ΠΟIHT.

Εδώ δεν είναι μεταφορά καμμία, εδώ δεν είναι καμμία φράση

δεινή, και εις τούτους τους τρεις στίχους ο Ποιητής ακολούθησε

τον λαό· μάλιστα είναι καλό να παρατηρήσουμε πως εκείνο το _con

meco_, οπού οι Ιταλοί το βρίσκουν σωστότατο, δεν ημπορεί να

προέρχεται παρά από τον κοινό λαό, γιατί ο συγγραφέας αφ'

εαυτού του δεν τολμάει να το κάμη και ως προς τούτο, θυμήσου,

το δω του Ομήρου, το ca' του Δάντη, και άλλα τέτοια πλήθος, και

για να πληροφορηθής πως ο συγγραφέας δεν είναι εκείνος οπού τα

πλάττει, βάλε και εσύ, κατά μίμησιν, αντί για _ψωμί, ψώ_, να

ιδούμε τι απόκριση λαβαίνεις από τους άλλους.

ΣΟΦ.

Εις ποίαις περίστασαις ο ποιητής δεν ακολουθάει 'ς ταις φράσαις

του τον λαό;

ΠΟΙΗΤ.

Εις πολλαίς όμως και εις αυταίς πρέπει οι φράσαις του να έχουν

κάποιαν αναλογία με ταις άλλαις, οπού υπάρχουν _E questa e l'

altre mossero a sua danza — Ε quasi velocissime faville· Mi si

velàr di subita distanza_ — 'Σ τους πρώτους δύο στίχους οι

φράσαις του ποιητή είναι φράσαις του λαού, 'ς τον τρίτον όχι,

και έχει τέχνην καλήν η μορφή των λέξεων, μ' όλον τούτο είναι

πάντοτε η ίδια. I' venni in loco d' ogni luce muto· αυτή η

φράση δεν είναι του λαού, τα λόγια όμως τα καταλαβαίνει, γιατί

είναι δικά του.

ΣΟΦ.

Δoς μου κανένα παράδειγμα, για να καταλάβω εις τι τρόπον οι

λέξαις, οπού φαίνονται χυδαϊκαίς, ημπορούν να ευγενισθούν.

ΠΟΙΗΤ.

Ευθύς· όχι ποτέ αλλάζοντας μορφή. Αλλά πες μου εσύ πρώτα, —

_sollevò, peccator, capo, pasto, forbendo, capelli_, αυτά τα

λόγια σου φαίνονται ευγενικά;

ΣΟΦ.

Τα τρία τα στερνά μου φαίνονται πολύ χυδαία.

ΠΟΙΗΤ.

La bocca sollevò dal fiero pasto· Quel peccator, forbendola a'

capelli — Del capo ch' egli avea diretro guasto. Τώρα εκείνο το

forbendo, εκείνο το pasto σου φέρνουν φρίκη ή όχι;

ΣΟΦ.

—

ΠΟΙΗΤ.

Νά, λοιπόν, αν έχης ψυχή, αισθάνεσαι πως έτσι μεταχειρισμένα τα

λόγια δεν είναι χυδαϊκά· αν δεν έχης, μήτε τα φαντάσματα της

ποιήσεως βλέπεις, μήτε τα πάθη αισθάνεσαι, και με την πρόληψη,

που έχεις, τα λόγια σου φαίνονται χυδαϊκά.

ΣΟΦ.

Η βάση λοιπόν, εις την οποίαν πρέπει να καλλωπίσουμε τη γλώσσα

μας, αντί να είναι η ελληνική, θέλεις να είναι η τωρινή;

ΠΟΙΗΤ.

Εξ αποφάσεως.

ΣΟΦ.

Και πώς ημπορεί να γίνη αυτό; Είναι τόσαις διάλεκτοι 'ς την

Ελλάδα, και δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας.

ΠΟΙΗΤ.

