XX

Ακόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . . . . . . . .

Κ' η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,

Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,

Σαν περιβόλι ευώδησε κ' εδέχτηκε όλα τ' άστρα (1224)·

Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση

Κάθε ομορφιά να στολιστή και το θυμό ν' αφήση (123).

Δεν είν' πνοή 'ς τον ουρανό, 'ς τη θάλασσα, φυσώντας

Ούτε όσο κάνει 'ς τον ανθό η μέλισσα περνώντας (1246)

Όμως κοντά 'ς την κορασιά, που μ' έσφιξε κ' εχάρη,

Εσειότουν τ' ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι (125)

Και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,

Κι' ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.

Έτρεμε το δροσάτο φως 'ς τη θεϊκιά θωριά της,

'Σ τα μάτια της τα ολόμαυρα και 'ς τα χρυσά μαλλιά της.

Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα · 第 5 / 116 题