ΣΥΝΑΝΤΗΣIΣ

Οκτώ ημέρας η Μαλβίνα δεν είδε καθόλου την κ. Μπιρτών. Εφοβήθηκε

μήπως την δυσαρεστήση, εάν παρατείνη ακόμη την κατ' ιδίαν

διατριβήν της. Απεφάσισε λοιπόν να την ιδή και πολλά πρωί κατέβη

και παρουσιάσθη εις το πρόθυρον του διαμερίσματος της εξαδέλφης

της.

Αι υπηρέτριαι της είπον, ότι η δέσποινά των ενεδύετο και δεν

ημπορούσε να την δεχθή πριν από μισή ώρα. Η Μαλβίνα λοιπόν

ανεχώρησε παρακαλέσασα να την ειδοποιήσουν, όταν η κυρία των θα

είναι έτοιμη.

Επιστρέφουσα επέρασε από την οργανοθήκην. Εκεί κοντά εις μίαν

άρπαν πήρε το βλέμμα της μια συλλογή από Γαλλικά τραγούδια και

εστάθη να την παρατηρήση. Η μητρική γλώσσα, η φιλτάτη, με την

οποίαν παρέστησε τα πρώτα συναισθήματα της καρδίας της, τόσο

δυνατό θέλγητρον είχε δι' αυτήν ώστε δεν ημπόρεσε να κρατηθή από

τον πειρασμόν του να περάση όλα εκείνα τα τραγούδια της πατρίδος

της. Εκάθισε λοιπόν εμπρός εις την άρπαν και άρχισε να τα τραγουδή

ένα ένα με την ακολουθίαν του οργάνου. Έξαφνα γλυκείς φθόγγοι από

φλάουτο συνταίριαζαν με την φωνή της. Απόρησε. Διέκοψε το τραγούδι

της και γύρισε να ιδή. Όπισθέν της εστέκετο ένας νέος άγνωστος. Η

Μαλβίνα εκοκκίνησε και σηκώθηκε να φύγη. Ο νέος όμως την

παρακάλεσε θερμώς να μη τον στερήση τόσο γρήγορα από την τερπνήν

μελωδίαν της. Εσήκωσε τα μάτια η Μαλβίνα και μόλις συνήντησε τα

βλέμματα του νεανίου, εχαμήλωσε τα δικά της. Εκοκκίνησε πολύ

περισσότερον. Του νέου το πρόσωπο ήταν απ' εκείνα που τα λαμπρύνει

τα φως αγχινοίας και τα στολίζει το θέλγητρον της ευαισθησίας.

Πρόσωπον που δεν πρέπει δυο φορές κατ' επανάληψιν να το ατενίση η

γυναίκα που θέλει την ησυχία της.

Αλλά η απλή και αθώα Μαλβίνα δεν ήξαιρε τον κίνδυνον κεκείνο που

έπρεπε να την κάμη να τραπή εις φυγήν εκείνο την έκαμε να μείνη.

Αλλ' αν η θέα του σερ Έδμον Σέυμουρ επροξένησε έκπληξιν εις την

Μαλβίναν, τι ησθάνθη άραγε εκείνος, άμα είδε την νεαράν γυναίκα!

Την είχεν ακούσει από μακράν, ακροάζεται και η φωνή της αντηχεί

μέσα στην καρδιά του, για να του αναγγείλη ότι έχει και αυτός

καρδιά.

Τότε λοιπόν εμβήκε μέσα εις την αίθουσαν των οργάνων, όπου την

είδε και η γοητεία συνεπληρώθη.

Ωραία ξανθή κόμη, της οποίας αι πλεξίδες με αφέλειαν έπεφταν επάνω

εις τους ώμους της. Όψις που ωμοίαζε τα λευκά ρόδα, των οποίων το

απαλόν ερύθημα αφίνει τον θεατήν ναμφιβάλλη ποιο είναι το αληθινό

τους χρώμα. Λαιμός ολόασπρος, που εφάνταζε πιο ωραίος με την

πένθιμη ενδυμασία. Μάτια μάβρα πλουμισμένα με μακρυές και απαλές

βλεφαρίδες — που το ωραίο και διαρκές βλέμμα τους έμβαινε στην

καρδιά.

Μορφή αιδήμων και άτολμη, που ωστόσο σαν κεραυνός έπεσε στην

αντίληψή του και τον εμάγευσε. Στη στιγμή ο κόσμος που ως τώρα

ήξαιρε, του έγινε άφαντος κένας άλλος νέος κόσμος του παρουσιάσθη.

Ο Έδμον ανερώτητα ορμά στο άγνωστο και φαντάζεται πως θα ζήσει

ευχάριστα, αν αξιωθή να έχη μόνην σύντροφον, μόνην σύνοικον εις

τον νέον αυτόν κόσμον, την Μαλβίναν.

Όλα αυτά συγχρόνως και οξέως προσέβαλαν εις την αντίληψίν του και

παρεστάθησαν συγχισμένα στο νου του. Στέκεται βουβός και δεν

ημπορεί να τα ξεχωρίση, να τα ξεδιαλύση. Έπειτα ένα τέτοιο

συναίσθημα είναι τόσο γλυκό, ώστε με κάποιον αυτοματισμόν η ψυχή

αποβάλλει κάθε τι που ημπορεί να το χαλάση. Έτσι εκουσίως κάμνομεν

ότι αγνοούμεν την ύπαρξίν του, μόνο και μόνο για να το αφίσωμεν να

υπάρχη. Άμα λοιπόν γεννηθή μέσα μας, όλες αι δυνάμεις της ψυχής το

αναγνωρίζουν ως κυρίαρχον ακαταμάχητον και προθυμοποιούνται να του

παράσχουν κάθε υπηρεσίαν.

Ενώ η Μαλβίνα επλησίασε στα κάθισμα και εσυλλογίζετο διστάζουσα,

εμπήκεν η κ. Μπιρτών. Τρόμαξε άμα είδε εκεί τον κ. Έδμον. Είπε με

ειρωνικό πείσμα.

— Έτρεχα να απαλλάξω την ωραίαν μου εξαδέλφην από την στενοχωρίαν

να περιμένη, αλλά βλέπω ήδη με χαράν αυτή ηύρε τρόπον να

διασκεδάση.

Ενώ εγύριζα από τον θάλαμόν σας ηύρα εδώ αυτά τα τραγούδια, είναι

γεννήματα της πατρίδος μου, με τράβηξε ο πόθος να τα τραγουδήσω,

να θυμηθώ την Γαλλίαν. Ενώ καταγινόμουνα μαυτά, εμβήκε και ο

κύριος κατά συγκυρίαν.

— Ναι αλήθεια, είπε η κ. Μπιρτών. τυχαίνουν συγκυρίες πολύ

ευτυχισμένες.

— Αναμφιβόλως, φώναξε ο κ. Έδμον, και ποτέ δεν το πίστευα όσο

σήμερα.

— Και δεν είσαι ίσως ο μόνος επρόσθεσε η κ. Μπιρτών

σκυθρωπάζουσα.

Η Μαλβίνα εκατάλαβε το λόγο της και λυπήθηκε για τις υποψίες της

κ. Μπιρτών. Χαιρέτισε για να φύγη. Αλλά ο Έδμον την επλησίασε και

της είπε:

— Μας φεύγετε, κυρία; Εφανήκατε λοιπόν μια στιγμή μόνο, για να

αισθανθώμεν πόσο μας λυπεί η στέρησίς σας; Από πού σας έχει έρθει

αυτή η μελαγχολική συνήθεια να ζήτε αποτραβηγμένη; Γιατί κρύβεστε

από τους ανθρώπους: φοβάστε μήπως σας λατρεύσουν πολύ;

Η κ. Μπιρτών εκοκκίνισε από το θυμό της. Εκοκκίνισε και η Μαλβίνα,

αλλά από άλλο βέβαια αίσθημα πιο ευχάριστο, αλλά άγνωστο. Θα

επιθυμούσε ίσως να ενδώση εις την επίμονη παράκληση του Έδμον.

Αλλά εκατάλαβε ότι δεν έπρεπε να τα κάμη, διότι η κ. Μπιρτών

έμεινε σιωπηλή και ήτο φανερό ότι δεν επιθυμούσε την παρουσία της.

Ανεχώρησε λοιπόν.

Ο κ. Πρίορ ήλθε νωρίς προς την Μαλβίνα μετά το γεύμα.

— Ξαίρετε, της είπε, ότι η πρωινή συνάντησίς σας επροκάλεσε

θαυμασμόν μεγάλον; ο κ. Έδμον εις το γεύμα για τίποτε άλλο δε

μίλησε, παρά όλο για σας.

— Αλήθεια; είπε η Μαλβίνα με ενδόμυχη ευχαρίστηση.

— Ναι βέβαια. Αλλά γιατί τάχα σας φαίνεται παράξενο; Όποιος μια

στιγμή σας ατενίση αισθάνεται ότι, όπου είσθε σεις δεν ημπορεί ο

νους να απασχοληθή με άλλο αντικείμενον.

— Αλλά, κ. Πρίορ, είπε δειλά η Μαλβίνα. Με ποίον τρόπον έγινα

αντικείμενον της ομιλίας των. Τι έλεγαν για μένα;

— Χαίρω που βλέπω τέλος το μικρό αυτό σημάδι της περιεργείας στην

χαριεστάτη μορφή σας. Αυτό παρέχει την ελπίδα ότι η πικρή λύπη που

σκέπαζε τα πάντα με τον πέπλο της αδιαφορίας αρχίζει να διαλύεται:

Τα λόγια αυτά έκαμαν την Μαλβίναν να κοκκινίση, κιάν την ερωτούσε

κανείς, γιατί; δεν θα ημπορούσε να πη την αιτία.

— Ο κ. Έδμον έκαμε άπειρες ερωτήσεις για σας. Ήθελε να μάθη,

γιατί ήρθατε εδώ και γιατί ζήτε αποτραβηγμένη από τους ανθρώπους.

Η κ. Μπιρτών είπε ότι μεγάλες συμφορές έβλαψαν την υγείαν σας και

αύξησαν την φυσικήν σας ατολμίαν, ώστε θεωρείτε, λέγει τον εαυτόν

σας ως ακατάλληλον διά κοινωνικήν συντροφίαν και διά τούτο την

φοβάστε και την αποφεύγετε.

— «Θαυμάζω, είπε τότε ο κ. Έδμον, πώς φοβάται εκείνο που αυτή το

στολίζει; Σε ποια συνάθροιση η κ. Σορκή δεν θα ήτο το καλλώπισμα;

Εγώ τουλάχιστο, είπε, στη ζωή μου δεν είδα γυναίκα να μπορή να

συγκριθή μαζί της».

Η Μαλβίνα έκαμε σχήμα μετριοφροσύνης. Ο δε κ. Πρίορ εκλαβών ως

σημείον εκπλήξεως επρόσθεσε:

— Απορείτε ίσως, κυρία μου, για την παρρησία του κ. Έδμον σε

γυναίκα τόσο φίλαυτη και περήφανη ως η κ. Μπιρτών; Αλλά ο νέος

αυτός ο άστατος και φιλήδονος έχει μία σπανιωτάτη ειλικρίνεια,

ώστε και προς την ίδια την κ. Μπιρτών δεν εδίστασε να πει τι

αισθάνεται, αν και γνωρίζει το χαρακτήρα της, κι ακόμα απ' αυτήν

ελπίζει το παν.

— Με τούτο, κύριε Πρίορ, επαινείται και τους δύο. Noμίζω εξίσου

σπάνιον και το να ημπορή κανείς νακούη την αλήθεια, όσο και να

τολμά να την λέγη.

— Αλλά επειδή μόνος ο κ. Έδμον έχει αυτό το προνόμιο . . .

— Εις τούτο ίσως πταίουν οι άλλοι, τον αντίσκοψε η Μαλβίνα.

Πολλές φορές γίνεται κανείς άδικος θέλων να φανή φιλαλήθης.

— Σας βεβαιώνω, κυρία, ότι η κ. Μπιρτών από κανένα άλλον δεν

ήθελε υποφέρει νακούση, τα όσα ανέχεται νακούη από του κ. Έδμον το

στόμα. Και τον υποφέρει πάλιν από υστεροβουλίαν, διότι η έκβασις

των φιλοδόξων σχεδίων της εξαρτάται ολότελα από αυτόν. Θα ξαίρετε

ίσως ότι υπεσχέθη να τον κάμη κληρονόμον της με την συμφωνία να

πάρη την Λαίδην Σούμεριλ. Και μη νομίσετε ότι το κάμνει διά την

ευτυχίαν του Έδμον. Μπα! λίγο φροντίζει αυτή για τέτοια πράματα.

Αλλά ο οίκος Σούμεριλ είναι από τους πιο αρχαίους της Σκωτίας και

από τους περισσότερον ευνοουμένους στην Αυλή του Λονδίνου. Προσέτι

δε ο Λόρδος Στάφφορδ, θείος της νέας υπεσχέθη να κάμη τον κ. Έδμον

σύνεδρον της άνω Βουλής, αν γίνη το συνοικέσιον, και να προσθέση

εις αυτά τα χωρία γην τιμαριωτικήν τόσην, ώστε να παρέχη εις την

κ. Μπιρτών το δικαίωμα να ονομασθή Λαίδη. Αυτοί είναι οι σκοποί

της, αλλά ο κ. Έδμον αντιστέκεται, διότι προτιμά το να είναι

ανεξάρτητος περισσότερον από όλα τα πλούτη και τα αξιώματα, αν και

είναι άνθρωπος με μετρίαν κατάστασιν. Και δεν αποποιείται μεν

φανερά τον περί ου ο λόγος γάμον, αλλά τον αναβάλλει από ημέρα σε

ημέρα. Η δε κ. Μπιρτών επειδή φοβείται μήπως αρνηθή αυτός και έτσι

στερηθή η ιδία τον μέγαν τίτλον, τον οποίον από καιρόν διψά η

φιλόδοξη ψυχή της, φέρνεται προς αυτόν τόσο μαλακά. Αυτό λοιπόν

είναι που του δίδει δύναμιν όχι ολίγην επάνω της. Αλλά πρέπει να

ομολογήσω ότι την δύναμιν αυτήν, όταν μείνη εδώ ο κ. Έδμον, την

μεταχειρίζεται όχι διά δικό του, αλλά διά κοινόν όφελος, διότι την

αναγκάζει να μοιράζη στους δυστυχείς όσα εκείνη προθύμως θα

ασώτευε διά να τον προσελκύση.

— Όποιος μεταχειρίζεται έτσι την δύναμίν του, πρέπει να είναι

ευγενούς και γενναίου χαρακτήρος άνθρωπος.

— Ο Έδμον έπαθε το δυστήχημα να ευρεθή κύριος του εαυτού του εις

πολύ νεαράν ηλικίαν· δεν ημπόρεσε ο ίδιος, ούτε είχε τινά να του

χαλινώση τας πρώτας ορμάς της νεότητος κέγιναν αυταί πηγαί

αθεράπευτης διαφθοράς. Φυσικά όμως είναι ευγενής και μεγαλόφρων.

Τον είδα πολλές φορές για να κάμη μίαν καλήν πράξιν να δείχνη

ενθουσιασμόν. Επίσης κρατεί την υπόσχεσίν του ιεράν. Είναι

ανδρείος μέχρι θρασύτητος, έχει προτιμοτέραν την τιμήν από την ζωή

του. Είναι δε τόσο αφιλοχρήματος, ώστε εις την αδελφήν του, επειδή

η προίκα της ήτο σχετικώς ολίγη ως προς το συνοικέσιον το οποίον

έμελλε να συνάψη, δεν εδίστασε αυτός να ελαττώση την δική του

περιουσία για να εξομαλύνη του συνοικεσίου τας δυσκολίας.

— Λοιπόν; . . . είπεν η Μαλβίνα κλίνουσα την κεφαλήν με

ενδιαφέρον.

— Λοιπόν, κυρία μου, ενώ αι αρεταί του είναι τέτοιες και τόσο

μεγάλες, μέσα στην καρδιά του έχει για τας γυναίκας πάθος

παράφορον, ώστε ενώ κατά τα άλλα είναι τόσον τίμιος, αυτάς τας

απατά ασυστόλως χωρίς έλεγχον συνειδήσεως. Και σύρεται μεν εις

τούτο από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι άσκεπτα και απρομελέτητα, αλλά

με σχέδιον καταχθόνιον. Αι μόναι ερωτικαί σχέσεις τας οποίας

εγνώρισε είναι η απόλαυσις και ο κόρος. Ο αληθινός έρως είναι και

θα είναι άγνωστος εις αυτόν.

Η Μαλβίνα εβυθίσθη εις σκέψεις και εφαίνετο ότι δεν ήκουε πλέον. Ο

κ. Πρίορ εσιώπησε και εβυθίσθη και αυτός.

Αίφνης η Τομκίνα άνοιξε την θύραν και ηρώτησε.

— Εδώ είναι η Φανή;

— Και δεν ήτανε μαζί σου; είπε η Μαλβίνα ταραχθείσα.

— Όχι, κυρία, δεν την είδα από την ώρα του γεύματος, τη ζήτησα

παντού και δεν την ηύρα.

— Ω Θεέ μου, εφώναξε η Μαλβίνα και τινάχτηκε έξω διέτρεξε όλο το

σπίτι, αλλά ανωφελώς.

Ο κ. Πρίορ έσπευσεν επίσης εις την αυλήν προς αναζήτησιν.

Η Μαλβίνα επιστρέφουσα άπρακτη και απελπισμένη ήρχισε να φωνάζη

μεγαλοφώνως.

— Φανή! Φανή!

— Έξαφνα ακούει την φωνήν του κοριτσιού να της ανταποκρίνεται.

Επροχώρησε λοιπόν προς τα μέρος από το οποίον ήρχετο η φωνή,

άνοιξε πολλάς θύρας και εμβήκεν εις δωμάτιον άγνωστον δι' αυτήν.

Εκεί βλέπει τον Έδμον Σέυμουρ να κρατεί στα γόνατά του την μικρή.

Η χαρά της, η συγκίνησίς της, η έκπληξίς της διά την αιφνηδίαν

συνάντησιν την ετάραξαν τόσον, ώστε ελύθησαν αι δυνάμεις της και

δεν ημπόρεσε να προχωρήση και έπεσεν εις τον καναπέ εκτείνουσα τα

χέρια προς τα κοριτσάκι της. Εκείνο έτρεξε και ρήχτηκε στην

αγκαλιά της. Η Μαλβίνα τόσφιγγε στα στήθια της και το φιλούσε

περιπαθώς.

— Πόσο είμαι φταίχτης! . . . Είναι δυνατόν να με αξιώσετε

συγγνώμην τινά;

— Η χαρά μου είναι τόση, ότι κρατώ στην αγκαλιά μου το παιδί που

το θεωρούσα χαμένο, ώστε καμιά ιδέα να κατηγορήσω κανένα δεν περνά

από το νου μου.

— Η αγάπη σας στα παιδί αυτό, επρόσθεσε, είναι ανωτέρα πλέον από

μητρικήν στοργήν, είναι υπερφυσική, είναι υπεράνθρωπη.

— Και το νομίζετε αυτό δυνατόν:

— Ναι από σήμερα βλέπω εις εσάς πώς είναι δυνατόν να υπερτερήση

κανείς την φύσιν.

— Αλίμονον, είπε η Μαλβίνα, αν κανείς θέλη να την υπερβή . . .

Τιμωρείται.

— Και άλλοι πριν από σας το είπαν αυτό, αλλά κανείς δεν το είπε

καθώς το λέτε σεις. Μόνος ο θαυμασμός που προκαλείτε ημπορεί να

εξισωθή προς την ευφροσύνην, την οποίαν αισθάνεται κανείς, όταν

σας βλέπη. Και σας βεβαιώνω κυρία μου το ερασμιώτερον πράγμα εις

τον κόσμον δεν θα ήτο δυνατόν ούτε αμυδρώς να ενθυμίση την εικόνα

την οποίαν βλέπω αυτήν την στιγμήν εμπρός μου και . .

Η Μαλβίνα εσηκώθη διά να απέλθη.

— Σας δυσηρέστησα ίσως, κυρία, επρόσθεσεν εκείνος, και με

τιμωρείτε, διότι ωμίλησα με πολλήν ειλικρίνειαν.

— Δεν είμαι συνηθισμένη από τον κόσμον και δεν καταλαβαίνω την

γλώσσαν του. Δεν ξαίρω λοιπόν τινά σας αποκριθώ και ήθελα σας

γνωρίσει και πολλήν χάριν, αν δεν μετήρχεσθε προς εμέ αυτήν την

γλώσσαν.

