Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο

δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ους, εψιθύριζεν εις

την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το

φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι

μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθην». Μ' έθελγε, μ' εκήλει, μ'

εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω

πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις

θα ήτον αγκάλιασμα διά πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να

προσπαθήσω ν' αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και

αμαυρόν, ν' αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν' ανέλθω εις

τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακραίμονας . . . Και αν δεν μ'

εδέχετο, και αν μ' απέβαλλεν από το σώμα της και μ' έρριπτε κάτω,

ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν

της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ

θεολήπτου.

Επόθουν, αλλ' η συνοδεία των οικείων μου, μεθ' ων ετέλουν τας

εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μου το επιτρέψη. Και

μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 180 . . . .

καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα

Μανδρί· — ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα

των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι

αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς

μου διά δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι

και συμπατριώται μας.

Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου

Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου, ή της

Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου

Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.

Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα

εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο

πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και

άλματα. Έπληττε τας πραείας ήχους ο φθόγγος του αυλού και της

λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν.

Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.

Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει

ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί

μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα

Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλοτέρου της

θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν . . .

και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν

ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη

παρθενική του βουνού.

Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας

προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας

ιδιοτρόπους και πείσμονας — καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν,

καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ' αυτής, τόσας θέας, απόψεις

και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν

λιγυράς χάριτος, εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και

αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.

Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την

θεσπεσίαν και υψηλήν . . . Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου,

καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και

είχε κρουσθή τρελλά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω

του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο

Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα

ρόδων και ίων . . . είτα, πριν απολύση η λειτουργία, εγώ έγεινα

άφαντος.

Διά πλαγίου, κρυφού δρομίσκου, τον οποίον είχον ανακαλύψει την

προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχωμαι την ράχιν του βουνού . . .

διευθυνόμενος προς το μέρος όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς.

Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.

Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κ' εγώ έτρεχον, έτρεχον διά να φθάσω

ταχέως, ν' ασπασθώ την ερωμένην μου — επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη

παιδική μου ερωμένη — και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος

ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν'

ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους.

Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της

τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, διά να κομίσωσιν

αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της

πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφαν προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να

συναντήσω τινάς καθ' οδόν. Πλην παρ' ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους

ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδεία γυναικών και παίδων και

υποζυγίων ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως διά να συνεορτάσωσιν εν τη

εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.

Πάραυτα εξετράπην της οδού, κ' έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών

θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των

γονέων μου, πορευόμενον άγνωστόν που, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν

μ' έπειθον να κατέλθω μετ' αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με

κατήγγελλον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδί.

Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κ' εγώ ανέλαβα του δρόμον μου, αλλά

μετ' ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα του

δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την

κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξε ευεργέτις μου και

κηδεμών μου. Αύτη μ' εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι

ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.

Καθώς την είδα χαμηλότερα, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον

δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να

κατέρχωμαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς

θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας

. . . Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.

Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί

της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ'

όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον

αναβλέπων εις τους κλώνους της τους κραταιούς, και ανοιγόκλειον

ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των

φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνους της,

έμελπον τρελλά τραγούδια . . . Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον

την ψυχήν μου . . .

Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθή καλά την νύκτα. Ο ύπνος μου

έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων

του των κατακόκκινων, ο Μορφεύς ήλθε και μ' εβαυκάλησε, και μοι

έδειξεν εικόνας, ως εις περίεργον παιδίον.

Μου εφάνη ότι το δένδρον — έσωζον καθ' ύπνον την έννοιαν του

δένδρου — μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις

μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι,

κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ' ολίγον εξεκόλλησαν

και εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και

εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους

γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μου εφάνησαν ως

δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμενοι,

συγκαταβατικώς προς την γην, εφ' ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον,

αειθαλές φύλλωμα μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς

τάνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.

Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει

συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο· «Α! δεν είναι δένδρον, είναι

κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»

Όταν μετ' ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νω την

ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε,

καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν·

«Κατ' αρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους

είδε καθαρά . . . »

Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη — η

δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν·

— Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν . . . διά να μη κάμω

ακουσίως κακόν. Δεν είμ' εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το

δένδρον . . .

Εξύπνησα έντρομος, κ' έφυγον . . . Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος

εμεσουράνει. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο

σκιά αδιαπέραστος . . . Από τον αντικρυνόν λόφον ήκουσα φωνήν να με

καλή εξ ονόματος.

Ήτον είς μικρός βοσκός με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του,

και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου

με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω . . .

Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από

εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν

η ευρίσκεται ενσαρκωμένη . . .

Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το

χωρίον μου, κ' επεσκέφθην τα χωρία εκείνα, τα προσκυνητήρια των

παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η

Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η

ανάσσουσα των δρυμώνων.

Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν

εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς

καλύβης της.

Όταν την ηρώτησα τι είχε γείνει το «Μεγάλο Δέντρον» το οποίον ήτον

ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν·

— Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε . . . μα κ' εκείνος δεν είχε

κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεώρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά

πράμματα . . . Σαν τώκοψε κ' ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή.

Αρρώστησε, και σε λίγαις μέραις 'πέθανε . . . Το Μεγάλο Δέντρο ήτον

στοιχειωμένο.

Η ΣΥΝΤΕΚΝΙΣΣΑ

Γεννήσατε;

— Σπαργανίσαμε, συντέκνισσα.

Ήτον η γυνή απ' τα βουνά, σύζυγος ποιμένος, του Θοδωρή του

Τσολοβίκου, από εκείνας τας αρχαϊκάς — της πρωτινές ή παλαιινές,

καθώς τας έλεγαν. Είχε ζήσει εις τα ήμερα βουνά τα εγγύς της

πολίχνης, όπου ο παράσιτος νεωτερισμός ακόμη δεν είχε ποδάρια διά

ν' αναρριχηθή, ωνόμαζε το πιάτο, &πινάκι&, την σουπιέρα, &λοπάδα&,

το μπαρμπούνι, &τριγλί&, το τσεκούρι, &αξινάρι&. την πουλάδα,

&νοσσίδα&, και την κουμπάρα, εις την οποίαν ωμίλει, την προσηγόρευε

«συντέκνισσα». Πλην τούτων, είχεν άλλας τινάς αφελείς λεπτότητας

και ευφημισμούς εις την γλώσσαν, και τον τοκετόν απεκάλει

«σπαργάνισμα».

Είχε κατέλθει εις την πολίχνην λίαν πρωί, με τον βαρύν, άγριον

χειμώνα του Δεκεμβρίου. Η χιών έπιπτεν όλην την νύκτα, και μέχρι

της πρωίας. Το είχε «πασπαλώσει» εις τα βουνά, τώρα το «έστρωνε»

και εις τον κάμπον, εις τα λειβάδια, επάνω, εις τας στέγας και τα

δώματα των οικιών, και κάτω εις τους δρομίσκους της μικράς πόλεως.

Η γραία είχε διευθυνθή εις του παπά το σπίτι. Ο παπά-Βαγγέλης ήτο

ακόμη στην εκκλησιά, δεν είχεν απολύσει η λειτουργία. Ήτον

σαρανταήμερον, παραμοναί των Χριστουγέννων, και, κατά το έθος, η

μυσταγωγία ετελείτο καθημερινώς εις τους ναούς. Όλ' αι ενορίτισσαι

του παπά-Βαγγέλη του εκουβαλούσαν στο σπίτι τα συνήθη «βλογούδια».

