Έχεις τη Μούσα, αν τη δεχθής εις το θερμό σου στήθος.
Για του βαρβάρου την ψυχή δεν είναι παρά λίθος.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
&Της μετάφρασης της Σ' Ραψωδίας της Ιλιάδος.&
(Στίχ. 1-7).
Επολεμούσαν έτσι ωσάν τη φλόγα·
Μηνυτής ήλθε ο Αντίλοχος ωστόσο
Γλήγορα εκεί 'ς τον Αχιλλέα· τον ηύρε
Οπού ομπρός εις τα ορθόπρυμνα καράβια
Με το νου του ό,τι εστάθη εμελετούσε
Κ' έλεε πικρώς η μεγάλη ψυχή του·
Συφορά! γιατί τάχα όλοι σκορπιούνται
Με αντάρα εις το πεδίον, και φεύγουν όλοι
Τρομασμένοι οι Αχαιοί κατά τα πλοία;
(Στίχ. 319-322).
Ο κυνηγός που κυνηγάει τα λάφια
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Απελπισμένος πως ύστερος ήλθε
Γιατί ο θυμός του κατακαίει τα σπλάχνα.
(Στίχ. 464-467).
Έτσι γω να μπορούσα από τη Μοίρα
Να τον πάρω, όταν θε νάλθη κοντά του,
Καθώς όπλ' από μένα ωραία θα λάβη,
Όποιο μάτι τα ιδή να τα θαυμάση.
(Στίχ. 470-471).
Είκοσ' είν' τα φυσούνια ευκολοφούσκωτα
(Στίχ. 531-32).
Εις τ' ανεμόποδ' άλογ' ανεβαίνουν.
(Στίχ. 535-537).
. . . . . . και τρέχει άσπλαχνη η Μοίρα
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και γυμνό 'ς τη σφαγή τον ποδοσέρνει.
(Στίχ. 596).
Που γλυκολαμπυρίζει ωσάν το λάδι.
Δ
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ (207)
Εις την ώρα, που σκιασμένος,
Και παράξενα ντυμένος,
Βγαίν' ο κλέφτης για να κλέψη,
Κι' ο φονιάς για να φονέψη, —
'Σ άλλους τόπους εννοώ
Κλεψιαίς, φόνους, κι' όχι εδώ, —
Είδα έν' όνειρο μουρλό
Και θα το διηγηθώ.
Μέσ' 'ς το νου μου η ψεσινή,
Η περίφημη θανή,
Μίαν εντύπωση είχε αφήση,
Π' ο καιρός δε θα τη σβύση·
Και 'ς τον ύπν' ο λογισμός μου
Την ξανάφερεν ομπρός μου.
'Σ τ' όνειρό μου αγροίκαα πάλι
Τον παπά Τσετσέ να ψάλλη,
Με την τάξιν τ'ς Εκκλησίας·
Όμως έκαν', εξ αιτίας
Τ' όνειρού μου του μουρλού,
Τη φωνή του κουνουπιού.
Πλήθος έβλεπα λαμπάδες,
Και καπίτολα (1)· οι παπάδες,
Τα φελόνια φορεμένα,
Ποιος καινούρια, ποιος σχισμένα,
Σοβαρά περιπατώντας,
Τη λιρώνα (2) μελετώντας,
Ξαστοχούν τον πεθαμένο,
Κ' έχουν το κερί σβυμένο.
Έκαναν φωναίς και γέλια
Τα παιδιά με τα βατσέλια (3).
Κι' ο καπνός του μοσχολίβανου
φως τα λιβανιστήρια
Έμπαινε 'ς τα παρεθύρια.
Πολλοί ανθρώποι ακολουθούσαν,
Και περίλυπα ετηρούσαν,
Γέρνοντας ταις κεφαλαίς τους,
Και μιλώντας για δουλειαίς τους,
Αλλά 'ς τα καμπαναρεία
Δεν είν' τέτοια αδιαφορία·
Οι καμπάναις πλερωμέναις,
Έκαναν σα βουρλισμέναις.
Κι αφού είδα, ένα προς ένα,
Ούλα εκειά, που χα ιδωμένα,
Τρέχει τ' όνειρο και μπαίνει
Μέσα 'ς τη Φανερωμένη.
Ήτανε 'ς την εκκλησία
Λίγο φως και πολλή ερμία·
Και κοντά 'ς το ξυλοκρέβατο
Ξάφνου αγροίκησα να βγη
Ένα σκούξιμο μακρύ.
Ότι ελόγιασα πως θα ναι
Από τόσους ένας κάνε,
Που ελυπήθηκε και σκούζει . . .
Νά σου ο ίσκιος του Κουτούζη! (6)
Καθώς πάντα εσυνηθούσε,
Όμορφα ρούχα φορούσε,
Κ' έδειχνε καμαρωτά
Το καπέλλο του στραβά.
Εις το πονηρό του χείλο,
Πώσκιαζεν οχθρό και φίλο,
Έβλεπα με θαυμασμό
Που χε ακόμα το πικρό,
Το συνειθισμένο γέλιο,
Ξαστοχώντας το Βαγγέλιο·
Ετριγύρισε κομμάτι
Εις του Χάρου το κρεβάτι·
Αλλά βλέποντας εκεί
Το καπέλλο, το σπαθί,
Που ν' σημεία της αρχοντιάς,
Εσταμάτησ' ο παπάς·
Και καλά κυττάζοντάς τα,
Κι' όμορφα σηκώνοντάς τα,
Εις την κάσσα τα χτυπάει,
Και τ' ακόλουθ' αρχινάει,
Το κορμί του συχνοσειώντας,
Και τα λόγια αργοπορώντας·
— Καλά κάμαν και σ' τα βάλανε
Εδώ πάνου, όταν σ' εβγάλανε!
Μα το ναις, οπού σου πρέπει,
Εις την ύστερή σου σκέπη,
Μπρος 'ς τον κόσμο να κρατής
Τα σημάδια της τιμής!
Μ' αυτά τα ίδια εγώ σε είδα
Που κυρίευες την πατρίδα·
Το θυμούμαι (ωιμένανε!) . . .
Επειδή δε μ' απομένανε,
Εκαθόμουνα ο φτωχός
Εις την γάτα μου (5) ομπρός,
Κάνοντάς της χάιδια χίλια,
Και σαν ν' άκουε της εμίλεια·
Μωρή γάτα, τι σου φαίνουνται
Τέτοια πράματα; υπομένουνται;
Να ν' ο Γιάννης (6) εις το σπίτι,
Με τον άλλο ξεκληρίτη,
'Σ την καθίγλα να προσμένουν
Ούλους τ'ς άρχοντες, που μπαίνουν,
Και ξανοίγουν, ενώ σκύφτουνε
Με τα ταπεινά κεφάλια,
Πλεζονιαίς (7) και κατρογυάλια;
Νιάι μου, να σε χαρώ,
Έχω πίκρα και κα μό
Να τους βλέπω, τσου καμένους,
Κυριακάτικα ντυμένους,
'Σ ταις καθίγλαις να καθίζουν,
Και τα ρούχα τους να χρίζουν!»
Τέτοια τσή λεγα· αλλά τώρα,
Οπού σ' εύρηκε η κακηώρα,
Πες, ποια στόματα σ' εκράξαν,
Και ποια στήθη αναστενάξαν;
Α δε σ' έκλαψαν, εγώ
Σαν παπάς τσου συχωρώ.
Ω! φωνάξετε, Καιροί,
Πού τον είδετε κριτή,
Τι καλό χει γεναμένο,
Κ' ευθύς φεύγω και σωπαίνω!
Έτσι λέοντας μεγαλώνει
Τη φωνή του και θυμώνει·
Μα καλό ναι πλούσιος να σαι,
Και ποτέ να μη θυμάσαι,
Πώς 'ς τους δρόμους αϊλογάνε
Κάποιοι μαύροι που πεινάνε;
Όταν έπλασαν τα χέρια,
Που σκορπήσανε τ' αστέρια,
Του θνητού τα σωθικά,
(Και τα πλάσανε καλά),
Πρώτ' απ' όλα τ' άλλα πάθια
Τσου έχουν βάλη τη Συμπάθεια·
Και την έδιωξες εσύ,
Σαν τη χήρα τη φτωχή,
Απ' τη νιότη σου την πρώτη,
Για να βάλης τη Σκληρότη·
Αυτή σώλεε να ζητάς
Το ψωμί της φτωχουλιάς,
Και το διάφορο να θες
Τρεις και τέσσαρες φοραίς.
Κι' ο φτωχός, απορημένος,
'Σ εσ' ερχότουν τρομασμένος,
Για να πη με το θλιμμένο
Χείλο· Το χω πλερωμένο!
Και 'ς τα πόδια σου να ρήξη
Κλάψαις μύριαις, και να δείξη
Τ' αχαμνά τα γερατειά του,
Τη γυναίκα, τα παιδιά του,
Και του ρούχου τα ξεσκλίδια·
Και του αμόλαες κερατίδια!
Κ' έτσι δα, με τέτοιους φόνους,
Για σαράντα πέντε χρόνους,
Παντελώς δεν είναι θάμα,
Μήτε αλλόκοτο το πράμα,
Αν εσύφθασες να κρύψης,
Απ' τους φόβους για να λείψης,
Το σωρό του χρυσαφιού σου
Και 'ς ταις τράβαις του σπιτιού σου.
Μα της φτώχειας η κατάρα,
Δυστυχώτατη τρομάρα,
Θα πλακώση την ψυχή σου
Σαν η πλάκα το κορμί σου.
Κύττα αν είν' Δικαιοσύνη
Εκεί πάνου, για να κρίνη!
Δεν ηθέλησε ν' αφήση (8)
Το κορμί σου να ψοφήση
Εισέ δρόμο ή σε καλύβα,
Μα 'ς την κάμαρη του Σκλίβα!
Εκεί σώμενε να φθάσης,
Και το λογικό να χάσης, —
Το παλιό το σπίτι αφίνοντας,
Εις τ' οποίο κάποιος εμπήκε,
Που πουλιό του δεν εβγήκε.
(Σκάψε, Ρώμα, για να ιδής
Μη τα κόκκαλά του βρης). —
Εκεί, ενώ 'ς αυτό το σπίτι
Εκοπίαζες με τη μύτη, (9)
Κάνοντας σαν τα παιδάκια,
Όταν φκειάνουν φυσουνάκια,
Σου σηκώναν κάποιοι τσάφοι (10)
Το κλεμμένο το χρυσάφι·
Εκεί εστέκαν, ενώ σώβγαινε
Του θανάτου ο γογγυσμός,
Τον αγροίκουναν, κ' ετρέμανε
Μη δεν ήτανε ο στερνός.
Κάνε εμπόρειες απ το βιο σου,
Έπειτ' απ' το θάνατό σου
Και της φτωχουλιάς ν' αφήσης,
Και τα στόματα να κλείσης.
