Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις

τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών,

και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον

αφρόν του κύματος.

Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου,

όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της

θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την

ατυχή παιδίσκην· τα μόνα ίχνη τα οποία αφίνει ποτέ εις την θάλασσαν

αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα! . . . Με τρία στιβαρά πηδήματα και

πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της . . .

Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν

του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της

ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου και ανήλθον.

Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι

ησθάνθην ασθενή την χλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα

φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ! . . . Εν τούτοις δεν παρείχε σημεία

ζωής ολοφάνερα . . . Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα αυθορμήτως, διά

να δυνηθή ν' αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου,

και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα

ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο

θαυμασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της·

ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν

υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο

πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!

Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα

της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά

της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτον όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και

οπόσον διέφερεν από όλας τας εδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας

λυκοφυλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος

εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ'

ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου

ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο . . . Ήμην ο

άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν

έν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του . . .

Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν

ηξεύρω τι γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως

όλαι.

Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου

κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι

«εσχοινιάσθη»· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την

είχα δεμένην, και επνίγη! . . . Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα

θυσίαν προς χάριν της.

Κ' εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ'

έγεινα δικηγόρος . . . Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον

επόμενον!

Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της

λουσμένης κόρης, μ' έκαμε να μη γείνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η

ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γείνω μοναχός.

Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι «αν ήθελαν να με κάμουν

καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι . . . »

Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν το ολίγα εκείνα

κολυβογράμματα, τα οποία αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν

και πολλά! . . .

Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το οποίον

εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζομαι

το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποίον είναι δεμένος ο σκύλος

εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν

μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν «ως σχοίνισμα κληρονομίας» δι'

εμέ, όπως η Γραφή λέγει·

Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη! . . .

(Διά την αντιγραφήν)

Α. Παπαδιαμάντης

Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ

« . . . Την νύκτα εκείνην είχον αναβή και πάλιν εις το βουνόν διά

να συναντήσω την εξαδέλφην Μαχούλαν. Την αλήθειαν να είπω, δεν

ήξευρα μετά βεβαιότητος ότι έμελλον να την συναντήσω, αλλ'

ηλαυνόμην από το πάθος, έφερα τα βήματά μου εις προσκύνησιν, και

ησθανόμην την ανάγκην ν' αναζωπυρήσω αρχαίας αναμνήσεις.

Ήτον η τελευταία φορά όπου θα έβλεπα εις τα ερημικά εκείνα μέρη την

εξαδέλφην μου Μαχούλαν. Την πρώτην φοράν, προ ετών είκοσι, την είχα

συναντήσει εις το βάθος δρυμώνος, πλησίον αρχαίου παμμεγέθους σηκού

ή τεμένους εκ γιγαντιαίων μαρμάρων, το οποίον πιθανόν να ήτο ναός

των θεών, της προ του Προμηθέως εποχής. Σύρεται εις το παράδοξον

εκείνο κτίριον το προβάλλον ως πρόσωπον σφιγγός την πρόσοψίν του

την γριφώδη, ήτο έν μεταγενέστερον πενιχρόν παρεκκλήσιον, τιμώμενον

επ' ονόματι της Αγίας Μάρτυρος Αναστασίας. Εκεί είχα συναντήσει προ

είκοσιν ετών την εξαδέλφην μου Μαχούλαν.

Περί τα τέλη του φθινοπώρου, είχεν υπάγει ομού με ένα παπάν, διά να

λειτουργήση τον ναΐσκον. Είτα, αφού απέλυσεν η λειτουργία, ο παπάς

έπιε τον καφέν και την ρακήν του, έξωθεν ακριβώς της θύρας του

ναΐσκου, εις το ύπαιθρον, πλησίον της φωτιάς της αναμμένης διά την

υπηρεσίαν του θυμιατηρίου, και διά το ζέον, απεχαιρέτισε την

γυναίκα και απήλθεν. Η εξαδέλφη μου Μαχούλα έμεινε, μαζύ με την

μικράν επταετή παιδίσκην της, και με δύο άλλας γυναίκας,

γειτόνισσές της, αι οποίαι την είχον συνοδεύσει εις την εκδρομήν.

Αύται περιήρχοντο εις τους λοφίσκους και εις τα ρεύματα, εις τα

πέριξ του ναού συλλέγουσαι αγριολάχανα και μανιτάρια. Η εξαδέλφη

μου Μαχούλα, ιδού τι έκαμεν.