Ήσαν δε ταύτα ψωμάκια ενσφράγιστα με το σημείον του Σταυρού,

προσφερόμενα κατ' οίκον εις τους ιερείς διά τας ψυχάς των

τεθνεώτων, κατά την διάρκειαν της τεσσαρακοστής. Πολλαί

ενορίτισσαι, αντί να φέρουν ψωμάκια, έφεραν ένα σακκούλι αλεύρι,

και τούτο επροτιμούσαν εν γένει η παπαδιές. Όχι διότι θα

επεθυμούσαν να «μβαίνουν σε κόπους», να ζυμώνουν, αλλά διότι τα

βλογούδια ποτέ δεν εφτουρούσαν, κ' εμοιράζοντο συνήθως εις τα πτωχά

και τα ξυπόλυτα της γειτονιάς, όπως και τα κόλυβα.

Η περί ης ο λόγος γραία τσομπάνισσα, η Τσολοβίκαινα, ήτον από τες

καλές ενορίτισσες. Προ ολίγων ημερών είχε φέρει εις την οικίαν του

παπά, όπως κατ' έτος εσυνήθιζεν, ογκώδη οπωσούν σάκκον με αλεύρι

από εντόπιον σίτον, παραγωγήν από τους κόπους των ιδίων τέκνων της,

και διά τον λόγον τούτον, ως και διότι ήτο συντέκνισσα της, απήλαυε

της εύνοιας της παπαδιάς.

— Θ' αργήσ' ου παππάς, συντέκνισσα;

— Όπου είναι, έρχεται, κουμπάρα.

Η συντέκνισσα είχε φέρει από το καλύβι, εντός καλάθου, μίαν φιάλην

γεμάτην . . . όχι γάλα, αλλά καθαρόν νερόν, από το αγίασμα των

Ταξιαρχών, το αναβλύζον υπ' αυτό το ιερόν βήμα του εξοχικού

ναΐσκου. Διηγήθη εν ολίγοις εις την πρεσβυτέραν ότι η κόρη της, η

Κρατήρα, ήτις είχεν υπανδρευθή προ τριών ετών, εγέννησε την νύκτα

αυτήν το δεύτερον παιδί της, αγόρι. Εις την πρώτην γένναν, προ δύο

ετών, είχε κάμει κορίτσι, το οποίον είχε ζήσει ολίγας ημέρας, και

είχεν αποθάνει. Τώρα πλέον ας ήτον στερεωμένο και καλορρίζικο, να

της ζήση αυτό, αφού μάλιστα ήτον και αγοράκι. Η παπαδιά της είπε

τας εγκαρδίους ευχάς της, και ούτε την ηρώτησε τι περιείχεν η

φιάλη, η εντός του καλάθου, ήξευρε καλώς περί τίνος επρόκειτο.

Συνήθειαν είχον αι γερόντισσαι ποιμενίδες του βουνού, όταν νεωτέρα

τις μεταξύ τούτων εγέννα βρέφος εν καιρώ χειμώνος, εις το καλύβι,

στα βουνά επάνω, και ο χειμών ήτο σφοδρός, όπως εφέτος, επειδή θα

ήτον μεγάλος κόπος διά τον παπάν ν' ανέλθη να δώση την συνήθη ευχήν

εις την λεχώνα, να γεμίζουν έν αγγείον νερόν, ή από το αγίασμα των

Ταξιαρχών ή από το πλούσιον νάμα του Προφήτου Ηλίου, κατά το

κατώμερον εις το οποίον έβοσκαν ή εκατοικούσαν αι οικογένειαι των

αγροδιαίτων, και να το πηγαίνουν εις τον παπάν, κάτω εις την χώραν.

Ο παπάς εφορούσε τότε το επιτραχήλι, άνοιγε το Ευχολόγιον, κ'

εδιάβαζεν επάνω εις την φιάλην του νερού τας «Ευχάς εις γυναίκα

λεχώ». Η δε γερόντισσα έπαιρνε την φιάλην του νερού του

διαβασμένου, επανέστρεφεν εν σπουδή, ταχύπους και ανυπόδητη, εις το

βουνόν, εις το καλύβι, κ' ερράντιζε με το ηγιασμένον νερόν την

λεχώ, το βρέφος, την κλίνην, το λίκνον, την γυναίκα την εκτελέσασαν

χρέη μαίας, αν τοιαύτη υπήρχε, και τους άλλους όσοι τυχόν

παρέστησαν εις τον τοκετόν, ως και όλον τον θάλαμον. Ούτω εγίνετο

ήσυχος ότι είχε την ευχήν της εκκλησίας, και, με την βοήθειαν του

Χριστού και της Παναγίας, παν κακόν έφευγε τότε μακράν. Υπήρχεν

ευσέβεια και εις τα βουνά.