Αλλά ο Διάολος εφάνηκε
'Σ το πλευρό σου αδερφικάτα,
Όταν έγραφες τη διάτα·
Και το χέρι σου τηρώντας,
Και σκληρά χαμογελώντας,
Ετραγούδουνε· Ω φτωχοί,
Που γυρεύετε ψωμί,
Κάθε λύπη τώρα αφήστε,
Και σε λίγο θα πλουτήστε·
Γραικοί σκλάβοι, ακαρτερείτε·
Γιατ' ευθύς θα λυτρωθήτε·
Ταις καδήναις θα πετάξτε,
Εις τη Ζάκυνθο ν' αράξτε,
Εις το μνήμα του να ορμήστε,
Και την πλάκα να φιλήστε. —
Κ' έτσι μ' όλο σου τ' ασήμι,
Μνέσκεις άκλαφτο ψοφίμι·
Όπως έζησες πεθαίνεις,
Κ' εκεί μέσα ο ίδιος μένεις,
Με ξεμυτερά τα νύχια,
Μαθημένα 'ς τα προστύχια·
Θέλω να σε ιδώ, σκυλί!
Κ' έτσι λέοντας, το σπαθί,
Το καπέλλο, του πετάει,
Και 'ς την κάσσα ευθύς χουμάει·
Ο παπάς εκεί γυρμένος,
Και 'ς τα χείλα του αφρισμένος,
Πολεμάει να την ανοίξη·
Κι' ότι αρχίνησε να τρίξη,
Εγώ πώλεα μην ορμήση,
Και το λείψανο χτυπήση,
Τρέχω γλήγορα κοντά,
Για να πω· μωρέ παπά!
Είναι ο μαύρος πεθαμένος!
Αλλά εξύπνησα ιδρωμένος.
Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ (1)
Έντονε! μαμουριασμένος,
'Σ τα γραψίματα γυρμένος . . . . (2)
Βρ' άφησέ τα, τ' άχερα!
Κάμε στρόμπαις (3). Έλα δα!
Σπούδαξε, να σε στιμάρουνε!
Βλέπω γω πώς με τρατάρουνε!
Τρέχα λάουραις να πάρης, —
Να πετειέται ο Ταβουλάρης (4)
'Σ τα πλιο όμορφα, που λες,
Να σου κάνη δυσκολιαίς,
Ή να κάνη, χα, χα, χα,
Το παιδί του Μεσαλά!
Μοναχό να τ' απαντήξω!
'Σ τον ακούτη θα του σφίξω,
Να του πω την κακή μέρα του·
Ας γελάη με τον πατέρα του·
Χα, χα, χα . . . . Ανανοήθηκα·
Νά 'ς την ώρα που εγεννήθηκα
Έσμπλαξα και το Τερτσέττη (5)
Να κυττάζη το Γρασσέτη, (6)
Τόμου σπάω το λάρυγγά μου
Λέοντας τα σπροπόζιτά μου·
Το Γρασσέττη να κυττάη,
Και να του χαμογελάη.
Νά τσου φίλους, που εγκαινιάστηκα!
Και πουρ δεν εξεκουτιάστηκα
Γιατί, πίστεψέ μου, εγώ,
Τόμου ιδώ γέλιο κρυφό,
Τόμου ιδώ κρυφή ματία,
Μπαίνω πάντα 'ς υποψία.
Αγκαλά μου, εγώ τα φταίω
«Πες μας βέρσα.» Κ' εγώ λέω.
»Ε Dottore! Μπρε, να ζης,
»Πες μας πρόζαις.
»Κ' εγώ ευθύς.
»Πες μας κι' άλλα, Dottor caro.»
Μπρε, χω κάψα και κατάρρο.
«Θα μας πης, δεν είν' το caso.»
Και λέω τόσο, που βραχνιάζω,
Και ξυπνάω μέσ' 'ς την αυγή . . .
Α! Α! γύρευε φωνή!
Όρσε, με το ρετσιτάρισμα,
'Σ το λαρύγγι τέτοιο χάρισμα!
Χου, χου, ακούς; Απομονή! . . . (7)
Και για μήνες. Μα πες τι
Για φωτίκι εις πλερωμή μου,
Τι μου δίνουνε οι νουνοί μου;
Με φορτώνουνται οι sciocconi,
Και παινούνε το Μαρώνη! (8)
Τι παινέσματα! Μαχαίρι,
Να παινάς τέτοιο χρυσάφι!
(Αγκαλά μου ο Θεός το ξέρει
Και για κείνους πόσα γράφει.)
Ε! αποφάσισα· θα σκάψω,
Όσα έχω να τα θάψω,
Καμμιά νύχτα σκοτεινή.
Να μη λάχη και τα ιδή
Ο Αντώνης, (9) ή με σμπλάξη
Il mio Nume (10) και τ' αδράξη·
Κι' ας γυρεύη 'ς το ταυλί μου,
Όποιος θέλη, ή 'ς την αυλή μου!
Τα τρουπόνω! Κι' ας του πη
Του Τερτσέττη, αν είν' καλή
Της αυλής μου τα κρυφά
Του κοκκόρου η κουτσουλιά,
Μα το Θεό, Τούρκος θα γένω·
Με τσιμπούκι θε να βγαίνω,
Θα φορέσω και σαρίχι,
Για να ιδώ αν αλλάξω τύχη.
Που πουλιό μου εγώ να ρήχνω
Βέρσα ολούθε, και να δείχνω
Κάθε μέρα το hic, hoc, haec! (11)
Θε να λέω· Σ ε λ ά μ Α λ έ κ!
Είναι αδειανοί 'ς το φόρο
Να μου λένε· Σ ι ο ρ Δ ο τ ό ρ ο·
Είμαι ο Ισούφ· Μπέη παιδί·
Δε το ξέρεις; του Μουφτή.
Είμαι Μπέης, να σε χαρώ·
Δε με βλέπεις τι φορώ;
Από εννιά χρονών και πρίχου
Ξέρω το Αλκοράν ξεστίχου·
Και φαρσί το ξέρω· νά,
Θες να ιδής; Α μ ά ν Α λ λ ά·
Κι' άλλα κι' άλλα, ένα σωρό,
Που βαρειούμαι να σ' τα πω.
Δε μπορούνε να με ιδούνε·
Και τι τ'σώκαμ' ας το πούνε.
Τι να κάμω; Δίκιο έχουνε . . . .
Ούλοι ξέρουν τα κακά μου·
Ποιος δε ξέρει τη γενιά μου;
Κειο το ξέρει κάθε μπάμπαλο.
Που εγώ είμαι ένα σκυλί·
Είμαι με τον Eliogabalo
Πάντα μου φιλί κλειδί.
Ο Τιμπέριος ξάδερφός μου
Τόμου έρχεται ομπρός μου
Μ' αγκαλιάζει αδερφικά,
Και λιγώνει από χαρά.
Κάθε νύχτα μήπως πέφτω;
Πάντα προβατώ και κλέφτω·
Έχω ψεύτικα κλειδία
Για να γδένω μαγαζεία,
Και πετάω, πριν πάω σπίτι,
Ένα αυτί ή καμμιά μύτη·
Ω έχω πάθος, έχω λύσσαις,
Για ν' αβελενάρω βρύσαις.
Γιαμά ρώτα το Nerone
(Buon compagno e buon padrone)
Ρώτα τόνε αν ποτέ
Έμεινε χωρίς εμέ!
Να χε λείψω έμνεσκε in aria·
A! με τάιζε κουκουνάρια!
Θέλει το χετε ακουστά, —
Εγώ τού πα, τού πα· Α!
Πρέπει, Νέρωνα, τση μάννας σου
Τα μυαλά να τση πετάξης,
Και το Σένεκα να σφάξης . . . .
Ας τ' αφήσουμε, γιατί
Είναι η μέρα η σημερνή.
Σού πανε πολλοί τα κάλαντα;
Ώρα δείπνου επήα 'ς την Κλάδαινα, —
Ό,τι έφερναν την απλάδαινα, —
Και γυρίζοντας απάντησα
Ταμπουράδες, μαντολιά,
Και κιτάραις, και βιολιά·
Κάπου, κάπου, άκουα per via,
Και καμμία σιδεροστία·
Μ' ένα σίδερο σονάρουνε,
Τα βρωμόπαιδα το ζάρουνε·
Παίρνουν όβολα ωστόσο,
Κ' εγώ παίρνω un catriosso.
Εγώ πάω να κάμω βίζιταις;
Να χω φτώχεια να χω πόνους,
Και ν' ακούω· Σ ε π ο λ λ ο ύ ς χ ρ ό ν ο υ ς.
Vale a dir: D o t t o r, ν α ζ ή σ η ς,
Κ ι' α π ό π ε ί ν α ν α ψ ο φ ή σ η ς.
Ξέρω γω εκείνοι οι Άρχοντες
Το τι θέλανε να κάνω·
Το γιατρό το τσαρλατάνο!
Τσαρλατάνος; α! δε γένουμαι
Ξέρεις τι του αποκραίνουμαι,
Οποιανού με κονσουλτάρη;
«Έχω tormini.» — Χαμπάρι.
«Έχω βάρος 'ς το κεφάλι.»
Εκειό το χουν άλλοι κι' άλλοι
«Σιορ Dottore, έχω θέρμη·
»Τι να κάμω; γιατί σκιάζομαι.» —
Τι να κάμης; σε θιαμάζομαι!
Με την κάψα ξεθυμαίνεις·
Θα περάση, κ' έτσι γιαίνεις.
»Μου πεσε και ο Κωσταντής.» —
Τον εσήκωσες ευθύς;
«Μου έρχεται να πέσω χάμου·
»Έχω μέσ' 'ς τα σωθικά μου,
»Έχω σαν ένα σουγλί.» —
Μη σου καίεται καρφί.
«Αμμή τούτ' η λουλαμάρα,
»Που με φέρνει, 'ς το ταβλί μου
«Να κοιμούμαι πάντα;» — Κοίμου·
Ας περάση οπότε θέλη·
Κοίμου ως αύριο τι σε μέλει; —
Alle corte, — η γιατρική
Είναι semplice πολύ·
Σου το λέω χωρίς μπαρμπούτα·
Αν σου σκαρφιστή, σε τούτα
Μέτρα αλλιώτικα να πάρης,
Δεν είσαι γιατρός, μα Τσάρης. (12)
Όποιος θέλη τα μυστήρια
Να ξαγγλίση, έχει ντελίρια.
Εδώ ας έλθουνε οι γιατροί
Να μου πούνε, αν είν' καλοί,
Τι ναι κειο, 'π' ακούω μέσα μου,
Πάντα τόμου κομπονέρω·
Γιατί ακόμα δεν το ξέρω.
Ένα Β ζ ι τ μέσ' 'ς τα μυαλά, (13)
Κι' όξω επίθετα . . . από κεια! (14)
Β ζ ι τ, και βγαίνει λέξη, γιε μου,
Που δεν άκουσα ποτέ μου·
Β ζ ι τ, και πράματα καινούρια
Που μερτάρουνε κουλούρια·
Β ζ ι τ, κ' η πέννα πράμα ρέει,
Που κάνει άνθρωπο και κλαίει·
Β ζ ι τ, κ' η πέννα ομπρός, ομπρός,
Και τελειώνεται ο χορός.
Στέκω λίγο . . . . γιαμά παίρνω
Στουμπωμένο το κουϊντέρνο
Από Β ζ ι τ, και το κυττάζω,
Και πατόκορφα θαυμάζω·
Μπρε, τι είν' τούτ' η μπατόστα;
Ετρελλάθηκα de posta!
