Είχεν έλθει άρα, πλησίον εις το κατάλυμα της παρελθούσης νυκτός

χωρίς να το σκεφθή! Και τώρα μόνον ήρχισε να το σκέπτεται. Έως την

στιγμήν το ένστικτον την είχεν οδηγήσει. Αλλά τώρα ο συλλογισμός

της διετυπούτο καθαρά. «Πού άλλου θα είμαι πλέον ασφαλής, για την

ώρα, παρά εδώ; Οι ταχτικοί ποτέ δεν θα πιστεύσουν ότι ξαναήλθα

πάλιν προς το ίδιο μέρος, που με είχαν ευρή χθες, και μ'

εκυνήγησαν. Ο Γιάννης κοιμάται στο μανδρί του. Στο καλύβι θάναι η

λεχώνα, κ' η γρηά. Την νύκτα χθες, από τον σαστισμό κι' από τη βία

μου, ξέχασα εκεί το καλαθάκι μου. Δεν θα είναι καλλίτερα να πάω να

χτύπησω την πόρτα, να τους πουλήσω πάλι δούλεψι με κανένα

ψευτογιατρικό, να πάρω και το καλαθάκι μου, και σα φέξη να πάω να

κρυφθώ κάτω στο Κακόρρεμμα, εκεί που λέει ο Καμπαναχμάκης; . . . »

Βεβαίως η γραία, η πενθερά του Λυρίγκου κάτι θα είχεν ακούσει εις

βάρος της από χωροφύλακας ή από τρίτους, αλλά τι μ' αυτό;

Δεν θα είχε τόσην κακίαν ούτε τόσον θάρρος, ώστε να την προδώση.

Άλλως, αυτή ως κυρίαν πρόφασιν διά να εισέλθη θα προέταττεν ότι

ήλθε να ζητήση το λησμονημένον καλάθι της.

Εκρύωνε πολύ από τον αέρα του βουνού, και είχεν ανάγκην να στεγασθή

πουθενά, προς ώραν. Δεν εδίστασε πλέον. Διέβη τον ζυγόν, τον

ενούντα τας δύο ράχεις, επί της μεσημβρινωτέρας των οποίων ήτο η

μάνδρα, επί δε της βορειοτέρας η οικία του Λυρίγκου, κ' έφθασεν εις

το καλύβι.

Έκρουσε την θύραν. Η γραία εκοιμάτο, αλλά δεν άργησε να εξυπνήση,

κ' ελθούσα ήνοιξε την θύραν, χωρίς, αυτήν την φοράν, να ερωτήση τις

είναι, ίσως διότι ήτο μισοκοιμισμένη κ' ενήργει ως εν υπνοβασία

μηχανικώς, ή είχε την εντύπωσιν ότι ουδείς άλλος ηδύνατο να είναι

ειμή ο γαμβρός της. Η Φραγκογιαννού έσπευσε να εισέλθη.

— Το κοφίνι μ' πλειό, ξέχασα απ' τη βία μου, εψές, είπε. Το είδες;

Είναι πουθενά; Πού τώχεις;

Η χωρική γραία εστάθη και την εκύτταξε. Τώρα μόνον εφάνη να

εξύπνησεν εντελώς, και αναγνωρίσασα αυτήν·

— Πού βρέθηκες εδώ; είπε.

— Μην ερωτάς, είπεν η Γιαννού. Είχα νυχτώσει 'ς έν άλλο καλύβι, μα

δεν είχα ύπνο. Σα θυμήθηκα το κοφίνι μου, ήρθα. Πώς είστε; Τι κάν'

η λεχώνα;

— Τι να κάμη; Τα ίδια . . . Μα δε μου λες, είπε μετά τινα

δισταγμόν η γραία· γιατί σ' εγύρευαν κείν' οι ταχτικοί;

— Φτόνος του κόσμου, απήντησε μ' ετοιμότητα η Φραγκογιαννού. Ένα

κορίτσ' είχε πνιγή μέσ' το πηγάδι.

— Ε;

— Και δεν ξέρω ποιος εχτρός είπε πως έφταια εγώ . . . Μα έτσι

νάχουμε καλή ψυχή, μπορείς να το πιστέψης; Τάχα δεν μπορούσε να

πνιγή μοναχό του το κορίτσι; Ήταν ανάγκη να βάλω χέρι εγώ;

— Μαθές! . . . έκαμεν η γραία.