Πόσαις διάλεκτοι; πόσαις; Κύττα καλά, μη σε απατήση η διαφορά

της προφοράς, ενώ κρίνεις ταις διαλέκτους της Ελλάδας· δέκα

λόγια, οπού εμείς έχουμε αλλιώτικα από κείνα, οπού έχουν εις το

Μοριά, τι πειράζουν; Έπειτα, ποίαις είναι τούταις οι μεγάλαις

διαφοραίς; Εμείς λέμε _πατερό_, και αλλού λένε _πάτερο_, εμείς

λέμε _ματία_, και αλλού λένε _ματιά_, εμείς λέμε αέρας, και

άλλου λένε _αγέρας_, εμείς _ημπορούνε_, και αλλού λένε

_ημπορούν_· τι διαφοραίς είναι τούταις; δεν ακουόμασθε ανάμεσό

μας; άφησε να το λέγουν οι Ιταλοί, οι οποίοι αληθινά δεν

ακούονται. Έλαβες ξένον δούλον ποτέ;

ΣΟΦ.

Τους δούλους μου βγάνεις έξω;

ΠΟΙΗΤ.

Αποκρίσου, γιατί δεν ηξέρεις πού αποβλέπει η ερώτησή μου.

ΣΟΦ.

Έλαβα.

ΠΟΙΗΤ.

Όταν ωμιλούσαν, τους εκαταλάβαινες;

ΣΟΦ.

—

ΠΟΙΗΤ.

Αποκρίνομαι εγώ· εγώ έλαβα δούλους ξένους, έναν από τη Μάνη,

και τον εκαταλάβαινα εξαίρετα, έναν από το Γαστούνι, έναν από

τον Όλυμπο, έναν από τη Χιο, έναν από τη Φιλιππούπολη, και τους

εκαταλάβαινα εξαίρετα· άκουσα να ομιλούν ανθρώπους από το

Μεσολόγγι, από την Κωνσταντινούπολη, και τα λοιπά, και τους

εκαταλάβαινα τόσο, οπού σχεδόν έλεγα όπως είναι από τον τόπο

μου.

ΣΟΦ.

Αμμή αυτοί ήταν αμαθέστατοι όλοι.

ΠΟΙΗΤ.

Ήταν και ο Χριστόπουλος, οπού είναι κάθε άλλο παρά αμαθέστατος,

γράφει με ταις λέξαις αυτών.

ΣΟΦ.

Και αυταίς οι λέξαις . . . .

ΠΟΙΗΤ.

Και αυταίς οι λέξαις είναι οι ίδιαις, με ταις οποίαις βρίσκεις

γραμμένη τη _Βοσκοπούλα_, ποίημα, οπού δεν είναι γυναίκα να μη

γνωρίζη, και έχει 'ς τη ράχη του χρόνους διακόσιους. Είδαμε τα

Κλέφτικα τυπωμένα, και γνωρίζουμε και άλλα απ' αυτά, και

επαρατηρήσαμε πως δεν έχουν μία λέξη, που να μη σώζεται 'ς τη

Ζάκυνθο.

ΣΟΦ.

Και η φτώχεια της γλώσσας δεν σου φέρνει σύγχυση καμμία;

ΠΟΙΗΤ.

Πρώτον μεν, δεν άκουσα ποτέ πως η φτώχεια μιας γλώσσας είναι

αρκετό δικαιολόγημα, για να την αλλάξουν οι σπουδαίοι· δεύτερον

δε, ποίος αποφάσισε πως είναι φτωχή;

ΣΟΦ.

Όλοι οι σοφοί του έθνους.

ΠΟΙΗΤ.

Σοφοί; ας είναι· και οι σοφοί δεν σου φαίνονται πως ημπορούν να

πάρουν λάθος;

ΣΟΦ.

Είναι ευκολώτερο να λανθάνεσθε εσείς.

ΠΟΙΗΤ.