Μετ' ολίγον ήλθεν ο παπάς από την εκκλησίαν, ήκουσε την ιστορίαν

από την συντέκνισσαν, έπιε την φασκομηλιάν του μ' ένα μικρόν

δίπυρον, είτα έβαλε το επιτραχήλι, και εδιάβασε τας ευχάς. Η γυνή

έλαβε την φιάλην του νερού και απήλθε.

Μετά δύο ημέρας, το δειλινόν του Σαββάτου, η γερόντισσα επανήλθε

δρομαία. Είχε παύσει να χιονίζη, αλλά ψυχρός βορράς εφύσα επάνω εις

τα χιονισμένα μέρη. Το χιόνι ήτον όπως έλεγαν, μισό μπόι στα βουνά,

ένα γόνα κάτω στην χώραν. Αλλά κατ' ακρίβειαν, επάνω στα βουνά θα

ήτον ως ένα γόνα, και ως μίαν σπιθαμήν κάτω.

Η συντέκνισσα είχεν έλθει ασθμαίνουσα, σχεδόν «ξεγλωσσασμένη» την

ώραν που ο παπάς ητοιμάζετο να υπάγη στον εσπερινόν. Άρχισε να

διηγήται·

— Την άλλη φορά, σύντεκνε παπά, την ευχή σου νάχω, μ' εμάλωσες·

μούπες πως δεν έκαμα καλά που έπιασα το παιδί και το βάφτισα μονάχη

μου, στον αέρα, κ' είπα «στ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του

Αγίου Πνέγματος», μα πως έπρεπε να το βαφτίσω σε μια λεκάνη με νερό

. . . και μούπες πως το παιδί, σαν απέθανε, δεν έπρεπε να ταφή 'ς

άγια χώματα, και δεν μπορούσες, η αγιωσύνη σου, νάρθης να το

διαβάσης. Τώρα, το παιδί αυτό, κινδυνεύει, δεν είναι καλά . . .

Τους είπα, εγώ θα τρέξω κάτω στη χώρα, να πω του παπά, αν θέλη

νάρθη, και σεις σαν ιδήτε πως δεν πάει το παιδί καλά, κι' αργώ εγώ

να γυρίσω, τότε να το βουτήξετε σε μια λεκάνη με χλιο νερό τρεις

φορές, και να πήτε «στ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου

Πνέγματος» . . . Είπα μια να πάρω το παιδί, να το τυλίξω καλά, και

να σου το φέρω να το βαφτίσης, παπά μου . . . μόνε φοβήθηκα μην

τελειώση στο δρόμο το παιδί, και πάη αβάφτιστο, και τότε θα το είχα

στο λαιμό μου . . . Έτσι, απεφάσισα να 'ρθώ να σου πω, κι' όπως πης

η Αγιωσύνη σου, έτσι να γείνη . . . Έφερα και το γαϊδουράκι μαζί,

μην τυχόν θέλης για τα ιερά σου, και για καβάλλα.

Άμα ήκουσε την εξήγησιν της συντέκνισσας, η παπαδιά ακουσίως συνήψε

τας χείρας και υπεψιθύρισε·

— Πω, πω! θα κρυώσης, παπά μου!

Ο παπάς εσκέφθη προς στιγμήν, είτα είπεν

— Ας είναι· θα έλθω να το βαφτίσω.

Στραφείς εν σπουδή προς την πρεσβυτέραν είπεν·

— Στείλε, παπαδιά, το κλειδί, του παπά-Γιάννη, να πάη να διαβάση

εσπερινό, επειδή θα λείπω εγώ . . . Φώναξε το παιδί . . . να πάη ως

την εκκλησιά, να του δώση ο παπά-Γιάννης το μικρό γυαλάκι με τ'

Άγιο Μύρο . . .

