Οι δύο άνδρες, οίτινες την εκυνήγουν, έρριψαν μίαν τουφεκιάν διά να

την πτοήσουν. Είτα ηκούσθησαν αι φωναί των, φωναί αλαλαγμού και

βεβαίας νίκης.

Η Φραγκογιαννού απείχεν ακόμη ως δέκα βήματα από τον Άι-Σώστην.

Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήση· εγονάτισεν. Εις το στόμα της

εισήρχετο το αλμυρόν και πικρόν ύδωρ.

Τα κύματα εφούσκωναν αγρίως, ως να είχον πάθος. Εκάλυψαν τους

μυκτήρας και τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα της

Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν

ακτήν, όπου της είχον δώσει ως προίκα ένα αγρόν, όταν νεάνιδα την

υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς

της.

— Ω! να το προικιό μου! είπε.

Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον

θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα

τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου,

μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης.

ΤΕΛΟΣ ΦΟΝΙΣΣΑΣ

Ο Ν Ε Ι Ρ Ο

ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα

ακόμη &άλφα&. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν

φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187. . .

Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές

πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ'

εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημά μου ανά τους βράχους και τα

βουνά.

Τον χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός

πάτερ-Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ'

έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον

προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν «δάσκαλε». Εις τους χρόνους της

Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν

Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της

Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη.

Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια

κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν

ου μικράν φήμην, υπό το όνομα «ο Σωτηράκης ο δάσκαλος». Αργότερα

αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενεθυμήθη την παλαιάν

υποχρέωσίν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την

φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη, κ' εγκατεβίωσεν εν μετανοία,

εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το

έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και

λέγουν ότι εσώθη.

Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως

υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου

κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις

Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα

τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα

προλύτου . . .

Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να

εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου

και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας

σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και

ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι

να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου

μου, θέσιν οιονεί αυλικού.

Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του

αυθέντου του, δεν ειμπορεί να γαυγύζη ούτε να δαγκάση έξω από την

ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον,

παρομοίως κ' ενώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε

περισσότερον παρ' όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την

οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.

Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος

εκείνο του έτους 187 . . . Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος

βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη

τα παραθαλάσσια, τανερχόμενα αποτόμως διά κρημνώδους ακτής, ύπερθεν

του Κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο,

το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή

ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον εδικόν μου.

Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα,

έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν.

Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους

ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι

σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το

ακούραστον φύσημά των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.

Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες,

όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις

τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ' έκαμνε τρις το

σημείον του Σταυρού, κ' έλεγεν· «Εις το όνομα του Πατρός και του

Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε

όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τουρανού, και να πάρω

κ' εγώ τον κόπο μου!»

Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω το εθέριζα εν μέρει.

Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος κ' έβαλλα εις

εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω.

Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η

ιδία διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γεμίση ένα καλάθι σταφύλια,

ή να τρυγήση, αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν

ήτον κτήμα ιδικόν μου.

Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους

μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποίοι επί τη

προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να

εκλέγουν αυτοί τας καλλιτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν

το καλόν μου. Ήσαν τρομεροί ανταγωνισταί δι' εμέ.

Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των

ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί

παραπάνω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις

αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του

Μοναστηρίου. Ήμην «παραγυιός», αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα,

τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις έξ. Σιμά εις τον μισθόν

τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και

άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι.

Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της

περιοχής μου, είχα τον κυρ-Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν

ιδιότροπον. Ο κυρ-Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον

μικρόν πύργον μαζύ με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν

είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε

προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την

ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.

Ο κυρ-Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και

ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε

μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν

ούτως οκτώ ή δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού,

και απετέλεσεν έν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών

εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε

πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελε

δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον

δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του.

Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα,

εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού,

ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε

το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με

πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια.

Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως

κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της

θαλάσσης, κ' ενώ ο επάνω τοίχος έφθανεν εις την κορυφήν του μικρού

βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο

από το κύμα.

Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι

του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η

παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον

εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον

αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια, κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον

θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία

μελαγχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην,

την οποίαν οι υιοί της μητρός, της είχαν βάλει να φυλάη ταμπέλια

«Ιδού ει καλή, η πλησίον μου. Ιδού ει καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί

. . . » Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν

της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.

Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την

μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον

τρίχωμα, την οποίαν εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του

πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να

βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, όπου ήσαν χαμόκλαδα,

ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχεία. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή

μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων,

των πνευματικών πατέρων μου.

Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας

μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ' εκείνον τον χρόνον άλλοτε

ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η

Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν

ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας πενηνταπέντε. Εάν έλειπεν

άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον

την μονάδα που έλειπεν αλλ' η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή.

Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε;

Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο

να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριόν των ήτον υψηλά προς

δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενου Αετοφωληά

φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όμως όλως παράδοξον ή ανήκουστον

πράγμα ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της

Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου.

Εφώναζα ως τρελλός.

— Μοσχούλα! . . . πού είν' η Μοσχούλα;

Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσίαν της Μοσχούλας, της ανεψιάς του

κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο

τοίχος του περιβόλου του κτήματος, και η οικία η ακκουμβώσα επάνω

εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν όπου

ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου η

παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις το παράθυρόν και έκραξε·

— Τι έχεις και φωνάζεις;

Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα·

— Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα! . . . Με σένα δεν έχω

να κάμω.

Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ' έγεινεν άφαντη.

Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρόν της εις εκείνην

την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφινα τας αίγας

μου να βόσκουν, κ' εσφύριζα ένα ήχον, ένα άσμα του βουνού

αιπολικόν.

Δεν εξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη·

— Έτσι όλο τραγουδείς! . . . Δεν σ' άκουσα ποτέ μου να παίζης το

σουραύλι! . . . βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου

φαίνεται! . . .

Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος

ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή . . . Την φοράν

ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πώς

της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ηξεύρω ότι μου έστειλε δι'

αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεμάτο πετμέζι.

Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον

αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους

γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο

οι βράχοι εις προβλήτας και άλλου εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και

ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον

εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς,

όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνον του και

λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το

έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν'

«αρμυρίσουν» εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την

ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την «ελιμπίστηκα»,

κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.

Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις

δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις

την ράχην. Δι' αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να

επιστρέψω εις το βουνόν την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα

γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν

και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σιγά διά να καθίσουν να

ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά

ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και θα ήκουον μακρόθεν τους

κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.

Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ' έφθασα κάτω εις την

θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι

σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα

από τα βουνά της αντικρυνής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς

βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου

έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ηλίου, που είχε βασιλέψει

εκείνην την στιγμήν.

Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο

τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάνα του, διά να καθίση να

δειπνήση.

Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον

θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά

ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευπρεπίσει και

στολίσει αι νύμφαι των θαλασσών. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα

μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον

ακρογιαλιάν, κ' έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του

κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων

μέτρων όλον τον αιγιαλόν.

Επέταξα αμέσως το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις

την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της

ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου

ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχον της φύσεως αυτού, της

υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να

έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν

είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς

εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα,

ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδία.

Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπεν

να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά

οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τράγων! Όσον

αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη

πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος

κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον

κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να

την δέσω μ' ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου, ολίγον παραπάνω

από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου

πριν ριφθώ εις την θάλασσαν.

Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου,

έκαμα ένα βήμα διά να αναβώ. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου

η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την

μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα

πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός

κρημνός ήτον δι' εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμαρίνης σκάλας,

το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω

αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς.

Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν

πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο

κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλυστρώτου

και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η

ανεψιά του κυρ Μόσχου κ' ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα

ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορά της, εγώ ο

σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, αν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να

λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί,

άμα τη ανατολή του ηλίου συνήθως ελούετο.

Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην

εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου,

καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπτόμενος από την κορυφήν

του βράχου, και είδα πράγματι, ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις

το κύμα γυμνή, κ' ελούετο . . .

Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το

περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και

κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς

ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους

βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και

είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ'

εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να

κολυμβά.

Διά να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μίαν στιγμήν ορθός εις

την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την

αίγα μου, και να γείνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον

ελάχιστον κρότον ή θρουν. Αλλ' η στιγμή καθ' ην θα διηρχόμην διά

της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον

αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος.

Το ανάστημά μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον

δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με

έβλεπε, καθώς ήτον εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο, θα

ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς

αθεμίτους, και τότε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν!

Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να

κράξω· « — Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω . . . Μην τρομάζης! φεύγω

αμέσως, κοπέλλα μου!»

Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε

διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην

πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίμενα.

«Αυτή δεν θ' αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή

και θα φύγη . . . Θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ' εγώ τον

κρημνό μου! . . . »

Κ' ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου,

τον παπά-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να

φεύγω, πάντοτε τον γυναικείον πειρασμόν!

Εκ της ιδέας του να περιμένω, δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή,

ειμή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως

ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς

διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους

όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή

εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον

άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου

ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ

σπηλαίων και βράχων.

Θ' άφινα την Μοσχούλαν μου, την αίγα εις την τύχην της, δεμένην

εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με

διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτον ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα),

στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω

από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον

κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η

ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν

ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτον

μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και

πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού

μου.

Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την

αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου.

Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος.

Εν τοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και

ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του

βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν

νεανίδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς

από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα

τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν

αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως

γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα,

μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν

της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της,

μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το

στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους

όλας τας αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον

πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον

νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των

ονείρων. . .

Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον,

όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα

δεν θα μ' έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη

έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθέν της. Ούτε

η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ'

ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου,

κ' εντεύθεν του άντρου.

Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα

επίγεια.

Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί

ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι· «Να εκινδύνευεν έξαφνα!

να έβαζε μια φωνήν να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον

οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζε

βοήθειαν! . . . ».

Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις

το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν

η πρώτη ιδέα . . . Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος,

εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον,

και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν! . . .

Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον . . . Αίφνης εις τας

ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας

μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!. . .

Ω, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά

δυστυχώς δεν ήτο εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν

ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή

δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος

εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον αλλά δεν της είχε

κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. — Με ράμνον πολύκλαδον εις

το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν

το ήξευρα πού να το συλλογισθώ.

Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη

βελάζη . . . Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την

κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην ότι ήτον

φόβος να με ιδή, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ' επάτησα επί του

βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας.

Συγχρόνως μ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν

έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το οποίον την είχα

δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην

«εσχοινιάσθη», μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλός της, μην

ήτον κίνδυνος να πνιγή το ταλαίπωρον ζώον;

Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουομένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν

της γίδας μου. Αλλά και αν την είχεν ακούσει, τι το παράδοξον;

ποίος φόβος ήτον; το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκεί που κολυμβά, αφού

δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε

έκτακτον.

Αλλ' όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του

βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν, είτε όχι την φωνήν της

κατσίκας — μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την

κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς . . . — είδε τον μαύρον ίσκιον μου,

τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους,

και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου . . .

Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατά

μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν, κ'

έκραξα·

— Μη φοβάσαι!. . . δεν είναι τίποτε . . . δεν σου θέλω κακόν!

Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την

θάλασσαν, μάλλον διά να έλθω εις βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και

να φύγω . . . . Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλείτερον θάρρος ή

όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν.

Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι

αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μία

βάρκα εφάνη να προβάλλη αντικρύ, προς το ανατολικομεσημβρινόν

μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας

του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας

κώπας· πλην η εμφάνισίς της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην,

επέτεινε τον τρόμον της.

Αφήκε δευτέραν κραυγήν μεγαλειτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να

βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα.

Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν

οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή

έξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην εις την θάλασσαν, πηδήσας

με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.

Η Φόνισσα · 第 9 / 13 段