XXII

Εχαμογέλασε γλυκά 'ς τον πόνο της ψυχής μου,

Κ' εδάκρυσαν τα μάτια της, κ' έμοιαζαν της καλής μου

Εχάθη, αλιά μου! αλλ' άκουσα του δάκρυου της ραντίδα

'Σ το χέρι, πού χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα — (134)

Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,

Π' αγνάντευεν Αγαρηνό κ' εγύρευε μαχαίρι.

Χαρά δεν τού 'ναι ο πόλεμος· τ' απλώνω του διαβάτη

Ψωμοζητώντας, κ' έρχεται με δακρυσμένο μάτι

Κι' όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν,

Αργά, κι' ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,

Και μέσα 'ς τ' άγρο πέλαγο τ' αστροπελέκι σκάη,

Κ' η θάλασσα να καταπιή την κόρη αναζητάη, (135)

Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι' ο νους μου κινδυνεύει,

Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει·

Τα κύματα έσχιζα μ' αυτό, τ' άγρια και μυρωδάτα, (136)

Με δύναμη, που δεν είχα μήτε ς τα πρώτα νιάτα,

Μήτε όταν εκρατούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,

Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,

Μήτε όταν τον μπομπο-Ισούφ και τ'ς άλλους δύο βαρούσα

Σύρριζα ς τη Λαβύρινθο π' αλαίμαργα πατούσα.

'Σ το πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου

Κ' αυτό μου τ' αύξαιν', — έκρουζε 'ς τη πλεύρα της κυράς μου.

(137)

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

.

Αλλά το πλέξιμ' άγουε, και μου τ' αποκοιμούσε, (1384)

Ήχος, γλυκύτατος ήχος, οπού με προβοδούσε

Δεν είναι κορασιάς φωνή 'ς τα δάση που φουντώνουν,

Και βγαίνει τ' άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,

Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει,

Του δένδρου, και του λουλουδιού, που ανοίγει και λυγάει·

Δεν είν' αηδόνι κρητικό, που παίρνει τη λαλιά του

Σε ψηλούς βράχους κι' άγριους, όπ' έχει τη φωλιά του,

Κι' αντιβουύζει ολονυχτής από πολλή γλυκάδα

Η θάλασσα πολύ μακρυά, πολύ μακρυά η πεδιάδα,

Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλυωσαν τ' αστέρια,

Κι' ακούει κι' αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια (139)

Δεν είν' φιαμπόλι το γλυκό, οπού τ' αγροίκαα μόνος

'Σ τον Ψηλορίτη, οπού συχνά μ' ετράβουνεν ο πόνος,

Κ' έβλεπα τ' άστρο τ' ουρανού μεσουρανίς να λάμπη,

Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κ' οι κάμποι (140)

Κ' ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα,

Κ' εφώναζα ω θεϊκιά, κι' όλη αίματα Πατρίδα!

Κι' άπλωνα, κλαίοντας, κατ' αυτή τα χέρια με καμάρι(141)

Καλή ν' η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.

Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζη,

Ίσως δε σώζεται 'ς τη γη ήχος, που να του μοιάζη (1424)

Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . . . . . . . . .

Δεν ήθελε τον ξαναπή ο αντίλαλος κοντά του.

Αν είν' δεν ήξερα κοντά, αν έρχωνται από πέρα·

Σαν του Μαϊού ταις ευωδιαίς γιομίζαν τον αέρα,

Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι . . . . . . . . . . . . . . .

Μόλις είν έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.

Μ' άδραχνεν όλη την ψυχή, και νά μπη δεν ημπόρει

Ο ουρανός, κ' η θάλασσα, κ' η ακρογιαλιά, κ' η κόρη

Με άδραχνε, και μ' έκανε συχνά ν' αναζητήσω

Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω.

Έπαψε τέλος, κι' άδειασεν η φύσις κ' η ψυχή μου,

Που εστέναξε, κ' εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου·

Και τέλος φθάνω 'ς το γιαλό την αρραβωνιασμένη,

Την απιθώνω με χαρά, κ' ήτανε πεθαμένη (143).

1833

Ο ΠΟΡΦΥΡΑΣ (144)

1

Η Κόλαση πάντ' άγρυπνη σου στήθηκε τριγύρου (145)·

Αλλά δεν έχει δύναμη πάρεξ μακρυά, και πέρα

Μακρυά πο την Παράδεισω, και συ 'ς εσέ χεις μέρος

Μέσα 'ς τα στήθια σου τ' ακούς, Καλέ, να λαχταρίζη;

2

Κυττάς του ρόδου τη λαμπρή πρώτη χαρά του ήλιου,

Ναι πρώτη, αλλ' όμως δεύτερη από το πρόσωπό σου! (1464)

3

«Χιλιάδες άστρα 'ς το λουτρό μ' εμέ να στείλ' η νύχτα!» (147)

4

«Γελάς και συ 'ς τα λούλουδα, χάσμα του βράχου μαύρο.»

