ΤΑ ΚΑΤΑ TΗN ΛΟΥΙΖΑΝ

— Προ επτά ετών και πλέον η κ. Μπιρτών έλαβε ανάγκην να ταξιδεύση

στο Λονδίνον. Ήμουν τότε δεκαεννέα ετών και δεν ήθελε να μαφίση

μόνον. Εγώ συγκατένευσα, διότι μου ήρεσκε η αλλαγή. Αλλά ένας από

τους φίλους μου με έπεισε να μείνω στο Έδιμπουργκ, για να

διασκεδάσω στο γάμο του, που θα εγίνετο την Κυριακή.

Η νύμφη ήτο ομήλική μου, στην λαμπράν ακμήν της ωραιότητος. Αυτή

ήτο η φίλη σου η Κλάρα.

— Α! η Κλάρα! . . . έκαμεν ακουσίως η Μαλβίνα.

— Ναι, ευθύς διενοήθην να ελκύσω την συμπάθειάν της . . . Μη με

κατηγορείς διά τούτο. Οι γυναίκες του κόσμου είναι μόδα να έχουν

ένα το ολιγώτερον εραστήν, μου εφάνη λοιπόν, ότι θα ήτο αδιάφορον

ως προς τον φίλον μου, αν ήμουν εγώ ή ένας οιοσδήποτε άλλος ο

εραστής της συζύγου του. Αυτή αντεστάθη με όλην την δύναμιν της

ψυχής της, και τούτο με έκαμε να αγωνίζομαι με κάποιο πείσμα, διά

να την κατακτήσω, διότι αλλέως καθόλου δεν την αγαπούσα.

Εν τούτοις εν τω μεταξύ άλλο πρόσωπο προτιμότερο για μένα

παρενετέθη μεταξύ εμού και της Κλάρας. Είχε έλθει εκεί η αδελφή

της, η δεσπινίς Λουίζα, κόρη αθώα έως δεκαέξ ετών, Τα μεγάλα και

γαλανά μάτια της έδειχναν διάθεσιν προς ηδυπάθειαν, της οποίας δεν

είχε συνείδησιν. Με λίγες λέξεις απέκτησα αμέσως τον έρωτά της.

Αλλά η κ. Κλάρα έχουσα πικράν πείραν των ερωτικών μου επιθέσεων

και φοβουμένη ήδη διά την αδελφήν της, της απηγόρευσε κάθε σχέσιν

μαζί μου.

Τότε εγώ επείσμωσα και το έκαμα δουλειά μου, να την αποκτήσω, και

παρά τας επιβλέψεις και προφυλάξεις της κ. Κλάρας η Λουίζα μου

παρεδόθη.

Μετά τας πρώτας διαχύσεις μου επήλθε ο κόρος, διότι ουδέποτε

ησθάνθην αληθινόν έρωτα και διά την Λουίζαν, όπως και διά την

Κλάραν. Τότε άρχισα να την επισκέπτωμαι όσον ημπορούσα πιο σπάνια.

Αυτή άρχισε να μου παραπονείται, κεγώ άρχισα να την βαρύνωμαι, —

πράγματα δα συνηθέστατα εις τους τοιούτους έρωτας — Και τέλος

έπαυσα πλέον να την βλέπω.

Τότε απελπίσθη και ωμολόγησε στην αδελφήν της το πταίσμα της και

την ατυχή συνέπειαν του πταίσματός της, του οποίου ησθάνετο ήδη τα

συμπτώματα.

Άμα η Κλάρα έμαθε τα καθέκαστα, μου έγραψε με μεγάλην αγανάκτησιν,

την οποίαν της ενέπνεε η προς την αδελφήν της στοργή και η

καθυβρισθείσα τιμή της οικογενείας της. Μου προσδιόριζε δε το

μόνον υπολειπόμενον μέσον προς επανόρθωσιν του γενομένου κακού.

Δεν μπορούσα βέβαια να συζευχθώ σπουδαία με το μωρόν εκείνο και'

επιπόλαιον κοριτσάκι, αλλά για να το σώσω, εσκέφθηκα να το

νυμφεύσω με κάποιον άλλον.

Το γράμμα εκείνο το είχα λάβει στο κτήμα του λόρδου Δέρβυ. Ήταν

αυτός συγγενής μου, γεροντοπαλλήκαρο, πλουσιώτατος. Εγώ ήμουν ο

μόνος κληρονόμος του.

Αυτόν λοιπόν διενοήθην να δώσω στη Λουίζα. Άρχισα να του την

εκθειάζω, παριστών αυτήν τέτοιαν, που θα εφαίνετο αρεστή εις

εκείνον, όπως τον ήξαιρα. Του εζωγράφισα την ευδαιμονίαν που

έμελλε να διαχυθή εις τον βίον του από αυτόν τον γάμον, ώστε τον

εγοήτευσα, διότι έβλεπε την αφιλοκέρδειάν μου και την φιλίαν μου,

αφού με τον γάμον εκείνον εγώ θα εστερούμην την εις εμέ ήδη

κληρωθείσαν μεγάλην περιουσίαν του. Η φαινομενική αυτή

γεναιοφροσύνη μου ίσχυσε να τον πείσει, ότι πράγματι θα ήτο εύρημα

η νύμφη εκείνη.

Με εβίασε λοιπόν να πάμε στο Έδιμπουργκ, για να γνωρίση την

δεσποινίδα Τράνσβλεϋ. Εγώ έσπευσα να εκπληρώσω τον πόθον του και

ήρθαμε στο Έδιμπουργκ. Επήγα στης κ. Κλάρας. Η Λουίζα έλειπε στο

κτήμα του πατέρα της.

Όταν έμαθε τον σκοπόν της μεταβάσεώς μου, έφριξε η τιμία γυναίκα,

και αφού με ήλεγξε πολλαχώς και πολυτρόπως, ηρνήθη ολότελα να

συγκατανεύση να ιδή την αδελφήν της, να νυμφευθή ένα άλλον αθώον,

ενώ έφερεν εις την γαστέρα της τα τεκμήρια της επιβουλής της

ιδικής μου.

Αυτά μου φάνηκαν παραμύθια και αεροφιλοσοφίες — κατά τας τότε

ιδέας μου — και άφισα την κ. Κλάρα να τις χαίρεται. Επέστρεψα στον

λόρδον Δέβυ και τον έπεισα ναναχωρήσωμεν ευθύς διά το κτήμα του κ.

Τράνσβλεϋ. Όταν εφθάσαμε η Λουίζα ήτο στον κοιτώνα της. Ωμίλησα

ιδιαιτέρως τον πατέρα της περί του σκοπού της επισκέψεώς μας.

Αυτός έμεινε κατάπληκτος αναλογιζόμενος τα πλούτη και το λαμπρόν

γένος του λόρδου Δέρβυ, με τον οποίον του εφαίνετο ως μυθώδες να

συγγενεύση.

Όταν μετά τινας ώρας κατέβη η Λουίζα, θορυβηθείσα από την

παρουσίαν μου δεν ετολμούσε να υψώση τα μάτια της προς εμέ και

έμενε σχεδόν άφωνη. Ταύτα ο λόρδος Δέρβυ εθεώρησε ως συστολήν από

σωφροσύνην. Το δε ένοχον ερύθημά της το εθεώρησε ως εξ αιδημοσύνης

αθώας προερχόμενον, και η προς εμέ ψυχρότης της του εφάνη ως εξ

άκρας ηθικότητος, όθεν κατεγοητεύθη, και αν δεν εκρατείτο από την

ανάγκην της ευπρεπείας, θα εζήτει γάμον την ιδίαν ημέραν.

Για να πεισθή η Λουίζα να συγκατανεύση, δεν ήτο βέβαια εύκολον,

και μόνον εγώ θα ημπορούσα να της επιβληθώ και να την πείσω. Έβαλα

επιδέξια στα χέρι της ένα μπιλετάκι, που της έγραφα, ότι για καλό

και των δύο μας ήταν ανάγκη να την ιδώ εκείνο το βράδι. Όταν δε

έλαβε γνώσιν του περιεχομένου, μου ένευσε καταφατικά.

Τα μεσάνυχτα πήγα και την ηύρα στην κάμαρή της. Την εφίλησα με

περιπάθεια, και με λίγα λόγια της εξήγησα, ότι μου ήταν αδύνατον

να την νυμφευθώ διά λόγους κοινωνικούς, που η θεία μου θα

επροκαλούσε σκάνδαλον, ακόμη δε και θα με απεκλήρωνε, ώστε

προτιμότερον και γιαυτήν και για μένα ήτο να πάρη τον υπέρπλουτον

λόρδον Δέρβυ, άλλως τε εγώ τότε θα ευρίσκω καιρόν να την βλέπω

συχνότερα. Αυτό το τελευταίον την παρηγόρησεν ολίγον, έπαυσε να

κλαίει και εγώ με τας παρακλήσεις μου και με την επανάληψιν της

υποσχέσεως αυτής επήρα την συγκατάθεσίν της.

Όταν ο πατέρας της την άλλη μέρα την επροσκάλεσε και της

ανακοίνωσε την πρότασιν του λόρδου Δέρβυ, την ηύρε αρκετά

πρόθυμον. Αλλά ο γέρων ήθελε να συνεννοηθή και με την μεγαλυτέραν

του κόρην και μου είπε ότι πρέπει να περιμείνωμεν και τον ερχομόν

της κ. Κλάρας.

Εγώ όμως φοβούμενος την αρετήν της Κλάρας μήπως ανατρέψη το άχρι

τούδε κατορθωθέν, εβίασα κρυφά τον λόρδον να γρηγορεύση την

εκτέλεσιν του γάμου, πράγμα που αυτός περισσότερον επιθυμούσε.

Και για να τον ευκολύνω περισσότερον, ωμίλησα ιδιαιτέρως προς τον

κ. Τράνσβλεϋ, ότι δεν πρέπει ναφίσωμεν τον λόρδον Δέρβυ

περισσότερον ελεύθερον να σκεφθή, διότι πιθανόν αύριο να μη

θελήση, ότι διακαώς ποθεί σήμερα, διότι είναι γνωστόν ότι εξ

ιδιοτροπίας έμενεν άγαμος άχρι της ώρας. Και ακόμη για να του

δείξω ότι μόνον από ενδιαφέρον προς αυτόν και την οικογένειάν του

κάμνω ό,τι κάμνω, του υπενθύμισα, ότι εγώ ήμουν ο μόνος κληρονόμος

της περιουσίας του μιλόρδου, πράγμα το οποίον στερούμαι πλέον με

τον γάμον εκείνον, λίαν εκουσίως εν τούτοις και οικειοθελώς.

