ΤΑPAXΑΙ

Αφού σηκώθηκαν όλοι να παν στην αίθουσαν, η Μαλβίνα μη ημπορούσα

να ανθέξη εις τας συγκινήσεις, εζήτησε από την εξαδέλφη της την

άδεια ν' αποσυρθή και την έλαβεν αμέσως.

Ο Έδμον όμως διεμαρτυρήθη.

— Πώς, κυρία, της είπε, μας αφίνετε τόσο γρήγορα! Τουλάχιστο δεν

θα σας ιδώ αύριο πριν φύγω. Αν δεν έχετε διάθεσιν να καταβήτε στο

πρόγευμα, δεν θα με συγχωρήσετε τουλάχιστον να έλθω να σας

αποχαιρετήσω στο σπίτι σας;

Η Μαλβίνα ταραγμένη του είπε να μην κάμη τον κόπο, γιατί εκείνη

εξάπαντος θα καταβή. Και ανέβηκε στον κοιτώνα της.

Άρχισε να περιπατή με μεγάλα βήματα. Δεν το πιστεύει ακόμη, και

φοβείται εν τούτοις να το σκεφθή.

— Παύει η ευτυχία μου, παύει η ειρήνη της ψυχής μου. Έχασα την

ηρεμία του πνεύματος. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου μου . . .

Έχει λοιπόν τόση δύναμη απάνω του αυτός ο άνθρωπος! Γιατί τάχα

έχει συγκλονιστεί τόσο η ύπαρξίς μου; Μήπως είμαι ερωτευμένη μαζί

του; . . . Μπα; μα εγώ δεν τον βλέπω με καμιά ευχαρίστηση. Το

εναντίο μάλιστα θέλω να τον αποφύγω . . . Ναι ας φύγη λοιπόν να

εύρω την ησυχία μου!

— Μαμά! εφώναξε χαϊδευτικά η Φανή από το κρεβατάκι της.

Η Μαλβίνα έτρεξε αμέσως και ρίχτηκε απάνω στο κοριτσάκι με στοργή.

— Ναι, παιδί μου, η μαμά σου είμ' εγώ. Και κανείς δε θα με χωρίση

από σένα, το έχω ορκισθή ήδη. Εκείνος . . φεύγει πια . . .

Και προσπαθεί να μη τον θυμηθή πλέον. Κατακλίνεται και

αποκοιμάται, διότι η ψυχική αγωνία είχε καταβάλει τον οργανισμόν

της.

Την άλλη μέρα η Μαλβίνα παραβαίνει τον λόγο της και δεν

κατεβαίνει. Έτσι η δυστυχής ενόμισε ότι απαλλάσσεται από το

συναίσθημα, που άρχισε να αναπτύσσεται μέσα στην ψυχή της.

Είπε να ειδοποιήσουν κάτω ότι είναι αδιάθετη. Ο Έδμον επληγώθη

καιρίως από την είδησιν. Και προσπαθούσε ναναβάλη όσο ηδύνατο πιο

βραδύτερον την ώρα της αναχωρήσεως με την ελπίδα να την ιδή να

προβάλη από κάπου. Αλλά εκείνη δεν εφάνη.

Ο Έδμον κατάλαβε ότι πρόκειται περί γυναικείου πείσματος. Φεύγων

λοιπόν, ούτε τους τυπικούς χαιρετισμούς του δεν της έστειλε, αν

και αυτό το έκαμε με πολλήν συντριβήν της καρδίας του.

Εκείνη δε . . ω εκείνη ήτο βεβαία ότι θα ήρχετο να την αποχαιρετήση

και κάθε στιγμή που άκουε κάποιον θόρυβον έξωθεν, ελαχταρούσε και

έστρεφε προς την θύραν του δωματίου της. Αλλά . . τίποτε.

Μετ' ολίγον κρότος αμάξης ήχησε εις τα ώτα της . . Αλίμονον της

εφάνη ως κρότος νεκροφόρου, που επήγαιναν να κηδεύσουν την

ευτυχίαν της.

— Εγώ φταίω, είπε. Του ημπόδισα με κάθε τρόπον την άνοδον. Και

ήρχισε να παραδίδεται εις απελπισίαν θυμοφθόρον.

Αίφνης ακτίς ελπίδος την ανεθάρρυνε. Εσκέφθη ότι ο Έδμον μη

δυνηθείς να την ιδή, της άφισε κάποια σημειωσούλα. Και την

επερίμενε με πλήρη βεβαιότητα.

Όταν εμβήκε λοιπόν η Τομκίνα την εκοίταξε με αγωνία. Περίμενε πως

κάτι θα της δώση.

Η αφελής Τομκίνα βλέπουσα την λαχτάρα της, την ηρώτησε τι

επιθυμεί.

Ενύχτωσε και κανένα σημείωμα κανείς δεν της έδωσε. Φοβερά αθυμία

κατέλαβε την ψυχήν της. Προσπαθούσε να δικαιολογήση τον εαυτόν της

και να κατηγορήση εκείνον. Ω αυτή είχε τόσας αντιξόους

περιστάσεις, τόσα εμπόδια, την εδέσμευαν υποχρεώσεις· ω αν ήτο

ελευθέρα σαν εκείνον, βεβαίως θα έσπευδε να τον συναντήση. Αυτός

όμως χωρίς να έχη κανένα εμπόδιον, έφυγε χωρίς καν να της αφίση

τους χαιρετισμούς του . . .

Έμεινε όλην την ημέραν κατάκλειστη. Ούτε ο κ. Πρίορ δεν ετόλμησε

να την ανησυχήση, πράγμα που του εκόστισε πολύ . . . Διατί άρα γε;

Ηύχετο να περάση αμέσως η ημέρα εκείνη και να ξημερώση η επαύριον.

Μόλις λοιπόν έφεξε εσηκώθη. Επερίμενε ολίγον ακόμη με αγωνίαν,

ήλθε την ώραν που εκείνη εσυνήθιζε να κατεβαίνη. Αλλά εκείνη δεν

εφάνη. Σιωπή βαθειά επικράτει γύρο. Ο κ. Πρίορ επέστρεψε δύσθυμος.

Τέλος εσήμανε μεσημέρι. Ο κ. Πρίορ είδε την Τομκίναν και την

ηρώτησε τι γίνεται η κυρία της.

— Αχ, Θεέ μου, από την αυγή την ακούω και περιπατεί στον κοιτώνα

της. Κοιμάται τόσο λίγο . . αδύνατο να μην αρρωστήση. Δυο νύχτες

κατά σειρά εμένα με στέλνει ναναπαυθώ, μα αυτή αγρυπνά.

Ο κ. Πρίορ ετράβηξε ίσα στης Μαλβίνας. Καθόταν εκείνη σκυμμένη, το

μέτωπο στο χέρι της και τον αγκώνα στο γόνατο στηριγμένον. Άμα

είδε τον κ. Πρίορ, σηκώθηκε. Τα μάτια της ήσαν ξεκομμένα.

— Πάσχετε, κυρία! της είπε. Μου φαίνεσθε βαριά λυπημένη.

— Ναι τω όντι είμαι λίγο αδιάθετη και φοβούμαι μην παρεξηγηθώ.

— Και ποιος μπορεί να σας παρεξηγήση εδώ μέσα; . . το πολύ ο κ.

Σέυμουρ.

Αυτό δεν ήτο τ ο - π ο λ ύ, ήτο το παν διά την Μαλβίναν. Όμως μη

θέλουσα να δώση υπονοίας, δεν είπε λέξιν.

— Χθες βασανίστηκα που δεν σας είδα, είπε ο κ. Πρίορ. Εσείς δεν

λυπηθήκατε καθόλου που χάσαμε τας ώρας της συναναστροφής μας;

— Αχ. κ. Πρίορ, είπε η Μαλβίνα. Πρέπει να σας τα πω. Η

συναναστροφή σας μου είναι πολύτιμη και είδατε πόσο με τέρπει . .

Αλλά φοβούμαι μήπως μας παρεξηγήσουν εδώ μέσα. Ήδη ήρχισαν να

φαίνωνται παράξενες οι συχνές συνεντεύξεις μας.

— Ω Θεέ μου! Και ποιος σας έβαλε αυτήν την ιδέαν;

Η Μαλβίνα ταράχτηκε. Ή έπρεπε να πη ψέματα, ή να ονομάση τον

Έδμον. Το πρώτο της ήτο αδύνατον, το δεύτερον της εφάνη φοβερόν.

Αλλά μόλα ταύτα ηναγκάσθη να του πη όλην την αλήθειαν.

Ο κ. Πρίορ ανεφώνησε με ταραχή . .

— Και με ποιο δικαίωμα ο κ Σέυμουρ κατασκοπεύει τα καμώματα σας;

Και διατί εσείς θυσιάζετε την φιλίαν μου εις τας παρατηρήσεις ενός

. . . ξένου;

Ή Μαλβίνα ηγανάκτησεν εσωτερικώς και ηύρε την δύναμιν ναπαντήση.

— Ό,τι και αν φρονήτε, κ. Πρίορ, διά τον σερ Σέυμουρ, δεν πιστεύω

να τον θεωρήτε και όλως ανίκανον να κάμη και μίαν καν ορθήν

παρατήρησιν. Ούτε αμαρτάνει κανείς, νομίζω, όταν ακούη και

παραδέχεται το ορθόν οποιοσδήποτε και αν του το υπέδειξε.

— Αλλά τέτοια μια συμβουλή προϋποθέτει οικειότητα. Και σεις ποτέ

δεν μου είπατε ότι υπήρχε μεταξύ σας τέτοιο πράγμα.

— Μα και δεν πιστεύω να υπάρχη, είπε στενοχωρημένη η Μαλβίνα.

Η στενοχώρια της αυτή δεν διέφυγε τον κ. Πρίορ. Του ήλθε ως

επίλαμψις, η οποία τον εφώτισε διά τα συμβαίνοντα.

— Τι φρικτό φως! ανέκραξε. Α, κ. Μαλβίνα, Λοιπόν δεν το πιστεύετε

. . . ώστε δεν είσθε βεβαία περί του εναντίου. Δυστυχισμένη μου

φίλη; οι λύπες σας! οι αγρυπνίες σας! . . Δεν αποκρίνεσθε,

Μαλβίνα! Κατώρθωσε λοιπόν να περιπλέξη και σας στα δίχτυα του ο

πολυμήχανος εκείνος! . . . Τώρα κατανοώ την αλλόκοτη, την

μυστηριώδη του διαγωγήν. Και σας ήθελε να ελκύση, μα και την Κίττη

να μη χάση. Αφ' ότου άρχισε να σας κάμνη τα γλυκά μάτια, από τότε

με περισσότερη ζέση προσκολλήθηκε στην Κίττη. Όταν ήσθε σεις

παρούσα επεδείκνυε προς εσάς προτίμησιν, αλλ' όταν δεν ήσθε,

παρεδίδετο εις εκείνην φλογισμένος από έρωτα.

Η Μαλβίνα κιτρίνησε και μαργαριτάρια από ίδρωτα εκάλυψαν το μέτωπό

της.

— Τι έχετε, κ. Μαλβίνα; ανήσυχος έκραξεν ο κ. Πρίορ και βάζωντάς

την να καθίση. Έπειτα επρόσθεσε·

Αν ο Έδμον δεν ήτο ανάξιος της καρδίας σας, αν θα ηδύνατο να σας

κάμη πράγματι ευτυχισμένην, αν τέλος ήτο εις θέσιν να εκτιμήση

τους θησαυρούς της ψυχής σας, εγώ ο ίδιος ήθελα τον φέρει στα

πόδια σας, ακόμη και αν επρόκειτο για πάντα να λησμονήσετε . .

εμένα.

Και το είπε αυτό με τόση πίκρα! . .

Ωστόσο κρότος ηκούσθη εις την θύραν. Ο κ. Πρίορ διεκόπη, και

παρουσιάσθη ως κεφαλή Μεδούσης η κ. Μπιρτών. Η θέσις εις την

οποίαν τους ηύρε παν άλλο ήτο παρά εποικοδομητική προς διάλυσιν

των υποψιών της.

Εστάθη σιωπώσα θεατρικώς, ως να μη εύρισκε λέξεις να παραστήση την

κατάπληξίν της.

— Καλά δα μου τα έλεγαν, κεγώ δεν ήθελα να τα πιστεύσω! Τώρα

πλέον αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήσαν λόγια του κόσμου.

— Και τι σας είπαν, κυρία; είπεν σοβαρά ο κ. Πρίορ. Τι υποψίαι

αναβαίνουν στον εγκέφαλον σας;

— Υποψίαι, λέγει; Και η κατάσταση αυτή που σας βρίσκω μπορεί να

μου αφίση αμφιβολία για το αντικείμενον που σας απασχολή;

— Κυρία! είπε με εντονοτέραν φωνήν ο κ. Πρίορ, προσέξατε. Μη

πλανηθήτε από πάθος ουτιδανόν, που διαστρέφει του νου το κριτήριον

και τυφλώνει την συνείδησιν, ουδ' επί στιγμήν μη τολμήσετε να

υποψιασθήτε διά την αγγελικήν αυτήν ψυχήν.

— Πόθεν τόση τόλμη και τόση οίησις, κ. Πρίορ; και από πότε έχετε

την άδειαν να με νουθετήτε; Και αντί ναπολογήσθε για τον εαυτό

σας, αναλαμβάνετε εργολαβικώς την απολογίαν της κυρίας απ' εδώ;

— Εγώ για μένα δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα, παρά μόνον στον

ετάζοντα τους νεφρούς και τας καρδίας των ανθρώπων, και στου

οποίου την υπηρεσίαν είμαι ήδη αφιερωμένος.

— Εξέλθετε, κύριε! είπεν η κ. Μπιρτών παραλλαγμένη και τρέμουσα

από θυμόν, αν δεν θέλετε να πιστεύσω, ότι έχετε περισσότερα

δικαιώματα από μένα, να μένετε εντός αυτού του δωματίου.

Ο κ. Πρίορ επεισμώθη και εδίσταζε να υπακούση.

Τότε η Μαλβίνα με την γαλήνην του έχοντος καθαράν την συνείδησιν

επροχώρησε και είπε σεμνά:

— Πηγαίνετε, κ. Πρίορ. Βλέπετε ότι η εξαδέλφη μου επιθυμεί να μας

αφίσετε μονάχους. Μείνετε ήσυχος. Υπάρχουν επιπλήξεις που καθόλου

δεν ταράζουν τον επιπληττόμενον.

Ο τρόπος αυτός της Μαλβίνας, ο ανεπιφυλάκτως ειλικρινής και

αταράχως τολμηρός, έπεισε κατά βάθος την κ. Μπιρτών περί της

αθωότητός της, η δε επιδεικνυομένη εισέτι αμφιβολία της ήτο πλέον

προσποιητή.

Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν του κ. Πρίορ και χαίρων διά την

νίκην, την οποίαν ειρηνικώς κατήγαγεν η φίλη του, εξήλθε από το

δωμάτιον χωρίς να προφέρη λέξιν.

Η Μαλβίνα τότε παρεκάλεσε με ηρεμίαν την εξαδέλφην της, να της

δώση μερικάς εξηγήσεις διά την σκηνήν την οποίαν εδημιούργησε προ

ολίγου ως ώφειλε.

Η κ. Μπιρτών εντράπηκε λίγο και ωσεί αιτολογουμένη είπε·

— Σας βεβαιώνω, φιλτάτη, ότι δεν παραδέχθηκα τας υποψίας που

θέλησαν να ρίξουν εις το πνεύμα μου εναντίον σας. Ποτέ δεν μπορώ

να παραδεχθώ, ότι γυναίκα από την συγγένειά μου περνά ζωήν άταχτη.

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και με φωνήν ταραγμένην είπε:

— Δεν πιστεύω δα ο μόνος τίτλος της ευπρεπείας μου ότι πρέπει να

είναι η προς εσάς συγγένειά μου. Σας επιβάλλεται εν τούτοις να μου

πήτε αμέσως: ποιες είναι οι υποψίες σας, ώστε να ημπορέσω να τας

διαλύσω. Και ακόμη έχετε υποχρέωσιν ηθικήν απέναντί μου να μου

αποκαλύψετε εκείνον που σας έκαμε να τας συλλάβετε, διά να τον

εξελέγξω.

Ο μεγαλοπρεπής τόνος της Μαλβίνας είχε κάτι το ξεχωριστό, που η κ.

Μπιρτών δεν μπόρεσε ναντισταθή. Ηναγκάσθη λοιπόν να ομολογήση της

κ. Μέλμορ τας σπερμολογίας. Και ακόμη νικημένη ολοτελώς από το

κράτος της αθωότητος της Μαλβίνας, την εβεβαίωσεν, ότι αυτή

καθόλου δεν τα επίστευσε, αλλά της τα λέγει μόνον, διά να

προφυλάσσεται από τας παρεξηγήσεις του κακού κόσμου.

— Δεν εγνώριζα ότι μένουσα κοντά σας, ευρίσκομαι εις το μέσον του

κόσμου και μάλιστα του κακού. Ούτε ήλπιζα ότι στο σπίτι σας θα

κριθώ από φαινόμενα εξωτερικά.

— Σε κανένα μέρος, αγαπητή μου, δεν υπάρχει ασφάλεια από την

καταλαλιά. Φοβούμαι μάλιστα μήπως τα λόγια της κ. Μέλμορ έχουν

διαθέσει τον Έδμον εναντίον σας, και ποιος ξαίρει αν δεν του έρθη

όρεξις να σας περιπαίξη στας ομηγύρεις του Έδιμπουργκ.

— Τον νομίζετε ικανόν; είπε η Μαλβίνα κοκκινίζουσα.

— Αν εσείς δεν τον νομίζετε, τότε τον κρίνετε με περισσότερη

επιείκεια, παρά με όσην εκείνος θα έκρινεν εσάς. Κιακόμη

συγχωρέστε με να σας πω ότι είναι απλοϊκότης να ζητήτε ναθωώσετε

άνθρωπον, ο οποίος ετόλμησε να κάμη το σπίτι μου καταγώγιον ανόμων

ερώτων με κορίτσι, που εγώ το έχω υπό την προστασίαν μου.

— Ίσως και η κατά της Κίττης κατηγορία να μοιάζη με τη δική μου.

Ποιος σας την κατηγόρησε;

— Η μητέρα της . . .

— Ω! πάλιν η ιδία . . . . και την κόρη της; Αλλ' αν ο κ. Σέυμουρ

το ήξαιρε, θα την υπερασπίζετο βέβαια.

— Ωστόσο εγώ την κατηγόρησα εμπρός του, αλλ' εκείνος δεν το

ηρνήθη.

— Τουλάχιστο δεν είπε να διορθώση το σφάλμα του! . . . να την

νυμφευθή!

— Τι λέτε; Κεγώ πού είμαι; Πιστεύετε ότι θα επιτρέψω νανταμειφθή

το τιποτένιο αυτό κορίτσι για τις ατασθαλίες του μ' έναν τέτοιον

γάμον;

— Κρίμα τα κορίτσι!

