τα χέρι της στο μέτωπό του, ήταν
ιδρωμένο και κρύο. Τα χείλη του είναι ξερά και άχροα, τάχει
μισοκλεισμένα. Η πνοή του μόλις βγαίνει. Νομίζει ότι τον ακούει να
ομιλεί. Συγκρατεί την αναπνοήν της να ακούση . . . Ακούει:
— Μαλβίνα . . . Μαλβίνα μου! . . .
Δεν ημπορεί πλέον να κρατήση τους λυγμούς της. Φοβείται μη τον
ταράξη και τυλίγεται μέσα στα παραπετάσματα. Δάκρυα δεν έχει πια
να χύση, η καρδιά της χτυπά μαζί με τους χτύπους του ωρολογίου.
Γονατισμένη μπρος στην κλίνη του Έδμον ακουμβά το κεφάλι της επάνω
στα μπράτσο του και βαστά το χέρι του μέσ' στα δικά της και μέσα
στην παγκόσμια σιωπή επικαλείται τον Θεόν της ευσπλαγχνίας για να
τον σώση.
Τέλος εξημέρωσε. Ο Έδμον όμως ευρίσκεται στην ιδία κατάσταση, που
τον ηύρε χθες η Μαλβίνα.
Η θύρα εκρούσθη σιγά. Εμβήκεν η Άννα και μετ' αυτήν ο ιατρός
Πότβελ.
— Α! είπε σιάζων τα μαλλιά του, δεν είναι η γνωστή μας γραία
νοσοκόμος αυτή. Το χέρι σου, κορίτσι μου. Νά αλήθεια άσπρο και
μαλακό χεράκι, επιτήδειο να περιποιείται τους αρρώστους, χωρίς να
τους πληγώνει.
— Δεν πλησιάζετε να δήτε τον άρρωστο, γιατρέ μου! είπε η Μαλβίνα
μισοντροπιασμένη.
— Ναι βέβαια, θα τον ιδούμε κιαυτόν. Ωστόσο, καλό μου κορίτσι,
πότε τάρχισες το επάγγελμα αυτό; Εγώ τουλάχιστον ποτέ ως τώρα δεν
σέχω ιδεί, και όμως δόξα το θεό γνωρίζω όλες τις νοσοκόμες του
Έδιμπουργκ.
— Αλλά, γιατρέ μου, είπε η Μαλβίνα απελπισμένη, ο άρρωστός σας
βρίσκετε στα έσχατα, για όνομα του Θεού! και άρχισε να του εκθέτει
λεπτομερώς τα γεγονότα του ασθενούς από το εσπέρας ως εκείνη τη
στιγμή. Ο ιατρός ενθουσιάσθη και φώναξε:
— Αλήθεια, αν όλοι οι άρρωστοι μου είχαν τέτοιες νοσοκόμες,
σπάνια θα εσημειώνοντο θάνατοι εις τα δελτία μου. Ας δούμε πώς
είναι λοιπόν ο άρρωστός σου, κόρη μου.
Έλαβε τον βραχίονα του ασθενούς και θέσας τους δακτύλους του εις
τον σφιγμόν εφάνη προσέχων και σκεπτόμενος. Η δε Μαλβίνα τον
ητένιζε ζητούσα να μαντεύση τον λογισμόν του και εκράτει την
αναπνοήν της.
— Υπάρχει ελπίς, είπε τέλος ο ιατρός.
— Αλήθεια, γιατρέ μου: υπάρχει;
Ο ιατρός επρόσθεσε με αδιαφορίαν επαγγελματικήν.
— Αι ναι, αλλά όχι και να σας εγγυηθώ πάλιν. Τίποτε σίγουρο δεν
μπορούμε να πούμε, αν δεν περάση και η ενάτη ημέρα.
Κατόπιν παρετήρησε πάλιν τον σφιγμόν του κ. Έδμον και είπε.
— Η αίσθησης είναι κοντά, θα ξανάρθη. Τώρα θα σου σημειώσω τι
πρέπει να κάμης, για να εκτελεσθή με ακρίβειαν ότι θα διορίσω.
Αφού δε ετελείωσε, επρόσθεσε σηκωνόμενος:
— Ιδού, καλό μου κορίτσι, διάβασε με προσοχή και κάμε ότι
σημειώνω εδώ. Εγώ προς το βράδι θα ξανάρθω πάλι. Αντίο.
Άμα έμεινε μόνη η Μαλβίνα, εκάθισε κοντά στην κλίνη και
επαραμόνευε να αντιληφθή το πρώτο κίνημα του αρρώστου.
Ύστερα από μία ώρα ολάκερη άνοιξε τα μάτια και φέρνοντας το χέρι
στο μέτωπό του:
— Αχ θεέ μου, είπε, πόσο υπόφερα! τα στήθος μου καίει ακόμα. Καλή
κυρά, δόσε μου κάτι να πραΰνω τη ζέστη μου.
Η Μαλβίνα του έφερε αμέσως κάτι δροσιστικό, αλλά επειδή ήταν πολύ
αδύνατος, αναγκάστηκε εκείνη να τον ανασηκώση στα μπράτσα της, για
να του το δώση να το πιή, ακουμπώντας τα κεφάλι του απάνω στο
στήθος της.
— Μείνε όπως είσαι, καλή μου κυρά, έτσι είμαι καλά, αυτή η αλλαγή
θέσεως με ξελαφρώνει.
Η Μαλβίνα με χαρά ενδόμυχη έμεινε όπως είταν και λέξη δεν
επρόφερε, έσφιγγε τα δόντια της μην τύχει και κλάψει . . και
προδοθή. Στοχασμοί ολέθριοι κατεσπάραζαν την ψυχήν της και με
πολλήν αγωνία κατέπνιγε τους λυγμούς της.
Ο Έδμον ανακουφιζόμενος από το ζωικόν ρευστόν της Μαλβίνας
ησθάνετο εαυτόν συγκινούμενον και δεν ήξαιρε πού να το αποδώση.
Το μεσημέρι εμβήκε η γραία νοσοκόμος και η Μαλβίνα της παρέδωκε
τον ασθενή και υπεχώρησε εις την άκραν της κλίνης.
— Δεν πάτε να κοιμηθήτε; της είπε η νοσοκόμος.
— Όχι δεν έχω ύπνον απεκρίθη εκείνη πολύ χαμηλά. Άλλωστε ημπορώ
να αναπαυθώ σαυτόν εδώ τον καναπέ.
Μετά πολλήν ώρα η γραία νοσοκόμος κουράστηκε και άφισε το κεφάλι
του Έδμον επάνω στο προσκέφαλο.
— Είσαι συ καλή μου κυρά; ρώτησε μόλις ακουόμενος ο ασθενής.
— Εγώ, κύριε, απεκρίθη η γραία, θέλετε τίποτε;
— Ήσο συ πάντοτε κοντά μου;
— Όχι κάποια άλλη νεωτέρα με αντικατέστησε την νύχτα, γιατί είχα
κουραστεί πάρα πολύ.
— Μα η φωνή της. . . η φωνή της μου φάνηκε . . . Πού είναι αυτή
τώρα;
— Μου φαίνεται πως κοιμάται, κύριε, θέλετε να την ξυπνήσω;
— Αφού κοιμάται, άφισέ την, ας ησυχάση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'
Η ΕΝΑΤΗ ΗΜΕΡΑ
— Έτσι πέρασαν μερικές ημέρες. Η Μαλβίνα αγρυπνούσε την νύκτα και
εκρύβετο μόλις εξημέρωνε· τοιουτοτρόπως κανείς δεν την εγνώρισε, ο
ίδιος ο Έδμον είχε λησμονήσει την πρώτην εντύπωσιν, που του είχε
προξενήση η φωνή της.