Είτα μεταμεληθείς όσον αφορά την αποστολήν του υιού του·

— Όχι, μην τον στέλνης, παπαδιά . . . μην του λες χαμπάρι . . . θα

γυρεύη να μας ακλουθήση, ναρθή μαζή μας . . . Θα πάω μοναχός μου

καλλίτερα . . . για να πάρω και τ' Αρτοφόριο . . . για να το

κοινωνήσουμε κι' όλα, κατά την βάφτισι, το παιδί.

Έβαλεν εις μικρόν δισσάκιον μιαν δεσμίδα με τα παλαιά του άμφια, το

Ευαγγέλιον, το μικρόν Ευχολόγιον, και το θυμιατόν.

— Έχω το γαϊδουράκι, επανέλαβε και δευτέραν φοράν η συντέκνισσα.

Φέρε να τα φορτώσω, παπά . . . Καβαλλικεύεις κ' η αγιωσύνη σου.

— Βλέπουμε· κουμπάρα, φόρτωσε τα ιερά, κ' έλα ως την εκκλησιά με

το γαϊδουράκι.

Η παπαδιά ανήσυχος τους έβλεπεν αναχωρούντας, αλλά δεν ετόλμα να

εκφωνήση παράπονον ή αντίρρησίν τινα, έκαμε την ανάγκην φιλοτιμίαν,

και είπε·

— Τουλόου σ' θα το βαφτίσης, κουμπάρα! . . . Τι κρίμα που δεν

μπορώ κ' εγώ νάρθω, να γείνω νουνά.

— Ας είσαι καλά, συντέκνισσα, είπεν η γραία. Μου έχεις βαφτίσει

δύο παιδιά απ' το λαιμό σου, και τα δυο ζούνε . . . Τώρα εγώ θα

κάμω τη νουνά.

Επήγαν μέχρι του ενοριακού ναού, είτα εξεκίνησαν. Ο μικρός δεκαετής

του παπά ευτυχώς δεν τους είχε μυρισθή, επειδή έπαιζεν εκείνην την

στιγμήν της χιονιές μαζύ με άλλα παιδιά. Άλλως θα έτρεχε κατόπιν

τους, και θα ήθελε να τους συνοδεύση εις την εκδρομήν, με όλον το

ψύχος και τα χιόνια.

Όταν εβγήκαν εις τα Λειβάδια, έξω του χωρίου, ο ήλιος έκλινε ταχύς,

μέσω λευκών συννέφων, έλαμπαν τα χιόνια στα βουνά, εσφύριζεν ο

άνεμος ανάμεσα στης κουμαριές και στα σχοινιά, όλα βαροφορτωμένα

από χιόνια, δένδρα και θάμνους και χαμόκλαδα. Ηκούετο ελαφρός θρους

χιόνος πιπτούσης εδώ κ' εκεί. Το ονάριον επάτει ως επάνω εις

βαμβάκια στρωμένα, έτρεχεν, έτρεχε κι' ο παπάς καβάλλα . . . Έτρεχε

κ' η συντέκνισσα απ' οπίσω απ' την ουράν, γνωρίζουσα με ελαφρά τινα

επιφωνήματα και με μίαν βέργαν την οποίαν εκράτει, να κάμνη το

υποζύγιον να τρέχη.

Έτριζε το χιόνι υπό τα βήματα. Επήγαν από τον κάτω δρόμον, το

ρέμμα-ρέμμα, όπου δεν είχε πιάσει πολύ το χιόνι. Πλησίον εις το

ρεύμα του μικρού χειμάρρου, εις το αμμόχωμα, το χιόνι καθώς

έπιπτεν, έλυωνε. Η συντέκνισσα έλεγεν

— Ο Χριστός μαζί μας!

