ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ A'.

Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου, και έλεγα πως ήρθε ώρα να

ξεψυχήσω· κ' ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που

εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι 'ς το μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν

το χόχλο 'ς το νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο

ήτανε το Μεσολόγγι (157)· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε

το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που

επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα

και πίσσα, γιομάτη λάμψι, βροντή, και αστροπελέκι· και ύψωσα τα

χέρια μου και τα μάτια μου να κάνω δέηση, και ιδού μέσ' 'στη

καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το

αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κ' εσβενότουνε· και με φωνή, που μου

εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου, άρχισε·

Το χάραμα επήρα

Του Ήλιου το δρόμο,

Κρεμώντας τη λύρα

Τη δίκαιη 'ς τον ώμο,(158)

Κι' απ' όπου χαράζει

Ως όπου βυθά,

Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»

2

Παράμερα στέκει

Ο άντρας, και κλαίει· (159)

Αργά το τουφέκι

Σηκώνει, και λέει·

«Σε τούτο το χέρι

»Τι κάνεις εσύ;

»Ο εχθρός μου το ξέρει

»Πως μου είσαι βαρύ.»

Της μάννας ω λαύρα!

Τα τέκνα τριγύρου

Φθαρμένα και μαύρα,

'Σαν ήσκιους ονείρου·

Λαλεί το πουλάκι

'Σ του πόνου τη γη,

Και βρίσκει σπειράκι,

Και μάννα φθονεί.

3

Γροικούν να ταράζη

Του εχθρού τον αέρα

Μιαν άλλη, που μοιάζει (160)

Τ' αντίλαλου πέρα·

Και ξάφνου πετειέται

Με τρόμου λαλιά·

Πολληώρα γροικειέται,

Κι' ο κόσμος βροντά.

4

Αμέριμνον όντας

Τ' Αράπη το στόμα

Σφυρίζει, περνώντας

'Σ του Μάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι' αγάλι

Ξαπλώνετ' εκεί,

Που εβγήκ' η μεγάλη

Του Μπάιρον ψυχή.

5

Προβαίνει και κράζει

Τα έθνη σκιασμένα.

6

Και ω πείνα και φρίκη!

Δε σκούζει σκυλί!

7

Και η μέρα προβαίνει,

Τα νέφια συντρίβει·

Να, η νύχτα που βγαίνει,

Κι' αστέρι δεν κρύβει.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β'.

1

Άκρα του τάφου σιωπή 'ς τον κάμπο βασιλεύει·

Λαλεί πουλί, παίρνει σπειρί, κ' η μάννα το ζηλεύει (161)

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· 'ς τα μάτια η μάννα μνέει·

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα, και κλαίει·

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω γω 'ς το χέρι;

Οπού συ μου γινες βαρύ, κι' ο Αγαρηνός το ξέρει.» (162)

2

_Το Μεσολόγγι έπεσε την Άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση,

εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη ως μία δύναμη, η οποία, με

όλα τ' άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση

τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή·_

Η ζωή που ανασταίνεται με όλαις της ταις χαραίς, αναβρύζοντας

ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή

ακέραιη, απ' όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την

ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, τα οποία

πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση 'ς την επιφάνεια και εις το

βάθος της.

Η ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις

τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και

εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

Κι' όσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

Και μέσ' 'στη θάλασσα βαθιά ξαναπετειέται πάλι,

Κι' ολόλευκο εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.

Και μέσ' 'ςτης λίμνης τα νερά, όπ' έφθασε μ' ασπούδα,

Έπαιξε με τον ήσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα 'ς τον άγριο κρίνο·

Το σκουληκάκι βρίσκεται 'ς ώρα γλυκεία κ' εκείνο (163).

Μάγεμα η φύσις κι' όνειρο 'ς την ομορφιά και χάρη (164),

Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·

Με χίλιαις βρύσαις χύνεται, με χίλιαις γλώσσαις κρένει (165)·

Όποιος πεθάνη σημέρα χίλιαις φοραίς πεθαίνει.

Τρέμ' η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

3

_Ενώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού

κινδυνεύει να ξυπνήσει εις τους πολιορκημένους την αγάπη της

ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Ελλήνων

πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η

σβυσμένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ' από το αδυνατισμένο στήθος

του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Αράπη

να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12._

«Σάλπιγγα, κόψ' του τραγουδιού τα μάγια με βία,

Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Χαμένη, αλίμονον! κι' οκνή τη σάλπιγγα γροικάει·

Αλλά πώς φθάνει 'ς τον εχθρό και καθ' ηχή ξυπνάει;

Γέλιο 'ςτο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολειέται,

Κ' η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετειέται·

Και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,

Τ' αράθυμο, το δυνατό, κι' όλο ψυχαίς γιομάτο,

Βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,

Τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·

Τέλος μακρειά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν' άστρο,

Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο. (166)

4.

Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται

εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το

Χάρο, λέει των Ελλήνων· «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Το πυκνό

δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, οπού η ελπίδα απάντεχε να ιδή

τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις

αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ' από τα καράβια. Μετά ταύτα

μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και

εις αυτή την τρικυμία

Η μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μέσ' 'ςτο νερό που βράζει.

— Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνη πολλούς

αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, και να

συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα

οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τους τάζει να τους χαρίση

τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους

αποδείχνει Μάρτυρες.

5

. . . . . . . . . . . . 'Σ τη πεισμωμένη μάχη

Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κ' οι βράχοι, (167)

Και τα γλυκοχαράματα, και μέσ' 'ςτα μεσημέρια, (168)

Κι' όταν θολώσουν τα νερά, κι' όταν εβγούν τ' αστέρια.

Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε, (169)

Κ' οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε·

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολίβι,

Πέλαγο μέγα βράζ' ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.» (170)

6

_Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου

είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον

επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνην την ώρα της άκρας

δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις ταις λαμπραίς

ημέραις της νίκης, είχε πέση κοπιασμένος από τον πολεμικόν

αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του,

τον αντίλαλο της δόξας του, η οποία έως τότε είχε μείνη άγνωστη

εις την απλή και ταπεινή ψυχή του._

Μακριά απ' όπ' ήτα' αντίστροφος κι' ακίνητος εστήθη·

Μόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ' αρματωμένα στήθη·

«Εκεί ήρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·

Με τ' άρματ' όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.

Φωνή πε· Ο δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος (171)·

'Σ την κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος (172)·

Παλληκαρά, και μορφονιέ, γεια σου, καλέ, χαρά σου!

Άκου! νησιά, στεριαίς της γης, εμάθαν τ' όνομά σου (1734).

Τούτος, αχ! που ν' ο δοξαστός, κ' η θεϊκιά θωριά του;

Η αγκάλη μ' έτρεμ' ανοιχτή κατά τα γόνατα του (174),

Έρρηξε χάμου τα χαρτιά με τ'ς είδησαις του κόσμου

Η κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . .

Χαρά της έσβυε τη φωνή, που ν' τώρα αποσβυμένη

Άμε, χρυσ' όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη (175).

Εδώ ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,

Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κ' εγ' όλη τη πνοή μου·

Τα λίγα απομεινάρια της πείνας και τ'ς αντρείας,

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Γκόλφι να τα χω 'ς το πλευρό, και να τα βγάλω πέρα,

Που μ' έκραξαν μ' απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·

Δρόμ' αστραφτά να σχίσω τους 'ς εχθρούς καλά θρεμμένους,

'Σ εχθρούς πολλούς, πολλ' άξιους, πολλά φαρμακωμένους (176)

Να μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·

Η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύραις ανοίξτ' ολόχρυσαις για την γλυκειάν ελπίδα.»

7

Κρυφή χαρά στραψε 'ς εσέ· κάτι καλό χει ο νους σου·

Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ' αδελφοποιτού σου; (1774)

Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ' το λέω·

Θαυμάζω ταις γυναίκες μας, και 'ς τ' όνομά τους μνέω.

Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν, και ταις επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν' 'ς αυταίς ίσια με τ' άλλα δώρα.

Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ'

αυταίς, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε·

«Όχι, παιδί μου· άφησε να μπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι

χρεία να συνειθίσουμε·

Μεγάλο πράμα η υπομονή!. . . . . . . . .

Αχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κ' εκείνη.

Εμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιαίς.

Απ' όσα δίν' η θάλασσα, απ' όσ' η γη, ο αέρας.»

Κ' έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά

των αρωμάτων εχυνότουν μέσα, κ' εγιόμισε το δωμάτιο. Και η

πρώτη είπε· «Και το αεράκι μας πολεμάει.» — Μία άλλη έστεκε

σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.

Κι' άφσε το χέρι του παιδιού, κ' εσώπασε λιγάκι,

Και ξάφνου της εφάνηκε 'ς το στόμα το βαμπάκι.

Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ' όνειρο της,

Κι' όλαις εφώναξαν μαζί, κ' είπαν πως είδαν ένα·

Κι' ότι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,

Είπα, να ιδώ τη γνώμη τους 'ς την υπνοφαντασιά τους (178).

Και μία είπε· «Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και

γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια

μεγάλα, κ' ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους

σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κ' έπειτα

εφθάναμε μαζί 'ς τη θάλασσα με πολλή ορμή,

Και μέσ' 'στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Και μία δεύτερη είπε·

«Εγώ δα δάφναις. — Κ' εγώ φως . . . . . . . . . . . . .

— Κ' εγώ 'ς φωτιά μια όμορφη π' αστράφταν τα μαλλιά της.»

Και αφού όλαις εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη, πού χε το

παίδι ετοιμοθάνατο, είπε· «Ιδές, και εις τα ονείρατα

ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα.» Και

όλαις οι άλλαις εσυμφώνησαν, κ' ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί

της, πού χε ξεψυχήση.