5

«Κοντά ναι το χρυσόφτερο, και κατά δω γυρμένο,

Π' άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα,

Και κει γροικά της θάλασσας και τ' ουρανού τα κάλλη (148),

Και κει τραυά τον ήχο του μ' όλα τα μάγια πώχει

Γλυκά δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου,

Και τ' άστρο κράζει πάρωρα, και πρέπει να προβάλη. (149)

Πουλί, πουλάκι, που σκορπάς το θαύμα της φωνής σου,

Ευτυχισμός ά' δεν είναι το θαύμα της φωνής σου,

Καλό ς τη γη δεν άνθισε, 'ς τον ουρανό, κανένα.

Αλλ' αχ! να δώσω μία πλεξιά, και νά μαι κει φθασμένος,

Ακόμ', αφρέ μου, να βαστάς, και νά μαι γυρισμένος,

Με δυο φιλιά της μάννας μου, με φούχτα γη της γης μου» (1504)

6

«Φιλώ τα χέρια μ' και γλυκά το στήθος μ' αγκαλιάζω

Ανοιχτά πάντα κι' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.

Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;»

7

Φύση, χαμόγελ' άστραψες κ' εγίνηκες δική του·

Ελπίδα, τώδεσες το νου μ' όλα τα μάγια πώχεις·

Νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλωσύνης.

Γύρου κυττά να τον ιδή . . . . . . . . . . . .

Κοντά ναι κει 'ς τον νιον ομπρός ο τίγρις του πελάγου (151)

Κι' αλιά! μακρυά ναι το σπαθί, μακρυά ναι το τουφέκι!

Αλλ' όπως έσχισ' εύκολα βάθος τρανό, κ' εβγήκε,

Κι' ώρμησε . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,

Κατά το στήθος το πλατύ, και το ξανθό κεφάλι,

Κατά τη μεγαλόψυχη γλυκειά πνοή της νιότης,

Έτσι κι' ο νιος . . . . . . . . . . . . . .

Της φύσης από τ'ς όμορφες και δυναταίς αγκάλαις,

Οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε.

Κ' ευθύς ξυπνά 'ς τ' ελεύθερο γυμνό κορμί π' αστράφτει,

Την τέχνη του κολυμπιστή μ' αυτήν του πολεμάρχου. (152)

8

Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει.

Άστραψε φως, κ' εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του. (153)

Οι κόσμοι γύρου ν' άνοιγαν κορώναις να του ρήξουν,

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,

Όμορφε ξένε και καλέ και 'ς τον ανθό της νιότης,

Άμε και δέξου 'ς το γιαλό του δυνατού την κλάψα

1849

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ

ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ (154)

Εφάρμοσε εις την πνευματική μορφή την ιστορία του φυτού το

οποίον αρχινάει από το σπόρο, και γυρίζει εις αυτόν, αφού

περιέλθη, ως βαθμούς ξετυλιγμού, όλαις ταις φυτικαίς μορφαίς,

δηλαδή, τη ρίζα, τον κορμό, τα φύλλα, τ' άνθη, και τους

καρπούς. Εφάρμοσέ την, και σκέψου βαθιά την υπόσταση του

υποκειμένου, και τη μορφή της τέχνης. Πρόσεξε ώςτε τούτο το

έργο να γένεται δίχως ποσώς να διακόπτεται.

Μία μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών, οι οποίαις να

παρασταίνουν ουσιαστικά τον εις ταις αίσθησαις αόρατο Μονάρχη.

Τότε είναι αληθινό ποίημα. Ο Μονάρχης, οπού μένει κρυμμένος για

ταις αίσθησαις, και γνωρίζεται μόνον από το πνεύμα, μέσα εις το

οποίον εγεννήθηκε, είναι έξω από την περιφέρεια του Καιρού·

αλλά μία δημοκρατία ιδεών ενεργεί αισθητά μέσα εις τα όρια του

Καιρού.

Σκέψου βαθιά, και σταθερά, (μία φορά για πάντα) τη φύση της

Ιδέας, πριν πραγματοποιήσης το ποίημα. Εις αυτό θα ενσαρκωθή το

ουσιαστικώτερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής

ανθρώπινης φύσης, η Πατρίδα και η Πίστις.