Να ήταν τούτο ζήτημα σκοτεινό και καινούριο, ίσως· αλλά είναι

καινούριο; εις την εποχή του Δάντη δεν εκινήθηκε κάτι παρόμοιο;

όλοι οι σοφοί, καθώς τους κράζεις εσύ, εκείνου του καιρού, δεν

εκατάτρεξαν τον Δάντη; δεν του έλεγαν πως η γλώσσα είναι

διεφθαρμένη, δυστυχισμένη, φτωχή, και πως δεν είναι άξια να τη

γράφη άνθρωπος, οπού έχει σοφία; Δεν αυθάδιασαν να φωνάξουν πως

έπρεπε να διπλώσουν με τα συγγράμματά του το πιπέρι; Τι λοιπόν

μου φέρνεις έξω τους σοφούς, για να με τρομάξης; Δεν είχαν εις

τούτο περισσότερη γνώση από τους φιλοσόφους οι χυδαίοι

άνθρωποι, οι οποίοι ετραγουδούσαν 'ς τους δρόμους τους στίχους

του; Είναι τώρα ένας 'ς την Ιταλία που να μη σπουδάζη, για να

μάθη τη γλώσσα, τον Δάντη;

*

(210) * *

ΣΟΦ.

Εγώ σε βεβαιώνω ότι πολεμώ για την αλήθεια, και όχι για τίποτε

άλλο.

ΠΟΙΗΤ. (Πιάνοντας φιλικά το χέρι του Σοφ.)

Τίμια λόγια σου εβγήκαν από το στόμα· και εγώ και εσύ πολεμούμε

για την αλήθεια· αλλά συλλογίσου καλά, μήπως κυνηγώντας την

αλήθειαν εις εκείνον τον τρόπο, απατηθής, σφίγγοντας εις τον

κόρφο σου το φάντασμά της· Έλα 'ς ο νου σου, στοχάσου πόσο κακό

κάνει η γλώσσα που γράφετε· ως πότε θα ακολουθούν να μας

κλαίγουν οι ξένοι, και να μας ξαναθυμούν ταις δόξαις των

παλαιών μας, για να μας αυξήσουν την εντροπή; &Η δάφνη

κατεμαράνθη&, εφώναξε ο γενναίος· πικρότατα και αληθινά λόγια!

Ναι! Αλίμονον! η δάφνη κατεμαράνθη! Έρχεται ο ξένος και βρίσκει

ακόμη ζωνταναίς πολλαίς συνήθειαις της Ιλιάδος· ακόμη οι

γυναίκες λέγουν τα μυρολόγια εις τα λείψανα, και τα φιλούν·

ακόμη ο γέρος 'ς τη δυστυχία του, χτυπάει το μέτωπό του με τα

δύο του χέρια, και τα σηκώνει 'ς τον ουρανό, σαν να ήθελε να

τον ερωτήση, γιατί έπεσε τέτοια συμφορά 'ς το κεφάλι του· ακόμη

γυμνώνει το βυζί της η μάννα και ξαναθυμάει του παιδιού της το

γάλα, που του έδωσε· ακόμη ο δούλος κάνει όρκον εις το ψωμί,

που τον έθρεψε. Όμως ο ξένος δεν έχει άλλα δικά μας να

μουρμουρίση 'ς τα χείλα του παρά &Μήνιν άειδε, Θεά&, γιατί η

δάφνη κατεμαράνθη. Και τώρα, που ξαναγίνεται νίκη 'ς το

Μαραθώνα, δεν σώζεται φωνή ανθρώπου να ξανακάμη 'ς τη γλωσσά

μας όρκον. &Μα ταις ψυχαίς, που εχάθηκαν πολεμώντας!& γιατί η

δάφνη κατεμαράνθη &(ο ποιητής κλαίει).&

ΣΟΦ. (γελάει)

Σε παρακαλώ να θυμηθής τα λόγια τα πικρά που μου είπες.

ΠΟΙΗΤ.

Συγχώρεσέ με· έχω εύκολο το χείλο και δεν έχω κακή την καρδιά·

συγχώρεσέ με, σου λέγω.

ΣΟΦ.

Πες πως τα ξαστόησα όλα.

ΠΟΙΗΤ.

Όχι όλα, αδελφέ ηγαπημένε, μα τη μνήμη του Μπότσαρη, μη τα

ξαστοχήσης όλα! Τόσοι πατέρες έχουν εις τη διδασκαλία σου τα

παιδιά τους, και ελπίζουν να τα κάμης ασπίδες της πατρίδας, και

μην θέλης να πάρης το κρίμα 'ς το λαιμό σου. Δεν είναι εντροπή

να φανερώση άνθρωπος πως έσφαλε, μάλιστα θέλει σ' επαινέση κάθε

γενναίος, και εγώ σου δίνω 'ς το μέτωπο το φιλί της ειρήνης.