Ταύτα λέγουσα η Μαλβίνα απεμακρύνετο μετά της Φανής, ο δε Έδμον

ακολουθών αυτήν με ήθος ταραγμένον έκραξε:

— Όχι δεν ομιλώ προς εσάς γλώσσα που συνηθίζω εις τον κόσμον.

Όποια προσποιητή συνήθεια και νάχη κανείς, την χάνει άμα ιδή εσάς.

Η φράσις αυτή ενθύμισεν εις την Μαλβίναν όσα όμοια της είπεν

άλλοτε ο κ. Πρίορ και χαμογέλασε.

Ο Έδμον το παρατήρησε και της είπε:

— Σέβομαι τη σιωπή σας, κυρία, και τολμώ να σας ερωτήσω την

αιτίαν του χαμόγελού σας. Φοβούμαι όμως μήπως με παρέστησαν εις

εσάς ως απεχθή.

— Μείνετε ήσυχος και αν μου είπε κανείς κακόν τι για σας, τα

περισσότερα που μου είπε ήσαν καλά.

Έτσι ομιλώντας έφθασε κοντά, στην θύραν.

Ο Έδμον την ακολουθούσε ποθών να εγγίση το χέρι της αλλά δεν

ετολμούσε.

— Και θα πιστέψατε βέβαια τα κακά περισσότερο, παρά τα καλά.

— Σας βεβαιώνω, όταν μου μιλούν για ένα ξένον, είμαι διατεθειμένη

να πιστεύω περισσότερο τα καλά.

— Κεγώ σας είμαι ξένος . . .

— Έτσι νομίζω, είπε με χαμόγελο η Μαλβίνα και γύρισε το πόμολο

της θύρας. Ενώ άνοιγε, έξαφνα από άλλη θύρα επρόβαλε πρόσωπο

γυναικείο, αλλά μόλις έσκυψε και είδε, έκανε — Α! . . . με έκπληξη

και τραβήχτηκε αμέσως κλείνοντας την θύρα.

Η Μαλβίνα από την κραυγή της κατάλαβε πώς ήταν η κόρη της κ.

Μέλμορ και συλλογίστηκε πόσο παράξενο θα εφαίνετο εις την

δεσποινίδα Κίττη, ότι την ηύρεν εκεί, χωρίς η ίδια να παραξενευθή

διά την είσοδον της Κίττης.

Ο Έδμον εκαμώθη πως δεν κατάλαβε, ούτε πως άκουσε. Εχαιρέτησε και

την άφισε να αναχωρήση.

Κατέβηκε η Μαλβίνα στης κ. Μπιρτών και ηύρε τον κ. Πρίορ. Και με

τόση απλότητα διηγήθηκε το τυχαίο περιστατικό της, ώστε μήτε καν η

κ. Μπιρτών δεν υποψιάσθηκε τίποτε.

Σε λίγο ήλθε και ο Έδμον κέτσι η Μαλβίνα ελησμόνησε να αναχωρήση.

Η κ. Μπιρτών δεν έβλεπε μεν με καλό μάτι τον ανεψιόν της κοντά εις

την ερασμίαν εκείνην γυναίκα, ωστόσο έκρινε άπρεπο να της

υπενθυμίση ότι ώφειλε να εξέλθη.

Από τη στιγμήν που είχεν ιδεί τι πλάσμα εξαίσιον ήταν η Μαλβίνα,

μετενόησε που την εδέχθη στο σπίτι της και άλλο δεν εσυλλογίζετο

παρά πώς να εμποδίση την συνάντησή της με τον Έδμον. Τον ήξαιρε

ότι ήταν έκδοτος στις γυναίκες. Μα για τη Μαλβίνα εφοβείτο ακόμη

περισσότερον, διότι η εμορφιά της ήταν ικανή κάτι σφοδρότερον να

προκαλέση και επομένως να ματαιώση το συνοικέσιον με την Λαίδη

Σούμεριλ.

Ακόμα όμως προσπαθούσε και να μη προσβάλη το ανεξάρτητο ήθος του

Έδμον δίνοντας φανερά αφορμήν να εννοήση ότι επίτηδες απεμάκρυνε

την Μαλβίναν. Ήτο ακόμη βεβαία ότι μάλιστα θα έκαμνε τον πείσμονα

νέον προθυμότερον να την γνωρίση, και ότι αν αντετάσσετο στην

επιθυμία ενός ανθρώπου, που ποτέ δεν υπέκυψεν εις άλλην εκτός της

ιδικής του, άλλο δεν θα κατώρθωνε, παρά να τον ερεθίση

περισσότερο.

Εκαμώνετο λοιπόν ότι προσπαθούσε να φέρνη την Μαλβίναν εις την

συναναστροφήν των, αλλ' ότι οι προσπάθειές της ήσαν ανωφελείς,

διότι η εξαδέλφη της ήτο αγρία και απέφευγε τους ανθρώπους, ώστε

δεν υπεχώρει εις τας παρακλήσεις της.

Όταν το πρωί λοιπόν τους είδε να συνομιλούν, επειδή εφοβήθη μήπως

αναποδογυρίσουν τα σχέδιά της, καθόλου δεν ημπόρεσε να κρύψη τον

θυμόν της. Έπειτα όμως εσκέφθη νηφαλιώτερα και εννόησε ότι δεν

ημπορούσε αλιώς να απατήση τον Έδμον, παρά αν επροσποιείτο ήθος

αδιάφορον, όταν θα τους εύρισκεν εκ νέου κατά περίστασιν

συναντωμένους. Συνεμάζευσε λοιπόν την ταραχήν της. Εφέρθη προσηνώς

προς την εξαδέλφην της και έδειξε προθυμίαν να φανή ερασμία εις

όλους, πράγμα που όταν ήθελε το κατώρθωνε μια χαρά.

Έμεινε λοιπόν ευχαριστημένη από τον εαυτόν της και η εκ τούτου

φιλαυτία της την έκαμεν έτι μάλλον εύχαριν.

Η συναναστροφή εκείνη ήτο κάτι ωραίον.

Ο Έδμον ζωηρός και εύθυμος. Ο κ. Πρίορ ήρεμος και διδακτικός

αντισκοπτόμενος υπό της Μαλβίνας η οποία με την θελκτικήν

μελαγχολίαν της έχυνε εις το όλον της συναναστροφής κάτι το

αγγελικόν.

Η δε κ. Μέλμορ ως νευρόσπαστον με φωνόγραφον εντός του εψυθίριζε

κατά διαλείμματα εις κάθε φράσιν της κ. Μπιρτών.

— Έξοχον! Θαυμάσιον!

Και περιέβλεπε ηληθίως τους συγκαθημένους σαν να τους έλεγε,

— Τι λέτε και σεις;

Η Κίττη δεν ήξαιρε να ομιλή. Εξεφράζετο όλο με φρασίδια. Και για

να φαίνεται ότι κάτι κάμνει έσκωπτε τη Μαλβίνα και τον κ. Πρίορ.

Στην αρχή ήλπισε ότι θα είχε βοηθόν τον Έδμον, αλλά ηπατήθη. Αυτός

ο αριστοτέχνης του λόγου άλλωστε και κατά τας κατ' ιδίαν

συναναστροφής και κατά τας κοινάς ομηγύρεις ευχαριστείτο από τους

λόγους της Μαλβίνας.

Η Κίττη λοιπόν επιτέλους ετραβήχθη εις μίαν άκραν και εσιώπησε.

Η ευγενής Μαλβίνα το παρετήρησε και επεχείρησε να την βγάλη από

την αμηχανίαν της αποτείνουσα προς αυτήν τον λόγον με γλυκύτητα.

Αλλ' η Κίττη εφέρετο με καταφανή πικρίαν και απήντα μονοσυλλάβως.

Τέλος αφού έμεινε αρκετήν ώραν σιωπηλή επροχώρησε κατηφής και

εκάθησε εμπρός εις το πιάνο, όπου άρχισε να παίζη βαριατσιόνες. Η

Μαλβίνα την επρόσεξε και την επαίνεσε. Αλλ' αυτή έκαμε ότι δεν την

ακούει και προσεκάλεσε τον Έδμον να τραγουδήση μαζί της ένα

Ιταλικό τραγούδι.

— Όχι, όχι, είπεν η κ. Μπιρτών, καλύτερα να τραγουδήσετε από

Γαλλικές όπερες. Είμαστε Γάλλοι εμείς.

Η Μαλβίνα περιειργάσθη τα μουσικά τετράδια και είπε:

— Α! μα εσείς έχετε τον περίφημο Λούλλι, την Αρμίδα, την Άλκηστη,

τον Οιδίποδα. Φιλτάτη κ. Μπιρτών, η καρδιά σας, ωστόσο πάντα είναι

γαλλική.

Εμένα τουλάχιστο είπε με πείσμα η Κίττη διόλου δεν μαρέσει η

Γαλλική γλώσσα, είναι κρύα, τίποτε δεν μπορείς να εκφράσης εις

αυτήν με χάρη.

— Παρακαλέστε την κ. Σορκή να προφέρη μερικές λέξεις, είπε τότε ο

Έδμον, και είμαι βέβαιος πως θαλλάξετε γνώμην.

— Ίσως όχι, του είπε χαμηλά η Κίττη με περισσότερο πείσμα, δεν

ξυπάζομαι τόσο εύκολα εγώ, ούτε χάνω το νου μου για μια λέξη.

— Ναι αλήθεια κάτι άλλο παρά ο νους κινδυνεύει κοντά της, είπε ο

Έδμον.

— Η καρδιά θέλετε να πήτε . . . ωστόσο μερικοί άλλοι δεν

κινδυνεύουν και τόσο . . . λέγουν το ναι και κείνη που τους ακούει

τους πιστεύει καθώς τόσες άλλες και απατάται και αυτή σαν εκείνες.

— Η Μαλβίνα εφαίνετο ότι δεν επρόσεχε, αλλά ούτε λέξη της

διέφυγε. Η κ. Μπιρτών είχε πάει στον κοιτώνα της να φέρη τις νότες

του Οιδίποδος και γύρισε, πριν προφθάση ο Έδμον να αποκριθή στα

τελευταία λόγια της Κίττης, πράγμα που δυσαρέστησε και τον ίδιον

και την Μαλβίναν περισσότερον.

— Έλα Κίττη, είπεν η κ. Μπιρτών, συνόδευσέ μας σαυτή την τριφωνία

κέβαλε μπροστά της το τετράδιο απάνω στο πιάνο.

Η Κίττη δεν μπορούσε να παίξη από μέσα πρίμα βίστα, αν και έπαιζε

αριστοτεχνικώς τα προμελετημένα κομμάτια.

Βλέπων ο Έδμων την αδυναμία της είπε:

— Είμαι βέβαιος ότι η κ. Σορκή θα επετύγχανε καλύτερα.

— Δεν θα είναι κατόρθωμα αυτό, είπε μετριοφρόνως η Μαλβίνα, εγώ

έχω τραφή μαυτήν την μουσικήν.

— Γιαυτό είσθε τόσον ασθενική, απεκρίθη ειρωνικώς η Κίττη, η

τροφή σας ήτο τόσον αθλία.

Η Μαλβίνα όμως δεν την εσυνερίσθη και της απήντησε με πραότητα.

— Αν προτιμάτε την Ιταλική μουσική εύκολο είναι ναφίσωμεν αυτήν

κατά μέρος.

— Όχι, όχι, εξαδέλφη, είπε ζωηρά η κ. Μπιρτών, καθίστε στον τόπο

της Κίττης και η ουράνιος αυτή μουσική θα κάμη να λησμονήσωμεν

προς ώραν ότι δεν είμεθα στην πατρίδα μας.

Η κόρη της κ. Μέλμορ εσηκώθηκε θυμωμένη, εσκούντηξε το σκαμνί και

πήγε και κάθισε μακρυά, ως να μην ήθελε νακούση την μουσικήν τους.

Η Μαλβίνα έπαιξε θαυμάσια τα δυσκολώτερα τεμάχια. Έπαιξε με

ευκινησίαν και χάριν αμίμητον.

Ωστόσο η κ. Μπιρτών με όλην της την μουσοληψίαν εβαρέθηκε νακούη

την Μαλβίναν, τα προτερήματα της εξαδέλφης της αναπτυσσόμενα

μάλιστα ενώπιον του Έδμον την έθλιβαν και θέλουσα να απαλλαχθή

προσεποιήθη ότι της ήλθε πονοκέφαλος και με αυτήν την πρόφασιν

υπεχρέωσε τους επισκέπτας να τραβηχθή ο καθείς εις τα ίδια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Η ΤΡΟΦΟΣ

Η Μαλβίνα ησθάνετο ότι επέρασε καλά τη βραδιά εκείνη. Ήλπιζε

μάλιστα ότι η κ. Μπιρτών θα την επροσκαλούσε να κατεβαίνη εις το

γεύμα καθημέραν.

Με ανήσυχη περιέργεια επερίμενε την άλλην ημέρα να ιδή αν θα την

προσκαλέση, αλλά ματαίως. Το γεύμα της εστάλη ως συνήθως εις το

οίκημά της.

Το βράδυ επεθύμησε να κατεβή, αλλά δεν ετόλμησεν απρόσκλητη·

Αλλά διατί τάχα τώρα επιθυμούσε την συναναστροφήν;

Ησθάνετο αόριστον τινά φόβον μήπως μαντεύσουν οι άλλοι την αιτίαν.

Έτσι η Μαλβίνα ήρχισε πάλιν την αποτραβηγμένην ζωήν της. Η δε κ.

Μπιρτών την επεσκέπτετο συχνά διά να της αφαιρέση κάθε πρόφασιν

του να κατεβή.

Απέφευγε με κάθε τρόπον να την προσκαλέση, πράγμα που εκείνη δεν

ετολμούσε να της το προτείνη.

Αλλά εις τον Έδμον, ο οποίος την ενοχλούσε με συχνάς ερωτήσεις,

γιατί δεν φέρνει την Μαλβίναν κάτω, έλεγεν υποκριτικώς, ότι όσες

φορές ανεβαίνει, άλλο τίποτε δεν κάμνει, παρά να την παρακαλή να

έλθη, αλλά εκείνη αρνείται.

Ωστόσο μίαν Κυριακήν πρωί η Φανή εμβήκε στης μητέρας της και της

λέγει.

— Μητέρα κάτω είναι η Άτζολετ, ήρθε να παίξωμε μαζί, σήμερα που

δεν έχει μάθημα. Έλα να κατεβούμε στην αυλή να κάνουμε

χιονόσφαιρες.

— Ποια είναι, παιδί μου, η Άτζολετ;

— Εκείνο το ωραίο το κοριτσάκι που τραγουδεί τόσο γλυκά και μιλεί

Αγγλικά.

— Α η βαπτιστική του σερ Έδμον; είπε η Μαλβίνα και εβάφη το

πρόσωπόν της με ελαφρόν ερύθημα.

— Ναι μητέρα, μα αυτό δεν την εμποδίζει να είναι αυτή καλή.

— Όχι βέβαια, παιδί μου, μα και ο ίδιος ο σερ Έδμον δεν μου

φαίνεται καθόλου κακός.

— Ξαίρεις, μητέρα, η Τομκίνα λέει πολλά κακά γιαυτόν.

— Τι δηλαδή;

— Μα . . . να, δεν τα θυμούμαι . . . .

— Πολύ καλά κάμνεις, παιδί μου, να μη ενθυμείσαι τις κακολογίες.

Πήγαινε τώρα να εύρης την Άτζολετ. Σε λίγο έρχομαι κεγώ.

Άμα βγήκε έξω το κοριτσάκι, η Μαλβίνα είπε προς τη Τομκίνα:

— Γιατί λες στο παιδί τις φλυαρίες και τα παραμύθια που μήτε συ

δεν τα ξαίρεις;

— Σας βεβαιώνω, κυρία, πώς δεν είναι παραμύθια. Και μήτε τα μισά

απ' όσα ξαίρω δεν λέγω.

— Πιστεύω ότι δεν είναι η Φανή εκείνη που πρέπει να μανθάνει

τέτοιες λεπτομέρειες.

Α όχι, κυρία, προσέχω πολύ όταν έρχεται εδώ η Τάσσα τα λέμε πολύ

σιγά . . . Αχ και να ξαίρατε, κυρία, πώς ζη εδώ ο σερ Έδμον! . . .

— Δεν έχω διόλου περιέργεια να το μάθω.

Και όμως . . . είχε, αλλ' εντρέπετο να έλθη εις τέτοιους λόγους με

την υπηρέτριαν της.

Δεν εγνώριζεν ακριβώς οποίαι ήσαν αι παραφοραί του Έδμον, διά τις

οποίες τον εκακολογούσαν, αλλά τις εσυμπέραινε και . . . δεν ήτο

μάλιστα διατεθειμένη να τας συγχωρήση και μόλον ότι ήτο εκ φύσεως

επιεικής. Αυταί όμως αι φήμαι ερέθιζον περισσότερο την περιέργειάν

της, και το ενδιαφέρον της ακόμη.

Συλλογιζομένη επροχώρησε προς την αυλήν. Η Άτζολετ έτρεξεν εις την

αγκαλιά της με τρυφεράν απλότητα και η Φανή άρχισε να επαινή τις

χάρες της μικρής φίλη της.

Η Μαλβίνα θέλουσα να ζεσταθή άρχισε να παίζη με τα κοριτσάκια.

Έξαφνα εφάνη από μακράν ερχόμενος ο Έδμον με γρήγορον βήμα.

Εχαιρέτησε την Μαλβίναν, αλλά δεν εστάθη.

Η Μαλβίνα προκατειλημμένη καθώς ήτο ήδη εναντίον του δεν

επιθυμούσε την συνάντησίν του. Ωστόσο η ψυχρά εκείνη διάβασίς

χωρίς σχεδόν να την προσέξη της εφάνη παράδοξος. Τον παρηκολούθησε

λοιπόν κρυφίως με το βλέμμα της.

Η Άτζολετ την επλησίασε με τρόπο και της είπε χαμηλά.

— Εγώ ξαίρω πού πάει ο νονός μου. Ελάτε μαζί μου και θα δήτε. Και

προηγήθη τρέχουσα, ενώ η Φανή και η Μαλβίνα την ακολούθησαν.

Όταν έφθασαν εις την θύραν κάποιου οικίσκου εις τα έσχατα της

αυλής, η Άτζολετ εστάθη, έβαλε στα χείλη το δάκτυλό της και είπε:

— Σιγά, μη μας καταλάβη.

Έσπρωξε ελαφρά την εξώθυρα, επροχώρησε στα άκρα των ποδών της

κρατώντας την Μαλβίναν από το χέρι και της έδειξε μέσα από μίαν

υαλίνην θύραν εις ένα καθαρόν δωμάτιον μιαν πτωχήν γραίαν που

εκείτετο άρρωστη. Ο Έδμον εστέκετο κοντά της.

— Αυτή είναι η γριά Νόρτων, η τροφός του νουνού μου είπε χαμηλά η

Άτζολετ. Σήμερα αρρώστησε βαριά. Φαίνεται, ειδοποίησαν στον πύργο

και για τούτο ο νουνός μου έτρεξε. Α! είναι πολύ καλός ο νουνός

μου, κυρία, η γριά Νόρτων τον αγαπά . . . δεν φαντάζεσθε!

Η Μαλβίνα άμα είδε τον καταλαλούμενον να εκπληρώνη τέτοιο ευσεβές

χρέος, συνεκινήθη και κατηγόρησε τον εαυτόν της, διότι εκινδύνευσε

να σχηματίση κακήν υπόληψιν δι' αυτόν. Τώρα πλέον τον εσυγχωρούσε,

διότι δεν εστάθηκε, όταν επερνούσε από κοντά της. Η βία του της

εφάνη τώρα δικαιολογημένη και θα της εκακοφαίνετο βέβαια, αν εξ

αιτίας της παρέβλεπε τον φιλάνθρωπον σκοπόν του.

Η Μαλβίνα δεν ήτο από τας εγωιστικάς εκείνας γυναίκας, που θέλουν

όλα να γίνωνται γι' αυτάς και μόνον. Το πάθος αυτό είναι η

φιλαυτία, δεν είναι ο έρως. Ο έρως όταν εμφωλεύη εις τιμίαν ψυχήν,

όσο σφορδός και αν είναι, είναι ωραίος και μία έκφανσις ψυχικής

ωραιότητος είναι η φιλανθρωπία, διά την οποίαν δεν ζηλεύει.

Και τι; Μήπως η Μαλβίνα είχεν έρωτα προς τον Έδμον; Όχι δεν

θέλομεν να ειπούμε αυτό. Αλλ' ότι ο χαρακτήρ της ήτο τοιούτος,

ώστε ως γυναίκα θα ήθελε μεν να προτιμάται αυτή από κάθε άλλο.