— Πολύ συμπαθήτε τις αμαρτωλές.

— Το ίδιο έκαμνε και ο Σωτήρ.

— Αι τότε μάθετε λοιπόν, ότι δεν θα την αφίσω εις την καταισχύνην

η οποία της αρμόζει, Μετ' ολίγας ημέρας παντρεύεται με άλλον.

— Κι ο σερ Έδμον το δέχεται;

— Το εύχεται από καρδιάς για να γλυτώση από κάθε εμπόδιον να

επιταχύνη τον γάμον του με την λαίδη Σούμεριλ. Γιαυτό πάει δα και

στο Έδιμπουργκ, όπου σκοπεύω να πάγω κεγώ για να παρευρεθώ στην

τελετή του γάμου, που θα ανυψώση τον ανεψιόν μου σένα απ' τα πρώτα

αξιώματα του βασιλείου και θα τον κάμη άξιον των αγαθών που του

προετοιμάζω.

Η Μαλβίνα ωχρίασε. Αυτό δεν διέφυγε την προσοχήν της κ. Μπιρτών.

— Σας ενοχλεί βλέπω η ομιλία αυτή, εξαδέλφη, είπε.

— Καθόλου.

— Ο κ. Πρίορ μετά τα γεγονότα δεν δύναται πλέον βέβαια να μένη

στο σπίτι μου. Ούτε θα εναντιωθήτε, πιστεύω, διά την αναχώρησίν

του.

— Εγώ, κυρία μου! είπε η Μαλβίνα με ειλικρινή κατάπληξιν, η οποία

ηυχαρίστησε την κ. Μπιρτών τόσον, ώστε την εφίλησε εις ένδειξιν

ειλικρινούς συνδιαλλαγής και απεσύρθη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

Η ΨΎΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΤΩΝ

Η Μαλβίνα έπεσεν εις συλλογισμούς ζοφερούς. Αγαπούσε τον Έδμον αν

και δεν το ομολογούσε στον εαυτόν της. Όστις αγαπά ζητεί πάντοτε

να εξαγνίζη το αγαπώμενον ον. Ο δε Έδμον ήτο από τα πρόσωπα, που

δεν μπορεί να παρέλθη ενώπιόν των αδιάφορη και η πλέον ενάρετη

γυναίκα. Ολίγαι γυναίκες βέβαια υπήρξαν επί γης άξιαι να

παραβληθούν προς την Μαλβίναν. Ωστόσο και αυτή γυναίκα ήταν.

Εφοβείτο μήπως ο Έδμον δεν την έκρινε όσον ήτο άξια, μήπως την

συνέχεε με τον όχλον των γυναικών. Υπεκρίθη ενώπιον της ψυχής

ταραχήν και μετεχειρίσθη φωνήν τρυφεράν καρδίας ερώσης, ενώ αφ'

ενός κατεγίνετο να δελεάση την Κίττη και αφ' ετέρου ετοιμάζετο να

νυμφευθή μίαν τρίτην. Όταν μόνον τα λόγια είναι ψεύτικα, ημπορεί

κανείς να τα εννοήση και περιφρονών τον ψευδόμενον, συγχωρεί αυτόν

συγχρόνως. Αλλ' όταν τα μάτια, τα τελευταία εκείνα άσυλα της

αληθείας κατορθώνουν να απατούν, θα πη πως η ψυχή είναι

διεσταμμένη αθεράπευτα.

Ωστόσο για τον κ. Έδμον η Μαλβίνα δεν επίστευε ότι την

επεβουλεύθη, άκουε μέσα της μια φωνή που τον εδικαίωνε, και για

τούτο . . . τον αγαπούσε ακόμα, κιας την άφισε, χωρίς ελπίδα,

χωρίς μέλλον. Και τότε ύψωνε την ψυχήν της προς την μνήμην της

φίλης της και ζητούσε απ' αυτήν την εξ ύψους βοήθειαν.

Η Κίττη άκουσε της μητέρας της την πρότασιν με απάθειαν και

ψυχραιμίαν. Από την εξαφνικήν αναχώρησίν του φίλου της είχε

καταλάβει αμέσως, ότι από αυτόν δεν της έμενε πλέον καμιά ελπίδα.

Όταν λοιπόν μέσα στον απελπισμόν της ευρέθη αμέσως ο

αντικαταστάτης σύζυγος, ήρχισε να προεξοφλή διά της φαντασίας τας

κοσμικάς απολαύσεις και η χαρά της δι' αυτάς δεν έδωκε τόπον εις

λύπην διά του κ. Έδμον την στέρησιν. Εσκέφθη ακόμη ότι για να έχη

περισσότερα μέσα, έπρεπε να έχη την εύνοιαν της κ. Μπιρτόν, και

αυτό βέβαια δεν μπορούσε να το επιτύχη αλλέως, παρά μόνον αν

έκλινε εις όλας τας απαιτήσεις εκείνης.

Εισήλθε λοιπόν εις το δωμάτιον της κ. Μπιρτών προσποιουμένη ψυχής

συντριβήν με τα μάτια χαμηλωμένα και της λέγει ντροπαλά και

κόσμια:

— Η μητέρα μου, κυρία, μου είπε την απόφασή σας για μένα. Είμαι

πρόθυμη να υπακούσω αμέσως και πιστεύω να με αξιώσετε την

συγγνώμην σας για την ασύνετη συμπεριφορά μου. Αλλά πιστέψατέ με,

κ. Μπιρτών, ότι μόνον κουφότητα έδειξα εις την περίστασιν αυτήν

και τίποτε περισσότερον. Ποτέ δεν ελησμόνησα το καθήκον μου, ώστε

να γίνω ανάξια της ευνοίας σας, και να προδώσω την αρετήν, της

οποίας υπόδειγμα περιφανές έχω καθ' εκάστην ενώπιόν μου εσάς.

Η κ. Μπιρτών, η οποία είχεν ήδη καταπραϋνθή από την άμεσον υπακοήν

της, τώρα εξιλεώθη ολότελα με την κολακείαν της.

Εις ένα μήνα η Κίττη υπανδρεύθη τον κ. Φέμπικ.

Η κ. Μπιρτών απεφάσισε να ταξιδεύση εις Έδιμπουργκ. Έτσι ευσχήμως

απέπεμψε και τον κ. Πρίορ.

Αν τα πράγματα ήσαν όπως προ έξ μηνών, ο κ. Πρίορ θα ησθάνετο

ανακούφισιν φεύγων από τον πύργον. Αλλά τώρα άφινεν εκεί την

Μαλβίνα, πράγμα που του εστοίχιζε πολύ. Όμως εκράτησε τη θέση του

και τόσο μόνον έμεινε, όσο να μαζεύση τα πράγματά του. Εζήτησε δε

την άδειαν από την Μαλβίναν ν' αναβή και να την αποχαιρετίση.

Η Μαλβίνα τον εδέχθη χωρίς δισταγμόν. Τον επαρηγόρησε θλιβόμενον

που την απεχωρίζετο. Εκείνος της εζήτησε την χάριν να του γράφη,

αυτή του το υπεσχέθη ανεπιφύλαχτα, διά να κάμη ευτυχή ένα θνητόν,

ο οποίος τόσον της εστάθη παρήγορος και τίποτε δεν της εζητούσε

περισσότερον από αγνήν φιλίαν.

Ο κ. Φέμπικ ήτο μικρέμπορος του Έδιμπουργκ, ως σαράντα ετών,

μελαχρινός, κοντός και παχύς, σκυθρωπός μέσα στο δικό του σπίτι,

και εύθυμος στα σπίτια των άλλων, πτωχός εις ιδέες, πλούσιος εις

μνημονικό, αστείος χωρίς χάρη, κόλακας εις όλους και φίλος

κανενός. Νυμφευόμενος την Κίττη, δεν εξέτασε τίποτε άλλο σχετικό

με τη γυναίκα του, ούτε αν θα ζήση ευτυχής μαζί της. Κοίταξε μόνον

ότι η κ. Μπιρτών ήταν φίλαυτη, πλούσια και άτεκνη. Επομένως με τον

γάμον αυτόν θα οικειώνετο μαζί της και καθώς εύκολα εκείνη

εκολακεύετο, ημπορούσε αυτός να έχη αναρίθμητες ωφέλειες. Διότι

συνησθάνετο εαυτόν ότι ήτο ικανός να ωφεληθή από τον τοιούτον της

κ. Μπιρτόν χαρακτήρα.

Στα νιάτα της η κ. Μπιρτών είχε αυλήν ευφυών επαινετών, αλλά με

της ηλικίας και της καλλονής την πάροδον ένας ένας επέταξαν, σαν

τα χελιδόνια το φθινόπωρον, για άλλες ανθηρότερες καλλονές. Αυτή

όμως είχε συνηθίσει νακούη επαίνους και προτιμούσε να μυρίζεται

έστω και παχυλόν θυμίαμα τυχαίου ανδρός, παρά να στερήται ολότελα

αυτήν την ευχαρίστησιν.

Έτσι λοιπόν ο κ. Φέμπικ επιτηδευόμενος ότι θεωρεί την γυναίκα του

νήπιο, την πενθερά του έπιπλο, τη Μαλβίνα αεροβατούσα και μόνην

άξια υπολήψεως την κ. Μπιρτών, ηυτύχησε να γίνη επιστήθιος φίλος

της.

Αποπέμπουσα από τον πύργο τον κ. Πρίορ έτσι απότομα, το έκαμε όχι

μόνον από ζήλεια, γιατί εκείνος επροτιμούσε επιφύλαχτα την

Μαλβίναν, αλλά και από σατανικόν προϋπολογισμόν να κακοφημίση την

Μαλβίναν, ώστε ο κ. Έδμον και αν ακόμη ίδιος δεν επίστευσεν εις

τας κακοβούλους διαβάσεις, δεν θα ετόλμα όμως να δώση το όνομά του

εις μίαν κακοφημισμένην γυναίκα.

Διέδοσε λοιπόν με τρόπον ότι αιτία της τοιαύτης αιφνηδίας

αποπομπής ήτον η ασύγγνωστος οικειότης με την Μαλβίναν, και ότι

ήτο μυστήριον μέχρι τίνος σημείου σχέσεων προέβησαν.

Τας τοιαύτας δε καταλαλιάς ενεπιστεύετο ως μυστηριώδεις

ανακαλύψεις της προς δύο γύναια, την γνωστήν κ. Μέλμορ και την

θαλαμηπόλον της Τάπαν, έτσι δε επανελαμβάνετο εμπιστευτικώς από

αυτάς εις άλλας ομοίας των σκοτεινή κορκουσουριά κατά της

υπολήψεως της αμέμπτου εκείνης νέας γυναικός.

Διά να πάνε γρηγορώτερα και σταυτιά του κ. Σέυμουρ προαπέστειλε

στο Έδιμπουργκ την Τάπα και την κ. Μέλμορ τάχα διά να ετοιμάσουν

κατάλυμα, αφού τας καθωδήγησε πώς να τα εκθέσουν στον κ. Έδμον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

ΝΕΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ

Κατά τας αρχάς Απριλίου η Μαλβίνα μετέβαινε λοιπόν ως ακόλουθος

της κ. Μπιρτών εις πόλιν που δεν της ενδιέφερε, με ανθρώπους που

δεν τους αγαπούσε, για να ξαναδή εκείνον που τον εφοβείτο. Και

όμως γιαυτόν και μόνον πήγαινε.

Κανείς δεν την εβίασε να κάμη το ταξίδι εκείνο. Εν τούτοις αυτή

αιτιολογούσε τον εαυτόν της ότι πάγει να λάβη εμπειρικάς

αποδείξεις, ότι εκείνος δεν της αξίζει. Διότι εκεί θα είχε όλα τα

μέσα να δείξη τις ερωτοτροπίες του πρόθυμα σε κάθε γυναίκα, ενώ

συγχρόνως θα ιδή με τα μάτια της τον γάμον του με τη λαίδη

Σούμεριλ, κέτσι δεν θα έχη πια να φοβηθή τίποτε από αυτόν τον

κύριον.

Όταν η καρδιά ζητή πρόφαση για να γελάση τον εαυτό της, η φαντασία

είνε πρόθυμη να της εύρη μίαν, που να είναι μάλιστα πολύ

ομοιαλήθης.

Έτσι η Μαλβίνα με καλήν συνείδησιν και με κρυφήν λαχτάραν

απεφάσισε να ακολουθήση την εξαδέλφην της.

Την τρίτην ημέραν της οδοιπορίας η κ. Μπιρτών προείπε εις τους

συνταξιδιώτας της, ότι το βράδι μελετά να καταλύση στον πύργο της

κ. Κλάρας, που ευρίσκετο επάνω στον δρόμον τους.

— Εγνώρισα, είπεν, άλλοτε την περί ης ο λόγος κυρίαν στο

Έδιμπουργ. Ήταν νιόνυφη. Ο άντρας της αξιόλογος. Η εμφάνισίς της

εις τας συναθροίσεις των σαλονιών έκαμνεν εντύπωση. Ωστόσο χήρεψε

νωρίς και ήρθε να μείνη στην εξοχή με τον πατέρα της,

αποτραβηγμένη από τον κόσμο. Εν τούτοις λέγουν πώς το κάνει για

επίδειξη. Και θάχουν δίκιο, γιατί να κεγώ είμαι αποτραβηγμένη,

επειδή όμως είμαι απλή και ανεπιτήδευτη, κανείς ποτε δεν εστοχάσθη

να μου προσάψη τέτοια μομφή.

Η Μαλβίνα έμεινε αδιάφορη σόλην αυτή την προκλητική κάπως ομιλία

της κ. Μπιρτών.

Το βράδυ έφθασαν στον πύργο. Η κ. Κλάρα τας υπεδέχθη με πολλήν

προσήνειαν.

Ήταν ακόμη νέα απλή στους τρόπους, ζωηρά και ανεπιτήδευτη στην

ομιλία της. Εντροπαλή εις το εξωτερικόν της, αλλά και μεγαλόφρων,

για τούτο δεν μπορούσε να κρύψη την αντιπάθεια της προς την

επιδεικτικήν κ. Μπιρτών και την ψυχρότητά της προς την ελαφράν κ.

Φέμπικ.

Ησθάνθη απεναντίας κλίσιν προς την Μαλβίναν και την επεδείκνυε

ανεπιφύλακτα. Αλλά και της Μαλβίνας η ψυχή ανταποδίδουσα τα ίσα,

εφάνη λίαν ευδιάθετη να την αγαπήση.

Την άλλη μέρα πρωί πρωί συναντηθήκανε στα σαλόνι. Εφάνησαν

ευχαριστημένες εξίσου. Επήγαν εις τον κήπον. Περιπατούσαι κάτω από

δένδρα νεοθαλή, συνωμιλούσαν με τόσην οικειότητα, σα να

εγνωρίζουντο από καιρό.

Η κ. Κλάρα τόσο πολύ εθέλχθη από την ομιλία της Μαλβίνας, ώστε

εξέχασεν ότι είχε ξενιζομένους.

Η Μαλβίνα ενθύμισεν εις την νέαν φίλην της, ότι η κ. Μπιρτών θα

την επερίμενε και θα απορούσε ίσως διά την απουσίαν της.

Επήγαν λοιπόν εις το σπίτι και ηύραν όλους συνηγμένους εις το

σαλόνι.

Η κ. Κλάρα εζήτησε συγγνώμην.

Η κ. Μπιρτών της είπε πικρόχολα, ότι η κ. Σορκή έκρινε καλόν να

την πάρη ιδιαιτέρως, για να την απολαύη μόνη της.

— Αλήθεια, είπε η κ. Κλάρα. Αλλά και πάλιν αυτή εφρόντισε να με

ανακαλέση εις το προς εσάς καθήκον μου. Τόσον πολύ εθέλχθην από

την συναναστροφήν της, ώστε προς στιγμήν ελησμόνησα τα χρέη της

ξενίας, αλλά θα με συγχωρήσετε πιστεύω σεις, αι οποίαι καθ'

εκάστην απολαύετε τας γοητείας των χαρίτων της.

Ο θερμός αυτός έπαινος δυσηρέστησε την κ. Μπιρτών. Ο κύριος και η

κυρία Φέμπικ προσέχοντες εκ προμελέτης να φαίνωνται ευάρεστοι

πάντοτε εις την κ. Μπιρτών την εμιμήθησαν, ώστε η συναναστροφή

έγινε ψυχρά.

Η κ. Μπιρτών συνηθισμένη νακούη μόνον αυτήν να επαινούν,

εστενοχωρήθη εις το περιβάλλον εκείνο και απεφάσισε ναναχωρήση την

επαύριον.

Η κ. Κλάρα ελυπήθη ειλικρινώς διά τούτο, μόνον διότι θα εστερείτο

την συναναστροφήν της Μαλβίνας, και προσεπάθησε να πείση την κ.

Μπιρτών ν' αναβάλη επί τινας έτι ημέρας την αναχώρησίν των. Αλλ'

αυτή επέμενε προφασιζομένη ότι επεθύμει να επιταχύνη τον γάμον της

λαίδης Σούμεριλ.

— Α, ο σερ Έδμον Σέυμουρ λοιπόν νυμφεύεται την λαίδη Σούμεριλ;

ηρώτησε με ενδιαφέρον η κ. Κλάρα, ενώ ζωηρότατον ερύθημα διεχύθη

εις τα μάγουλά της.

— Τον γνωρίζετε, κυρία; ηρώτησε έκπληκτη η κ. Μπιρτών.

— Ναι τους εγνώρισα και τους δυο στο Έδιμπουργκ. Και δεν επίστεψα

τότε πως ημπορούν να συμφωνήσουν ως σύζυγοι. Κατόπιν . . . αι,

άλλαξα γνώμην. Και να τώρα, η είδησις που ακούω φαίνεται σύμφωνη

με την κατοπινήν γνώμην μου.

— Και γιατί να μη συμφωνήσουν; Και οι δύο είναι νέοι εράσμιοι,

πλούσιοι και κατάγονται από τας πλέον ευγενείς οικογενείας της

Σκωτίας, είπε με υπεροψίαν η κ. Μπιρτών.

— Α, βέβαια. Αυτά είναι στοιχεία υπεραρκετά, διά να αποβή ευτυχές

έν συνοικέσιον, είπε με ειρωνείαν αδιόρατον η κ. Κλάρα.

— Εμένα μάλιστα μου φαίνονται ο ένας πλασμένος διά τον άλλον,

επρόσθεσε με πείσμα η κ. Μπιρτών.

— Αφού ο κόσμος το ευρίσκει τόσον ευάρμοστον το συνοικέσιον

τούτο, πώς ημπορεί να μην τα θεωρή οιοσδήποτε έτερος.

Η κ. Μπιρτών ενόησε το δάγκαμα, όπου ο κόσμος υπενόει αυτήν και

οιοσδήποτε έτερος υπενόει τον ανεψιόν της. (ο οποίος δεν έκρινε

όπως αυτή το περί ού ο λόγος συνοικέσιον, καθώς γνωρίζομεν). Δεν

εξηκολούθησε λοιπόν διά να μη δεχθή και άλλα όμοια.