Τέλος έφθασεν η ενάτη ημέρα· η κρίσιμη. Ήτο μεσημέρι· η Μαλβίνα
είχε το κεφάλι της κρυμμένο μέσα στα χέρια της. Εφαίνετο ότι
κοιμάται. Αλλά επρόσεχε πολύ και εις το ελάχιστον κίνημά του και
έβλεπε με φρίκην, ότι η αναπνοή του εγίνετο πυκνοτέρα και
εναγώνιος. Η οδύνη της ήτο δριμεία τόσο μάλλον, καθ' όσον ήτο
ηναγκασμένη να την καταπίνη.
Εν τούτοις ο πυρετός επανήλθε σφοδρός εις τον ασθενή και τον
εδυνάμωσε. Εγνώρισε τον ιατρόν, όταν ήλθε, και του είπε.
— Γιατρέ. Είμαι πολύ άσχημα. Αν πράγματι ο θάνατός μου είναι
κοντά, μη μου το κρύψετε, σας παρακαλώ.
— Έχετε θάρρος, φίλε μου. Θα σας σώσω. Είσθε νέος και η κράσις
σας είναι ισχυρά.
— Σας παρακαλώ, μη με απατήσετε. Είναι ανάγκη να φανήτε
ειλικρινής περισσότερον, παρ' όσον στοχάζεσθε.
— Αν έχετε να διαθέσετε τίποτε, μπορείτε και να το κάμετε, δεν
βλέπω εις αυτό τίποτε κακόν.
— Σας ευχαριστώ, γιατρέ μου. Δεν είμαι καθόλου δειλός,
υποτάσσομαι εις το πεπρωμένον. Έχω πολλές αμαρτίες βέβαια, αλλά η
Μαλβίνα παρακαλεί για μένα τον θεό και ίσως ο θεός χάριν αυτής με
συγχωρήση.
Έπειτα ύψωσε τα χέρια του τα αδύνατα προς τα άνω και είπε:
— Μαλβίνα, Μαλβίνα! Είναι λοιπόν γραφτό ναποθάνω μακράν σου
στερημένος την παρηγορία που θα μου έδινε η παρουσία σου! Οι
τελευταίοι μου στοχασμοί πετούν προς εσένα. Έλα καλή μου γραία να
σου υπαγορεύσω να γράψεις εσύ. Πάρε χαρτί και μελάνι.
Η γραία νοσοκόμος εθορυβήθη, διότι δεν ήξαιρε να γράφη και το
ανεκοίνωσεν εις την Μαλβίναν.
— Δεν πειράζει, της είπεν η Μαλβίνα, γράφω εγώ αντί σου, χωρίς να
μας καταλάβη. Αλλά, γιατρέ μου, δεν θα τον βλάψη αυτός ο κόπος;
— Μα η Μαλβίνα αυτή, κόρη μου, τον απασχολεί τόσο πολύ, ώστε
μάλλον θανακουφισθή, πιστεύω, ανοίγοντας την καρδιά του . . .
— Είσαι έτοιμη, καλή μου γραία; εφώναξεν ο Έδμον.
— Μάλιστα, κύριε, απεκρίθη η νοσοκόμος. Και τότε η Μαλβίνα
επλησίασε και κρυπτομένη πίσω από τα παραπετάσματα της κλίνης
άρχισε να γράφη καθ' υπαγόρευσιν του Έδμον:
«Αγαπητή μου Μαλβίνα,
Είμαι ετοιμοθάνατος και αιτία του θανάτου μου είναι ο προς εσένα
έρως μου. Αλλά δεν πταίεις εσύ βέβαια· εγώ ο ίδιος με την ορμή του
πάθους μου άναψα μέσα στο στήθος μου τη φλόγα που με φέρνει τώρα
στον τάφο. Ωστόσο ακούω ακόμη τας αλγεινάς κραυγάς που άφισες,
όταν σε αποχωρίσθηκα. Έτσι είμαι βέβαιος, Μαλβίνα, πως δεν έπαυσες
να μαγαπάς και θα χύσης δάκρυα πικρά επάνω στο νεκρό μου. Αχ πόσο
ήθελα να μην αποθάνω! για να απολαύσω εσένα, ποθώ τον κόσμον,
γιατί αφίνω πίσω μου εσένα, θέλω να ζήσω για να σε εξιλεώσω, που
αμφέβαλλα για την αγάπη σου, και στη μανία του θυμού μου ήρθα
ναποθάνω ανάμεσα στους μιαρούς εχθρούς σου. Ω Μαλβίνα, συγχώρησέ
μου το ολέθριο αυτό σφάλμα. Πόσο τιμωρήθηκα γιαυτό! Αχ τουλάχιστον
θα σε είχα κοντά μου τας τελευταίας μου στιγμάς, θα σέβλεπα, θα
σάκουα. Συ θα εδέχουσουν την τελευταία πνοή μου, συ θα έκλειες τα
μάτια μου. Οποία παρηγορία! . . »
— Μα ποιος κλαίει λοιπόν; ρώτησε διακόπτων την υπαγόρευσιν. Μου
φαίνεται ότι είναι εκείνη η ιδία . . ω Μαλβίνα αν η ψυχή σου
φτερουγίζη γύρο μου, αν ήλθε να ιδή, πώς θα πετάξη η δική μου,
αγκάλιασέ με κιας πετάξουνε μαζί οι ψυχές μας.
Η Μαλβίνα δεν βαστούσε πλέον και ητοιμάζετο να πέση στην αγκαλιά
του. Αλλά ο Έδμον κατελήφθη υπό μανίας και εφώναξεν αποτόμως:
— Όχι, όχι! άπιστη γυναίκα, φύγε μακρυά! εσύ ώπλισες το χέρι του
μιαρού του παπά και τον διέταξες να εμπήξη το μαχαίρι στο στήθος
μου, που για σένα μόνο ανέπνεε. Αν ήθελες ναποθάνω, ας μου το
διέτασσες, και ευθύς θα μέβλεπες νεκρόν εις τα πόδια σου, γιατί να
μεταχειρισθής την βδελυράν βοήθειαν εκείνου; . . . άπιστη!
— Αχ Θεέ μου Θεέ μου, εμουρμούρισον η Μαλβίνα με οδύνην
ανέκφραστη, πότε λοιπόν θα τελειώσουν τα βάσανά μου; Δεν αντέχω
πλέον.
— Εδώ κρύβεται παράξενο μυστήριο, είπε ο γιατρός στην γραία
νοσοκόμα.
— Στοιχηματίζω, λέει εκείνη, πώς κιαυτή θα είναι μία από κείνες
που απάτησε ο σερ Έδμον.
— Δεν πιστεύω, αυτή είναι φρόνιμη νέα. Υπάρχουν όμως γυναίκες
νευρικές που κλαίουν, άμα ιδούν τους άλλους να πάσχουν.
— Δε σκοτίζομαι αλήθεια! Αυτή η γυναίκα εμένα με βοηθεί και με
ανακουφίζει, και της χρεωστώ ευγνωμοσύνην.