αλλά η αρετή να είναι προτιμοτέρα και από αυτήν.

Άλλως τε το να βλέπη ενώπιόν της μίαν τοιαύτην γενναίαν πράξιν από

άνδρα, όστις ήτο ούτως ειπείν «σημείον αντιλεγόμενον» και να την

θαυμάζει ανεπιφύλακτα, ήτο δόλωμα ασυγκρίτως πιο επικίνδυνον από

τας μετά πάθους επαναλαμβανομένας συνήθως ερωτικάς εκφράσεις,

εναντίον των οποίων ημπορούσε να την καθοπλίση η λογική σκέψεις

ότι αυτή έχει ήδη υποσχεθή εις τον εαυτόν της και έχει αποφασίσει

να μείνη ανέραστη.

Ενώ η Μαλβίνα ήτο παραδομένη εις το θελκτικόν εκείνο θέαμα, η Φανή

εκρύωσε και βαρέθηκε. Την ετράβηξε λοιπόν από το φόρεμά της για να

επιστρέψουν, εκείνη, όμως αφηρημένη όπως ήτο, δεν αντελήφθη την

επιθυμίαν της.

Τότε το κοριτσάκι άρχισε να κλαυθμυρίζει. Ο Έδμον έστρεψε με

απορίαν και προχώρησε προς την θύραν να ιδή ποιος είναι. Η Μαλβίνα

ευρέθη εις θέσιν στενόχωρον, διότι θα εφωράτο ότι παρακολουθεί

οπωσδήποτε τας πράξεις του και εσκέφθη να φύγη, αλλ' ήτο αργά

πλέον. Προτιμότερον ήτο να δείξη αφέλειαν. Και εστάθη.

Ότε λοιπόν ο Έδμον εξέφρασε την χαρούμενην έκπληξίν του, έρριψε

κάτω το βλέμμα της και του είπε σεμνά.

— Η βαπτιστική σας, κύριε, μέφερεν εδώ να μου δείξη τον ανάδοχόν

της εις την ακμήν της δόξης του.

— Εισέλθετε, παρακαλώ, κυρία. Το θέαμα προξενεί θλίψιν, αλλ' όχι

τρόμον. Η ταλαίπωρος τροφός μου φοβείται τον θάνατον, ελάτε να την

εγκαρδιώσετε. Επικαλείται το έλεος του Θεού και θα το ελπίση με

περισσότερη πίστη, όταν θα ιδή κοντά της ένα άγγελον.

Η Μαλβίνα επροχώρησε:

— Και είναι λοιπόν τόσο άσχημα; είπε, ίσως πρέπει να μηνύσωμεν

τον κ. Πρίορ.

Η γριά αντελήφθη και απήντησε ήρεμα.

— Όχι, κόρη μου. Του αγαπημένου αυτού παιδιού η στοργή με

παρηγορεί περισσότερο από κάθε ψυχρά ρητορεία.

— Η Μαλβίνα συνεκινήθη πολύ από το όνομα που απεδόθη εις τον

Έδμον εκ μέρος της γραίας και από το εγκώμιον εν γένει. Δάκρυα

εγέμισαν τα μάτια της και έπιασε το χέρι της άρρωστης.

— Πάσχετε πολύ, μητέρα; τη ρώτησε με γλυκύτητα.

Το θέλγητρο της φωνής της εβαλσάμωσε την ψυχήν της.

— Είσθε, νομίζω, της είπε, η κυρία, που επισκεφθήκατε λίγες μέρες

μαζί με την αφέντισσα την κ. Μπιρτών τους φτωχούς και τους

αρρώστους, δεν είναι έτσι; Όλοι μου μίλησαν για την καλωσύνη σας.

Ευχαριστώ το Θεό που μαξίωσε να σας ιδώ πριν αποθάνω.

— Μην κουράζεσαι, μητέρα, της είπε ο κ. Έδμον. Πάρε λίγο απ' αυτό

το γιατρικό. Ας έλθη και ο κ. Πρίορ, αν θέλης.

— Η Άτζολετ πήγε να τον φωνάξη, είπε η Φανή κρυμμένη πίσω από την

μητέρα της, για να μην κοιτάξη την άρρωστη που την εφοβείτο.

— Πώς ο κ. Πρίορ δεν εκλήθη ήδη; ερώτησε η Μαλβίνα κάποιαν

συγγενή της κ. Νόρτων.

— Συστελλόμεθα να τον ενοχλούμε, είναι τόσο απασχολημένος με τις

σπουδές του . . . όλο γράφει . . .

Ο ερχομός του κ. Πρίορ διέκοψε της γυναίκας τους λόγους. Αυτός

περισσότερο επρόσεξε την Μαλβίναν παρά την ασθενή. Επλησίασε και

της είπε:

— Ήρθατε λοιπόν να δήτε την φοβερή την κρίσιμη την ώρα . . την

ώρα που η ψυχή ανήσυχη προσβλέπει προς τα όρια του αγνώστου, τα

οποία μέλλει να υπερπηδήση;

— Κύριε Πρίορ, του είπε χαμηλά ο Έδμον, εύρετε, παρακαλώ, λόγους

πλέον καταληπτούς εις αυτήν εδώ, και έδειξε την ασθενή, και

ικανούς να στηρίξουν την καρδιά της.

Η Μαλβίνα σηκώθηκε να παραχωρήση προς τον κ. Πρίορ την παρά την

ασθενή θέσιν της και ακούμπησε επάνω στην κλίνην κοντά εις τον

Έδμον.

— Βλέπω καλή μου γραία, είπε ο κ Πρίορ προς την ασθενή, ότι η

καρδιά σου είναι αδύνατη, όπως το σώμα. Έχε θάρρος. Και αν ακόμη

πρόκειται ναποθάνης δεν έχεις να πάθης κανένα κακόν. Απεναντίας θα

γίνης μέρος της θείας ουσίας, έχε πίστην εις τον Θεόν. Αυτός είναι

μαζί σου όπου και αν υπάγης για να σε προστατεύη.

— Ας γίνη το θέλημά του είπε η γριά. Είθε ο Σωτήρ να μεσιτεύση

υπέρ εμού.

— Έχε τας ελπίδας σου στην ευσπλαγχνίαν του. Γνωρίζει από τι

επλάσθημεν. Συγχωρεί, διότι αγαπά και θέλει να τον αγαπούν

περισσότερον παρά όσο τον φοβούνται.

— Κανένα δεν έβλαψα ποτέ, είπε η γραία, επιθυμούσα μόνο να ζήσω

για τα παιδιά μου, εσυμμεριζόμην μεκείνα τις ευεργεσίες του

αγαπητού μου Σέυμουρ, μα σαν πεθάνω ποιος θα τα βοηθήση;

— Εγώ, καλή μου γραία, είπεν ο Έδμον.

— Γνωρίζω την καλή προαίρεση του Έδμον μου . . . αλλά σπανίως

βρίσκεσαι εδώ.

— Τότε λοιπόν εγώ, είπεν η Μαλβίνα, εγώ που μένω εδώ πάντοτε, θα

προσπαθώ να αναπληρώνω τον κύριον, όταν θα είναι απών.

Ο Έδμον συνεκινήθη. Ησθάνθη κατάνυξιν ότι είχε τέτοιον συμμέτοχον

των υποχρεώσεών του.

— Ναι, μητέρα, είπε, συνορκιζόμεθα ότι μαζί θα φροντίζωμε για των

παιδιών σου την ευημερία.

Η Μαλβίνα άπλωσε το χέρι, ως σημείον ότι εδέχετο τον όρκον, και ο

Έδμον το πήρε μέσ' στα δικά του χέρια και το έβαλε επάνω στα

γόνατα της άρρωστης.

Η γραία από την συγκίνησιν, από την αδυναμίαν, από την εξάντλησιν,

πλήρης ικανοποιήσεως διά τας ενδείξεις ταύτας της αγάπης, χωρίς

φροντίδας πλέον και εύελπις, έκλεισε ησύχως τα μάτια,

μουρμουρίζοντας κάτι που έμοιαζε σαν το «Νυν απολύεις», και δεν τα

άνοιξε πλέον. Το πνεύμα της αμέριμνον επέταξεν εις την αιωνιότητα.

Όταν εγύριζαν εις τον πύργον, όλοι ήσαν συλλογισμένοι και έφερον

την εντύπωσιν των τελευταίων στιγμών της γραίας Νόρτων.

Ο Έδμον ενδίδων εις τας μελαγχολικάς σκέψεις της στιγμής είπε:

— Ότι και αν λέγουν οι Εκκλησιαστικοί δεν με πείθουν. Πώς ημπορεί

να συμβάλη εις την αρμονίαν του Συνόλου το ναποθνήσκη ο τίμιος εις

ελεεινήν κατάστασιν, χωρίς να έχη χαρή την ζωήν ένεκα των

ταλαιπωριών της ενδείας:

— Και ποιος σας είπε ότι η αποθανούσα δεν την εχάρηκε: απεκρίθη ο

κ. Πρίορ. Η ευτυχία ανήκει περισσότερον εις τους εναρέτους, παρά

εις τους ευνοουμένους της τύχης. Ίσως αυτή έζησε ευτυχεστέρα και

. . . από εσάς ακόμη.

— Μπορεί αλήθεια, είπε ο Έδμον, καθώς κυβερνώνται τα πράγματα του

κόσμου εδώ κάτου, η λαμπρή ζωή να μην είναι πιο ευτυχισμένη.

Κατά το διάστημα του βίου μου, του μακαριστού δα, όπως ενομίζετο,

αρίθμησα περισσότερες λυπημένες ώρες, παρά χαρούμενες. Έτσι έλαβα

αφορμή να αμφιβάλλω για την αγαθότητα της Δυνάμεως που διέπει τον

κόσμον, η οποία μας δίδει τόσον ολίγα καλά ανακατωμένα με τόσα

πολλά κακά.

Αυτά τα λόγια παρώργισαν τον κ. Πρίορ και του είπε με αγανάκτησιν.

— Ποιος είσαι συ, υιέ άνθρωπου, χθεσινό γέννημα του πηλού, και

αμφισβητείς την αγαθότητα του Δημιουργού: Με ποιο δικαίωμα

κατηγορείς του Σύμπαντος την αρμονίαν, συ ο οποίος απολαύεις αγαθά

ανώτερα από τας αρετάς σου;

— Πιστέψατέ με, κ. Πρίορ, εγώ το νιώθω πόσο λίγο αξίζω και πολύ

μικρή ιδέα έχω για τον εαυτό μου. Μα για τούτο δεν φταίω εγώ,

φταίει εκείνος που με έπλασε τέτοιον. Αφού είναι παντοδύναμος, ας

μέκαμνε τέλειον. Γιατί μου στέλνει γλυκούς πειρασμούς με την

απόφαση να με κολάση, αν υποχωρήσω εις αυτούς; Τι φταίω εγώ που

μεταχειρίζομαι ότι εκείνος μου έδωσε;

— Φταίετε, υπέλαβεν η Μαλβίνα, βλέπουσα αυτόν με πραότητα, διότι

σας επροίκισε με γνώμονα την συνείδησιν, με την οποίαν αναμετράτε

τον κίνδυνον των παθών και δύνασθε να τα νικήσετε, αλλ' ενώ

αισθάνεσθε τον εαυτόν σας ικανόν προς τούτο, σεις επαφίνεσθε εις

των παθών τον σάλον και νικάσθε υπ' αυτών εκουσίως.

— Ο Έδμον εκοκκίνησε και είπε προς τον κ. Πρίορ.

— Τακούτε, αιδεσιμώτατε; Ιδού τι πρέπει να λέτε και πώς πρέπει να

τα λέτε, όταν από τον άμβωνα· θέλετε να εξυπνήσετε την συνείδησιν

του αμαρτωλού, ή νανοίξετε τα μάτια των ασεβών. Αλλά πρέπει να

έχης και το βλέμμα και τη φωνή και τα θέλγοντα εκείνα χειλάκια,

που τα στολίζει η χάρη και τα φυλάττει η φρόνηση.

Έτσι συνομιλούντες έφθασαν εις τον πύργο. Όπου ο κ. Πρίορ τους

άφισε.

Η Μαλβίνα επεχείρησε να διευθυνθή εις το διαμέρισμά της, αλλ' ο

Έδμον της είπε:

— Πώς, κυρία μου, μας φεύγετε πάντα έτσι; Γιατί μένετε άκαμπτη

εις της κ. Μπιρτών τας προτροπάς και τας παρακλήσεις;

Η Μαλβίνα δεν ημπόρεσε να εξηγήση τους τελευταίους αυτούς λόγους.

— Ποίας παρακλήσεις εννοείτε;

Η εξαδέλφη σας καταθλίβεται από την ισχυρογνωμοσύνην σας

συγχωρήσατέ μου την λέξιν, είναι ιδική της, που αποποιείσθε την

συναναστροφήν μας.

— Αστειεύεσθε βέβαια, κ. Έδμον.

— Ομιλώ πολύ σοβαρά μάλιστα. Ημέρα δεν περνά, που να μην την

ερωτήσω, γιατί τάχα να μη σας βλέπουμε καθόλου; Κεκείνη κάθε μέρα

μου λέγει ότι διαρκώς προσπαθεί να σας φέρη στην ομήγυρή μας, αλλά

σεις ευρίσκετε πάντοτε αιτίας αρνήσεως.

Η Μαλβίνα εταράχθη. Δεν εννοούσε τον λόγον της τοιαύτης

συμπεριφοράς της εξαδέλφης της. Ωστόσο είπε προς τον κ. Έδμον.

Αλλά και αν αντιστάθηκα αλήθεια στης κ. Μπιρτών την παράκλησιν

διατί υποθέτετε ότι . . .

— Ότι ηθέλετε ενδώσει στις δικές μου; . . Βέβαια πριν έλθω εγώ

διήγετε τόσον αποτραβηγμένη . . . Σας ενοχλεί ίσως η παρουσία μου.

Επιθυμείτε ίσως να αναχωρήσω . .

— Παρεξηγείτε, κύριε Έδμον, τας έξεις μου, απεκρίθη με ταραχήν η

Μαλβίνα. Κάποιες θλιβερές αναμνήσεις . . . .

Αλλ' αν εγνώριζα ότι η απουσία μου λυπεί . . . την εξαδέλφην μου

θα ημπορούσα ναλλάξω έξεις.

Ο Έδμον την έπιασε από το χέρι.

— Ελάτε της είπε. Και την ωδήγησε εις τον θάλαμον της κ. Μπιρτών.

— Θεία μου, θεία μου! Ακούστε τι λέγει η κ. Σορκή. Φρονεί ότι

αστειεύομαι και δεν θέλει να πιστέψη ότι λυπείσθε που στερείσθε

την συναναστροφήν της. Συνενώσατε παρακαλώ τας δικάς σας με τας

δικάς μου παρακλήσεις, ίσως και την καταφέρομεν να μας έρχεται.

Η κ. Μπιρτών εκοκκίνησε από την ταραχήν της. Αλλά γρήγορα έγινε

κυρία του εαυτού της και είπε με υποκρισίαν αριστοτεχνικήν.

— Η εξαδέλφη μου γνωρίζει πόσον η παρουσία της με ευφραίνει, αλλά

εγώ επροτίμησα την ιδικήν της ανάπαυσιν από την ιδικήν μου τέρψιν.

Δεν ηθέλησα να παραβιάσω την φιλήσυχή της διάθεση και ελπίζω ότι

τούτο το θεωρεί ως ένα τεκμήριον της αγάπης μου. Τώρα που βλέπω

πως άρχισε να βαρύνεται την αποτραβηγμένη ζωή χαίρω πολύ για την

μεταβολήν της αυτήν.

Ο Έδμον όμως ήθελε πλέον θετικήν την απάντησιν της θείας του και

είπεν ανυπομόνως.

— Βλέπω, θεία μου, ολοφάνερα πως πρέπει το δίχως άλλο ναναχωρήσω.

Ενόσω είμαι εδώ, κ. Σορκή δεν έρχεται στη συναναστροφή σας, ή

έρχεται χωρίς όρεξη.

— Σωστά, είπε με τόνον η κ. Μπιρτών. Εδώ χάνεις, μου φαίνεται,

τον καιρό σου, ενώ σπουδαίοι λόγοι σε καλούν εις το Έδιμπουργκ.

Επίστρεψε εκεί. Τότε η ωραία εξαδέλφη μου μένει ελεύθερη . . .

— Του κ. Έδμον η παρουσία καμίαν ενόχλησιν δεν μου παρέχει, είπε

σοβαρά η Μαλβίνα. Είτε εδώ είναι, είτε απουσιάζει, η διάθεσίς μου

να μονάζω δεν λαμβάνει καμίαν τροπήν. Ούτε με εμποδίζει η παρουσία

του να κάμνω το θέλημά σας, εξαδέλφη μου, αν πράγματι σας αρέσει η

συντροφιά μου.

Η κ. Μπιρτών εδαγκάθηκε. Καμίαν πρόφασιν δεν είχε να αρνηθή.

Αφού λοιπόν ήτο αδύνατον πλέον να εμποδίση να βλέπωνται ο Έδμον με

την Μαλβίναν, εστοχάσθη ότι θα ήταν προτιμότερον να γίνεται αυτό

επί παρουσία της.

Έτσι συνεφωνήθη να έρχεται η Μαλβίνα στη συναναστροφή, καθώς

ήρχετο και προτού να έλθη ο κ. Έδμον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΙΣ

Η κ. Μπιρτών μόνον κατά την ώραν του γεύματος έμαθε ότι αιτία να

συναντηθούν ο Έδμον και η Μαλβίνα ήτο ο θάνατος της γραίας Νόρτων.

Δεν ήξαιρε καν ότι η γραία ήτο άρρωστη. Για τίποτε πράγματι δεν

ενδιεφέρετο, για τούτο κανείς δεν ήρχετο να της διηγηθή τους

πόνους του. Πολλοί από τους προστατευομένους της χωρικούς

αρρωστούσαν και απέθνησκαν, χωρίς να λάβη αυτή καμίαν είδησιν.

Η μικροφιλοδοξία της την έκαμνε να διατηρή τακτικήν αλληλογραφίαν

με τον Λόρδον Στάφφορδ. Προσπαθούσε να τον κρατεί πιστόν εις τας

μεταξύ των συμφωνίας, ως προς τα αντισηκώματα του συνοικεσίου, και

εβίαζε τον ανεψιό της να υπάγη προς τέλεσίν του.

Ο Έδμον εν τούτοις καθημέραν εύρισκε νέας προφάσεις αναβολής και

έμενεν εις τον πύργον. Ποτέ άλλοτε δεν είχε μείνει τόσον καιρόν.

Η κουφόνους Κίττη εμεγαλαυχούσε, πως ήτο δι' αυτήν η παράτασις της

διαμονής του εκεί. Αλλά η κ. Μπιρτών καταλάβαινε την αληθινή αιτία

και ευρίσκετο εις διαρκή αγωνίαν, πώς ναπομακρύνη τον ανεψιόν της,

ή τουλάχιστον να διακόψη τας σχέσεις του με την Μαλβίναν. Ο Έδμον

όμως δεν έπαιρνε βέβαια από βίαν, εχρειάζετο πειθώ, πράγμα δύσκολο

για το χαρακτήρα της κ. Μπιρτών. Με την Μαλβίνα πάλιν δεν

ημπορούσε να τα χαλάση, διότι ήτο πραοτάτη και υποχωρητική εις

όλα. Άλλως τε αυτό θα ήτο και ολιγώτερον οικοδομητικόν διά τον

σκοπόν της, διότι θα καθίστα την Μαλβίναν προσφιλεστέραν προς

εκείνον. Και αν την απεμάκρυνε τι θα εκέρδιζε τάχα; Δεν ήτο

αυτεξούσια η Μαλβίνα να υπάγη όπου ήθελε; Ημπορούσε να εμποδίση

τον ανεψιόν της να την βλέπει αλλού παρά εις τον πύργον; Και

τότε; θα ανεκάλυπτε ο Έδμον όλας τας πανουργίας της και . . .

Εις τοιαύτην λοιπόν ευρισκομένη αμηχανίαν απεφάσισε να κοινολογήση

εις την Μαλβίναν τα σχέδιά της διά τον γάμον του Έδμον. Δεν

έλειψε δε να παραστήση τον ανεψιόν της ως νέον ανάγωγον και

άσωτον, παραδιδόμενον εις έρωτας αθεμίτους και σκανδαλώδεις, και

ότι απέφευγεν ακριβώς το μελετώμενον συνοικέσιον, διότι εθεωρούσε

τον γάμον ως χαλινόν της ακολασίας του.