Τι μπαράκα βλέπω δω,
Που δεν έχει τελειωμό!
Πρέπει εδώ, για ν' αγροικήσουνε,
Εξ αρχής, να ξενυχτήσουνε!
Πρίχου γράψω, εγώ δεν είχα
Εις το νου μου μία τρίχα!
Όξω ένα ανεμοστρόφουλο
Από Β ζ ι τ μέσ' 'ς τα μυαλά,
Γιαμά βλέπω εδώ ολοστρόγγυλα (15)
Τούτα τα πολλά κακά! —
Τα ξαναδιαβάζω πάλι,
Και με gorga έτσι μεγάλη,
Που ξανακουφαίνω δα
Ούλη μου τη γειτονιά!
Κι' αφού είδα και ξαναείδα
Που δε λείπει μία κουκκίδα,
Τα μπουρσώνω, αντιποδάω
Για το Νιόνιο (16), κι' ας πεινάω.
Ούλοι οι γιατροί του κόσμου
Τώρα ας έλθουνε, — μα ομπρός μου! —
Νάλθουνε να μ' ονοράρουνε,
Και το Β ζ ι τ ν' αναλυτσάρουνε.
Να εκουνιόντανε για νάρθουνε!
Και να μη ξημερωθώ,
Α δεν ήθελα τσου πω·
Πριν τσοι σκάλαις ανεβήτε,
Να μου προβεντεριστήτε
Για ν' ακούστε . . . τι τηράζετε; —
Tromba acustica χρειάζεται.
Έτσοι γε . . . . Sior Cullen, στρώσου
Sior Morgagni, ανασκουμπώσου·
Signor Scarpa, Β ζ ι τ che è ?
Quando sentesi, e perchè ?
Μίλειε, δεν είσαι μαρμόττα·
Και, αν ορίζης, βήξε πρώτα
Sior Cottugno; Signor Valles;
Signor Zimmerman; Sior Wit;
Signor Cali, μέσ 'ς τση καρκάλαις
Έσμπλαξες κανένα Β ζ ι τ;
Όρσε τώρα! . . . . η γιατρική
Μαζωμένους έχει εκεί
Ούλουτση τσου διαλεχτούτση·
Τι αποκρένουνται; Παπούτσι.
Παίρνουν τα σαράντα όρατα,
Φεύγουνε με τα μετσίλια
Ούλοι, σαν να μη τσου μίλεια·
Concludiamo: η φλυαρία
Per gli effetti μοναχά, —
Sulle cause, — τσιμουτία, —
Ούτε λίγα, ούτε πολλά.
Μη γυρεύης τι ναι Β ζ ι τ
Oh! gli effetti, Signor sì.
Από Β ζ ι τ, το Passio βγαίνει, (17)
Που το τύμπανο, κουφαίνει·
Β ζ ι τ, και βγαίνει η Mottoneide (18),
Μ' ένα φάσκελο all' Eneide;
Από Β ζ ι τ, με τσοι κορώναις
Βγαίνουν οι ντισερτατσιόναις,
Κ' ευθύς πάνε και κουρνιάζουνε,
Σείου, σείου, καμαρωτά,
'Σ το Demostene κοντά.
Με το Β ζ ι τ πετιέται tutto
Il sonetto 'ς το χαρτί,
Ξάφνου ξάφνου come un rutto, (19)
Που για να βγη δεν αργεί.
Το Β ζ ι τ τα χει γεναμένα
Όσα έχω καμωμένα·
Ούλα μου είν' του Β ζ ι τ παιδία,
Ούλα, μα την Παναγία!
Μη le cause, — γιατί χάνεσαι·
Σου τα λέω, γιατί τα αισθάνεσαι·
Τέτοια ας λένε, αν ορίζουνε·
Γιατί αλλιώς, μου φλυαρίζουνε.
Μα σε σκότισα· σηκώνου
Κάπου, κάπου. Και του χρόνου.
ΤΟ ΙΑΤΡΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Τέλος πάντων ήρθε η ώρα,
Οπού εσπάρθηκε 'ς τη χώρα
Πως πεθαίνει τ' ανεψίδι
Του Δοτόρου του Ροΐδη·
Και ο Δοτόρος δεν αργεί,
Αμπονώρα την αυγή,
Το μπαστούνι του να βάλη
Αποκάτου απ' τη μασκάλη,
Και κουνώντας το κεφάλι
Και τα φρύδια, ευθύς αρπάζει
Το καπέλλο, και φωνάζει·
Ah! non voglio più aspettar;
Θε να ιδώ, costè sto affar.
Δυο — τρεις — τέσσερης — πέντε — έξη·
Αμπονώρα, και θα βρέξη·
Cosi par . . . . Μωρή κοπέλλα,
Να μου φέρης την ομπρέλλα·
Είναι ινκόμοδο πολύ
Για το χέρι να κρατή
»Την ομπρέλλα . . Μα θα πης·
»Θέλεις κάλλιο να βραχής;
»Νιάνκα τούτο δε μου μπαίνει.»
Κ' έτσι λέοντας κατεβαίνει,
Κι' απανταίχνει, εκεί που βγαίνει,
Ένα του σκολειταρούδι·
»Μωρέ, συ σαι ένα λουλούδι·
»Κ' εγώ εγίνηκα κουκκούδι.
»Πόσα βάσανα! χιλιάδες
»Τρεμουλιό, θέρμη, σοχάδες·
»Ma zà κάνω ogni sproposito
»Μέρα νύχτα Μπα! a proposito
»Vostra madre τι μου κάνει;
»Με τον μπάρπα πώς τα βγάνει;
»Πόσο πώχω να τη δω!
»Μωρέ, α δεν έχω καιρό·
»Έχω εκείνο τ' ανεψίδι,
»Που θα λέη· Μπρε το Ροΐδη
»Κάποιος θα τον αποκοίμισε·
»Ναι! — και θέλει μ' απεθύμησε!
»Πες τση pur πως τόμου αδειάσω
»Θάρθω εκεί να ολημεριάσω,
»Και να βράση ένα κοττόπουλο,
»Και να ψήση ένα γαλλόπουλο·
»Αγκαλά μου, — πίστεψέ μου, —
»Δεν έχω όρεξη ποτέ μου, —
»Με χορταίνει η μυρωδία·
»Μα σας κάνω συντροφία·
»Κ' έπειτα από το γιόμα,
»Απ' το ίδιο μου το στόμα
»Θε ν' ακούσης, για να κλαις,
»Ούλαις μου τσοι συφοραίς!
»Αγκαλά μου, μισοξέρει
»Ο Σιορ πάρες κάποια μέρη·
»Μα ούλαις, ούλαις, θα τσοι πω,
»Και θε να τσοι ξαναειπώ,
»Να τ'ς ακούση η Σιόρα μάρε·
»Είναι gravida, mi pare:
»Ας γεννήση alla buon' ora:
»Rispettabile Signora!
»Είναι αρχόντισσα graziosa,
»Είναι poi και generosa:
»Vera dama! — Tι γελάς;
»Να μου τήνε προσκυνάς. —
»Να τση πης τση Σιόρα μάρες,
»(Μα να μην είναι ο Σιορ πάρες)
»Να μου στείλη εκειά τα κλήματα·
»Addio caro: προσκυνήματα.» —
Και τη ρούγα του ότι αρχίζει,
Πάλι οπίσω του γυρίζει·
»Ε! κατ' ήθελα να πω·
»Α! . . για πες, να σε χαρώ,
»Κείνη, η μωραϊτοπούλα,
»Οπού είχετε για δούλα,
»Είναι zà ακόμη εκεί —
»Ben! την έχω για πιστή.
»Γεια σου, μάτια· προσκυνήματα·
»Και θυμήσου για τα κλήματα.»
Με τα κλήματα 'ς το νου του,
Πάει 'ς το σπίτι τ' ανεψιού του,
Κ' ευθύς πέφτει 'ς το σοφά
Λέγοντας· «Είμαι κακά!
»Είσε ούλα μου τα μέλη
»Έχω σαν ένα τρουβέλι·
»Μου σφυρίζουνε τ' αυτία, —
»Κ' εδώ πάντα μία χτυπία,
»'Σ τσου μηλίγγους μαρτελλάδες,
»E, per giunta, έχω σοχάδες·
»Κάλλιο να ήμουνα μαμούνι! —
_(Στρέφεται προς ένα παιδί οπού γελάει, ενώ αυτός ομιλεί)_
»Τι γελάς, εσύ, γουρούνι;
»Σου μετράω με το μπαστούνι
»Όσαις σέρνει ο Κουτσοφλέβαρος,
»Σου μετράω 'ς τη ράχη εσένανε!
»Τι σου φαίνεται! μ' εμένανε
»Δε γελάει κάνεις ποτέ! —
(Προς την αδελφή του)
»Ζαχαρένια μου, ένα τέ.
»Έλα δα! σε σκουτελούλα·
»Μπα! και ρούμ' μα μία σταλούλα. —
(Προς το παιδί)
»Σου την τρίβω εγώ τη μούρη·
«Perchè no?
(Προς την αδελφή του)
Κ' ένα κουλούρι.
(Προς το παιδί)
»Σίγα, bestia, έβγα απ' εδώ.
(Προς την αδελφή του)
«Presto, cara. Θε να ιδώ
»Αν μπορώ να ζεσταθώ.»
»Μα τι γλήγορα που βγάνεις
»Ούλαις τσοι δουλειαίς που πιάνεις!
»Μώρχονται συχνά λιγούραις —
»Μυρωδιά από τσιπούραις·
»Ουφ!
(Προς το παιδί)
»Καλά, μωρέ, καλά!
(Προς την αδελφή του)
»Έβαλες το ρουμ σωστά.
»Αχ! να μου είχε την υγειά του!
»Πες μου, επήε ποτέ από κάτου;
Ζαχ.
Όχι, από τα ψες το βράδυ
Ροΐδ.
Vi dirò; καλό σημάδι.
Τίγαρης εις το κρεβάτι
Εγώ απόψε έκλεισα μάτι;
Κάθε λίγο είχα 'ς το νου μου
Την αρρώστια του ανιψιού μου.
Τόμου χάσω εγώ τον ύπνο,
Δε βασταίνω. — Μέγα δείπνο
Αύριο βράδυ 'ς του Reggente;
Dà la festa il Residente;
Μ' εκαλέσανε κ' εμένα
Μα τσου βούρλισε η Νοβένα! (1)
Πες μου, απόψε πως επέρα
Με το γιατρικό;
Ζαχ.
Το ξέρασε.
Ροΐδ.
Μωρή, τώλπιζα, και το πα
Με το νου μου . . . . Σώπα . . σώπα . . .
Ο γιατρός ο Ταγιαπιέρρας·
Μα το ναις, οπού ναι τέρας·
Είναι χάρισμα Θεού
Ταγιαπιέρρας (2) του κακού!
Ταγιαπ.
Σιορ Δοτόρο, καλή μέρα.
Ροΐδ.
Μωρέ, γεια σου, Ταγιαπιέρρα·
Καρτερούμε τσου γιατρούς·
Μπρε, σαν ψύχρα, — την ακούς;
Ταγιαπ.