Τα μεσάνυχτα ο κ. Έδμον έπαυσε να ομιλή και ο ιατρός Πότβελ
εξετάσας τον σφιγμόν του είπεν εις την Μαλβίναν:
— Η κρίσις πλησιάζει. Αν μετά έξ ώρας δεν πάθει τίποτε, σας
εγγυώμαι πλέον για τη ζωή του. Προσέξετε, μην αποκοιμηθήτε και
φυλάγετέ τον με μεγάλη προσοχή. Εγώ απόψε δεν φεύγω από δω. Αν η
αίσθησις επανέλθη με ελαφρόν ιδρώτα, ο ασθενής εγύρισε στα καλά.
Φώναξέ με τότε. Καλή νύχτα.
Όταν η Μαλβίνα έμεινε μόνη, άρχισε να περιφέρεται μέσα στο
δωμάτιον και να συλλογίζεται, ότι σε λίγο θα αποφασισθή η τύχη
της. Της εφαίνετο ότι τον βλέπει μέσα εις λάκκον βαθύν,
σκεπασμένον με το λευκόν σενδόνι, και φρίσσει. Επιθυμεί ναποθάνη
και η ιδία.
— Θεέ μου, λέγει, δεν τολμώ πλέον να σε παρακαλέσω για τη ζωή του
. . σου παραδίδω και τη δική μου.
Πλησιάζει το κρεββάτι του αρρώστου, ανοίγει τα παραπετάσματα, της
φαίνεται σα νεκρός.
— Έδμον, Έδμον! δε μακούς, καλέ μου! Εγώ είμαι που σε φωνάζω, εγώ
η Μαλβίνα σου.
Εκείνος ανοίγει σιγά τα μάτια. Την βλέπει, την αναγνωρίζει, δεν
είναι δυνατόν να απατάται, είναι η ιδία, η Μαλβίνα.
— Πού είμαι; πού βρίσκομαι; συ εδώ Μαλβίνα!
— Ω Έδμον! ζης λοιπόν; ανεστήθης λοιπόν; Δόξα να έχη ο Κύριος!
— Μαλβίνα, δεν πάσχω πλέον, αφού σε βλέπω κοντά μου, αλλά πώς
ευρέθηκες εδώ; τι θαύμα είναι τούτο: Μήπως είμεθα . . .πλέον. . .
εις την αιωνιότητα;
Και έκλεισαν πάλιν τα μάτια του. Αλλά ανέπνεεν ελεύθερα και η υγρά
θερμότης των χεριών του έδοσαν θάρρος εις την Μαλβίναν. Τα
μαραμένα χείλη του ζωηρεύουν, γλυκός ύπνος διαδέχεται την αγωνίαν.
Η Μαλβίνα γονατίζει και προσεύχεται με δάκρυα χαράς προς τον
Σωτήρα του αγαπητού της.
Σιωπή άκρα επικρατεί γύρο της, αλλ' αυτή τώρα πλέον δεν
αγριεύεται, απεναντίας χαίρει, διότι το παν σέβεται τον ύπνον
εκείνου, της φαίνεται ότι η φύσις όλη ησυχάζει, διά να εξυπνήση
μαζί με τον εραστήν της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΥΠΗΝ Η ΧΑΡΑ
Η αυγή εφώτιζε τον ορίζοντα και ο Έδμον ακόμη εκοιμάτο βαθέως, ενώ
η Μαλβίνα εισέτι γονυπετής παρά την κλίνην τον ητένιζε και
προσηύχετο υπέρ αυτού.
Ηκούσθη το βήμα του ιατρού Πότβελ· του ανοίγει την θύραν ελαφρώς·
βαδίζει ακροποδητί. Ο ιατρός ερωτά ανήσυχος:
— Πώς είμεθα;
— Γιατρέ μου, κοιμάται πολύ ήσυχα.
— Αλήθεια κοιμάται; Είσαι βεβαία;
— Ναι, γιατρέ μου.
— Τότε εσώθη.
Η Μαλβίνα τον οδηγεί παρά την κλίνην ελαφρώς περιπατούσα. Ο
γιατρός τον βλέπει με προσοχή.
— Είναι εκτός κινδύνου. Εσώθη.
Άμα η Μαλβίνα άκουσε τα λόγια του ιατρού, έξαλλη από την χαράν της
ετινάχθηκε έξω.
Ο ιατρός απόρησε για τον τρόπο της και εφώναξε την γραίαν
νοσοκόμον να έλθη κοντά στον ασθενή.
Έπειτα εβγήκεν έξω και αυτός και ήλθεν εις συνάντησιν της
Μαλβίνας. Εκείνη άμα τον είδε, εφώναξε:
— Γιατρέ μου, εσείς τον εσώσατε! είσθε αληθινός άγγελος της
σωτηρίας. Και έπιασε τα χέρια του και τα έσφιξε με την καρδιά της.
— Αληθινά είσθε μία παράξενη κυρία.
— Νομίζετε ότι άμα εξυπνήση, θαναγνωρίση όσους τον
περιστοιχίζουν;
— Αναμφιβόλως, ο πυρετός έπεσε, δεν θα έχει πλέον παραλήρημα, εις
το εξής το μόνον κακόν θα του είναι η αδυναμία.
— Δεν έχει φόβον από ψυχικήν ταραχήν;
— Έχει και παραέχει, ο οργανισμός του, εξησθενημένος όπως είναι,
δεν αντέχει εις σφοδράς συγκινήσεις. Αλλά γιατί ερωτάτε όλα αυτά
τα πράγματα;
— Αχ, γιατρέ μου, η μικροψυχία μου δεν μάφισε να κρυφθώ
περιπλέον. Αλλά συγχωρήσατέ με, γιατί πολλά υπέφερα.
— Ο σερ Έδμον λοιπόν σας είναι πολύ ενδιαφέρον πρόσωπον;
— Δεν απατάσθε, γιατρέ μου. Αλλά σας παρακαλώ κρατήσατέ το
μυστικό, γιατί με καταστρέφετε.
— Αλλά ας επιστρέψωμε κοντά του. Εσείς μην του φανερώνεσθε αμέσως
και βλέπουμε.
— Θεέ μου! νομίζω ότι ακούω θόρυβον εκεί μέσα. Μήπως εξύπνησε;
Εμβάτε μόνος σας, γιατρέ μου.
Στάθηκε μπρος στην θύραν και ακροάζετο κρατούσα την αναπνοήν της.
— Αχ Θεέ μου, είπεν εκείνος βλέπων τον ιατρόν να εμβαίνη, τι μου
συνέβη άραγε; Νομίζω ότι είδα, ότι ήγγισα την Μαλβίναν, ότι άκουσα
την φωνήν της.
— Μην την ενθυμείσθε, σας το απαγορεύω, αφού σας έσωσα, δεν θέλω
να πάθετε υποτροπήν.
— Αχ εκείνη με έσωσε. Η φωνή της με ανεκάλεσε από τον τάφον, με
εξύπνησε από τον θάνατον. Αλλά πού είναι τώρα, Θεέ μου, πού είναι;
— Κύριε του είπε η γραία νοσοκόμα η φαντασία σας αυτή ημπορεί να
σας ξαναφέρη τον πυρετόν. Ησυχάσατε, παρακαλώ.
— Έχει δίκαιο η γριά, επρόσθεσεν ο ιατρός. Να τι εκάματε· ο
σφυγμός σας ήρχισε να ατακτή, και αν εξακολουθήσετε, άφευκτα θα
σας επανέλθη ο πυρετός.
Ο Έδμον εσιώπησε και σιγά σιγά η φαντασία του ησύχασε. Η εικών της
Μαλβίνας κατ' ολίγον διελύθη ως φωτεινόν νέφος, και απεκοιμήθη, ή
μάλλον εβυθίσθη εις νάρκην.