Και υποκρινομένη εμπιστοσύνην της προσέθετε.

— Ιδέ, καλή μου Μαλβίνα, τα τι τραβώ από την πολλή μου αγάπη στο

τρελόπαιδο αυτό. Για να τον ανυψώσω μαυτόν τον γάμο και για να τον

αποσπάσω από τις αθλιότητες των αθεμίτων ερώτων, υποσχέθηκα να του

δώσω όλη μου την περιουσία, να γυμνωθώ χάριν του από όλο μου το

έχειν. Αυτός έκαμε πως συγκατένευσε στο θέλημά μου κεγώ έδωκα το

λόγο μου, ώστε η Λαίδη Σούμεριλ απεποιήθηκε χάριν του άλλους

λαμπρούς μνηστήρας του Έδιμπουργκ. Και τώρα μέλλει ίσως να μου

προσάψη τη μεγαλύτερη εντροπή αρνούμενος αυτός το συνοικέσιον.

Θέλω από σας, αγαπημένη μου εξαδέλφη, να συνεργήσετε να τον πείσω,

ότι δεν κάμνει καλά και ότι είναι ανάγκη ναναχωρήση το γρηγορώτερο

για το Έδιμπουργκ.

— Αλλά, φιλτάτη μου, τι δύναμη έχω εγώ στη θέληση, και στα

φρονήματα του κ. Έδμον;

— Κάτι μπορείτε να κάμετε. Παρετήρησα πως δεν προσπαθεί ξεχωριστά

ναποκτήση τη φιλία σας, όπως κάμνει για κάθε πρώτη γνωριμία του,

γιατί εσείς δεν είσθε καμιά ξαπολυμένη σαν εκείνες που τον

ομοιάζουν. Αλλ' οπωσδήποτε αν δεν σας εράται, όμως σας τιμά και

ίσως σας ακούση, για ναποκτήση την υπόληψίν σας.

— Λυπούμαι πολύ, που δεν θα ημπορέσω να σας ευχαριστήσω. Αστεία

βέβαια πολύ θα ήμουν να φαίνουμαι ότι επεμβαίνω εις υπόθεσιν

ολότελα ξένην προς εμένα και μάλιστα συμβουλεύουσα άνθρωπον, που

δεν μου ζήτησε καν την συμβουλή μου.

— Α! τότε μιλήστε γενικά. Πέστε λόγου χάριν ότι ένας τίμιος νέος

που έδωκε ελπίδες γάμου σε μια γυναίκα είναι ασύγγνωστος, άμα τις

αθετήση. Πέστε ακόμα ότι τα πλούτη και ταξιώματα είναι τα

συντελούντα εις την ευδαιμονίαν και μακάριος όποιος . . . Αλλά

ιδού έρχεται, ας μη φανούμε πως συνεννοούμαστε. Φροντίστε να

υποστηρίζετε τα όσα εγώ θα λέγω. Εκτός αν . . . , επρόσθεσε με

χαιρεκακίαν, αιτίες ιδιαίτερες σας εμποδίζουν να το κάμετε.

Η τελευταία αυτή φαρμακερή φρασούλα συνετάραξε τη Μαλβίνα. Τι

έπρεπε να κάμη για να μην ενισχύση την υποψία της κ. Μπιρτών; να

του συστήση να συνάψη συνοικέσιον που μόνον τας φιλοδοξίες της κ.

Μπιρτών εξεπλήρωνε, χωρίς να καταστήση τον ίδιον ευτυχισμένον;

Εσιώπησε και επερίμενε να πη ότι θα έφερνεν η σειρά της ομιλίας

ευπρεπές και λογικόν.

Μόλις άνοιξε ομιλίαν με τον ανεψιόν της η κ. Μπιρτών, εμπήκε με

ορμή η Κίττη με μιαν εφημερίδα στο χέρι φωνάζοντας.

— Τα μάθατε; ο Λόρδος Στάνωπ ετοιμάζει μια μεγαλοπρεπή εορτήν στο

Έδιμπουργκ.

— Ο αδελφός της Λαίδης Σούμεριλ . . είπε με λαχτάρα η κ. Μπιρτών.

— Ναι, είπε με αδιαφορία ο κ. Έδμον.

— Τι χαρά να ήμουν κεγώ εκεί! είπε η Κίττη.

— Δεν υπάρχει αμφιβολία, Έδμον, ότι θα σπεύσης να ευρεθής εκεί,

είπε η κ. Μπιρτών με σοβαρότητα.

— Με νομίζετε ικανόν να κάμω αυτήν την γκάφα! Ναφίσω την ωραίαν

συναναστροφήν, να περιφρονήσω τέτοιον χειμώνα, που επικρατεί έξω

αυτήν την ώρα, και να τρέξω σε μιαν κοινή εορτή από κείνες που η

αργία τις κάμνει ίσως χρειαζούμενες, αλλά η συνήθεια τις καθιστά

αηδείς!

— Πρέπει να πας όχι για την εορτή καθ' εαυτήν, αλλά για να λάβης

μέρος στην ομήγυρη, που θα μαζευτή εκεί, τη λαμπρή και την

εκλεκτή.

— Αν εγνωρίζατε, θεία, πόσο οχληρά είναι η μονοτονία των τοιούτων

ομηγύρεων . . .

— Μα τις γυναίκες τουλάχιστο δεν θυμάσαι . . . που θα στολίζουν

την εορτή;

— Οι γυναίκες, θεία, δεν φροντίζουν πλέον να στολίζουν τας εορτάς

όπως άλλοτε . . . έχουν πέσει εις νωθρότητα . . , βαρύνονται πλέον

κάθε τι που δεν τις είναι τερπνόν.

— Είμαι περίεργη να μάθω την αιτίαν της απροσδόκητης αυτής

μεταβολής σου.

Η Κίττη ύψωσε τα κεφάλι με αλαζονείαν, σαν να έλεγε: Εγώ είμαι.

Η Μαλβίνα δεν υποψιάζετο ότι εις αυτήν απέβλεπε ο λόγος της κ.

Μπιρτών.

Αλλ' η κ Μπιρτών είπεν εις τον Έδμον.

Αν είν' αληθεία λοιπόν ότι εβαρέθηκες τις γυναίκες του κόσμου και

ευρίσκεις θέλγητρα εις την κατ' ιδίαν ζωήν, θα ζητήσης μίαν

σύντροφον για να καλλωπίση την κατ' ιδίαν ζωήν σου. Πλησιάζει

λοιπόν ο καιρός, που θα εκπληρώσης τον λόγον σου.

— Δηλαδή τον λόγον που με συμβουλεύετε να δώσω.

— Γνωρίζεις ότι οι συγγενείς της Λαίδης Σούμεριλ θεωρούν το

συνοικέσιον ως συμφωνημένον. Αμφιβάλλεις ότι η νέα σε περιμένει

περιπαθώς εις την εορτήν του αδελφού της;

— Ναι, μα οι λόγοι μου προς αυτήν ήσαν από εκείνους που τους

προφέρομεν εις την αρχήν εις κάθε γυναίκα με τον πρώτον

ενθουσιασμόν και τους λησμονούμεν, όταν αρχίζομεν να την

βαρυνόμεθα, Του νομίσματος τούτου καθένας γνωρίζει την πραγματικήν

αξίαν. Και όταν καμιά απατηθή, πταίει περισσότερον αυτή που τους

επίστευσε, παρά εκείνος που τους επρόφερε.

Την ιδίαν στιγμήν η Μαλβίνα εσήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατάματα

τον Έδμον. Αυτός τότε εφάνη ότι εθορυβήθη και εξηκολούθησε να

σείεται επάνω στην καρέγκλαν του.

Του είπε πάλιν η κ. Μπιρτών:

— Ίσως δεν καταδικάσης δα τόσον την Λαίδην Σούμεριλ πως σε

πίστεψε πολύ εύκολα, αν θυμηθής με πόση ζέση της μίλησες. Αφού

είσαι τόσον έμπειρος ναπατάς τις γυναίκες, δεν πρέπει να τις ψέγης

κατόπιν, όταν πέφτουν στα δίχτυα σου.

Του βαροφάνηκε του νέου, νακούση τέτοιους ονειδισμούς εμπρός εις

την Μαλβίναν.

— Αλήθεια, κυρία μου, ούτε ψεύτης, ούτε άπιστος είμαι.

Μεταχειρίστηκα λεπτά τεχνάσματα προς τις γυναίκες, αλλά πάντοτε

έμεινα υποδεέστερος από εκείνες στο ζήτημα αυτό. Αυτές έχοντας

καύχημά των την δολιότητα, όταν ερωτοτροπούν, γιατί σεμάς τάχα να

την θεωρούν ως κακούργημα;

— Μου φαίνεται, είπε η Μαλβίνα, ότι αν η υπουλότης είναι

συγχωρημένη στις γυναίκες, αιτία είναι η θέσις που τις έχει βάλει

η κοινωνία απέναντι των ανδρών. Αλλά οι άνδρες που δεν έχουν

καμίαν εξάρτηση έπρεπε να είναι ειλικρινείς. Η δολιότης είναι

ασυγχώρητη, όταν δεν υπαγορεύεται από την ανάγκην. Για τούτο,

νομίζω, οι άνδρες όταν υποκρίνωνται, το κάμνουν όχι ναποφύγουν το

κακό, όπως αιτιολογείσθε, αλλά για να κακοποιήσουν.

— Καλά λέει η κ. Σορκή, είπε η κ. Μπιρτών. Δεν συλλογίζεσαι ότι

σπαράττεις την καρδίαν της δυστυχούς Λαίδης Σούμεριλ.

— Μην είσαι δα τόσο τραγική, θεία μου. Άφισέ τ' αυτά. Οι γυναίκες

σήμερα δεν έχουν τόσον αδύνατη την ψυχή. Η φιλαυτία τας

προφυλάττει σαν θώρακας, που κανένα άλλο συναίσθημα δεν τον

διαπερά.

— Εσύ είσαι ο φίλαυτος, ο οποίος, αφού εδελέασες την δυστυχή νέαν

να σου αφοσιωθή, τώρα κάθεσαι εδώ και την βασανίζεις αυξάνων τας

υποψίας και τον πόθον της. Τι λες και συ εξαδέλφη μου; Με θεωρείς

αυστηράν προς τον Έδμον;

— Η κρίσις σας είναι ορθή, αλλ' η υπόνοιά σας δεν στέκει διά τον

κ. Σέυμουρ. Ελπίζω αν τα πράγματα είναι όπως τα λέτε, ο κ. Έδμον

θα σπεύση να απαλλάξη από τα βάσανά της την γυναίκα που τον αγαπά.

Η Κίττη έρριψε βλέμμα επιπλήξεως στην Μαλβίναν και εσηκώθη

στενοχωρημένη. Ήρχισε να βηματίζει νευρικά. Ο Έδμον απήντησε:

— Η κρίσις της κ. Σορκή είναι κατεπείγουσα. Έπρεπε να υπάγω. Αλλά

δεν προφθάνω πλέον στην εορτή.

— Πήγαινε, πήγαινε, υιέ μου, είπεν ανακουφιζομένη η κ. Μπιρτών,

όχι για την εορτήν, αλλά για την καημένη τη Λαίδη Σούμεριλ. Τι θα

φαντάζεται η δυστυχής, όταν δεν σε ιδή στου αδερφού της, και πόσον

θα υποφέρη! Δεν είναι έτσι εξαδέλφη μου;

— Δεν ξαίρω, φιλτάτη μου, ως που έχει προχωρήσει της νέας αυτής η

κλίσις, είπε η Μαλβίνα. Αν όμως ο κ. Σέυμουρ αισθάνεται ότι

συνετέλεσε εις την κλίσιν αυτήν, το νομίζω τίμιον.

— Φιλτάτη, είπε έξαφνα η Κίττη. δεν ακούτε; η Φανή σας φωνάζει.

Κάτι θα έχει πάθει βέβαια.

— Δεν άκουσα τίποτε, είπε η Μαλβίνα σηκωθείσα.

— Ναι, ναι, εγώ άκουσα, πάμε να δούμε τι συμβαίνει;

Η Μαλβίνα ανήσυχη εξήλθε με την Κίττην. Αλλά μόλις εβγήκαν, η

Κίττη εσταμάτησε.

— Δε μου λέτε, παρακαλώ, τι συμφέρον έχετε να αποπέμψετε τον κ.

Έδμον; Για να κολακέψετε τάχα την κ. Μπιρτών; Μα αυτό καθόλου δεν

σας περιποιεί τιμήν. Αντίκειται εις τον ελευθέριον χαρακτήρα σας,

για τον οποίον ο κ. Πρίορ μας ξεκουφαίνει κάθε τόσο.

— Μα όσα είπα μου φαίνονται τόσο απλά, τόσα φυσικά. Απορώ πώς δεν

είσθε σύμφωνη μαζί μου.

— Νόστιμο! Να είμαι σύμφωνη μαζί σας; εγώ! Αλλά ο κ. Έδμον μένει

εδώ για μένα και μόνο. Μαγαπά και, για να πάρη εμένα παραίτησε τη

Λαίδη Σούμεριλ, τακούτε; Σας λέγω το μυστικόν μας για να εννοήσετε

πόσον αι διδαχαί σας ενοχλούν και τον κ. Έδμον κεμένα.

— Αλλά αν είναι έτσι είπε ψυχρά η Μαλβίνα τι σκοτίζεσθε για τα

λόγια μου. Μια ξένη γυναίκα σαν εμένα μπορεί να ψυχράνη έναν έρωτα

αληθινόν;

— Όχι βέβαια, κυρία. Αλλά ενδέχεται να ταράξουν το νου του οι

μεγάλες φράσεις και οι αποφθεγματικοί τρόποι σας. Εκτός αν έχετε

σκοπόν μαυτά να στρέψετε την κλίσιν του προς εσάς. Και χωρίς να

περιμείνη απάντησιν επέστρεψεν αμέσως εις την αίθουσαν.

Ήρχισαν λοιπόν οι πονηρές παρεξηγήσεις από αντίθετα μέρη. Η κ.

Μπιρτών . . . η Κίττη . . . και αι δύο πολέμιαι κατ' αυτής εξ

αντιθέτων απόψεων. Αλλά διατί τάχα; η καθαρότης της ψυχής της την

έθετον υπεράνω των μικρολογιών αυτών. Δεν ήξαιρε ποια είχε

δίκαιον, διότι δεν ημπορούσε να διακρίνη ποία έλεγε την αλήθειαν.

Απεφάσισε να τηρήση, επιφυλακτικήν ουδετερότητα. Αυτή όμως η

στάσις της δυσαρεστούσε και τας δύο και τας προδιέθετε εις έχθραν

εναντίον της.

Αφότου η Μαλβίνα άκουσε τα μυστικά της Κίττης, εφέρετο πια

επιφυλακτικά προς τον κ. Σέυμουρ. Κατέβαινε εις την αίθουσαν, αφού

προηγουμένως εμαζεύοντο όλοι οι άλλοι και όταν εκείνος της

απέτεινε κολακευτικούς λόγους, τους άκουε με ψυχρότητα. Μόνον εις

του κ. Πρίορ την σεμνήν συναναστροφήν εύρισκε ανακούφισιν η ψυχή

της. Αυτός ήρχετο κάθε πρωί προς αυτήν διά να την διδάσκη την

Ερσικήν γλώσσαν. Η μεταξύ τους φιλική διάλεξις παρετείνετο έως την

ώραν του γεύματος.

Μετά το πρόγευμα καθείς επήγαινεν εις το διαμέρισμά του κατά

κοινήν συνήθειαν, αυτή εκράτει την συνήθειαν αυτήν ακριβέστερα από

κάθε άλλον.

Μίαν ημέραν κατά την ώραν του μαθήματος της Φανής επειδή αυτή δεν

ήλθε στην ώρα της, κατέβη να την ζητήση. Την ηύρε, χωρίς να το

περιμένη, να παίζη με τον κ. Έδμον μέσα στο εστιατόριο. Εφώναξε το

κοριτσάκι να την ακολουθήση και επροχώρησε να εξέλθη.

Ο Έδμον όμως έπεσε κατόπιν της:

— Αφού η τύχη, της λέγει, μου δίδει την ποθητήν ευκαιρία να σας

συναντήσω μονάχη, μη μου κάμνετε να την χάσω, σας ικετεύω, και

ακούστε μου να σας πω δυο λόγια.

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και έγειρε το κεφάλι της.

Ο Έδμον έκλεισε τότε την θύραν, παρεκάλεσε την Μαλβίναν να καθίση,

εκάθισε και ο ίδιος κοντά της και της είπε:

— Προχτές όταν η αξιόλογος κ. Μπιρτών με προέτρεπε με τόσην ζέσιν

να επιστρέψω εις Έδιμπουργκ, είδα να δικαιολογήτε τον πόθον της.

Ήθελα να μάθω (αν δεν είναι άτοπη η περιέργειά μου), έως ποίον

βαθμόν επροχώρησε να σας πη τα πράγματα που τάχα με καλούν εκεί.

— Τίποτε άλλο δεν άκουσαν από ότι ελέχθη εκεί· ότι δηλαδή εις

κάποια χαριτωμένη νέα που σας αγαπά εδώκατε υπόσχεσιν γάμου. Αλλά

μόλα ταύτα την αφίνετε και προτιμάτε άλλας κατωτέρας της.

— Τόσο μόνο; είπε ο Έδμον ανήσυχος. Και τούτο λοιπόν ήταν αρκετό

να στηρίξη την πρόληψη σας για μένα . .

— Ναι . . . δηλαδή . . . μια που με ρωτάτε . . . απόρησα, όταν

άκουσα ότι εσείς ο ευεργέτης των δυστυχών το έχετε καύχημα να

λησμονήτε κοντά στις γυναίκες την ευγενή ειλικρίνειαν και την

ευσυνείδητη χρηστότητα, που χαρακτηρίζουν τον αληθινόν τίμιον

άνδρα.

— Δεν σκοπεύω να υπερασπισθώ τον εαυτόν μου εναντίον των

σφαλμάτων που μου προσάπτουν οι κατήγοροί μου προς εσάς. Θα σας

παρακαλέσω όμως να μακούσετε να επανορθώσω μερικώς από τας

διηγήσεις της αγαπητής μου θείας.

Δεν έδωκα ποτέ καμίαν υπόσχεσιν εις την Λαίδη Σούμεριλ, κυρία, και

ποτέ δεν την αγάπησα. Είναι ίσως πολύ ωραία αλλ' εις εμένα

ουδέποτε υπήρξε συμπαθητική. Διατί; «Ποτέ δεν ημπορείς, λέγει

κάποιος ποιητής μας να προσδιορίσης την αιτίαν του έρωτος. Δεν

είναι εις το πρόσωπον της ερωμένης, είναι εις του ερώντος την

καρδίαν». Νωθρά δε και κούφη, όπως είναι, σας βεβαιώνω δεν έχει να

ενοχληθή η ησυχία της από την προτίμησιν, που κατεδέχθη να με

αξιώση.

— Αν είναι έτσι, γιατί δεν εφανερώσατε την διάθεσίν σας αμέσως

εις την θείαν σας, αλλά την αφίσατε να διαπραγματευθή διά

λογαριασμόν σας. Ημπορεί δικαίως να σας μεμφθή τώρα.

— Είναι η αλήθεια πως αμέσως από την αρχή δεν αρνήθηκα ρητώς

αυτόν τον γάμον, αλλά τότε δεν είχα καμίαν ιδέαν της από τον γάμον

ευδαιμονίας. Ενόμιζα ότι, όπως κάμνουν, όλοι ημπορούσα, κεγώ να

πάρω μίαν γυναίκα. Και με τοιαύτας περί γάμου αντιλήψεις το

συνοικέσιο με τη Λαίδη Σούμεριλ, ήτο συμφορώτατον . .

— Και τώρα λοιπόν έχουν αλλάξει αι περί γάμου αντιλήψεις σας;

— Συμβεβηκός απροσδόκητον αλήθεια μέκαμε ναλλάξω αρχάς και να

μεταβάλω ιδέας. Αι αντιλήψεις μου λοιπόν περί γάμου σήμερον είναι

ολοτελώς διάφορες από τότε. Από αυτόν θεωρώ ότι εξαρτάται η ζωή

μου, από την εκλογήν του προσώπου η ευτυχία μου, διά τούτο κατ'

ανάγκην πρέπει να παραιτηθώ από την Λαίδην Σούμεριλ. Και το κάμνω

με όλην μου την ευσυνειδησίαν, διότι σας βεβαιώνω και πάλιν, ποτέ

δεν έδωκα τον λόγον μου ούτε εις εκείνην, ούτε εις τους συγγενείς

της.