Ο κ Τράνσβλεϋ κατεπείσθη και ενέδωσε. Εκλήθη λοιπόν ο

συμβολαιογράφος και την εσπέραν εκείνην υπεγράφη το συμβόλαιον του

γάμου. Το δε πρωί ευλογήθη ο γάμος του Δέρβυ και της Λουίζας εις

το παρεκκλήσιον του πύργου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Το βράδι βράδι έφθασε και η κ. Κλάρα. Φαντάζεσαι την έκπληξιν και

την λύπην της. Μου έρριψε φοβερόν βλέμμα. Κατάλαβα πόσο έπασχε

ψυχικώς. Ωστόσο ευρεθείσα προ τετελεσμένου γεγονότος εκρατήθη και

έδειξε όλην την ημέραν αρκετήν αταραξίαν.

Το βράδι ανέβηκε στον κοιτώνα της με τη Λουίζα. Αφού ωμίλησαν μαζί

πολλήν ώραν, μου εμήνυσε να πάγω κεγώ. Ηύρα τη Λουίζα χλωμή και

μαραμένη. Τα μάτια της ήσαν νεκρωμένα. Ωμοίαζε με άνθρωπον που

έχει χάσει και την τελευταίαν του ελπίδα.

Η κ. Κλάρα με άρπαξε από το χέρι, με κάθισε μπρος στην Λουίζα και

μου είπε:

— Νά το θύμα σας! Κοιτάξατέ το, πώς αγωνιά μεταξύ καθήκοντος και

έρωτος. Εσείς είσθε ο αίτιος των δεινών της, και όμως μένετε

αναίσθητος. Η κόρη αυτή ήτο αθώα και σεις την απατήσατε. Ήτο απλή

και φιλαλήθης, και τώρα την εδιδάξατε να απατά τον άνδρα της όσο

ζη και είναι. Και δεν σας φθάνει αυτό, αλλά καταχρώμενος την προς

εσάς αδυναμίαν της θέλετε να φαρμακεύσετε και το υπόλοιπον της

ζωής της με αθεμίτους σχέσεις. Και όμως την παρασύρετε προς την

αμαρτίαν, χωρίς τουλάχιστον να την αγαπάτε, καθώς μου το

ωμολογήσατε. Εγώ την εφώτισα προ ολίγου και είδε το βάθος του

κρημνού, εις τον οποίον την ωθείτε. Είναι αποφασισμένη να μη πέση·

αλλά σεις έχετε τόσην δύναμιν και τόσην ασυνειδησίαν, ώστε

δύνασθε, άμα θελήσετε, να την παρασύρετε προς την άβυσσον και να

την καταστρέψετε. Σερ Έδμον Σέυμουρ, σας καθικετεύω, σας το ζητώ

ως χάριν, λυπηθήτε την αδελφήν μου. Μη την ταπεινώσετε

περισσότερον. Κάμνω έκκλησιν εις την γενναιοφροσύνην σας.

Αυτά λέγουσα η κ. Κλάρα σχεδόν εγονάτισε στα πόδια μου. Την

εσήκωσα ολίγον στενοχωρημένος από τας ηθικολογίας της. Και λέγω

προς την Λουίζαν.

— Θελκτική μου φίλη, σας είπα, νομίζω, τους λόγους, που μου είναι

αδύνατον να σας νυμφευθώ. Νυμφευομένη τον λόρδον Δέρβυ θα

απολαύσετε όλα του κόσμου τα αγαθά. Ιδού αναχωρώ αύριο. Έχει η κ.

Κλάρα να απαιτήση τίποτ' άλλο;

— Ναι, απεκρίθη εκείνη. Θέλω ναποφύγετε να συναντηθήτε ποτέ με

την Λουίζαν. Ούτε με λόγον σας ή με βλέμμα να δώσετε να ενοήση τις

τας τέως ολεθρίας σχέσεις σας.

— Καμιά από τις γυναίκες που με αγάπησαν δεν έλαβε ποτέ αιτία να

παραπονεθεί για αθυροστομία μου ή ελαφρότητά μου. Αποκρίθηκα εγώ

με φιλαυτίαν.

— Αδερφή μου! φώναξε κλαίουσα η τρυφερά Λουίζα, ο κ. Έδμον είναι

άγγελος. Χάριν της ευτυχίας μου παρητήθη από τα εκατομμύρια του

λόρδου Δέρβυ.

— Ναι, η ψυχή του σερ Έδμον είναι κατά τινας περιστάσεις

υπέροχος. Αυτές οι αρετές του είναι που δελεάζουν και καταστρέφουν

τας δυστυχισμένας γυναίκας . . . Είμεθα σύμφωνοι λοιπόν, σερ

Έδμον· δεν είν' έτσι;

— Σύμφωνοι, είπα, και τας απεχαιρέτισα.

Το πρωί απεχαιρέτισα επίσης και τους κυρίους Τράνσβλεϋ και Δέρβυ

και ανεχώρησα εις Λονδίνον. Εκεί εν μέσω λαμπροτάτων ομηγύρεων

ευνοούμενος από τας ερασμιωτέρας γυναίκας ελησμόνησα σχεδόν την

Λουίζαν. Αλλά φαίνεται, ότι κάποιος ολέθριος δαίμων την κατεδίωκε.

Τέλος του φθινοπώρου η θεία μου με πήρε μαζί της στα λουτρά του

Βαθ. Την εποχήν αυτήν συναθροίζονται εκεί οι περιφανέστεροι

κάτοικοι της Μεγ. Βρετανίας. Εκεί κατά κακή σύμπτωση ήταν και ο

λόρδος Δέρβυ με την νεαράν σύζυγόν του. Θυμήθηκα την υπόσχεση που

είχα δώσει στην κ. Κλάρα — και είχα όλη τη διάθεση να την τηρήσω —

και στενοχωρέθηκα. Απεφάσισα να μην ιδώ τη Λουίζα, αν μπορέσω,

χωρίς να παραβώ τους όρους της ευπρεπείας.

Εν τούτοις είπαμε, κακός δαίμων την εκυνηγούσε.

Η κ. Μπιρτών χωρίς να ξαίρη τίποτε από τα προηγούμενα, μου

επρότεινε μια μέρα να πάμε να επισκεφθούμε το συγγενή μας λόρδον

Δέρβυ. Εγώ εθορυβήθηκα, αλλά δε είχα ευλογοφανή αιτία να αποφύγω

την επίσκεψιν. Δε ήθελα δε να υποτεθή ότι έχω τίποτε με τον

λόρδον, για να μην το εκλάβουν, ότι του βαστώ κάκια που με το γάμο

του μου εστέρησε τα εκατομμύριά του. Μία τοιαύτη υποψία μου έγγιζε

φοβερά την φιλοτιμία μου. Για τούτο ηναγκάσθην να ακολουθήσω την

θείαν μου.

Η Λουίζα, όταν με είδε, τα έχασε. Η σύγχυσις που την κατέλαβε, το

ερύθημα που διεχύ0η στο πρόσωπόν της, η ευστροφία και η χάρη της

με κατεγοήτευσαν. Η εγκυμοσύνη της ακόμη έρριπτε εις όλον το σώμα

της κάποιο θελκτήριον προκλητικώτατον, που δεν μπόρεσα ναντισταθώ

στον πειρασμόν του.

Την απαντούσα πάντοτε στους χορούς και στας συναναστροφάς, που την

επευφημούσαν όλοι και την εθαύμαζαν. Την έβλεπα συχνά στα κατάλυμά

της. Πολλές φορές δε και μόνην. Δεν επιχειρώ να σου εκθέσω

ανωφελώς τα περιστατικά που συνέργησαν να μας ενώσουν και πάλιν. Η

Λουίζα είχε γίνει πια μαλακή ναι πιο καλόβολη, λησμόνησε τα

συζυγικά της καθήκοντα και μου παρέδωκε κάθε δικαίωμα, που μου

είχε στερήσει ο γάμος της.

Σε κάθε άλλον ήταν ψυχρά και σώφρων, ενώ κατείχε το αριστείον της

καλλονής και όλες την εζήλευαν εις το Βαθ, των δε ανδρών έτρεχαν

τα σάλια τους. Όχι λοιπόν από έρωτα, αλλά από ματαιότητα, για να

φανώ σόλους αυτούς τους ηλιθίους ότι εγώ είμαι ο νικητής κάθε

σωφροσύνης των γυναικών, μηδ' αυτής της ακαταμάχητης Λουίζας

εξαιρουμένης, ελησμόνησα την υπόσχεσιν μου και παρέβην τον λόγον

μου.

Αι σχέσεις μας διήρκεσαν πολύ. Η ανυποψία του λόρδου Δέρβυ έκαμνε

τας συνετεύξεις μας ελευθέρας, και τίποτε δεν μας εμπόδιζε.

Άρχισα δα να βαρύνωμαι τας συνεντεύξεις αυτάς, που άλλοι θα έδιδαν

τα πάντα και διά ημίσειαν μόνην. Τέλος ένας κακώς διωγμένος από

την Λουίζαν αντεραστής μου, μαντεύσας τα καθέκαστα έσπευσε να

φωτίση τον σύζυγον. Και επειδή η άκρα άχρι τούδε εμπιστοσύνη του

μας είχε κάμει απροσέκτους, εύκολα μας έπιασε στα πράσα . . .

Όποιος γνωρίζει την ιδιοτροπίαν και την ευθύτητα του λόρδου Δέρβυ

φαντάζεται τον θυμόν και την λύσσαν που τον κατέλαβε.

Ήθελε να εκδικηθή δημοσία. Η οργή του δεν εστράφη κατ' εμού, αλλά

κατά της γυναικός του.

Εγώ ηθέλησα να την υπερασπισθώ και να στρέψω όλον τον θυμόν του

εναντίον μου λέγων ότι η Λουίζα ήθελε μείνει μέχρι τούδε αθώα, αν

διά να την νικήσω δεν μετηρχόμην βίαν σχεδόν. Αλλ' αυτός εφρύαξε

και είπε:

— Εσύ είχες μαζί της σχέσεις πολύ πριν γίνει σύζυγός μου. Το

παιδί της είναι δικό σου. Τώρα ανοίγουν τα μάτια μου και

καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Τώρα εξηγώ, γιατί με βίασες να την πάρω

θυσιάζων τα κληρονομικά σου δικαιώματα επί της περιουσίας μου.

Έπειτα δε κρύπτων την οργήν του με επήρε ιδιαιτέρως και μου είπε:

— Όλα σου τα συγχωρώ και σε κάμνω εκ νέου κληρονόμον μου, αν

ομολογήσης επί δικαστηρίου τας αθεμίτους μετά της Λουίζας σχέσεις

σας.

— Αν μου επρότεινεν άλλος κανείς τέτοια πράγματα, του λέγω, ήθελα

του αποκριθή με το σπαθί μου.

— Δεν σου τα ξαναλέω, είπε σκυθρωπός γενόμενος. Μεσένα τελείωσα.

Για την μιαράν συνένοχόν σου μένε ήσυχος. Αφού δεν μπορώ να την

καταδιώξω δημοσία, μια που δεν έχω μάρτυρας, σε λίγο δεν θάχεις

πλέον τίποτε να φοβηθής γιαυτήν.

Τι σκοπεύεις να κάμης, για όνομα του Θεού!

— Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα. Πολύ λιγώτερο σε σένα.