Η Φραγκογιαννού εγκατεστάθη, όπως και την προλαβούσαν νύκτα, σιμά

εις την γωνίαν της εστίας, όπου εύρε και το καλάθι της. Εξάναψε την

φωτιάν, έβαλε νερό στο 'μπρίκι, και κατεγείνετο να βράση βότανα,

το οποία έβγαλε από τον κόλπον της.

Η λεχώνα εκοιμάτο, του μικρού θυγατρίου ηκούετο η αναπνοή μέσα εις

την σκάφην την χρησιμεύουσαν ως λίκνον, υπό το στέφανον του

βαρελιού το ανέχον υψηλά έν λεπτόν πανίον. Ενίοτε εκλαυθμήριζε.

«Κοι, κοι, κοι!» επρόφερεν η γραία, η προμήτωρ, ήτις είχε κλείσει

το έν όμμα, και με το άλλο, εις το ασθενές φως του κανδηλίου και

εις την διαλείπουσαν της εστίας αναλαμπήν, δεν έπαυσε να κυττάζη

την Φραγκογιαννού. Τέλος, μετά ώραν, η γραία, καίτοι εφαίνετο

απόφασιν έχουσα να μη κοιμηθή, της ήλθεν ο προδότης ο ύπνος, — ίσως

δι' αυτό τούτο, ότι εκύτταζε λίαν επιμόνως την ύποπτον γυναίκα και

απεκοιμήθη επάνω εις το τρίτον λάλημα του πετεινού.

Το βρέφος εκλαυθμήριζεν ακόμη. Η μάμμη δεν ηγρύπνει πλέον διά ν'

απαγγέλλη το μονότονον «Κοι, κοι, κοι!»

— «Όλο κοριτσούδια, το έρμο!» Το παράπονον του Γιάννη του Λυρίγκου

εβόμβει εις τα ώτα της Φραγκογιαννούς.

Η λεχώνα δεν είχεν εξυπνήσει. Η γραία Χαδούλα εκινήθη ολίγον,

ετανύσθη επί των γονάτων της, κ' έφθασε το λίκνον. Παρεμέρισε το

λευκόν πανίον από την κεφαλήν της κούνιας, κ' έτεινε την χείρα διά

να θωπεύση το μικρόν, ενώ τούτο εκλαυθμήριζεν. Έφραξε με την χείρα

της το μικρόν στόμα, διά να μη φωνάζη, εκύτταξε προς το μέρος της

λεχώνας, είτα προς την στρωμνήν εφ' ης έκειτο κουβαριασμένη η

γραία.

Η φωνή του βρέφους επνίγη. Μίαν χεριάν ακόμη εχρειάζετο να κάμη η

Φραγκογιαννού. Με την άλλην χείρα, του έσφιγξε δυνατά τον λαιμόν . . .

Είτα εμάζωξε το λεπτόν πανίον διά να το ρίψη πάλιν επάνω της

στεφάνης. Η χειρ της προσέκοψεν εις την σανίδα, κ' έκαμε μικρόν

θόρυβον. Η γραία, ήτις δεν εκοιμάτο βαρέως, εξύπνησεν. Ανετινάχθη,

εσκίρτησεν. Είδε την Φραγκογιαννού ν' αποσύρη την χείρα της και ν'

αποχωρή, ανεγειρομένη επί των γονάτων, οπίσω εις την θέσιν της.

— Τι κάνεις; έκραξεν έντρομος η γραία.

Η λεχώνα επετάχθη, ανεπήδησε.

— Τι είναι, μάνα;

Η Φραγκογιαννού εσηκώθη, επήρε το καλάθι της.

— Τίποτα· θέλησα να το κάμω να λουφάξη, να μην κλαίη, απήντησεν.

Η γραία μάμμη έκυψε προς την κούνιαν.

— Πηγαίνω τώρα, έφεξε, είπεν η Φραγκογιαννού . . . Δώσε της

λεχώνας το γιατρικό που έβρασα να το πιη!

Και πάραυτα εξήλθεν. Έτρεξε με βήμα δρομαίον ν' απομακρυνθή

τάχιστα. Επήρε τον επάνω δρόμον, κατά το δάσος, διά να μη περάση

από την αντικρυνήν ράχιν όπου ήτον η στάνη.

Ήτο γλυκεία αυγή του Μαΐου. Η κυανωπή και ροδίνη ανταύγεια του

ουρανού έχριε με απόχρωσιν μελιχράν τα χόρτα και τους θάμνους.

Ηκούετο ο μινυρισμός των αηδόνων εις το δάσος, και τ' αναρίθμητα

μικρά πουλιά ετέλουν εκθύμως, απλήστως, την συναυλίαν των την

άφατον.