Η Μαλβίνα εμβήκε με τρόπον εις τον κοιτώνα αποφεύγουσα να σταθή
προ των ομμάτων του.
Ωστόσο η βελτίωσις της υγείας του αρρώστου έγινε γνωστή σ' όλο το
σπίτι. Η κυρία Φέμπικ εχάρη ειλικρινώς. Η κ. Μπιρτών έδειξε
πανηγυρικώς ψευδή ευαισθησίαν.
— Προς το βραδάκι, όταν ο Έδμον εκοιμάτο, εκρούσθη αίφνης η θύρα.
— Ποιος είναι; ρωτά η Μαλβίνα σιγανά.
— Μπορώ να δω τον κ. Έδμον;
Η Μαλβίνα ανεγνώρισε την φωνήν της κ. Μπιρτών.
— Όχι, όχι, απεκρίθη. Κοιμάται τώρα, και ο γιατρός . . .
— Μα εβγάτε, ευλογημένη, και ομιλήσατε της κυρίας! είπε εντόνως η
γραία νοσοκόμα.
— Αμέσως απήντησε η Μαλβίνα θορυβημένη υπερβολικά. Εν τούτοις δεν
ετολμούσε νανοίξη.
Η γραία επετάχθηκε αγανακτημένη.
— Άνοιξε λοιπόν, παράξενο πλάσμα!
Η Μαλβίνα υπεχώρησε προς το σκοτεινότερο μέρος του δωματίου.
Η γραία ήνοιξε και εβγήκε να ομιλήση της κυρίας.
Η Μαλβίνα ετέντωσε το αυτί της.
Η γραία έδιδε εξηγήσεις, ότι δεν έφταιγε αύτη διά την αργοπορίαν,
αλλά μία άλλη νοσοκόμα, ένα παράξενο πλάσμα, που εκτελεί μεν
απαραγκλίτως το καθήκον της, αλλά συγκινείται ευκόλως και πάσχει
από νευρικήν ζάλην και κλαίει συχνά.
Και ο γιατρός ακόμα απόρησε για την υπερβολική ευαισθησία της,
επρόσθεσε η κ. Μπιρτών, και ήμουν περίεργη να την ιδώ.
Ο σερ Έδμον κοιμάται και ο γιατρός μας απαγορεύει νανάψωμε φως,
για να μη του ταράξωμε τον ύπνο.
— Τότε έρχομαι αύριο. Καληνύχτα.
Η Μαλβίνα άρχισε να συλλογέται ότι η κ. Μπιρτών βεβαίως θα την
ανεγνώριζε και έπρεπε με κάθε τρόπο ναποφύγη το σκάνδαλον. Ο Έδμον
ήτο πλέον εκτός κινδύνου, έπρεπε λοιπόν να τον αφίση.
Επέρασε κοντά του όλην εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος του ήτανε
γαλήνιος.
Όταν εχάραξε η αυγή, η Μαλβίνα άνοιξε λίγο τις κουρτίνες του
κρεββατιού. Το ένα χέρι του εκρέμετο έξω από το κρεββάτι. Εκόλησε
ελαφρά τα χείλη της σαυτό και μουρμούρησε.
— Έχε υγεία, καλέ μου. Η μοίρα τόσο μόνο ήθελε. Δεν ξαίρω, αν θα
σε ξαναϊδώ πλέον. Ίσως όταν περάσουν τα νιάτα και ασπρίσουν τα
μαλλιά μας, θα μπορέσω τότε να σφίξω το χέρι σου και να σου πω με
ηρεμία ψυχής.
— Θυμάσαι, Έδμον, τη νύχτα εκείνη της αγωνίας! εγώ ήμουν που σε
ανεκάλεσα από τον τάφο, ο οποίος ηπείλει να καταπίη και τους δυο
μας, άνοιξες τα μάτια σου τα κουρασμένα και με είδες τότε ανάμεσα
στο μελιχρό το φως του λύχνου. Αλλά τα μάτια σου βαρυμένα έκλεισαν
πάλι και τότε νόμισες ίσως ότι η φαντασία σου σε απατούσε. Αλλά
όχι, Έδμον, ήμουν εγώ η ιδία που ήρθα να σε σώσω, ή . . . .
ναποθάνω μαζί σου. Και . . . σε έσωσα. Χαίρε λοιπόν. Η ανάγκη με
κάμνει να σε αποχωρισθώ. Η μοχθηρία αγρυπνεί γύρο μας και δεν μας
αφίνει ναπολαύσωμεν αλλήλους ανεπιφύλαχτα. Για την ησυχία τη δική
σου εγώ πρέπει να φύγω.
Έπιασε ξανά το χέρι του για να το φιλήση. Ο Έδμον τότε άνοιξε τα
μάτια του.
— Ποιος είναι; ρώτησε αδύνατα.
Η Μαλβίνα ταράχτηκε.
— Αχ η σκιά σου, Μαλβίνα μου, πάντοτε με κυνηγά. Σε βλέπω και
ακούω τη γλυκυτάτη φωνή σου. Μακάρια οπτασία!
Έκλεισε πάλι τα μάτια του και απεκοιμήθη.
Η Μαλβίνα κατεπνίγη, ήθελε να ριχθή στην αγκαλιά του, να του πει
πόσο τον αγαπούσε, να του φανερώση ότι δεν είταν οπτασία.
— Αλλά ο χαρακτήρας της ο φρόνιμος, ο επιφυλακτικός την εκράτησε
και πάλιν. Του έστελε ασπασμόν με το χέρι της και βγήκε από τον
κοιτώνα.
— Κατέβηκε ήσυχα ήσυχα, ηύρε ανοιχτή τη θύρα της εισόδου, εξήλθε
και ετράβηξε ίσια στης κυρά-Μούδης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.
Η ΜΑΓΙΣΣΑ
— Δόξα νάχη ο Κύριος! φώναξε η καλή γραία, μόλις την είδε, τέλος
πάντων εγυρίσατε με τα καλά σας· ούτε στιγμή δεν ησύχαζα ενόσω
βρισκόσασταν εις της κ. Μπιρτών. . . .
Αλλά, θεέ μου! πώς αλλάξατε έτσι;
— Είμαι πολύ καλά, καλή μου γραία. Ο σερ Έδμον εγλύτωσε· τώρα
άφισέ με ναναπαυθώ ολίγον. Αιτιολόγησε τον εξαφανισμόν της
νοσοκόμας σου, όπως θέλεις. Πήγαινε και πες τους, ότι παρεφρόνησα
τέλος πάντων.
Ένδεκα αλγειναί νύκτες αγρυπνίας αδιακόπου και συνεχούς αγωνίας
είχαν εξαντλήσει την Μαλβίναν, και τώρα που έπαυσε η υπερέντασις
του νευρικού συστήματος εξέσπασε η εξάντλησις εις υπερβολικήν
αδυναμίαν.
Επλάγιασε και εβυθίσθη εις βαθύν ύπνον.
Η εξαφνική εξαφάνισις της Μαλβίνας από το δωμάτιον του αρρώστου
ανεστάτωσε την υπηρεσίαν. Η γραία νοσοκόμος βλέπουσα ότι έχασε την
ησυχίαν της έγινε άνω κάτω. Ερωτά την μίαν, εξετάζει την άλλην,
κανείς δεν την είδε, κανείς δεν ξαίρει πού ευρίσκεται.