Εις την Μαλβίναν τα λόγια αυτά επροξένησαν κατάπληξιν. Ήθελε να

ευρεθή ιδιαιτέρως με την κ. Κλάραν και να φέρη με τρόπον την

συνομιλίαν εις αυτήν την υπόθεσιν· έπειτα πάλιν εσκέφθη: Και τι

μενδιαφέρουν όλ αυτά; μήπως τάχα δεν τον ξαίρω τι είναι;

Ωστόσο, αν και τα έλεγεν αυτά, δεν έλειψε να καιροφυλακτή, ίσως

εύρη μονάχην την κ. Κλάραν. Αλλά η αδιάκριτη κ. Φέμπικ δεν τις

άφισε από κοντά όλη τη μέρα.

Την επιούσαν, μόλις εξημέρωσε, η Μαλβίνα ευρέθηκε στο παράθυρο. Σε

λίγο κατέβηκε στην αίθουσα, αλλά κανένα δεν ηύρε, εκτός των

υπηρετών που κατεγίνοντο να ευπρεπίσουν την αίθουσαν.

Επήγε τότε εις τον κήπον και περιπατούσε με προφανή ανυπομονησίαν.

Σε λίγο ήλθε και η κ. Κλάρα.

— Έμαθα, της είπε, ότι σήμερα σηκωθήκατε πολύ νωρίς. Η λαχτάρα δε

με την οποίαν είδα τώρα ότι με προϋπαντήσατε καθώς και τα χθεσινά

βλέμματά σας τα πλήρη προς εμένα πόθου, με κάνουν να υποθέτω ότι

κάτι σπουδαίο έχετε να μου ανακοινώσετε, ή και να μερωτήσετε. Δεν

είν' έτσι;

Ψυχρό νερό χύθηκε στη ζέση της Μαλβίνας.

Άμα ερωτούσε τώρα σχετικόν τι με όσα επιθυμούσε να μάθη, θα έδιδεν

αμέσως υπονοίας, ότι ενδιεφέρετο ιδιαιτέρως διά τον κ. Σέυμουρ,

πράγμα το οποίον άλλως τε επάθαινε και η ίδια κ. Κλάρα, ως ήτο

εύκολον να εννοήση αυτή εκ των ήδη διαμειφθέντων χθες.

Έκλεισε λοιπόν την περιέργεια μέσα στην ψυχή της και προσεπάθησε

να φανή αδιάφορος, αιτιολόγησε δε την συμπεριφοράν της ως

προερχομένην εκ της συμπαθείας, την οποίαν ησθάνετο ότι διήγειρεν

εις την ψυχήν της η νέα φίλη της.

Μετ' ολίγον όμως ήλθε κοντά τους η νεαρά κ. Φέμπικ και εξέφρασε

την μεγάλην επιθυμίαν που είχε, να φθάσουν μίαν ώραν αρχύτερα στο

Έδιμπουργ.

— Βέβαια, της είπε, ο γάμος του κ. Σέυμουρ θα αναστατώση κόσμον

εκεί. Χοροί, θεάματα, εορταί, και σ' όλα αυτά βέβαια εσείς καθόλου

δεν θα είστε από τα δευτερεύοντα στολίδια. Ποιος τη χάρη σας!

— Ναι ναι έτσι ελπίζω κεγώ, απεκρίθη με προπέτειαν, και τότε θα

ευχαριστηθώ, όταν αμαυρώσω τας ωραίας του Έδιμπουργ και μάλιστα

την απεχθή εκείνην λαίδην Σούμεριλ.

— Γιατί την εχθρεύεσθε; διότι κατώρθωσε να ελκύση τον σερ Έδμον

Σέυμουρ;

— Όχι δα, τέτοια καύχηση δεν θα μπορή να κάνη μπροστά μου. Μάλλον

τα πλούτη της έλκυσαν τον κ. Έδμον Σέυμουρ.

— Δεν το πιστεύω, είπε με ζέσιν, την οποίαν ματαίως προσεπάθει να

κρύψη η Μαλβίνα. Τουλάχιστον ανάμεσα στις κακές συνήθειες που

προσάπτουν στον κ. Σέυμουρ, ποτέ δεν άκουσα και την φιλοχρηματία.

Το εναντίον είναι μεγαλόφρων και ελευθέριος όσο δεν γίνεται.

— Τον γνωρίζετε λοιπόν; ερώτησεν η κ. Κλάρα, χωρίς να μπορέση να

κρύψη κάποιαν ταραχήν.

— Αμφιβάλλετε; είπε ειρωνικώς η κ. Φέμπικ. Αλλά καθώς εκείνος μου

διεβεβαίωσε, δεν ίσχυσαν να τον ελκύσουν σπουδαία οι χάρες της

κυρίας. Μόνο παίζοντας πάντοτε της έκαμνε τα γλυκά μάτια.

Η κ. Κλάρα έκαμε πώς δεν επρόσεξε της Μαλβίνας την ταραχήν και

είπε:

— Εγώ τουλάχιστον είμαι βεβαία ότι ποτέ δεν της μίλησε ελαφρά. Ο

σερ Έδμον έχει το γνώθι σαυτόν και είναι των αδυνάτων να λάβη

θάρρος κοντά στην κ. Σορκή. Καταλαβαίνει ότι, και όλων των

γυναικών του κόσμου εραστής αν γίνη τις, όμως ποτέ δεν θα

κατορθώση, να γίνη και της κ. Σορκή.

Από κείνη τη στιγμή η Κλάρα έπεσε σε συλλογή. Έβλεπε με πόνο ψυχής

την Μαλβίνα. Ήθελε να της πη: Αχ άνοιξε σεμένα την καρδιά σου,

δυστυχισμένη μου!

Μετά το πρόγευμα ταμάξια ωδηγήθησαν εις την αυλήν. Η κ. Μπιρτών

έδωκε το σύνθημα της αναχωρήσεως. Όλοι άρχισαν να ετοιμάζωνται.

Η κ. Κλάρα ηύρε μια στιγμή καιρό. Επλησίασε τη Μαλβίνα. την

αγκάλιασε και της είπε:

— Πολύ πικραίνομαι, που δεν ηύρα καιρό να σας ομιλήσω. Αχ και να

ήταν δυνατόν να μένατε εδώ μαζί μου. Θα επροφυλάττεσθε από

κινδύνους, που δεν τους προβλέπετε ίσως.

Η Μαλβίνα εννόησε ότι η νέα φίλη εμάντευσε το πάθος της.

— Ευχαριστώ, αγαπητή μου, είπε. Αλλά τώρα αίφνης να το αποφασίσω,

θα φανή καταπληκτικόν . .

— Αν το φέρη τουλάχιστον η περίστασις ναναχωρήσετε πριν από την

κ. Μπιρτών από το Έδιμπουργκ, μη με λησμονήσετε· ελάτε να την

περιμένετε εδώ σεμένα.

Η Μαλβίνα το υπεσχέθη ευχαριστούσα ευγνωμόνως. Η δε κ. Κλάρα

επρόσθεσε:

— Μην αναφέρετε τίποτε καθόλου για μένα εις τον κ. Έδμον, σας το

ικετεύω.

Η Μαλβίνα υπεσχέθη και τούτο, αλλά της εφάνησαν πολύ παράξενα όλα

αυτά. Ενώ δε εδίσταζε, αν πρέπει να ζητήση λεπτομερείας, η κ.

Μπιρτών έσπευσε να τραβήξη από το χέρι την κ. Κλάραν, διά να της

αφίση υγείαν, εις δε την Μαλβίναν είπεν ότι άργησαν εξ αιτίας της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.

ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εκείνο το βράδι αργά έφθασαν στο Έδιμπουργκ.

Την άλλη μέρα τα πρωί η κ. Μπιρτών εβγήκε δι' υποθέσεις της.

Επίσης εβγήκε και η Κίττη για να ψωνίση.

Η Μαλβίνα λοιπόν έμεινε μόνη. Καμμίαν διάθεσιν δεν είχε να εξέλθη.

Κατέβη εις το κοινόν εντευκτήριον να ζητήση μερικά βιβλία. Εκεί

έξαφνα ήκουσε την φωνήν του κ. Έδμον που ρωτούσε την Τάπαν πότε

ήρθαν οι κυρίες της και αν είχαν καιρόν να τας ιδή.

— Η κυρία μου και η κ. Φέμπικ είναι έξω. Μόνον η κ. Σορκή είν'

εδώ, θέλετε να . . .

— Όχι, δεν είν' ανάγκη τώρα, έρχομαι άλλοτε.

Η Μαλβίνα, αν και δεν ήθελε να συναντηθή με τον Έδμον, εν τούτοις

κατεπικράνθη, όταν άκουσε ότι δεν θέλει να την ιδή, ενώ ήταν μόνη

και τόσο κοντά του. Ντράπηκε, γιατί έλπισε σέναν άστατο και

γέμισαν τα μάτια της δάκρυα.

— Αι, κ. Έδμον, είπε με υπερηφάνειαν, να που σεμένα δεν τα

κατάφερες, γιατί εμένα δεν με δελέασες όπως την Κίττη ή και κάθε

άλλη. Τώρα λοιπόν χαίρομαι, διότι θα θεραπευθώ.

Μετ' ολίγον εισήλθεν η κ. Μπιρτών ακολουθουμένη από κομψόν τινά

νέον, υπεροπτικόν κάπως, ο οποίος άμα είδε την Μαλβίναν, έμεινε

εμβρόντητος. Την προσηγόρευσε μετά σεβασμού και είπε αποτείνων τον

λόγον εις την κ. Μπιρτών.

— Η κυρία βέβαια θα είναι η ερασμία συγγενίς σας, η αδελφή μου θα

χαρή πολύ να την γνωρίση.

— Θα είναι βέβαια και διά την αξαδέλφην μου ευτύχημα να γνωρίση

την ερασμίαν αδελφήν σας, υπέλαβεν η κ. Μπιρτών και ητένισε την

Μαλβίναν περιμένουσα να βεβαιώση τους λόγους της, αλλ' εκείνη

έμεινεν αδιάφορη. Η κ. Μπιρτόν επρόσθεσε.

— Η ευγενεία του είναι ο μιλόρδος δουξ Στάνοπ, αδελφός της λαίδης

Σούμερολ, και το θεωρώ τιμήν μου, ότι μεσολαβώ να σας γνωρίσω.

Η Μαλβίνα έκλινε αξιοπρεπώς την κεφαλήν προς δείγμα ευχαριστήσεως.

— Ελπίζω ότι η κυρία θα κοσμήση την εορτήν, που ετοιμάζεται εις

του θείου μου, είπεν ο λόρδος, κεπειδή προβλέπω ότι θα γεννηθή

άμιλλα, ποιος να πρωτοχορέψη μαζί της, την αγκαζάρω από τώρα και

την παρακαλώ να δεχθή το αγκαζέ μου, ώστε να γίνω επίφθονος εκείνη

τη μέρα και να μην είναι άλλος σαν εμένα.

— Σας ζητώ συγγνώμη, μιλόρδε. Μελετώ να μην παρευρεθώ σε καμιά

εορτή. Σας ευχαριστώ εν τούτοις για την ευγενή σας προτίμησιν.

Έπειτα αμέσως απεχαιρέτισε και εβγήκε.

— Πόσο είναι παράξενη αυτή η γυναίκα! εφώναξε η κ. Μπιρτών.

— Παράξενη ίσως, είπε ο λόρδος, μα θαυμασίως χαριτωμένη. Δι'

όνομα του Θεού πρέπει να την καταφέρετε χωρίς άλλο νάρθη στου

θείου μου . . . Να μη σώσω, αν καμία άλλη γυναίκα ως τώρα μου έχει

κάνει τέτοιαν εντύπωσι — κέχω δα γνωρίσει του κόσμου τις γυναίκες.

— Πολύ τιμάτε την εξαδέρφη μου. Είναι όμως καθώς βλέπετε

αγριογυναίκα.

— Τόσο το καλύτερο, την διέκοψε ο λόρδος γελών, τίποτε δεν

υπάρχει πιο θελκτικό από τα άγρια αυτά κάλλη, όταν κανείς φθάση να

τα ημερέψη.

— Προσέχετε, μιλόρδε, η νέα αυτή δεν είναι από κείνες που

ξαίρετε. Δεν είναι ευκόλως εξημερώσιμη.

— Όχι δα!

— Αυτά που σας λέω.

— Θα δούμε.

Έπειτα είναι συγγενίς μου και δεν επιτρέπω καμμίαν όχι έντιμον

απόπειραν.

— Έννοια σας . . . Εγώ είμαι λεύτερος το ξαίρετε. Ποιος μπορεί να

μαντεύση το μέλλον; Ίσως είναι γραφτό να διπλοσυμπεθερέψωμε.

— Μακάρι, είπε με προφανή ευχαρίστησιν η κ. Μπιρτών.

— Ωστόσο σπεύσατε να την συναντήσετε. Πρέπει να έχη δώσει

υπόσχεσιν, πριν φύγω από το σπίτι σας.

Η κ Μπιρτών κολακευομένη από την ελπίδα ότι η γενεά της έμελλε να

λαμπρυνθή περισσότερον, έτρεξε προς την Μαλβίνα.

— Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρνηθήτε την πρόσκληση. Πρέπει ναρθήτε

στου λόρδου Στάφφορδ.

Η Μαλβίνα αντεστάθη με όλα της τα δυνατά.

— Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρθώ.

— Έχετε λοιπόν οριστική απόφαση να μου χαλάσετε την καρδιά, ως

φαίνεται. Και συμπλέκουσα τα χέρια εις σχήμα απελπισμού:

Δυστύχημα! εφώναξε, να μην μπορεί κανείς να πείση μερικούς

ανθρώπους, για κάτι πράγματα πολύ πολύ χρειαζούμενα . . .

Η Μαλβίνα έμεινε σιωπηλή.

Η κ. Μπιρτών κατέφυγεν εις τας παρακλήσεις. Η Μαλβίνα σκεφθείσα

ωριμότερον, εστοχάσθη, ότι δεν έπρεπε να εντείνη περισσότερο το

σχοινί.

Μόνον επειδή η εορτή θα εγίνετο μετά οκτώ ημέρας, εζήτησε να τας

περάση χωρίς να φανή εις καμίαν συνάθροισιν. Έτσι ήθελε ναποδείξη

στον σερ Έδμον, ότι καθόλου δα δεν εζητούσε ευκαιρίαν να τον ιδή,

μια που εκείνος της εφέρθη πρώτος τόσον εφεκτικώς.

Ωστόσο η απομόνωσις εντός των πόλεων δεν ομοιάζει την απομόνωσιν

της εξοχής. Οι ώρες δεν επερνούσαν γρήγορα. Οι συνηθισμένες της

ασχολίες έχασαν τα πρώην θέλγητρά των και οι κρότοι, που εγίνοντο

πέριξ, της έφερναν ακατάπαστον περισπασμόν. Συχνά άκουε του κ.

Έδμον τα βήματα που έκαμναν την καρδιά της να σκιρτά και χωρίς να

θέλη. Εν τούτοις απέφευγε με προσοχή μεγάλη να τον συναντήση, αν

και θα έδιδε τη ζωή της να μάθη, γιατί εκείνος την αποφεύγει,

κιακόμη να μάθη, αν ρώτησε τουλάχιστον περί αυτής.

Η κ. Μπιρτών και η νεαρά Φέμπικ ποτέ δεν της έκαμαν τον ελάχιστον

περί αυτού λόγον. Έτσι ενθυμείτο τη συντροφιά του κ. Πρίορ, που

τόσα πάντοτε της έλεγε για τον Έδμον και τα κατ' αυτόν.

Η εορτή επλησίαζε. Η Μαλβίνα είχε απόφαση σταθερή να μη συναντηθή

με τον κ. Έδμον. Ωστόσο μια μέρα που ήτο στην αίθουσα κιαυτός,

αίφνης την επροσκάλεσαν να υπάγη να διαλέξη καπέλλο για την εορτή,

που τα είχε φέρει μια καπελλού επί τούτο κατά παραγγελίαν της κ.

Μπιρτών.

Ενώ έμβαινε ολίγον ταραγμένη, διότι θα τον συνήντα, προ της

εισόδου, βλέπει μια γυναίκα του λαού να κλαυθμυρίζη.

— Τι τρέχει; την ερωτά με την συνηθισμένη της συμπάθειαν.

Η γυναίκα βλέπουσα έξαφνα ευμένειαν από κει που δεν επερίμενε, την

επλησίασε και της διηγήθη, ότι ήρθε να παρακαλέση την κ. Μπιρτών

να μεσιτεύση στον λόρδον Στάνοπ, για να μην την διώξουν από το

σπίτι που εκάθητο, κτήμα του λόρδου κοντά εις την αγοράν, που αυτή

εκεί μπορούσε να εργάζεται και να κερδίζη τα της ζωής της. Ωστόσο

την έδιωξαν όλοι σαν το σκυλί και η κ. Μπιρτών της είπε, πως έχει

να βοηθήση δικούς της ανθρώπους.

Η Μαλβίνα έχουσα υπ' όψιν τον κ. Έδμον, την ερώτησε.

— Όλοι εξίσου σε διώξανε;

— Όχι όλοι ενώ μέβγαζεν έξω ο υπηρέτης, ένας νέος λόρδος — νάχη

του Θεού την ευχή — μούβαλε τούτα κρυφά στο χέρι μου, (κέδειξε

χαρτονόμισμα δέκα λιρών) κιακόμα με ρώτησε πού κάθομαι.

Η Μαλβίνα ησθάνθη αμέσως ανακούφισιν.

— Κεγώ θα μιλήσω του λόρδου Στάνοπ, είπε, μένε ήσυχη.

Η Μουδ — έτσι την έλεγαν τη γραία — έσκυψε να φιλήση της Μαλβίνας

το χέρι την ώρα ακριβώς που έβγαινε ο κ. Έδμον. Ξυπάσθηκε που την

συνήντησε έτσι έξαφνα. Ωστόσο την εχαιρέτησε με κλίσιν της κεφαλής

και προσπέρασε.

Η Μαλβίνα έμεινε κατάπληκτη για τον τρόπο του. Η καρδιά της

σπαράχτηκε· επίτηδες εβγήκε βέβαια, διότι ήταν να έμβη αυτή. Η

αδιαφορία ήτο προσποιητή λοιπόν. Τι ήθελε τάχα να της δείξη;

Κατηγορούσε τον εαυτό της, που έστω και μερικές στιγμές τον έκαμε

να χαρή. Τώρα θα γελούσε βέβαια εκείνος, γιατί τον είχε πιστεύσει,

και της φέρνεται τώρα έτσι, διά να της βγάλη κάθε ελπίδα, που

μπορούσε να συλλάβη. Νά λοιπόν και αυτήν την τόσον ακατάδεχτην,

όπου την κατέκτησε ο πλάνος εκείνος. Και ησθάνετο ψυχικούς πόνους

νομίζουσα ότι επληγώθη η περηφάνεια της.