Αύτη ήναψεν επτά κηρία εις τα δύο μανουάλια του ναΐσκου, εμπρός εις

τας εικόνας του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, και της Αγίας

Αναστασίας. Εφαίνετο, ότι ήθελε μετά την αναχώρησιν του παπά, να

τελέση αυτή νέαν λειτουργίαν, πλέον μυστηριώδη. Αφού ήναψε τα επτά

κηρία, έβγαλεν από το παμμέγιστον καλάθιόν της μακρότατον υπέρ τας

εκατόν οργυιάς, λεπτόν σχοινίον, ολοκίτρινον, ευωδιάζον,

κηρόπλαστον. Ήτο γιγαντιαίον φιτύλιον βαμβακερόν, το οποίον είχε

κλώσει όλον με τας χείρας της, και με τας χείρας της το είχε

περιβάλει με μελικήριον πρόσφατον.

Τούτο λοιπόν το τεράστιον κηρίον το έδεσεν από την κρικέλλαν της

παλαιάς σαρακωμένης θύρας του ναού, είτα ήρχισε να το ελκύη, και να

το εκτυλίσση κατ' ολίγον από το καλάθιον, όπου το είχε τυλιγμένον

εις έντεχνον και ευδιάλυτον κουβάριον, και παραπορευομένη

εξωτερικώς τον τοίχον του ναΐσκου, να το προσαρμόζη σύρριζα εις τον

τοίχον, πρώτον εις το ήμισυ πλάτος του δυτικού τοίχου, μέχρι της

γωνίας της μεσημβρινοδυτικής, είτα καθ' όλον το μήκος του

μεσημβρινού τοίχου, είτα μετά την καμπήν της γωνίας της

νοτιανατολικής, ανά τον τοίχον του πλάτους τον ανατολικόν, μεθ'

όλης της καμπύλης την οποίαν εσχημάτιζεν η χιβάδα του θυσιαστηρίου,

είτα έκαμψε την αριστεράν γωνίαν, παρεπορεύθη τον βορεινόν τοίχον,

και διά της γωνίας της βορειοδυτικής επέστρεψε πάλιν εις την θύραν

του ναΐσκου. Κατόπιν πάλιν έφερε νέαν γύραν, απαράλλακτα όπως την

πρώτην, και προσήρμοσε το νέον έμβολον του κηρωμένου νήματος,

παραλλήλως και εγγύτατα υπό το πρώτον. Εις την τρίτην γύραν και

τετάρτην, και καθεξής μέχρι της εβδόμης.

Επτάκις έκαμε τον γύρον του κτιρίου, και με επτά έμβολα κηρωμένου

νήματος περιέζωσεν, η εξαδέλφη μου Μαχούλα, όλον τον ναΐσκον.

Και αι γυναίκες, αι επιστρέψασαι άρτι με τα καλάθια πλήρη εκ

βοτάνων και αμανιτών, έκαμνον τον σταυρόν των, και την ηύχοντο

λέγουσαι·

— Ας δείξη η Φαρμακολύτρα το θάμμα της! Βοήθειά σου!

Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια είν' εκείνη, ήτις χαλνά τα μάγια,

ήτοι λύει πάσαν γοητείαν και μεθοδείαν πονηράν υπ' εχθρών

γινομένην. Εις εμέ, παρευρεθέντα κατά τύχην εκεί, το πράγμα

εφαίνετο παράξενον, όσον ήθελε φανή εις μαθητήν της γ' τάξεως

επαρχιακού γυμνασίου, δραπετεύσαντα άμα τη ενάρξει των μαθημάτων,

εις το μέσον του έτους. Αλλ' η εξαδέλφη μου Μαχούλα ήξευρε τι

έκαμνεν.

Ένα υιόν, μονάκριβον, τον είχεν. Και είχε τεσσάρας κόρας μικράς,

των οποίων η μεγαλειτέρα ήτον ήδη δεκαέξ χρόνων. Και ο υιός της,

πρωτότοκος, ήγγιζεν ήδη το εικοστόν έτος. Και ήδη έχανε τον νουν

του κ' εζητούσε να νυμφευθή.

Του είχαν κάμει μάγια, αι γυναίκες, από τον Πέρα Μαχαλάν.