Maintenant je ne sens rien; (3)
Il faut faire en medecin:
Il est temps de la finir.
Ροΐδ.
Κάνει ψύχρα, vengo a dir.
(Πιαίνει έναν κούνουπα)
Αχ! τον ηύρηκα per Bacco! . . .
Αρρωστία!. . . δο μου ταμπάκο.
Μωρέ, γεια σου· είναι καλός·
Είναι zà ξενοτικός·
Και ποτάζεις και μπερκέτι·
Μωρέ, νά· και γιόμισέ τη·
Αγκαλά μου, είναι μικρή.
Να σου δώσω και χαρτί.
Μπρε, δεν έχω· — Ζαχαρένια, —
(Δε μου κάμανε τα γένεια)
Πένναις, πένναις, και χαρτί,
Φέρ' εδώ φέρε πολύ·
Βλέπεις κιόλης, καρτερούμε
Τσου γιατρούς, και θε να ιδούμε
Ριτσετούλαις!. . . Ευτυχία,
Πώχουνε τα σπετσαρία!
Και τι έρχουνται να πούνε;
Ζαχαρένια, - θε να ιδούνε! . .
Τι κονσούλτο που θε να ναι!
Και τα σίσκλα θα γελάνε!
Μα για να γενή σωστό
Κράχτε και το Μαυριανό·
Κράχτε τόνε τι μου κάνει;
Και το Ζέππο το Ζαυλάνη·
Ναίσκε, ας έλθουνε, να ιδής,
Καρβελάς και Πανταζής·
Αμμή ο Βούτος πώς σου φαίνεται;
Δεν ηξέρει τι του γένεται·
Και κορδώνεται, — κοσπέττο!
E quel fatuo di Zorzetto?
Ο Μπερέττας . . .ναι . . . κ' εκειός,
Struca, strucca, είναι γιατρός.
Ταγιαπ.
Les voilà qui viennent; Silence:
Il faut avoir prudence.
Cher ami, vous êtes un fou.
Ροΐδ.
Τσαμπουνίζεις του κακού.»
Ήρθαν όλοι κ' εκαθήσανε,
Και με τρόπο εχαιρετήσανε,
Μα εκειός δεν αναδεύτηκε,
Μα τσου κύτταξε, κ' ερεύτηκε.
Τέλος βάνει τα γυαλιά του.
Ροΐδ.
Ναι· σα τώρα απάνου κάτου,
Ήρθε επέρσυ quel Signore, —
Quell' Inglese viaggiatore
Io l' andavo a salutar,
Era ricco e singolar.
Ha viaggiato quanto Cook;
Ma venir bisogna ad hoc.
Prima già voglio informar:
È imbrogliato questo affar;
Questo affar è imbrogliatissimo»
Και ο Καντιότος· va benissimo. (4)
Ροΐδ.
Vengo, caro: Τα συμπτώματα·
Περνάει πάντα τ' απογιόματα
Με μια σα λιμοκαψούλα, —
Πάντα,. . . αλήθεια λέω, Φιορούλα;
Κι' ακούει πόνο εδώ, και κλαίει.»
Και ο Δικόπουλος του λέει·
Δικόπ.
Και πότε έπεσε;
Ροΐδ.
A ponto:
Vengo questo è un altro conto;
Voglio andare colle serie,
Non confondo le materie.
Τον κυττάζω εκεί κ' εδώ·
Δεν ηξέρω τι να πω.
Και για τούταις τσοι σκινέλλαις
Του έβαλα δύο τρεις αβδέλλαις·
Και του δίνω ένα πουργάντε,
Και του μπήχνω un vescicante.»
Και ο Δικόπουλος με γέλιο·
Δικόπ.
(Μωρέ, ακούς, Μπερέττα;) Meglio!
Ροΐδ.
Meglio; ναι, να σε χαρώ·
Grazie! io so quel che mi fo.
Κ' εγιατρεύτηκε, κ' εμίλησε,
Μα δελόγκου εξανακύλησε·
Είπα μέσα μου· Son stufo;
Sto ragazzo è già un martufo.
Κάνω, κάνω, ma un costrutto
Non lo vedo, e qui sta il tutto»
Οι γιατροί οπού αγροικήσανε
Τέτοια κούρα, κ' εσαστίσανε,
Κάνουνε να σηκωθούνε,
Ως για να συμβουλευθούνε·
Ροΐδ.
Alto là, Conprofessori!
Ragguardevoli signori,
Tra voi l'infimo già son;
Pur con vostra permission . . . .
Κ' έτσι λέοντας πάει να πάρη
Το χαρτί, το καλαμάρι,
Για να κάμη τη ριτσέττα.
Ροΐδ.
Ecco qui: l' ho fatta in fretta.
Κ' έτσι αρχίνησε να λέη·
Drachmas duas recipe rhei
Optimi pulverizzati,
Atque lapides, innati
Animalibus, addantur;
Citri semina adjungantur
In decoctum viperarum,
Atque Hoffman juventarum.
Et alteae et camomillae,
Tormentillae et potentillae.
Pillulas Calomelani
Atque guttas Hoffemani,
Et radices erbao Paeoniae,
Atque feculum Laponiae,
Virginiana serpentaria;
Misce et fiant electuaria.
Εδώ είναι δύο ριτσέτταις·
Ή τη μία ή την άλλη,
Πες του Ρήγα (6) να τη βγάλη·
Πες του απ' όνομά μου, μάτια.»
Κι' ότι εγκρύλωνε τα μάτια,
Ευθύς φεύγουνε οι γιατροί
Σκοτισμένοι και κουτοί,
Κόκκινοι 'ς το πρόσωπό τους,
Κάνοντας και το σταυρό τους·
Κι' ο Ροΐδης θυμωμένος,
Κι' από δόξα μεθυσμένος,
Κοκκινίζει σαν το γάλλο,
Και φουνιάζει· «Δε θέλω άλλο!
Τούτα είν' εκειά που τσοι σαστίζουνε!
Μα μ' εμέ δε τσαμπουνίζουνε·
Δε μου δίνουνε αμπόδιο, —
Μα πεθαίνει . . . καταυόδιο!
Ma per altro, in conclusion,
Ebbi la soddisfazion,
Να τσου κάμω μία ριτσέττα,
Που δεν είναι για σεκέττα·
Νόστιμα την εφορμάρισα,
Κι' ούλους τση ντεσκαπριτσιάρισα!
ΕΙΣ ΜΕΓΙΣΤΑΝΑ (208)
Δος μουτε άδεια να πατήσω
Το παλάτι το χρυσό·
Κάποιον ήρθα ναπαντήσω —
«Μέγα Γιώργο προσκυνώ,
»Σπάθα, πάντα 'ς στο πλευρό σου
»Να βαστάς, παρακαλώ,
»Και σα να τανε δικός σου
»Να κυττάς τον ουρανό.
»Σε ζητούν Γραικοί και Ιγγλέζοι
»Σαν αθάνατο νερό,
»Και το φως βαρεί και παίζει,
»Στο κορμί σου μοναχό —
»Πέφτω, λέει καθένας, χάμου·
»Και τη φτέρνα σου φιλώ:
«Κλώτσησέ με, βασιλιά μου,
»Αν επιθυμάς να ζω.»
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΕΙΣ ΨΕΥΤΗ
1
Η Μούσ' αλαφροπάτησε, κ' εστήθηκ' ομπροστά μου,
Και μώδειξε τη μύτη του για τη σκορδομυτιά μου.
2
Μούσα, και πώς να τονε πω για να βαλθή σε μέτρο
Βάλε του κάλπικ' όνομα, και πες τονε Κυρ Πέτρο.
3
Στρέψε, Σιρ Πίτερ, κατά με το γαληνό σου βλέμμα,
Κι' αν ημπορής βγάλε πνοή, που να μην είναι ψέμα
ΕΙΣ ΑΡΠΑΓΑ
Τέτοιο φίλο γω να χάσω!
Για τρεις μέραις θα περάσω
Με ψωμάκι, με τυρί.
Και συ, κόκκορε τ'ς αυλής μου,
Για το φίλο της ψυχής μου
Μαύρο βάψε το λειρί.
ΣΧΕΣΙΣ ΠΟΛΥΠΛΟΚΗ
Αργά πάει πέρα
Να βρη το φως του,
Τη θυγατέρα
Της γυναικός του,
Που χε δικό της
Φως το γαμπρό της.
ΤΟ ΨΙΧΑΛΟ
Σε βλέπω πάντα που κυλάς·
Για πες μου, ψίχαλο, πού πας;
Πού πας ομπρός οπίσω;
— Τον κόσμο να φωτίσω.
ΞΕΡΗ ΠΟΛΥΜΑΘΕΙΑ
Δω μια φορά ήταν άνθρωπος, κ' εκεί ταν ένας τόπος.
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΥΣ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε,
Πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε.
ΕΙΣ ΤΑ ΣΑΤΙΡΙΚΑ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΣ TOT ΕΚΔΟΤΗ
&Το όνειρο.&
(1) Καπίτολα) Οι εις Κέρκυρα, μ' άλλο όνομα ομοίως ιταλικό,
λεγόμεναις σκόλαις. Είναι στύλος οπού βαστάει ένα παννί
αγιογραφισμένο και εις ταις δύο μεριαίς.
(2) Λιρώνα) Βενετικό νόμισμα· εδώ σημαίνει την πλερωμή των
Ιερέων.
(3) Βατσέλια) Συνειθίζεται εις τη Ζάκυνθο, εις τα ξόδια να
προπορεύωνται παιδιά με δίσκους (βατσέλια), και εις τη μέθη του
δίσκου ένα λιβανιστήρι αναμμένο.
(4) Κουτούζης) Παπάς, ποιητής σατιρικός, και ζωγράφος. Η μεγάλη
πικρία και αισχρότης της ομιλίας του και των σατιρικών του
ποιημάτων τον έχθρεψαν με πολλούς, όθεν αυτός έλεγεν ότι μόνος
του φίλος και σύντροφος ήταν η γάτα του. Η αγαπημένη του γάτα
εφαίνετο και εις ταις σάτιραις και εις τα ζωγραφήματά του,
κάποτε και εις τα εικονίσματα. Κοντά εις τα άλλα πράγματα
ανάρμοστα εις τον ιερό χαραχτήρα του είχε και τη συνήθεια να
δείχνεται κοσμικός λεβέντης· ράσα μακρινά ως ταις φτέρναις·
σκαλτσούνια κόκκινα μεταξωτά· παπούτσια με γάζους· στραβό
εβαστούσε το χαμηλό και πλατύγυρο καπέλλο, το οποίον
εσυνειθούσαν να φορούν εις τη Ζάκυνθο οι παπάδες. — Εθάφτηκε
εις τον ναό της Φανερωμένης, οπού μετά ταύτα και ο
σατιριζόμενος.
(5) Ίδε την προηγούμενη σημείωση.
(6) Ο σατιριζόμενος με τον αδελφό του· άτεκνοι και οι δύο.
(7) Πλεζονιαίς). Τα εις πολλά μέρη της Ελλάδας ονομαζόμενα
χειμωνικά, ή καρπούζια.