Απεχωρίσθημεν. Την άλλη μέρα ανεχώρησε κρυφά με τη γυναίκα του

σένα μακρυνό κτήμα του στη Νόρθυμπρυ.

Η λύπη για τα γεγονότα με είχε ταράξει πολύ. Η θεία μου νόμιζε ότι

η λύπη μου προήρχετο διότι εστερήθηκα την συναναστροφήν της λαίδης

Δέρβυ. Για να με διασκεδάση λοιπόν, μου επρότεινε να επιστρέψωμε

στα Λονδίνο. Εκεί ανανέωσα τας παλαιάς μου σχέσεις, και συνέδεσα

άλλας νέας, δεν ηθέλησα δε νακολουθήσω την κ. Μπιρτών

επιστρέφουσαν εις Έδιμπουργκ. Αισθάνθηκα μάλιστα κρυφή χαρά για

την αναχώρηση της. Παραδόθηκα σαν τρελός εις όλας τας ακαθέκτους

ορμάς της νεότητος.

Προσεκλήθην εις μεγαλοπρεπή εορτήν της δουκίσσης του

Πέτερσμπουργκ. Αυτή δε η περίφημη και ωραιοτάτη γυναίκα δεν άργησε

να μου ανάψη νέα αισθήματα. Τόσο ήμουν επιπόλαιος· οσάκις έβλεπα

νέα κάλλη ησθανόμην και νέας επιθυμίας. Το εσπέρας στα δείπνο

καθήμενος κοντά της τής ωμιλούσα σιγά κεκείνη μου έκαμνε την

ερωτευμένην. Η φιλαυτία της κολακευομένη έμελλε να την κάμη να μου

παραδοθή. Έξαφνα κάποιος πλησίον μου ωμίλησε διά την λαίδη Δέρβυ.

Άκουσα να λέγει ότι απέθανε υπό φρικαλέας περιστάσεις . . Αι

λεπτομέρειαι τας οποίας διηγείτο περί του λυπηρού τούτου συμβάντος

δεν άφισαν στα πνεύμα μου καμίαν αμφιβολίαν. Εμελαγχόλησα. Έγινα

αναίσθητος εις τας φιλοφρονήσεις της ζωηράς και αβρόφρονος

Δουκίσσης του Πετερσβούργου.

Ελυπούμουν από τύψιν του συνειδότος, διότι το τρυφερό εκείνο

άνθος, η δυστυχής Λουίζα, εμαράνθη τόσον προώρως· και η ιδέα, ότι

εις τον μαρασμόν τούτον ήμουν εγώ ο αρχικός και τελικός αίτιος, με

έκαμνε ανήσυχον. Ήθελα να μάθω. Το Λονδίνον δεν είχε πλέον κανένα

θέλγητρο για μένα. Απεφάσισα ναναχωρήσω επιστρέφων εις Σκωτίαν,

επέρασα από την Νόρθυμπρυ, κοντά από το κτήμα του λόρδου Δέρβυ.

Άφισα το αμάξι εις Δύρχαμ και τράβηξα μόνος και πεζός προς τον

πύργον του λόρδου. Ο δρόμος ήταν δύσβατος. Επερπατούσα ελικοειδώς

διά μέσου θάμνων ακάρπου μυρίκης. Ομίχλη πυκνή ηύξανε τας

δυσκολίας του δρόμου και τον έχασα. Επεριπλανήθηκα. Μόλις προς το

βράδυ αραιώθηκε η ομίχλη.

Τότε διέκρινα από μακράν μίαν γυναίκα, η οποία ανέβαινεν επιπόνως

προς μοναχικήν καλύβαν, που μόλις κανείς την ξάνοιγε από κει που

ευρισκόμουνα. Μου φάνηκε πώς ήταν η κ. Κλάρα. Έτρεξα κατόπι της

και την έφθασα. Ήταν εκείνη τωόντι. Έφριξε όταν με είδε.

— Σεις εδώ! ανέκραξε κατάχλωμη.

— Κυρία, της λέγω. Επήγαινα να κλαύσω στον τάφο της Λουίζας.

Επεριπλανήθηκα και έχασα τον δρόμο. Ευτύχημα που σας ευρίσκω.

Πέστε μου έναν καλό λόγο, μίαν παρηγορία . . .Τι σημαίνει η καλύβη

εκείνη, προς την οποίαν μου φαίνεται ότι διευθύνεσθε;

— Τι ερωτάτε; Θέλετε λοιπόν να την παραδώσετε εκ νέου στην

εξουσία του ολεθρίου εκείνου τυράννου, που της εδώσατε για

σύζυγον!

— Για όνομα του Θεού, τι είν' αυτά που λέτε, κυρία Κλάρα;

— Τότε λοιπόν πώς ευρίσκεσθε εδώ;

Ηναγκάσθην να της εξηγήσω τον λόγον και να την καθησυχάσω. Ο

λόρδος Δέρβυ με είχε συκοφαντήσει, ότι για να επανακτήσω τα

κληρονομικά μου δικαιώματα επί της περιουσίας του ωμολόγησα δήθεν

τους προηγουμένους μου αθεμίτους έρωτας με την Λουίζαν.

Έφριξα διά την κακοήθειαν του λόρδου και εχρειάσθη πολύ πειθώ εκ

μέρους μου διά να απαλείψω την συκοφαντίαν ταύτην. Αλλά το μίσος

της Κλάρας προς εμέ δεν έγινε διά τούτο ολιγώτερον. Ωστόσο την

παρεκάλεσα να μου διηγηθή, με τι τρόπον έσωσε την Λουίζαν,

υποσχόμενος ποτέ να μη θελήσω να την ιδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ

Η κ. Κλάρα άρχισε ως εξής:

— Άμα ο λόρδος Δέρβυ έφερε εδώ την δυστυχισμένην αδελφήν μου, την

έκλεισε εις πύργον μοναχικόν και της είπε ότι επί ζωής της δεν

έχει πια να βγη από εκεί μέσα, ότι δεν θα ιδεί ποτέ το τέκνον, το

οποίον θα γεννήση, και ότι δεν θα λάβη ποτέ καμίαν είδησιν από

τους συγγενείς της.

Η Λουίζα απελπίσθη. Τρόπος δεν υπήρχε να γλυτώση από την φυλακήν

της. Να συνενοηθή μαζί μου δι' επιστολής της ήτο αδύνατον. Εν

τούτοις εγώ εξακολουθούσα να της γράφω εις Βαθ, αλλά καμίαν δεν

ελάμβανα απάντησιν. Μετά πολλάς ερεύνας και επιμόνους ζητήσεις

κατώρθωσα να μάθω, ότι ήτο εις Νόρθυμπρυ και έσπευσα εκεί.

Όταν με είδε ο λόρδος, επάγωσε. Με υπεδέχθη πολύ άσχημα. Εγώ δεν

επρόσεξα εις τας ύβρεις του, ήθελα μόνο να ιδώ τη Λουίζα. Δεν

έδωσα σημασία στας απειλάς του. Επέμεινα ισχυρώς, και τέλος

θέλοντας και μη μου επέτρεψε να εισαχθώ κοντά εις την Λουίζαν

λέγων μου:

— Συγκατανεύω να σε αφίσω να πας κοντά της, για να μην την αφίσης

να πεθάνη. Θέλω να ζη και να βασανίζεται, διότι το αμάρτημά της

ήτο μέγα και ανάλογη πρέπει να είναι η τιμωρία. Μείνε κοντά της

έως ότου γεννήσει. Εγώ θαπομακρυνθώ από εδώ έως τότε.

Όταν εμβήκα μέσα στον πύργο, η θύρα του εκλείσθη οπίσω μου βαρεία.

Κατάλαβα ότι συνεφυλακίσθην μετά της αδελφής μου. Τότε ερρίχτηκα

στην αγκαλιά της και ενώσαμε μαζί τα δάκρυά μας, αλλά αυτά κανέν

πρακτικόν αποτέλεσμα δεν έχουν. Άρχισα να σκέπτωμαι, ποία μέσα

πρέπει να μεταχειρισθώ, για να την σώσω. Να καταφύγω στον πατέρα

μου θα ήτο ανωφελές, αν εμάνθανε την ολεθρίαν αφροσύνην της

αδελφής μου, θα ήτο αυστηρότερος προς αυτήν και από τον σύζυγόν

της· εγνώριζα τας αρχάς του. Με τους έξω ανθρώπους δεν μας

επετρέπετο καμία συγκοινωνία. Τέλος πάντων η τύχη μας εβοήθησε

καλύτερα από κάθε άλλο. Μετ' ολίγας ημέρας η αδελφή μου ησθάνθη

τας ωδίνας του τοκετού. Οι φύλακες αν και μας εφύλατταν ως

κέρβεροι μακράν από τον άλλον κόσμον, δεν ημπόρεσαν να μου

αρνηθούν την χάρη, να μας φέρουν τέλος πάντων ένα γιατρό.

Ο γιατρός ήταν άνθρωπος πονόψυχος, συνεκινήθη από την συμφοράν που

μας ηύρε, και επείσθη να μας υπηρετήση. Εν πρώτοις εκοινολόγησε,

ότι η λαίδη Δέρβυ διέτρεχε μεγάλον κίνδυνον. Οι φύλακες εφοβήθησαν

μήπως, αν αποθάνη, τους τιμωρήση ο κύριός των, και εχαλάρωσαν

ολίγον τον περιορισμόν μας. Έλαβα την άδεια να πηγαινοέρχομαι στο

χωριό, κέτσι προετοίμασα ότι εχρειάζετο, για να εκτελέσω το

σχέδιον, που είχαμε συμφωνήσει με τον ιατρόν.

Επρομηθεύθην μίαν χωρικήν ως νοσοκόμον, και κατώρθωσα να την πείσω

να γίνη συνεργός μου. Η καλύβα που βλέπεις εκεί κάτω είναι δική

της.

Η Λουίζα γέννησε καλά ένα αγοράκι χαριτωμένο, και γρήγορα

ανέρρωσε. Όταν πλέον ήταν εις κατάσταση να περιπατή, ο φίλος μας

ιατρός εκοινολόγησε, ότι η κυρία ήταν πολύ άρρωστη και ότι

θαπέθνησκεν ίσως. Διά τούτο ήτο ανάγκη να μείνη την νύκτα πλησίον

της. Έμεινε λοιπόν· με την βοήθειαν δε και της νοσοκόμου

εκαταφέραμε εκείνην την νύκτα να την αποφυλακίσωμεν μαζί με το

βρέφος επιβιβάσαντές την εις όχημα, που μας έφερε ο ιατρός και το

είχε τοποθετήσει έξω από τα τείχη του περιβόλου.

Έτσι εκείνη την εστείλαμε στην καλύβα και μένει ακόμη εκεί. Εμείς

με τα ενδύματά της εσχηματίσαμε το ομοίωμά της, είδος κούκλας, και

το ετοποθετήσαμε στην κλίνη της, διεδώκαμεν δε ότι απέθανε. Ο

ιατρός έκαμε το πιστοποιητικόν του θανάτου και εγώ είπα ότι θέλω

να τη βάλω μόνη μου στο φέρετρο.

