XXI

Εκύτταξε τ' αστέρια, κ' εκείνα αναγαλλιάσαν,

Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·

Κι' από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνη,

Κυπαρισσένιο ανάερα τ' ανάστημα σηκώνει,

Κι' ανεί τ'ς αγκάλαις μ' έρωτα και με ταπεινοσύνη,

Κ' έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλωσύνη.

Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,

Κ' η χτίσις έγεινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.

Τέλος 'ς εμέ που βρισκόμουν ομπρός της μέσ' 'ς 'τα ρείθρα,

Καταπώς στέκει 'ς το Βοριά η πετροκαλαμήθρα, (126)

Όχι 'ς την κόρη, αλλά 'ς εμέ την κεφαλή της κλίνει·

Την κύτταζα ο βαρυόμοιρος, με κύτταζε κ' εκείνη.

Έλεγα πως την είχα ιδή πολύν καιρόν οπίσω,

Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,

Κάνε την είχε ερωτικά ποιήση ο λογισμός μου (127),

Καν τ' όνειρο, όταν μ' έθρεφε το γάλα της μητρός μου·

Ήτανε μνήμη παλαιή (128), γλυκειά, κι' αστοχισμένη,

Που ομπρός μου τώρα μ' όλη της τη δύναμη προβαίνει·

Σαν το νερό, που το θωρεί το μάτι ν' αναβρύζη

Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι' ο ήλιος το στολίζει (129)

Βρύση έγινε το μάτι μου, κι' ομπρός του δεν εθώρα,

Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,

Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα 'ς τα σωθικά μου,

Που ετρέμαν και δε μ' άφιναν να βγάλω τη μιλιά μου·

Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ' όπου

Βλέπουνε μέσ' 'ςτην άβυσσο (1304) και 'ς την καρδιά τ'

ανθρώπου,

Κ' ένοιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου

Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου·

«Κύττα με μέσ' 'ςτα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι (131)

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

»Όμως εξέχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·

»Τ' αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μου τ' αδράξαν,

»Την αδελφή μου ατίμησαν, κι' αμέσως την εσφάξαν,

»Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδυ,

»Και την αυγή μου ρήξανε τη μάννα 'ς το πηγάδι

»'Σ την Κρήτη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

»Μακρυά πο κείθ' εγιόμισα ταις φούχταις μου κ' εβγήκα (132)

»Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να χω·

»Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι' αυτό βαστώ μονάχο (133).

Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα · 第 6 / 116 题