Ιδού, αυταίς οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυταίς είναι

μεγαλόψυχαις, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μ'

όλον ότι τους επάρθηκε η ελπίδα, που είχαν, να γεννήσουν τέκνα

για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να

μάθουμε απ' αυταίς και να ταις λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα —

Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ' από το συμβούλιο, ενώ

εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύθηκες ταραγμένος·

Να μου το πής να το χω γω γκολφισταυρό 'ς τον άδη. (179)

Εχαμογέλασε πικρά, κι' ολούθενε κυττάζει·

Κι' ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.

8

_Παρασταίνεται ο Ιμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα

της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την

εντροπή τον αν δεv το κατορθώση._

Καθώς εκεί 'ς την Αραπιά . . . . . . . . . . . . .

Χύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Μέσ' 'ςτην ψυχή την αγροικά σα σπίθα 'ς τη φωτιά της,

Και συχνά τού π' η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του·

«Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«'Σ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ' αγκίστρι.»

«Μάννα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου (180).»

«Αιώνια ήθελ' ήτανε ο πόνος κ' η ντροπή μου»

9

Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει·

ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

Ο Αράπης, τραυηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα,

περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το

τείχος,

Και απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του λυχτάει.

Και ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή,

μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύση η ζωή·

οι ήρωες είναι ενωμένοι και μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·

'Σ τα μάτια και 'ς το πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους

Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.

Αγάπη κ' έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·

Τα σπλάχνα τους κ' η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·

Γλυκειά κ' ελεύθερ' η ψυχή σα να τανε βγαλμένη,

Κ' υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη (181).

10

Αφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να

ταις αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή

δέηση. Μί' απ' αυταίς, η γεροντότερη, μιλεί για ταις άλλαις·

«Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Που είμ' όλη κάτου από τη γη κ' ένα μπουτσούνι απ' έξω.

Ορκίζουν σε 'ς τη στάχτ' αυτή

Και 'ς τα κρεβάτια τ' άτυχα με το σεμνό στεφάνι·

Ν' αφήστε σας παρακαλούν να τρέξουμε 'ς εκείνο,

Να κάμουμ' άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Κ' επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλαις 'ς τη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,

Κ' εβάστααν όλαις κατ' αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,

Και με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,

Σα να θελ' έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί 'ς εκείναις.

11

Οι γυναίκες, εις ταις οποίαις έως τότε είχε φανή όμοια

μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέωνται και αυταίς, δειλιάζουν

λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα

φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των

πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη, που

τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ' όλαις ταις άλλαις,

αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.

12

Είναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Μεγάλη Μητέρα, θεάνθρωπη,

ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη

μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλαίς πληγαίς κ' εγλύκαναν γιατ' έσταξ' αγιομύρος.

Μένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος·

δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της

είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

'Σ του τέκνου σύρριζα του νου, Θεού της μάννας μάτι·

Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .

Από το πρώτο μίλημα 'ς τον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ όχι για τη Μοίρα,

Και μέσ' 'ςτην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος της πλημμύρα,

επειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα,

και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μέσ' 'ςτα σπλάχνα του

όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Τριαντάφυλλα ναι θεϊκά 'ς την κόλαση πεσμένα.

13

Μένουν οι Μάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να

φέξη για να βγούνε 'ς το γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Μνήσθητι, Κύριε, — είναι κοντά· Μνήσθητι, Κύριε, — εφάνη!

Επάψαν τα φιλιά 'ς τη γη . . . . . . . . . . . . . . . . . .

'Σ τα στήθια και 'ς το πρόσωπο, 'ς τα χέρια και 'ς τα πόδια.

Μία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ' εκείνο.

Ιδού, σεισμός και βροντισμός, κ' εβάστουναν ακόμα,

Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό 'ς το στόμα,

Κ' εσχίσθη αμέσως, κ' έβαλε 'ς της Μάννας τα ποδάρια

Της πείνας και του . . . τα λίγα απομεινάρια·

Τ' απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,

Τα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.

14

Το μάτι μου έτρεχε ρονιά, κι' ομπρός του δεν εθώρα,

Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,

Π' άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,

'Σ το φως της καλωσύνης του, 'ς το φως της ομορφιάς του.

15

Έχε όσαις έχ' η Ανατολή κι' όσαις ευχαίς η Δύση.

16

Μ' όλον που τότ' ασάλευτος 'ς το νου μ' ο νιος εστήθη,

Κ' είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη (182).

17

Κι' άνθιζε μέσα μου η ζωή μ' όλα τα πλούτια πώχει.

18

Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλωσύνη.

19

Ο υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.

20

'Σ τον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.

21

Ανάξιε δούλε του Χριστού, κάτου τα γόνατά σου.