Ο θεμελιώδης ρυθμός του ποιήματος ας είναι, από την αρχή ως το

τέλος, το Κοινό και το Κύριο (Proprio), συρριζωμένα και

ταυτισμένα με τη γλώσσα· ας εργάζεται (το ποίημα) αδιάκοπα για

την αληθινήν ουσία, αλλά εις τρόπον ώστε να μη το καταλάβουν

ειμή οι νόες οι γυμνασμένοι και βαθείς. Εις τούτο θα φθάση

τινάς με τρόπον απλό, πλούσιον όμως από δεσίματα, θρέφοντας τη

Μορφή με τύπους δημοτικούς· λ. χ. ετοιμοθάνατος, — χρυσοπηγή, —

χρυσοπράσινα, κ. ά.

Ο θεμελιώδης ρυθμός ας στυλωθή εις το κέντρο της Εθνικότητος,

και ας υψώνεται κάθετα, ενώ το νόημα, από το οποίο πηγάζει η

Ποίηση, και το οποίο αυτή υπηρετεί, απλώνει βαθμηδόν τους

κύκλους του.

Όλο το Ποίημα ας εκφράζη το Νόημα, ωσάν ένας αυτοΰπαρχτος

κόσμος, μαθηματικά βαθμολογημένος, πλούσιος και βαθύς. Μέσα εις

αυτό το δρόμο μοναχά συγχωρείται να προξενήση τινάς, με τα

διάφορα ακόλουθα εφευρήματα, ταις πλέον μεγάλαις και φοβεραίς

εντύπωσαις. Αυτό δεν έγινε ποτέ αρκετά καλά. Όσοι εδοκίμασαν να

το κάμουν (ως ο Ευριπίδης, και μ' αυτόν οι περισσότεροι των

νεωτέρων, οι οποίοι είναι παιδιά του), έμειναν έξω από την

Ιδέα, και όποιος έχει νου δεν το υποφέρει.

Εις το ποίημα του _Χρέους_ (155) μακρινή πρέπει να είναι η

φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως

εκείθε φανερωθή απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική

Παράδεισος.

Πραγματοποίησε τούτη την ιδέα· όλοι οι ανθρώπινοι δεσμοί, —

πατρός, — αδελφού, — γυναικός, — ριζωμένοι εις τη γη, και με

αυτούς ο ενθουσιασμός της δόξας· — τους αρπάζεται η γη, και

τοιουτοτρόπως αναγκάζονται να ξεσκεπάσουν εις τα βάθη τους την

αγιωσύνη της ψυχής τους. Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η

Ελλάδα με το μέλλον της. Από την αρχή ως το τέλος περνάνε από

πόνον εις πόνον έως τον άκρον πόνο τότε &έτρεξε η θάλασσα&, και

η ψυχή τους έπλεε εις την πίκρα, και ετρέκλιζαν ωσάν

μεθυσμένοι. Τότε ο εχθρός τους ζητεί ν' αλλαξοπιστήσουν. Ο

Άγιος Αυγουστίνος λέγει, ότι ο Σταυρός είναι η καθέδρα της

αληθινής σοφίας επειδή όσα ο Ιησούς εις τρεις χρόνους εδίδαξε

με το Ευαγγέλιο, όλα τα ανακεφαλαίωσε εις τρεις ώραις απάνου

εις το Σταυρό.

Έντοναις δύναμαις, οι οποίαις ξετυλίζονται εις φυσικοεθνικά

όργανα, εις μία μικρή γη· δύναμαις μεγάλαις κάθε λογής, οι

οποίαις εμψυχώνουν το ξετύλιγμα, οπού ακατάπαυτα προχωρεί

μεγαλύτερο. Ενώ αυξαίνει, κάμε ώστε ανάμεσα εις ταις νικηφόραις

ενάντιαις δύναμαις να ευρίσκεται η ενθύμηση της περασμένης

δόξας. — Οι Αδελφοποιτοί. — Μελέτησε καλά τη φύση της Ιδέας,

και το υπερφυσικό και γεννητικό βάθος της ας πετάξη έξω το

φυσικό μέρος, και τούτο ας τεθή αβίαστα εις όργανα εθνικά.