Αφού η Φραγκογιαννού απεμακρύνθη πολλά βήματα, ήκουσε βραχνήν

κραυγήν όπισθέν της. Ήτο η γραία, η μήτηρ της λεχώνας έξαλλος,

τραβούσα τα μαλλιά της, είχε τρέξει έξω της καλύβης, κ' εφώναζε·

— Πιάστε την! . . . Πιάστε την! Μας έκαμε φονικό!

Η Φραγκογιαννού έτρεχεν, έτρεχεν. Ήλπιζε να χωθή το ταχύτερον εις

το δάσος, όπου, και αν τυχόν έτρεχον κατόπιν της, τα ίχνη της

τάχιστα θα εχάνοντο.

Αλλά παρ' ελπίδα, μετ' ολίγα λεπτά, ευρέθη αντιμέτωπος του Γιάννη

του Λυρίγκου, βαδίζοντος προς την οικίαν του. Ούτος είχεν εξυπνήσει

την συνήθη ώραν, κ' επήγαινε προς το καλύβι, ίσως διά να κράξη προς

συνεργασίαν την πενθεράν του, όπως και την προλαβούσαν πρωίαν. Αλλ'

όταν είδε την πενθεράν του να φωνάζη και να χειρονομή τόσον μακράν,

ώστε δεν ηδύνατο ν' ακούη τι αυτή έλεγεν, οδηγούμενος μόνον από την

διεύθυνσιν των χειρονομιών της, είδε την Φραγκογιαννού να φεύγη

προς το μέρος του δάσους — τότε, έτρεξε προς το μέρος εκείνο, κ'

εφώναξε μεγάλη τη φωνή προς την Φραγκογιαννού·

— Τι είναι; . . . Τι τρέχει;

Τότε η Χαδούλα εστάθη, κ' εφώναξε μακρόθεν προς τον Γιάννην τον

Λυρίγκον·

— Φεύγω! . . . Πάω να . . .

Ο Γιάννης ο Λυρίγκος είχε τρέξει ακόμη ολίγα βήματα, κ' ήλθε

πλησιέστερα προς την Φραγκογιαννού. Τότε κι' αυτή, αποφασιστικώς,

προέβη δύο ή τρία βήματα πλησιέστερα προς εκείνον.

Η Φραγκογιαννού επεκαλέσθη εις βοήθειαν όλην την ετοιμότητά της.

Ηυτοσχεδίασε.

— Γιάννη! η γυναίκα σου έχει τους πόνους! Είναι άσκημα.

— Έχει τους πόνους! . . . ανέκραξεν εν άκρα απορία ο άνθρωπος. Τι

λες, χριστιανή μου;

— Έχει κι' άλλο παιδί στην κοιλιά της! εσχυρίσθη με τόλμην η

Φραγκογιαννού.

— Άλλο παιδί στην κοιλιά της!

— Ναι, αυτό που σου λέω. Μόνο τρέχα στο χωριό, να φωνάξης τη

μαμμή! . . . να πης και του γιατρού ναρθή!

Ο Λυρίγκος εστάθη. Πέραν, επί του μικρού οροπεδίου, προ της οικίας,

η πενθερά του εφώναζεν ακόμη βραχνάς κραυγάς, τας οποίας έπαιρνε

μακράν ο άνεμος, χωρίς ο Γιάννης ν' ακούη τι έλεγεν εκείνη. Η

Φραγκογιαννού ωμίλει με θάρρος, κ' εφαίνετο ότι ήξευρε τι έλεγε.

— Πώς γίνεται αυτό, ποτέ, ανέκραξεν ο Γιάννης. Είσαι καλά,

χριστιανή μου;

— Αυτό γίνεται, επέμενεν η Φραγκογιαννού. Ούλες της φορές τα

διπλάρικα δεν πέφτουν μαζύ, απ' την κοιλιά. Το ένα, το πλειό

αδύνατο απ' τα δυο, αργεί και ώρες και 'μέρες να πέση.

— Αλήθεια! Έχω ακουστά μου, είπεν ο Γιάννης.

— Κατά πώς φαίνεται, συνεπέρανε λίαν σοβαρά η Φραγκογιαννού, αυτήν

την φορά το ένα το παιδί θα πιάστηκε ύστερ' απ' το άλλο.

— Αυτό είναι τάχα; είπε με ήθος οίκτου ο Λυρίγκος.

— Τρέχα το γληγορώτερο! να πας να φέρης το γιατρό! . . .