Και του είχαν σηκώσει τα μυαλά του. Ποιος ηξεύρει τι μαγγανείας του

έκαμαν, και τι του έδωκαν να πίη. Εγνώριζαν εκείναι από μαγείας . . .

Κι' αγάπησε μίαν κόρην, ήτις ήτον μεγαλειτέρα απ' αυτόν στα χρόνια,

και ήθελε να την λάβη σύζυγον.

«Ή θα την πάρω, μάνα, ή θα σκοτωθώ». Το είχε πάρει κατάκαρδα. Ήτον

«ερωτοχτυπημένος». Τώρα, τι να κάμη η εξαδέλφη μου Μαχούλα; Ν'

αφήση τον υιόν της να εμβή στα βάσανα, τόσον νέος, κι' αυτή να έχη

τεσσάρας κόρας ανυπάνδρους, να τας καμαρώνη; Και ποιος γονιός το

δέχεται αυτό;

Λοιπόν έπεσε στα θεωτικά πράγματα. Έκαμε λειτουργίας πολλάς, και

αγιασμούς, και παρακλήσεις. Επήρε τα ρούχα του γυιου της, και τα

έβαλε να λειτουργηθούν υπό την Αγίαν Τράπεζαν. Επαίδευσε τον εαυτόν

της με πολλάς νηστείας, αγρυπνίας, και γονυκλισίας.

Τελευταίον προσέφυγεν εις την χάριν της Αγίας Αναστασίας της

Φαρμακολυτρίας. Αύτη είχε παρά θεού το χάρισμα να διαλύη τας

μαγείας και γοητείας. Επήγε, την ελειτούργησεν, έζωσε τον ναόν της

επτά φοράς (τελούσα μόνη της ιδιαιτέραν λειτουργίαν περιπαθή εκ

μητρικής στοργής) με κηρίον εκατονταόργυιον, το οποίον η ιδία είχε

παρασκευάσει με τας χείρας της, και παρεκάλει την Αγίαν να χαλάση

τα μάγια, να έλθη στον νου του ο υιός της, ο ερωτοχτυπημένος και

ποτισμένος από κακάς μαγγανείας και να μη χάνη τα μυαλά του άδικα . . .

Όλ' αυτά τ' ανεπόλουν και τ' αναπαρίστων με τον νουν μου, ως να

είχαν συμβή χθες, και είχαν παρέλθει ήδη περισσότερα των είκοσιν

ετών από τότε, είχαν εξέλθει της πολίχνης άμα τη δύσει του ηλίου,

και είχαν πορευθή με την αμφιλύκην έως του Δράκου το ρέμμα, εκεί

οπόθεν αρχίζει ο υψηλός, κάθετος ανήφορος του Βαραντά. Η σελήνη δεν

είχεν ανατείλει ακόμη, επειδή ήτο δύο ή τρεις ημέρας μετά την

πανσέληνον. Μέσα εις το ρέμμα, βαθειά κάτω, αντήχει ο ρύχθος του

χειμάρρου, του σχηματιζομένου από τας χιόνας τας λυομένας. Και είς

υληλός μαύρος βράχος ίστατο απέναντί μου, μυστηριώδης εις το

σκότος.

Ήτο κατά Μάρτιον μήνα. Ο χείμαρρος ερρόχθη, έβρυχε, και κατεφέρετο

μετά κρότου, κ' εκυλίετο σχηματίζων δύο καταρράκτας, κυρίαρχος εις

την σιγήν της νυκτός. Ο κρότος εκείνος ενέσπειρε φόβον εις την

ψυχήν μου, ήτις ανεγνώριζε παρ' εαυτή ομοιότητα με το ρεύμα εκείνο.

Εδεσπόζετο όλη από εν ύπουλον πάθος, καθώς το βαθύ ρεύμα και η σιγή

της νυκτός εδεσπόζοντο από ένα δούπον υπόκωφον.