Ετύλιξα το ομοίωμα σένα σάβανο και το βάλαμε στο νεκροκρέββατο,

χωρίς να καταλάβη κανείς τον δόλον, που δεν μπορούσαν βέβαια ποτέ

να τον υποψιασθούν. Έπειτα εκάμαμε την κηδείαν με όλην την

ευπρέπειαν και παράταξιν.

Αφού δε ετελείωσεν η κηδεία, έφυγα από τον πύργον και έσπευσα να

εύρω την αγαπητήν μου αδελφήν στην καλύβα, που απέχει περί τα έξ

μίλια από την φυλακήν της. Τρεις εβδομάδες τώρα την έχω εκεί,

διότι πάσχει και δεν μπορώ να την μετακομίσω. Ελπίζω να γίνη καλά

και να την φέρω εις ένα καταφύγιον απόκρυφον, μακράν από τα

βάσκανα βλέμματα του κόσμου, μαζί με το παιδί της, που είναι και

παιδί σας.

Η διήγησις αυτή με συνεκίνησε πολύ και είπα στην κ. Κλάρα, ότι

εννοώ ναναλάβω την συντήρησίν των εγώ δι' εξόδων μου, εμβάζων προς

αυτήν κάθε χρόνο κρυφίως το απαιτούμενον ποσόν, αλλά αυτή δεν το

εδέχθη. Τότε της επρότεινα να καταθέτω χρήματα εις μίαν τράπεζαν

χάριν του παιδιού. Αυτό έγινε δεκτόν και απεχωρίσθημεν με

αμοιβαίαν υπόσχεσιν κανείς άλλος να μη μάθη τίποτε περί της

Λουίζας.

Εγώ γύρισα στο Έδιμπουργκ. Μετ' ολίγους μήνας η δυστυχής Κλάρα

έχασε τον σύζυγόν της, αυτή δε έμεινε πτωχή και το κτήμα χρεωμένο.

Ο πατέρας της όμως την εβοήθησε και εξηγόρασε το κτήμα από τους

δανειστάς, διότι το αγαπά πολύ και αυτού απεφάσισε να περάση το

υπόλοιπον του βίου της.

Όσες φορές της έστειλα γράμμα για να μάθω περί της Λουίζας,

απάντησιν δεν έλαβα καμίαν, ούτε τον λόρδον Δέρβυ είδα από τότε.

Είχε αποτραβηχθή σένα απόμακρον κτήμα του.

Πέντε χρόνια πέρασαν από τότε και όλα ήρχισαν να λησμονούνται.

Αλλά η τελευταία σχέσις η δική σου με την κ. Κλάραν ανέξεσε τας

παλαιάς πληγάς

Τα άλλα τα γνωρίζεις, Μαλβίνα. Τώρα κρίνε και πράξε.

Μαλβίνα! συ με γλύτωσες από το θάνατο. Αλλά θα λυπούμαι που δεν

μάφισες να πεθάνω, αν τώρα που άκουσες αυτήν την ιστορία, κρίνης

ότι δεν είμαι άξιος διά την αγάπη τη δική σου.

— Έδμον, ότι και να έκαμες, δεν μπορώ να μη σαγαπώ. Εσύ είσαι η

μοίρα μου. Μόνος ο θάνατος μπορεί να σβήση την αγάπη μου σε σένα,

οποιαδήποτε και αν είναι τα φταιξίματα τα δικά σου, ή τα καθήκοντα

τα δικά μου.

Τότε την έσφιξε στο στήθος του γεμάτος από κατάνυξη, εκείνη δε εις

την απόλαυσιν της τοιαύτης διαχύσεως εσυγχώρησε όλα του τα

παρελθόντα και ελησμόνησε όλους της τους φόβους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ

Η Μαλβίνα επήρε το γράμμα από την κ. Κλάρα. Το γράμμα αυτό την

έφερε στην πραγματικότητα. Θυμήθηκε ότι εκτός του κ. Έδμον είχε

και άλλο πλάσμα στον κόσμο, το οποίον ώφειλε να αγαπά, και ήτο

πλέον καιρός να το θυμηθή.

Η κ. Μπιρτών άρχισε νανησυχή για τον ανιψιόν της, που τον έχανε

κατά συνεχή διαλείμματα κέβαλε την κ. Φέμπικ να τον ρωτήση, πού

χάνεται; Εκείνος της είπε πώς περνούσε τις μέρες του στης κυρά-

Μούδης. Τότε διέταξε την Τάπα να πάη εκεί και να μάθη με τρόπο:

ποιος και ποιος ευρίσκεται στης κυρά-Μούδης.

Αυτή η έρευνα εφόβισε την Μαλβίναν. Καιρός ήτο πλέον να αναχωρήση.

Άμα ήλθεν ο κ. Έδμον, του τα είπε όλα.

— Αγαπημένη μου, πώς βαστά η καρδιά σου να μαφίσης; δεν είμαστε

και οι δύο ελεύθεροι; ποιος μας εμποδίζει να ενωθούμε;

— Φίλτατέ μου, μου είναι αδύνατον ναντισταθώ πλέον σε ότι εσύ

θέλεις. Αλλά ο ερωτάς σου μέκαμε να λησμονήσω τους όρκους μου,

προσφεύγω στη γενναιοφροσύνη σου. Μην καταχρασθής την δύναμιν που

έχεις επάνω μου, αλλά στήριξέ με στο καθήκον μου.

— Λοιπόν μάθε ότι ο λόρδος Χέριντεν έδωσε εις την κ. Μπιρτών

έγγραφον, δυνάμει του οποίου έχει το δικαίωμα να σου αφαιρέση την

Φανήν μόλις νυμφευθείς.

— Α! καλύτερα θα ήτο να με σκότωνες, παρά να μου φέρεις τέτοια

είδηση.

— Τίποτε απ' αυτά. Και ο γάμος μας θα γίνη και τη Φανή θα έχεις

κοντά σου. Θα σε βοηθώ μάλιστα και στην ανατροφήν της, αν το

επιτρέπης.

— Με μαγεύεις! Και πώς θα το καταφέρουμε αυτό;

— Άκουσε λοιπόν. Αύριο την αυγή, μόλις γλυκοχαράξη, πας εσύ στο

παραθαλάσσιο εξωκκλήσι των βασιλέων της Σκωτίας, κτήμα καθολικών

ιερέων. Εκεί θα σε περιμένω. Τελούμεν τους γάμους μας μυστικώς.

Αφού δε εξέλθωμεν του ναού, σε φέρνω σένα κτήμα, που ένας φίλος

μου συγκατανεύει να μου το πουλήση κρυφά. Εγώ τότε αναχωρώ διά το

Λονδίνον, γνωρίζομαι με τον λόρδον Χέριντεν, τον κάμνω να με

εκτιμήση, και αυτός ευσπαχνιζόμενος τον έρωτά μας ενδίδει στας

παρακλήσεις μου και μας αφίνει την κόρη του. Παίρνω απ' το χέρι

του έγγραφον, το βάζω στον κόρφο μου και σου το φέρνω πετώντας σαν

τα πουλί. Η Φανή τότε μένει δική σου, και συ πάντα δική μου.

Σύμφωνοι;

Η Μαλβίνα γεμάτη χάρη, χαμηλοβλεπούσα, με κόκκινα τα μάγουλα από

αιδώ:

— Έδμον, του λέγει, μόνον όταν επιστρέψης θριαμβευτής από το

Λονδίνον συγκατανεύω να με στεφανωθείς.

— Όχι! δεν φεύγω πια από κοντά σου, πριν γίνης δική μου και κατά

νόμον. Σου ορκίζομαι δεν τα κουνώ από δω, ο κόσμος να χαλάση.

— Μην παραφέρεσαι, Έδμον. Μην ελπίζεις, πως θα υποχωρήσω από

φόβον εγώ, που δεν υποχωρώ ουδέ από αγάπη.

— Μη μου ομιλείς για αγάπη! Ποτέ δεν με αγάπησες, Μαλβίνα.

— Τολμάς και λες πως δεν σαγάπησα! Πως δεν σαγαπώ! είπε εκείνη με

μεγάλο άλγος ψυχής. Ως τόσο βασιλεύεις ως τύραννος μέσ' στην ψυχή

μου.

— Με λόγια μάλιστα, αλλ' όταν ζητήσω έμπρακτον απόδειξιν των

λόγων σου, μου φέρνεις τον κατακλυσμόν.

Η Μαλβίνα τον επλησίασε και τον εχάιδευσε.

— Αν εγνώριζες πόση λύπη μου προξενούν τα λόγια σου! Ακούς εκεί

ναμφιβάλλης για την αγάπη μου . . .

Ο Έδμον την έσφιξε στην αγκαλιά του με περιπάθεια πρωτοφανή.

— Άγγελε μου, Μαλβίνα μου, γιατί μαφίνεις και βασανίζομαι; . . .

Τα μάγουλά του άναψαν, τα μάτια του μισοκλεισμένα μαχμούρικα. Την

έσφιγγε και άσθμαινε.

Η Μαλβίνα φοβήθηκε και κατέβαλλε κόπους ναποσπασθή από τα χέρια

του. Εκείνος την κρατούσε γερά.

— Για όνομα του Θεού τι σκοπεύεις να κάμης; θέλεις να στερήσεις

μόνος σου την αρετήν της συζύγου σου . . .

— Είσαι δική μου . . . κανείς δεν θα σαποσπάση . . .

— Και πώς θα δεχθής αύριο το χέρι μου, όταν μαζί μαυτό δε θα

μπορώ να σου προσφέρω και την αρετήν μου;

— Αρετή σου μου είναι η αγάπη σου η ανεπιφύλαχτη. Η απόλαυσις

είναι της αγάπης η επισφράγισις.

Η Μαλβίνα ερριγούσε από ηδονή στην αγκαλιά του. Ωστόσο κατέβαλε

υπεράνθρωπον προσπάθειαν να συγκρατηθή.

— Άφισέ με! εφώναξεν έκφρων.

Κατάπληκτος εκείνος χαλαρώνει τους βραχίονας του και πετιέται η

Μαλβίνα από την αγκαλιά του. Εκείνος τρέχει και γονατίζει στα

πόδια της.

— Πήγαινε, του λέγει, και εκτέλεσε ό,τι μου υπεσχέθης.

Ο Έδμον σηκώνεται.

— Πηγαίνω, Μαλβίνα. Δεν θα με ξαναϊδείς πλέον.

Και γίνεται άφαντος, πριν εκείνη προφθάση να συνέλθη.

Άμα έφθασε στο σπίτι του ο Έδμον, έπεσε στο κρεββάτι του με

πυρετόν. Όταν το έμαθεν η Μαλβίνα έχυσε πύρινα δάκρυα. Φοβήθηκε να

μην πάθη πάλιν τα ίδια εξ αιτίας της. Μετενόησε διότι του εφέρθη

τόσον σκληρά και εκάθισε και του έγραψε.

— Αγαπητέ μου Έδμον.