ΣΟΦ.

Εμείς, εμείς, θέλει σηκώσουμε τους στύλους της γλώσσας τώρα που

η ελευθερία. .

ΠΟΙΗΤ.

Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσείς εσείς θέλει σηκώσετε τους ίδιους

στύλους, οπού έστησε περνώντας από την Παλαιστίνην ο Σέσωστρις!

Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσύ ομιλείς για ελευθερία; εσύ, οπού

έχεις αλυσωμένον τον νουν σου από όσαις περισπωμέναις

εγράφθηκαν από την εφεύρεση της ορθογραφίας έως τώρα, εσύ

ομιλείς για ελευθερία; Είδαμε το όφελος, οπού εκάμετε με τα

φώτα σας εις την επανάσταση της Ελλάδας· ακούσαμε ποιητάδες

ανόητους, που ήθελαν να αθανατίσουν τους Ήρωες και οι

παινεμένοι Ήρωες δεν εκαταλάβαιναν λέξη· ακούσαμε πεζούς

σκοτεινόμυαλους, οι οποίοι επροσπαθούσαν να ανάψουν φλόγα

πολέμου εις τον λαό, και αρχινούσαν με τη λέξη Π ρ ο τ ρ ο π

ή. Και πώς; ο λαός της Ρώμης έτρεχε ν' ακούση τον Κικέρωνα,

γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε; γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε,

εδιόρθωνε ο λαός τον Δημοσθένη, ο οποίος έπαιξε επιταυτού με τη

λέξη σφαλμένη; γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε εθαύμασε, όταν

εδιάβασε την ιστορία του ο Ηρόδοτος, και έκλαιγε ωστόσο

ακούοντάς την ο Θουκυδίδης, οπού ήταν δεκατριών χρονών; και

γιατί δεν εκαταλάβαιναν τίποτε, εκφωνούσαν οι Σπαρτιάταις,

τρέχοντας εις τη μάχη, τα πολεμικά τραγούδια του Τυρταίου, και

αισθάνονταν τραγουδώντας και άλλην ψυχή μέσ 'ς τα στήθια τους;

Ω νέοι συμαθητάδες μου, πώς ημπορείτε να λάβετε ποτέ ελπίδα να

τραγουδήσουν και τα δικά σας, εάν σας τρυπούν τ' αυτιά οι

διδάσκαλοί σας με _βρώματα, με θούριον_, και με παρόμοια; Ω

Σοφολογιώτατοι! αυτά είναι τα μαθήματα, οπού τους δίνετε, και

θέλετε να τους φωτίσετε! τόσο κάνει να τους φωτίσετε και με μία

φούχτα στάχτη 'ς τα μάτια! Σας δίνω όμως την είδηση ότι

ετέλειωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα με των Τούρκων το

βασίλειο. Ετέλειωσε, και ίσως αναθεματίστε την ώρα της

Επαναστάσεως· όχι, όχι, η Ευρώπη, οπού έχει προσηλωμένα εις

εμάς τα μάτια της, για να ιδή τι κάνουμε τώρα, οπού συντρίβουμε

ταις άλυσαις της σκλαβιάς, δεν θέλει μας ιδή ποτέ να

υποταχθούμε εις τριάντα τυράννους ξύλινους!

ΦΙΛ.

Σώπα, γιατί μαζώνεται ο λαός.

ΠΟΙΗΤ.

Δεν με μέλει, ας μαζωχθή· μάλιστα ας μαζωχθή ο λαός της Ελλάδας

όλης, για να τον ακούση ο Σοφολογιώτατος πώς ομιλεί· ας

μαζωχθή, για να τον φωνάξω όσο δύναμαι δυνατώτερα πόσο είναι

αδικημένος εις το σκήπτρο της γλώσσας, το οποίον του έδωκε η

φύση. Εγνώρισε τη δύναμη αυτού του σκήπτρου ο Σωκράτης, την

εγνώρισε ο Κικέρων, την εγνώρισε ο Σπερόνης, την εγνώρισαν όλοι

οι σοφοί κάθε έθνους, και κάθε καιρού, και τούτος θέλει να το

αδράξη από τα χέρια του, να το τσακίση, και να του δώση άλλο

βρικολακίστικο!