(8) Εις την κάμαρη του Σκλίβα). Ο Σκλίβας, πλούσιος έμπορος,
ήταν στενός συγγενής του σατιριζομένου. Λέγεται ότι τούτος τον
εγύμνωσε, ώςτε ο Σκλίβας από την απελπισία έχασε το λογικό.
Εννοεί ο ποιητής, ότι η Θεία Δίκη εφύλαε εις τον απάνθρωπον
άρπαγα κάτι χειρότερο παρά τη φτώχεψη· να πεθάνη, δηλαδή, και
αυτός τρελλός εις το σπίτι του ανθρώπου τον οποίον αδίκησε. —
Το παλιό το σπίτι αφίνοντας). Ο σατιριζόμενος, πριν κληρονομήση
τον Σκλίδα, εκατοικούσε εις την οικία Καπνίση· αυτού, λέγεται,
εδέχτηκε έναν πλούσιον ξένον, τον έκλεψε, τον εφόνεψε και τον
έθαψε εις την αυλή του σπιτιού. Το σπίτι αυτό του Καπνίση το
εκληρονόμησε ο Κόμης Ρώμας. Εις τούτο αποβλέπουν οι στίχοι,
_Σκάψε, Ρώμα_ κτλ.
(9) Ο σατιριζόμενος εις την τρέλλα του εφυσούσε με τη μύτη.
(10) Τσάφοι) Κλέφταις· δηλαδή, όσοι τον ετριγύριζαν να τον
κληρονομήσουν.
&Η πρωτοχρονιά.&
(1) Διονύσιος ο Ροΐδης, τον οποίον πιστά ζωγραφίζουν τα εξής
δύο σατιρικά αυτοχεδιάσματα, ήταν Ζακύνθιος καλά γεννημένος.
Είχε σπουδάξη εις το Παταύιον, οπού ακολούθησε τα φιλολογικά
μαθήματα του Καισαρώττη, και έλαβε και τον στέφανο της
Ιατρικής. Το πολύ το διάβασμα έκαμεν ώςτε εις το μικρό του
κεφάλι εγεννήθηκε η ιδέα ότι ήταν ένας μέγας νους, και εβάλθηκε
να συγγράφη επιστημονικά και ποιητικά κάθε λογής. Με τούτο το
φρόνημα εγύρισε εις την πατρίδα του, οπού η οικονομική του
κατάσταση τον ανάγκασε να κάμη το δάσκαλο· επειδή, ως ιατρός,
δεν επιτύχαινε εις καμμία θεραπεία, εις τρόπον ώςτε εγελούσεν ο
ίδιος για την ιατρικήν επιστήμη. Εις την πατρίδα του επερνούσε
ως σοφός, αλλά ιδιότροπος, άνθρωπος. Άμα ο Σολωμός επέστρεψε
εις τη Ζάκυνθο και επρωτογνώρισε τον Ροΐδη, εκατάλαβε ότι ήταν
ένα άτομο μοναδικό εις το είδος του, και ότι έως τότε του είχε
λείψη μόνον η αφορμή να φανερώση όλα τα αξιογέλαστα ιδιώματά
του. Ο Σολωμός άρχισε να του δείχνεται άκρος θαυμαστής του, και
να του ανάβη τη δοξομανία του με τους πλέον κολακευτικούς
τρόπους μ' όλον ότι δεν ημπορούσε, ούτε τον έμελε, να βαστάξη
τα γέλοια όταν ο Ροΐδης του εδιάβαζε τα συγγράμματά του· αλλά
τούτος τυφλωμένος από τη φιλαυτία ελογάριαζε μοναχά τα
παινέσματα. Αυτά, και η γενναιότης του Σολωμού, ο οποίος τον
εβοηθούσε αδιάκοπα εις ταις χρείαις του, (209) έκαμαν ώςτε ο
Ροΐδης εμακάριζε τον εαυτό του ότι ευρήκε τέλος τον άνθρωπον,
οπού εννόησε το πνεύμα του και την προκοπή του· τον έλεγε it
mio Nume (ο Θεός μου). Σιμά εις την αναποδιά του λογικού ο
Ροΐδης είχε μίαν άκρα ηθική αναισθησία· δεν ήταν όμως όλως δι'
όλου γυμνός από κάθε χάρισμα· ήταν καρδιογνώστης και είχε
ζωντανή, αν και παράξενη, φαντασία. -Η φιλία και οι κολακείαις
του Σολωμού τον έκαμαν να ξεσκεπάση τολμηρά όλη τη φιλαυτία του
και την καταφρόνεση, την οποίαν αισθάνετο κατάκαρδα για τους
πλέον πνευματώδεις και προκομμένους συμπολίταις του, και να
πεθάνη με την πεποίθηση, ότι ήταν ο πρώτος άνθρωπος της εποχής
του.
(2) Ο Ροΐδης πηγαίνει να εύρη τον ποιητή την πρώτη του χρόνου
1824· τον βλέπει οπού γράφει, και απ' αυτό παίρνει αφορμή να
μιλήση, καθώς έκανε πάντα, για τον εαυτό του. Φαίνεται ότι
εκείνη την ημέρα ο Ροΐδης εις την ομιλία του εσυγκεφαλαίωσε όλα
του τα παράξενα ιδιώματα· όθεν η φαντασία του Σολωμού έλαβε
ζωντανήν εντύπωση, κ' εμόρφωσε τούτη τη σάτυρα, η οποία είναι
μία συνοπτική εικόνα του Ροΐδη.
(3) Χαρτί με μπαρούτι οπού φτειάνουν τα παιδιά 'ς ταις εορταίς.
(4) Νέος Ζακύνθιος στιχουργός.
(5) Ο γνωστός ποιητής Κυρ. Γεώργιος Τερτσέττης, συμπολίτης και
φίλος του Σολωμού· ο τώρα Βιβλιοφύλακας της Βουλής εις Αθήνας·
Όταν εις τη συναναστροφή του Σολωμού ο Ροΐδης εκφωνώντας τα
συγγράμματά του εκαλοκάρδιζε τους πλέον σοβαρούς, τα δυνατά
γέλια δεν τον επείραζαν παρά πολύ· αγαπούσε να πάρη ως αταξίαις
της νεότητος· έλεγε· «Μωρές διαολόπουλα, ησυχάστε, για ν'
αδράξετε το νόημα.» Αλλά το _κρυφό γέλιο, η κρυφή ματιά_ τον
έκαναν να βγη από τα όρια, να βρίζη με βρισιαίς παράξεναις,
πρωτότυπα γεννήματα της φαντασίας του. λ. χ. _Λέρα του παντός._
(6) Γαετάνος Γρασσέττης ιταλός. Διδάσκαλος της Λατινικής και
Ιταλικής Φιλολογίας. Είχε νυμφευθή γυναίκα Ζακυθινή. Εγνώριζε
καλά την ομιλουμένη μας γλώσσα, κ' εμετάφρασεν ιταλικά τον
Ύμνον εις την Ελευθερία· εις τα σημειώματά του έδειξε κρίσιν
ορθή, και γνώση της ποιητικής. Μετά τον θάνατό του ετυπώθηκε
μία απλοελληνική Γραμματική του. Ο Γρασσέτης δεν εγελούσε
εύκολα· κάπου κάπου όμως, ενώ ο Ροΐδης εδιάβαζε τα συνθέματά
του, έβγαινε από το σοβαρό του ήθος με ένα μισόγελο, οπού
επείσμωνε πολύ τον Ροΐδη.
(7) Ήταν η αλήθεια· οι διατριβαίς του Ροΐδη ήταν απέρανταις,
και ταις _ερετζιτάριζε_ μεγαλοφώνως· εις τούτο ήταν ακούραστος,
καθώς δεν εβαρειότουν ποτέ να αντιγράφη και να ξαναντιγράφη τα
συγγράμματά του. Ο Ροΐδης εξερόβηχε συχνά, αλλά ταις
περισσότεραις φοραίς δίχως καμμίαν ανάγκη, ειμή για να σύρη την
προσοχή των άλλων εις τον εαυτό του
(8) Ένας Ιταλός ιερέας οπού ευρίσκετο τότε εις τη Ζάκυνθο. Ο
Σολωμός έκανε εναντίον του Ροΐδη σάτιραις ιταλικαίς και ταις
έδινε του Μαρώνη για να ταις περνάη για δικαίς του. Ο Ροΐδης
απαντούσε με άλλαις σάτιραις. Τότε ο Σολωμός υπερεπαινούσε τους
στίχους του Ροΐδη, και έψεγε την αυθάδεια του Μαρώνη.
(9) Αδελφός του Ροΐδη.
(10) Ίδ. την Σημ. 1.
(11) Έδειχνε και τη λατινική γλώσσα· αλλά είχε και εις αυτό
μέθοδο τόσον αλλόκοτη, ώςτε κανένας δεν εμάθαινε τίποτε από
αυτόν. Ιδού ο ορισμός της Γραμματικής, με τον οποίον
επροοιμίαζε το μάθημά του· «Παιδί μου, η Γραμματική είναι ωσάν
ένα αρμάρι με πολλά παρακάσελα· σημέρα τραβούμε το παρακάσελο,
οπού ευρίσκεται το _ρήμα._»
(12) Τσάρης) Όνομα κύριο, το οποίον, από το ιδίωμα του ανθρώπου
οπού το έφερνε, εκατάντησε, εις τη Ζάκυνθο, συνώνυμο του μωρού.
(13) Το Βζιτ· δηλαδή μία, ωσάν σφουριξιά, την οποίαν άκουε,
καθώς έλεγε ο ίδιος, μέσ' 'ς τα μυαλά του, ήταν η Μούσα του
Ροΐδη.
(14) Επίθετα . . . από κεια!) Δηλαδή τα πλέον παράξενα, τα
πλέον ανάρμοστα, τα πλέον ασυνήθιστα, οπού ημπορεί νους
ανθρώπου να φαντασθή· με αυτά ο Ροΐδης εστοχάζετο να ξαφνίση
τον κόσμο.
(15) Ολοστρόγγυλα) Είχε γράψιμο στρογγυλό.
(16) Νιόνιος). Χαϊδευτικό του «Διονύσιος»· εννοεί τον Σολωμό.
(17) Λόγος εις τα πάθη του Χριστού το κυριώτερο από τα πεζά του
συγγράμματα. Εις αυτό είχε σωρεύση ό,τι και αν ήξερε,
φιλολογικά, μαθηματικά, ιστορικά, ιατρικά, με ένα πλήθος
ονόματα συγγραφέων, στρατηγών κ.τ.λ.
(18) Ένα επικό ποίημά του.
(19) Όλο το ενάντιο· μάλιστα εδυσκολεύετο πολύ εις τη
στιχουργία, μ' όλον ότι είχε κάμη χιλιάδες κακούς στίχους.
Κάποτε όμως του ετύχαινε να κάμη δύο τρεις καλούς. Αυτοί δεν
εξέφευγαν του Σολωμού· και μόλις τους άκουε, έπαυε τα γέλοια κ'
έτρεχε και τον εφίλειε.
&Το ιατροσυμβούλιο.&
(1) Η Νοβένα) Ένα ποίημά του.