Μετά δυσκολίας διέκρινα το μονοπάτι το χαρασσόμενον ανά μέσον βρύων

και θάμνων πυκνών. Είτα, αντικρύ μου, εις την κλιτύν την κρημνώδη,

ήρχισα να βλέπω μίαν ανταύγειαν. Αι πρώται ακτίνες της σελήνης

επηργύρωνον τας κορυφάς των δένδρων. Έφθασα εις την βάσιν του

όρους, και ήρχισα ν' ανέρχωμαι τον ανήφορον. Αφού ανέβην υπέρ τα

δισχίλια βήματα, σπεύδων και ασθμαίνων, είδα πέραν αντικρύ την

σελήνην, εκείθεν του συδένδρου λόφου του κρύπτοντος όπισθέν μου τον

ορίζοντα, είδα την σελήνην απαλλαγείσαν της λοφιάς του αντικρυνού,

μεμακρυσμένου βουνού, όπου επί τινα λεπτά εφαίνετο ως να είχε βάλει

φωτιάν εις έν δένδρον μεμονωμένον, όρθιον επί της κορυφής του

υψηλού λόφου, του φράσσοντος τον λιμένα· το δένδρον εφαίνετο ως να

καίεται· είτα η Εκάτη, αφήσασα το δένδρον μαύρον και σκοτεινόν

απόκαυμα, ανήλθε βραδεία, εν αγλαΐα και αποθεώσει φαεινή, ύπερθεν

της λοφιάς του όρους.

Μετά ώραν έφθασα εις την κορυφήν του βουνού, είτα ώδευσα επί του

οροπεδίου, εν παμφαεί σελήνη. Είτα έφθασα εις την αντίθετον κλιτύν,

όπου πάλιν εύρον σκιάς και σύνδενδρα μέρη και φόβητρα εμπρός μου.

Εκεί παρακάτω ήτον η μικρά έπαυλις του Γιάννη του Στόγιου, αγρότου

απλοϊκού φίλου μου.

Υπερέβην τον χαμηλόν φράκτην, εισήλθον εις την αυλήν κ' έκρουσα την

θύραν.

Ο Στόγιος δεν είχε κοιμηθή ακόμη, φως έλαμπε διά του φεγγίτου. Τον

εκάλεσα ονομαστί. Εγνώρισε την φωνήν μου και ελθών μου ήνοιξε. Μοι

παρέσχε πρόθυμον ξενίαν και στέγην.

Εγώ εν τούτοις δεν ήξευρα διατί είχα κρούσει την θύραν του, αφού

δεν είχα ύπνον ούτε νυσταγμόν. Αφού εκείνος απεκοιμήθη, έλαβα την

ράβδον και τον πίλον μου και εξήλθον κράξας προς αυτόν να κλείση,

αν ήθελε, την θύραν εκείνος, επειδή «ελαγοκοιμάτο» πολύ ελαφρά, μου

απήντησε δι' ηρέμου γογγυσμού, μέσα εις τον ύπνον του.

Κατέβην ακόμη χαμηλότερα το βουνόν. Η σελήνη εμεσουράνει ήδη, κ'

έφεγγεν εις όλην την κλιτύν. Εις τας ποιμενικάς επαύλεις οι

πετεινοί είχον λαλήσει. Κατήλθον εις σύνδενδρον στενωπόν, εστράφην

αριστερά, και έφθασα εις τον έρημον ναΐσκον της Αγίας Αναστασίας.

. . . Και τώρα, μετά είκοσιν έτη, όταν ήρχισα ήδη να φθίνω, αφού

κατά κόρον εγεύθην της ζωής όλην την τρύγα και την πικρίαν, εάν εγώ

εζήτουν να ζώσω με κηρίον τον ναόν της Μάρτυρος, ούτε κηρίον πλέον

αγνόν θα ηδυνάμην να εύρω, διότι από πολλού όλοι οι κηροπλάσται

επώλουν νοθευμένα κηρία, και οι μελισσοτρόφοι αυτοί είχον μάθει να

νοθεύωσι το κηρίον πριν το πωλήσουν. Και ο ναΐσκος της Αγίας είχε

περιέλθει εις παρακμήν και ατημελησίαν οικτράν, διότι η θρησκευτική

ευλάβεια μεγάλως είχεν εκπέσει εν τω μεταξύ. Δύο εικόνες λαδωμέναι

και φθαρμέναι υπήρχον μόνον εις το τέμπλον το σαπρόν, η μορφή του

Σωτήρος Χριστού δεξιά, και αριστερά η εικών της αμνάδος του, της

στρεφούσης προς αυτόν το πρόσωπον, και φαινομένης ως να έκραζε

μεγάλη τη φωνή· «Σε, νυμφίε μου, ποθώ!» Αι εικόνες της Παναγίας και

του τιμίου Προδρόμου είχον γείνει άφαντοι. Ίσως είχον αφαιρεθή από

τας χείρας φιλαρχαίων ή εραστών της Βυζαντινής τέχνης . . .