ΣΟΦ.

Αλλά, Κύριε. . . .

ΠΟΙΗΤ.

Αλλά, Κύριε, δεν θέλει το τσακίστε ποτέ· οι ανδρείοι θέλει το

μεταχειρισθούν εις την πλάτη σας, καθώς ο Οδυσσέας

εμεταχειρίσθηκε το δικό του εις την πλάτη του Θερσίτη.

ΣΟΦ.

Αλλά, Κύριε . . . . .

ΠΟΙΗΤ.

Αλλά, Κύριε, δεν ηξέρεις τι συλλογίζεσαι. Να αλλάξης τη γλώσσα

ενός λαού! Σύρε, λοιπόν, τριγύρισε την Ελλάδα, σύρε νάβρης την

κόρη, και πες της με τι λόγια πρέπει να λέγη ότι η ευμορφότερη

ευμορφιά του κορμιού της είναι η τιμή· άμε να βρης τους

πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους ταις λαβωματιαίς, και πες τους ότι

πρέπει να ταις λεν &τραύματα&· άμε να βρης τον ασπρομάλλη, ο

οποίος θυμάται πόσον αίμα μας ερούφηξεν ο Αλής, και πες του με

τι λόγια πρέπει να παρασταίνη βρέφη, παρθέναις, γέροντες

αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· άμε να βρης τους

δυστυχέστατους Χιώταις, οι οποίοι παραδέρνουν εδώ κ' εκεί, και

όταν κουρασθούν κάθονται, ίσως, εις κανένα έρημο ακρογιάλι, και

ψάλλουν με λόγια δικά τους, &επί τον ποταμόν Βαβυλώνος εκεί

εκαθίσαμε και εκλαύσαμε&.

ΣΟΦ.

Αλλά, Κύριε . . . .

ΠΟΙΗΤ.

Αλλά, Κύριε, δεν σ' αφίνω να ομιλής πλέον. Άλλην έγνοια δεν

έχετε παρά να διακονεύετε λέξαις με τα κεφάλια σας· και τα

κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία, που

κοιμούνται 'ς τα χώματα. Θέλει άλλο παρά λέξαις διακονεμέναις

για να ωφελήσης έναν λαό, ο οποίος πολεμάει για την ελευθερία,

οπού έχασε από αιώνες, και κάνει τέρατα! Είναι δύο φλόγες,

διδάσκαλε, μία 'ς το νου, άλλη 'ς την καρδιά, αναμμέναις από τη

φύση εις κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι εις διάφοραις εποχαίς

διαφορετικά μέσα μεταχειρίζονται για ν' απολαύσουν τα ίδια

αποτελέσματα· και από τη γη πετειούνται 'ς τον ουρανό, και από

τον ουρανό πετειούνται 'ςτον Άδη, και ζωγραφίζουν εικόνες και

πάθη, παρόμοια μ' εκείνα, οπού είναι σπαρμένα από τη φύση 'ς

τον κόσμο και αγαπούν και σέβονται, και λατρεύουν την τέχνη

τους, ωσάν το πλέον ακριβό πράγμα της ζωής, και ομοιώνονται με

τα συμβεβηκότα, που περιγράφουν, και κάνουν τους άλλους και

γελούν, και κλαίουν, και ελπίζουν, και φοβούνται, και

δειλιάζουν, και ανατριχιάζουν, και δεν αφίνουν αναίσθηταις παρά

ταις πέτραις και σε.

ΣΟΦ. (Ομιλώντας γλήγορα)

Καλά, καλά, αλλά λίγοι γνωρίζουν την παλαιάν ορθογραφία.

ΠΟΙΗΤ.

Χαίρετε, λοιπόν, θείοι τόνοι, οξείαις, βαρείαις, περισπωμέναις!