— Από τους συλλογισμούς αυτούς την έβγαλεν ο κ. Φέμπικ, ο οποίος

έσκυψε έξω κωμικά τα κεφάλι και βλέπων την Μαλβίνα να της φιλή τα

χέρια η Μουδ έστρεψε και είπε προς τας εντός της αιθούσης.

— Η κ. Σορκή, κυρίες μου, προτιμά την συναναστροφήν των, λ α δ ι

κ ώ ν καταγίνεται με την κλαψόγρια εκείνη, κεσείς την περιμένετε

να διαλέξη καπέλλο!

Η Μαλβίνα εντοσούτω εμβήκε στην αίθουσα.

— Η εξαδέλφη μου, είπε ειρωνικώς η κ. Μπιρτών, βρίσκει τέρψη με

την συναναστροφή τέτοιων υποκειμένων.

— Κυρία μου, είπε η Μαλβίνα, χωρίς να αφαιρώ βέβαια την τέρψη από

την εκλεκτή σας ομήγυρη.

Ο λόρδος Στάνοπ, που του έκαμε εντύπωση και η ωραία απάντηση και η

αργυρόηχη φωνή της, επενέβη αμέσως.

— Πώς; η κ. Σορκή φροντίζει για τα αιτήματα της γραίας Μουδ; Αι

μα τότε αυτή η γριά δεν μπορούσε νάχη καλύτερο συνήγορο. Και

σκύπτων έξω της θύρας είπεν εις την γραίαν. Πήγαινε, κερά Μουδ· η

δουλειά σου είναι τελειωμένη.

Η κ. Φέμπικ ζήλευσε: Ουφ! αυτός ο ανιαρός διάλογος· δεν θα παύση

λοιπόν! Και της φώναξε:

— Ελάτε να δήτε τα κομψά αυτά πραματάκια!

Η Μαλβίνα επλησίασε, έπιασε στα χέρια της ένα καπελλίνο το

παρετήρησε λίγο, έπειτα με την έμφυτη φιλοκαλία, που έχουν εις

τέτοια πράγματα οι Γαλλίδες, μεταχειριζομένη μερικές καρφίτσες του

έδωσε ένα τέτοιο σχήμα, τόσο αρμονικό, τόσο χαριτωμένο, ώστε η

Κίττη το ζήλεψε πάλιν.

— Αναμφιβόλως, είπε αν φορέσετε αυτό το καπελλίνο, είναι το

κομψότερο απ' όσα θα φανούν αύριο στην αμαξάδα που θα κάνουμε.

— Ποια αμαξάδα; ρώτησε αφελώς η Μαλβίνα.

— Σκοπεύομε να περιέλθωμε αμαξηδόν την προκυμαία, για να δη η κ.

Φέμπικ τη θάλασσα, και ελπίζω να ταξιωθώ, κυρία μου, να έχω την

ωραία συντροφιά σας στο δικό μου όχημα, είπε ο λόρδος.

— Ναι θάμαι κεγώ μαζί σας, επρόφθασε να προσθέση η Μπιρτών, για

να προλάβη κάθε ενδεχομένην άρνησίν της.

H Μαλβίνα εδέχθη. Ο λόρδος Στάνοπ ήταν στις χαρές του. Η Κίττη

επλησίασε τη Μαλβίνα να χύση το φαρμάκι της.

— Ξαίρετε γιατί θα πάτε με τα λόρδο Στάνοπ; γιατί ο κ. Έδμον

απήτησε να λάβω θέση στο δικό του όχημα, κοντά στη λαίδη Σούμεριλ

. . φοβούμενος μήπως τη δώσουν σε σας.

— Πολύ φυσικά, είπε η Μαλβίνα κρατούσα την ψυχραιμίαν της. Για

πολλούς λόγους η δική σας η συναναστροφή ξαίρουμε πως του είναι

μάλλον ευάρεστη παρά η δική μου.

Η κ. Φέμπικ δαγκάθηκε.

— Και ποιοι είν' αυτοί οι λόγοι, κυρία μου; εγώ δεν φροντίζω να

του αρέσω, νά ποια φροντίζει, είπε παίρνοντας στα χέρια της το

καπελλίνο, που είχε σιάξει η Μαλβίνα.

Εκείνη εμειδίασε για την ανεπιδέξια φράση της κ. Φέμπικ.

— Μπα; αυτό ήταν όλο; είπε. Μα αν το προτιμάτε λοιπόν, καλή μου,

πάρτε το, ή αν θέλετε, δόστε μου να σας φιάξω το δικό σας, όπως

σας αρέσει.

— Αχ τι καλή που είστε! είπε τότε με ειλικρίνειαν παιδικήν η

ελαφρά Κίττη. Με καθυποχρεώνετε.

Η Μαλβίνα χαμογέλασε και πήρε να σιάξη το καπελλίνο.

Ο λόρδος Στάνοπ παρατηρούσε τα επιδέξια κινήματα των χεριών της.

— Μόνον οι Γαλλίδες δίνουνε χάρη σε ό,τι πιάσουν, είπε.

— Και μόνον οι Άγγλοι εκπληρώνουν με ακρίβειαν ό,τι υπόσχονται,

απεκρίθη με γλυκό χαμόγελο η Μαλβίνα.

Ο λόρδος εκατάλαβε τον υπαινιγμόν. Γεμάτος από χαρά έβγαλε αμέσως

το σημειωματάριόν του, έκοψε ένα φύλλο κέγραψε επάνω:

«Ο Βίγγαμ να υπογράψη αμέσως συμβόλαια με την κερά - Μούδη διά το

σπίτι μου, που κάθεται ήδη αυτή, και το οποίον της ξανανοικιάζω.

ΕΡΡΙΚΟΣ, δουξ του Στάνοπ»

— Σας αρέσει; είπε, προσφέρων το έγγραφον.

— Δεν πρόκειται για μένα, μιλόρδε, απεκρίθη κοκκινίζουσα.

— Εγώ μα την πίστη μου μόνο για σας τόγραψα.

— Μα κάνετε το καλό και αρνείστε ναπολαύσετε την ευχαρίστησή του;

Με μια σας λέξη ανακαλείτε στη ζωή και στην ευτυχία μια οικογένεια

και δεν χαίρεστε!

— Πιστέψατέ με, κυρία, ότι ποτέ δεν έχω καταγίνει με τέτοια

πράματα εγώ, μα τώρα που μου τα συστήνετε εσείς με τόση χάρη, άμα

εύρω καιρό, θα προσπαθήσω να . . . αλλά πέσαμε με τα λόγια και

λησμόνησα πως με περιμένουν στο ιπποδρόμιο. Πώς; Δυο η ώρα και γω

ακόμα εδώ! ω Θεέ μου τι έχει λοιπόν απάνω της αυτή η γυναίκα . . .

Αναχωρώ . . . Να πάρη η ευχή . . Στο διάολο και τα ιπποδρόμια και

οι ίπποι . . να χάνη κανείς τέτοια εξαίρετη συντροφιά. Αύριο,

κυρία μου, αύριο. Χαίρετε.

Έπιασε το χέρι της και το φίλησε με σεβασμό αληθινού ευγενούς.

Κέφυγε με βία. Αμέσως η Μαλβίνα βγήκε να δη αν η κερά - Μουδ ήταν

έξω ακόμη. Επειδή εκείνη είχε φύγει, έστειλε την Τομκίνα να της

φέρη το χαρτί του λόρδου, που την αποκατάστηνε και πάλιν, όπως ήτο

πριν, και καλύτερα.

Όταν γύρισε η Τομκίνα της είπε ότι η κερά Μουδ και τα τέκνα της

την παρακαλούν να καταδεχθή να τους επισκεφθή και στο σπίτι τους.

Το βράδι λοιπόν, όταν οι άλλες επήγαν εις το θέατρον, η Μαλβίνα

επήγε στης κεράς Μουδ.

— Ω καλώς την ευεργέτιδά μας, εφώναξε με απλότητα η γραία. Καλώς

την, που μας καταδέχτηκε. Έτσι μας καταδέχτηκε προ ολίγου κεκείνος

ο νέος, ο καλοκάγαθος, ο Θεός να τον πολυετή.

— Λέτε διά τον σερ Έδμον; ρώτησε η Μαλβίνα.

— Δεν ξαίρω τόνομά του . . Ήρθε να μας ρωτήση σε τι μπορούσε να

μας φανή χρήσιμος, Έμεινε εκστατικός όταν του έδειξα τη σημείωση

του λόρδου Στάνοπ και με ρώτησε πώς κατώρθωσα και την απέσπασα.

Του είπα λοιπόν ότι χάρη στη μεσιτεία μιας κυρίας καθώς πρέπει,

από αυτές που ήλθαν μαζί με την κ. Μπιρτών.

— Της κυρίας Σορκή βέβαια, μου είπε. Και προσέθεσε. Άμα θέλης

καμίαν χάρη, να καταφεύγης πάντοτε εις αυτήν. Και με μεγαλύτερον

ενθουσιασμόν εξηκολούθησε: Τέλος πάντων αυτή η γυναίκα έχει ό,τι

καλόν ή γενναίον, ό,τι εράσμιον ή υπέροχον, μένα λόγο ό,τι

ουράνιον υπάρχει στη γη. Και λέγοντας αυτά, είδα δάκρυα

ναναβλύζουν στα μάτια του.

Τότε του είπα ότι σας περιμένω από στιγμή σε στιγμή. Αμέσως λοιπόν

έφυγε, χωρίς να μου δώση καιρόν να τον ευχαριστήσω.

Η Μαλβίνα επροσπάθησε να φανή ψύχραιμη. Δεν ήξαιρε τι να σκεφθή

για όλα αυτά τα παράξενα καμώματα. Ούτε έκαμε άλλην ερώτησιν περί

αυτού προς την γριά - Μουδ.

Την άλλη μέρα η Μαλβίνα από την κάμαρη της άκουσε κρότον αμαξών.

Επλησίασε στα παράθυρο και είδε δυο λαντώ του Στάνοπ και του Έδμον

να μπαίνουν μέσα στην αυλή. Σε λίγο την εκάλεσαν κάτω.

Όταν κατέβηκε, είδε τον Έδμον να δίδη το μπράτσο του στην κ.

Φέμπικ. η οποία της είπε:

— Εμείς πάμε να πάρουμε την λαίδη Σούμεριλ· εσάς σας περιμένει ο

λόρδος Στάνοπ, ξετρελαμένος από έρωτα. Μην τον αφίνετε τον καημένο

να περιμένη.

Εν τω μεταξύ ο σερ Έδμον την εχαιρέτησε και της είπε περιπαθώς:

— Και πώς μπορεί να μη ξετρελαθή κανείς με την κυρία! Ο λόρδος

Στάνοπ δεν μπορούσε βέβαια να κάνη εξαίρεση . . .

Η Μαλβίνα χαιρέτησε και ανέβηκε στο λαντώ του λόρδου.

Καθ' όλον τον γύρο που έκαμαν, ούτε τον Έδμον είδε πλέον, ούτε με

την λαίδη Σούμεριλ εγνωρίσθηκε.

Απεναντίας θέλουσα να λησμονήση προς στιγμήν τον Έδμον, χωρίς

επιφυλάξεις έλαβε μέρος εις την συνδιάλεξιν και τόσον έθελξε τον

λόρδον, ώστε εκείνος έσκυψε και είπε στην κ. Μπιρτών χαμηλά.

— Μέχει ξετρελάνει αλήθεια, κιάν πάη έτσι, θαποφασίσω να χάσω την

ελευθεριά μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.

Ο ΧΟΡΟΣ

Η τόσον περιμενομένη ημέρα του χορού έφθασε τέλος.

Η Μαλβίνα έβαλε όλα τα δυνατά της για να στολιστή όσο μπορούσε

καλύτερα. Κατέβηκε στης κ. Μπιρτών.

Η Τάπα της είπεν ότι μέσα είναι πολλοί. Ο Έδμων δεν ήταν μέσα.

Μπήκε ατάραχη.

Πολλοί άνδρες ήσαν γύρο από την κ. Μπιρτών, άλλοι τόσοι ήσαν κοντά

στην κ. Φέμπικ. Μόλις μπήκε η Μαλβίνα όλους τους κατέλαβε θάμβος.

Όλοι εγυρίσανε προς εκείνην.

Φορούσε μεταξωτά· όχι με πολυτέλειαν, με φιλοκαλίαν· αυτό ήταν

όλο. Εκεί έγκειται του στολισμού το μυστικό.

Η κ. Μπιρτών σηκώθηκε για να ξεκινήσουν. Ο λόρδος Στάνοπ έδωκε τον

βραχίονα στην Μαλβίναν και την έφερε στο αμάξι του.

Στο δρόμο της ενθύμισε ότι είχε την υποχρέωση να χορεύση μαζί του.

— Δεν ξαίρω τους χορούς σας, επροφασίσθη η Μαλβίνα.

Ο λόρδος δεν απήντησε αφίνοντας τα μέλλον στην εξέλιξη της τύχης.

Εμβήκαν εις την αίθουσαν. Η κ. Μπιρτών πήγε να καθίση κοντά στη

Λαίδη Σούμεριλ. Της εσύστησε την Μαλβίνα.

Η λ. Σούμεριλ ήτο σχεδόν εικοσαέτις, ξανθή, λευκή, ωραία, μα η

ομορφιά της ήταν άψυχη, Η Μαλβίνα της έκαμεν εντύπωσιν και την

παρετήρησε με προσοχήν επιδεικτικήν, της έπιασε τα χέρι και την

εκομπλιμεντάρισε. Κατόπιν όμως όλη τη βραδιά ούτε μια λέξη δεν της

είπε.

Η Μαλβίνα ευρισκομένη μεταξύ ανθρώπων αγνώστων όλως εστενοχωρείτο.

Ο λόρδος Στάνοπ το καταλάβαινε και κατεγίνετο να της προσφέρη

φιλοφρονήσεις μετ' ευπρεπείας πάντοτε. Εκείνη μόλις τας επρόσεχε.

Απεφάσισε να της διηγήται αστεία ανέκδοτα για τον καθένα που

περνούσε από εμπρός των. Η Μαλβίνα για να μη φαίνεται αγροίκος του

χαμογελούσε πότε - πότε. Επιθυμούσε να τραβηχθή. Ήλθε στην αίθουσα

ο κ. Έδμον. Αι διαθέσεις άλλαξαν. Πλησίασε ο Έδμον την λαίδην

Σούμεριλ και της ωμίλησε κάτι χαμηλά, εκείνη εχάρηκε. Γύρισε ο

Έδμον να χαιρετήση την κ. Μπιρτών είδε την Μαλβίνα, ήταν τόσον

όμορφα ενδυμένη έλαμπε το πρόσωπό της, έκαιε το βλέμμα της, έφεγγε

το παράστημά της. Δεν βάσταξε. Με την συνήθη περιπάθειαν την αφελή

εκείνην της είπε να δεχθή να χορέψουν μαζί. Η Μαλβίνα απόρησε και

του απεκρίθη ψυχρώς, ότι αν αποφάσιζε να χορέψη, δεν μπορούσε να

δεχθή το αγκαζέ του, διότι άλλος πρωτύτερα την είχε αγκαζάρει.

— Και ποιος είν' αυτός ο ευτυχής θνητός: Η Μαλβίνα εδίσταζε να

απαντήση.

— Ο λόρδος Στάνοπ, απεκρίθη η κ. Μπιρτών.

— Αλλά μετά τα σουπέ αρχίζουν οι γαλλικοί χοροί, οι οποίοι είνε

άστατοι ως παν γαλλικόν και συγχωρούν ναλλάξετε καβαλλιέρο.

Μπορούμε άραγε να ελπίσουμε, ότι θα μας παραχωρήσετε τα δευτερεία;

Η Μαλβίνα τον ελυπήθη. Συγκατένευσε διά τον πρώτον γαλλικόν χορόν.

Εκείνος απεμακρύνθη όλος χαρά.

Όταν είχε φύγει από τον πύργο της κ. Μπιρτών, αμφέβαλλε διά τον

έρωτά της, δεν αμφέβαλλε όμως καθόλου διά την αρετήν της.

Επιθυμούσε να την ξαναδή. Οι άλλες γυναίκες του εφαίνοντο άψυχα

πράγματα, δεν ωμιλούσε πλέον με χάριν και αγχίνοιαν ως άλλοτε. Οι

φίλοι του απορούσαν για την μεταβολή του, την απέδιδαν εις την

διαμονήν του εις τα άγρια όρη του Μπρήντελβεν. Τον ελυπούντο και

τον εσπλαχνίζοντο, ενώ αυτός ήτο τόσον ευτυχής.

Ο Έδμον αγαπούσε. Αγαπούσε αληθινά. Και δεν εύρισκε πλέον τίποτε

άξιον διά την καρδιά του, που εκεί εβασίλευεν η Μαλβίνα. Όποιαν

έβλεπε προσπαθούσε να ανακαλύψη εις αυτήν ομοιότητας προς την

Μαλβίναν. Κάθε χάρη, κάθε καλλονή, του υπενθύμιζεν εκείνην. Όταν

ήλθον εις Έδιμπουργκ η κ. Μέλμορ με την Τάπαν, έσπευσε να ζητήση

πληροφορίας.

Η κ. Μέλμορ του ωμίλησε διά την άτακτη διαγωγή της κ. Σορκή.

— Τι είπες; εκραύγασεν ο Έδμον, σαν να τον εδάγκασεν έχιδνα, η κ.

Σοκρή . . .!

— Θεέ μου, απήντησεν με αφέλειαν προσποιητήν η κ. Μέλμορ, αλλ'

αυτό δεν είναι τι απόκρυφον! Το σκάνδαλο εκείνο μάλιστα έγινεν

αφορμή να εκδιωχθή ο κληρικός αμέσως . . . και αν η κ. Μπιρτών δεν

εφρόντιζε για την υπόληψη της γενεάς της, και αυτή η κ. Σοκρή θα

είχε εκδιωχθή εκ του πύργου.

Ο Έδμον έφυγε θυμωμένος με την απόφαση να μην πιστέψη τίποτε απ'

αυτά. Αλλά μετ' ολίγον συνήντησε την Τάπα, η οποία του τα

εβεβαίωσε με τον πλέον ειλικρινέστερον τρόπον. Και προς πίστωσιν

της αληθείας των λόγων της είπεν ότι ήδη μη δυνάμενοι να ιδούν ο

ένας τον άλλον έχουν θερμήν αλληλογραφίαν μεταξύ των και ιδού η

απόδειξις.

Και του έδειξεν άρτι αφιχθείσαν επιστολήν του κ. Πρίορ

απευθυνομένην προς την Μαλβίναν. Ο Έδμον ανεγνώρισε το γράψιμο του

κληρικού και έγινεν έξω φρενών. Άφισε την ψυχήν του πλέον

ελευθέραν εις κάθε υπόνοιαν και άρχισε, όχι μόνον να πιστεύη εις

όσα του έλεγαν, αλλά να αδημονή γιατί δεν του έλεγαν και άλλα.