Η φαντασιώδης Άννα βεβαιώνει ότι αυτή ήταν μάγισσα, ότι την είδε
τη νύχτα από την κλειδαρότρυπα να κάμνη διάφορα καββαλιστικά
σημεία, να χαράσσει κύκλους, να εξαφανίζεται και πάλι να
ξαναφαίνεται.
Οι φαντασίες ανάβουν. Βέβαια και ήταν μάγισσα, αφού με τας
γοητείας της εθεράπευσε τον σερ Έδμον, που ο κύριος Πότβελ είχε
διακηρύξει ότι η αρρώστια του ήταν αθεράπευτη. Εν τω μεταξύ έφθασε
η κυρά Μουδ και βλέπουσα ότι η εξήγησις, την οποίαν αυτή θα
εφεύρισκε, εδόθη ήδη τόσον εύκολα, εδέχθη αυτήν προθύμως
υπερθεματίζουσα μάλιστα δι' άλλων σχετικών διηγήσεων περί μαγισσών
και γοήτων.
Ώστε ο θρύλος έγινε βεβαιότης. Διότι όλη η υπηρεσία επίστευε τώρα
ότι είδε και ήκουσε τα παράδοξα εκείνα.
Το πράγμα έγινε γνωστόν και εις τον κύκλον των κυριών. Η κ. Μέλμορ
δεισιδαίμων, όσο και η τελευταία υπηρέτρια, τα παίρνει και τα
δίνει με την κόρην της. Εν τούτοις η κ. Μπιρτών δεν δίδει πίστιν
εις τας τοιαύτας φλυαρίας. Συλλαμβάνει όμως υπονοίας και δίδει
διαταγάς αυστηράς, αν έλθη η νοσοκόμος εκείνη ξανά στο οπίτι της,
να της την φέρουν αμέσως.
Ο κ. Φέμπικ άρχισε να την κολακεύη, ότι είναι γυνή ανωτέρα και
καθόλου δεν ομοιάζει με τας άλλας γυναίκας.
Μία είναι στον κόσμον η κ. Μπιρτών, έλεγε.
Η Μαλβίνα τα έμαθε αυτά από την κυρά Μουδ. Ησύχασε ότι τα πράγματα
έμειναν άνευ περαιτέρω ερεύνης διά τα κατ' αυτήν.
Ο Έδμον ανελάμβανε από ημέρας εις ημέραν.
Η Μαλβίνα αρχίζει να ελπίζει και να ρίχνει βλέμμα πλήρες χαράς εις
το μέλλον.
Έτσι το ρυάκι όταν το πλήξουν σφοδραί καταιγίδες πλημμυρίζει και
θολώνει, αλλ' αφού παρέλθη η επίδρασις αυτών, ρέει πάλιν ήσυχον
και διαυγές και αρχίζει να καθρεφτίζη τα άνθη που φυτρώνουν εις
τας όχθας του και αντιφεγγίζει τον ουρανόν επί του κινητού
κατόπτρου της επιφανείας του.
Όταν ο σερ Έδμον ήτο πλέον εις κατάστασιν να σκέπτεται, ερώτησε,
αν η κ. Σορκή έστειλε να μάθη γιαυτόν όταν ήτο άρρωστος. Αλλά
κανείς δεν ήτο εις θέσιν να του ειπή τίποτε. Ο Έδμον λοιπόν
επικράθηκε για την αδιαφορία της.
— Εγώ πεθαίνω κεκείνη, η ευσπλαγχνιζομένη πάσαν ψυχήν ζώσαν,
μένει αδιάφορη στους πόνους τους δικούς μου! Άραγε πήρε
τουλάχιστον το γράμμα μου εκείνο; Και ποιος τάχα ανέλαβε να της το
αποστείλη;
Έκραξε την γραίαν νοσοκόμον και την ερώτησε:
— Δε μου λες καλή μου γραία, όταν ήμουν ασθενής, σου υπαγόρευσα
και έγραφες ένα γράμμα. Δεν μου λες, τι το έκαμες;
Η γραία ηναγκάσθη να του ομιλήση περί της άλλης νοσοκόμου, η οποία
έγραφε το γράμμα εκείνο και η οποία βέβαια ήτο μάγισσα διότι την
είδαν να . . .
Ο σερ Έδμον την διέκοψε με αδημονίαν και την ερώτησε πού
ευρίσκεται τώρα η νοσοκόμος εκείνη;
Η γραία αγνοούσα να απαντήσει άρχισε πάλιν να φλυαρή περί μάγων
και των καταγωγίων αυτών.
— Μα ποιος σας τη σύστησε τέλος πάντων αυτήν την νοσοκόμον, γραία
μου;
— Η κυρά-Μουδ.
— Τρέξε, σε παρακαλώ, να πης αμέσως της κυρά-Μούδης ότι την
ζητεί ο κ. Έδμον.
Η κυρά Μουδ ήλθε κληθείσα. Και νομίζουσα ότι είναι η εκ των
απορρήτων της κ. Σορκή δεν έκρινε ούτε καν να την ειδοποιήση, και
είπε εις τον σερ Έδμον με το δικό της κεφάλι, ότι έχασε τα ίχνη
της γυναίκας εκείνης.
Τότε ο σερ Έδμον απεφάσισε να μάθη μόνος του τι γίνεται η Μαλβίνα
και ποία ήταν τα αίτια της σιωπής της.
Ένα πρωί λοιπόν κατέβη εις της κ. Μπιρτών. Της εζήτησε τυπικώς
συγγνώμην διά τας ενοχλήσεις που της έδωσε με την ασθένειά του,
και της ανήγγειλε, ότι μελετά να περάση μερικές ημέρες σένα
αγροκήπιον φίλου του κοντά στο Έδιμπουργκ, διότι έχει ανάγκη
καθαρού αέρος.
Η δύσπιστος κ. Μπιρτών υποψιαζομένη πάντοτε προσεπάθησε να τον
αποτρέψη, αλλά ματαίως.
Την επιούσαν ετράβηξε κατ' ευθείαν εις Άβερνεθ, χωρίον πλησίον του
πύργου της κ. Κλάρας.
Εκεί επληροφορήθη παρά του διευθυντού του ταχυδρομείου, ότι η κ.
Σορκή ευρίσκετο εις τον πύργον.
Άνευ πολλών δισταγμών έσπευσεν εκεί συλλογιζόμενος, ότι εκείνη
ησύχαζεν εκεί αμέριμνη, ενώ αυτός . . .
Όταν έφθασεν εκεί, κατέδη από τον ίππον και δέσας αυτόν έξω του
περιβόλου επροχώρησε και έσκυψεν εις τον κήπον· από τα κάγγελα
είδεν· όχι· τα μάτια του δεν τον απατούν, είναι η Φανή, το
κοριτσάκι το θετό της Μαλβίνας, το γνωρίζει από τη φωνή του. Εδώ
λοιπόν βέβαια θα είναι και η μητέρα του. Κάθεται επάνω σε μίαν
πέτρα και περιμένει την τύχη.
Έξαφνα ακούει μια φωνή που απευθύνεται στο κοριτσάκι και
συνταράζεται ολάκερος. Η φωνή είναι του κ. Πρίορ.
— Εδώ τον έχουν λοιπόν! ψιθυρίζει με αγανάκτησιν.
Διευθύνεται προς τον κήπον και βλέπει μίαν γυναίκα λευκοφόρον
ανάμεσα από τα δένδρα, η οποία ήρχετο προς τα εδώ. Του εφάνη ότι
ανεγνώρισε την Μαλβίναν.