22

Για κύττα κει χάσμα σεισμού βαθιά 'ς τον τοίχο πέρα (183)

Και βγαίνουν άνθια πλουμιστά, και τρέμουν 'ς τον αέρα·

Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι,

Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

23

Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά 'ς τη χτίση (184)·

Η Ανατολή τ' αρχίναγε κ' ετέλειωνέ το η Δύση.

Κάποι από την Ανατολή, κι' από τη Δύση κάποι·

Κάθ' ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι' αγάπη.

24

Κάνε σιμά κ' είναι ψιλαίς, κάνε βαρειαίς και πέρα,

Σαν του Μαϊού ταις ευωδιαίς γιομόζαν τον αέρα.

25

Η όψη ομπρός μου φαίνεται, και μέσ' 'ς τη θάλασσ' όχι

Όμορφη ως είναι τ' όνειρο μ' όλα τα μάγια πώχει·

26

Χρυσ' όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν' αφήση,

Το πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.

27

Κ' έφυγε το χρυσ' όνειρο ως φεύγουν όλα τ' άλλα.

28

Ήταν με σένα τρεις χαραίς 'ς την πίκρα φυτρωμέναις,

Όμως για μένα 'ς τη χαρά τρεις πίκραις ριζωμέναις.

29

Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.

30

Του πόνου έστρεψαν οι πηγαίς από το σωθικό μου,

Έστρωσ' ο νους, κι' ανέβηκα πάλι 'ς τον εαυτό μου (185)

31

Το γλυκό σπίτι της ζωής, που χε χαρά και δόξα.

32

Παράπονο χαμός καιρού 'ς ό,τι κανείς κι' α χάση.

33

Χαρά 'ς τα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,

Που μώδειξε σκληρ' όνειρο 'ς το σάβανο κλεισμένα.

34

Και μετά βίας

Τι μώστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;

35

Έστρωσ', εδέχθ' η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,

Κ' εδέχθηκε 'ς τα βάθη τους τον ουρανό κ' εκείνους.

36

Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

37

Οπού ν' ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι (186).

38

_Το πολιορκούμενο Μεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,_

Πώφαγε κόκκαλο πολύ του Τούρκου και τ' Αράπη (187).

39

Χθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.

40

Πάλι μου ξίππασε τ' αυτί γλυκειάς φωνής αγέρας,

Κ' έπλασε τ' άστρο της νυχτός και τ' άστρο της ημέρας.

41

Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ' έρμο.

42

Κι' οπού η βουλή τους συφορά, κι' οπού το πόδι χάρος.

43

Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος.

Εκείθ' εβγήκε ανίκητος.

44

Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο.

45

_Ο αριθμός του εχθρού,_

Τόσ' άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.

46

_Η Ελπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με_

Τα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.

47

Χάνονται τ' άνθη τα πολλά, πούχ' άσπρα με τα φύλλα.

48

Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

49

Σ' ελέγχ' η πέτρα που κρατείς, και κλει φωνή κι' αυτήνη.

50

Μέσ' ς' τ' Άγιο Βήμα της ψυχής.

51

Η δύναμή σου πέλαγο, κ' η θέλησή μου βράχος.

52

'Σ τον κόσμο τούτον χύνεται και 'ς άλλους κόσμους φθάνει.

53

Με φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι' ωραία.

54

Πολλοί ν' οι δρόμοι πώχει ο νους.

55

_Η βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,_

Οπού περνάει το πέλαγο και κόβεται 'ς το βράχο.

56

Και το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,

Κ' εχόρευε, κ' εβέλαζε, 'ς το φουντωτό λιβάδι.

57

Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ο Ουρανός σε προσκαλεί, κ' η Κόλαση βρυχίζει.

58

Και με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.

59

Και ταις ατάραχαις πνοαίς ταις πολυαγαπημέναις.

60

_Οι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κυττάζουν

τον μακρυνό ξάστερον ορίζοντα κ' εύχονται_

Να θόλωνε 'ς τα μάτια τους με κάτι, που προβαίνει.

61

Κ' επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ'.

1

Μητέρα, μεγαλόψυχη 'ς τον πόνο και 'ς τη δόξα,

Κι' αν 'ς το κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου

Με λογισμό και μ' όνειρο (188), τι χάρ' έχουν τα μάτια,

Τα μάτια τούτα, να σ' ιδούν μέσ' 'ς το πανέρμο δάσος,

Που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια

(Κύττα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα του Βαϊώνε!

Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,

Ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πώχει,

Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ναι κρυμμένα·

Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου,

Κ' ευθύς εγώ τ' Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;

Δόξα χ' η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

_(Η Θεά απαντάει εις τον ποιητή, και τον προστάζει να ψάλη

την πολιορκία του Μεσολογγιού)._

2

Έργα και λόγια, στοχασμοί, — στέκομαι και κυττάζω —,

Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,

Κι' άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, καλούν χρυσό μελίσσι.

Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο. —

Μέσ' 'ς τα χαράματα συχνά, και μέσ' 'ς τα μεσημέρια,

Και σα θολώσουν τα νερά, και τ' άστρα σα πληθύνουν,

Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιαίς, τα πέλαγα κ' οι βράχοι.