(2) Παίζει με το όνομα Tagliapietra = πετροκόπος. Ταγιαπιέρρας
του κακού = πελεκητής της αρρώστιας.
(3) Ο Ταγιαπιέρρας είχεν αναθραφή εις τη Γαλλία, και
εσυνειθούσε να ομιλή γαλλικά.
(4) Ο ιατρός Καντιότος έλεγε εις όλα· Va benissimo = πολύ καλά.
(5) Ρήγας Φαρμακοπώλης.
E
ΔΙΑΛΟΓΟΣ
A voce più ch' al ver drizzan li volti;
E cosi ferman loro opinione,
Prima ch' arte ο ragion per lor s' ascolti.
Dante Purg. C. XXVI.
ΠΟΙΗΤΗΣ — ΦΙΛΟΣ — ΣΟΦΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ
ΦΙΛ.
Έπειτα από τόσαις ομιλίαις, εξέχασες κυττάζοντας κατά το Μοριά.
ΠΟΙΗΤ.
Αλλά πρέπει να εξέχασες και συ, γιατί δε μου ωμιλούσες
παντελώς· είναι πιθανό να εστοχαζόμασθε τα ίδια πράγματα και οι
δύο· ημπορεί να επέρασαν τρεις ώραις αφού ο ήλιος εμεσουράνησε,
θέλουν ακόμη τέσσερες για να θολώσουν τα νερά, και αν θέλης,
ημπορούμε να καθίσουμε εις τούτη την πέτρα, και να
ξαναρχινήσουμε.
ΦΙΛ.
Ας καθίσουμε· γλυκειά η μυρωδία του πελάγου, γλυκός ο αέρας,
και ο ουρανός ασυγνέφιαστος.
ΠΟΙΗΤ.
Το πέλαγο είναι όλο στρωτό, και ο αέρας λεπτότατος, και όποιος
ήθελε να κινήση για το Μοριά, δεν ημπορούσε να κάμη ταξίδι
χωρίς να δουλέψουν ακατάπαυτα τα κουπιά.
ΦΙΛ.
Τι σου αρέσει περσότερο η ησυχία της θάλασσας, ή η ταραχή;
ΠΟΙΗΤ.
Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη, οπού απλώνεται
καθαρώτατη· την εθεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου, οπού
απομακρένει από ταις ανησυχίαις του κόσμου, και με ειλικρίνεια
φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ' αφού επέρασαν τα καράβια μας
για να πάνε 'ς το Μεσολόγγι, μ' αρέσει περσότερο η ταραχή·
εφαίνονταν δύο δύο, τρία τρία και εξάνοιγες λευκά τα κατάρτια
από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς
τα κύματα, τα οποία με μία βουή, οπού λες και ήταν χαράς,
αναγάλλιαζαν εις το πέλαγο του Ιονίου, και εσυντρίβονταν εις το
γιαλό της Ζακύνθου.
ΦΙΛ.
Το θυμούμαι καλά· και τόσος ήταν ο κρότος, και τόση η ανακάτωση
του πελάγου, οπού σε επαραμέρισα, για ν' αποφύγουμε το
ράντισμα, οπού αποπάνου μας σταλοβολούσε η θάλασσα.
ΠΟΙΗΤ.
Φαίνεται ότι εκεί πέρα οι δικοί μας δεν έχουν τόση δυσκολία να
βρέχωνται με το αίμα τους, όσην έχουμε εμείς να νοτισθούμε από
ολίγαις σταλαγματιαίς θαλασσιναίς.
ΦΙΛ.
Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακυττάξης κατά το Μοριά, και να
ξανασωπάσης . . . αγκαλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να ομιλής
όποτε θέλω.
ΠΟΙΗΤ.
Εκατάλαβα θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο
'ς το νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να
πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση ογλήγορα τα
σοφολογιωτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμέναις και οι δύο θέλει
προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν
οπίσω, αν κανένας Σοφολογιώτατος κρώζη, ή κανένας Τούρκος
βαυίζη· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.
ΦΙΛ.
Βέβαια είναι εχθροί μας και οι δύο· με κάνεις να θυμηθώ τα
λόγια του Λοκ. Η γλώσσα είναι ένα μεγάλο ποτάμι, εις το οποίον
έχουν ανταπόκριση τα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, και όποιος δεν
την μεταχειρίζεται καθώς πρέπει, κάνει ό,τι του βολέση, για να
κόψη ή να εμποδίση τους δρόμους, με το μέσον των οποίων τρέχει
η πολυμάθεια. Όποιος κάνει λοιπόν αυτό με απόφαση θεληματική,
πρέπει οι άλλοι να τον στοχάζωνται εχθρόν της αλήθειας και της
πολυμάθειας.
ΠΟΙΗΤ.
Τι λες; ως πότε θα πηγαίνη ομπρός αυτή η υπόθεση; ένας λαός από
το ένα μέρος να ομιλή 'ς έναν τρόπο, ολίγοι άνθρωποι από το
άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαόν να ομιλή μίαν γλώσσαν δικήν
τους!
ΦΙΛ.
Για κάποιον καιρό η υπόθεση θέλει ακολουθήση· η αλήθεια είναι
καλή Θεά, αλλά τα πάθη του ανθρώπου συχνότατα την νομίζουν
εχθρήν. Κάποιοι γνωρίζουν την αλήθεια, αλλ' επειδή γράφοντας
εις εκείνον τον τρόπον τον σκοτεινόν απόχτησαν κάποια φήμη
σοφίας, τον ακολουθούν, και ας είναι και σφαλερός.
ΠΟΙΗΤ.
Λοιπόν είναι αξιοπαρόμοιαστοι με τους ανθρώπους, οι οποίοι για
να ζήσουν πουλούν φαρμάκι.
ΦΙΛ.
Περιγράφει το εργαστήρι ενός απ' αυτούς ο Σέϊκσπηρ εξαίρετα,
και θέλω να σου ξαναθυμήσω τα λόγια του, γιατί, τη αληθεία, μου
ξαναθυμούν τον τρόπον, εις τον οποίον είναι γραμμένα τα βιβλία
των Σοφολογιώτατων. — Εκρέμονταν από το πατερό του φτωχότατου
εργαστηριού μία ξεροχελώνα, ένας κροκόδειλος αχερωμένος, και
άλλα δερμάτια άσχημων ψαριών· ήταν τριγύρου πολλά συρτάρια
αδειανά με επιγραφαίς, αγγειά από χοντρόπηλο πράσινο, ήταν
φούσκαις, ήταν βρωμόχορτα παλιωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια
βούρλα, παλιά κομμάτια από διαφόρων λογιών ιατρικά, αριά
σπαρμένα εδώ κ' εκεί, για να προσκαλέσουν τον αγοραστή.
ΠΟΙΗΤ.
Βλέπω από μακριά έναν Σοφολογιώτατον· επιθυμώ για την ησυχία
μου και για τη δική σου, και για τη δική του, να μην έλθη κοντά
μας.
ΦΙΛ.
Το επιθυμώ πολύ· εσύ θυμώνεις παρά πολύ.
ΠΟΙΗΤ.
Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα, οπού είπαν
τόσαις φοραίς τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι
Γάλλοι έλαβαν φιλονεικία για τη γλώσσα, και ετέλειωσε εις την
εποχή του Δαλαμβέρτ την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε
το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο
πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε
φθάση για τότε να τους καταπείση. Ησύχασαν τέλος πάντων,
γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους, τα σοφά έθνη, και αντί
εκείναις οι ελεειναίς ανησυχίαις να μας είναι παράδειγμα για να
ταις αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων
οι Σοφολογιότατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία
γλώσσα, οπού ήταν μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων·
κακό πράγμα βέβαια, και αν ήταν αληθινά δυνατόν γιατί
δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλ' οι δικοί μας θέλουν να
γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλειέται, μήτε άλλαις
φοραίς ωμιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθή.
ΦΙΛ.
Ο Σοφολογιώτατος έρχεται κατά μας.
ΠΟΙΗΤ.
Καλώς τα δέχθηκε με την υπομονή σου! εγώ δεν θέλω λόγια μ'
αυτόν. Κύττα πώς τρέχει! Το πηγούνι του σηκώνει την άκρη, ωσάν
να ήθελε να ενωθή με τη μύτη. Ω να εγένονταν η ένωση, και τόσο
σφιχτή, που να μην μπορή πλέον ν' ανοίξη το στόμα του, για να
φωτίση το γένος!
ΣΟΦ.
Έφαγα τον κόσμο, φίλτατε, για να σ' εύρω· έτρεχα, όπως είναι το
χρέος ενός καλού πατριώτη να τρέχη, όταν είναι εις κίνδυνον η
δόξα του γένους· ένα βιβλίο θέλει τυπωθή γλήγορα, γραμμένο εις
τη γλώσσα του λαού της Ελλάδας, οπού λέγει κακό για μας τους
σοφούς, και μου κακοφαίνεται.
ΦΙΛ.
Γιατί σου κακοφαίνεται;
ΣΟΦ.
Γιατί πολλά μυαλά είναι σωστά, και πολλά όχι· και όσα δεν είναι
σωστά, ημπορεί να απατηθούν. Είναι τόσοι χρόνοι οπού σπουδάζω
για το κοινόν όφελος της πατρίδας μου, και δεν επιθυμούσα να
έβγουν άλλοι να μου τυφλώσουν τους ανθρώπους. Ήλθα 'ς εσέ, οπού
είσαι σοφός και συ, για να ενωθούμε με όσους συλλογίζονται
καλά, και να καταπλακώσουμεν αυτόν τον βάρβαρον συγγραφέα.
ΦΙΛ.
Και ποίος είναι ο συγγραφέας;
ΣΟΦ.
Δεν μου είπαν τ' όνομά του· μου είπαν, πως είναι ένας νέος ο
οποίος για την κοινή γλώσσα βαστάει πάντα το σπαθί 'ς το χέρι,
και από τη μάνητα τη μεγάλη, ημπορούμε να πούμε πως
εκαταστήθηκε άλλος Αίας μαστιγοφόρος.
ΠΟΙΗΤ.
Λοιπόν πάρε τα μέτρα σου, μη λάχη και 'ς τον θυμό του σκοτώση
πρόβατα και αυτός, και εντροπιασθή.
ΣΟΦ.
Ας εντροπιασθή· γι' αυτόν δεν με μέλει· για το κοινόν όφελος.
ΠΟΙΗΤ.
Και τι όφελος;
ΣΟΦ.
Η γλώσσα σου φαίνεται λίγη ωφέλεια; με την γλώσσα θα διδάξης το
κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξης πρώτα ταις ορθαίς λέξαις.
ΠΟΙΗΤ.
Σοφολογιώτατε, ταις λέξαις ο συγγραφέας δεν ταις διδάσκει,
μάλιστα ταις μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και
τα παιδιά.
ΣΟΦ. (Με μεγάλη φωνή)
Γνωρίζεις τα Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από
μικρός;
ΠΟΙΗΤ. (Με μεγαλύτερη)
Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες
από μικρός;
ΦΙΛ.