Ζήσε για τη Μαλβίνα σου. Εγώ δεν θέλω τη ζωή χωρίς εσένα, ώρισέ

μου την ώρα και τον τόπο που θα στεφανωθούμε και είμαι πρόθυμη να

πετάξω για να εκπληρώσω τη θέλησή σου.

Μαλβίνα.

Η επιστολή αυτή εθαυματούργησε.

Την άλλη μέρα ο Έδμων εσηκώθηκε καλά και έτρεξε προς την Μαλβίναν

χαρά γεμάτος.

Η Μαλβίνα απαυδήσασα πλέον από την διαρκή εσωτερικήν πάλην των

συναισθημάτων της απεφάσισε να ενδώση εις τας δικαίας αξιώσεις του

Έδμον και ότι ήθελε ας εγίνετο, ο έρως ανελάμβανε τα κυριαρχικά

του δικαιώτατα.

— Ότι και αν μέλλει να προκύψη, είπε, τετέλεσται πλέον, δεν

αναιρώ την υπόσχεσίν μου.

— Παρήγγειλα στον φίλον μου Κάρολον Βέυμαρ να εύρη ένα καθολικόν

ιερέα, ο οποίος να ευλογήση τον γάμον μας. Αυτός και η κ. Μούδη θα

μας χρησιμεύσουν ως μάρτυρες. Κανείς άλλος δεν θα μάθη τίποτε. Το

αγροκήπιον που θα καταφύγωμεν είναι κτήμα του Καρόλου και μου το

επώλησεν επ' ονόματί σου. Εν πάση εναντία περιπτώσει θα ζήσης εκεί

ήσυχα με την θυγατέρα σου, μακράν από τον κόσμον, το οποίον άριστα

συμβιβάζεται με τον χαρακτήρα σου.

Αν λοιπόν κατορθώσω να πείσω τον λόρδον Χέριντεν, κοινολογώ ευθύς

τον γάμον μας και θριαμβευτικώς σε φέρνω στο κτήμα μου κοντά στο

Γκλάσκωου.

Αν πάλιν ο λόρδος δεν πεισθή, τότε δεν λέμε τίποτε εις κανένα διά

την ένωσίν μας και συ μεν διαμένεις στο κτήμα που είπαμε, εγώ δε

όταν έρχωμαι, λαμβάνω τα μέτρα μου και ανεβαίνω από κρυφό

παραπόρτι του περιβόλου, χωρίς να μας παίρνει κανένας είδησιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'.

ΓΑΜΟΣ

Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα ενεδύθη με απλό φόρεμα, εφόρεσεν ψάθινο

καπέλλο με άσπρο τούλι πυκνό, ανέβη εις την άμαξαν μαζί με την

κυρά-Μούδη και τράβηξε για το προσδιωρισμένο εξωκκλήσι.

Ο Έδμον την επερίμενε εκεί. Έτρεξε να την βοηθήση να κατέβη. Το

χέρι της έτρεμε στη φούχτα του Έδμον.

— Θάρρος, αγάπη μου. της λέγει με τρυφερότητα. Είναι αυτή η ώρα η

ευλογημένη, που θέτει τέρμα εις όλα μας τα δεινά. Έλα, το

θυσιαστήριο είναι έτοιμον να δεχθή τους όρκους μας. Εμένα

επροτίμησες υπέρ πάντα άλλον. Εγώ θα σε προστατεύω εις το εξής και

μη φοβείσαι.

Και την ωδήγησε μέσα στην Εκκλησία. Προχωρούσε σιγά στηριζομένη

στο μπράτσο του. Προσήλθε ο φίλος του κ. Βέυμαρ και την εχαιρέτισε

υποκλινώς.

— Όλα έτοιμα, είπε. Ο ιερεύς σας περιμένει.

Η Μαλβίνα δεν επρόφερε λέξιν.

— Γιατί είναι τρομαγμένη η ψυχή σου; της είπεν ο Έδμον Φοβείσαι

λοιπόν μήπως με ιδής ευτυχισμένον;

— Όχι δα! είπεν εκείνη με ιλαρόν μειδίαμα. Η ταραχή μου είναι

πολύ ευλογοφανής και δεν πρέπει να σε εκπλήττει.

Όταν επλησίασαν εις το θυσιαστήριον, ο ιερεύς εστέκετο

εστολισμένος με τα ιερά άμφια κρατών ανά χείρας το ιερόν

ευχολόγιον.

— Α! έκαμεν ο Έδμον, άμα τον είδε. Σεις εδώ, κύριε Πρίορ!

Ρίγος θανατηφόρον διεχύθη στην καρδιά του ιερέως, άμα ανεγνώρισε

τους ενώπιον του ισταμένους, και το βιβλίον έπεσε από τα χέρια

του.

Η Μαλβίνα μέσα στην κατάπληξιν, όπου εδοκίμαζε διά το απρόοπτον

της συναντήσεως, εσκέφθη ότι της παρουσιάζετο ευκαιρία εξαισία

ναποκαταστήση περιφανώς την άλλοτε διασαλευθείσαν εμπιστοσύνην του

Έδμον, ως προς τα αισθήματά της προς τον κ. Πρίορ. Ενίκησε την

ταραχήν της και επροχώρησε προς τον ιερέα.

— Αιδεσιμώτατε, του λέγει, αναμφιβόλως η αγαθότης της Προνοίας

σας έστειλεν εδώ, για να μου δώσετε με τα χέρια σας την ευτυχίαν

μου.

— Και πιστεύετε, κυρία, ότι εγώ θα . . .

— Ναι είμαι βεβαία, ότι σεις θα ευλογήσετε τον γάμον αυτόν, διότι

ο Θεός το ηθέλησε. Εγώ ποτέ δεν έπαυσα να σας υπολήπτωμαι.

Φαίνεται δε ότι και ο Θεός θέλει τον εξαγνισμόν σας.

— Αλλά, κυρία . .,

— Δεν έχει αλλά. Ιδού ενώπιόν σας ο άνθρωπος, του οποίου εχύσατε

το αίμα. Διά της ιεροπραξίας ταύτης τον ικανοποιείτε και

εξιλεώνετε τον Ύψιστον διά το αμάρτημά σας.

— «Πάτερ, ει δυνατόν, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο,» είπε

μετά κατανύξεως ο κ. Πρίορ ατενίζων προς τον ουρανόν.

Και μετά τινά σκέψιν, καθ' ήν επεκράτησε απόλυτος σιγή, ρίψας το

βλέμμα εις την γην είπε με αναστεναγμόν.

— «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ»! . . .

Έπειτα, ως να έλαβε υπεράνθρωπον απόφασιν, εστράφη προς τους

μελλονύμφους.

— Έδμον Σέυμουρ. Μαλβίνα Σορκή, είπε, συνάψατε τας χείρας σας.

Πλησιάσατε.

Εγονάτισαν εμπρός στην Αγία Τράπεζα και ο κ. Πρίορ ήρχισε την

Ιεροτελεστείαν. Τέλος με φωνήν γεμάτην από ιεράν συγκίνησιν τους

απέτεινε τον λόγον.

— Ορκίζεσαι, είπε προς τον Έδμον, ναγαπάς και να προστατεύεις

αυτήν την γυναίκα παντού και πάντοτε; Εκείνος κατένευσε.

Όταν όμως έμελλε να ομιλήση προς την Μαλβίναν ο ιερεύς, δεν

ημπόρεσε να συγκρατήση την ταραχήν του και η φωνή του έτρεμε.

Είπε:

— Ορκίζεσαι ναγαπάς τον άνδρα τούτον εν όλη τη ζωή σου;

Όταν η Μαλβίνα απήντησε; «το ορκίζομαι», ρομφαία διεπέρασε την

καρδίαν του ιερέως. Ωστόσο έσφιξε την ψυχή του και κατέστειλε την

ταραχήν του. Και επρόσθεσε μετά συγκινήσεως.

— Ευτυχήσατε! . . — Δάκρυα εγέμισαν τα μάτια του και κατέβρεξαν

τας παρειάς του — . Ευτυχήσατε ενωμένοι. Ο Θεός του ελέους να σας

διατηρή ευτυχείς και να αυξάνη την αγάπην σας. Ιδού νυν είσθε

ενωμένοι εις αιώνα τον άπαντα. Απέρχεσθε εν ειρήνη. Αμήν. Και

κατέβη από το θυσιαστήριον.

— Λαμπρέ άνθρωπε! είπεν ο Έδμον, και έσφιξε το χέρι του με

ειλικρίνειαν. Συγχώρησέ με. Σου δίδω την φιλίαν μου και την φιλίαν

της γυναικός μου διά το ευτύχημα που μας αξίωσες.

— Κύριε Πρίορ, είπε και η Μαλβίνα, πόσες φορές μου είπατε, πως

ηθέλατε να με ιδήτε ευτυχή. Ιδού λοιπόν, ότι με τα χέρια σας μου

εδώσατε την ευτυχίαν μου. Σας ευχαριστώ, περισπούδαστε και

αξιότιμε φίλε.

— Είθε η φαιδρότης να λάμπη πάντοτε επί του προσώπου σου, όπως η

αρετή ζη εντός της καρδίας σου, της είπε και έφυγε χωρίς να

περιμείνη περισσότερον.

— Γυναικούλα μου, αγάπη μου! είπεν ο Έδμον, τον οποίον κατέκλυζεν

η συγκίνησις από την συναίσθησιν του όλβου του, και έσκυψε και την

εφίλησε στο μέτωπο.

Η Μαλβίνα εγέμισεν από δώρα και ευχαριστίες την κυρά Μούδη και την

προέπεμψε με την παραγγελία να κρατήση μυστικά τα όσα είδε και

άκουσε.

Κατόπιν ο Έδμον και η Μαλβίνα ανέβησαν εις την άμαξαν, εις την

οποίαν τους επερίμενεν ο κ. Κάρολος Βέυμαρ και τράβηξαν στο

αγροκήπιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ.

ΣΥΖΥΓΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

Το νέο σπίτι της Μαλβίνας ήταν κομψό και κόμοδο, ανάμεσα σένα

μεγάλο δάσος, που σχεδόν το έκρυβε. Περικυκλωμένο από

συρματοπλέγματα και γύρο από ευρύχωρα χαντάκια

Ο κ. Κάρολος Βέυμαρ αφού αποκατάστησε τους νεονύμφους στην

καινούργια τους κατοικία και γευμάτισε μαζί τους, υπεσχέθη να

προστατεύη την λαίδην Σέυμουρ κατά την απουσίαν του συζύγου της.

Τους ευχήθηκε καλήν αντάμωσιν και ανεχώρησε.

Ο σερ Έδμον έπεσε με τον έρωτα και ελησμονήθη. Ξέχασε και το

ταξίδι του, και τη θέση του.

Η κ. Μπιρτών τον εζητούσε παντού. Ο φίλος του κ. Βέυμαρ του τα

ειδοποίησε, Η κυρά-Μούδη του έδειξε επιστολήν της κ. Κλάρας προς

αυτήν, που την ερωτούσε τι γίνεται η Μαλβίνα, και της έλεγε ότι

θάρθη στο Έδιμπουργκ να πληροφορηθή η ιδία.