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ' Άγγλου!

«Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι.

»Κι' αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·

»Αθάνατή σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;» (189)

'Σ την πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα π' ο ξένος ναύτης.

Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,

Και με λιβάνια δέχεται, (190) και φώτα τον καϊμό τους

Ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκκλήσι.

Το μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του (191)·

«Ψαρού, τ' αγκίστρι π' άφησες, αλλού να ρήξης άμε.»

Μέσ' 'ς τα χαράματα συχνά, και μέσ' 'ς τα μεσημέρια,

Κι' όταν θολώσουν τα νερά, κι' όταν πληθύνουν τ' άστρα,

Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιαίς, τα πέλαγα κ' οι βράχοι.

Γέρος μακριά, π' απίθωσε 'ς τ' αγκίστρι τη ζωή του,

Το πέταξε, τ' αστόχησε, και περιτριγυρνώντας (192)·

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου!

«Πέλαγο μέγ', αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·

»Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν

»Αθάνατή σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;

»Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ' εμέ να κλάψης.

3

Δεν τους βαραίν' ο πόλεμος, αλλ' έγινε πνοή τους,

. . . . . . . . . . · . . κ' εμπόδισμα δεν είναι

'Σ ταις κορασιαίς να τραγουδούν, και 'ς τα παιδιά να παίζουν.

4

Από το μαύρο σύγνεφο κι' από τη μαύρη πίσσα,

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλ' ήλιος, αλλ' αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος

Ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα

Τα παλληκάρια τα καλά, μ' απάνου τη σημαία,

Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει

Παντόγυρα 'ς τον όμορφον αέρα της αντρείας,

Κι' ο ουρανός καμάρωνε, κ' η γη χεροκροτούσε·

Κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,

Κ' εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης·

«Όμορφη, πλούσια, κι' άπαρτη, και σεβαστή, κι' αγία!» (193)

5

Από την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα

Χαμογελάσαν κι' άστραψαν, κ' είπαν τα μαύρα χείλη·

«Παιδί, 'ς την πόρτα χαίρεσαι με τη βοή, που στέρνεις·

'Μπροστά, λαγέ, 'ς τον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·

Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»

Και τώρα δα, τ' αράθυμο πάτημ' αργοπορώντας,

Κατά το κάστρο το μικρό πάλι κυττά, και σφίγγει,

Σφίγγει στενά τη σπάθη του 'ς το λαβωμένο στήθος,

Π' αγροίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη (194).

6

&Ο Πειρασμός&

Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

Κ' η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,

Και μέσ' 'ς τη σκιά, που φούντωσε και κλει δροσιαίς και

μόσχους,

Ανάκουστος κηλαϊδισμός και λιποθυμισμένος (195).

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,

Χύνονται μέσ' 'ς την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

Και παίρνουνε το μόσχο της, κι' αφίνουν τη δροσιά τους,

Κι' ούλα 'ς τον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια (196).

Εξ' αναβρύζει κ' η ζωή 'ς γη, 'ς ουρανό, σε κύμα.

Αλλά 'ς της λίμνης το νερό, π' ακίνητό ναι κι' άσπρο,

Ακίνητ' όπου κι' αν ιδής, και κάτασπρ' ως τον πάτο,

Με μικρόν ήσκιον άγνωρον έπαιξ' η πεταλούδα,

Που χ' ευωδίση τ'ς ύπνους της μέσα 'ς τον άγριο κρίνο (197).

Αλαφροήσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι δες·

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός, και θάλασσα να πνένε,

Ουδ' όσο κάν' η μέλισσα κοντά 'ς το λουλουδάκι,

Γύρου σε κάτι ατάραχο, π' ασπρίζει μέσ' 'ς τη λίμνη,

Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

Κι' όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του (198).

7

Έρμα ν' τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα (199)

8

_Εις το ποίημα έν' από τα σημαντικώτερα πρόσωπα ήταν μία κόρη,

ορφανή, την οποίαν οι άλλαις πλέον ηλικιωμέναις γυναίκες είχαν

αναθρέψη, και την αγαπούσαν όλαις ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις

τον πόλεμο ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή

είχε αγαπήση εις τον καιρό της ευτυχίας· ώςτε από το άκρο της

ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει παρηγοριά

κυττάζοντας τ' αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των

άλλων γυναικών. Αυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το

κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς

προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε 'ς τ όνειρό της να της

προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τοις γυναίκες να

τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ' όχι για

να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους, και να

περιμείνη μαζί τους την ώρα τον θανάτου. Μετά ταύτα ανατρέχει η

φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ

εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχαις πνοαίς οι πολυαγαπημέναις» των

άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πως είχε

ιδή τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης._

Άγγελε, μόνον 'ς τ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;

'Στ' όνομ' Αυτού, που σ' τα πλάσε, τ' αγγειό τ'ς ερμιάς τα

θέλει.