Η μικρή Φανή μόλις την είδε, έσπευσε προς αυτήν, εκείνη δε έσκυψε
και την επήρε στην αγκαλιά της και στηριχθείσα στον βραχίονα του
κληρικού επέστρεφε σιγά σιγά εις τον πύργον.
Ρίγος θανατηφόρον διαχύνεται στες φλέβες του. Φεύγει προς το χωριό
Άβερνεθ, σκοτισμένος, χαμένος.
Στο δρόμο λιγοθυμά και τον φέρνουν εις ένα ξενοδοχείον του χωρίου,
τον περιποιούνται και συνέρχεται.
Όταν τον άφισαν, μόνον, αντί να ησυχάση εσηκώθη και ήλθεν εις το
ανοικτόν παράθυρον.
Εν τω μεταξύ σφοδρά καταιγίς ήρχισε έξω να εκσπά. Βαρεία η θύελλα
πλήττει τα σπίτια του χωριού. Αυτός εν τούτοις έμενεν εις το
παράθυρον.
Αίφνης ακούει έξω την φωνήν του κ. Πρίορ. Είχεν έλθει να παραλάβει
το ταχυδρομείον των κυριών και κατελήφθη υπό της κατεγίδος. Ο
ξενοδόχος τον αναβιβάζει εις υψηλόν τι δωμάτιον άνωθεν του
δωματίου, του Έδμον, ενώ αυτός εσκέπτετο ότι ίσως ο μισητός αυτός
άνθρωπος κρατεί εις χείρας του την επιστολήν εκείνην που της
έστειλε, όταν ήτο άρρωστος.
Μετ' ολίγον κρότος δαιμονιώδης ακούεται. Κεραυνός έπεσε επί του
ξενοδοχείου και το άναψε. Η στέγη φλέγετε ήδη.
Ο κ. Πρίορ ευρίσκεται εις κίνδυνον· καίεται η κάμαρη του· ο καπνός
τον πνίγει.
— Ένας άνθρωπος κινδυνεύει! ακούονται από έξω φωναί.
Ο Έδμον πετάχτηκε έξω ως από ένστικτον κινούμενος.
— Ποιος κινδυνεύει και πού είναι;
— Εκεί επάνω στο υπερώον! είναι ο ιερεύς κ. Πρίορ. . . .
— Ο κ. Πρίορ! έστω — λέγει και σπεύδει εις το υπερώον.
Διατί έσπευσε; Από φιλανθρωπίαν διά να σώση τον κ. Πρίορ· ή από
εγωισμόν, για να μη χαθή η επιστολή του, αλλά να δοθή ασφαλώς στα
χέρια εκείνης; Αυτό ούτε ο ίδιος δεν θα ημπορούσε να το εξηγήση
στον εαυτόν του.
Μόλις ανέβη την κλίμακα, η φλόγα μετεδόθη εις αυτήν, αλλά ουδέ
ίχνος μικροψυχίας δεν αισθάνεται μέσα του. Σπεύδει στο δωμάτιον
του κληρικού μέσα στον πυκνόν καπνόν που τον πνίγει, αρπάζει τον
κ. Πρίορ στον ώμον του και τρέχει προς το παράθυρο.
Τίποτε δεν είναι ωραιότερο από το συναίσθημα ότι σώζεις ψυχήν εκ
θανάτου.
Από κάτω φωνάζουν. Του απλώνουν στρώματα να πέση. Γύρο του τα
πάντα, σείονται, τα πάντα καταρρέουν εις φλογώδη χείμαρον. Επί
τέλους αποφασίζει· ρήχνει τον αναίσθητον κληρικόν εντός του
στρώματος, το οποίον εκρατούσαν κάτωθεν. Ετοιμάζουν άλλο διά
τον ίδιον· πηδά και αυτός και αμέσως τρέχει προς τον κ. Πρίορ. Τον
είδε να συνέρχεται και σπεύδει τότε να φύγη, διά να μη μάθη
εκείνος, ότι αυτός είναι ο σωτήρας του.
Το βράδι της άλλης ημέρας ο σερ Έδμον ήτο εις της κ. Μπιρτών. Όταν
εισήλθε εις την αίθουσαν, ήταν εκεί μαζεμένη μεγάλη ομήγυρις, όλα
τα περιβόητα κάλλη του Έδιμπουργκ· ωραιοτέρα από όλας ήτο η λαίδη
Σούμεριλ, σύμμετρη και μεγαλοπρεπής. Η κ. Φέμπικ απουσίαζεν εις
Ιρλανδίαν ακολουθούσα τον σύζυγόν της, μεταβάντα εκεί δι'
υποθέσεις του.
Όλοι υπεδέχθησαν τον κ. Σέυμουρ με μεγάλην διάχυσιν. Αυτός
ενθυμήθη τα παλαιά του συνήθια και άρχισε να ρήχνει ηδυπαθή
βλέμματα προς όλας τας γυναίκας. Ωρκίζετο μέσα του να εκδικηθή την
Μαλβίνα καθιστών θύμα του πάσαν γυναίκα, την οποίαν θα συναντούσε
εμπρός του.
Έτσι λοιπόν εις κάθε μίαν από τας εκεί ευρισκομένας προσπαθούσε να
εμπνέει την ελπίδα, ότι αυτήν και μόνην προτιμά. Εις τα τοιαύτα
ήτο αριστοτέχνης ο κ. Σέυμουρ.
Η λαίδη Σούμεριλ ήτο όλο κρυφή χαρά, ότι τον έφερε πάλιν στα πόδια
της, αν και υπέδειχνε προσποιητήν σοβαρότητα. Αλλά ο σερ Έδμον
ούτε πρόσεξε σαυτό της το τέχνασμα, αν και εκείνη έδιδε πολλήν
σημασίαν εις αυτό.
Έτσι κάθε μία ενόμιζε, ότι τον είχε κατακτήσει πλέον τελειωτικά,
ενώ πράγματι ποτέ δεν ήτο τόσο αδιάφορος προς εκάστην, όπως αυτήν
την φοράν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ Ο ΚΑΘΕΙΣ ΧΩΡΙΣΤΑ
Η Μαλβίνα διέμενεν εις το Έδιμπουργκ στο σπίτι της Μούδης. Έμαθε
λοιπόν όλα τα κινήματα του κ. Έδμον, ότι απεδήμησε επ' ολίγον από
το Έδιμπουργκ, ότι επανήλθε γρήγορα και ότι διάγει βίον ελαφρόν
και άσωτον κατά τας παλαιάς του συνηθείας.
Έμαθεν ακόμα ότι η κ. Μπιρτών ετοιμάζει τους γάμους του με την
λαίδη Σούμεριλ. Αυτό το τελευταίον ήτο δεινόν κτύπημα διά την και
άλλως αιμάσσουσαν καρδίαν της. Εν τούτοις δεν μέμφεται κανένα.