Αδέλφια, μην αρχινάτε να φωνάζετε, γιατί βρισκόμασθε εις το
δρόμο, και η αληθινή σοφία λέει το δίκαιόν της με
μεγαλοπρέπεια, και χωρίς θυμούς.
ΣΟΦ. (Χαμηλώνοντας τη φωνή και προσπαθώντας να φανή
μεγαλόπρεπος)
Αλήθεια, φίλε έτσι έκανε και ο Σωκράτης.
ΠΟΙΗΤ.
Απαράλλαχτα! Θυμήσου το όνομα, γιατί ημπορεί να χρειασθή.
Ωστόσο σου ξαναλέγω ότι ο διδάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός.
ΣΟΦ.
Τούτο μου φαίνεται πολύ παράξενο· ένας από τους σοφώτερους του
έθνους μας έγραψε ότι, για να γράφουμε με τα λόγια του λαού,
πρέπει και με τους στοχασμούς του λαού να συλλογιζώμασθε.
ΠΟΙΗΤ.
Αυτά είναι τέκνα στραβόκορμα ενός πατέρα ευμορφότατου. Ο
Κονδιλλιάκ είχε πη πως η λέξη είναι το σημείο της ιδέας· δεν
εφαντάσθηκε όμως ποτέ πως όσοι έχουν ταις ίδιαις λέξαις έχουν
τους ίδιους στοχασμούς. Τα νομίσματα εις τον τόπον, εις τον
οποίον ζης, έχουν την ίδια τιμή· μ' όλον τούτο εις τα χέρια μου
δεν αξίζουν, γιατί δεν ηξέρω να τα ξοδιάζω, εις τα χέρια σου
αξίζουν ολίγο περισσότερο, γιατί ηξέρεις και τα οικονομείς, και
εις τα χέρια ενός τρίτου εις ολίγον καιρό πληθαίνουν. Αν ήταν
αυτό αληθινό, όλοι οι άνθρωποι ενός τόπου έπρεπε να έχουν τους
ίδιους στοχασμούς· διαφέρουν όμως εις αυτούς, όπως διαφέρουν
εις ταις φυσιογνωμίαις· και αν κατά δυστυχίαν του γένους
κανένας Σοφολογιώτατος ετρελλαινότουν, είναι πιθανό να
εξεθύμαινε την τρέλλα του με τα ίδια λόγια, οπού ήταν
συνειθισμένος να λαλή· και για τούτο είναι σωστό πράγμα να πω,
ότι συλλογίζεται ωσάν κ' εσένα;
ΣΟΦ.
'Σ τούτο το στερνό, φρόνιμα ωμίλησες· ταις λέξαις όμως του λαού
να μεταχειριζόμασθε είναι άγνωστο πράγμα.
ΠΟΙΗΤ.
Το ενάντιο είναι άγνωστο. Εις τι περίστασαις βρισκόμασθε, εις
τι περίστασαις βρίσκεται η γλώσσα μας; Εβγήκε ακόμα κανένας
μεγάλος συγγραφέας να μας είναι παράδειγμα, ο οποίος να
ευγένισε αληθινά τα λόγια της, ζωγραφίζοντας με αυτά εικόνες
και πάθη;
ΣΟΦ
. . . . . . σαν τον Όμηρο, όχι βέβαια.
ΠΟΙΗΤ.
Πολύ ψηλά επήδησες, φίλε. Πες μου λοιπόν πώς πρέπει να
πορευθούμε;
ΣΟΦ.
Πρέπει να τρέξουμε εις ταις μορφαίς των ελληνικών λέξεων, και
να πάρουμε όσαις ημπορούμε, και κάποιαις από ταις δικαίς μας,
οπού δεν είχαν οι Παλαιοί, να ταις σύρουμε 'ς την παλαιά μορφή.
ΠΟΙΗΤ.
Γιατί;
ΣΟΦ. Γιατί αυταίς οι λέξαις είναι ευγενικώτεραις.
ΠΟΙΗΤ.
Πες την αλήθεια, είναι άβλαβη η συνείδησή σου, ενώ μου λες
τέτοια;
ΣΟΦ.
Άβλαβη, μα την αγάπη του Ελικώνος!
ΠΟΙΗΤ.
Φριχτότατος όρκος! και βεβαιώσου πως μου ταράζει τα σωθικά. Εγώ
σου λέγω ωστόσο, πως έχεις πλακωμένην την κρίσιν από τον κόπον,
οπού έκαμες, για να ταις μάθης, και επειδή παρατηρώ πως εσείς
όλοι ελπίζετε να φωτίστε το γένος με το αλφαβητάρι 'ς το χέρι,
σ' ερωτώ ποίο αλφαβητάρι είναι ευγενικώτερο· το δικό μας, ή το
Ιταλικό;
ΣΟΦ.
Όσο για . . . . τα γράμματα κάθε αλφαβηταρίου έχουν την ίδιαν
ευγένειαν.
ΠΟΙΗΤ.
Ήγουν δεν έχουν καμμίαν αφ' εαυτού τους. Όταν είναι σκόρπια και
ανακατωμένα, τι δηλούν; έρχεται ο τυπογράφος, τα διαλέει, τα
βάνει εις τάξη, και το μάτι διαβάζει· _Ουρανός, Μάρκος
Μπότσαρης, Σοφολογιώτατος._ Εις την πρώτη λέξη, σκύφτω το
κεφάλι μου, αναδακρύζω 'ς τη δεύτερη, και εις την τρίτη, γελώ
για χρόνους. Το ίδιο πες για ταις λέξαις· η ευγένεια τους
κρέμεται από την τέχνη, με την οποίαν ταις μεταχειρίζεσαι.
ΣΟΦ.
Όποιαν τέχνην και αν μεταχειρισθής, οι λέξαις της τωρινής
Ελλάδας είναι διεφθαρμέναις . . . . . Τι με κυττάζεις χωρίς να
ομιλής;
ΠΟΙΗΤ.
Κυττάζω ταις άσπραις τρίχες της κεφαλής σου.
ΣΟΦ.
Αμμή τι έχουν να κάμουν με ταις λέξαις;
ΠΟΙΗΤ.
Έχουν να κάμουν με τον καιρό. Ο καιρός, οπού άρχισε να σου κάνη
σεβάσμια τα μαλλιά, διαφθείρει όλα τα πράγματα του κόσμου, και
ταις γλώσσαις ακόμα, και ησύχασε.
ΣΟΦ.
Τι ευγένεια ημπορούν να έχουν οι λέξαις μας, αν ήναι
διεφθαρμέναις;
ΠΟΙΗΤ.
Την ευγένειαν, οπού είχαν οι αγγλικαίς, πριν γράψη ο Σέικσπηρ,
οπού είχαν οι γαλλικαίς, πριν γράψη ο Ρασίν, οπού είχαν οι
ελληνικαίς, πριν γράψη ο Όμηρος, και όλοι τους έγραψαν ταις
λέξαις του καιρού τους. Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ανάγκης να έχη
λέξαις από άλλαις γλώσσαις· και η ευγένεια των γλωσσών είναι
ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας
σου, ο πάππος σου ευγενής, αλλά παγαίνοντας εμπρός βρίσκεις
βέβαια τον άνθρωπον, οπού έπαιζε τη φλογέρα βόσκοντας πρόβατα.
ΣΟΦ.
Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αγκαλά έπρεπε να
κάνουμε χίλιαις ευχαίς για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.
ΠΟΙΗΤ.
Εγώ δεν κάνω καμμία, για να μην χάνω καιρό και τη ζωή του
Ματουσάλα να ήμουν βέβαιος πως θα ζήσω, δεν άνοιγα στόμα για
τέτοιαις ευχαίς, οι οποίαις φέρνουν το ίδιο όφελος, οπού
φέρνουν τα κλάιματα 'ς τα σώματα των νεκρών. Οι ευχαίς, οπού
κάνω είναι για να ξαναζήση η σοφία, και η σοφία δεν θέλει
ξαναζήση ποτέ, όσο γράφετε με τον τρόπον τον εδικόν σας. Έλαβα
πάντα τη δυστυχία να στοχάζωμαι με τον Σωκράτη ταις λέξαις ωσάν
ταις σφυριαίς· το αντί σου πυθαγορίζει 'ς ταις παλαιαίς, το
δικό μου και του γένους 'ς ταις τωριναίς.
ΣΟΦ.
Και ποίος ημπορεί να μου εμποδίση να διορθώσω, καθώς θέλει ο
Κοραής, ταις λέξαις μας με τα σχήματα της παλαιάς;
ΠΟΙΗΤ.
Για ποίο δίκαιο θέλεις να κάμης τέτοια διόρθωση;
ΣΟΦ.
Γιατί η διόρθωση μιας γλώσσας νέας πρέπει να γίνη με την οδηγία
της μητρός της· όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να
διορθώσουμε, και να που με _ομμάτιον_· λέγει _κρεβάτι_, πρέπει
να πούμε _κρεβάτιον_.
ΠΟΙΗΤ.
Η πρόταση αυτή ομοιάζει την τρέλλα κάποιων ανθρώπων, οπού έχουν
τα φαινόμενα της φρονιμάδας.
ΣΟΦ.
Τι εννοείς να πης;
ΠΟΙΗΤ.
Εννοώ να ειπώ, ότι μ' όλον που η πρόταση φαίνεται πως περιέχει
κάποιο δικαίωμα, αν την ξετάξης καλά, δεν περιέχει κανένα, και
είναι ενάντια εις τα παραδείγματα των άλλων εθνών.
ΣΟΦ.
Τούτο επιθυμώ να μου αποδείξης.
ΠΟΙΗΤ.
Μετά χαράς· και τόσο προθυμότερα σου το αποδείχνω, όσο
συλλογίζομαι πως τούτο είναι το πρώτο θεμέλιο, εις το οποίο
υψώνεται το μεγάλο χτίριο της γλώσσας σας, η οποία, με το
θέλημά σου, είναι βαρβαρώτατη, όπως θέλει σου το αποδείξω εις
το εξής. Η διαφθορά της μορφής των λέξεων, λέγει ο Γιβελέν,
είναι τριών λογιών· η αλλάχνουν τα φωνήεντα, ή αλλάχνουν τα
σύμφωνα, ή αλλάχνουν τοποθεσία τα ψηφία, οπού συνθέτουν μίαν
λέξη. Τούτο γίνεται εις κάθε γλώσσα, οπού γενειέται από άλλην.
Παρατήρησε τη γλώσσα των Λατίνων, τη γλώσσα των Ισπανών, τη
γλώσσα των Γάλλων, τη γλώσσα των Ιταλών. Σύγκρινέ ταις με τη
γλώσσα που ταις εγέννησε, και θέλει ιδής φανερώτατην την
αλήθειαν, οπού σου λέγω. Τώρα ας πάρουμε τον πρώτο στίχο του
Δάντη, και ας τον διορθώσουμε κατά τον τρόπο, οπού σεις
αποφασίσετε να μεταχειρισθήτε· _Nel mezzo, del cammin di nostra
vita_. Η ιταλική γλώσσα δεν είναι καθαυτό θυγατέρα της
Λατινικής, είναι εγγονή της· ας κάμουμε τη διόρθωση με την
ίδιαν επιδεξιότητα, με την οποία την κάνετε εσείς εις τη γλώσσα
σας· _Nel_, είναι βάρβαρο, πρέπει να πούμε _in. mezzo_, κείνα
τα δύο _zz_ είναι βάρβαρα, πρέπει να πούμε _medio. — Del_,
τίποτες. _Cammin_, κάθου γύρευε πόθεν έρχεται! αλλά θέλει
μεγαλοψυχία· ας το λατινίσουμε _cammini. — nostra_, πρέπει να
πούμε· nostrae· — _vita_, πρέπει να πούμε· _vitae_. Νά,
διορθωμένος ο στίχος και φωτισμένο το γένος! _In medio cammini
nostrae vitae_.