Ιδού, που τα σφυροκοπώ 'ς τον ανοιχτόν αέρα,

Χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσαίς μου!

Τα θέλω γω, να τα χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,

Εδώ π' αγάπης τρέχουνε βρύσαις χαριτωμέναις.(200)

Κι' άκουα που λέγετε· «Πουλί, γλυκειά που ν' η φωνή σου

Αηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·

Καλαίς πνοαίς παρηγοριά 'ς τη βαρειά νύχτα κ' έρμη (201)·

Με σας να πέσω 'ς το σπαθί, κι' άμποτε να μαι πρώτη!

Το στραβό φέσι 'ς το χορό τ' άνθια 'ς τ' αυτί στολίζει,

Τα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,

Και 'ς τη θωριά τον είν' όμορφο το φως και μαγεμένο! (202)

9

Τα σπλάχνα μου κ' η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,

Κι' όσ' άνθια θρέφει και καρπούς τόσ' άρματα σε κλειούνε.

10

Φεύγω τ' αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.

Τ' ονείρου μάταια πιθυμιά, κι' όνειρο αυτή ν' η ίδια!

Εγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξειδεύτρα,

Μου πε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ' ένα δάκρυ (203)·

Κόψ' το νερό 'ς τη μάννα του, μπάσ' το 'ς το περιβόλι,

'Σ το περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο (2044).

11

_Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου, ως

μόνη σωτηρία της με τη χαρά, την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,_

Οπού δε σκιάς παράδεισο, και τήνε χαιρετάει

Με του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

_εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις

τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου._

12

Και βλέπω πέρα τα παιδιά και ταις αντρογυναίκες

Γύρου 'ς τη φλόγα π' άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν

Μ' αγαπημένα πράματα, και με σεμνά κρεβάτια,

Ακίνηταις, αστέναχταις, δίχως να ρήξουν δάκρυ·

Και γγίζ' η σπίθα τα μαλλιά και τα λειωμένα ρούχα·

Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχταις να γιομίσουν (205)

13

Είν' έτοιμα 'ς την άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων

Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κ' ελεύθεροι να μείνουν,

Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.

14

_(Μία γυναίκα εις το γιουρούσι·)_

Τουφέκια τουρκικά σπαθιά!

Το ξεροκάλαμο περνά.

15

Σαν ήλιος, οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,

Τ' όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές 'ς τη χλόη (206).

1844

Γ

Η ΩΔΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

Chiare, fresche e dolci acque

Νερά καθαροφλοίσβιστα,

Γλυκύτατα και κρύα,

Που μέσα αναγαλλιάζετο

Η ασύγκριτη ομορφία·

Χλωρόκλαδα, όπου ακούμπησε

Τ' ωραίο της το πλευρό

(Μ' ανοίγεται η ενθυμούμενη

Καρδιά με στεναγμό)·

Κ' εσείς, που από το μόσχο σας,

Δροσόχορτα, δροσάνθη,

Ο κόλπος του φορέματος

Ο αγγελικός ευφράνθη·

Αέρα ιερέ, που μ' έσφαξαν

Τα μάτια τα λαμπρά

Ακούστε τα παράπονα,

Που κάνω υστερινά.

Αν να κλεισθούν οι μέραις μου

Δακρύζοντας μου μέλλη

Από το πάθος το άπειρο,

Κι' ο Ουρανός το θέλη,

Μια χάρην η βαρειόμοιρη

Ψυχή μου επιθυμεί,

Να λάβη εδώ τον τάφο της,

Κι' ολόγυμνη να βγη.

— Πικρός, πικρός ο θάνατος!

Αλλά δεν είναι τόσο,

Αν τέτοια ελπίδα της ψυχής

Εγώ μπορώ να δώσω·

Γιατί πού ναύρη η δύστυχη

Περσότερη ησυχιά,

Για να γδυθή τα κόκκαλα,

Τα μέλη τ' αχαμινά;

Ίσως καιροί θε νάλθουνε

Που δε θα με μισήση

Η ωραιότης η άσπλαχνη·

Και θα ξαναγυρίση

'Σ τον τόπο, που μ' απάντησε

Τη μέρα την ιερά,

Και να με ιδούν τα μάτια της

Θα δείξη επιθυμιά·

Αλλά, 'ς ταις πέτραις βλέποντας

Το υστερινό μου χώμα,

Θ' ανοίξη αναστενάζοντας

Έτσι γλυκά το στόμα,

Οπού για κάθε αμάρτημα

Θε να συγχωρεθώ, —

Στενεύοντας με δάκρυα

Ωραία τον Ουρανό.

Άνθια, θυμούμαι, επέφτανε

Απ' τα κλωνάρια πλήθος,

Συρμένα από τον Έρωτα

'Σ το μαλακό το στήθος·

Κ' έστεκε με ταπείνωση

Σε τόσην δόξα αυτή,

Ολόλαμπρη, ολοστόλιστη,

Απ' την ανθοβολή.