Υπήρχον μόνον δύο κανδήλια ηλιθραυσμένα ή ραγισμένα, η βορεία πύλη

του ιερού ήτο άνευ θυρίδος, το μόνον παράθυρον το μεσημβρινόν του

ναού άνευ παραθυροφύλλου, το θυσιαστήριον και η προσκομιδή, γυμνά

και ανεπίστρωτα, ήσαν πλήρη κονιορτού . . . Ο ναΐσκος ο

επταζωσμένος και αγιασμένος δεν ελειτουργείτο πλέον.

«Ου θυσία, ουχ ολοκαύτωμα, ου τόπος τού καρπώσαι». Και η μυστική

λειτουργία, την οποίαν ετέλει προ χρόνων πολλών περί τους τοίχους

του η φιλόστοργος Μαχούλα, η εξαδέλφη μου, δεν θα είχε ξαναγείνει

πλέον από πολλού.

Ω! επτάκις μόνον! . . . εβδομηκοντάκις επτά θα είχον τώρα ανάγκην

να περιζώσω τον ναόν της Αγίας Αναστασίας! . . . Τοσάκις είχε

περιεζωσμένην την καρδίαν μου η άκανθα της πικράς αγάπης, τοσάκις

την είχε περισφύγξει το ερπετόν πάθος, το δολερόν . . . ευλαβούμην

να είπω εις την Αγίαν, ησχυνόμην να ομολογήσω προς εμαυτόν, ότι

ήμην, οψέ ήδη της ηλικίας, λεία του πειθούς και έρμαιον . . .

Αλλά προς τι να προσφέρω λαμπάδας και μοσχολίβανον, προς τι να

περιζώσω με κηρία τον ναόν; Η Αγία ηδύνατο ίσως να με θεραπεύση,

αλλ' εγώ δεν επεθύμουν να θεραπευθώ. Θα επροτίμων να καίωμαι εις

την φλόγα την βραδείαν . . . Υπάρχουν εις του Παράδεισου Άγιοι

δεχόμενοι τας ευχάς των ερώντων; . . . Τάχα εκεί, δίπλα εις το

παρεκκλησίου της Φαρμακολυτρίας, εις το παλαιόν εκείνο

μεγαλομάρμαρον κτίριον, το αινιγματώδες, να υπήρχε το πάλαι ιερόν

της Αφροδίτης, να υπήρχε βωμός του Έρωτος;

Ω! και όμως ετηκόμην . . . ώρας-ώρας επεθύμουν, ει δυνατόν, να

ιατρευθώ. Βοήθει, Αγία Αναστασία.

Καθώς είχα περιεργασθή τον ναΐσκον, είχεν εξημερώσει ήδη. Αι ώραι

είχον παρέλθει χωρίς να τας αισθανθώ, κ' εγώ εν τη νάρκη και τη

ρέμβη της νυκτός, χωρίς να αισθάνωμαι το ψύχος, είχον διέλθει όλην

σχεδόν την νύκτα του Μαρτίου εκείνην εις το ύπαιθρον. Απεμακρύνθην

του παρεκκλησίου αισθανόμενος ακουσίαν ανακούφισιν ότι, έρημον

καθώς ήτο το ιερόν της, η Άγια δεν θα ήθελε πλέον να με θεραπεύση.

Εκεί παρ' ελπίδα, συναντώ την εξαδέλφην μου Μαχούλαν . . . Ήτο

τοιαύτη οποία και προ είκοσι χρόνων, σχεδόν δεν είχε μεταβληθή το

πρόσωπόν της, ούτε λευκήν τρίχα είχεν εις την κόμην, ούτε ρυτίδα

εις το μέτωπον. Ήτον εκ των γυναικών εκείνων των εχουσών δευτέραν

νεότητα, ανθηροτέραν της πρώτης· ωχρά, και αφελής, και άπλαστος,

εφαίνετο άσχημη εκ πρώτης όψεως, αλλά μετά δεύτερον βλέμμα

ανεκάλυπτέ τις εις το πρόσωπον της άφατον γλυκύτητα. Ήτο νύμφη και

ιέρεια και γυνή.

— Πού 'ς αυτόν τον κόσμο, εξάδελφε! μου λέγει.