— Αλλά η θεία σας νομίζω . . . .

— Μα εγώ δεν της έδωσα ποτέ τοιαύτην πληρεξουσιότητα και δεν

νομίζω, ότι θα ήτο δίκαιον να πληρώνω εγώ με θυσίαν της

ευδαιμονίας της ζωής μου, τις γκάφες της θείας μου.

— Τότε αλλάζει το πράγμα, είπε η Μαλβίνα, (πιστεύουσα πάντοτε ότι

περί άλλης τινός επρόκειτο, και μάλιστα υποθέτουσα διά την

Κίττην). Και μάλιστα στοχάζομαι ότι η κυρία θεία σας δεν θα

παρεμβάλη κανένα εμπόδιον εις αυτήν την νέαν εκλογήν σας, όταν

πληροφορηθή ότι από αυτήν εξαρτάται η ευτυχία σας. Αρκεί να

φανερώσετε προς αυτήν τα καθέκαστα. Σας ευχαριστώ διά την

εμπιστοσύνην που μου δεικνύετε και σας εύχομαι καλήν επιτυχίαν.

Από αυτό εκατάλαβε ο Έδμον ότι η Μαλβίνα δεν τον εκατάλαβε. Ωστόσο

του εφάνη ότι η ψυχή της ησθάνετο κάτι ξεχωριστόν δι' αυτόν.

Απεχωρίσθησαν χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

ΜΕΡΙΚΑ ΜΙΚΡΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Δεν αμελούσε ποτέ ο Έδμον την ευκαιρίαν να λέγη κάτι περιπαθές ή

και απλώς ευχάριστο στη Μαλβίνα, πάντοτε όμως λίγο σκεπαστά, ώστε

εκείνη το έπαιρνε ότι ελέγετο πλαγίως διά μέσου αυτής προς την

δεσποινίδα Κίττη. Υπό τον ήσκιο της τοιαύτης υποθέσεως το

εθεωρούσε συγχωρημένον να τον ακούη, να τον εύρισκε καλόν, να

ευχαριστήται από την συναναστροφήν του και να θέλγεται από τα

εγκώμια της Άτζολετ δι' αυτόν . .

Ένα βράδυ έγινε λόγος διά τα ήθη του νεωτέρου πολιτισμού και την

διαφθοράν εν γένει.

Εν τω μεταξύ η κ. Μπιρτών απεσύρθη για να διαβάση κάτι επιστολάς,

που της έφεραν την στιγμήν εκείνην.

Ο κ. Πρίορ εξηκολούθησε:

— Έτσι αι απολαύσεις των αισθήσεων ομοιάζουν χείμαρρον αφρώδη . . .

— Ω Θεέ μου, τον διέκοψε απότομα η Κίττη, έχεις σκοπό λοιπόν και

με την κ. Μπιρτών απούσαν να κάμης διδαχήν, κύριε Πρίορ; Δεν

αφίνεις να πούμε και τίποτε λιγώτερο σοβαρό;

Και άρχισε να κάμνη διαφόρους ανοήτους ερωτήσεις προς τον Έδμον, ο

οποίος της απαντούσε με ανάλογον επιπολαιότητα.

Ο κ. Πρίορ ύψωσε τους ώμους και εβγήκε από τον θάλαμον. Η Μαλβίνα

κάτι εδιάβαζε κοντά στη θερμάστρα. Η κ. Μέλμορ εσιωπούσε. Το

καλύτερον που ημπορούσε να κάνη.

Η Κίττη ερώτησε τον Έδμον;

— Ποιάν αγαπήσατε ως τώρα περισσότερον καιρόν, από όσας

εγνωρίσατε;

— Τι να σας πω, απεκρίθη ο Έδμον, μου φαίνεται ότι ποτέ ακόμη δεν

αγάπησα. Και άρχισε να φυλλομετρά ένα τόμον του Σαίκσπηρ, σαν κάτι

να εζητούσε.

Η Μαλβίνα αν και εκοίταζε μέσα στο βιβλίο της, δεν εδιάβαζε πλέον.

— Καμιά από τας ωραίας αριστοκράτιδας του Λονδίνου ή του

Έδιμπουργκ, δεν σας εφάνη άξια αγάπης αληθινής;

— Τουλάχιστον καμία δεν μου ενέπνευσε αγάπην τέτοιαν που λέτε.

Η Κίττη μόλις περιστέλλουσα την χαράν της τον ηρώτησε με

αυταρέσκειαν:

— Και τι είδος γυναίκα ημπορούσε να σας αρέσει;

Και περίμενε να της ψιθυρίση στο αυτί. «Τέτοια που είσαι συ». Μα

εκείνος δεν το έκαμε. Μόνο άνοιξε τον τόμο που βαστούσε και

εδιάβασε κάπου:

«Πολλές κυρίες εμάτιασα με κοίταγμα τρυφερό και πολλές φορές τα

γλυκομίλητα χείλη τους υπόταξαν τα παραπρόθυμα αυτιά μου. Διάφορες

γυναίκες μάρεσαν για διάφορες αρετές, αλλά την ψυχή μου καμιά τους

δε συνεπήρε τόσο βαθιά, ώστε να μην της βρω κάποιο λάθος, να

πολεμάει από τις χάρες της την υψηλότερη, ώστε να την καταβιβάζη.

Αλλά, εσύ! ω εσύ, τόσο τέλεια, ασύγκριτη τόσο, που επλάσθης με

κάθε άλλου πλάσματος το άνθος». (2)

Και προφέρων την τελευταίαν αυτήν φράσιν με τόνον έρριψεν απάνω

στην Μαλβίναν ένα βλέμμα τόσο εκφραστικό, ώστε αυτή εταράχθη έως

τα μύχια της καρδιάς της. Από τη στιγμή εκείνη εννόησε πλέον ότι

εκείνος αυτήν αγαπούσε πράγματι και όχι την Κίττην, όπως υπέθετε

. .

Αυτό δα το εννόησε πλέον και ιδία η Κίττη και ήτο όλο θυμό και

γρίνα. Εφέρετο δε ψυχρά πλέον προς την Μαλβίναν.

Περί το τέλος της συναναστροφής η κ. Μπιρτών είπε προς τον κ.

Έδμον.

— Σε λίγο θα είναι έτοιμον το νέο διαμέρισμά σου. Όταν λοιπόν

επιστρέψης θα ημπορείς να κατοικήσεις εκεί.

— Όχι. Όχι. Εγώ δεν αφίνω αυτό που κατέχω ήδη είπε ο Έδμον

εντόνως.

— Κάμε όπως θέλεις . . . . . είπεν η κ. Μπιρτών και εβγήκε έξω.

— Αυτό έχει καθιερωθεί ήδη επρόσθεσε χαμηλοφόνως ο Έδμον

προσβλέπων με χαμόγελο την Μαλβίναν ενθυμίζων αυτήν την ημέραν που

είχε έμβει εκεί.

Ο νους της αφηρέθη και η προσοχή της περιεσπάσθη. Δεν εκινήθη

λοιπόν προς αναχώρησιν.

Η Κίττη της το υπενθύμισε με προπέτειαν.

— Πώς τόπαθε η κ. Σορκή να μένη τελευταία εις την αίθουσαν; Ο κ.

Έδμον πρέπει να είναι πολύ υπερήφανος που καθήμενος κοντά της την

εμαγνήτισε και δεν λέγει να κινηθή.

— Η Μαλβίνα εσηκώθη ολίγον ταραγμένη και απλώνοντας να πάρη τον

επί της τραπέζης σάκκον του εργοχείρου της άγγιξε χωρίς να θέλη το

χέρι του κ. Έδμον. Έτσι ηναγκάσθη να βιαστή ακόμη περισσότερον

ναπομακρυνθή. Αλλά φεύγουσα είδε μέσα στον καθρέφτη, ότι ο Έδμον

εφιλούσε επάνω στο χέρι του το μέρος που του άγγιξεν αυτή. Αυτό

της έκαμεν να χτυπά η καρδιά της δυνατά και ησθάνθη τα μάγουλά της

να φλογίζωνται.

Μόλις ανεχώρησε ο Έδμον, η Κίττη ερώτησε.

— Γιατί τάχα δεν θέλει ο κύριος ναλλάξη το οίκημά του; Μήπως το

θεωρεί κατάλληλον διά να δέχεται επισκέψεις; Και είδε ειρωνικώς

την Μαλβίναν.

Ο κ. Πρίορ ενόησε τον υπαινιγμόν της· ηγανάκτησε διά την αυθάδειάν

της και της είπε αυστηρά.

— Ναι μις, Κίττη, έτσι φαίνεται. Εσείς δα το ξαίρετε αυτό.

Η δεσποινίς Μέλμορ απασβολώθη. Εκοκκίνησε, εψέλλισε κάτι. Έπειτα

επήρε την μητέρα της, η οποία εστέκετο ώσπερ τούβλον, και ανήλθον

εις τον κοιτώνα τους.

Η Μαλβίνα συλλογισμένη. Δεν επρόσεξε καν στον κ. Πρίορ, που της

είπε «Καληνύχτα».

Ερρίφθη εις την κλίνην της, αλλά πού ύπνος: Μύριοι στοχασμοί

ανεδεύοντο εις την κεφαλήν της.

Η κ. Μπιρτών ωμίλησε για επιστροφήν του Έδμον, επρόκειτο λοιπόν

ναναχωρήση;

Αλλά και η παράξενη εκείνη απόκρισις του κ. Πρίορ προς την Κίττη . .

Μήπως τάχα η νέα επήγαινε κεύρισκε τον Έδμον; . . . Βέβαια·

μήπως αυτή δεν ήταν που άνοιξε τη θύρα εκείνο το βράδυ που η

Μαλβίνα ήταν εκεί για να ζητήση την κόρη της; . . . Μπα και ποιος

την βεβαιώνει ότι δεν ήλθε και εκείνη έτσι κατά τύχην; όπως ήλθε

και αυτή η ιδία . . . Αλλά πάλι πώς να τραβηχθή έτσι βιαίως, ως να

εφοβείτο μήπως γνωρισθή. Έπειτα η απόκρισις αυτή του κ. Πρίορ! . . .

Ναι μεν ήτο αυστηρός αυτός και μεγαλοποιούσε τα πράγματα, αλλά

ποτέ δεν υπώπτευε πράγματα ανύπαρκτα. Ώστε ο Έδμον ετόλμησε να

δελεάση την αθώαν κόρην τίποτε μη σεβόμενος, μήτε την θείαν του,

μήτε την φιλοξενίαν, μήτε την ηθικήν!

Αλλά μήπως δεν τον παριστάνουν τέτοιον όλοι, όσοι τον γνωρίζουν;

Τίποτε δεν τον εμποδίζει από το να εκπληρώνη εις το άρτιον τας

ορέξεις του. Ώστε όλα του λοιπόν είναι πλαστά! Το τρυφερόν εκείνο

και άδολον βλέμμα! Η φωνή του που φαίνεται ότι πηγάζει από την

καρδιά του και σε χτυπά μέσ' στην καρδιά. Όλα προσποίησις! Όλα

επιτήδευσις! — Αι άμα λοιπόν τέτοιον είναι το ψέμα, ποια αλήθεια

ημπορεί να το ισοσταθμίσει.

Εν τούτοις την ίδια εκείνη στιγμή ο σερ Έδμον Σέυμουρ μέσα στην

κάμαρή του μέσ' στην ησυχία της νυκτός έγραφε προς ένα φίλον του,

τον κ. Βέυμαρδ, τακόλουθα:

Αγαπητέ μου Κάρολε.

Για να λυθή η απορία σου, γιατί βρίσκομαι εδώ, έλα όσο ημπορείς

γρήγορα και όταν την ιδής και είναι ανάγκη ακόμη να απορής, τότε

θαπορής μόνον, πώς είναι δυνατόν ναπομακρυνθή κανείς από αυτήν.

Μαλβίνα! . . . ω όνομα χαρούμενον, που και μόνον ο θελκτικός του

ήχος με συγκινεί και γεννά εις την καρδίαν μου το αληθινόν αίσθημα

της ζωής.

Μαλβίνα! . . . είναι ναός χαρίτων, τέμενος αρετών, ο βωμός του

κάλλους. Είναι να εξίσταται κανείς βλέπων την εναρμόνιον

τελειότητα της θαυμασίας αυτής γυναικός.

Αλλά η Μαλβίνα μου είναι . . . είναι ανέραστη. Ο έρως! αυτός μόνον

της λείπει. Ο έρως μόνον ημπορεί να εξωραΐση αυτό το υπερτέλειον

της φύσεως δημιούργημα.

Ξαίρεις, Κάρολε, ότι εγύρισα εδώ από περιέργεια να γνωρίσω την

μυστηριώδη αυτήν γυναίκα, το σέμνωμα του φύλου της, που δεν είχαμε

κατορθώσει να την ιδούμε στο πρωτυτερινό μας ταξίδι. Όσα είχα

ακούσει γιαυτήν εθέρμαναν την φαντασία μου και απεφάσισα να μην

αναχωρήσω από το κτήμα της κ. Μπιρτών προτού να βεβαιωθώ, αν είναι

αξία της φήμης, που την τριγυρίζει.

Επειδή όμως έπρεπε να περιμείνω διά να παρουσιασθή η ποθουμένη

ευκαιρία, έτσι για να σκοτώνω τον καιρό, έκανα τα γλυκά μάτια στη

δυστυχισμένη την Κίττη· κιαυτή η καημένη πίστεψε πως γιαυτήν

ξαναγύρισα, πράμα που εγώ δε θέλησα να της το διαψεύσω, γιατί μου

χρειάζεται. Είναι καθώς ξαίρεις νοστιμούτσικη κένα μήνα τώρα που

παίζω μαζί της κατ' ανάγκην, ανακάλυψα ότι, θα της ήτο εύκολον να

γίνη αρκετά θελκτική, αν δεν παρεδίδετο τόσον εύκολα.

Όταν παύσω πλέον να την χρειάζομαι, θα της το πω προς αμοιβήν του

προς εμέ έρωτός της και των ανεπιφυλάκτως εις εμέ παρεχομένων

θελγήτρων της.

Αλλά, φίλε μου, τι σημαίνουν όλα αυτά και άλλα ακόμη καλύτερα. Δεν

ημπορούν να παραβληθούν ούτε με ένα βλέμμα της Μαλβίνας μου.

Αυτή, φίλε μου, μέχει αλλάξει ολότελα. Έχει διεγείρει εις την

ψυχήν μου συναισθήματα νέα. Έχει κάμει να ηχήσουν χορδές της

καρδίας μου, που έως τώρα δεν ήξαιρα την ύπαρξίν τους. Όταν έμβω,

όπου είναι αυτή, παθαίνω θρησκευτικόν θάμβος, οποίον αισθάνεται

εκείνος που εμβαίνει εις ναόν. Όταν δε την ιδώ, αποθέτω έξω του

ναού κάθε λογισμόν βέβηλον και ανάξιον της θεάς μου.

Η θεία πνοή της αγιάζει τα περίγυρα και όταν είμαι υπό την

επίδρασιν των βλεμμάττων της των ουρανίων, δεν φοβούμαι από

δαιμονοπείραξιν.

Κάρολε μου, το μαγικό της κάλλος διεγείρει την ψυχήν και όχι τας

αισθήσεις. Η επιθυμία μου είναι ναπολαύσω όχι τα θέλγητρά της,

αλλά την αγάπην της. Το γεμάτο από χάρες φυσικές πρόσωπον της

γίνεται υπέροχο, γιατί αυγάζεται από το εσωτερικό φως της θείας

της ψυχής, την κοιτάζω και λέγω:

«Θαύμασε τον μεγαλοπρεπή αυτόν ναόν· χέρια ουράνια τον έχουν

φτειάσει. Μια θεότης κατοικεί μέσα του, είναι η ψυχή της. Μα και

το κτήριο ανάξιο δεν είναι της θεότητος».

Δεν μπορώ να σου πω ακόμα αν έλκυσα την καρδιά της. Αν το καταφέρω

θα το νιώσω πολύ πριν μου τομολογήση. Μα και ίδια θα το αισθανθή

πολύ πριν τομολογήση στον εαυτόν της. Ετούτο είναι ακριβώς που με

κάμνει να την αγαπώ αληθινά, πράγμα που δεν κατάφερε ως τώρα καμιά

άλλη γυναίκα. Θα πη πως με καμιά λοιπόν δεν μοιάζει, αλλιώς εμένα

πώς μπορούσε να με μεταβάλη;

Υποθέτω πώς η θελκτική μου θεία έβαλε με το νου της να μεμποδίση

να την βλέπω, γιατί φοβάται μήπως ο σωρείτης των χαρίτων που

λέγεται Μαλβίνα με κάμνει να λησμονήσω την προστατευομένην της

θείας μου, την Λαίδην Σούμεριλ. Μα δεν ήταν και ανάγκη καν να

συγκριθή η πτωχή εκείνη με την Μαλβίνα, για να εννοήσω πως δεν

αξίζει τον κόπον ναλλάξω την ελευθερίαν μου με τοιούτον ζυγόν.

Έπειτα η θεία μου γιαυτόν τον ζυγόν ζητεί και ρέστα, θέλει να την

ευγνωμονώ, γιατί η νύμφη είναι πλουσιωτάτη κα συνδέεται με υψηλά

υποκείμενα του Κράτους.

Έπειτα μη λησμονείς, ότι θα με αναδείξη γενικόν κληρονόμον της, με

την υπονοουμένη δα εκ των προτέρων, απαίτησιν, να έχη και την

γενικήν εξουσίαν επάνω μου.

Πράγμα που εγώ βέβαια δεν θα το δεχθώ, και αν η θεία μου είχε να

μου χαρίση τους θησαυρούς του Σολομώντος μαζί με τους γυναινωνίτας

του.

Η Κίττη όμως με στενοχωρεί πολύ. Κάτι που της είχα υποσχεθή για να

την καταταφέρω, το τρελοκόριτσο το πήρε τοις μετρητοίς. Και τώρα

μου ζητεί όχι περισσότερο, όχι ολιγώτερο . . . . . γάμον, φίλε

μου.

Εγώ βέβαια έχω συνηθίσει νακούω τέτοιες απαιτήσεις. Μα είναι λίγο

αδιάντροπη και φοβούμαι μην παραπονεθή δημοσία και δώση αφορμή

στην κυρία Σορκή να σχηματίση κακήν ιδέα για μένα. Άμα μάθη, να

ξαίρης η Μαλβίνα την αλήθεια, για να μην αδικηθή το κορίτσι, είναι

ικανή, κιαν μαγαπά ακόμη, να τραβηχθή. Τόσο είναι ενάρετη. Ανάγκη

λοιπόν ναπομακρύνω την Κίττη το γρηγορώτερο.

Προσποιούμαι ενώπιον της θείας μου τον πολύ ερωτευμένον με την

Κίττη. Αυτή για να με προφυλάξη διά την Λαίδην Σούμεριλ θα

φροντίση το ταχύτερο να εύρη κάποιον για να παντρέψη την Κίττη.

Αυτό δε, θα μου το πη. Εγώ τότε θα προσποιηθώ, ότι με μεγάλην μου

λύπην, αλλά μη δυνάμενος να κάμω αλλιώς υπακούω. Και φεύγω μια

μέρα πριν αναγγελθή το μέγα γεγονός εις την ηλιθίαν κυρίαν Μέλμορ.

Η δεσποινίς θα τα φέρη πολύ στενά. Αλλά μην έχοντες κανένα να την

προστατεύση, αφού εγώ θα λείπω, θα προτιμήση τον γαμβρόν που θα

της προτείνουν, παρά να υποπέση εις την δυσμένειαν της φοβεράς κ.

Μπιρτών. Κεπειδή μπορεί να πέση και κατόπι μου, πράγμα που αυτή

δεν θα της βαρύνη το κεφάλι να το κάμη, αλλά εις εμέ θα είναι πολύ

οχληρόν, θα υποβάλω εις την θείαν μου το ενδεχόμενον αυτό, για να

την προφυλάττη με προσοχήν. Και ακόμα θα της πω ότι όλα αυτά

πρέπει να τηρηθούν μυστικά, για να μην πάνε σταυτιά της Λαίδης

Σούμεριλ και την ανησυχήσουν.

Η θεία μου θα δελεασθή από τους λόγους μου και θα επιβληθή δι' όλα

αυτά στην ψυχοκόρη της. Και επειδή η κομψή μου Κίττη δεν είναι δα

και πολύ δυνατή ψυχή, θα φοβηθή την οργήν της κ. Μπιρτών, και μια

που δεν θα βλέπη πλέον εμένα, θα πάρη τον καλόν της και θα καθίση

στη γωνιά της.