ΣΟΦ.
Τούτο είναι γελοίον.
ΠΟΙΗΤ.
Και τα δικά σας τάχα αλλιώτικα είναι; Είναι απαράλλαχτα τα
ίδια. Και τόσον ανόητος ήταν ο Δάντης να μην ηξεύρη και αυτός
κατ' αναλογία να κάμη 'ς τη γλώσσα του τέτοια διόρθωση; Οι
στίχοι του οι λατινικοί δεν είναι βέβαια εύμορφοι, όμως με τον
Βιργίλιο, οπού όλον τον είχε 'ς το νου του, δεν ήθελε πολύ
τέτοιαις διόρθωσαις να ταις κάμη. Γιατί δεν ταις έκαμαν οι
Γάλλοι; γιατί δεν ταις έκαμαν οι Λατίνοι; Και πώς ημπορούσαν να
ταις κάμουν; Ας πάρουμε την ύστερη λέξη, και ας ιδούμε αν
ημπορή ποτέ να ξεβαρβαρωθή. Είπαμε _vitae_, αντί για _vita_·
αλλά εξεβαρβαρώθηκε εις τέτοιον τρόπο; Όχι, Σοφολογιώτατε· η
μορφή της λέξης έπεσε από μίαν βαρβαρότητα εις άλλην· το vitae
είναι διεφθαρμένο και αυτό από το θαυμαστό σου το βίος, το
ελληνικό· το βίος λοιπόν είναι η πρωτότυπη μορφή, και η αληθινά
ευγενική; Ποίος το είπε; Ποίος ξεύρει να σου το πη; Το _όφις_,
το οποίο βέβαια το στοχάζεσαι ευγενικώτερο από το φίδι, το
_όφις_ λέγω, με τόσαις άλλαις λέξαις, δεν είναι μήτε ελληνικό,
γιατί το _οφ_ είναι ξένο, και μοναχά η κατάληξη του είναι
ελληνική και έτσι καθώς βλέπεις, Σοφολογιώτατε, αγάλια, αγάλια,
εγώ σε στενεύω να ομιλήσης του Αδάμ τη γλώσσα, και ημπορείς να
μου ψάλης με τον Δάντη· _La lingua ch' ei parlo fu tutta
spenta_· γιατί εγώ σου αποκραίνομαι· Ομίλειε με τα νοήματα, για
να μη βαρβαρίζης!
ΣΟΦ.
. . . λοιπόν;
ΠΟΙΗΤ.
Λοιπόν του λαού της Ελλάδας όλαις ταις λέξαις. . . .
ΣΟΦ. (κοκκινίζοντας)
Πάντα τον λαό μου βγάνεις έξω για διδάσκαλο! ποίος το είπε
ποτέ!
ΠΟΙΗΤ.
Πολλοί το είπαν, πολλοί. Ο Βάκων λέγει, δεν θυμούμαι εις τι
μέρος, ότι είναι κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται πως τα
πράγματα ειπώθηκαν όλα, και εσύ στοχάζεσαι πως δεν ειπώθηκε
τίποτε.
ΣΟΦ.
Σε παρακαλώ να μου πης ποίος το είπε;
ΠΟΙΗΤ.
Άκουε, Σοφολογιώτατε, και τρόμαξε _Is qui, omnium eruditorum
testimonio, totiusque judicio Graeciae, cum prudentia et
acumine et venustate et subtìlitate, tum vero eloquentiae_
(ακούς, Σοφολογιώτατε; _e l o q u e n t i a e) varietate,
copia, quam se cumque in partem dedisset, omnium fuit facile
princeps_
ΣΟΦ.
Ποίος; πες μου ποίος, να ησυχάσουμε.
ΠΟΙΗΤ.
Θυμήσου το όνομα, οπού εμελέτησες προτύτερα, γιατί τώρα
χρειάζεται.
ΣΟΦ.
Ποίος; ο Σωκράτης;
ΠΟΙΗΤ.
Ο ίδιος· και επειδή σε βλέπω και αχνίζεις εις τ' όνομά του, να
σε θερίσω και με τα λόγια του·
«Αλκ. Οίμαι έγωγε· αλλά γουν πολλά οιοί τ' εισίν (οι πολλοί
διδάσκειν σπουδαιότερα του πεττεύειν. — Σωκ. Ποία ταύτα; — Αλκ.
Οίον και το ελληνίζειν παρά τούτων έγωγε έμαθον και ουκ αν
έχοιμι εμαυτού ειπείν διδάσκαλον, αλλ' εις αυτούς αναφέρω, ούς
συ φης ου σπουδαίους είναι διδασκάλους. — Σωκ. Αλλ', ω γενναίε,
τούτου μεν αγαθοί διδάσκαλοι οι πολλοί, και δικαίως επαινοίντ'
αν αυτών εις διδασκαλίαν. — Αλκ. Τι δη; — Σωκ. Ότι έχουσι περί
αυτά, ά χρη τους αγαθούς διδασκάλους έχειν.»
ΣΟΦ.
. . . . . . Μη λάχη και εννοεί τίποτε άλλο;
ΠΟΙΗΤ.
Εσύ, οπού είσαι ελληνιστής, μου κάνεις εμέ τέτοια ερωτήματα;
είναι δουλειά δική σου.
ΣΟΦ.
Δεν σου λέγω το εναντίο . . . Ευμορφότατα λόγια!
ΠΟΙΗΤ.
Ευμορφότατο νόημα! Ναι, ευμορφότατο νόημα! Αμμή τι ήθελες; να
γράφη ταις λέξαις της κεφαλής του καθένας; με ποίο δικαίωμα; με
το δικαίωμα, που δίνει το πνεύμα και η μάθηση; Καλό, λοιπόν
ένας, οπού έχει πνεύμα και μάθηση, φτειάνει μορφαίς λέξεων
καθώς θελήση, ένας άλλος κάνει το ίδιο, ένας τρίτος κάνει
χειρότερα, και εις ολίγον καιρό δεν έχουμε παρά σκοτάδια
πυκνότατα. Για τούτο η φύση των πραγμάτων ηθέλησε να
γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων,
αλλά από του λαού το στόμα και η φιλοσοφία αγροίκησε αυτήν την
θέληση της, και την εκήρυξε 'ς τους ανθρώπους. Όσο μεν γι'
αυτό, που υποπτεύεσαι, πως να είναι άλλο τι απ' ό,τι σημαίνουν
τα λόγια, για ν' αφήσης κάθε αμφιβολία, να σου πω πόσοι
Κλασσικοί εξαναείπαν το ίδιο πράγμα.
ΣΟΦ.
Όχι, όχι, μη μελετήσης κανέναν, γιατί ο Πλάτων αξίζει για όλους
τους, και για όσους γεννηθούν.
ΠΟΙΗΤ.
Δίκαια κρίση· αλλά η προφητεία την υπερβαίνει.
ΣΟΦ.
Εγώ πιστεύω του Πλάτωνος, περσότερο από όσα δικαιώματα ημπορεί
κανείς να προβάλη· παρά να αμφιβάλλω 'ς τα λόγια του κάλλιο να
τρελλαθώ, και ήθελε τωόντι τρελλαθώ, αν αμφίβαλλα. Αγκαλά . . .
τέτοιο πράγμα μου κάνει μεγάλην αγανάχτηση 'ς την ψυχή μου . .
Είσαι γενναίος;
ΠΟΙΗΤ.
Και αν δεν είμαι, — ακολουθώντας τα παραδείγματα τόσων άλλων,
προσπαθώ να φαίνωμαι τέτοιος.
ΣΟΦ.
Ω! είσαι τέτοιος βέβαια, είσαι τέτοιος!
ΠΟΙΗΤ.
Ευχαριστώ, και ας είναι η πρώτη φορά που με βλέπεις.
ΣΟΦ. (ομιλώντας αγαλινά).
Πιστεύεις πως ο Πλάτων (Θεέ μου, συγχώρεσέ με!) ο Πλάτων, λέγω,
ο ίδιος, οπού το είπε, πιστεύεις πως έγραφε καθώς ομιλεί ο
λαός;
ΠΟΙΗΤ.
Δεν το πιστεύω· και ποιος το πιστεύει;
ΣΟΦ.
Το πιστεύουν όσοι είναι της χυδαϊκής φατρίας.
ΠΟΙΗΤ.
Στρεβλό πράγμα.
ΣΟΦ.
Τι έλεγες έως τώρα συ ο ίδιος;
ΠΟΙΗΤ.
Τίποτε από αυτά. Εμείς δεν είπαμεν ακόμη πως πρέπει να γράφουμε
τη γλώσσα· έως τώρα είπα, και σου απόδειξα, πως οι μορφαίς των
λέξεων, όταν είναι κοιναίς, δεν είναι υποκείμεναις να
αλλάζωνται από κανέναν, με πρόφαση διόρθωσης· και τίποτε άλλο.
ΣΟΦ.
Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανάφερες;
ΠΟΙΗΤ.
Για να καταπεισθής πως τη σημασία των λέξεων ο λαός την
διδάσκει του συγγραφέα.
ΣΟΦ.
Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την
ομιλία.
ΠΟΙΗΤ.
Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο, οπού λέγει ο Βάκων για τη φύση,
δηλαδή, πως ο φιλόσοφος, για να την κυριέψη, πρέπει πρώτα να
της υποταχθή, ημπορεί, κάνεις να το πη για τη γλώσσα· υποτάξου
πρώτα 'ς τη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ
την.
ΣΟΦ.
Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.
ΠΟΙΗΤ.
Νά, πώς γίνεται. Από τα παραδείγματα, που θέλει σου αναφέρω,
θέλει φανερωθή πως ο συγγραφέας πότε 'ς ταις φράσαις του
ακολουθάει τον λαό, πότε όχι· πως η μορφή των λέξεων, οπού
μεταχειρίζεται ο λαός, δεν αλλάζεται από τον συγγραφέα· πώς
κάθε λέξη για να λάβη ευγένεια, δεν χρειάζεται άλλο παρά η
τέχνη του συγγραφέα· αν παίρνω τα παραδείγματα από τους ξένους,
μη με ελέγχης· γιατί το φταίξιμο δεν είναι δικό μου· Quandi io
fui desto innanzi la dimane — Pianger sentii fra 'l sonno i
miei figliuoli — Ch' eran con meco, e domandar del pane.
Παρατήρησε, σε παρακαλώ· — το θυμάσαι όλο εκείνο το μεγάλο
θαύμα της Τέχνης, τον Οyγολίνο; τούτα τα λόγια σου εγγίζουν την
ψυχή;
ΣΟΦ.
Μάλιστα.