Ενόει πρώτον το Άγιον Αρτοφόριον, το οποίον ο παπάς είχε βάλει εις

τον κόλπον του, είτα το Άγιον Μύρον και τα ιερά σύμβολα, Ευαγγέλιον

και Σταυρόν. Σαν ανηφόρισαν από το ρέμμα, επήραν τον πλαγινόν

δρόμον, εις το υπήνεμον, όπου επί μάλλον έτριζεν υπό τους πόδας το

χιόνι. Πουλί δεν εκελαδούσε, μόνον κρωγμός κόρακος ηκούσθη κάπου,

σιμά εις ένα βράχον προσκύπτοντα εις την οφρύν του βουνού, με μίαν

σπηλιάν υποκάτω. Η συντέκνισσα επανέλαβε «Χριστός και Παναγιά!»

Και η φωνή του κόρακος εσίγησε.

Έφθασαν εις την κορυφήν του μικρού βουνού, ενύχτωνε. Χάσιμο

φεγγαριού. Ολίγα άστρα έλαμπον άνω, εντός άχνης, ως κοσμήματα εις

πέπλον χηρείας, και το χιόνια κάτω αντέλαμπον εις την αστροφεγγίαν.

Ηκούσθη μία φωνή αγριόγατου θρηνώδους. Η συντέκνισσα είπε πάλιν·

— Χριστός!

Και ο αγριόγατος έπαυσε να ουρλιάζη. Η μικρά συνοδεία εβάδισεν

ακόμα ολίγον, και τέλος έφθασαν εις το καλύβι.

Δύο ανθρώπιναι φωναί ηκούσθησαν εις τα παράθυρα της επαύλεως. Ο

βοσκός, ο σύζυγος της λεχούς, και ο σύντροφός του, ο αδελφός

εκείνης — οίτινες τώρα μόλις είχον έλθει με το κοπάδι από το πέραν

Μέγα ρεύμα, όπου είχον οδηγήσει εις το υπήνεμον τα πρόβατα — τους

επερίμεναν.

— Έρχονται, έρχονται!

— Είναι κι' ο παπάς μαζύ.

Οι δύο βοσκοί εβοήθησαν τον παπάν να πεζεύση, εξεφόρτωσαν το

δισάκκιον με τα ιερά, εισήλθον όλοι εις την καλοκτισμένην καλύβην,

όπου υπήρχε θάλπος εστίας, και οσμή αγροτικής οικοκυροσύνης. Η λεχώ

άμα τους είδε, χλωμή, μελαψή, ανεσηκώθη επί της κλίνης.

— Ας γείνη χριστιανός, εψιθύρισεν.

— Ας μβη στου Θεού τη στράτα, παιδί μου, συνεπλήρωσεν η μήτηρ της.

Μεγάλη χύτρα με νερόν εθερμαίνετο εις την εστίαν. Ητοιμάσθη καθαρά

λεκάνη. Ο παπάς εφόρεσε τ' άμφια, και άρχισε τας ευχάς των

κατηχουμένων.

Η συντέκνισσα επήρεν εις τους βραχίονάς της το νεογνόν, ανίδεον,

μελαψόν, και θλιβερώς ασθμαίνον, κ' εστάθη πλησίον του παπά. Μετ'

ολίγον εκείνος της είπε να στραφή προς δυσμάς.

— «Απετάξω τω Σατανά;»

Η γερόντισσα είχε βαφτίσει και άλλα βοσκόπουλα εις την ζωήν της.

Απεκρίθη πάραυτα

— Απεταξάμενος.

— «Και εμφύσησον και έμπτυσον αυτώ».

Η ανάδοχος έκαμε φφ! πφ!

Ο ιερεύς της είπε να στραφή προς τα εικονίσματα, όπου έκαιε κανδήλα

με μεγάλην φλόγα της θρυαλλίδος.

— «Συντάσσει τω Χριστώ;,» . . . «Και πιστεύεις αυτώ;».

Είπεν ολίγα λόγια από το «Πιστεύω», άλλα πλειότερα ο υιός της, όσα

ήξευραν. Τα λοιπά συνεπλήρωσεν ο ιερεύς.