Τότε δα εγώ θα επανέλθω και η ωραία μου Μαλβίνα διά της αληθινής

μου αγάπης, διά των επιμόνων μου περιποιήσεων, διά της ειλικρινούς

μου συμπεριφοράς θα συγκατατεθή να μου παράσχη την αγάπην της. Το

ευφρόσυνον αγαθόν που μέλλει να με υψώση επάνω από όλους τους

μονάρχας της οικουμένης.

Ω Κάρολε! Κάρολε.

Όταν βλέπω της γυναίκας αυτής την πραότητα, την ειλικρίνειαν, του

αγγελικού προσώπου της την ανθηρότητα, την ομορφιά την ακηλίδωτη,

που εικονίζει την πρωτόπλαστη άνοιξη της δημιουργίας, θαρρώ πώς

δεν είμαι άξιος τέτοιας ευτυχίας. Αλλά ορκίζομαι πώς κανένας άλλος

από μένα δεν θα την αποκτήση.

Χαίρε

Έδμον Σέυμουρ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Νά λοιπόν που ήταν αλήθεια. Πριν ο Έδμον γνωρίσει την Μαλβίνα

θέλησε έτσι να παίξη λίγο με την Κίττη. Η απόπειρα επέτυχε

γρηγορότερα απ' όσο και ο ίδιος θα επερίμενε. Η καημένη η νέα

ήλπισε ότι νυμφευομένη τον Έδμον θα γλυτώση πια από την φρικτήν

προστασίαν της κ. Μπιρτών, παρεδόθη αμέσως χωρίς ούτε την τυπικήν

καν αντίστασιν. Αυτός φοβούμενος μήπως φωραθή εις τον θάλαμόν της

την έπεισε να έρχεται εκείνη στον δικόν του, πως θα μιλούνε για το

μετ' ολίγον συνοικέσιόν των. Αι συχναί αυταί επισκέψεις ένεκα της

κουφότητος της Κίττης δεν έγιναν με τας αναγκαίας προφυλάξεις. Ο

κ. Πρίορ τας υπώπτευσε. Κανένα όμως περιστατικόν δεν τας

εβεβαίωσε. Διά τούτο έλεγε καθ' εαυτόν ότι δεν έκανε καλά που τας

εφανέρωσε απερισκέπτως. Εφοβείτο μήπως η Μαλβίνα τον κατακρίνει.

Το πρωί λοιπόν έσπευσε στο διαμέρισμά της.

Η Μαλβίνα απόρησε που τον είδε. Ευχαριστήθη όμως και τον

προσεκάλεσε να πάρουν μαζί το τσάι. Εκάθησε προθύμως και αμέσως

της εφανέρωσε την αιτίαν του ερχομού του.

Η Μαλβίνα εκεντήθη από περιέργειαν να διασαφίση μερικάς

αμφιβολίας, αι οποίαι της ήσαν περισσότερον ενδιαφέρουσαι, παρ'

όσον ενόμιζε. Άφησε κατά μέρος κάθε επιφύλαξιν και του έκαμε

πλείστας ερωτήσεις.

Ο Πρίορ το θεωρούσε βάρος στην ψυχή του να κρύψη από τη Μαλβίνα

και τον ελάχιστο στοχασμόν του. Της εφανέρωσε λοιπόν τας υποψίας

του.

Εκείνη ενώ τον άκουε κοκκινίλα εχύθηκε εις όλο της το πρόσωπον.

— Και πώς λοιπόν ο αυστηρός ιεροκήρυξ, είπε, ανέχεται τοιαύτας

παρεκτροπάς; Πώς δεν εφρόντισε να νουθετήση το πλανώμενο κορίτσι

και να του δείξη τον κίνδυνον που διατρέχει; Πώς δεν επέπληξε τον

άνδρα εκείνον, ο οποίος υπό την στέγην της φιλανθρωπίας προσπαθεί

να διαφθείρη την προστατευομένην αθωότητα; Πώς δεν τον απείλησε

ότι θα τα κοινολογήση εις την μητέρα της κόρης, ή και εις την

οικοδέσποιναν;

— Μόνον τότε νουθετεί και ελέγχει ο φρόνιμος, όταν γνωρίζη ότι θα

πηγάση κάτι καλό. Όταν γνωρίζη ότι οι λόγοι του θα μείνουν

άκαρποι, αφίνει να ενεργή η θεία Πρόνοια. Κατά παραχώρησιν της

Προνοίας οι κακοί έχουν τιμωρόν την ιδίαν κακίαν και κολαστήριον

την ασωτείαν των. Ο Έδμον θα με εκορόιδευε και θα επέτεινε στο

πείσμα μου την επιβουλήν του. Η κυρία Μέλμορ είναι ένα μεγάλο

μωρό, που καν μια επιβολή δεν έχει στην κόρη της και άν ποτε την

μαλώση καταντά στα τελευταία να της ζητήση συγγνώμην. Η κ. Μπιρτών

πάλι, επειδή είναι φυσικά μια κρύα γυναίκα κέχει βαστάξει

σωφροσύνην ως τώρα η ίδια, νομίζει ότι αυτό είναι εύκολον στην

καθεμιά, και κάθε γυναίκα οπωσδήποτε χωλαίνουσαν ως προς αυτό, την

θεωρεί όνειδος ανθρώπων. Άμα λοιπόν μάθη ότι η Κίττη έχει φερθή

έτσι ελαφρά, είναι ικανή όχι μόνον να την διώξη αλλά και να

φανερώση το αίσχος της εις όλο τον κόσμο. Η Κίττη είναι ένα κομψό

νευρόσπαστο χωρίς καμιά αρχή και είναι ικανή να δραπετεύση έξαφνα

με τον κ. Έδμον, άμα αποκαλυφθή. Και τότε; σε λίγο ο κ. Έδμον θα

την αφίσει και αυτή θακολουθήσει τότε άλλον και επειδή ο άλλος

αυτός κανείς δεν μας εγγυάται ότι θα είναι σταθερώτερος του

πρώτου, υπάρχει κίνδυνος να ολισθήση εις τον αριθμόν τον γυναικών

που πωλούν την σάρκα τους.

— Και γιατί τάχα ο κ. Έδμον δεν την παίρνει γυναίκα του; ερώτησε

δειλά η Μαλβίνα.

— Διότι καθόλου δεν του ταιριάζει. Οι νεανικές του παρεκτροπές

είναι αλογάριαστες, αλλά η ψυχή του είναι γεμάτη ευγένεια: Δεν

μπορεί να συμφωνήση με τον χαρακτήρα της Κίττης που δεν έχει

καμίαν αρετήν απολύτως, εκτός της εξωτερικής ομορφιάς και της

ευστροφίας του πνεύματος, προσόντα αρνητικά που καθιστούν μίαν

γυναίκα πανούργον και επικίνδυνον ερωτοπλάνον.

— Δεν πιστεύετε ότι ο κ. Έδμον την αγαπά;

— Όχι.

— Εγώ όμως νομίζω πως την αγαπά.

— Έτσι φαίνεται, αλλά μην το πιστεύετε. Η έξις των ηδονών έχει

νεκρώσει μέσα του κάθε συναίσθημα Χρειάζεται τώρα μια εξαιρετική

γυναίκα για να του ξυπνήση την καρδιά του . . . Και μονάχα μίαν

γνωρίζω που έχει αυτά τα προσόντα, επρόσθεσε ατενίζων

χαρακτηριστικά την Μαλβίναν. Αλλά ποτέ εκείνος δεν θα τολμήση να

υψώση προς αυτήν το βλέμμα, αισθανόμενος ότι δεν θα ταπεινώση αυτή

το δικό της επάνω του.

Η Μαλβίνα εστενοχωρήθη διά τον απότομον αυτόν υπαινιγμόν·

εκοκκίνησε και επειδή δεν ήθελε ναπαντήση, σηκώθηκε και πήγε στο

παράθυρο.

— Κύριε Πρίορ, είπε, όσο δριμύ κιάν είναι το κρύο, όμως ο ήλιος

είναι τόσο λαμπρός, που οι όχθες της λίμνης πρέπει νάχουνε μεγάλη

χάρη. Έχω σφοδράν επιθυμίαν να κάνω ένα μικρόν περίπατον ως εκεί.

Δεν πήγα ποτέ μου ίσια με τώρα.

— Όχι μονάχη. Πρέπει νάρθω κεγώ μαζί σας.

— Ναι, θα πω και της κ. Μπιρτών να μας συνοδεύση, αν θέλη.

Πήγε στον κοιτώνα της και φόρεσε βαρύ επανωφόρι. Ένδυσε καλά και

την Φανήν και κατέβη στην αίθουσαν.

Εκεί είδε την Κίττη να παίζη όρθια άρπα. Ο κ. Σέυμουρ εκάθητο

κοντά της και της ομιλούσε χαμηλά με πολλήν ζέσιν.

Η κ. Μπιρτών κοντά στη θερμάστρα εδιάβαζε, ή μάλλον επροσποιείτο

ότι διαβάζει, αλλά πράγματι παρακαλουθούσε με ενδιαφέρον μέσα στον

καθρέφτη το ειδύλλιον που εγίνετο όπισθέν της.

Ήδη απεφάσισε μέσα της την τύχην της Κίττης . . .

Ο ερχομός της Μαλβίνας τους έκανε να συνταραχθούν όλοι. Ο κ. Έδμον

σηκώθηκε αποτόμως και ήρθε κοντά της. Της εξέφρασε την απορίαν,

αλλά και την χαράν του για την έξαφνην παρουσίαν της.

Η Κίττη δυσαρεστήθηκε και χαιρέτησε ψυχρά κάπως.

Η κ. Μπιρτών καταχάρηκε. Της εφάνη ότι εκδικείται την Κίττην

βλέπουσα αυτήν εις αδημονίαν, διότι διεκόπη η τόσο θερμή συνομιλία

της με τον κ. Έδμον. Υπεδέχθη διά τούτο την Μαλβίναν μεξαιρετικήν

ευμένειαν.

Η Μαλβίνα αφελώς και άνευ επιφυλάξεως τινος τους επρότεινε τον

περίπατον έως στη λίμνη.

Ή κ. Μπιρτών εδέχθη με προσποιητήν αρέσκειαν.

Ο κ. Έδμον το εθεώρησε ως απροσδόκητον αγαθόν.

Η Κίττη με στενοχώριαν ανθρώπου που δεν έχει τα μέσα ναποφύγη

επερχόμενον κακόν, υπέκυψε στο πεπρωμένο.

Οι βράχοι και τα δένδρα ενδυμένα με πάγους σαν λαμπρούς θώρακας,

που αντιφέγγιζαν επάνω του οι ακτίνες του ηλίου, έπαιρναν τα πια

ζωηρά χρώματα της Ίριδος. Το χιόνι σκέπαζε τις κορυφές των βουνών

και σπινθηροβολούσε γύρο από του ήλιου την αντανάκλαση, ώστε

θάμβωνε τα μάτια.

— Ας υμνήσωμε τον ήλιο μαζί με τον Οσσιανόν, είπεν ο κ. Πρίορ.

Κιάρχισε ναπαγγέλη.

«Σα θυρεός των αντρειωμένων εκείνων πατέρων μας, ω εσύ που

ολογυρίζεις κυκλοτερής απάνου απ' τις κορφές μας, το θείο σου φως

πούθε πηγάζει, ω Ήλιε! Προβαίνεις βασιλέας και τάστρα κρύβουν το

φέγγος, κη σελήνη χλωμή, κρύα, βυθίζεται στη δύση. Μα εσύ τρέχεις!

Ποιος άλλος νακολουθήση σε, είν' άξιος;

«Οι δρύες των ορέων γεράζουν πέφτουν, μα και τα όρη ακόμα τα

τρώγει ο χρόνος.

«Ο Ωκεανός ξογκώνεται μα πέφτει, βυθίζεται στα σκότη το φεγγάρι.

Μόνος εσύ! κιαδιάκοπα έχεις νιάτα και τη χαρά σου ως φως μας τη

σκορπίζεις.

«Μπόρες τον κόσμον δέρνουν και σκοτάδια, οι κεραυνοί κυλιούνται

μέσ' στο χάος κη αστραπή πετάει με μιας και σβυέται.

«Μα εσύ όλο νιος πεντάμορφος προβάλλεις, πέρκαλος μέσ' στα γνέφη,

περιγελώντας τις μπόρες, τους ανέμους, τους χειμώνες»!

Ωστόσο η Μαλβίνα ενεθυμείτο την σκηνήν του σπιτιού. Γιατί να

συγχισθή λοιπόν τόσο ο κ. Σέυμουρ, όταν την είδε να εμβαίνη; Δεν

της έμελλε βέβαια που αγαπούσε την Κίττη, μα γιατί να θέλη να το

κρύβη απ' αυτήν; Τι σκοπεύει τάχα; Θα του φέρνεται πλέον με τόσην

ψυχρότητα, ώστε να μην του αφίση ούτε υπόνοιαν πως κάτι μπορεί να

ελπίση από αυτήν. Ακόμη ζητούσε προφάσεις να τον παραστήση ανάξιον

λόγου στον εαυτόν της. Τον παρέβαλλε λοιπόν με τον κ. Πρίορ

κεύρισκε τον δεύτερον πολύ προτιμότερον.

Αν ήτο δυνατόν να μαντεύωνται τα διανοήματά μας από εκείνους που

μας ενδιαφέρουν, ο κ. Πρίορ βεβαίως θα έμενε ευχαριστημένος από

τας σκέψεις της. Αλλά . . . . και ο κ. Έδμον δεν θα καθυστέρει, αν

εισχωρούσε στης ψυχής της τα βάθη. Ωστόσο εκείνοι εσυζητούσαν

μεγαλόφωνα.

— Ομολογώ, έλεγε ο κ. Έδμον, πώς είναι άξιοι καταφρονήσεως, όσοι

παρ' αξίαν έχουν ισχύν στην κοινωνία. Μα γιατί να δείχνωμε τα

φρονήματα μας γιαυτούς, ενώ μπορούμε έχοντες την εύνοιάν των να τα

μεταχειριστούμε για να βοηθήσουμε αναξιοπαθούντας ομοίους μας; Η

αυστηρά παρρησία αυτούς μεν τους καγκελώνει γύρο με την κολακεία,

από δε τους καλοθελητάς αφαιρεί κάθε μέσον να κάνουν το καλό.

— Όχι! η αρετή δεν πραγματεύεται. Όποιος το κάνει θα πει πως δεν

την έχει γνωρίσει.

— Είναι κίνδυνος, αν πάμε έτσι να μη βρη κανένας το δρόμο του

Παραδείσου.

— Αι γνώμαι του κ. Πρίορ είναι αυστηραί, αλλ' ομοιάζουν με τους

επιστάτας της κοινής ευταξίας ουσσάρους, οι οποίοι χτυπούν δυνατά

το μαστίγιον δεξιά κιαριστερά, με σκοπόν πάντοτε να κρατήσουν την

τάξη.

Είδαν εμπρός τους ένα άνθρωπον γέροντα, ένα αόμματον.

— Να ο Οσσιανός, εφώναξε ο ευφάνταστος κ. Πρίορ. Τέλειος

Οσσιανός. Έτσι επλανάτο σαυτά τα μέρη. Και μετ' ολίγον επρόσθεσε

ένθους . . .

— Αχ ας είχα την δύναμιν να τον ζωγραφήσω!

— Καλύτερα μου φαίνεται να τον βοηθήσουμε παρά να τον

ζωγραφήσουμε, είπε ο Έδμον. Και χωρίς πολλάς διατυπώσεις έτρεξε

προς τον δυστυχή ανάμεσα εις βράχους παγωμένους και ολισθηρούς,

εις χαράδρας και ρύακας. Τέλος τον έφθασε· τον επήρε στον βραχίονά

του, τον κατέβασε σιγά και προσεχτικά σαν υιός φιλόστοργος, τον

έφερε δε εις τον απέναντι φαινόμενον δημόσιον δρόμον, και τον

παρηκολούθησεν ακόμη ολίγον, έως ότου έγιναν άφαντοι και οι δύο.

Οι άλλοι αφού τον επερίμειναν αρκετά, επί τέλους εβαρέθηκαν, διότι

ο Έδμον αργούσε να φανή. Και ήρχισαν σιγά σιγά να προχωρούν προς

τον πύργον, υποθέτοντες ότι και εκείνος από άλλην διεύθυνσιν έλαβε

την προς τον πύργον άγουσαν.

Η Μαλβίνα έλαβε πολύ ενδιαφέρον διά την γενναίαν προθυμίαν του

Έδμον προς βοήθειαν των αδυνάτων. Κεσκέπτετο ότι οι εμπράκτως

ασκούντες την αρετήν είναι οι ολιγώτερον περί αρετής κοπτόμενοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

ΑΝΗΣΥΧΙΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.

Εις τον πύργον δεν ηύραν τον Έδμον. Άργησαν επίτηδες το γεύμα.

Εκείνος δεν εφάνη. Όλοι απορούσαν διά την βραδύτητα. Η Μαλβίνα,

δεν της έκαμνε καρδιά, ναναβή στο διαμέρισμα της. Ήταν ανήσυχη. Η

ημέρα έκλεινε προς την δύσιν της. Ο Έδμον ακόμη να φανή! Ενύκτωσε.

Η Μαλβίνα δεν εβάστηξε πλέον.

— Ίσως περιεπλανήθη κέχασε τον δρόμον. Ίσως την στιγμήν αυτήν δεν

έχει πού να καταφύγη. Διατί τάχα να μη σταλούν άνθρωποι προς

αναζήτησίν του;

— Πέφτει χιόνι πολύ. Δεν πιστεύω νάχει κανένας κουράγιο να βγη

τέτοιαν ώρα· είπε ο κ. Πρίορ.

— Και πώς πάλι ναφίσουμε τον κ. Έδμον, εκτεθειμένον έτσι; Τις

οίδε αν δεν κινδυνεύη να καταπλακωθή υπό της χιόνος; Ένας τόσο

γενναίος άνθρωπος πρέπει να χαθή, για την καλή του προαίρεση;

Ο κ. Πρίορ ελυπήθη περισσότερον την Μαλβίναν, που δεν ημπορούσε να

κρύψη την υπερβολική της συγκίνησιν, παρά τον κ. Έδμον.

— Θέλετε λοιπόν να συνάξω τους υπηρέτας του πύργου και να τρέξω

μαζί των προς αναζήτησίν του;

— Αι, κ. Πρίορ, απεκρίθη με πικρίαν η Μαλβίνα, ο σερ Έδμον, αν

επρόκειτο να σας συνδράμη, δεν θα επερίμενε βέβαια την ιδικήν μου

άδειαν.

Ο κ. Πρίορ επληγώθη ολίγον από αυτήν την απάντησιν. Αλλ' εκινήθη

προς δράσιν. Επενέβη η κ. Μπιρτών.

— Βλέπω, είπεν, ότι η εξαδέλφη μου ευρίσκεται εις παραζάλην και

δεν μου φαίνεται παράδοξον ότι και οι δύο σας ζητείται να βάλετε

εις κίνησιν τους υπηρέτας μου, χωρίς καν τυπικώς να ζητήσετε την

συγκατάθεσίν μου, πράγμα βέβαια που δεν ενδιαφέρει ουσιαστικώς.

Μενδιαφέρει όμως η ησυχία των ανθρώπων μου, τους οποίους

απερίσκεπτα θέλετε να εκθέσετε εις κακοπαθείας, αι οποίαι καθόλου

δεν θα ωφελήσουν τον ανεψιόν μου. Εκείνος γνωρίζει καλά τους

τόπους αυτούς. Δεν θα έχη κάμει την αφροσύνην να εκτεθή εις

προφανή κίνδυνον, θα περάση την νύκτα εις την καλύβην κανενός

χωρικού.

— Και αν όχι; είπε με συγκίνησιν η Μαλβίνα.

— Φιλτάτη; προς τι πάλιν η τόση ορμή της ευαισθησίας σας; Αληθώς

είμεθα πεπεισμένοι αρκούντως περί αυτής και νέα τεκμήρια εκ μέρους

σας θα ήσαν οχληρά και εις εσάς και εις ημάς.

— Νομίζετε λοιπόν ότι το κάμνω προς επίδειξιν ευαισθησίας την

στιγμήν που κινδυνεύει ένας άνθρωπος τόσον γενναιόφρων!