Και ποιο από τ' άνθια ησύχαζε

Απάνου 'ς την ποδιά της,

Ποιο 'ς τα μαργαριτόπλεχτα

Λαμπρόξανθα μαλλιά της·

'Σ την όψη ποιο του ρεύματος

Του λιβαδιού, και ποιο

Λες κ' έλεε αεροπλέοντας·

Ο Έρως είν' εδώ.

Πόσαις φοραίς το πνεύμα μου

Από τρομάρα επιάσθη,

Και, τούτη, τούτη, εφώναξα

'Σ τον Ουρανόν επλάσθη!

Γιατί όλα τότε μού καναν

Τα φρένα εκστατικά, —

Το σώμα, το γλυκόγελο,

Το πρόσωπο, η λαλιά·

Και τόσο αυτά μου κρύβανε

'Σ τα μάτια την αλήθεια,

Πού λεα· Και πότε ανέβηκα,

Ποιος μου δωκε βοήθεια; —

Θαρρώντας οπώς έλαβα

Οικιά 'ς τον Ουρανό·

Κ' εγώ από τότε ανάπαψη

Δε βρίσκω παρά δω

Και συ, και συ, τραγούδι μου,

Αν είχε ο νους μου φθάση

Να σε στολίση ως ήθελα,

Τώρ' άφινες τα δάση,

Κ' επρόβανες τα λόγια σου

'Σ τον κόσμο θαρρετά·

Αλλά μην πας, κι' απόμεινε

Μ' εμέ 'ς την ερημιά.

ΜΙΜΗΣΗ

TOΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΤΗΣ ΔΕΣΔΕΜΟΝΑΣ

The poor soul sat etc.

Shakesp. Othel. Act IV. Se III.

Η αθλία ψυχή καθήμενη

Σε χόρτο, σε λουλούδι,

Με μία φωνή νεκρώσιμη

Αρχίναε το τραγούδι·

«Ελάτε, τραγουδήσετε

»Την πράσινην ετιά».

Ακίνητο το χέρι της

Εις την καρδιά βαστάει,

Την κεφαλή 'ς τα γόνατα

Τ' αδύνατα ακουμπάει,

Κι' ο ρύαξ εκεί 'ς τα πόδια της

Εφλοίσβιζε τερπνά.

«Όλοι, όλοι, τραγουδήσετε»

»Ε τ ι ά, ε τ ι ά, ε τ ι ά.»

Πικρά αντάμα εβγαίνανε

Τα δάκρυα με τα λόγια,

Κ' έτσι έλεγε ακατάπαυτα

Βαριά τα μοιρολόγια,

Οπού την ελυπιόντανε

Λαγκάδια και βουνά.

«Ετιά να τραγουδήσετε,

»Ε τ ι ά και πάντα ε τ ι ά.»

»Δε φταίει· — ψεύτη τον Έρωτα

»Κανείς ας μην τον κράζη·

»Έως που μιλεί τ' αχείλι μου,

»Δ ε φ τ α ί ε ι, θε να φωνάζη·

»Γιατί μου το φανέρωσε

»Πως πλέον δε μ' αγαπά,

»Κι' αμέσως εγώ αρχίνησα

»Να τραγουδήσω ε τ ι ά.

»Μια μέρα εγώ του κλαύθηκα

»Πως πέφτει 'ς άλλα στήθη,

»Κ' εμένα μ' απαράτησε, —

»Κ' εκείνος μ' αποκρίθη·

» — Μιμήσου με κι' αγάπησε

»Άλλη κ' εσύ αγκαλιά. —

»Τι ν' αγαπήσω η δύστυχη

»Πάρεξ θανάτου ετιά!

»Δε θέλω να μου βάλουνε

»Εις το στερνό κλινάρι

»Μυρτιαίς, ούτε τριαντάφυλλα,

»Πάρεξ ετιάς κλωνάρι,

»Κι' απάνου από το μνήμα μου

»Άλλη δε θέλω ησκιά·

»Όλοι, όλοι, τραγουδήσετε

»Την πράσινην ετιά.»

Η ΑΝΟΙΞΙ

TOT METAΣTAΣIΟΥ

Già riede primavera

Col suo fiorito aspeto

Απ' την άνοιξη, που εγύρισε,

Ουρανός και γης ευφράνθη,

Με το χόρτο και με τ' άνθι

Παίζει ο ζέφυρος τερπνά.

. . . . . . . . . . . . .

Και το χόρτο πρασινίζει,

Μον' 'ς εμένα δε γυρίζει

Της καρδιάς η σιγαλιά.

Ήλιου αχτίνα καθαρώτατη

Του βουνού τα χιόνια λειώνει,

Που το νέο του ξεφυτρώνει

Πράσιν' έντυμα λαμπρό·

Το σιγό το κυματάκι

Εις ταις άκραις του φλοισβίζει,

Και το ανθοδροσοστολίζει

Με τ' ακοίμητα νερά.