Αυτή ήτο ήδη αποφασισμένη να τηρήση την αρχικήν της απόφασιν και
τους όρκους προς την μακαρίτισσαν φίλην της. Ιδού τώρα και ο
Έδμον, που ενίκησε το προς αυτήν πάθος του, διατί τάχα ανωφελώς να
επιχειρήση ναναρριπίση τον έρωτά του, πράγμα το οποίον θα τον
καταστήση δυστυχή. Άλλωστε, καθώς εννόησε, ο σερ Έδμον ήτο γεμάτος
από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι και επιδεκτικός διαρκούς αφοσιώσεως,
διά τούτο δεν ημπορούσε να του εμπιστευθή το μέλλον της, την
ευτυχίαν της. Απεφάσισε λοιπόν να αποσυρθή από τον κόσμον εις
ερημικήν τινα γωνίαν, και ναφιερώση την ζωήν της εις την
ανατροφήν της Φανής. Αρνουμένη δε τον σερ Έδμον είχε αμετάκλητον
απόφασιν να μην ιδή ξανά τον κ. Πρίορ, μόνον και μόνον για να
δείξη εις τον Έδμον, ότι μόνον χάριν του ευρίσκετο εις
επικοινωνίαν και με τους άλλους ανθρώπους, και ότι ήδη
αποσπασθείσα από αυτόν ουδένα είχε λόγον να επικοινωνή με
οιονδήποτε άλλον. Έγραψεν αμέσως προς την Κλάραν:
«Φεύγω αύριο από το Έδιμπουργκ. Θα περάσω από σας να λάβω την κόρη
μου, που τόσον καιρό την άφισα μακράν μου, χωρίς να το θέλω. Θα
σας ανοίξω την καρδιά μου, για να γνωρίσετε τον πόνον μου. Θα σας
πω και την αμετάτρεπτη απόφαση που έχω λάβει για τη ζωή μου στο
εξής, για να με βοηθήσετε και σεις προς τούτο.
Αλλά σας παρακαλώ, σας εξορκίζω στη φιλία που μου δείξατε ως τώρα,
να είσθε μόνη ολότελα μόνη, όταν θάρθω στο σπίτι σας.»
Ωστόσο σαυτό το μεταξύ το σπίτι της κ. Μπιρτών ήτο όλο
διασκεδάσεις και χαροκόπια. Όλο βοή και θόρυβο. Ύστερα από ένα
μεγάλο γεύμα και περίλαμπρο, που ήταν προσκαλεσμένο όλο τα άιλαϊφ
του Έδιμπουργκ κατέβησαν εις τον κήπον, ο οποίος ήτο φωταγωγημένος
μεγαλοπρεπώς. Η ομήγυρις διεσκορπίσθη ανά τους δενδρώνας. Εις ένα
απόκεντρον ο Έδμον επεριπατούσε με τη λαίδη Σούμεριλ. Έξαφνα
θυμήθηκε ότι στο μέρος εκείνο κατά πρώτον η Μαλβίνα του
εξωμολογήθη τον προς αυτόν έρωτά της. Αφήκε λοιπόν έξαφνα την
συνοδόν του και εστηρίχθη κατηφής εις ένα δένδρον.
Αυτό έθιξε την υπερηφάνειαν της Λαίδης. Διηυθύνθη προς τον γνωστόν
μας ιατρόν τον κ. Πότβελ, ο οποίος περιπατούσε λίγο πιο πέρα και
του είπε με κάποια χολή.
— Δεν πάτε, γιατρέ μου, να δήτε τον άρρωστό σας. Πώς του
επιτρέπετε να γυρίζει έτσι ελεύθερα:
Ο κ. Πότβελ έσπευσεν αμέσως προς τον σερ Έδμον.
— Μα την αλήθεια, του είπε, είναι μεγάλη σου αφέλεια να είσαι
άρρωστος, ενώ εδώ όλος ο θηλυκός κόσμος είναι ξετρελαμένος μαζί
σου.
— Μήτε άρρωστος είμαι πια, μήτε είναι κανένας ξετρελαμένος μαζί
μου.
— Όχι δα! Η λαίδη λόγου χάρη που ήταν προ ολίγου μαζί σου! Πώς
την άφισες κέφυγε έτσι παραπονεμένη;
— Κάποιαν άλλη θυμήθηκα έξαφνα.
— Στοιχηματίζω, ότι θυμήθηκες την χαρίεσσαν εκείνην νοσοκόμον
σου.
— Να ζης, γιατρέ μου, δε μου δίνεις μερικές πληροφορίες για κείνη
τη γυναίκα; είπε με προφανή συγκίνησιν ο Έδμον.
— Η κ. Μπιρτών μου το απαγορεύει.
— Με τι δικαίωμα η κυρία θεία μου ανακατώνεται στις υποθέσεις
μου;
— Λοιπόν φίλε μου υποθέτω, ότι η νέα εκείνη θα ήτο κανέν από τα
θύματα σου. Αλλά ήτο ωραία, πολύ ωραία και καθ' υπερβολήν
συμπαθητική.
— Και δεν έμαθες το όνομά της;
— Όχι, αφού δεν μου το είπε. Με παρεκάλεσε να μην επιμένω να μάθω
ποία είναι και να μην ειπώ τίποτε σε κανένα γιαυτήν. Έκλαιε διότι
έπασχες και έτρεμε μήπως αποθάνης, γιαυτό καθ' όλον το διάστημα
της ασθενείας σου δεν άφισε κανένα ναγρυπνήση κοντά σου.
— Περίεργα τωόντι πράγματα, είπεν ο Έδμον ταραγμένος. Και δεν
ξαίρετε τι απέγινε;
— Όχι μα το Θεό. Μόλις επείσθη ότι είσαι εκτός κινδύνου, ανελήφθη
χωρίς να ειδοποιήση κανένα και χωρίς να ζητήση τον μισθόν της.
— Πρέπει ωστόσο να διασαφίσω αυτά το μυστήριον, είπε ο Έδμον και
έμεινε αφηρημένος και μονολογών. Μήπως ήτο εκείνη; . . . αλλά πώς;
δεν την είδα τάχα με τα μάτια μου λευκοφορούσαν και αμέριμνον στον
κήπο της Κλάρας μαζί μεκείνο τον Παπά;
— Όταν μάλιστα υπαγόρευες το γράμμα σου προς μίαν άλλην, που την
ωνόμασες Μαλβίνα, αυτή το έγραφε και έκλαιε απαρηγόρητα διά την
προς εκείνην αγάπην σου
— Δεν ήτο λοιπόν εκείνη, όχι, τι ανόητος που ήμουν να το
υποψιασθώ. Αλλά πρέπει να διαλευκανθή τέλος πάντων τα μυστήριον,
αν και μου είναι λίαν αδιάφορον, αφού δεν ήτο εκείνη . . .
Εμβήκε στην αίθουσα του χορού, αι γυναίκες τον περικύκλωσαν. Η κ.
Μπιρτών ωστόσο τον επλησίασε και του υπενθύμισεν ότι η λαίδη
Σούμεριλ ελπίζει να τον έχει καβαλλιέρον της για το χορό.
— Προσφέρετέ της τα σεβάσματά μου, χαριεστάτη θεία, είπε ο Έδμον
και πέστε της ότι είμαι στας διαταγάς της. Εν τούτοις εγύρισε και
εβγήκε από την αίθουσαν.
Πριν περάσουν πέντε λεπτά της ώρας ήτο στο σπίτι της κυρά-
Μούδης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ΄.
ΟΛΙΓΗ Η ΧΑΡΑ
Μία υπηρέτρια τάνοιξε.
— Θέλω να δω αμέσως την κυρά-Μούδη.
— Πάω να την ειδοποιήσω, μιλόρδε. Θέλετε να μπήτε στο σαλόνι;
— Θα βρω εκεί την κυρά-Μούδη;
— Όχι, μιλόρδε, είναι επάνω.
— Τότες πάω και τη βρίσκω μόνος μου, είπε ανυπόμονος ο κ. Έδμον
και τραβά ίσια απάνω.
Ανοίγει την θύραν. Σκότος βαθύ· μόνο από τα φως του φαναριού της
σκάλας διακρίνει μίαν γυναίκα, η οποία βλέπει έξω από το
παράθυρον.