Απεφάσισε να της φερθή με ψυχρότητα· να της αποδείξη ότι ποτέ δεν

τον εκυρίευσε το προς εκείνην αίσθημα, ότι έπαιξε μαζί της όπως

και με τόσας άλλας. Αυτά ενόσω δεν την έβλεπε, διά τούτο και

απεφάσισε να μη χορέψη μαζί της. Εκαμώθη ότι ελησμόνησε, για να

την ταπεινώση.

Όταν άρχισε ο χορός επήρε τη Λαίδη Σούμεριλ. Η Μαλβίνα κατεπλάγη·

τον είδε με απάθεια και ψυχρότητα και πήγε να χορέψη μένα νέο

Γάλλο, που είχε γνωρίσει προ ολίγου.

Η ομορφιά και οι χάρες της Μαλβίνας είλκυσαν προς το μέρος της

όλους τους θεατάς. Σόλην την αίθουσα γιαυτήν ωμιλούσαν. Πολλοί για

να την δούνε καλύτερα ανέβαιναν στις καρέγκλες. Ήσαν πρόθυμοι να

την χειροκροτήσουν, αλλ' ευλαβούντο μη προσκρούσουν στη

μετριοφροσύνη της.

Τη Λαίδη κανένας δεν την επρόσεχε πλέον. Ο Έδμον έπασχε. Ηθέλησε

να την ταπεινώση κεκείνη εθριάμβευε.

Η Λαίδη του μιλούσε, μα εκείνος δεν την πρόσεχε και της απαντούσε

με μονοσύλλαβα και αφηρημένος. Ηύχετο να παύση ο χορός.

Σύνωρα ο Μαρκέσιος Μπέυμουθ, άνθρωπος εξακουστός, γνωστικός και

ωραίος, επλησίασε και ρώτησε την Λαίδη.

— Για όνομα του Θεού ποια είναι η χαριτωμένη εκείνη νέα; λες και

κατέβηκε από τον ουρανό για να μας δεσμεύση όλους με τις χάρες

της! Πόσο ήθελα νάπεφτα στα πόδια της και να της πω, ότι εγώ είμαι

ήδη δεσμώτης στα κάλλη της! Ο Έδμον δεν εβάστηξε:

— Η νέα αυτή, σερ Μπέυμουθ, πρώτη φορά φαίνεται σε χορό, και

βέβαια θα εκθαμβωθή, άμα ιδή στα πόδια της τόσο λαμπρό λάφυρο· του

λορδ - Μπέυμουθ την καρδιά.

— Την ξαίρετε λοιπόν, σερ Έδμον Σέυμουρ;

— Ναι. Την ξαίρω λίγο. Δύο μήνες το χειμώνα πέρασα μαζί της στην

εξοχή.

— Ιδού μια είδησι που δεν έχω ακούσει χειρότερη στη ζωή μου, είπε

ο μαρκέσιος και τράβηξε από κει:

Πήγε και στάθηκε πλησίον της Μαλβίνας. Της μιλούσε επιδεικτικά,

για να πεισμώση τον κ. Ε. Σέυμουρ. Εκείνη του απεκρίνετο διά

κλίσεως της κεφαλής. Σε λίγο ο κ. Σέυμουρ υπέστη την πικρίαν να

ιδή τη Μαλβίνα στο βραχίονα του μαρκεσίου. Εχόρευε μαζί του τώρα.

Ο Έδμον τα επαράτησε όλα και ήλθε και στάθηκε κοντά τους. Την

έβλεπε, την απόλαυε, την άκουε με προσοχή, προσπαθούσε να εξηγή

κάθε της κίνημα. Την εζήλευε. Του ήρχετο να την πλησιάση, να της

ζητήση για όλα συγγνώμη και να την παρακαλέση να του δώση

συνέντευξιν, για να εξηγηθούν, για να της δώση εξηγήσεις, για να

απολογηθή. Εφοβείτο μήπως δεν τον εισακούση, μήπως δεν του

παραχωρήση την συνέντευξιν.

Όταν ο χορός της ετελείωσε, πήγε κατόπι της. Εκείνη κάθισε. Αυτός

στάθηκε όρθιος εμπρός της. Δεν της είπε τίποτε.

Η Μαλβίνα δεν επρόσεχε πολύ στην εντύπωση που είχε κάνει η ομορφιά

της εις την ομήγυριν, ούτε καν της έκαναν εντύπωση τα περί αυτής

λεγόμενα. Με απάθεια άκουε τα τόσα εγκώμια που βούιζαν γύρο της.

Ούτε και ήτο προσποιητή η αδιαφορία της. Ο Έδμον βλέπων το

πρόσωπόν της υπερόχως ιλαρόν ουδόλως αμφέβαλλε διά την

ειλικρίνειαν της τοιαύτης εκφάνσεώς της.

Πρώτην φοράν έβλεπε γυναίκα ναντικρύζει με τόσην ψυχραιμίαν

τοσαύτην λατρείαν. Η Μαλβίνα υπέφερε από την παρουσίαν του και

κατέβαλε κόπο να φανή ατάραχη. Όλες εφθονούσαν την δόξαν της και

αυτή εζήλευεν αυτάς διά την ησυχίαν των. Εσκέπτετο ότι πρέπει να

φύγη από το Έδιμβουργκ. Πρέπει να πάγη στης κ. Κλάρας το

ταχύτερον.

H κ. Μπιρτόν της έκαμε σημείον να φύγουν. Ο λόρδος Μπέυμουθ της

επρότεινε τον βραχίονά του. Τότε ο Έδμον χωρίς να το

καλοσυλλογισθή αρπάζει τη Μαλβίνα από το μπράτσο.

— Έχω δικαιώματα προτεραιότητος, είπε, και ενόσω ζω τουλάχιστον,

κανείς δεν θα μου τα διαμφισβητήσει.

Η Μαλβίνα τον ηκολούθησε αυτομάτως απορούσα. Και ο ίδιος ησθάνθη

πόσον παράβολος ήτο η πράξις του, και εθαύμαζε καθεαυτόν διά το

τόλμημά του. Αμφότεροι ευρίσκοντο εις θέσιν δυσχερή απέναντι

αλλήλων.

Τέλος ο Έδμον μη ημπορών νανθέξη περισσότερον της έπιασε το χέρι

το έσφιξε περιπαθώς και της είπε.

— Αχ γιατί να σας αποχωρισθώ τότε!

— Η Μαλβίνα δεν απεκρίθη τίποτε. Ο Έδμον επικράθηκε πολύ με τον

τρόπο της και της είπε:

— Ο θρίαμβος σας απόψε ήτο πλήρης. Όπου εμφανίζεσθε θα

θριαμβεύετε.

— Φεύγω από το Έδιμπουργκ, είπεν εκείνη.

— Πώς; η κ. Μπιρτών δεν θα περάση εδώ όλον τον καιρόν τούτον:

— Δεν γνωρίζω δι' αυτήν, εγώ όμως φεύγω το ταχύτερον.

— Για τα άγρια εκείνα βουνά του Μπρήντελβεν;

— Όχι τόσο μακρυά.

— Δεν τολμώ να πολυπραγμονήσω περισσότερον.

— Αυτό απαιτεί η ευγένεια, και έσπευσε διασχίζουσα το πλήθος να

ενωθή με την κ. Μπιρτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'.

ΔΙΑΚΟΠΕΙΣΑ ΕΞΗΓΗΣΙΣ

— Το πρωί την άλλη μέρα η Μαλβίνα στο πρόγευμα είπε στην κ.

Μπιρτών, που ήταν μόνη, ότι αναχωρεί από το Έδιμπουργκ και

πηγαίνει στης κ. Κλάρας.

— Και τι σας τραβά προς αυτήν την γυναίκα: είπεν η κ. Μπιρτών.

— Ό,τι με απομακρύνει από το Έδιμπουργκ.

— Ποία ελεεινή φαντασιοπληξία σας παραστήνει δυσάρεστα τα παρόντα

και ευάρεστα μόνον τα μη παρόντα;

Την ίδια στιγμή εμβήκεν ο σερ Έδμον.

Ήρθαμε, θεία μου, με τον λόρδον Στάφφορδ να σας ζητήσωμεν

πρόγευμα. Σας περιμένει στην κάμαρη σας.

Αμέσως η Μαλβίνα σηκώθηκε να φύγη. Αλλά η κ. Μπιρτών την εμπόδισε

λέγοντάς της.

— Μα τέλος πάντων δεν έχετε το ελεύθερο ναναχωρήσετε ακόμη. Ο

λόρδος Στάνοπ ετοιμάζει λαμπράν εορτήν και πρέπει να παρευρεθήτε

και σεις, καμμία πρόφασις δεν δικαιολογεί την άρνησή σας.

— Δεν έχω καμμίαν όρεξη και σας παρακαλώ, μη με βιάζετε.

— Έδμον, παιδί μου, δεν της μιλείς και συ! Ακούς να απορρίπτει

τας περιποιήσεις του λόρδου, ενώ είναι στο χέρι της να τον κάνει

δικό της, και καταλαβαίνεις πόση τιμή φέρνει στο σπίτι μου ένα

τέτοιο πράμα. Μα η κυρία προτιμά να αφίση όλα και να φύγη. Και να

πάγη πού αν ξαίρης; Σεκείνης της γελοίας, της κ. Κλάρας . . . .

— Της κ. Κλάρας; εφώναξε ο κ. Έδμον με λύπην ακράτητον, και την

γνωρίζετε σεις την κ. Κλάραν;

Λίγο τη γνωρίζω. Μα ο χαρακτήρας της ομοιάζει με τον ιδικόν μου.

Λοιπόν, είπεν η κ. Μπιρτών δεν σας συγκινεί η άποψίς που σας

ανέφερα;

— Αν έχη και δόσιν ακόμη βασιμότητος, αυτό ακριβώς με βιάζει να

σπεύσω την αναχώρησίν μου.

— Πώς, η ιδέα να γίνης λαίδη Στάνοπ δεν σε συναρπάζει; για όνομα

του Θεού!

— Δεν είμαι καθόλου φιλόδοξη. Κιάν ήμην ελευθέρα να παντρευθώ,

δεν θα είταν ο τίτλος βέβαια που θα με είλκυε.

— Δεν αντέχω πλέον. Πάγω στο λόρδο Στάφφορδ· εσύ Έδμον, κάμε τι

θα κάμεις να την μεταπείσης και θα σου το χρεωστώ χάρη.

Και εξήλθε.

Όταν έμειναν μόνοι, η Μαλβίνα είπε προς τον Έδμον.

— Δεν φρονείτε, νομίζω, ότι έχετε κανέν τοιούτο δικαίωμα. Άλλωστε

εμείς οι δύο ποτέ δεν θα συνενοούμεθα.

— Αλήθεια; Ποτέ; Αλίμονο! Ωστόσο σε μια στιγμή της ζωής μου

επίστευα ότι εφρονούσατε αλλέως.

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε. Εκείνος εκατάλαβε ότι ενόησε καλά και

επρόσθεσε.

— Εγώ μια, τη λαίδη Σούμεριλ να την πάρω είν' αδύνατο. Ένωσις που

δεν γίνεται με την καρδιά είναι η τρομερωτέρα από όλας τας

αλύσεις. Πώς λοιπόν να βιάσω εσάς να πάρετε έναν που δεν θέλετε;

Αλλά είναι και άλλα ποθεινότερα. . . .

— Πώς; τον διέκοψεν η Μαλβίνα, αποποιείσθε τον γάμον τούτον! και

τότε η κ. Μπιρτών;

— Επιστεύσατε λοιπόν, ότι μπορούσα εγώ να κάνω αυτόν τον γάμον;

— Και γιατί τάχα να μην το πίστευα; απεκρίθη, ενώ ερύθημα ανέβη

στο πρόσωπόν της. Τόσαι πιθανότητες το βεβαιώνουν.

— Αλλά η μία και μόνη που το αναιρεί είναι η ισχυροτέρα από όλας

για μας τους δύο.

Η Μαλβίνα συγχίστηκε και σηκώθηκε να φύγη.

— Σας παρακαλώ, μείνατε. Ακούσατέ με μία στιγμή μονάχα. Λυπηθήτε

με, σας ικετεύω. Εξηγηθήτε μου, τι αφορμή έχει η φρικτή κατηγορία,

που τολμούνε να σας μολύνουν:

— Θεέ μου! και τι ενδιαφέρονται για μένα; Τι ενδιαφέρον έχετε

σεις ο ίδιος για μένα επί τέλους;

— Όλα, όλα μου μιλούνε για σας, τα πάντα παίρνουνε φωνή και για

σας μου λαλούνε.

Η Μαλβίνα έσκυψε κέκρυψε το κεφάλι της μέσα στα χέρια της.

— Μη μου κακιώνετε. Σας μιλεί η καρδιά μου αυτήν την ώραν.

Εν τούτοις την ιδίαν στιγμήν ήλθε η κ. Φέμπικ κέδωσε στη Μαλβίνα

μίαν επιστολή, που της ήρθε από κάπου.

Ο κ. Έδμον μόλις είδε την επιγραφήν, εκατάλαβε ότι ήτο του κ.

Πρίορ, τον οποίον η Μαλβίνα είχε την καλοσύνη να του επιτρέψη να

της γράφη φιλικά, χωρίς να σκοτίζεται για την καταλαλιά του

κόσμου.

Ο Έδμον άναψε και κόρωσε από ζήλια. Πλησίασε λοιπόν την κ. Φέμπικ

κιάρχισε να φλερτάρη μαζί της επιδεικτικά για εκδίκηση.

Η Μαλβίνα έκαμνε ότι διαβάζει, αλλά όλη της η προσοχή ήτο

εστραμμένη προς αυτόν. Τόση κουφότης της εφαίνετο ακατανόητη. Δεν

μπορούσε να πιστεύση στα ίδια τα μάτια της.

Ο κ. Έδμον νομίζων ότι η προσήλωσίς της ωφείλετο εις το

περιεχόμενον της επιστολής του κληρικού, ερωτικής χωρίς άλλο,

επέτεινε τας προς την κ. Φέμπικ περιποιήσεις του

Την Μαλβίνα την κατέτρωγε το πάθος, αλλά ουδέν εξωτερικόν σημείον

έδιδε. Διετέλει ωσεί ρεμβάζουσα·

Ο κ. Έδμον δεν μπόρεσε πλέον να βαστάξη. Επήγε κοντά της και της

εψιθύρισε.

— Η επιστολή αυτή τέλος πάντων σας εκυρίευσε ολόκληρη.

— Α Θεέ μου, αλήθεια! μου ενθυμίσατε ότι έχω να διαβάσω μίαν

επιστολήν.

Και τω όντι ο κ. Έδμον παρετήρησε ότι η επιστολή ήτο ακόμη

σφαγισμένη.

— Ποίος είναι ο ευτυχισμένος θνητός, που αξιώνεται να διαβάζετε

τα γράμματα του;

— Προς το παρόν η προσοχή μου περισπάται από το αλλοπρόσαλλον του

χαρακτήρος σας.

— Πόσο σκληρά με τιμωρείτε για την παραφορά μου;

— Δεν έχω κανένα δικαίωμα ούτε να σας μεμφθώ καν, απεκρίθη εκείνη

με υπερηφάνειαν.

— Ούτε της οργής σας λοιπόν δεν με κρίνετε άξιον. Και όμως, αν

μαφίνατε να σας εξηγηθώ . . . .

— Σας απαλάττω διαπαντός από τον κόπον, διέκοψεν η Μαλβίνα. Μου

φθάνουν όσα είδα. Παραιτούμαι από του να σας εννοήσω.

Και εξήλθε μεγαλοπρεπώς.

Ανέβη εις το δωμάτιόν της και μόλις ευρέθη μόνη ανελύθη εις δάκρυα

πικρά.

Και αν ακόμη υπετίθετο ότι δεν την απατούσε, αλλά της ωμιλούσε

ειλικρινώς, πώς ημπορούσεν αυτή να δώση πίστιν εις άνθρωπον, όστις

από στιγμής εις στιγμήν μετεβάλλετο διαφοροτρόπως;

Τον εμέμφετο κατά βάθος διότι της αφαιρούσε κάθε μέσον να πιστεύη

πλέον στα λόγια του. Εντρέπετο που έδειξε τόσην κλίσιν εις ένα

ανάξιόν της. Ενόησεν ότι η παρουσία του την αύξανε περισσότερον,

παρ' όσον αι αστασίαι του την εμετρίαζαν και θέλουσα να την σβύση

έκρινε πρέπον να φύγη μακρυά. Απεφάσισε λοιπόν μετά δύο ημέρας να

υπάγη στης κ. Κλάρας.

Το βράδυ όταν ήλθε στον κοιτώνα της, ηύρε απάνω στη θερμάστρα μιαν

επιστολήν, της οποίας ο γραφικός χαρακτήρ της ήτο άγνωστος.

Η Τομκίνα της είπε ότι κάποιος ξένος την έφερε και παρήγγειλε να

δοθή στα χέρια της.

Ανήσυχη η Μαλβίνα την άνοιξε. Ήσαν τέσσερες σελίδες γραμμένες και

κάτωθεν η υπογραφή: Έ δ μ ο ν - Σ έ υ μ ο υ ρ.

Τα μάγουλά της άναψαν. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ώσπου

ναποφασίση, αν έπρεπεν να την αναγνώση ή όχι, είχε ήδη διατρέξει

την πρώτη σελίδα. Και ήτο πλέον εις το τέλος της επιστολής, πριν

έτι αποφασίσει να την αρχίση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Λατρευτή μου Μαλβίνα

Μαφίσατε να καίωμαι από τις φλόγες του θυμού σας και να σπαράζωμαι

από τη συνείδησή μου, ω τα βάσανά μου!

Ως τώρα δεν ήξαιρα ότι υπάρχουν οδύνες και χαρές ανώτερες. Από

σας, που με κάματε να αισθανθώ τις τέτοιες λύπες, ελπίζω και τις

χαρές να με κάμετε ναπολαύσω.

Αλλά τα σφάλματά μου κη δική σας αυστηρότης κάθε τόσο μου

απομακρύνουν αυτήν την ελπίδα.

Αν, για ναποκτήση κανείς την αγάπη σας, θα ήτο ανάγκη να είναι

άξιός σας, ποίος από τους θνητούς μα την αλήθεια θα μπορούσε να

ελπίση σε τέτοιο αγαθό!

Ωστόσο εγώ . . . . εγώ σας αγαπώ και το αίσθημά μου αυτό νομίζω

μεξαγνίζει και με κάμνει άξιόν σας. Οδηγήσατέ με, ελκύσατέ με στην

τροχιά σας, ως ο ήλιος τους αδυνάτους κομήτας, κάμετέ με να γίνω

οποίον με θέλετε. Είμαι πρόθυμος τα πάντα να αναλάβω, για να

καταστώ άξιος της φιλτάτης μου ψυχής σας.