Η εξαδέλφη Μαχούλα είχεν ελαιώνα εις τα μέρη εκείνα. Την χρονιάν

εκείνην ήτο πλουσιωτάτη ελαιοφορία, και αν και ήτο Μάρτιος ήδη, το

μικρόν καλάθιον, το οποίον εκράτει περί τον αγκώνα της τον

αριστερόν, ήτο γεμάτον από ελαίας χαμάδας (ή θρούμπες) ωραίας και

στιλβούσας· αι τελευταίαι ελαίαι έπιπτον από τα δένδρα ακόμη περί

την άνοιξιν. Εθεώρει την εξοχήν εκείνην ως γειτονίαν ιδικήν της και

δι' αυτό έλεγε· «Πού 'ς αυτόν τον κόσμο».

Εγώ την εχαιρέτησα κ' εκάθισα επί τινος όχθου, υπό δένδρον ελαίας,

εις την εσχατιάν του ελαιώνος. Εκείνη ελθούσα απέθεσε το καλάθιόν

της πλησίον μου, και περιστείλασα επιμελώς με τας δύο χείρας τα

κράσπεδα της εσθήτος της, εκάθισεν ολίγον παραπέρα.

— Τρως χαμάδες, να σε φιλέψω, εξάδελφε;

— Εξαδέλφη Μαχούλα, ήρχισα εγώ, χωρίς άλλως ν' απαντήσω εις την

φιλόφρονα προσφοράν της, θυμάσαι, τω καιρώ εκείνω, όταν ήμουν εγώ

παιδί, που έζωνες με κηρί το ξωκκλήσι της Αγίας Αναστασίας;

— Θυμούμαι, απήντησε.

— Πες μου, σαν να μη ξέρω, γιατί το έκανες;

— Το είχα τάξιμο, γιατί ο Μανωλάκης ήτον ερωτοχτυπημένος' κ'

επειδή η Αγία Αναστασία είναι που λυώνει τα μάγια, μεγάλ' η χάρη

της, έζωσα το κλησιδάκι της, και την επερικαλούσα, μην τυχόν ήτο

μαγεμμένο το παιδί μου, για να χαλάση τα μάγια.

— Κ' ύστερα, τι απόγεινε; Πες μου τα όλα, σαν να είμαι

πνεμματικός, γιατί εγώ, ξέρεις, τον περισσότερον καιρό έλειπα απ'

την πατρίδα, και δεν τα παρηκολούθησα καλά.

— Φαίνεται ότι δεν του είχαν καμωμένα μάγια, μόνο ο ίδιος είχε

πέσει στον έρωτα, κ' η Αγία, σαν δεν ήτον από μάγια, δεν μπορούσε

με το στανιό να του αλλάξη τα μυαλά, γιατί μοναχός του και θέλοντας

έβαλε σεβντά μέσα του. Το λοιπόν η Αγία έδειξε το θάμμα της με

άλλον τρόπο· σαν ετέλεψα το τάξιμό μου, τον μήνα απάνω, το κορίτσι

αρρεβωνιάστηκε με άλλον και 'ς ολίγον καιρό έγεινεν ο γάμος. Τότε,

επειδή ήτον φόβος να τρελλαθή ή να χτικιάση το παιδί μου, απ' το

κακό του, τον έταξα στην Παναγιά την Κοννίστρα, μεγάλ' η χάρη της,

για να τον γλυτώση απ' την τρέλλα κι' απ' την αρρώστια . . . Του

κόστισε πολύ, επόνεσε, έχασε την όρεξί του, κιτρίνισε σαν το κερί,

έλυωσε στον απάν' κόσμο . . . Ως τόσο, η Παναγία έδειξε το θάμμα

της, και το παιδί δεν ετρελλάθη ούτε χτίκιασε . . . 'Σ ολίγον

καιρό, ήρθε στον εαυτό του.

— Και τώρα τι γίνεται;

— Τώρα ταξειδεύει με τη γολέττα μας, στα μέρη της Ανατολής . . .