Η κ. Μπιρτών σκεφθείσα ωριμότερον έκρινεν ότι δεν εσύμφερε να

δείξη περισσοτέραν κακίαν και απήντησεν ησυχότερον.

— Ενδέχεται να έσφαλα στην κρίση μου. Αλλά νομίζω ότι και εγώ

αρκετά αγαπώ τον ανεψιόν μου,

Η Μαλβίνα βλέπουσα το ανωφελές της επιμονής της, εσιώπησε.

Ήτο πολύ αργά, όταν διέλυσαν την συναναστροφήν. Η Μαλβίνα ανέβη

στο δωμάτιον της κατεχομένη από μερίμνας αλγεινοτάτας. Έστειλε την

Τομκίνα να ησυχάση και έμεινε μόνη κοντά στην θερμάστρα του

κοιτώνος της. Η ανησυχία την κρατούσε άυπνην και η ταραχή την

εμπόδιζε από κάθε ασχολίαν. Ετρόμαζε τον σφοδρόν αέρα, που τον

άκουε να βογγά στη στέγη και να τρίζει στα παράθυρα. Εσηκώνετο

ανήσυχη, έβλεπεν έξω, ότι έπεφτε χιόνι. Εφαντάζετο πόσο παχύ θα

ήταν έξω το στρώμα της χιόνος και πόσο ο Έδμον θα εκινδύνευε να

παραχωθή. Άκουε τις βοές των χειμάρρων και των γλαυκών τις κραυγές

και της εφαίνοντο ως οδυνηραί προσκλήσεις ανθρώπου κινδυνεύοντος.

Έκλαιε και παρακαλούσε τον Θεόν διά την ζωήν του κ. Έδμον. Και

τόσον φυσική της εφαίνοτο η συγκίνησίς της αυτή, ώστε δεν εζήτησε

να εξετάση της ξεχωριστής αυτής συγκινήσεώς της την αιτίαν.

Είχεν ήδη εξημερώση. Η Μαλβίνα κουρασμένη από την συγκίνησιν και

την αγρυπνίαν εξαπλώθη σέναν καναπέ. Η κόπωσις της έφερε ύπνον

ταραγμένον με όνειρα αλλόκοτα.

Μετ' ολίγον την εξύπνησεν ο κώδων της εισόδου, ο οποίος αντήχησε

καθ' όλον τον πύργον. Εσηκώθη με λαχτάραν και έτρεξεν εις το

παράθυρον, από το οποίον εφαίνετο η αυλή. Είδεν εκείθεν τον κ.

Έδμον βουτημένον εις το χιόνι και οι υπηρέται τον ετριγύριζον και

προσπαθούσαν να του δώσουν τας πρώτας βοηθείας. Η ψυχή της ησύχασε

και άφισε μικράν κραυγήν χαράς. Έκλαυσε από ευγνωμοσύνην προς την

θείαν Πρόνοιαν, ήτις τον έσωσε και της εξέφρασε τας ενδομύχους

ευχαριστίας της.

Ενώ εσυλλογίζετο να καταβή και η ίδια προς συνάντησίν του διά να

μην εύρουν καιρόν αι κυρίαι Μέλμορ να φλυαρήσουν προς αυτόν διά

την χθες βραδινήν ανησυχίαν της και τον κάμουν να υποψιασθή άλλο

τι παρά την κοινήν προς κινδυνεύοντα συμπάθειαν, αίφνης ανοίγει η

θύρα και εμφανίζεται ο κ. Έδμον κατάβρεκτα έχων τα φορέματα και

ακατάστατον την περιβολήν. Το πρόσωπόν του ήτο ωχρό και

κουρασμένο, αλλά φως από τα μάτια σου έλαμπε και χάρις επάνω του

ήτο πολλή.

— Κυρία μου, της είπε, με συνεκίνησε πολύ το ενδιαφέρον που

εδείξατε για μένα, όπως μου είπαν. Η ευγενής ψυχή σας λοιπόν δεν

απαξιοί να φροντίζη και δι' εμένα! Η είδησις αυτή, της οποίας ούτε

την ελπίδα δεν θα ετολμούσα να συλλάβω κατά διάνοιαν, μου έκαμε

προσφιλείς τας κακοπαθείας μου. Ομολογήσατέ το λοιπόν και ενώπιόν

μου, ότι με συλλογίζεσθε και απόντα.

Έλαβε το χέρι της περιπαθώς και ατένισε τα μάτια του στα δικά της

με τέτοια γλύκα, που την έκαμε να κοκκινίση.

— Ναι, είπε με αιδημοσύνην, ήμουν ανήσυχη αλήθεια. . . . και

ποιος ημπορούσε να μην είναι . . . . η νύχτα ήταν τόσο φοβερή!

Έξαφνα εμβήκε ορμητικώς μέσα η δεσποινίς Μέλμορ.

— Εύγε την προθυμίαν σας, σερ Έδμον! ανέκραξε, μόλις σας το

είπαμε και τρέξατε να παύσετε τας ανυσηχίας της. Σας περιέγραψε

λοιπόν τας μερίμνας της με τρόπον ευαίσθητον; Α τι βλέπω; το

στρώμα της ανέγγιχτο, δεν εκοιμήθη καθόλου λοιπόν απόψε! Τωόντι

αδύνατον να προβή περαιτέρω η συμπάθεια. Φαίνεται κιαπό την όψιν

της, δεν είναι καθόλου χαρίεσσα σήμερα.

— Το εναντίο μάλιστα ποτέ δεν ήταν τόσον ωραία, όσον σήμερα, είπε

θεωρών αυτήν με τρυφερότητα ο σερ Έδμον.

Η Μαλβίνα εφαίνετο θορυβημένη και δεν ήξαιρε τι να απαντήση. Αλλά

η Κίττη επρασίνισε από ζήλεια. Την προσοχήν του κ. Έδμον την είχεν

απορροφημένην η ελπίδα ότι ημπορούσε ναγαπηθή από την Μαλβίναν. Η

αμηχανία της, η κοκκινίλα της, ήσαν θεάματα τερπνά και θελκτικά

δι' αυτόν.

Απέναντί της ήτο ευσυνείδητος. Δεν ήθελε ηδονήν αποκτωμένην με

θυσίαν εκ μέρους της φιλτάτης εκείνης ψυχής. Προσεπάθησε να μη

φανή ότι εννόησε την ταραχήν της και κρύπτων την χαράν του έσπευσε

να της ζητήση συγγνώμην ότι αρκετά κατεχράσθη την καλωσύνην της. —

Ο ίδιος ήθελε να πιστεύη ότι μάλλον την αδυναμίαν της. — Και

εξήλθεν ακολουθούμενος υπό της οχληράς δεσποινίδος Μέλμορ.

Μίαν άλλην ημέραν, όταν ευρέθη μόνη η Μαλβίνα με τον κ. Έδμον,

ετόλμησε να τον ερωτήση διά την περιπλάνησιν εκείνην.

— Αλήθεια επεράσατε στο δρόμο μέρος της νυκτός;

— Αϊ, ναι! είπε, το χιόνι και η ανεμοζάλη δεν μπορούσαν να

μεμποδίσουν νάρθω κοντά στη φίλη μου το γρηγορώτερο. Τα λόγια αυτά

δεν ωμοίαζον τας κοινάς φιλοφρονήσεις του κ. Έδμον προς τας

ερωμένας του, έβγαιναν από την καρδιά του. Αλλ' η Μαλβίνα έχουσα

υπ' όψει την Κίττη δεν το πιστεύει και αναστενάζει απ' τον καημό

της ότι την θεωρεί και αυτήν μίαν από τας συνήθεις γυναίκας.

Έπειτα σιγή επικρατεί.

Ο στεναγμός αυτός δεν διέφυγε τον κ. Έδμον. Ζητεί να μαντεύση την

σιωπήν της.

— Τι συλλογίζεσθε; της λέγει, ήθελα να εμβαθύνω στην καρδιά σας.

— Και τι άλλο θα βλέπατε εκεί από θλίψιν! Όσο βλέπω ψευδόμενον

τον κόσμον τόσο περισσότερον αισθάνομαι την στέρησιν της φίλης

μου.

Ο κ. Έδμον εκατάλαβε ότι δι' αυτόν ήτο ο υπαινιγμός.

— Δεν πιστεύετε λοιπόν, ότι υπάρχει και άλλο συναίσθημα εκτός της

φιλίας, γλυκύτερον και θελκτικώτερον, το οποίον τόσον υπερτερεί

την φιλίαν, όσον η αληθινή ευδαιμονία υπερέχει από την απλήν

ανάπαυσιν!

— Εγώ έχω ορκισθή να μη γνωρίσω αυτό το άλλο συναίσθημα.

— Αμαρτήσατε να δώσετε τέτοιον όρκο, και περισσότερο θα

αμαρτήσετε, αν τον φυλάξετε. Άλλως τε τα συναισθήματα δεν

εξαρτώνται από την θέλησίν μας.

— Φθάνει, είπε η Μαλβίνα, ο χαρακτήρ σας δεν σηκώνει σοβαρώτερα.

— Υποθέτετε λοιπόν, είπε μετά πικρίας ο κ. Έδμον, ότι δεν μπορώ

τελοσπάντων να είμαι και σοβαρός από καμιά φορά; Σας βεβαιώνω,

υπάρχουν μερικά περιστατικά, που συγκινούν εμένα περισσότερο από

κάθε άλλον.

— Τότε χαρά στην δεσποινίδα Κίττη, είπε η Μαλβίνα με χαμόγελο.

— Η Κίττη! έκραξε έκπληκτος. Και τι σχέση έχει η Κίττη; Βλέπω,

κυρία μου. ότι με έχουν διαβάλει . . . .

— Γιατί να σας διαβάλουν; Είναι τόσο χαριτωμένη, ποιός ημπορεί να

σας κατηγορήση για μια τέτοιαν εκλογή.

— Δεν έχω σκοπό βέβαια ναρνηθώ τις χάρες και τα θέλγητρα της

νέας, αλλά σας βεβαιώνω, κυρία μου, εάν . . .

— Και όμως, είσθε νομίζω ο μόνος εδώ, ο οποίος αρνείσθε το

γεγονός.

— Είναι λυπηρόν, αν το πιστεύη η Κίττη, αλλά θα ελυπούμην πολύ

περισσότερο, αν μάθαινα πώς το θεωρεί σωστό και η κ. Σορκή. Η ιδία

έχετε παρατηρήσει τάχα την υποτιθεμένην αυτήν κλίσιν μου;

— «Ο κόσμος τόχει τούμπανο . . . . »

— Και ποιος τόχει αυτός ο κόσμος;

— Όλοι σας βλέπουν. Αλλά απορώ, γιατί τάχα αρνείσθε σαν νάναι

έγκλημα μία κλίσις τόσο φυσική. Η μις Μέλμον έχει όλες τις χάρες

και χαρακτήρα φαιδρό σαν το δικό σας.

— Αχ ναι αυτό είναι που με κατηγορούν όλοι· φαιδρός μέχρις

ελαφρότητος. Έχω μέσ' στην ψυχή, πιστέψετέ με, κυρία κάθε τι που

χρειάζεται διά να είμαι σοβαρός, όταν θελήσω.

Ιδού η ψυχολογική αιτία, που ήταν επικίνδυνη στη Μαλβίνα, χωρίς

αυτή να το καταλάβη: Όταν μία γυναίκα έχει τέτοια μιαν επίδραση

εις ένα χαρακτήρα ελαφρόν και φιλοπαίγμονα, ώστε να κατορθώση να

τον μεταβάλη και να τον καταστήση σοβαρόν και ευσταθή, η γυναίκα

εκείνη δεν μπορεί να καυχηθή, ότι της είναι αδιάφορος ο άνδρας,

που υπέστη την τοιαύτην επίδρασίν της.

Το κατάντημα της συνδιαλέξεως εκείνης ήτο, ότι η Μαλβίνα ήρχισε να

συλλαμβάνεται χωρίς να θέλη, χωρίς καν να το εννοήση εις του

έρωτος τας μυστικάς πλεκτάνας. Ήτο σύννους το υπόλοιπον της

εσπέρας. Ακόμη περισσότερον την άλλην ημέραν.

Η ανάμνησις της μις Χέριντεν, που την επροφύλαττε, άρχισε να

υποχωρή. Η φύσις εξασκεί τα δικαιώματά της τα απαράγραπτα. Το αίμα

της φέρεται βιαιότερα προς την καρδίαν, έν και μόνον πρόσωπον

κατέχει τώρα ολόκληρον την ύπαρξίν της. Ωστόσο δεν υποψιάζεται

ακόμη το πάθος της. Όταν το εννοήση, δεν θα είναι πλέον καιρός να

το εκριζώση. Ο έρως είναι μάγος, εξασκεί γοητείας και θέλγητρα

ακαταμάχητα γλυκά για να κυριεύση την ψυχήν. Την αποκοιμίζει και

την σύρει εις το δίκτυόν του· όταν εκείνη εξυπνήση, είναι πλέον

από παντού περιτυλιγμένη και παραδίδεται χωρίς αντίστασιν.

Ποιος ημπορούσε να προφυλάξη την νεαράν γυναίκα από τέτοιον

κίνδυνον; Η πείρα; Αλλά δεν την είχεν αποκτήσει εισέτι. Η φιλία;

αλλά δεν την είχε πλέον. Η μις Κλαίρη Χέριντεν είχεν αποθάνει ήδη,

ο δε κ. Πρίορ ήτο άνδρας και φιλία μεταξύ ανδρός και γυναικός εις

τοιαύτας περιστάσεις ουδέποτε ηυδοκίμησε.

Από τους άνδρας ακόμη λείπει η λεπτή αίσθησις, που προνοεί όσα

θέλομε να πούμε και μαντεύει όσα δεν τολμούμε να ομολογήσουμε, που

νουθετεί και δεν εκθέτει.

Έπειτα ο κ. Πρίορ δεν ημπορούσε να συμβιβάση εις την μονοκόμματην

ψυχήν του, πώς ήτο δυνατόν ναγαπήση η Μαλβίνα τον κ. Έδμον, αφού

δεν συνεννοούντο αι καρδίαι των.

Και όμως πολλές φορές συμβαίνει, ώστε οι αντίθετοι χαρακτήρες να

συνδεθούν τόσον σφιχτά, που μόνος ο θάνατος να διασπάση την αγάπην

των.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΠΟΥ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ

Πολύ σπάνια συνέβαινε να ευρεθή ο κ. Έδμον μόνος με την Μαλβίναν.

Αυτή δεν ήταν πλέον αποτραβηγμένη όπως πρωτύτερα. Αλλ' ήταν

απασχολημένη με της Φανής την αγωγήν.

Όταν κατέβαινεν εις την αίθουσαν, ποτέ δεν έλειπαν από εκεί ούτε η

κ. Μπιρτών, ούτε η Κίττη.

Αν φυσικά η παρουσία ξένου προσώπου, έστω και αδιαφόρου, στενοχωρή

τους ερωτευμένους, πολύ περισσότερον βέβαια θα τους στενοχωρούν οι

ενδιαφερόμενοι εναντίον του έρωτός των.

Η ανήσυχη φιλοτιμία της κ. Μπιρτών, η ζηλιάρικη περιέργεια της μις

Κίττης κατεσκόπευαν κάθε κίνημα του κ. Έδμον και παρεξηγούσαν με

χαιρεκακίαν κάθε αθώα εκδήλωση της καλής Μαλβίνας.

Άν ποτε εκάθητο κοντά εις τον κ. Έδμον κατά τύχην, κακόβουλον

βλέμμα της κ. Μπιρτών την έκαμνε να κοκκινίζη. Αν ο κ. Έδμον

έδραττε την ευκαιρίαν να της πη κάτι, η μις Κίττη έχωνε ανάμεσά

των την κεφαλήν της και υπέκλεπτε την απάντησιν.

Ωστόσο η Μαλβίνα, χωρίς να το εννοή, όχι μόνον δεν απέφευγε πλέον

τον κ. Έδμον, αλλά επεδίωκε μάλιστα να ευρίσκεται μόνη με αυτόν,

πότε καταβαίνουσα ενωρύτερα, πότε αποχωρούσα αργότερα. Και ναι μεν

τα ίδια του έλεγε και όταν ήσαν μόνοι, οποία και όταν

παρευρίσκοντο και άλλοι, αλλά δεν του τα έλεγε βέβαια με τον ίδιον

τρόπον.

Όταν η γυναίκα είναι μονάχη με τον αγαπημένον της, αλλάζει

έκφρασιν χωρίς να το υποψιάζεται καν. Μένα μονάχο βλέμμα της

κάμνει να γίνη καταληπτός ο στοχασμός της, πράγμα που το αποφεύγει

επιμελώς, όταν είναι και άλλοι παρόντες.

Αλλά ο κ. Έδμον δεν ημπορούσε να υποφέρη τον μοχθηρόν έλεγχον της

κ. Μπιρτών, ούτε την οχληράν τυραννίαν της μις Κίττης.

Μη ων συνηθισμένος να νικά τον εαυτόν του, και ακόμη ολιγώτερον να

κρύπτη την κλίσιν του προς την γυναίκα που του ήρεσκε, απεφάσισε

ναπομακρύνη τον ευκολώτερον εχθρόν. Έπρεπε λοιπόν να λείψη η

Κίττη, απέναντι της οποίας ήτο και κάπως υπεύθυνος.

Ο προς την Κίττη προσποιητός έρως δεν εφόβισε την παμπόνηρη κ.

Μπιρτών, εκείνη ήξαιρε ποίαν έπρεπε να φοβήται. Τότε αυτός

μετεχειρίσθη άλλο τέχνασμα διά να φέρη τας δύο εις διάστασιν.

Υπέβαλλεν εις την μεταιόφρονα δεσποινίδα ιδέας υψηλοφροσύνης και

ανεξαρτησίας, τας οποίας αυτή προσεπάθει να επιδεικνύει κυνικώς

προ της κ. Μπιρτών. Ελπίζουσα ότι θα γίνη κυρία Σέυμουρ και ότι

δεν έχει πλέον την ανάγκην της προστάτιδός της, έπαυσε το λοιπόν

να κολακεύη την φιλαυτίαν της, καταφρονούσε υπερήφανα την εξουσίαν

της, και την επροκαλούσε τρόπον τινά.

Η κ. Μπιρτών ησθάνθη την ανάγκην προς ησυχίαν της να ταπεινώση την

Κίττην· όχι πως εφοβείτο μήπως την πάρη γυναίκα του ο ανεψιός της,

αλλά δεν ημπορούσε να χωνέψη το προπετές ύφος της, που ανέπτυξε

τελευταία από την ελπίδα πώς θα πάρη τον κ. Έδμον σύζυγόν της.

Ηύρε λοιπόν ευθύς ένα άνδρα δυνάμει κάποιας προίκας που της έδιδε,

και εφώναξεν, ιδιαιτέρως από την κόρην, την μητέρα της εμπρός εις

τον κ. Έδμον μάλιστα. Της ωμίλησε παστρικά και ξάστερα, ή να πείση

την Κίττη να δεχθή αμέσως τον προτεινόμενον γάμον, ή να φύγη

αμέσως με την κόρην της και να μην τις ξαναϊδή πλέον.

Ο κ. Έδμον, που δεν ήλπιζε να καρποφορήση τόσο γρήγορα το τέχνασμά

του, εξεπλάγη και έκρυψε τα πρόσωπο με τα χέρια του υποκρινόμενος

ότι λυπείται για να κρύψη τη χαρά του.

Η κ. Μέλμορ, που άκουε τα λόγια της κόρης της και επίστευε ότι

μετ' ολίγον θα εγίνετο η ευτυχής πενθερά του σερ Έδμον Σέυμορ,

έμεινε ξερή και άλαλη. Απορούσε δε περισσότερον, διατί ο κ. Έδμον

δεν διεμαρτύρετο. Το μικρό μυαλό της εστάθη ολότελα και εδέθη η

γλώσσα της από φόβον μήπως εκδιωχθή εκ του πύργου.

Η κ. Μπιρτών, η οποία ποτέ δεν την είδε απειθούσαν εις τα λεγόμενά

της, βλέπουσα τον δισταγμόν της ήδη, επανέλαβεν εντονώτερον την

προσταγήν της.

— Ενόμιζα . . . ενόμιζα, κυρία . . . . υπέθετα, κυρία . . . .

εφανταζόμην ότι . . . . ότι ο κ. Έδμον. . . .

— Ότι η άμυαλη η κόρη σας συνέλαβε τοιαύτην ελπίδα, δυσκολεύομαι

να το εννοήσω ακόμη και τώρα, που μου το λέτε. Αλλά βλέπω ότι και

σεις είσθε μέτοχος της μωρίας και αισθάνομαι φρίκην.

