XIX

Πιστέψετε π' ό,τι θα πω είν' ακριβή αλήθεια,

Μα ταις πολλαίς λαβωματιαίς, που μώφαγαν τα στήθια (117),

Μα τους συντρόφους, πώπεσαν 'ς την Κρήτη πολεμώντας,

Μα την ψυχή, που μ' έκαψε τον κόσμο απαρατώντας

(Λάλησε, Σάλπιγγα! κ' εγώ το σάβανο τινάζω,

Και σχίζω δρόμο και τ'ς αχνούς αναστημένους κράζω (118)·

«Μην είδετε την ομορφιά, που την κοιλάδα αγιάζει;

»Πέστε, να ιδήτε το καλό εσείς κι' ό,τι σας μοιάζει.

»Καπνός δε μένει από τη γη νιος ουρανός εγίνη·

»Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ, και θα κριθώ μ' αυτήνη.»

— «Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια (119)

»'Σ τη θύρα της Παράδεισως που εβγήκε με τραγούδια·

»Έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της, (120)

»Κ' έδειχνεν ανυπομονιά για νά μπη 'ς το κορμί της·

»Ο Ουρανός ολόκληρος αγροίκαε σαστισμένος,

»Το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος (121)

»Και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·

»Όμως κυττάζει εδώ κ' εκεί, και κάποιονε γυρεύει.»)

Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα · 第 4 / 116 题