Οι παραφορές μου είναι πολλές. Έρωτες ανόσιοι έχουν βεβηλώσει την

ψυχήν μου. Η αγάπη σας, Μαλβίνα, θα την καθαρίση, η εικόνα σας θα

την εξαγνίση.

Δεχθήτε τη λατρεία της, και για να γίνη άξια της δικής σας,

θαγωνισθή να την ομοιάση. Μία λέξη δική σας ημπορεί να την

μεταβάλη, να αλλάξη εις αρετάς όλας της ψυχής μου τας ατασθαλίας.

Διατάξατε, Μαλβίνα. Εις όλα είμαι πρόθυμος να υπακούσω, εκτός

μόνον αν μου πήτε:

— Παύσε να μαγαπάς.

Ω! Μαλβίνα, ο προς εσάς έρως μου ημπορεί να με φέρη πλησιέστερα

προς την αρετήν: από εκείνους οι οποίοι είναι ψυχρά εκ φύσεως

ενάρετοι.

Συγχωρήσατε την τόλμην μου, διότι πριν αποκτήσω το ελάχιστον επάνω

σας δικαίωμα ετόλμησα να σας ζηλοτυπήσω. Αλλά τα πάθη μας δεν

εξαρτώνται από την θέλησή μας, η εικόνα του κ. Πρίορ, που

προτιμάτε τη φιλία του, μου σπαράζει την καρδιά. Δυστύχημά μου να

με θεωρήτε ανάξιον της προσοχής σας, αλλά να βλέπω να προτιμάτε

άλλον, αυτό είναι ανώτερον των δυνάμεών μου να το υποφέρω, και με

κάμνει παράφορον σχεδόν παράφρονα.

Ναι, ηθέλατε μεταβάλει εις οίκτον την οργήν σας προς εμένα, αν

μπορούσα να σας δώσω να εννοήσετε τι υπέφερα, όταν έμαθα ότι η κ.

Μπιρτών έδιωξε τον κ. Πρίορ, γιατί τον αγαπούσατε εσείς. Εσείς! .

. . . αγαπούσατε, λέει, εκείνον! . . τον κ. Πρίορ; . . . Ω Μαλβίνα

έπρεπε δα να μη το πιστεύσω.

Μία μέρα πριν φύγω από κοντά σας ετόλμησα να σας υπαινιχθώ το πόσο

θα με βασάνιζε η προς εκείνον φιλία σας. Ω και τότε δα μου

αποκριθήκατε με τον αμβρόσιον εκείνον τρόπον που μόνο εσείς τον

έχετε από όλες του κόσμου τις γυναίκες.

— Δεν θέλω ποτέ να σας λυπήσω, μου είπατε τότε.

Έπρεπε βέβαια εγώ επαναπαυόμενος σαυτή σας τη διαβεβαίωση ναποβάλω

κάθε υποψία και να καταφρονήσω κάθε συκοφαντία εναντίον σας.

Αλλά τα πάθη δεν εξαρτώνται από τη θέλησή μας. Μπορεί κανείς να

μείνη απαθής όταν αγαπά σφοδρά ένα άγγελο σαν εσάς, και φοβείται

μη από στιγμής εις στιγμήν του πετάξει;

Η τύψις μου τώρα είναι η τέρψις μου, η συνείδησίς μου εξαγνίζεται

και με κάμνει άξιον της εκτιμήσεώς σας. Το πιστεύω και

παρηγορούμαι. Το παρελθόν δεν αποτελεί πλέον μέρος της υπάρξεώς

μου. Η ζωή μου αρχίζει, αφότου εγνώρισα εσάς. Σεις εχύσατε μέσα

μου νέον φως κιαλλάξατε όλα γύρο μου. Αφότου απέβλεψα προς εσάς

την ισάγγελον ψυχήν, αισθάνομαι την ψυχήν μου να υψώνεται και να

μεγαλύνεται. Ετόλμησα προς στιγμήν ο μωρός ναμφιβάλω για την

αθωότητά σας! Αλλά μόλις σας ξαναείδα, μόλις αντίκρυσα το ιλαρόν

βλέμμα κάθε υποψία μου διελύθη εις το θείο φως των ματιών σας.

Ωστόσο όταν σας ενεχείρισαν το κατηραμένο εκείνο γράμμα εμπρός στα

μάτια μου, η ζήλια σκότισε πάλι το πνεύμα μου και μου προξένησε

φρίκη, άναψα και κόρωσα και δεν ήξαιρα τι έκαμνα, έτσι φέρθηκα

τόσο ηλίθια εμπρός σας καταφυγών εις σιχαμερόν μέσον τάχα για να

σας εκδικηθώ, ήτο από την απελπισία μου. από την κουφότητά μου,

πες. Αλίμονον έπρεπε δα να είχα καταλάβει ότι η Μαλβίνα μου δεν

είναι από τας συνήθεις γυναίκας.

Αλλά και σεις έπρεπε να με ψυχολογήσετε. Έπρεπε να έχετε πλήρη την

συναίσθησιν, ότι όταν είσθε εσείς παρών, δεν μπορεί κανείς να

προτιμήση άλλην γυναίκα.

Ότι και αν σκέπτεσθε για μένα, για ένα μόνον πράγμα δεν πρέπει,

δεν θέλω να αμφιβάλλετε: ότι σας αγαπώ άπειρα.

Ο προς εσάς έρως μου είναι η αρετή μου.

Η αγάπη που σας έχω με παρηγορεί.

Η ελπίδα πώς θα μαγαπήσετε και σεις έτσι, με κρατεί στη ζωή.

Χαίρετε. Δικός σας

Έδμον Σέυμουρ

Άμα η Μαλβίνα ετελείωσε το γράμμα τούτο, παρεδόθη εις θελκτικάς

ονειροπολήσεις. Ο Έδμον της εφαίνετο τώρα νέος άνθρωπος και

εχαίρετο, διότι αυτή τον ανεγέννησε.

Πρόθυμα συγχωρούσε τη ζήλια του, γιατί επιτέλους αυτή ήτο μία

ένδειξις του προς αυτήν έρωτος της.

Αλλά. . . .!

Αλλά αι προς την θανούσαν φίλην της υποσχέσεις! αλλά ο όρκος ο

δοθείς εις την επιθανάτιον κλίνην της Κλαίρης, ότι θα μείνη η

μήτηρ της ορφανής! Οποία φρικτή καθηκόντων σύγκρουσις!

Ω Έδμον, Έδμον! εις την ψυχήν μου μέσα θα έχω ως μύρον αξεθύμαντον

την αγάπην μου τώρα, που κατέστης άξιός της. Αλλά τίποτε

περισσότερον από αυτό δεν έχεις να χαρής, δυστυχισμένε μου φίλε.

Και διά να μη μικροψυχήσω πρέπει να απέρχωμαι το γρηγορώτερο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'.

ΑΙΦΝΗΔΙΑ ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ

Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα απέφυγε να συναντηθή με τον Έδμον,

περιμένουσα εις το δωμάτιόν της έως ότου εξέλθη.

Ενώ λοιπόν μετά την έξοδον εκείνου ετοιμάζετο να κατέβη, αίφνης

εμπαίνει μέσα η κ. Μπιρτών αναμμένη από θυμό και της λέγει.

— Μετανοώ, κυρία μου, που μέσα στο σπίτι μου δέχτηκα μια συγγενή

αγνώμονα σαν εσάς! Αφότου ήρθατε δεν επαύσατε να με βλάπτετε και

να με λυπήτε καιρίως και σήμερα μου δίδετε το τελευταίο και το

χειρότερο χτύπημα.

— Για όνομα του Θεού περί τίνος πρόκειται;

— Εσείς κάμνετε τον ανεψιόν μου ναρνηθή τον έντιμον γάμον, που με

τόσους αγώνας του παρεσκεύασα! Εγώ όλας μου τας ελπίδας τας είχα

εξαρτήση από την λαμπράν αυτήν συγγένειαν, έκαμα τα πάντα για να

την επιτύχω και τώρα εσείς ανατρέπετε τα πάντα με τα τεχνάσματά

σας, μεταχειρισμένη υπό το κάλυμα της απλότητος όλους τους δόλους

της ερωτοτροπίας!

— Ω Θεέ μου, πώς με βρίζετε έτσι, πριν βεβαιωθήτε, αν είμαι δα

αξία τοιούτων ύβρεων!

— Δεν με απατάτε πλέον με τον ήρεμον αυτόν τρόπον σας! Σας

γνωρίζω ήδη. Δεν σας έφθασε, ότι παρεσύρατε τον κ. Πρίορ στην

παγίδα της ερωτοτροπίας σας, έπρεπε και ο Έδμον, το παιδί μου, να

δοκιμάση της διαγωγής σας ταποτελέσματα. Σας είδαν στο χορό να

ζητήτε επιδεξίως να προτιμηθήτε υπ' αυτού από την λαίδη Σούμεριλ.

Σας είδαν ακόμη χθες να προσπαθήτε να δελεάσετε τον κούφον ανεψιόν

μου με ρεμβασμούς επιπλάστους, με προσποιητά διακοπτόμενες

φράσεις, με βλέμματα κλοπιμαία. Έτσι κατωρθώσατε να εμβάσετε στην

ψυχή του παιδιού μου την παρακοή! Ενώ όλα είταν συμφωνημένα, ενώ ο

λόρδος Στάφφορδ έμελλε να μεσολαβήση να μου δοθή ο τίτλος που

ονειρεύομαι, ενώ η λαίδη Σούμεριλ εναγωνίως επερίμενεν να της γίνη

επισήμως η πρότασις, για να πη το ναι, έξαφνα ο Έδμον αρνείται.

Δεν μπορεί ναγαπήσει, λέγει, την Σούμεριλ και για τούτο δεν μπορεί

να δεχθή γάμον, που δεν τον θέλει η καρδιά του.

— Κυρία μου. . . .

— Τι κυρία μου και ξεκυρία μου! . . . Εσείς τα φταίγεται όλα. . . .

Ακούς εκεί ο Έδμον που έχει παίξη του κόσμου τις γυναίκες, να

μιλεί τώρα για έρωτα, λέει, και ναπορρίπτει την τύχη του και

ταγαθά της δόξης του! Ναι, εσείς είσθε η αιτία όλων, εσείς μία

φανταγμένη, που χθες ακόμη καταφρονούσατε με ήθος αγέρωχο τας

φιλοφρονήσεις ενός δουκός του σερ Στάνοπ.

— Κυρία . . . .

— Θα είμαι αμείλικτη στην εκδίκησή μου. Απ' αυτή τη στιγμή άλλος

θα είναι ο κληρονόμος της περιουσίας μου, που την είχα

προωρισμένην γιαυτόν. Και σας παρακαλώ, ναναχωρήσετε αμέσως απ' το

σπίτι μου, στο οποίο σκορπίσατε την αταξία, την παρακοή και τη

θλίψη, απέναντι τόσων ευεργεσιών μου.

— Αυτό εσκόπευα να κάμω, κυρία μου, και καθόλου δεν άλλαξα

σκοπόν, είπεν αγερώχως η Μαλβίνα. Όποιες και να είναι οι

ευεργεσίες που μου λέτε, η πιο ευχάριστη για μένα είναι αυτή που

μου επιδαψιλεύετε αυτή τη στιγμή, ναφίσω το σπίτι σας. Δεν έχω

καμία ανάγκη ναπολογηθώ στις συκοφαντίες των φιλενάδων σας, για το

συμφέρον όμως του κ. Έδμον πρέπει να ξαίρετε, ότι τα κατ' εμέ έχω

σκοπό να μη τον ξαναδώ πλέον. Αν λοιπόν η προς εμέ κλίσις του, την

οποίαν σεις υποθέτετε, τον καθιστή ένοχον στα μάτια σας, έτσι θα

σας βοηθήσω να παύση η προς αυτόν οργή σας.

Η προθυμία σας να τον υπερασπισθήτε, χωρίς ούτε καν ναρνηθήτε όσα

σας κατηγορούν, μαρτυρεί πόσον σας είναι εκείνος περιπόθητος και

πόσον ασφαλισμένην νομίζετε την επ' αυτού ισχύν σας. Αλλά μη σας

μέλει και θα μάθη κιαυτός ποία είσθε, και τότε πλέον θα σας

εκτιμήση καθώς σας πρέπει, είπε με λύσσα η κ. Μπιρτών και βγήκε

από το δωμάτιο.

— Αλίμονο τι φοβερό μίσος που μου έχει! Τι της έκαμα λοιπόν;

Εκείνη την ημέρα απέφυγε να καταβή στο γεύμα. Άμα άκουσε πώς η κ.

Μπιρτών και οι άλλοι εβγήκαν έξω, κατέβηκε στον κήπο. Ήτο

ευρύχωρος και ερημικός, επροχώρησε μέσα στα πυκνά δέντρα,

εσυλλογίζετο πόσον έμελλε να την κατηγορήσει εκείνος, όταν θα

εμάθαινε την αιφνηδίαν αναχώρησίν της· έβγαλε το γράμμα του και το

ξαναδιάβασε.

— Αχ αυτό το γράμμα ήταν άξιον άλλης απαντήσεως. Τώρα πια . . .

ότι και να φανταστής για μένα κιόπως κιαν με κρίνης, θάχεις

δίκαιο. Ω! Έδμον, είπε θέτουσα στα μάτια το μαντήλι και ακκουμβώσα

το μέτωπον εις κορμόν δένδρου, ας ημπορούσες να ιδείς μέσ' στην

καρδιά μου! Ας μπορούσα να μη σαρνηθώ! Ελαφρός κρότος πίσω της την

έκαμε να σκιρτήση. Γυρίζει και βλέπει πέρα κείθε τον Έδμον

γονατισμένον με τα χέρια σαν σε στάση προσευχής. Επεχείρησε να

φύγη, αλλά της έπεσε το γράμμα. Έσκυψε να το πάρη, ο αέρας το

παρέσυρε και τόφερε κοντά στον Έδμον. Το πήρε λοιπόν εκείνος. Το

γράμμα ήτο κατάβρεκτον από τα δάκρυά της.

Ώστε η Μαλβίνα κλαίει διαβάζοντας το γράμμα του! Ώστε η Μαλβίνα

τον αγαπά. Κανείς πλέον δεν ημπορεί να του το διαμφισβητήση, τας

αποδείξεις τας κρατεί εις χείρας του.

— Αχ! χάθηκα . . . είπε έντρομη η Μαλβίνα. Δεν μπορώ πλέον να

κρύψω την μικροψυχία μου. Τι ντροπή! Πού να κρυφτώ!

— Να κρυφτής; να μου φύγης ακόμη; Και το νομίζεις δυνατό; Αφού

εγώ σε λατρεύω και συ αφού μαγαπάς, τι είναι εκείνο που θα σε

χωρίσει πια από μένα; Κιόταν ακόμα δεν ήξαιρα πως μαγαπάς, ήμουν

ικανός να πολεμήσω για σένα μόλο τον κόσμο. Και τώρα που απ' το

γλυκό σου στόμα ακούω την ομολογία τη μεγάλη και την ατίμητη, μου

είναι πλέον δυνατόν να σαφίσω; Όχι πια Μαλβίνα. Τώρα είσαι δική

μου για πάντα. Αφοσιώνουμε ολάκερος στην τύχη σου, ακολουθώ τα

βήματά σου. Και στην άκρη του κόσμου αν ήθελες πάει, θα μεύρισκες

εκεί. Παντού και πάντα για σένα και με σένα. Η Μαλβίνα μαγαπά,

όλος ο κόσμος είναι δικός μου.

Έτσι έμενε πλησίον της αγκαλιζόμενος την μέσην της με τον βραχίονά

του, χωρίς να τολμά άλλο τι.

Η Μαλβίνα έκλαιε σιωπηλά. Απέλαυε τας ουρανίους γλυκύτητας των

ερώτων με τας υπερόχους εκείνας ειλικρινείς διαβεβαιώσεις του

φιλτάτου της, τον οποίον ησθάνετο τόσον πλησίον της χωρίς φόβον

πλέον μήπως καμία διαβολή, ή καμία παρεξήγησις της τον αποσπάση.

Εντρέπετο διότι εις μίαν στιγμήν αδυναμίας επρόδωσε το απόκρυφο

της καρδιάς της. Μα και δεν ήθελε βέβαια να το πάρη οπίσω.

Ο Έδμον μεθύων από πάθος, από έρωτα αληθινόν, οποίον δεν είχεν

αισθανθή έως την στιγμήν εκείνην και κρατών στην αγκαλιά του την

θελκτικήν γυναίκα, η οποία του ενέπνεε τον τοιούτον έρωτα

πεπεισμένος πλέον ότι τον αγαπά και αυτή, ησθάνετο άφατον

ευδαιμονίαν και εις την ακμήν της τοιαύτης ψυχικής του αγαλλιάσεως

ένιωσε τα μάτια του δακρυσμένα. Έσφιξε το χέρι της Μαλβίνας επάνω

στην καρδιά του.

— Η ζωή έχει πολλές ηδονές, αλλά μια μονάχη ευτυχία. Αυτή που

τώρα απολαύω. Έλα τώρα καταδέξου να στερεώσεις αυτήν την ευτυχίαν

μεταξύ μας. Ζητώ το χέρι σου.

Η Μαλβίνα απόρησε για τον αιφνηδιασμόν αυτόν. Δεν ήξαιρε τι να

πει.

Έξαφνα κάποιος έβηξε κοντά τους. Τρόμαξε. Θέλησε ναποσπασθή από τα

χέρια του Έδμον.

— Αφίστε με, είπε, μη με κρατείτε πια. Έμεινα όσον δεν έπρεπε

ίσως. Τώρα η καταλαλιά θα φρυάξη . . . και θα καταστρέψη την

ησυχία μου για όλη μου τη ζωή ίσως.

— Ο κόσμος αυτός εδώ είναι γελοίος, τι σε μέλει για την υπόληψή

του. Εγώ σε αγαπώ. Εγώ θέλω να ζήσω για σένα μόνο. Αυτό και σου

είναι αρκετό. Ορκίσου πως θα γίνης σύζυγός μου και καθόλου μη

φοβάσαι. Κανείς δεν θα τολμήση να σε βλάψη. Αλλά μου φεύγης χωρίς

να μου πης τίποτε, για όνομα του Θεού.

— Έδμον μη μαναγκάζης να μεμφθώ την μνήμην της φίλης μου, ως

φραγμόν ο οποίος με χωρίζει από σένα.

— Αυτά δεν μπορεί να λέγωνται σοβαρά. Είναι ανάγκη να σε ιδώ, να

σου ομιλήσω και συ αναχωρείς για το σπίτι της Κλάρας, που εγώ δεν

μπορώ να περάσω το κατώφλιο του.

— Μα τι θέλεις λοιπόν; Με την κ. Μπιρτών ούτε μία ώρα πια δεν

μπορώ να μείνω· πού αλλού να πάγω. Κανένα άλλον δεν ξαίρω εκτός

από την κ. Κλάραν.