— Εσύ πού πας; ηρώτησεν ο Λυρίγκος.

— Εγώ πάω στον Άι-Χαράλαμπο . . . πάω να φωνάξω τον παπά-Μακάριο,

ναρθή να της κάμη μια παράκλησι, της γυναίκας!

— Καλά! τρέξε!

Και η Φραγκογιαννού έτρεξε.

ΙΖ'.

Κάτω εις το Κακόρρεμμα, χαμηλά εις το βάθος, σιμά εις την σκοτεινήν

Σπηλιάν, οι λίθοι εχόρευον δαιμονικόν χορόν την νύκτα. Ανωρθούντο,

ως έμψυχοι, και κατεδίωκον την Φραγκογιαννού, και την ελιθοβόλουν,

ως να εσφενδονίζοντο από αοράτους τιμωρούς χείρας.

Είχον παρέλθει τρεις ημέραι από την τελευταίαν φυγήν της, από την

καλύβην του Λυρίγκου. Η ένοχος γυνή είχε κρυφθή εκεί, με την ελπίδα

ότι θα διέφευγε προς καιρόν τους όνυχας των διωκτών της. Με τα

ολίγα δίπυρα τα οποία ευρίσκοντο ακόμη εις το καλάθι της, με τας

καυκαλήθρας, τον άνηθον, και τα μυρόνια όσα συνέλεγε, και με το

γλυφό νερόν της Σκοτεινής Σπηλιάς, είχε διατηρηθή. Το μέρος ήτο

σχεδόν άβατον. Το Κακόρρεμμα εσχηματίζετο από ένα βράχον απάτητον

προς δυσμάς, και από ένα κρημνόν, ή μίαν σάρραν ολισθηράν εξ

ανατολών. Κάτω εις το βάθος ανέβλυζε το Γλυφονέρι. Δύο άντρα, με το

στόμιον πολύ στενόν, έχασκον ένθεν και ένθεν. Εκεί εκοιμάτο την

νύκτα· την ημέραν κατήρχετο εις την Σκοτεινήν Σπηλιάν. Διά ν'

ανέλθη και διά να κατέλθη, ούτε δρομίσκος, ούτε μονοπάτι υπήρχεν.

Επάτει επί της σάρρας, εις την βάσιν του κρημνού. Τότε η σάρρα

εταράσσετο, εφαίνετο ως να εθύμωνε. Οι λίθοι τους οποίους εξετόπιζε

πατούσα, ήσαν ως βάσις και θεμέλιον εις όλον τον άπειρον σωρόν των

λίθων, τον απλούμενον επί του πρανούς του κρημνού. Καθώς έφευγον οι

πρώτοι λίθοι, άλλοι λίθοι ήρχοντο να λάβωσι την θέσιν των, μετ'

αυτούς δε άλλοι. Και ούτω η παλίρροια όλη του κρημνού ήρχετο κατ'

επάνω της, έπιπτεν εις τας κνήμας και τα σκέλη της, εις τας χείρας

και το στέρνον της. Ενίοτε, λίθοι τινές, από ύψος κατερχόμενοι,

έπιπτον με ορμήν και κακίαν κατά του προσώπου της. Τους τελευταίους

τούτους εφαίνετο πράγματι ως να τους εσφενδόνιζεν αόρατος χειρ κατά

της κεφαλής της.