Επήρε δίπλωμα πλοιαρχίας και την κυβερνά ο ίδιος, επειδή ο πατέρας

του γέρασε κ' εκάθισε έξω . . . Φαίνεται πως το έρριξε λιγάκι στο

πιόμα, ο Μανωλάκης, μα δεν το παρακάνει πιστεύω . . . Άσπρισε, και

δεν θέλει να παντρευτή . . . Καλλίτερα για μένα να σου πω,

εξάδελφε. Μ' εβόηθησε κ' οικονόμισα τα δυο κορίτσια· τώρα έχω ακόμη

άλλα δυο. Καλλίτερα που γλύτωσε από τα βάσανα . . . Δεν συμφέρει να

παραπληθαίνη και πολύ ο κόσμος. Ο γείτονάς μου ο Κωνσταντής ο

Ρήγας, έξυπνος και κοσμογυρισμένος άνθρωπος, άμα ιδή να γεννηθή

κανέν αγόρι στη γειτονιά, και βλέπει της γυναίκες κι' όλους τους

συγγενείς νάχουνε χαρές, συνειθίζει να λέη· «Χαρήτε, βρε παιδιά·

γεννήθηκε κι' άλλος χαμάλης!»

Ακολούθως ηρώτησα την εξαδέλφην μου αν τυχόν συνέβησαν και άλλα

τινά περίεργα εν σχέσει με την υπόθεσιν ταύτην. Η Μαχούλα

απήντησεν·

— Ένα βράδυ, 'ς εκείνην την εποχή, ενώ εγύριζα από τον ελαιώνα, κ'

επέρασα απ' την Αγία Αναστασία να κάμω τον σταυρό μου, και να ανάψω

τα καντήλια, καθώς ενύχτωνε, άκουσα κάτι κρότους, μα κρότους

παράξενους πολύ, 'ς εκείνο το διπλανό το χτίριο με τα μάρμαρα, που

λένε πως είναι στοιχειωμένο . . . Πάλι μια νύχτα, έβλεπα στ' όνειρό

μου πως βρισκόμουν στο ξωκκλήσι της Αγίας, κ' εκεί είδα τάχα ένα

πράμμα παράξενο πολύ, να προβάλη και να βγη έξω και να κυλιστή, από

κείνο το στοιχειωμένο χτίριο . . . Και μου εφάνη τάχα, πως ήρθ' ένα

κορίτσι ώμορφο, μα ώμορφο πολύ, έλαμπε το πρόσωπό του, και μου

έδωκε ένα λουλουδάκι, λευκό, μοσχομυρωδάτο, και μου είπε· «Να, δος

το αυτό του γυιου σου, να μυριστή· είναι άνθος της Εδέμ». Έξαφνα,

γυρίζει 'πίσω εκείνο το πράμμα, το παράξενο, το μαύρο και

κατακόκκινο, που είχε πηδήσει από το χτίριο το παληό, γυρίζει πίσω

θεριωμένο και ρίχνετ' επάνω μου κ' εζητούσε να μου αρπάξη απ' τα

χέρια το λουλούδι που μου είχε δώσει η ώμορφη κοπέλλα, που φαίνεται

να ήτον η Αγία Αναστασία . . . Στην ίδια στιγμή η Αγία φαίνεται

πάλι, σαν νάβγαινε απ' την Αγία Πύλη του Ιερού, και μ' ένα

κλωναράκι από βάιο που βαστούσε στα χέρια, δίνει μια και του κόφτει

το χέρι, του τρισκατάρατου, που γύρευε να μου αρπάξη το λουλούδι .

. . Αυτά είδα.

Όλην την ημέραν επλανώμην εις τα ρεύματα και τους αιγιαλούς, ανά

την αγρίαν ακτήν, την βορεινήν και θαλασσοπλήγα, και μόνον το

δειλινόν επανήλθον εις την έπαυλιν του Στόγιου διά να κοιμηθώ

ολίγας ώρας. Όταν εξύπνησα, η σελήνη είχεν ανατείλει, αλλ' είχα

χάσει τον ύπνον μου δι' όλην την νύκτα.

Τα βήματά μου μ' έφεραν και πάλιν προς τον ναΐσκον της Αγίας

Αναστασίας. Ήναψα τεμάχιον λαμπάδος εκ κηρού μετρίως νοθευμένου,

την οποίαν είχον αγοράσει την προτεραίαν εις την πολίχνην, την είχα

δε κόψει εις τέσσαρα τεμάχια χάριν ευκολίας, και περιτυλίξας εις

χαρτίον, την είχα βάλει εις το θυλάκιόν μου. Την προλαβούσαν νύκτα

είχα λησμονήσει εις το θυλάκιόν μου τα τεμάχια της λαμπάδος.