— Τότε κάμε όπως ξαίρεις. Αλλά πριν είναι ανάγκη να συναντηθώμεν

κάπου, ναποθέσω στην ψυχήν σου όλους τους πόθους και τους φόβους

που ταράζουν την ψυχήν μου.

— Και πού θέλεις να συναντηθώμεν;

— Παραδέξου να σταθής αύριο ολίγες ώρες στα Φάλκιρκ. εκεί θαρθώ

να σεύρω. Μη μου ταρνηθής, αν θέλης τη ζωή μου. Η άρνησίς σου θα

είναι ο θάνατός μου, ξαίρε το. Τόσο σου λέγω· ότι θέλεις κάμε.

Και τάλεγε με τέτοια πεποίθηση, που δεν χωρούσαν αστεία. Η Μαλβίνα

φοβήθηκε και μαλάκωσε. Άλλωστε ούτω πράττουσα υπεχώρει εις την

ιδικήν της κλίσιν· υπεσχέθη να τον περιμένη την άλλη μέρα στο

Φάλκιρκ.

Έφυγε σαν αστραπή. Πέρασε κοντά από την κ. Μπιρτών και την κ.

Φέμπικ, αι οποίαι ήρχοντο με τον λόρδον Μπέυμουθ, χωρίς να τας

προσέξη καν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'.

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ

Απόρησαν για την παράξενη εμφάνιση της Μαλβίνας. Ζητούσαν να

μαντεύσουν την αιτίαν.

Ο Έδμον εν τω μεταξύ είχε συναντήση εις τον κήπον τον κ. Φέμπικ.

Φοβηθείς μήπως ακονίσει την γλώσσαν του προς καταλαλιάν της

Μαλβίνας τον εκράτησε από τον βραχίονα και του είπε.

— Σoυ ορκίζομαι στην ψυχή της μάννας μου, αν ακουσθή και το

ελάχιστον εναντίον της κυρίας Σορκή, θα είσαι συ ο υπεύθυνος και

θάχεις να κάνεις μαζί μου.

— Μα . . . Μα . . .

— Είπα!

Τρέμων ήλθε κοντά στη γυναίκα του και στην κ. Μπιρτών. Εκείνες τον

ερωτούσαν, τι έπαθε; Αλλ' αυτός ούτε λέξιν επρόφερε.

Ο κ. Έδμον ηθέλησε να εξέλθη, αλλά η θύρα της αυλής ήτο κλεισμένη

. . Οι υπηρέται του έλεγαν να αναβή, διότι η θεία του επέστρεψε,

αλλ' αυτός επεχείρησε νανοίξη και έκαμε θόρυβον.

Η κ. Μπιρτών ελκυσθείσα από τον θόρυβον εβγήκε, εις τα κάγκελα της

σκάλας ακκουμβώσα του είπε.

— Πώς γίνεται, ανεψιέ μου, να βρίσκεσαι εδώ αυτήν την ώρα; και

γιατί πάλι φεύγεις χωρίς να θέλεις να με ιδείς.

Ο Έδμον χωρίς να ομιλήση ανέβη επάνω και χαιρέτησε σοβαρά τα λόρδο

Μπέυμουθ.

Η κ. Φέμπικ ελαφρά ως πάντοτε και ζηλιάρα, επροθυμοποιήθη να δώση

τας απαιτουμένας εξηγήσεις.

Η Τζέννη μου είπε ότι είδε τον κ. Έδμον να ομιλή κρυφά με την κ.

Σοκρή μέσα στον κήπο. Έτσι εξηγείται η ταραχή της κυρίας και ο

θυμός του κ. Έδμον.

— Έτσι λοιπόν η κακοήθης εκείνη ατιμάζει το σπίτι μου. Πάω να τη

διώξω αμέσως.

— Σταθήτε! είπε ο Έδμον και κράτησε τη θεία του σφιχτά από το

μπράτσο. Κανείς μη τολμήση νανησυχήση την κυρίαν Σορκή.

— Άφισέ με, Έδμων να διώξω από τα σπίτι μου τη γυναίκα που σε

κάμνει να παραφέρνεσαι έτσι.

— Ούτε σεις, ούτε κανείς άλλος είναι άξιος να παραβληθή μεκείνην

ως προς τα ήθη και τον χαρακτήρα. Όσο αναπνέω εγώ κανείς δεν θα

την εγγίση. Και θα αγρυπνώ διαρκώς, για να εξουδετερώνω τας

διαβολάς και την καταδρομήν εναντίον της. Αυτά!

— Ανέχεσθε, Μιλόρδε, είπε η πονηρά Μπιρτών προς τον λόρδον

Μπέυμουθ, να καταφρονούν εμπρός σας μία γυναίκα. Δεν σπεύδετε να

μαπαλλάξετε απ' τα χέρια αυτού του τρελού;

— Μη κινηθήτε, μιλόρδε, φώναξε ο Έδμον, για να μη το μετανιώσετε.

— Ποτέ δεν ανέχθην απειλήν, είπε ο λόρδος Μπέυμουθ υπερηφάνως.

Και ούτε είμαι διατεθειμένος νανεχθώ την ιδικήν σας.

— Είμαι έτοιμος να την υποστηρίξω απεκρίθη ψυχραίμως ο Έδμον

τραβών το ξίφος του με την δεξιάν, ενώ διά της αριστεράς εκρατούσε

σφιχτά το μπράτσο της κ Μπιρτών.

Ο Μπέυμουθ ετράβηξεν επίσης το σπαθί του και ήρχισεν η μάχη. Εκ

των άλλων καθείς έντρομος παρηκολούθει την φρικώδη πάλιν σιωπηλώς.

Ο Έδμων εθεώρει τον Μπέυμουθ αντεραστήν και τον εμισούσε. Το

αποτέλεσμα της μονομαχίας θα ήτο θανατηφόρον για τον ένα από τους

δυο.

Έξαφνα άνοιξε η θύρα και η Μαλβίνα λυσίκομος και με πρόσωπον ωχρό,

ώρμησε εις την αίθουσα και ερρίφθη ανάμεσα εις τους δύο

μονομαχούντας.

— Σταθήτε! τους κράζει. Δεν θέλω νακουσθή ότι αίμα ανθρώπου

χύθηκε για χάρη δική μου. Πάψετε να χτυπιέστε! Κιάν θέλετε και

καλά να χύσετε αίμα, σφάξετε εμένα.

Ταύτα λέγουσα εκράτησε τον Έδμον παραδίδουσα ούτω το σώμα της εις

την διάκρισιν των ξιφισμών του λόρδου, όστις θαυμάσας την τόλμην

της και νικηθείς από το κάλλος της, του οποίου την δύναμιν ηύξανε

η ταραχή και η αντημέλητος περιβολή της, κατέθεσε το ξίφος προ των

ποδών της και είπε:

— Αι και ποιος μπορεί ναντισταθή στων θέλγητρων τη δύναμη! Και

ποιος μπορεί να ιδεί τα δικά σας και να μη σας υπακούση!

— Τι ήθελες εδώ, ευλογημένη, να βεβηλώσης την καθαρότητά σου

κοντά στους ανοσίους, που άλλο δεν σκέπτονται παρά πώς να μολύνουν

την υπόληψη σου! της είπεν ο κύριος Έδμον.

— Η υπόληψή μου είναι μόνο στην εξουσία τη δική μου· κανείς δεν

μπορεί να την εγγίσει, όταν εγώ την φυλάττω καθαράν.

— Μας εσκοτίσατε με την αλαζονεία σας! είπε η κυρία Μπιρτών.

— Αρκούν πλέον οι βρισιές, κυρία μου. Σας ήκουσα και μου είναι

αδύνατον πλέον ουδ' επί στιγμήν να μείνω κοντά σας. Θα είμαι πιο

ασφαλισμένη να περιπλανώμαι την νύκτα εις το ύπαιθρον, παρά να

μένω στο σπίτι σας. Πέτρο, είπε στον υπηρέτη, τρέξε, παρακαλώ, να

μουφέρης αμέσως έν αμάξι και πες στην Τομκίνα να κατεβάση τη Φανή.

— Μα τι σκοπό έχεις, δε μου λες! Πού θα πάς τέτοιαν ώρα;

— Ξαίρω κεγώ; Στο έλεος του Θεού. Εδώ να μείνω μου είναι πλέον

αδύνατο. Αλλά πριν φύγω έχω ένα καθήκον. Σερ Έδμον! Μιλόρδε! δόστε

χέρι προς αλλήλους και ορκισθήτε μου, πώς δε θανανεώσετε τη μάχη

για όνομα του Θεού, αν δεν θέλετε νακούσετε πως τελείωσα.

Το βλέμμα της, η φωνή της, ήσαν τόσον γοητευτικά, ώστε ήτο

αδύνατον ναντισταθή κανείς εις τας προσκλήσεις της.

Ενέδωκαν και οι δύο, έτειναν προς αλλήλους τας δεξιάς των και

υπεσχέθησαν να κάμουν, όπως αύτη επιθυμεί.

Εν τω μεταξύ ήρθε το αμάξι και η Τομκίνα ετοποθέτησε εντός του την

μικράν Φανήν.

Εχαιρέτησε με κλίσιν της κεφαλής και απήλθε αφίνουσα κατησχημένην

την κ. Μπιρτών.

Ο σερ Έδμον την ηκολούθησε έως το αμάξι. Έμαθε πού επήγαινε και

την ερώτησε, αν θα τηρήση την υπόσχεσίν της, να τον περιμένει στο

Φάλκιρκ.

— Ναι, είπε, εκεί μεταβαίνω τώρα και θα σε περιμένω.

Αφού εκείνη ανεχώρησε, ο σερ Έδμον έκρινε σύμφορον διά την

υπόληψιν της καλής του, να μείνη ολίγας ώρας εκεί, για να αποφύγη

κάθε υπόνοιαν εκ μέρους των καλοθελητών της.

Εκεί άκουσε με ταυτιά του όλας τας ύβρεις, όσας ήτο επόμενον να

εμέση η ταπεινωθείσα αλαζονεία. Έτριζε τα δόντια του από

αγανάκτησιν, αλλά η φρόνησίς του υπερίσχυσε και εκρατήθη ψυχρός

και αδιάφορος.

Έμεινε εκεί όσο έπρεπε να μείνη για να μη διεγείρη υποψίαν τινά.

Και όταν εστοχάσθη ότι η ευπρέπεια του επέτρεπε ναναχωρήση, εξήλθε

από το βδελυρόν κείνο περιβάλλον.

Η Μαλβίνα ετράβηξε ίσια στα Φάλκιρκ. Έφθασεν εκεί μεσάνυχτα

περασμένα. Κατέλυσε στο καλύτερο ξενοδοχείο, έβαλε τη Φανίτσα στο

κρεββάτι, άνοιξε το παράθυρο που φαινότανε η εξοχή και παρεδόθη

ήσυχη σε γλυκούς διαλογισμούς. Έτσι έφεξεν η ημέρα, που θα

απεφασίζετο η τύχη της.

Η ώρα ήτο ένδεκα περασμένες, η Φανή ακόμη εκοιμάτο, η Μαλβίνα

περίμενε με ανυπομονησίαν, και μέσα στην ανησυχία της εζήλευε τον

μακάριον ύπνον του κοριτσιού.

Έξαφνα ιδού ενώπιόν της ο σερ Έδμον.

— Έφθασα ολίγον αργά. Αλλά έλαβα τας προφυλάξεις μου. Εβγήκα

πεζός, ενοίκιασα ίππον από κάποιο χωριό παρά το Έδιμπουργκ και

ξεκαβαλίκευσα εις άλλο χωριό παρά το Φάλκιρκ, οπόθεν πάλιν πεζός

ήλθα έως εδώ. Με λύπη μου βλέπω ότι έχασα ώρες από την πολύτιμη

ημέρα που μου χαρίζεις.

Έχουμε πολλές ώρες ακόμα στη διάθεσή μας, είπε η Μαλβίνα,

κινουμένη εις οίκτον, που τον έβλεπε έτσι σκονισμένον και

ιδρωμένον για χάρη της.

— Άφισέ με λοιπόν ναπολαύσω ανεπιφύλαχτα την θέα σου και την

συναναστροφή σου, τώρα που δεν φοβούμαστε να ταράξη κανείς τη

γαλήνη της μοναξιάς μας. Το ότι η ψυχή σου συγκινείται υπέρ εμού

αποτελεί το ζενίθ της ευτυχίας μου. Τα ότι αυτή θα με ασκήση εις

τας αρετάς που της αρέσουν αποτελεί την χαράν μου! Ω Μαλβίνα . . .

— Μη σπεύδεις, σερ Έδμον, τα πράγματα δεν είναι και τόσον απλά,

όσον τα εκλαμβάνει η θέρμη της ψυχής σου.

— Απλούστατα, όταν θελήσης εσύ, αφού εγώ το θέλω από καιρόν ήδη.

— Όχι, διότι και να παρακάμψωμεν την υποχρέωσιν, την οποίαν εγώ

έχω αναλάβει προς την μακαρίτιδα Κλαίρη Χέριντεν, πράγμα που εγώ

αδυνατώ να παραβλέψω, δεν θα στρέξω ποτέ να στερηθής την μεγάλην

περιουσίαν της κ. Μπιρτών χάριν μου. Αφού μάλιστα η γενναία ψυχή

σου όλην την ιδικήν σου περιουσίαν την επροίκισεν εις την αδελφήν

σου.

— Άκουσε, Μαλβίνα. Σκέψου πρακτικώτερα. Εδώ πρόκειται περί της

ευδαιμονίας ολοκλήρου της ζωής μας. Δεν χωρούν δυσιδαιμονίες, η

υπερβολική ευσυνειδησία είναι σχολαστικισμός επιβλαβής εις την

παρούσαν περίστασιν. Ας προσέξωμεν εις μόνην την πραγματικότητα

και ας μη παρασυρώμεθα εις υπερβολάς. Αν εις το προίκισμα της

αδελφής μου χρεωστώ μέρος της προς εμέ υπολήψεώς σου, η χαρά μου

είναι πιο μεγάλη, παρ' όσον αισθάνομαι για την λαμπρότητα της

πράξεως εκείνης, να καταστήσω ευτυχή την αδελφήν μου. Αλλά μην της

δίδεις και τόσην σπουδαιότητα κατά τα άλλα. Εγώ λίγο τιμώ τα

πλούτη. Και στην κ. Μπιρτών ποτέ δεν εστηρίχθηκα, γιατί για να τα

αποκτήσω, πρέπει να γίνω κόλαξ χαμερπής των αδυναμιών και των

ορέξεων της θείας μου μέχρι δουλείας, πράγμα που δεν θα τόκαμνα

ποτέ και αν ακόμη δεν σεγνώριζα. Ώστε δεν πιστεύω νάχης την αξίωση

να το κάνω τώρα που σεγνώρισα! Να πλουτίσω δηλαδή παραβλέπων την

αλήθειαν και την τιμιότητα!

Η Μαλβίνα κατεγοητεύθηκε. Ωστόσο του είπε:

— Ήθελα ακόμα να σου αναφέρω τας παραφοράς της νεότητός σου, τους

αστάτους εκείνους έρωτάς σου, των οποίων η ενθύμησις προξενεί

φρίκη σε κάθε γυναίκα που τολμά να σου εμπιστευθή την καρδιά της.

— Αλλά δεν κατάλαβες λοιπόν, ότι ποτέ έως τώρα δεν αγάπησα. Εσένα

πρώτην και μόνην αγαπώ με τον αληθινόν, με τον θείον, με τον

αιώνιον έρωτα. Τίποτε δεν υπάρχει στον κόσμο, που να δύναται να με

χωρίση από σένα. Καθώς και σένα τίποτε δεν σαναγκάζει ναρνηθής την

χείρα ανθρώπου που μόνο για σένα αναπνέει και τον οποίον το κάτω

κάτω της γραφής συμπαθείς και συ εξίσου.

— Ω, σερ Έδμον!

— Άκουσε τώρα τον σκοπό μου και προεξόφλει με την παρούσαν χαράν

σου την μέλλουσαν ευδαιμονίαν μας. Έχω στις όχτες του ποταμού

Κλουδ κοντά στην Γκλάσκοου έπαυλη χαριεστάτη και εύφορη, κτήμα των

προγόνων μου ευρύχωρο και γόνιμο, που θα μας παρέχει πρόσοδον

αρκετή για να ζήσουμε καλά και άνετα. Έλα εκεί μαζί να

κατοικήσουμε. Έλα εκεί να ενώσης την τύχη σου με τη δική μου. Γίνε

φίλη μου ειλικρινής, γυναικούλα μου ποθητή, κυρά μου και αφέντρα

μου. Εκεί μόνην μου επιθυμίαν θα έχω, πώς να φανώ προς εσένα

ευάρεστος, μόνην μου φιλοτιμίαν πώς να γίνω ενάρετος σαν εσένα,

μόνη μου χαρά να σαγαπώ. Ω Μαλβίνα! μην αρνηθής την ευτυχίαν μου

. . . και τη δική σου.

Η φωνή του ήτο περιπαθής και η φλόγα του πάθους έδινε δύναμη στους

λόγους του ακαταμάχητη, και γοητεία ελκυστική στο βλέμμα του.

Η Μαλβίνα τινάχτηκε στο κρεβατάκι της Φανής, την πήρε στην αγκαλιά

της κιάρχισε να λέει:

— Έλα, κόρη μου, έλα να με γλυτώσης από τη γοητεία του πλάνου.

Έλα να μου θυμίσης τους όρκους μου προς τη μητέρα σου, έλα να . . .

— Όχι Φανή, αντίσκοψε ο Έδμον, εγώ είμαι ο αδύνατος, εγώ είμαι ο

δυστυχισμένος, εμένα έλα να βοηθήσης, έλα να πεις στη σκληρή, πως

οι όρκοι που έδωσε στη μαμά σου ήτανε για να καταστήση και σένα

ευτυχισμένη. Και πού αλλού μπορείς να είσαι και συ ευτυχισμένη

περισσότερο, παρά κοντά μου, που θα ενωθούνε οι φροντίδες και των

δυο μας για την ευδαιμονία τη δική σου:

Πες της λοιπόν ότι το προς εσέ καθήκον της την υπαγορεύει να ενωθή

μαζί μου. Πες της ότι εγώ θα σε κάνω παιδί μου και θα σαγαπώ πολύ,

για ναμαγαπά κεκείνη εμένα. Και συ, λαίδη Χέριντεν, από εκεί που

ευρίσκεσαι, αφού είσαι πνεύμα τώρα και βλέπεις την ειλικρίνειαν

της καρδιάς μου, έμπνευσε την φίλην σου να ενδώση, διά να ασφαλίση

διά παντός της κόρης σου την ευδαιμονίαν. Και η ψυχή σου η ουρανία

ας καταδιώξη άνωθεν εκείνον, όστις ήθελε παραβή την υπόσχεσίν του.