χαίρετε ψιλαίς, δασείαις, στιγμαίς, μεσοστιγμαίς,

ερωτηματικαίς, χαίρετε! Ο κόσμος τρέμει τη δύναμή σας, και ουδέ

ποιητής, ουδέ λογογράφος ημπορεί να γράψη λέξη, χωρίς πρώτα να

σας υποταχθή. Εσείς εμπνεύσετε, πριν γεννηθήτε, τον Όμηρο, όταν

ετραγουδούσε την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, τους Ύμνους, και ο λαός

της Ελλάδας τον επερικύκλωνε και τον εκαταλάβαινε· εσείς τον

εμπνεύσετε, όταν περιγράφη τον αποχαιρετισμό του Έκτορος εις

την Ανδρομάχη, και το τέκνο του τον φοβάται και κρύβεται· εσείς

τον εμπνεύσετε, όταν περιγράφη τον δυστυχισμένον βασιλέα της

Τρωάδας, που παγαίνει 'ς τον Αχιλλέα, και πέφτει 'ς τα πόδια

του, και του φιλεί τα χέρια, οπού του είχαν ολίγο προτύτερα

σκοτώση το ακριβώτερό του παιδί· εσείς εμπνεύσετε τον Δάντη,

όταν ετραγουδούσε τον Ουγολίνο με μίαν δύναμη, που δεν βρίσκω

παρόμοιαν εις όλη την ποίηση των παλαιών· εσείς τον Σέικσπηρ,

όταν επαράσταινε τον Λέαρ, τον Άμλετ, τον Οτέλλο, τον Μάκβεθ,

και ανατρίχιαζεν όλος ο κόσμος της Αγγλίας· εσείς τον Γόεθ,

εσείς τον Πίνδαρο, οπού ήταν στενοχωρεμένος από τους

σοφολογιώτατους του καιρού του να τους κράζη κοράκους. Κοράκοι,

όλοι κοράκοι αληθινοί, και χειρότεροι από τον κόρακα, οπού

εβγήκε από την Κιβωτό, και εθρεφότουν από τα λείψανα, οπού είχε

αφήση ο κατακλυσμός του Κόσμου.

ΣΟΦ.

. . . (κυττάζει 'ς τα μάτια τον ποιητή και φεύγει.)

ΦΙΛ.

Είμαι βέβαιος ότι του φαίνεται πως σ' εχαιρέτησε, τόσο είναι

καταζαλισμένος! Δεν ηξέρει τι ν' αποκριθή, όμως δεν τον

εκατάπεισες. Τρέχει να ξαναπή αλλού ότι είναι γλώσσα

διεφθαρμένη.

ΠΟΙΗΤ. (Κυττάζοντας κατά το Μοριά)

Ο ήλιος έχει συναγμέναις ταις υστεριναίς του αχτίνες εκεί.

ΦΙΛ.

Θυμήσου τα λόγια της Θείας Γραφής· να μη σ' εύρη θυμωμένον ο

ήλιος οπού πέφτει.

ΠΟΙΗΤ.

Αγιώτατα λόγια! και προσπαθώ, 'ς τη ζωή μου, να τα θυμούμαι,

όσον δυνατόν περισσότερο· αλλά κάθε φορά, που φιλονεικήσω με

τους Σοφολογιώτατους, οι οποίοι προσπαθούν να τυφλώσουν το

γένος, τέτοια λόγια μου βγαίνουν ολότελα από το νου

ΦΙΛ.

Έχεις προσηλωμένα τα μάτια σου εκεί, και τόσο αναμμένος είσαι

'ς το πρόσωπο, και τόσο σου τρέμουν τα μέλη, οπού φαίνεται πως

ετοιμάζεσαι να πας εκεί πέρα να πολεμήσης.

ΠΟΙΗΤ.

Μου πονεί η ψυχή μου οι δικοί μας χύνουν το αίμα τους αποκάτου

από το Σταυρό, για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος, και

όσοι του ομοιάζουν, πολεμούν, γι' ανταμοιβή, να τους σηκώσουν

τη γλώσσα.

ΣΤ

Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα · 第 11 / 116 题