Τότε οι δύο νέοι σύζυγοι κατάλαβαν, ότι έφθασεν η ώρα του

αποχωρισμού των.

— Αύριο λοιπόν! είπε με αλγεινή φωνή η Μαλβίνα.

— Αύριο ναι είπε και ο Έδμον. Αλλά πολύ γρήγορα θα επιστρέψω

πλησίον σου και δεν θα απομακρυνθώ ποτέ πλέον από την αγαπημένη

μου γυναικούλα, από τη θεά της καρδιάς μου.

Η Μαλβίνα ρίχτηκε στην αγκαλιά του.

Ο ήλιος βασίλευε κείνη την ώρα πίσω από την στίλβουσαν θάλασσα. Αι

πρώται σκιαί απλώνονταν επάνω στην γην. Η πηγή του δάσους

εμουρμούριζε ποτίζουσα την παχείαν χλόην, και κάπου κάπου ηκούετο

η αηδών γλυκά μηνυρίζουσα, σαν να τραγουδούσε τον έρωτά των.

Η ώρα αυτή του λυκόφωτος έκαμε την Μαλβίναν να μελαγχολήση. Κάποιο

προαίσθημα κακό την ετάρασσε, εσκέπτετο την αποδημίαν του συζύγου

της και δεν έβλεπε την επιστροφήν του. Ωστόσο παρεδόθησαν εις τας

αγκάλας αλλήλων.

Το πρωί το αμάξι ήτο έτοιμο. Εχωρίσθηκαν με δάκρυα και με λυγμούς.

Σε λίγο έβλεπε το όχημα να φεύγη παίρνοντας μαζί του την καρδιά

της, ο κρότος του απομακρυνομένου αμαξιού της εφαίνετο ως ο

τελευταίος αποχαιρετισμός του συζύγου της, βλέπει το χέρι του να

βγαίνη από το παράθυρο, για να την αποχαιρετήση, και την παίρνουν

τα δάκρυα.

Όταν ήρθε στον εαυτόν της, θυμήθηκε την Φανήν της, θυμήθηκε την κ.

Κλάρα. Δυο μήνες είχε να τις ιδή. Τώρα που δεν είχε τον έρωτα,

μόνον η στοργή μπορούσε να την παρηγορήση. Έτσι αποφασίζει να

ταξιδεύση.

Όταν ήλθε στο κτήμα της κ. Κλάρας κέσφιξε τη Φανή στην αγκαλιά

της, ησθάνθη μεγάλην ανακούφισιν. Μόνον αι δύο αυταί υπάρξεις

ανεπλήρωναν οπωσδήποτε του Έδμον την απουσία, που της ήτο

ανυπόφορη.

Ωστόσο η κ. Μπιρτών ανησυχούσα για την απουσία του ανεψιού της

μετεκάλεσε την κυρά Μούδη και με πονηρία αρχίζει να δείχνει ότι

συμπαθεί πολύ την Μαλβίναν, ότι θα ηύχετο να την κάμη νύμφην της

εις τον Έδμον, αρκεί ο Έδμον να κατώρθωνε να την αγαπήση και αρκεί

εκείνη να τον ήθελε σύζυγόν της. Ακόμη επρόσθεσεν ότι εκείνος που

θα κατάφερνε ένα τέτοιο πράμα θα ήταν ένα είδος οικογενειακού των

ευεργέτου, διότι έτσι ο Έδμον θα εγλύτωνε πλέον από την παραλυμένη

ζωή, και αυτή θα τον εκαμάρωνε.

Έτσι η δυστυχισμένη η απλοϊκή γυναίκα πιάστηκε στην παγίδα και

επίστευσεν, ότι αυτή θα έχη την τιμήν να επισπάση την ευγνωμοσύνην

της κυρίας. Έτσι λοιπόν έμαθεν η κ. Μπιρτών τους γάμους των και

τον τόπον και την ημέραν που ετελέσθησαν. Κατόρθωσε δε να κρύψη

από την αφελή γραίαν την οργήν και την αγανάκτησίν της. Μόνον της

είπε να μη τους φανερώση, ότι αυτή γνωρίζει τι περί του γάμου των,

για να τους προξενήση η ιδία μίαν έκπληξιν.

Όταν όμως έμεινε μόνη αγρίεψε. Περιπατούσε άνω κάτω συλλογισμένη

και εσκέπτετο τρομεράν εκδίκησιν κατά της δυστυχούς Μαλβίνας.

Απεφάσισε λοιπόν νανακοινώση τούτο προς τον λόρδον Στάφφορδ, διά

να τον έχει συνεργόν εις τα κακούργα της σχέδια.

Τότε παρουσιάσθη ενώπιόν της ο Έδμον και της είπεν, ότι ταξιδεύει

για το Λονδίνον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'.

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Είχαν σκεφθή με τη Μαλβίνα ότι ήταν φρόνιμο να περάση μια από της

θειάς του, για να σκορπίση έτσι κάθε της υποψία. Και θα τα

κατάφερνε βέβαια, αν η απλοϊκή κυρά Μούδη δεν επρόφθανε να της

γνωστοποιήση όλα τα πάντα.

Η κ. Μπιρτών κατώρθωσε να κρυφθή ολότελα ενώπιόν του, του απηύθυνε

ερωτήσεις για την τελευταία απουσία του όχι με πολύ ενδιαφέρον.

Υπεκρίθη ότι πιστεύει εις τας δικαιολογίας του τας βεβιασμένας.

Για το ταξίδι του δεν τον ερώτησε λεπτομερείας. Υποψιάζετο ότι

αυτό γίνεται για τη Μαλβίνα. Ο χωρισμός αυτός του Έδμον από

εκείνην της εφάνη πολύ πρόσφορος, για να εκτελέση τους σκοπούς

της.

— Σευχαριστώ, του είπε, που δεν αναχώρησες προτού να με ιδής. Θα

σε παρακαλέσω λοιπόν να λάβης την καλωσύνην να περάσης από το

κτήμα της λαίδης Ντόρσετ, που ευρίσκεται επάνω στον δρόμον σου.

Εκεί είναι η κ. Φέμπικ από δεκαπέντε μέρες. Σε παρακαλώ να της

εγχειρίσης ένα γράμμα μου, που θα σου δώσω, πολύ επείγον.

— Ευχαρίστως, θεία μου. Χαρά μου που το ταξίδι μου αυτό αποβαίνει

κάπως χρήσιμο και σε σας.

Έσπευσε η κ. Μπιρτών στο γραφείο της κέγραψε τα εξής προς την κ.

Φέμπικ.

Αγαπητή μου Κίττη.

« . . Αυτήν την ώραν έμαθα τον γάμον τους. Ξαίρεις δα ότι ποτέ δεν

θα ανεχθώ τον εμπαιγμόν αυτόν. Και αν το προαίσθημά μου δεν με

απατά, πιστεύω να κόψω σε λίγο τον δεσμόν αυτόν τον ανάρμοστον,

που με αδικεί, πολυτρόπως. Βοήθησέ με και συ. Κράτησε κοντά σου

τον Έδμον όσο μπορείς περισσότερο.

Θυμήσου λίγο μαζί του τα νιάτα σου για χάρη μου.

Ενώ εκείνος θα ξεχνιέται κοντά σου, εγώ μαζί με τον λόρδον

Στάφφορδ θα τον καταγγείλω δι αναφοράς στην Κυβέρνηση, ότι είναι

οπαδός των Γαλλικών ιδεών και ένθερμος ζηλωτής της Δημοκρατίας,

και ότι η οικογένειά του ευλαβουμένη μήπως ατιμασθή εξ αιτίας του,

εκλιπαρεί την απομάκρυνσή του στας Ινδίας. Μόλις καταφέρω να

επιβιβασθή του πλοίου, του προτείνω να τον απαλλάξω της εξορίας,

αν συγκατατεθή να υπογραφή διαζύγιον του γάμου του. Γνωστοποιώ αφ'

ετέρου στην κ. Σορκή τα διάταγμα, να μου παραδώση αμέσως τη Φανή

Χέριντεν, εκτός αν στρέξη την ακύρωση του γάμου της με τον Έδμον.

Και αν μεν υποταχθούν στας επιθυμίας μου, διαλύεται ο καταραμένος

αυτός γάμος, που μου κατέστρεψε όλα τα σχέδια. Αν πάλιν αρνηθούν,

θα είναι δυστυχισμένοι για πάντα, εκείνος εξόριστος μακράν της,

και αυτή στερουμένη την κόρην που λατρεύει και τον σύζυγον που

αγαπά τρελά. Έτσι συντελείται η εκδίκησίς μου.

Μεταχειρίσου λοιπόν όλα σου τα θέλγητρα και τας γοητείας, για να

κρατήσης πλησίον σου τον Έδμον, ως που να φθάση η αναφορά μου στον

προς ον όρον.

Σε χαιρετώ και σου εύχομαι καλή διασκέδαση.

Άννα Μπιρτών.»

Αυτό το γράμμα το έδωκεν εις τον ανύποπτον Έδμον προσποιουμένη

αγαθότητα και ειλικρίνειαν· Η τιμιότης του για τέτοια πράγματα

ήταν παραμιώδης, ώστε κανένα φόβον μην ανοίξη την επιστολήν δεν

είχεν η θεία του.

Πριν βραδυάση ευρίσκετο στο κτήμα της λαίδης Ντρόσε. Βιάζεται όμως

να εξακολουθήση το ταξίδι του και χωρίς να κατέβη από την άμαξα,

δίδει το γράμμα στον υπηρέτην του Γουλιέλμον, να το δώση στην κ.

Φέμπικ. Πάγωσε η Καίτη, άμα έμαθε το γάμο της Μαλβίνας με τον

Έδμον. Φώναξε λοιπόν κοντά της τον Γουλιέλμον και τον εκατήχησε,

ότι αυτό ήταν η καταστροφή του Έδμον, και τον έπεισε να χρησιμεύση

και αυτός βοηθός του έργου της επανορθώσεως το οποίον έχει

αναλάβει αυτή μαζί με την κ. Μπιρτών. Του έδωκε δε και μερικές

χρυσές λίρες, οι οποίες ελάλησαν ευγλωττότερα από τα επιχειρήματά

της στην καρδιά του υπηρέτου, και του έταξε ότι έχει να κερδήση

πολλά, αν τας υπηρετήση πιστά. Έτσι λοιπόν έμειναν σύμφωνοι να

προδίδη εις αυτήν όλας τας πράξεις του κυρίου του, και ακόμη όλα

τα γράμματα, που στέλνει και που λαμβάνει ο σερ Έδμον, να περνούν

από τα χέρια της κ. Φέμπικ, για το καλό του κυρίου του εννοείται.

Τότε η κ. Φέμπικ μαζί με την λαίδη Ντρόσετ ήλθον προς τον Έδμον

και τον εμάλωσαν, γιατί δεν κατέβη να τους χαιρετίση τουλάχιστον.