Εκόλλησα το κηρίον τούτο εις το μανουάλιον, κ' εκάθισα εις έν των

δύο ή τριών στασειδίων, όσα υπήρχον διά να ξεκουρασθώ . . . Είτα

ηθέλησα να γονυπετήσω και προσεπάθησα να δεηθώ, αλλ' ερρέμβαζον.

Έκλεισα τα όμματα, επαιτών ένα ύπνον, αλλ' ο πόνος ηγρύπνει εντός

μου.

Εις τας ώρας της μοναξίας της νυκτός εκείνης, των ασυναρτήτων

προσευχών και των ακουσίων βλασφημιών, έπλεον ως εν ονείρω εις

άλλον κόσμον. Ήκουον ήχους, ψιθύρους και φωνάς. Μου εφαίνετο ότι αι

αναμνήσεις και αι εικόνες, αι πολιορκούσαι τον νουν μου, ελάμβανον

μορφήν και σώμα, εβόμβουν περί τα ώτα μου ως σμήνος απειράριθμον

πτερωτών ψυχών, προσέβλεπον την εικόνα της Αγίας, και μου εφαίνετο

τόσον ωραία, όσον εφάνη εν ονείρω εις την εξαδέλφην Μαχούλαν. Είτα

μία άλλη μορφή μου εφάνη ότι εστάθη έμπροσθεν της εικόνος, και την

απέκρυψε.

Την στιγμήν εκείνην ήκουσα μέγαν θόρυβον έξω, δεξιόθεν του ναού,

εις το μέρος όπου ήτο το παλαιόν κτίριον, το «στοιχειωμένον».

Πάραυτα ήλθεν εις τον νουν μου η διήγησις της εξαδέλφης Μαχούλας.

Έλαβον την λαμπάδα, και έτρεξα έξω της θύρας.

Αύρα έπνεε ψυχρά, και ηπείλει να σβύση την λαμπάδα. Επειδή εδέησε

να περιστεγάσω το φως διά της παλάμης, δεν έβλεπον τίποτε πέραν του

τοίχου του ναού. Η σελήνη είχε περικαλυφθή εις νέφη. Διέκρινον εις

το σκιόφως το μαρμάρινον κτίριον, και δεν ενόουν τίποτε. Μου εφάνη

ότι πράγμα τι εξεπήδησεν εκείθεν του τοίχου και ετράπη εις φυγήν

ίσως ήτον αγριόγατος ή νυφίτσα θηρεύουσα εις το σκότος.

Επανήλθον εις τον ναόν, κ' έκαμα τον σταυρόν μου. Εκάθισα πάλιν εις

το στασείδιον. Η μορφή ήτις μου εφαίνετο παρεστώσα εκεί, η φέρουσα

την αγνότητα εις τα όμματα τα κάτω νεύοντα, και τον γλυκασμόν περί

τα χείλη τα αβρά και μελιχρά, μου εφάνη ότι αντήλλασσε νεύματα με

την εικόνα της Αγίας. Μου εφάνη ότι τα χείλη της εψιθύριζον

ικεσίαν, και το βλέμμα της εικόνος ένευε συγκατάθεσιν . . .

Ύπνος τότε με κατέλαβεν, εις το στασείδιον όπου εκαθήμην. Ο ύπνος

ήτον άνευ ονείρων, όλα τα όνειρα του τα είχεν αφαιρέσει η

εγρήγορσις. Μόνον ενδομύχως εις το βάθος της συνειδήσεώς μου, μία

φωνή, ήτις ωμοίαζε με χρησμόν, ηκούσθη αμυδρώς να ψιθυρίζη· «Ύπάγε,

ανίατε, ο πόνος θα είναι η ζωή σου . . . »

Εξύπνησα. Εσηκώθην και έφυγα. Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία

δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου.

(Διά την αντιγραφήν)

Α. Παπαδιαμάντης

ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ

Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, διά να

υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του

Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη

χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον,

μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της

χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνες της, γαμψοί ως η

κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον

αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του

δρυμού, δέσποινα αγρίας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου . . .

Από το φύλλα της εστάλαζε κ' έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος

γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα

θείας ακμής, κ' έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής

ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν,

διάδημα θείον.

Η Φόνισσα · 第 10 / 13 段