— «Συντάξω τω Χριστώ;»

— Συνεταξάμενος . . .

Είτα, επάνω εις την πρόχειρον κολυμβήθραν, ανεγνώσθησαν αι ευχαί.

Ευθύς ύστερον, «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού . . . » Το βρέφος

εκλαυθμήρισεν ολίγον, πλην ανέπνεεν ελευθεριώτερον. Έπειτα «Σφραγίς

δωράς», ακολούθως «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», και οι τρεις

γύροι περί την κολυμβήθραν. Τελευταίον «Οι ένδεκα μαθηταί

επορεύθησαν» έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν».

Τέλος, ο παπάς επήρε το Αρτοφόριον, από την σανίδα του

εικονοστασίου, όπου το είχεν αποθέσει, και μετέδωκεν εις το νήπιον

το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Είτα εξεδύθη, εσκεύασεν όλα τα

ιερά του, εκάθισεν, είπε τας ιδιαιτέρας ευχάς του, έφαγε δύο ή τρία

σύκα, τα οποία προσεφέρθησαν, έπιεν ολίγον ρακίον από στέμφυλα,

έργον των χειρών της συντέκνισσας, και απήλθε, δύο ώρας νύκτα

καβάλλα πάλι στο γαϊδουράκι, συνοδευόμενος την φοράν ταύτην από τον

νεαρόν βοσκόν, τον υιόν της γραίας.

Τρεις ημέρας ύστερον, την Τρίτην το μεσημέρι, η συντέκνισσα κατήλθε

πάλιν με πρόσωπον κατηφές.

Το παιδίον είχεν αποθάνει.

— Όπως πης η αγιωσύνη σου, είπε . . . να το βάλωμε 'ς άγιο χώμα;

— Είναι στον Παράδεισο πρύμα, όπου και αν το βάλουμε, είπεν ο

παπάς.

— Με τα τσαρουχάκια του; συνεπλήρωσε την παροιμιώδη έκφρασιν η

παπαδιά.

— Δεν είχε μεγαλώσει ακόμη για να φορέση τσαρουχάκια, είπεν ο

παπά-Βαγγέλης. Εις τον κήπον της Εδέμ δεν έχει αγκάθια και

τριβόλια, και μπορεί κανείς να πάη και ξυπόλυτος.

Είτα επέφερεν·

— Ας είναι, συντέκνισσα. Θαρθώ να το θάψω.

Ο παπάς εκαβαλλίκεψε και πάλιν εις το ονάριον. Ήτο ημέρα, την φοράν

ταύτην. Τα χιόνια δεν είχαν λυώσει, αλλ' ήτο νηνεμία, και μάλλον

γλύκα.

Την φοράν όμως αυτήν ηκολούθησε και ο μικρός υιός του παπά.

Δεν ημπόρεσαν να τον γελάσουν, όπως την άλλην φοράν. Άμα είδε την

συντέκνισσαν να έρχεται, εκατάλαβε πως κάτι τρέχει, κ' εκόλλησεν

εκεί, εις την πόρταν της οικίας, εις την σκάλαν, όπου ήκουσε την

είδησιν της γραίας.

Το παπαδόπαιδον, μικρόν μαθητάριον δέκα ή ένδεκα χρόνων, ήτο πολύ

περίεργον και επίμονον πλάσμα. Επέμενε ν' ακολουθή «τον παπά του»

παντού, εις την πόλιν και την εξοχήν, εις χαράν και λύπην, εις

ζωντανά και αποθαμένα. Ανέβησαν τον ανήφορον. Ο ήλιος άρχιζε να

λυώνη τα χιόνια. Μικρός πολύρροχθος χείμαρρος εσχηματίζετο παντού

όπου χαράδρα και μικρά κοιλάς. Μετ' ολίγον έφθασαν εις το καλύβι,

όπου μία λεχώνα μήτηρ ποιμενίς έκλαιε το αγοράκι της, το οποίον δεν

είχε προφθάσει να θηλάση.