Επειδή δε δυσανασχετούσε, η κ. Φέμπικ του είπε, ότι επείγεται να

στείλη επιστολήν εις Λονδίνον εν σχέσει προς όσα της γράφει η θεία

του και τον παρακαλεί να περιμένη στην αίθουσα έως ότου την

γράψει.

Ο Έδμον μη δυνάμενος να πράξη άλλως κατέβη με λύπη από την άμαξαν

και ανήλθε εις την αίθουσαν. Εκεί όμως παρ' ελπίδα συνήντησε

συναναστροφήν από νέους ευθυμούντας και από γυναίκας πολύ κομψάς

και πολύ καθώς πρέπει.

Εν τω μεταξύ ο Γουλιέλμος νομίζων δήθεν ότι ο κύριός του θα

νυκτερεύση εκεί ανεχώρησε με την άμαξαν εις το πλησιέστερον

χωρίον, διά να αναπαύση τα άλογα· ώστε όταν η κ. Φέμπικ έφερε το

γράμμα, ο κ. Έδμον δεν είχε πλέον με τι να ξεκινήση. Αυτή του

εξέφρασε την μεγάλην της λύπην που έγινε αιτία να βραδύνη το

ταξίδι του, αλλά η λαίδη Ντρόσετ και η συντροφιά της έμειναν

ενθουσιασμένοι διά τούτο και ηνάγκασαν τον Έδμον θέλοντα και μη,

να μείνη εκεί έως αύριο. Εκεί είδε ότι η Κίττη έπαιζε σπουδαίον

κοσμικόν ρόλον. Δεν ήτο πλέον η αφελής εκείνη κόρη της κ. Μέλμορ,

που είχε γνωρίσει άλλοτε. Ήτο φιλάρεσκη και ευφυής. Όλην δε την

ώραν αυτόν έβλεπε, αυτόν παρακολουθούσε, αυτόν ετόξευε με τα μάτια

της, τα οποία εταπεινώνοντο εντροπαλά, άμα κατώρθωναν να τον

προσελκύσουν.

Χαμογελούσε με πανουργία, έδειχνε επιτηδευμένη αμηχανία, επίπλαστη

απροσεξία, άφινε πότε πότε ανώμαλη την αμφίεσή της, για να

φαίνωνται τάχα από απροσεξία, όσα δεν επιτρέπεται υπό της

ευπρεπείας να δειχτούν ανεπιφύλαχτα.

Εν τούτοις αυτός ωπλισμένος από τον έρωτα προς την Μαλβίναν

νομίζει εαυτόν άτρωτον και δεν προφυλάσσεται.

Δεν σκέπτεται ο δείλαιος, ότι ημπορεί κανείς να αγαπά και να μένη

στον έρωτά του σταθερός, αλλά κάποτε να κάμνη σαρκικάς απιστίας.

Διότι ο συζιγικός έρως, όσο μέγας και αν είναι, δεν εγείρει

προμαχώνας και κατά του δελεασμού των αισθήσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'.

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ

Η πείρα του κόσμου είχεν αναπτύξει τις χάρες της κ. Φέμπικ. Ακόμη

είχεν αποκτήση ευστοχίαν και οξύνοιαν, του πώς πρέπει να

χρωματίζει τας επιθέσεις της, για να επιτυχαίνουν.

Ήταν βεβαία, ότι ο Έδμον ήθελε να φυλάξει τον όρκον πίστεως, που

έδωκε στη γυναίκα του· κρίνει λοιπόν ότι λίαν επαισθητοί ερεθισμοί

τον συνεφέρνουν, να συλλογίζεται τον όρκον του και να

προφυλάσσεται· ούτε και πάλιν να περιμένη από εκείνον πρώτον την

επίθεσιν, πράγμα που τώρα δεν θα το έκαμνεν ο Έδμον. Ανάγκη λοιπόν

να τον δελεάζη με τέχνην χωρίς να φαίνεται ότι τον προκαλεί. Να

είναι τόσον ερασμία, ώστε να του κινεί εις αίσθησιν της

ερασμιότητός της, και να του απασχολεί το αισθαντικόν κατά τρόπον

αδιάσπαστον, ώστε εκείνος εκτός εαυτού και μόλις αναπνέων να

υποταχθή εξ ολοκλήρου χωρίς καθόλου σχεδόν να ευρίσκη καιρόν να

ενθυμηθή: τι λησμονεί, μηδέ να σκεφθή: τι παθαίνει.

Δεν αμελεί λοιπόν καμίαν ευκαιρίαν, να ευρεθή κοντά του, χωρίς να

φαίνεται ότι την επιζητεί. Προσέχει να μην του μιλήση εκείνη

πρώτη, και τον υποχρεώνει έντεχνα αυτός να της αποτείνη τον λόγον,

και προσέχει να του αποκρίνεται με προκλητικήν συστολήν, που

παρατείνει ευχαρίστως και την πιο αδιάφορη συνομιλία. Όταν του

ομιλεί δεν λάμπει το πνεύμα της, αλλ' όταν την ίδια ώρα

αποτείνεται προς άλλον, τότε το αφίνει να σπινθηροβολεί και τα

χείλη της καθωραΐζονται διά της χάριτος επιτηδευμένων συστολών.

Είναι λοιπόν δυνατόν η κόρη της κ. Μέλμορ να φιλοτιμήται ναρέσκει

εις άλλους και όχι εις τον Έδμον! αυτό αρχίζει να τον δαιμονίζει.

Όλα γύρο του είναι χαρούμενα, η Κίττη μετέχει της γενικής

ευθυμίας.

Αρχίζει ο χορός και εκείνη θριαμβεύει, όλες της οι χάρες

αναπτύσσονται τότε. Χορεύει ελαφρά, και ηδυπαθώς. Δεν κινεί την

ψυχήν εις θαυμασμόν, αλλά προκαλεί τας αισθήσεις εις επιθυμίαν.

Αδύνατον νανθέξη κανείς στα θέλγητρά της.

Το κεφάλι του Έδμον θερμαίνεται. Η κ. Φέμπικ το κατάλαβε και τον

πλησιάζει.

— Τώρα θαρχίση το βαλς, του λέγει, και ξαίρετε πόσο ταγαπώ κιαπ'

όλους αυτούς που είναι εδώ η Κίττη μόνο μεκείνον που δεν της είναι

ξένος θα το χορεύση μευχαρίστηση.

Τα όνομα Κίττη του ξύπνισε όλες τις παλιές του αναμνήσεις. Του

εφάνη τόσον χαριτωμένη, είδε ότι του ήτο πάντοτε η καλόβολη Κίττη

του, η κόρη της κ. Μέλμορ.

Αλλά συγχρόνως εκοίταξεν ότι όλοι εις αυτόν επρόσεχαν και τον

εζήλευαν, διότι εκείνη τον επροτιμούσε. Έτσι εκολακεύθη η

φιλοτιμία του, ότι εθριάμβευσε η λεβεντιά του.

Αρχίζει λοιπόν μαζί της το βαλς, τον ηδυπαθή χορόν, ο οποίος

εφευρέθη, διά να κεντά την όρεξιν και να μαλθακίζει την αρετήν,

κάμνωντας να γλυστρίσουν και οι πιο αθώες ψυχές.

Σε λίγο κάθισαν όλοι στο σουπέ. Όλοι είναι εύθυμοι και χαρούμενοι.

Το αβρό χέρι της κ. Φέμπικ χύνει κρασί αφρισμένο στα ποτήρια των

ανδρών αρχίζοντας από όποιον δήποτε, αλλά τελειώνοντας πάντοτε

στον Έδμον. Το κεφάλι του ανάβει, όλα γύρο του πολεμούνε την αρετή

του και την ευτυχία της Μαλβίνας. Το δείπνον τελειώνει· όλοι είναι

μεθυσμένοι.

Η κ. Φέμπικ του προτείνει τότε να μείνη μαζί τους κάμποσες μέρες.

Τότε μόνο θυμήθηκε, πως δεν ήταν εκεί η θέση του, και ορκίζεται

ότι φεύγει το πρωί το δίχως άλλο.

Η Κίττη καμώνεται ότι δεν προσέχει. Κερνά και πάλι σαμπάνια

αρχίζοντας από τον Έδμον και τελειώνοντας πάλι στον ίδιον. Εκείνος

πίνει. Εκείνη τότε σηκώνεται και δίδει τo σύνθημα για τα

οικογενειακά παιγνίδια, που συνηθίζονται στην εξοχή, και που καμιά

φορά αποβαίνουν πολύ επικίνδυνα.

Έδεσε τα μάτια με μαντήλι μεταξωτό και γυρίζει μέσα στην αίθουσα

να πιάση κανένα στα τυφλά και να τον αναγνωρίση. Πέφτει επάνω στον

Έδμον, τον ψηλαφά και φωνάζει.

— Ο λόρδος Χάταμον.

— Όλοι καγχάζουν, ο ονομασθείς ήτο ένας γέρος.

Η ποινή της αποτυχίας είναι, να δεχθή ένα φίλημα. Αλλά αυτή

φωνάζει ότι δεν δέχεται. Εκείνος ζητεί να λάβη διά της βίας το

δίκαιόν του. Αυτή αντιστέκεται αλλά με τέτοιον μαλθακό τρόπο, ώστε

το αρπαζόμενον να γίνη πολυτιμότερον. Εις την πάλην αυτήν ο

αντίπαλος αποκρούεται, για να γίνη επιθετικώτερος και κάθε κίνημα

είναι χάρις. Εκείνη κατορθώνει υπό το πρόσχημα της αρνήσεως, να

δώση περισσότερον από το ζητούμενον. Αποστρέφοντας το μάγουλό της

τον κάμνει να συναντήση τα χείλη της και επιθέτει εκεί το

ποθούμενον φίλημα. Τότε κάμνει τον θυμωμένο και του δίδει ένα

χαριτωμένο μπατσάκι με γέλια και φεύγει. Εκείνος τρέχει κατόπι

της, όλοι κάμνουν τα ίδια με τις κυρίες και το σπίτι αντηχεί από

τα γέλια. Εκείνος πέφτει κατόπιν από την Κίττη έξω από την

αίθουσαν . . . Μετ' ολίγον η ομήγυρις διαλύεται . . . Όλοι

ησυχάζουν στα δωμάτιά τους.

Όταν το πρωί ο Γουλιέλμος επέστρεψε με την άμαξα και ζήτησε τον

κύριόν του, δεν τον ηύρε μέσα στον κοιτώνα του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'.

ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ

Ο ήλιος είχε προ πολλού ανατείλει. Ο Έδμον ατημέλητος και με βία

περπαντώντας φωνάζει τον Γουλιέλμον.

— Πού είναι τα αμάξι σου λοιπόν;

Εκείνος χαμογελώντας πονηρά:

— Είμαι εδώ από την αυγήν, αλλά επειδή ο κύριος δεν ήταν στο

κρεββάτι του, υπέθεσα ότι θα άλλαξε γνώμην και ξέζεψα τα άλογα . . .