Τότε η κ. Μέλμορ εστράφη προς τον κ. Έδμον και εξέσπασεν εναντίον

του.

— Διατί λοιπόν ελέγατε εις την κόρην μου ότι θα την πάρετε; Διατί

την επαίρνατε εις τον κοιτώνα σας;

Ο Έδμον εθορυβήθη βλέπων ότι η κ. Μέλμορ ήξαιρε τα διατρέξαντα. Η

κ. Μπιρτών είχε πάρει φόρα.

— Ώστε έτσι; η κόρη σας περιύβριζε τα σπίτι μου παραδιδομένη εις

παρανόμους έρωτας! . .

— Όχι! η κόρη μου είναι άμεμπτος. Σε κανέναν δεν παρεδόθη. Αλλά

διατί ο κ. Έδμον την επροσκαλούσε στην κάμαρά του και της μιλούσε

διά γαμηλίους προπαρασκευάς, χωρίς να έχη την άδειαν της θείας

του; Η κ. Μπιρτών εξεμάνη.

— Ομολογείς ότι η κόρη σου είχε την αφροσύνην να συχνάζη εις του

κ. Έδμον τον κοιτώνα και αμφιβάλλεις ακόμη πως είναι χαμένο

πρόβατο, ατιμασμένη και ανάξια να μένη στο εξής σπίτι μου!

— Ω Θεέ μου! Με κάνετε να τρέμω, κυρία, αλλά αν κάθε γυναίκα που

μένει μόνη με άντρα θεωρείται ατιμασμένη, τότε τι να πούμε για την

κ. Σορκή;

Ο κ. Έδμον εταράχθη σύσσωμος. Ταυτιά του εσφύριξαν και ησθάνθη την

καρδιά του να χτυπά δυνατότερα. Δεν ωμίλησε όμως. Αλλά η κ.

Μπιρτών;

— Για όνομα Θεού, εφώναξε, εξηγηθείτε περί τίνος πρόκειται; Αυτή

η σεμνή, αυτή η σοβαρή! Η κ. Μέλμορ εθορυβήθη.

— Δεν λέγω βέβαια ότι γνωρίζω τίποτε. Αλλά ο κ. Πρίορ κάθε πρωί

εμβαίνει στο σπίτι της και μένει εκεί δύο ώρες το λιγώτερο.

Τάχουνε πολύ καλά μαζί και . . .

— Αφού έχουν εμένα εδώ πρότυπον, δεν περιστέλλουν λοιπόν την

αναίδειαν! εφώναξε φρενιασμένη η κ. Μπιρτών. Δεν έμεινε πλέον

αρετή εις τον κόσμον!

Ο κ. Έδμον, που πολύ λίγο φρόντιζε για της θείας του την αρετή,

ερώτησε την κ. Μέλμορ, με ποίαν πρόφασιν ο κ. Πρίορ συχνάζει ατής

κ. Σορκή;

— Προφασίζεται, είπεν η κ. Μέλμορ ότι της παραδίδει μάθημα.

— Τι μάθημα! . . .

— Κύριος οίδε.

— Βρώμια λόγια! είπε. Αλλά η καρδιά του εσπαράχθη από ζήλεια.

Ωστόσο δεν υπέφερε να την βρίζουν ενώπιόν του.

Εν τούτοις η κ. Μπιρτών είπε με απορίαν.

— Και γιατί τάχα την υπερασπίζεσαι; Βέβαια ο κ. Πρίορ είναι άξιος

πάσης υπολήψεως, ούτε αυτή ομοιάζει την Κίττη. Αλλ' οπωσδήποτε

παρέβλεψαν τους τύπους της ευπρεπείας. Έπειτα εστράφη αμέσως προς

την κ. Μέλμορ.

— Για την κόρη σου, της είπε, τότε μόνον θα παραβλέψω, όταν μου

υπακούση αμέσως και χωρίς την ελαχίστην αντίρρησιν. Άλλως πικρά θα

μετανοήση και ξαίρε το.

Τρέμουσα η κ. Μέλμορ εβεβαίωσε την κ. Μπιρτών ότι η θυγατέρα της

δεν θα φέρη καμίαν αντίρησιν, αλλά θα υπακούση προθύμως.

Ο κ. Έδμον τότε διά να αποφύγη κάθε παράπονον της Κίττης, που ήτο

φυσικόν ότι θα του έκαμνε, απεφάσισε ναναχωρήση αμέσως. Και το

εδήλωσε της θείας του.

Αυτή θέλουσα οπωσδήποτε να τον απομακρύνη, δεν εφρόντισε να

εξακριβώση την αιτίαν. Απεφασίσθη να φύγη αμέσως την άλλη μέρα.

Απεσύρθη εις τον κοιτώνα του. Ήτο ταραγμένος. Αι σχέσεις της

Μαλβίνας με τον κ. Πρίορ τον έκαμναν νευρικόν. Ήθελε να μάθη, τι

είδους σχέσεις ήσαν και ποίαν τέρψιν εύρισκεν η Μαλβίνα εις αυτάς.

Δεν περνούσε βέβαια από τον νουν του να υποψιασθή την διαγωγήν

της. Όχι. Αλλά και η ελαχίστη κλίσις της προς άλλον, έστω και η

αθωοτέρα, τον εξαγρίωνε. Του εφαίνετο κλοπή προς αυτόν. Ακόμη και

της Λαίδης Χέριντεν την μνήμην εζήλευε. Εν τούτοις ήτο ιπποτικός

και υπερήφανος και δεν κατεδέχετο να διατυπώση παράπονα. Εσπάρασσε

λοιπόν την ψυχήν του κατά μόνας χωρίς να εκφρασθή εις κανένα.

Επερίμενε τα ιλαρά βλέμματα της καλής Μαλβίνας να του μεταδώσουν

την ιλαρότητα εις την καρδίαν του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

Η ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ

Το βράδυ εμαζεύθηκαν όλοι διά το τσάι.

Η κ. Μπιρτών φύσει χαιρέκακος εχαίρετο διά την ταπείνωσιν την

οποίαν έμελλε να επιβάλη στην Κίττη, αλλά εφοβείτο την Μαλβίναν,

και εσκέπτετο πώς ναπαλλαγή και απ' αυτήν.

Η κ. Μέλμορ εφοβείτο την οργήν της κ. Μπιρτών και τον εξαγριωμόν

της θυγατρός της, όταν θα εμάνθανε τα καθέκαστα. Και έμενε σιωπηλή

υποθέτουσα ότι σκέπτεται να εύρη διέξοδον.

Ο κ. Έδμον δύσθυμος δι' όλα ακουμβούσε επάνω εις την θερμάστραν

και κρατών εφημερίδα την έβλεπε χωρίς να την διαβάζη . .

Ελυπείτο, διότι άφινε την Μαλβίναν εις τοιαύτην στιγμήν, αμφέβαλλε

δε ακόμη διά την προς αυτόν αγάπην της.

Η. Μαλβίνα εκάθητο εις την άλλην άκραν του τραπεζιού έδειχνε στη

Φανή κάτι χαλκογραφίες και τις εξηγούσε με χαμηλή φωνή.

Η Κίττη τις παρατηρούσε οκνηρά πάνου από τον ώμον της Μαλβίνας.

Ο κ. Πρίορ εβημάτιζε μέσα στην αίθουσα.

Όταν πήραν όλοι τα φλιντζάνια στο χέρι, η κ. Μπιρτών ηρώτησε τον

κ. Έδμον.

— Τι ώρα φεύγεις αύριον;

— Αμέσως μετά το πρόγευμα, απήντησεν εκείνος.

— Και για πού, παρακαλώ; είπεν η Κίττη εξαφνισθείσα.

— Στο Έδιμπουργκ, για υποθέσεις που επείγουν.

Η Μαλβίνα από την ταραχήν της έχυσε μερικάς σταγόνας τσάι στα

χεράκια της Φανής, που της έκαψαν τα δάχτυλα.

Ο κ. Έδμον το επρόσεξε.

— Και θα μείνετε πολύ; ρώτησε πάλι η Κίττη.

— Ναι πολύ. Θα γίνη ανάγκη ίσως να υπάγω και εις το Λονδίνον.

Η Μαλβίνα χωρίς να θέλη άλλαξε όψιν. Ο Έδμον την επλησίασε για να

της πάρη το φλιντζάνι· έπιασε το χέρι της και ήτανε ψυχρό. Κάθε

αμφιβολία πλέον εξαλείφθηκε από το πνεύμα του. Η Μαλβίνα τον

αγαπούσε. Εκάθησε κοντά της γεμάτος από ευγνωμοσύνην. Εκείνη

στοχάζεται ότι θα χωρισθούν και μελαγχολά. Ούτε πλέον ερωτά τον

εαυτόν της το διατί.

Μόνον επήρε στην αγκαλιά της την Φανήν και την έσφιγξε

ψιθυρίζουσα:

— Ω κόρη μου, κόρη μου!

Ως να της εζητούσε συγγνώμην, διότι άλλος ήρχετο να λάβη την

προνομιούχον θέσιν μέσα εις την καρδίαν της.

Ο Έδμον ενόησε το κίνημα και ησθάνθη τον εαυτόν του υπερήφανον ως

νικητήν.

Το σιωπηλόν αυτό δράμα μια μόνο στιγμή εβάσταξε, αλλά ήτο η στιγμή

εκείνη, που αποφασίζει των δρώντων προσώπων τας τύχας.

Στιγμή ευτυχίας ή καταστροφής, στιγμή τέλος ζωής ή θανάτου.

Την σιωπή την διέκοψε η Κίττη.

— Ως το Λονδίνο είπατε; Και ποια ανάγκη σας έκαμε να λάβετε μιαν

τέτοια απόφαση τόσον απροσδόκητη;

Η κ. Μπιρτών επενέβη.

— Μήπως σας χρεωστεί λόγον των πράξεών του ο ανεψιός μου,

δεσποινίς;

— Φαίνεται να είναι πολύ επείγοντες οι λόγοι που μαναγκάζουν να

ταξιδεύσω, αφίνων οπίσω μου τόσας ερασμίας αναμνήσεις, αι οποίαι

βέβαια θα με κάμουν να σπεύσω να τας ξαναεύρω όσο το δυνατόν

ταχύτερα.

Η κ. Μπιρτών φοβουμένη μήπως η Κίττη ή η Μαλβίνα το πάρουν επάνω

τους αυτό που είπε, τον διέκοψε.

— Μη μας συγκινείς περισσότερο με τους λόγους σου. Μας είναι

αρκετή η συγκίνησις εκ της σκέψεως, ότι δεν θα σε έχωμεν μεταξύ

μας τις οίδε πόσον; Ας κατευνάσωμεν την λύπην μας με ολίγην

μουσικήν.

— Πολύ καλά, πολύ καλά, είπεν εκείνος, ελπίζων εν τω μεταξύ να

εύρη καιρόν να είπη κατ ιδίαν δυο λέξεις στη Μαλβίνα.

— Μπας και νομίσατε πως έχω την όρεξη να σας τραγουδήσω; είπε με

προπέτειαν η Κίττη.

— Και δεν βλέπω δα τη μεγάλη ανάγκη να μας τραγουδήσετε,

δεσποινίς! είπε με τον ίδιον τόνον η κ. Μπιρτών.

Η κ. Μέλμορ έγνεψε την κόρην της να μη τεντώνη το σκοινί

περισσότερον.

— Φιλτάτη μου θεία, είπεν ο Έδμον, κάμετέ μου τη χάρη να μου

φέρετε τα νέα γαλλικά τραγούδια, που ελάβατε χθες.

Εκείνη εδίσταζε υποπτευομένη.

— Θέλω να τα κάμω δώρον εις την λαίδην Σούμεριλ, αν αξίζουν τον

κόπον, επρόσθεσεν ο Έδμον.

Αυτό έφθανε. Μετ' ολίγον τα τραγούδια ήσαν εκεί.

— Πάντοτε αυτά τα καταραμένα τα γαλλικά! είπε η Κίττη με θυμό.

— Δε βαριέσαι, Κίττη, της είπε με γλύκα ο Έδμον ιδιαιτέρως. Τι

σκοτίζεσαι γι' αυτά και για τάλλα. Δεν μπορείς να με περιμένης εδώ

έως που να τους πουλήσω όλους και να επιστρέψω κοντά σου;

Η Κίττη ιλαρύνθη και εκάθησε ήσυχη, δηλώσασα ότι δεν είχε όρεξιν

να το κουνίση απ' εκεί. Και η μητέρα της εδήλωσε ότι θα κάμη

συντροφιά της κόρης της, διότι εβαρύνετο την μουσικήν.

Ο Έδμον πλήρης χαράς ότι επέτυχε το στρατήγημά του, επρόσφερε τον

βραχίονά του προς την Μαλβίναν.

Εκείνη από την συγκίνησίν της δεν ετόλμησε ναντισταθή και αυτός

την ωδήγησε θέλοντας και μη εις την αίθουσαν της μουσικής.

Τότε η Φανή άρχισε να κλαίη. Η δε Μαλβίνα θα ηναγκάζετο να στερήση

τον Έδμον από την ευκαιρίαν που ζητούσε, ότε ως από μηχανής θεός

παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ.

— Α, κ. Πρίορ, καταπραΰνατε το κοριτσάκι αυτό που σας αγαπά ως

πατέρα. Περιποιηθήτε το ως να είσθε πράγματι.

Ο κ. Πρίορ εκολακεύθη από το φιλοφρόνημα αυτό, γενόμενον τόσον

γενναιοφρόνως ενώπιον της Μαλβίνας και γνωρίζων ότι μαυτόν τον

τρόπον γίνεται προσφιλής προς αυτήν, επήγε και πήρε την Φανή στην

αγκαλιά του και την έφερε στον κοιτώνα της.

Έτσι ο Έδμων κατώρθωσε τέλος να μείνη μόνος με την Μαλβίναν και

την παρεκάλεσε να καθίση εμπρός στο πιάνο.

Εκείνη υπήκουσε ως άψυχη μηχανή και αυτός άνοιξε την Όπερα

«Armida» προς το τέλος και άρχισε να τραγουδή με περιπάθεια το

— «Φεύγω, Αρμίδα, έχε υγεία».

Αυτό αύξησε την ταραχή της Μαλβίνας, γιατί ήταν τόσο ταιριαστό με

την περίσταση και δε βάσταξε πια τα δάκρυά της.

Ο Έδμον γεμάτος χαρά ανυπόκριτη κόλλησε τα χείλια του στα χέρι της

και φώναξε με ζέση:

— Αν απ' αλήθεια η αναχώρησίς μου δεν σας είναι όλως διόλου

αδιάφορο πράγμα, πρέπει να κρίνετε πόσο πικρό είναι σ' εμένα

ναπομακρυνθώ από σας πριν να τολμήσω μηδέ τι μου εμπνέεται να σας

εκφράσω, μηδέ τι αισθάνεσθε να σας ερωτήσω. Σ' εμένα που σας αφίνω

να περιστοιχίζεσθε από τόσες κακές προλήψεις για τον χαρακτήρα μου

. . — Και όμως ο χαρακτήρ μου αυτός είχε ανάγκην μόνον καρδίας

αξίας των καθαρών φλογών, υπό των οποίων εφλέγετο η ιδική μου και

δεν ηύρε ως τώρα τοιαύτην. — Σεμένα τέλος που σας αφίνω κοντά σε

άνδρα ενάρετον και εράσμιον, άξιον δε να σας εκτιμήση και τον

οποίον . . . μόνον δέχεσθε καθ' εκάστην στο σπίτι σας!

— Έκαμα λοιπόν άσχημα να τον δέχωμαι: ηρώτησε με ταραχήν η

Μαλβίνα.

— Κακόν εσύ δεν έχεις κάμει ποτέ! εμένα όμως μαυτό μπορείς να με

κάμης να λυπούμαι.

— Αχ κ εγώ δεν ήθελα να σας κάμω ποτέ να λυπηθήτε, είπε η Μαλβίνα

παρασυρομένη.

Ο Έδμον κατεγοητεύθη από τη φράση που της ξέφυγε, κιακόμα

περισσότερο από τον τρόπο που την πρόφερε. Αλλά πριν προφθάση να

της ανοίξη το θησαυρό της ψυχής του, εμπήκε μέσα στην αίθουσα ο κ.

Πρίορ.

Η Μαλβίνα πολύ λίγο συνηθισμένη να προσποιήται, ήθελε τα χάσει,

αλλά ο δεινός εκείνος περί τα τοιαύτα Έδμον άλλαξε αιφνιδίως και

φυσικώς την ομιλίαν, ούτως ώστε και η ιδία η Μαλβίνα ευρέθη

ελαφρωμένη και υπό νέαν όλως ψυχολογικήν κατάστασιν, ώστε

κατώρθωσε ευκόλως να μη προδοθή αμέσως και σκύψασα ησύχως

εφυλλομετρούσε τα τετράδια της μουσικής προσποιουμένη ότι προσέχει

εις αυτά.

Όταν όμως ο κ. Πρίορ ήλθε κοντά της, παρετήρησε την ωχρότητα της

και την ηρώτησε με ενδιαφέρον.

— Τι έχετε; μου φαίνεσθε χλωμή κάπως· μήπως πάσχετε;

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε από εντροπήν. Ενόμιζε ότι όλος ο κόσμος

εμάντευσε τα αισθήματά της· πως εδιάβαζαν πλέον στο βλέμμα της

ό,τι εκείνη ανεκάλυπτε συμβαίνον εις την καρδίαν της.

Αλλά κατόπιν απήντησε ότι δεν έχει τίποτε και είναι όπως πάντοτε.

Εν τω μεταξύ εισήλθε και η κ. Μπιρτών, η δε Μαλβίνα άρχισε το

τραγούδι. Εν τούτοις τέτοια ήτο η ψυχολογική κατάστασις του

καθενός, ώστε εις παν άλλο ή εις την μουσικήν είχαν την προσοχήν

των και τραγουδούντες και ακούοντες.

Η κ. Μπιρτών χωρίς όρεξη τράβηξε εν τω μεταξύ ένα τετράδιον και

είπε χασμωμένη ότι αυτά είναι συνθέματα γυναικός.

Ο κ. Πρίορ την παρεκάλεσε τότε να τους πη και κανένα από της

ομοεθνούς ποιητρίας τα τραγούδια.

Η Μαλβίνα ακουσίως προσέβλεψε προς τον Έδμον.

Εκείνος μειδιάσας αυταρέσκως, έβαλε εμπρός της τα τετράδιον. Η

Μαλβίνα άρχισε να ψάλη με προθυμίαν τώρα:

_Φεύγεις, καλέ μου; — Εγώ θρηνώ, ότι μόνη

μακρυά από σε η καρδιά μου θα ραγίση.

Του χωρισμού η στιγμή οϊμέ ζυγώνει,

Ποιος ξαίρει για πάντα αν δε μας χωρίση!

Μέσα μου τώρα ο πόθος γιγαντώνει

για να σου πω πόσο έχω αγαπήσει

και κλαίω. Ο χρόνος που όλα τα ησκιώνει

μονάχα τον καημό μου δεν θα σβύση.

Στάσου στερνή φορά να σ' αντικρύσω

και δέξου απ' την ψυχή μου μνήμης δώρα

τα τραγούδια του πόνου που με δέρνει.

Μην τα ξεχνάς. Κιόταν ξανάρθης πίσω,

Όσες πίκρες με φαρμακώνουν τώρα

διπλές χαρές η όψη σου θα μου φέρνη._

Τόσο δυνατά οι στίχοι αυτοί εκλόνισαν την ψυχήν της, ώστε η φωνή

της έτρεμε.

— Ας παύσωμεν, της είπεν η κ. Μπιρτών, δεν είσθε τόσον καλά

σήμερα. Ποτέ δεν ετραγουδίσατε τόσο άσχημα.

Ωστόσο ο Έδμον την είδε με μίαν ιλαρότητα, που την έκαμε να

ησυχάση.

Έπειτα επλησίασε και προσποιούμενος ότι μουρμουρίζει τα προ αυτής

τραγούδια της είπε:

— Για μένα ο ήχος της φωνής σου είναι η χαρά του ουρανού. Ευτυχής

ο θνητός τον οποίον θα προτιμήσης! Μαφίνης να φύγω χωρίς ελπίδα

. . . ένα βλέμμα σου, μια λέξις σου μπορούν να με υψώσουν στους

ουρανούς!

Η Μαλβίνα χαμήλωσε τα μάτια και δεν είπε λέξη.

Μα υπάρχουν περιστάσεις που η σιωπή λέγει περισσότερα από τα

λόγια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος · 第 6 / 10 题