— Μητέρα, είπε αφελώς η Φανή, είναι τόσο καλός ο κύριος! Γιατί

είναι τόσο λυπημένος; Εσύ τον εμάλωσες; Αχ μαμάκα, σε παρακαλώ

πολύ μην του χαλάς την καρδιά του. Αν σου γυρεύη τίποτε και

μπορείς να του το δώσης, δος του το, μαμάκα, και πολύ θα

μευχαριστήσης.

Η Μαλβίνα συνεκλονίσθη καθ' ολοκληρίαν ψυχικώς από όλην αυτήν την

σκηνήν και είπε:

— Αλλά λοιπόν το μυστήριον μας περιβάλλει! Επεκαλέσθης την

Κλαίρην και αυτή συγκατανεύει και με διατάσσει με του αθώου αυτού

παιδιού το στόμα να δεχθώ το χέρι σου! Έτσι είναι άραγε ή μήπως

είμαι θύμα δυσιδαιμονίας, ή μήπως με απατά και με παραφέρει το

πάθος μου! Α γόη! αφού και τα πνεύματα σε υπακούουν, ποιος μπορεί

ναντισταθή στα μάγια σου;

Και του έσφιξε με πάθος την δεξιάν του.

— Δική μου λοιπόν! εφώναξεν εκείνος. Για πάντα δική μου! και την

αγκάλιασε. Εκείνη στήριξε τα κεφάλι της στον ώμο του, κέβλεπε το

στήθος της να πάλλη απ' το ίδιο πάθος που έπαλλε κιαυτουνού η

καρδιά του.

— Τας στιγμάς αυτάς αισθάνομαι την ευφροσύνην που στέλλει κάποτε

ο Θεός στη γη μας, για να μας δώση κάποιαν ιδέαν της μακαριότητος,

που μέλλει νανταμείψη στον ουρανό την αρετή.

Ο Έδμον δεν ήθελε πια ναποχωριστή από τη Μαλβίνα, την παρακαλούσε

να ορίση την ημέρα που θα νυμφευθούν.

— Όχι ακόμη, του είπε. Θέλω ένα μήνα να παραδοθής εις της

ελευθέρας ζωής τας απολαύσεις και ηδονάς, κιάν αυτές δεν σαφίσουν

κανένα πλέον πόθον προς αυτάς, αν η ιδέα της παντοτεινής των

στερήσεως δεν θα σε τρομάζη, τότε θα μου πης· κεγώ, Έδμον, ακούς;

θα σε πιστεύσω, ότι δεν καταχράσαι την εμπιστοσύνη μου και ότι όσο

πιο εύκολα μπορείς να απατήσης, τόσο περισσότερο θα το αποφύγης.

Τότε ναι! τότε πλέον θα σου παραδοθώ ανεπιφύλακτα. Θέλεις;

— Ναι θέλω. Έτσι πολύ ακριβά θα κερδίσω το πολυτιμότατο βραβείο

του βίου μου. Και θα ταπολαύσω πιο ευχάριστα, γιατί θάχω τη

συναίσθηση πώς είμαι πλέον άξιός σου. Αλλά ένα πράγμα με ανησυχεί.

— Τι πράγμα;

— Εσύ εις το διάστημα αυτό θα μένης, καθώς είπες, εις της κ.

Κλάρας, η οποία με μισεί και θα σου εμπνεύση κατ' εμού το ίδιο

μίσος.

— Και γιατί σε μισεί η κ. Κλάρα;

— Αλίμονο δεν μου είναι συγχωρημένο από την ίδια, να σου το πω,

μόνο εκείνη έχει το δικαίωμα να σου το πει. Και θα σου το πει

απόντος μου, χωρίς και εγώ να ημπορώ να σου φέρω τας δικαιολογίας μου

απολογούμενος, αι οποίαι είμαι βέβαιος θα σε πείσουν να μη με

μισήσης. Και ημπορούσα βέβαια τώρα αμέσως να σου πω τα καθέκαστα

και να σε θωρακίσω κατά πάσης άλλης εκδόσεως επιβαρυντικής κατ'

εμού, αλλά προτιμώ να είμαι τίμιος και μια που έδωσα το λόγο μου,

θα σιωπήσω.

— Μένε ήσυχος, Έδμον, έχω εμπιστοσύνη πλέον σε σένα. Δεν θα

θελήσω να μάθω τα καθέκαστα από την κ. Κλάραν. Θα τακούσω εν καιρώ

το δέοντι από σένα τον ίδιον.

— Ω αξιολάτρευτη, Μαλβίνα! Και ποιος λοιπόν θα είναι τόσο

τιποτένιος να καταχρασθή την πίστη σου που πηγάζει από της καρδιάς

σου την άκρα καθαριότητα! Ούτε καν για ναποχτήσω εσένα θα

καταδεχτώ ποτέ να μεταχιρισθώ δόλον, μένε ήσυχη, αγάπη μου. Μέχεις

υψώση τώρα και δεν καταδέχομαι να ταπεινωθώ. Σου ορκίζομαι στο

βωμό, που σου έχω στήσει μέσ' στην καρδιά μου, τίποτε δεν θα έχω

κρυφό από σένα και ποτέ δεν θα συλλάβω λογισμό που να ντρέπωμαι

γιαυτόνα. Λοιπόν σου λέγω και τούτο, Μαλβίνα μου, αφού σου είπα

πως τίποτα δεν θα σου κρύβω. Γιατί τάχα να έχης αλληλογραφία με

τον κ. Πρίορ;

Η Μαλβίνα δεν επερίμενε τοιούτον αιφνηδιασμόν. Έβγαλε από την

τσέπη της ένα γράμμα και βλέπουσα κατάματα τον Έδμον είπε:

— Ας ιδούμε τώρα, αν σέχω γνωρίσει καλά!

Άνοιξε λοιπόν το γράμμα και διάβασε:

«Η κατάστασή μου από μέρα σε μέρα γίνεται πιο φριχτή. Φτώχια βαριά

ταλαιπωρεί τους γονείς μου και σπαράζει την καρδιά μου. Ότι και αν

προσεπάθησα να πράξω, δεν ευωδώθη. Μόνοι οι ασεβείς ευημερούν και

αυξάνουν τα πλούτη των. Εγώ δε μάτην εφύλαξα καθαράν την καρδίαν

μου, μάτην ένιψα εν αθώοις τας χείρας μου, οδύνη και θλίψις

κατέλαβόν με. Ιδού αι ημέραι μου ως η κερκίς του υφαντού

διέρχονται και άνευ ελπίδων παρέρχονται. Αθλιότης και δυστυχία

πολεμούν τη ζωή μου κεγώ αγρυπνώ σαν το στρουθίο το ερημικό. Και

θα υπέκυπτα βέβαια κεγώ εις την τρικυμίαν της δυστυχίας, αν τα

γράμματα της αγαπητής Μαλβίνας δεν ήρχοντο από καιρό σε καιρό να

με κρατούν εις την ζωήν.»

— Έτσι λοιπόν, είπε ο Έδμον διακόπτων, ο άνθρωπος αυτός σε

ονομάζει αγαπητή Μαλβίνα. Όσο καθαράν και αν έχει τον εαυτόν του η

καρδιά του, θα συλλαμβάνει ίσως επιθυμίας, ίσως ακόμη ελπίδας . . .

τας οποίας συ δεν παραλείπεις να του τας δυναμώνεις.

— Σερ Έδμον, η φιλανθρωπία δεν μου επιτρέπει να λυπήσω ένα

δυστυχή από ένδειαν, αποβάλλουσα όπως λέγεις την φιλίαν που μου

ζητεί. Μην αδικείς λοιπόν μήτε εμένα, μήτε τον εαυτόν σου,

υποθέτων ότι μπορεί μέσ' στην καρδιά μου να σαντικαταστήση άλλος

κανένας στον κόσμο.

— Μαλβίνα, έχεις δίκαιον εις όλα· όμως η λογική δεν χωρεί εκεί

που λαλεί το αίσθημα. Όταν συλλογίζωμαι ότι μπορεί κι άλλος να

σαγαπά, να εντρυφά νοερώς με τα θέλγητρά σου κεσύ το ξαίρεις και

δεν τον αποβάλλεις. . . . αι, μα την αλήθεια δεν θα είμουν

ειλικρινής προς εσέ, εάν δεν σου έλεγα ότι η φρικτή αυτή ιδέα με

βασανίζει. Μου φαρμακώνει τη ζωή. Με θανατώνει.

— Ίσως δεν έχω κάμει καλά αλήθεια, να μην σκεφθώ αυτά. Αλλά αυτήν

την στιγμήν, που τόσον πάσχει αυτός ο άνθρωπος, αν και εγώ τον

αποθήσω, η θλίψις δεν θα τον ωθήση εις τα έσχατα;

— Από αύριον θα φροντίσω να του εύρω θέσιν στο Έδιμπουργκ . . και

τότε πια Μαλβίνα, έχω την αξίωση . . .

— Σε καταλαβαίνω . . .θα κάμω ότι θέλεις. Ωστόσο διάβασε όλην την

αλληλογραφίαν μας για να βγης από κάθε υποψίαν.

— Όχι, είπε ο Έδμον, δεν έχω καμίαν υποψίαν για σένα, αλλά δεν

θέλω, άλλος άνδρας να σου αποτείνει τρυφεράς εκφράσεις, έστω και

υπό τύπον φιλίας. Ελπίζω μόνον ότι θα με απαλλάξης από την ιδέαν

που ούτε ο οίκτος, ούτε ο ορθός λόγος ισχύουν να με κάμουν να την

υποφέρω.

— Έχε λοιπόν εμπιστοσύνη σεμένα και για τούτο.

Έτσι διατεθειμένοι απεχωρίσθησαν και η μεν Μολβίνα διηυθύνθη προς

την κατοικίαν της Κλάρας, ο δε Έδμον εις Έδιμπουργκ. Υποσχεθέντες

να αλληλογραφούν και, αν κάμη ανάγκη, να ανταμωθούν ακόμη εν τω

μεταξύ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'.

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΤΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ

Η αγαθή Κλάρα ευχαριστήθη πολύ, άμα είδε την Μαλβίναν.

— Χρεωστώ μεγάλη χάρη στη διάθεσή σας τη φιλήσυχη, που σας έκαμε

να βαρεθήτε γρήγορα τον κόσμο και να επιστρέψετε κοντά μου της

είπε. Ίσως μάλιστα δεν απατώμαι, αν υποθέσω ότι και κάποια προς

εμέ γενωμένη εις την ψυχήν σας φιλία επέσπευσε τον ερχομό σας.

— Θα μου ήτον ευτύχημα να μπορούσα να σου εβεβαίωνα το τελευταίο,

αλλά τότε δε θα σας έλεγα την αλήθεια.

— Τι συνέβη λοιπόν;

— Από την κ. Μπιρτών απεχωρίσθην διά παντός και είθε ποτέ να μη

την συναντήσω πλέον εις την ζωήν μου.

— Τα χαλάσατε με την κ. Μπιρτών; Πώς έγινε τούτο;

— Μη με αναγκάζετε να σας ειπώ περισσότερα. Μου είναι αδύνατον,

αν και πολύ επιθυμούσα να σας ανοίξω την καρδιά μου.

— Αρκεί είπεν η κ. Κλάρα, σας εννοώ πληρέστατα και σέβομαι την

ανάγκην της σιωπής σας.

Αι ημέραι επερνούσαν γρήγορα. Ο πατέρας της Κλάρας αναγκασμένος

από υποθέσεις του ανεχώρησεν εις Λονδίνον. Η Κλάρα λοιπόν ήτο τώρα

πιο ελεύθερη. Εν τούτοις δεν ενοχλούσε και πολύ την Μαλβίνα από

διάκρισιν, την οποίαν καθόλου δεν είχεν εύρει αυτή, όταν διητάτο

εις της κ. Μπιρτών.

Η Μαλβίνα ετέρπετο παιδαγωγούσα την Φανήν, όταν δε δεν ήτο

απησχολημένη με αυτήν, πότε διάβαζε και πότε παρεδίδετο εις

γλυκείας ονειροπολήσεις εντός των ωραίων κήπων του πύργου.

Δεν είχε βέβαια λησμονήσει τας ατασθαλίας του Έδμον, αλλά η αγάπη

έκαμνε να τας θεωρεί ως ελαφράς νεανικάς παρεκτροπάς και μάλιστα

έχαιρε δι' αυτάς, διαλογιζομένη ότι όσοι άπαξ εγνώρισαν την

ματαιότητα του εκτάκτου βίου είναι πλέον ασφαλισμένοι, παρά όσοι

εβάσταξαν εγκράτεια στα νιάτα τους.

Αλίμονο. Έτσι πάντα η φαντασία μας ξεγελά υπέρ του όντος το οποίον

αγαπώμεν, είδέ μη, «αλί που τόχει η κούτρα του . . . . »

Από δεκαπέντε μέρες η Μαλβίνα παραδοθείσα εις τας τρυφερότητας του

έρωτος ανεπιφύλακτα χωρίς πλέον να εντρέπεται διά τούτο, απολαύει

χαράν και ευφροσύνην άγνωστην ως τώρα εις αυτήν. Είχε προ οφθαλμών

την στιγμήν που θα εγίνετο ευτυχής διά της παντοτεινής ενώσεώς της

μετά του προσφιλούς της ψυχής της. Έτσι το παρόν ομορφαίνει με τας

εικόνας των αγαθών που μας υπόσχεται το μέλλον. Η προσδοκία της

απολαύσεως είναι ανωτέρα από αυτήν ταύτην την απόλαυσιν πολλάκις.

Κάθε βράδι χαίρεται περισσότερο, διότι επέρασε μία ακόμη ημέρα του

χωρισμού. Κάθε πρωί αγάλλεται, διότι ο Θεός της χαρίζει μία μέρα

ακόμη για ναγαπά τον Έδμον. Γυρίζει με τη φαντασία της στις πρώτες

εκείνες στιγμές που ο Έδμον με τις φλογερές του φράσεις μετέδωκε

την φλόγα του έρωτος στην άδολη καρδιά της.

— Μαγαπά λοιπόν αληθινά και τίμια, λέγει καθ' εαυτήν. Εμένα από

όλας. Το λέγει μέσα στις νύχτες, το ξαναλέγει τα μεσημέρια. Και

αισθάνεται κάτι που δεν ξαίρει τι είναι, μα τόσο τερπνό και γλυκό

της φαίνεται, ώστε λέγει ότι αυτό είναι η ζωή. Δεν μπορεί να είναι

άλλο. Άλλοτε πάλιν αρέσκεται να βλέπει εντός της.

— Ω τον αγαπώ! τον λατρεύω! φωνάζει μόνη της, και είναι ευτυχής,

γιατί τον αγαπά χωρίς να συλλογίζεται ότι ανταγαπάται. Εάν

απέθνησκε κατά τας ωραίας εκείνας στιγμάς, δεν θα είχε παράπονον

ότι απέρχεται του κόσμου χωρίς να γευθή τας γηίνους ευδαιμονίας.

Επλησίαζε το τέλος του μηνός και η Μαλβίνα υπελόγιζεν ήδη, ότι

έφθανεν η ώρα, που εκείνος έμελλε, να της απαιτήση την εκπλήρωσιν

της υποσχέσεώς της, και η τρυφερή αυτή ιδέα πολλάκις έβαψε το

πρόσωπόν της με ζωηρόν ερύθημα.

Μίαν από τας τελευταίας αυτάς ημέρας ενώ εγευμάτιζε με την κ.

Κλάραν της έφεραν δύο γράμματα, τα ένα ήτο του Έδμον, τα άλλο από

τον λόρδον Χέριντεν. Τα γράμματα του Χέριντεν ήσαν πάντοτε τυπικά

και ολιγόστιχα· άφισε το γράμμα του λόρδου και με λαχτάρα άνοιξε

του Έδμον. Διάβασε.

«Από τη μέρα που επέστρεψα εδώ δεν άφισα τη θεία μου να αγνοή ότι

συ είσαι η πηγή των φίλτρων μου. Χθες όμως, επειδή με απείλησε

ότι, αν δεν πάρω τη λαίδη Σούμεριλ, δεν με καθιστά κληρονόμον της

περιουσίας της, αναγκάστηκα κεγώ να της ομιλήσω ξεκάθαρα, ότι και

οι δύο εμείς το θεωρούμε εντροπή να δεχθούμε κάτι από μέρος της.

Τότε λοιπόν εκείνη αγρίεψε και μου είπε:

— Και τους δύο θα σας ιδώ να ψωμοζητάτε μπρος στη θύρα μου· μα

χέρι δεν θαπλώσω να σας βοηθήσω. Πήγαινε, ανόητε, μου είπε,

νακούσης και συ από το στόμα της διαβεβαιώσεις αγάπης τέτοιες που

έδωσε άλλοτε στον κ. Πρίορ (ω το μισητό το όνομα!) Μα και σαν την

πάρης μην τη θεωρείς δική σου. Και τότε ακόμα μπορώ να σας χωρίσω

τον έναν από τον άλλον. Έτσι θα τιμωρήσω την αυθάδειά σου

χωρίζοντάς σε από εκείνην και απορρίπτοντας σε μακρυά από μένα.

Αχ φαρμάκι έχυσε μέσ' στην ψυχή μου επαναλαμβάνουσα την φιλίαν σας

με τον κ. Πρίορ (ω αυτός ο Πρίορ!) και τη στιγμή που έξαφνα σας

ηύρε και τους δύο σε ανώμαλη θέση και σε μεγάλη ταραχή, κιακόμη

τους συγκινητικούς αποχαιρετισμούς σας, τους επαναλαμβανομένους

πόθους σας και την απόρροιαν αυτών: την συχνήν αλληλογραφίαν σας.

Χολήν έχυνε στην ψυχή μου και έχαιρε, που με φαρμάκωνε έτσι.

Ω φιλτάτη Μαλβίνα, έλα λοιπόν με την παρουσία σου να εξαλείψης

αυτάς τας ολεθρίας παραστάσεις από την ψυχή μου. Ιδού εξετέλεσα

ότι με διέταξες και εν τούτοις εξακολουθώ να θεωρώ μηδέν όλα τα

αγαθά του κόσμου εμπρός εις τον πόθον ναποκτήσω εσένα. Ο καιρός

έφθασε. Αν με αγαπάς, αν θεωρής την ησυχίαν μου πολύτιμη, μην

αργείς και η προσφορά της καρδιάς σου ας είναι η μόνη απάντησις

εις τας καταχθονίους απειλάς της Μπιρτών.

Ευρίσκουμαι τώρα στο Κίνρος, δώδεκα μόνον μίλια μακράν σου. Σε

περιμένω εδώ. Δύο λέξεις θα μου φέρη ο επιδότης της παρούσης μου

γραμμένες, από την αγάπη μου, που θα μου αναγγείλουν ότι αύριο

είναι η μακαριωτέρα ημέρα της ζωής μου, η ημέρα της ενώσεώς μας

. . .

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος · 第 7 / 10 题