Αλλά αν θέλη ο κύριος . . .

— Ναι ετοίμασε αμέσως το αμάξι, και στο εξής μην κάνεις του

κεφαλιού σου, χωρίς να σε διατάξω. Ως που να ετοιμαστή λοιπόν το

αμάξι ο Έδμον επήγε να γράψη γράμμα στη Μαλβίνα. Αλλά τι να της

πη; πώς να της γράψη;

Αισθάνεται πόσον είναι δυστυχισμένος εκείνος που αφαιρεί από τον

εαυτόν του την δύναμιν να λέγη αλήθεια! Ούτε τολμά να της

ομολογήση τα γενόμενα για να μην της σπαράξη την καρδιά. Η αλγεινή

ιδέα ότι υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να της το ομολογήση,

καταπικραίνει την ψυχήν του.

Η πέννα του προχωρεί χωρίς όρεξη, κέτσι τα γράμματα που ήταν

προωρισμένα να παρηγορούν τον αποχωρισμό, του γίνονται

βασανιστήριον! Ο έρως εκδικείται. Ο Έδμον βλέπει ότι γράφων

ευρίσκεται εν αμηχανία. Η απορία της εκφράσεως φαίνεται και εις

αυτάς ακόμη της αγάπης του τας διαβεβαιώσεις· και όμως ουδέποτε

άλλοτε διαβεβαιώσεις αγάπης υπήρξαν ειλικρινέστερες από αυτές.

Αλλά η συναίσθησις του σφάλματος του αφαιρεί την φλόγα από την

έκφραση, και επιβάλλει κάποιαν επιφυλακτικότητα εις την διάχυσιν

των αισθημάτων. Αφού δε το αισθάνεται ο ίδιος, πολύ περισσότερον

θα το αισθανθή εκείνη, όταν το διαβάση. Όθεν αποφασίζει να μη

γράψη πολλά. Αλλά και τούτο πάλιν είναι ύποπτον. Αυτήν βέβαια την

επιφύλαξιν δεν θα την είχε, αν της έγραφε την προηγουμένην ημέραν.

Μια στιγμή λοιπόν αθέμιτης ηδονής του εξάλειψε το θάρρος και την

παντοτεινήν ευδαιμονίαν. Τότε ησθάνθη μίσος άσπονδον εναντίον της

κ. Φέμπικ.

Έγραψε της Μαλβίνας, πώς πέρασε από της λαίδης Ντόρσετ το κτήμα

κέμεινε λίγο.

Της έλεγε, πως ένας μόνο στοχασμός απασχολεί το πνεύμα του: το πώς

νανταμωθούνε γρηγορώτερα.

Ενώ ο Έδμον έγραφε, ο Γουλιέλμος ειδοποίησε την κ. Φέμπικ, πώς ο

κύριος φεύγει για το Λονδίνον.

Τρέχει ευθύς εκείνη και πέφτει στην αγκαλιά του. Ο έρως και τα

δάκρυα την κάνουν υπέρκαλη. Τα μάτια της είναι χαύνα, τα χείλη της

ηδυπαθή. τα στήθη της προκλητικώτατα. Αλλά ο Έδμον δεν προσέχει.

— Χρέος απαραίτητον με καλεί στο Λονδίνον. Άφισέ με.

— Και η Κίττη δεν αξίζει τίποτε πια για σένα, Έδμον!

— Έμεινα ήδη αρκετά!

— Καλά, τότε θα πάμε μαζί στο Λονδίνον, έχω κεγώ δουλειά εκεί, με

στέλνει η κ. Μπιρτών.

— Όχι μαζί μου Κίττη για όνομα του Θεού.

— Όχι μαζί σου; και πώς θα μαποφύγης; πώς θα μεμποδίσης να

σακολουθήσω; Πάγω να ετοιμασθώ αμέσως. Και έτρεξε ελαφρά ως δορκάς

αφού τον εφίλησε περιπαθώς στα χείλη.

Ο Έδμον τότε τρέχει και δίδει την επιστολήν της Μαλβίνας στον

Γουλιέλμον, να της την στείλη και κατόπιν να έλθη με την άμαξαν

στο Λονδίνον, αυτός δε καβαλλικεύει ένα ίππον και γίνεται άφαντος

αφίνοντας για την Κίττη μία σιμειωσούλα.

Η Κίττη φρένιασε από το κακό της. Ωστόσο συλλαμβάνει σατανικόν

σχέδιον να εκδικηθή μεκείνη την σημείωση του Έδμον, που της

έγραφε:

«Φεύγω, Κίττη, και δεν θέλω πλέον να σε ιδώ, σε φοβούμαι. Κίττη!

με δελεάζεις και με κάμνεις να ξεχνώ τα πάντα . . . τον άγγελόν

μου ακόμη!

Σε μισώ, Κίττη. Αλλά περισσότερο βδελύσσομαι τον εαυτόν μου . . .

ω τις αμαρτωλές ώρες που πέρασα κοντά σου!. . . .

Η κ. Φέμπικ ερεθίζεται περισσότερο όσο διαβάζει τη σημείωση αυτή.

Ζητεί και την επιστολή του Έδμον προς την Μαλβίναν και την

διαβάζει και συλλογίζεται. Τέλος φωνάζει τον συνεργόν της.

— Άκουε Γουλιέλμε, αύριο εγώ φεύγω για τα Λονδίνο με το αμάξι

σου. Τρέχα λοιπόν και δώσε το γράμμα του κυρίου στην κ. Σορκή. Πες

της πώς ο κ. Σέυμουρ περιμένει την απάντησι στης λαίδης Ντόρσετ.

Πες της ότι είχε κατ' αρχάς σκοπό να φύγη για το Λονδίνον, αλλά η

κ. Φέμπικ τον παρεκάλεσε να μείνη για να την πάρη μαζί του,

κεκείνος συγκατένευσε. Πρόσεχε να τα λες έτσι με συστολή και κοφτά

κοφτά, που να φαίνεται ότι δεν τα λέγεις ελευθέρως, αλλά σου

ξεφεύγουν από την αθυροστομίαν σου. Άφισε εν τω μεταξύ να σου πέση

από την τσέπη σου εξ απροσεξίας τάχα αυτή η σημείωση του κυρίου

σου προς εμένα.

Και σχίζει το τέλος και ταφίνει ίσα με τη λέξη «τα πάντα . . »

Κατόπι τα ζαρώνει στα δάκτυλά της και του τα δίδει, για να υποτεθή

ότι το έγραψε και τόδωσε του Γουλιέλμου να του το δώση, όμως

ύστερα ενέδωκε στας παρακλήσεις της, αλλά ξέχασε να το ζητήση

πίσω.

— Όταν έρθης, του επρόσθεσε, στο Λονδίνον, σεμένα να φέρης την

απάντησιν της κ. Σορκή· κιάν συμφέρη να τη δώσης στον κύριόν σου,

σου την επιστρέφω. Πάρε τώρα δέκα λίρες και πιέ στην υγεία μου.

Κάμε ότι σου λέγω ακριβώς, και θα ανταμειφθής γενναία.

Ο Γουλιέλμος έφυγε αμέσως. Την άλλη μέρα και η κ. Φέμπικ

αναχωρούσε για το Λονδίνον. Έτσι και τον σκοπόν της εκτελούσε και

προς την κ. Μπιρτών εφαίνετο ευάρεστη, ως υπηρετούσα προθήμως τα

καταχθόνιά της σχέδια, και της έγραψε:

«Γνωρίζω ότι σας ευαρεστώ ακολουθούσα τον ανεψιόν σας εις

Λονδίνον. Αι προς τους υπουργούς αιτήσεις σας είναι πιθανόν

νακουσθούν ευνοϊκώτερα, όταν συνεργή προς τούτο και μία γυναίκα,

που η φύση την έπλασε να αρέσκη. Η ελπίς πως θα σας γίνω χρήσιμη

με κάμνει να παραβλέψω και τας παρεξηγήσεις που ενδέχεται να

προκύψουν οπωσδήποτε από την τοιαύτην διαγωγήν μου.

Ησθάνετο η τετραπέρατη γυναίκα, ότι για να εκδικηθή τη Μαλβίνα

ήταν ικανή να διαπράξη τα πάντα.

Έφθασε στο Λονδίνον τρεις ημέρας μετά τον Έδμον και πήγε στο ίδιο

ξενοδοχείο. Εκείνος έλειπε· της είπαν ότι θα γυρίση αργά το βράδι.

Χάρηκε πολύ· έπιασε ένα δωμάτιο κοντά στο δικό του και παρήγειλε,

άμα επιστρέψη να της τον στείλουν.

Ο Έδμον μόλις είχε φθάσει, έσπευσε να ζητήση τον λόρδον Χέριντεν,

αλλά δεν τον ηύρε· είχε φύγει την προτεραίαν και κανείς δεν ήξαιρε

πού επήγε. Δεν τολμούσε να γράψη στη Μαλβίνα, γιατί θα τον έψεγε

μέσα της, ότι απέτυχε του ταξιδιού του τον σκοπόν ένεκα της

βραδύτητός του παρά τη λαίδη Ντόρσετ.

Κάθε μέρα επήγαινε και κάθε μέρα δεν τον εύρισκε. Έλεγε καθ'

εαυτόν επιστρέφων εκείνο το βράδι στο ξενοδοχείον να καθίση και να

της τα γράψη όλα. Να της ανοίξη την καρδιά του κεκείνη ας μην τον

συγχωρήση, αν ήθελε.

Μόλις ανέβηκε στο δωμάτιόν του, του είπαν ότι μία κυρία που ήλθε

εκείνην την ημέραν ζητεί να τον ιδή. Αυτός προκατειλημμένος από

την εικόνα της Μαλβίνας υποθέτει ότι εκείνη είναι και τρέχει στο

δωμάτιο που του έδειξαν. Εμβήκε με λαχτάρα. Το δωμάτιον μόλις

φωτίζεται. Μία γυναίκα ξαπλωμένη στην κλίνη. Ορμά και την σφίγγει

στην αγκαλιά του. Αλλά . . . δεν ήτο η Μαλβίνα.

Μόλις αναγνωρίσας την κ. Φέμπικ:

— Α δαίμονα! φωνάζει και τραβιέται, σαν να τον εδάγκασε έχινδα.

Εκείνη δεν θυμώνει. Κλαίει.

— Έχει λοιπόν καμιά άλλη περισσότερα δικαιώματα επί του έρωτός

σου από εμένα; Αχάριστε!. . . . Κεγώ περιφρόνησα την κοινή γνώμη,

την οργή του ανδρός μου, τη λύσσα της θείας σου, άμα το μάθη, και

ήρθα μόνο και μόνο, γιατί σαγαπώ . . .

— Αλλού να τα λες αυτά, Κίττη. Ξαίρω τι σε φέρνει εδώ. . . Μόνον

η αγάπη δεν σε φέρνει. Ξέχασέ με. Κίττη. Μίσησέ με, όπως εγώ σε

μισώ.

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος · 第 9 / 10 题