Το μικρόν νήπιον είχε ζήσει πέντε ημέρας εις τον κόσμον, εν μέσω

χιόνων και παγετών. Ο παπάς εφόρεσε το επιτραχήλι, και άρχισε την

ακολουθίαν των νηπίων· «Των του κόσμου ηδέων, αναρπασθέν άγευστον

. . . Εβόας τοις Αποστόλοις άφετε τα παιδία ίνα έρχωνται προς

με . . . » «Ουδέν εστι πατρός συμπαθέστερον, ουδέν έστι μητρός

αθλιώτερον . . . »

Όπου ο μικρός υιός του παπά, όστις εκύτταζεν ανάλγητος μικρόν

νεκρόν σώμα, ηρώτησεν ακαίρως τον πατέρα του·

— «Παπά, γιατί λες «μητρός αθλιέστερον», και δεν λες

«συμπαθέστερον», όπως και για τον πατέρα;

Ο ιερεύς άρχισε τα τελευταία τροπάρια, του Ασπασμού. «Ω! Τις με

θρηνήσει, τέκνον μου . . . ότι βρέφος άωρον, εκ μητρικών αγκαλών,

ώσπερ στρουθίον επέτασας . . . Ω τέκνον, τίς ποτε μη στενάξει

βλέπων σου το πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως ρόδον τερπνόν! . . . »

Και πάλιν το παπαδόπουλον, καθώς εκράτει το Αγιασματάριον, κ'

εμουρμούριζε τας λέξεις μαζύ με τον πατέρα του, δεν εκρατήθη να

ερωτήση·

— Γιατί, παπά, πεθαίνουν τα μικρά παιδάκια;

Ως απάντησις εις την ερώτησιν επήλθε το τροπάριον, το «Δόξα».

«Άγγελος του Αδάμ εχρημάτισεν η του ξύλου απόγευσις πάλαι εν Εδέμ

. . . δι' αυτού γάρ εισήλθεν ο θάνατος, παγγενή κατεσθίων τον

άνθρωπον . . . »

Είτα η εκφορά έγεινεν έξω του ναΐσκου των Ταξιαρχών. Η γραία, η

συντέκνισσα, εκράτει το μικρόν πρόχειρον φέρετρον, εν είδει λίκνου.

Ο ιερεύς με μαχαιρίδιον εχάραξεν επάνω εις ένα

κεραμίδι σταυροειδώς I Σ | Χ Σ «Είτα Γή ει και εις γην

---------

Ν Ι | Κ Α απελεύσει», και

τα λοιπά. Το μικρόν πλάσμα κατήλθε να κοιμηθή τον χρόνιον ύπνον

υποκάτω από τας χιόνας.

ΤΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ

Γενικόν προσκύνημα των κυμάτων, καθολική σύναξις όλων των ανέμων

των βρυχηθμών και όλων των αλαλητών των καταιγίδων, ήτον ο ορφνός

και φαλακρός, ο υψίνωτος της πέτρας πάγος. Παλάτιον της ερημίας και

της σιγής, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ο πελώριος βράχος ο

βορεινός, ο θαλασσόπληκτος, επάνω του οποίου ήτο κτισμένον ποτέ το

παλαιόν, το κατηρειπωμένον σήμερον χωρίον. Δεν υπήρχε κύμα του

θρακικού πελάγους και των κόλπων της Χαλκιδικής, δεν υπήρχε κύμα

εξωσμένον εκ της Μαύρης Θαλάσσης και της Προποντίδος, διωγμένον από

τους κόλπους και διυλισμένον διά των πορθμών, αποπτυσμένον από τους

αφρούς του πελάγους και εξερευγμένον από τα αβόλιστα βάθη του

πόντου, τα κάτωθεν του πολιού, καταπληκτικού Άθωνος, το οποίον να

μην ήρχετο να φιλήση τα κράσπεδα του αμαυρού τιτανείου βράχου.

Η Φόνισσα · 第 11 / 13 段