Αλλά όπως φθάση τινάς εις τούτο, ανάγκη να μελετήση τον

υποστατικόν ήσκιον, οπού θα βγάλη έξω τα σώματα, μέσ' από τα

οποία αυτός θα φανερωθή με εκείνα ενοποιημένος. Και μέσα εις

αυτά τα σώματα ας εκφρασθή, εις όλα τα μέρη του έργου, η

εθνικότης όσο το δυνατό πλέον εκτεταμένη. Τοιουτοτρόπως η

Μεταφυσική έγινε Φυσική.

Πάρε και σύμπηξε δυνατά μίαν πνευματική δύναμη, και καταμέρισε

την εις τόσους χαραχτήρες, ανδρών και γυναικών, εις τους

οποίους ν' ανταποκρίνωνται εμπράκτως τα πάντα. Σκέψου καλά αν

τούτο θα γένη ρωμαντικά, ή, αν είναι δυνατό, κλασσικά ή εις

είδος μιχτό, αλλά νόμιμο. Του δευτέρου είδους άκρο παράδειγμα

είναι ο Όμηρος· του πρώτου ο Σέϊκσπηρ· του τρίτου, δεν γνωρίζω.

Η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη· — μία από

ταις σημασίαις· η μικρή γη, έως τότε δίχως δόξα, δίχως όνομα,

διά μιας υψώνεται εις το άκρο της δόξας, πρώτα με το να σηκωθή,

και έπειτα με το να βασταχθή, αποκρούοντας πολλαίς δύναμαις,

και από εκεί πέφτει εις τη βαθύτατη δυστυχία. Τοιουτοτρόπως μία

ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών.

Το νόημα είναι πάντα το αυτό από την αρχήν ως το τέλος, όπου

είναι η λέξι &αιματοτσακισμένα&· — κ' έτσι τωόντι κάθε λέξη

εβγήκε μεστή από το νόημα, και το έργο δείχνεται ατομικό,

σύμφωνο με το πνεύμα της Γενικότητος, που το εγέννησε.

Το ποίημα ας έχη ασώματη ψυχή, η οποία απορρέει από τον Θεό,

και αφού σωματοποιηθή εις τα όργανα καιρού, τόπου, εθνικότητος,

γλώσσας, με τους διαφορετικούς στοχασμούς, αισθήματα, κλίσαις

κ. ά. (ας γένη ένας μικρός σωματικός κόσμος ικανός να τη

φανερώση), τέλος επιστρέφει εις τον Θεό·

'Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος,

Εκείθ' εβγήκε ανίκητος·

Κύτταξε να σχηματίσης βαθμηδόν ωσάν μίαν Αναβάθρα από

δυσκολίαις, ταις οποίαις θα υπερβούν εκείνοι οι Μεγάλοι, με όσα

οι αίσθησαις απορρουφούν από τα εξωτερικά, τα οποία ή τους

τραυούν με τα κάλλη τους, ή τους βιάζουν με την ανάγκη και με

τον πόνο, έως εις τη βεβαιότητα του θανάτου, αλλά εξαιρέτως με

την ενθύμηση της περασμένης δόξας. Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα

είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν

την Ελευθερία μεστήν από το Χρέος, δηλαδή, απ' όσα περιέχει η

Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ. ά.

Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος μέσα εις τον οποίο κινειέται η

πολιορκημένη πόλη, να ξεσκεπάζη εις την ατμοσφαίρα του τα

μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση οπού

αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για

εκείνους, οπού θέλουν να την αρπάξουν, — και για την ηθική

θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητος. Τοιουτοτρόπως

η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα. — Ιδές τον Προμηθέα

και εν γένει τα συγγράμματα του Αισχύλου. — Ας φανή καθαρά η

μικρότης του τόπου, και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος

οπού την έχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του

τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλαις ενάντιαις δύναμαις, θέλει

έβγουν οι Μεγάλαις Ουσίαις.

Μείνε σταθερός εις τούτη την υψηλή θέση. Η θλίψη τους στέκεται

εις το να θυμούνται την ευτυχισμένη κατάσταση τους, όθεν έπρεπε

να βλαστήση το καλό της πατρίδας. Τώρα αισθάνονται ότι θα

χάσουν τα πάντα· το αισθάνονται βαθμηδόν, και επομένως ολικώς.

Η πείνα δε μπαίνει εις τον κύκλον ειμή μόνον ως εξωτερική

δύναμη, την οποίαν υπερνικούν καθώς όλαις ταις άλλαις.

Σκέψου την ισοζυγία των δυνάμεων, μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Εκείνοι ας αισθάνωνται όλα, και ας νικάνε όλα, με την ουσίαν

έξυπνη· τούταις ας νικάνε και αυταίς, αλλ' ωσάν γυναίκες

(156).

Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα · 第 7 / 116 题