Το ισχυρό το δέντρο, που είδανε

Σταθερό καιροί και χρόνοι,

Τα κλωνάρια ξελαφρώνει

Απ' τα χιόνια τα οκνηρά.

Παντού, ιδού, ξυπνούν και τρέμουν

Άνθια χίλια από το χώμα,

Που είν' απείραχτα εις το χρώμα

Απ' τ' αλέτρια τα σκληρά,

Νά, το χειλιδόνι εγύρισε,

Που το πέλαο περνάει,

Κ' εδώ πάλι οικοδομάει

Τη γλυκειά του τη φωλιά.

Κ' εκεί που με τη φτερούγα

Τρέχει ογλήγορα και λάμνει,

Προσοχή καμμιά δεν κάμνει

Εις οποίον τον κυνηγά.

Η βοσκούλα ερωτεμένη

Πάει 'ς το ρεύμα να κυττάξη,

Για να βάλη ωραία σε τάξη

Τα ξανθά της τα μαλλιά.

Να βοσκούν βγαίνουν τα πρόβατα·

Τώρα πλέον δε μνέσκουν άλλοι,

Ή ψαράδες 'ς τ' ακρογιάλι,

Ή διαβάταις 'ς την οικιά.

Ως και ο ναύτης, που γυμνότατος

'Σ την πατρίδα του εσυνάχθη,

Γιατί ο μαύρος εταράχθη

Από φουσκοθαλασσιά,

Βλέποντας σιγό το κύμα,

Λύει το πλοίον, και δε φοβάται

Και ουδέ πλέον ξαναθυμάται

Πώς εφούσκωσε φριχτά.

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ΤΟΥ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΟΥ

Or che niega i doni suoi

La stagion dei fiori amica.

Τώρα η άνοιξη μας έκρυψε

Τ' ανθηρά, τα ωραία της δώρα,

Και προβαίνει ασταχοφόρα

Του καλοκαιριού η αυγή.

Και αποκάτου από τον ήλιο

Τόσο του άμμου η λαύρα αυξήνει,

Που εις τη βάρβαρη Κυρήνη

Μόλις είναι η λαύρα αυτή.

Τώρα πλέον το γλυκοχάραμα

Η δροσιά δε συντροφεύει,

Χόρτο ούτ' άνθι θεραπεύει

Μήτε μία σταλαματιά.

Πλέον δε σέρνει ο ρύαξ το ρεύμα

Εις την γην, οπού διψάει,

Και σκασμένη αναζητάει

Τα καρπόφορα νερά.

Τη φαγό κυττάζει ο ήλιος

Μπουχωμένη, χλωμιασμένη,

Που είδε ο Μάης ξανανιωμένη,

Εις τα φύλλα, εις τη μορφή.

Και εις την γην την μητρικήν της

Σκιάν ολίγη δεν αφίνει,

Μήτε σκιά του ρύακος δίνει,

Που της έδωσε θροφή.

Ιδρωμένος στήθια, πρόσωπο,

Πάνω εκεί 'ς τα θερισμένα,

Με τα μέλη ξαπλωμένα,

Νά, κοιμάται ο θεριστής·

Πάει, και τ'ς ίδρωτες, που τρέχουν,

Αποπάνου του γυρμένη,

Η βοσκούλα ερωτεμένη

Του σφουγγίζει παρευθύς.

Κείτεται 'ς την γη την άκαρπη

Το σκυλί, κι' αδυναμίζει,

Και ποτέ του δε γαυγίζει

'Σ τον αυθέντη του κοντά.

Αλλά το ξερό λαρύγγι

Πολεμάει να ξανασάνη,

Παίρνει αέρηδες, και βγάνει

Λαχανιάσματα συχνά

Κειος ο ταύρος, που ποιμένες,

Νύμφαις, τού χανε καμάρι,

Με τα κέρατα αντιβάρει

Εις τα δέντρα δυνατά, —

Τώρα αργός κυττάει, μουγκρίζει,

'Σ του αυλακιού την πρασινάδα,

Και με μούγκρισμα η γελάδα

Αποκρειέται ερωτικά.

Τα πετούμενα ησυχάζουν

Μελωδίαις δεν ασηκώνει

Το γλυκόφωνο τ' αηδόνι,

Αλλ' ο τσίτσικας λαλεί.

Και τα εντύματα τα νέα

Δείχνουν τα παλαιά τα φίδια·

Διπλωμένα 'ς τα φραξίδια

Προς τον ήλιο έχουν στολή.

Της ημέρας της μακρύας

Εις την κάψα, ως και τα μαύρα

Και τα ψάρια από τη λαύρα

Έχουν κύματα ζεστά·

Και από τ' άντρα τους δε βγαίνουν

Μέσ 'ς το πέλαο να τρέχουν,

Αλλ' οικιά 'ς ταις πέτραις έχουν,

Και εις τα φύκια τα πικρά.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΤΟΥ ΤΕΜΑΧΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΟΥ

Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα · 第 8 / 116 题