— Εδώ είναι η κυρά-Μούδη; ρώτησε ο Έδμον.
— Α! φώναξε η γυναίκα, εκείνος εδώ!
Από τη φωνή της και από τους λόγους της ο Έδμον ανεγνώρισε την
Μαλβίνα, την αρπάζει και την σφίγγει εις το στήθος του περιπαθώς
επαναλαμβάνων μυριάκις.
— Μαλβίνα μου, καλή μου Μαλβίνα! πολυαγαπημένη μου, γλυκιά μου,
χρυσή μου, χαριτωμένη μου Μαλβίνα!
Εκείνη του ανταποδίδει τας περιπτύξεις. Μέσα στην ευτυχία τους
αυτήν δίδουν συντόμους αμοιβαίας εξηγήσεις διά τα διατρέξαντα.
Λύπες, υποψίες, μνησικακίες, όλα ελησμονήθησαν. Δεν ομιλούν, και
συνεννοούνται άριστα. Τους φθάνει η βεβαιότης της αμοιβαίας
αγάπης. Τα δάκρυά των αναμιγνύονται. Ο έρως τους περισκεπάζει, η
τρυφή της ολβιότητος τους μεθά, όλος ο κόσμος διά τον καθ' ένα
τους είναι ο έτερος, τι τους μέλει διά τους άλλους;
Η χαρά δεν έχει ανάγκην λόγων διά να εκφρασθή, δεν ευρίσκει
μάλιστα λέξεις διά τούτο. Η ευτυχία που εγγίζει τους ουρανούς
σιωπά. Δεν εχόρταινε ο σερ Έδμον να θεωρή την αγαπημένην γυναίκα,
που ετόλμησε να έμβη στο σπίτι που την εδίωξαν, και να περιφρονήση
τον θάνατον, διά να τον επαναφέρη εις την ζωήν.
Αφού κατεπραΰνθη η πρώτη εκδήλωσις της χαράς των, ήρχισαν να
ανακουφίζουν τας καρδίας των ευχαρίστως ανακαλούντες εις την
μνήμην τας στιγμάς, που ο Έδμον λίγο έλειψε νανακαλύψη την ωραίαν
και τόσον επιφυλακτικήν νοσοκόμον. Τίποτε δε είχαν να μεφθούν ο
ένας τον άλλον. Όλα εφαίνοντο καλά και εις τους δύο. Ήσαν
ευτυχείς, ευτυχείς! Αυτό τους ήτο αρκετόν. Τίποτε άλλο δεν
εζητούσαν.
Εν τούτοις απεχωρίσθησαν με σκοπόν να ξανασυναντηθώσι και πάλιν.
Χωρίς να το ανακοινώσουν προς αλλήλους συνησθάνοντο ότι δεν
ημπορούσαν να ζήσουν πλέον εις το εξής αποχωρισμένοι. Άπειρα
εμπόδια αντετάσσοντο εις την ένωσίν των, αλλά ησθάνοντο την
δύναμιν να τα αποκρούσουν. Τίποτε άλλο δεν εθεωρούσαν πλέον
αδύνατον, παρά το να ζουν αποχωρισμένοι.
Όταν ο σερ Έδμον επέστρεψε εις την οικίαν της θείας του, η
ομήγυρις ήτο ανάστατος δι' αυτόν.
Η κ. Μπιρτών ήτο έξω φρενών. Η λαίδη Σούμεριλ κατείχετο υπό
υπερηφάνου οργής, και εσιώπα. Αι άλλαι γυναίκες του παρεπονούντο
με ακκισμούς, αυτός δεν έδιδε πεντάρα διά τίποτε από όσα
συνέβαιναν γύρο του. Όλα αυτά του εφαίνοντο ως ξένα. Τίποτε δεν
είχε στο νου του, παρά πότε να ξημερώσει η άλλη μέρα που θα
ξαναέβλεπε τη Μαλβίνα.
Εσύχναζε πλησίον της κάθε μέρα. Το θέλγητρον των συννεντεύξεών των
ήτο υπέροχον ένεκα των παρελθόντων δεινών. Τίποτε δεν
συλλογίζονται παρά πώς να εντρυφήση ο καθένας τους εις την
συναναστροφήν του άλλου. Θεωρούν ως άκρον αγαθόν να βλέπουν
αλλήλους, να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να το λέγουν
ανεπιφύλακτα. Έτσι περνούν τον καιρόν των ευχάριστα και δεν
καταλαβαίνουν πώς περνά. Ευρισκόμενοι εις πλήρη ολβιότητα δεν
συλλογίζονται τουλάχιστον, πώς να την καταστήσουν μόνιμον.
Ωστόσο η Μαλβίνα μέσα στην ευτυχίαν της εσκέπτετο και την υπόθεσιν
της Λουίζας, και πολλές φορές η αλγεινή εκείνη ενθύμησις
εφαρμάκωνε την απόλαυσιν της μετά του Έδμον συναναστροφής.
Επί τέλους δεν εβάσταξε και μίαν από αυτάς τας ημέρας του έκαμε
λόγον δι' εκείνην την υπόθεσιν.
Ο Έδμον εκοκκίνισε. Κάμποση ώρα έμεινε σιωπηλός. Έπειτα έλαβε και
τα δύο χέρια της και τα έβαλε επάνω στο στήθος του.
— Όλα τα λέγω σε σένα, είπε, και τίποτε δεν σου κρύβω. Μη βλέπεις
τι ήμουν άλλοτε! Λάβε υπόψιν τι είμαι τώρα, που εσύ με εξάγνισες
και με ανεβάπτισες. Μη λησμονείς, ότι υπό την επίδρασιν της
επιρροής σου επάνω μου δεν είμαι πλέον ο ασυνείδητος εκείνος
αστός, που ήμουν πριν σε γνωρίσω. Και έσο επιεικής δι' όσα
σφάλματα μέλλεις νακούσης, και από τα οποία συ με απήλλαξες τόσον
θαυματουργά.
— Αγνοείς λοιπόν, τι αδυναμία έχει σεσένα η ψυχή μου, Έδμον, και
μου κάμεις τέτοιους προλόγους! Μπορώ να λυπηθώ βέβαια για τα
περασμένα, μα όχι και να παύσω για τούτο να σαγαπώ άπειρα.
— Η υπόληψίς σου, Μαλβίνα, μου είναι η μόνη που ψηφώ στον κόσμο.
Και τώρα σεβόμενος την αλήθεια για να γίνω πιο άξιος της υπολήψεώς
σου, ίσως ριψοκινδυνεύω να την χάσω όλως διόλου.
— Μη ζητείς να δελεάσης με λόγια τον δικαστήν σου· Άφισε στην
αγάπην μου τη φροντίδα να σε υπερασπισθή. Αυτή έχει την δύναμη
υπέρ πάσαν άλλην ευγλωττίαν να δικαιολογήση τα πταίσματά σου και
να συγχωρήση τας πλάνας σου. Ποιός άλλος είναι αξιώτερος να
επινοήση επιχειρήματα προς αθώωσίν σου;
Τότε ο Έδμον βέβαιος εκ των προτέρων περί της ισχύος, την οποίαν
ασκούσε επί του πνεύματος της εξομολόγου του, εκάθισε στα πόδια
της και ατενίζων αυτήν κατάματα, για να παρατηρή και τας
λεπτοτέρας εκφάνσεις της εντυπώσεως, την οποίαν θα της επροξενούσε
η διήγησίς του, ήρχισε να εξομολογήται ούτω:
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.