Αφού τέλος, μετά τόσον λιθοβόλημα, έφθασεν εις την Σκοτινήν

Σπηλιάν, την πρώτην ημέραν, εκάθισε κι' αγνάντευε το πέλαγος. Η

Σπηλιά, η θαλασσόπληκτος, έχει διπλήν είσοδον, εκ τε της ξηράς και

της θαλάσσης. Προς την θάλασσαν, το στόμιόν της χαμηλόν και στενόν,

όσον διά να διέλθη μικρή βάρκα αλιέως. Η Φραγκογιαννού, αόρατος από

το μέρος της ξηράς, ήκουε τον υπόκωφον, επίμονον παφλασμόν του

κύματος εις το στόμιον του άντρου. Το κύμα ανωρθούτο, επήδα,

έπληττε την άνω φλιάν του στομίου, κατέπιπτε, πάλιν ανεπήδα,

εξέπεμπε μακρούς ωρυγμούς μανίας από της αποθαλασσιές του βορρά,

πότε στεναγμούς πόνου και πάθους από την φουσκοθάλασσαν. Κάτω εις

το βάθος το άπατον, μυστήριον και σκότος σαλεύον. Μία ποτέ βάρκα,

ως διηγούντο, εισπλεύσασα διά να συλλέξη καραβίδας και παγούρια,

ενώ είς των ναυβατών είχεν αναρριχηθή εις το τρομερόν ύψος του

βράχου διά να συλλέξη κρίταμα, εκάθισεν επάνω εις μίαν φώκην

ζωντανήν φράττουσαν ακριβώς το πλάτος του στομίου. Το σκοτεινόν

ζώον ανεταράσσετο, ήσπαιρεν, η μικρά σκάφη επάλλετο, έτρεμε, και

δεν ημπορούσε να υπάγη ούτε εμπρός ούτε οπίσω. Ο ναυβάτης ο εντός

της βάρκας εκτύπησε την φώκην μ' ένα πέλεκυν, την αιμάτωσε, το κύμα

εκοκκίνισεν επ' ολίγον. Η φώκη ήσπαιρεν εν αγωνία. Ο νεαρός αλιεύς

κατώρθωσε να σφίξη τον λαιμόν με μίαν θηλειάν, και καλέσας τον

άλλον σύντροφόν του εις βοήθειαν κατώρθωσε τη βοήθεια αυτού, με

κίνδυνον να βουλιάξη η φελλούκα, ν' ανασύρη επάνω την φώκην.

Η γραία Χαδούλα αγνάντευεν, αγνάντευεν εις το πέλαγος. Ας ήτον και

τώρα να φανή, να πλησιάση μία βάρκα! . . . Η Φραγκογιαννού θα

παρεκάλει τους νέους αλιείς, τους πατριώτας της, να την επάρουν

μαζύ, μέσ' την βάρκα . . . Και πού θα επήγαινε;. . . Ω, βέβαια στα

πέρα χώματα, στα μέρη τ' αντικρυνά, στην μεγάλη στεριά . . . Κ'

εκεί τι θα έκαμνε; Ω είχεν ο Θεός, θ' άρχιζ' εκεί νέον βίον!

Έβλεπεν, έβλεπεν, ανοιχτά εις το πέλαγος, μακράν έξω, πολλά πανιά,

λευκά ιστία, σαν του γλάρου τα φτερά. Βρατσέρες, γολέττες, μικρά

καΐκια, τα έβλεπε ν' αρμενίζουν, να οργώνουν τα κύματα, ωσάν

βοϊδάκια ζευγαρωτά. Άλλα έπλεον πόρρω προς βορράν, άλλα κατήρχοντο

προς νότον, άλλα αρμένιζαν προς ανατολάς ή προς δυσμάς, τέμνοντα

σταυροειδώς τας ολκούς, τας βαθείας ορατάς αύλακας, τας οποίας

άφηναν όπισθέν των τα πρώτα. Είτα πολλά ρεύματα διαχαράσσοντα το

πέλαγος, από τα οποία εφαίνετο η θάλασσα ωσάν κεντητή,

πεποικιλμένη. Έβλεπεν, εωσότου τα μάτια της «έκαμαν γυαλιά» να

βλέπη.

Η Φραγκογιαννού έβγαλεν από το καλάθι της το παλαιόν κιτρινωπόν

χράμι, το μάλλινον, το οποίον είχε διά να τυλίγεται όταν ήθελε να

κοιμηθή και δεν είχεν ύπνον, εσηκώθη ορθή, ανεπέτασε την μαλλίνην

σινδόνα, κι' άρχισεν εκθύμως να την σείη. Έκαμνε σήματα,

απηλπισμένα σήματα προς τους ναυτίλους, να έλθουν να την επάρουν

μαζύ των. Έβλεπον, δεν έβλεπον οι ναυβάται τα σημεία της; Από κανέν

πλοίον δεν απήντησαν εις τον πόθον της, εις τας τόσος προσπαθείας

της. Τα λευκά ιστία έφευγον με τον άνεμον εις το κύμα, και αυτή

έμενε προσηλωμένη εις τον βράχον της Σκοτεινής Σπηλιάς,

προγεγραμμένη, έρημος, μη βλέπουσα διά την αύριον χρυσής αυγής την

ανατολήν . . .

Το λευκάζον και κιτρινωπόν ράκος της έφυγεν από την χείρα· το

επήρεν ο άνεμος, και το έρριψεν επί της κεφαλής και των ώμων της

γυναικός.

— Αυτό θα είναι το σάβανό μου! εψιθύρισε πικρώς μειδιώσα η

Φραγκογιαννού.

Τέλος, καθώς εκάθησε κάτω επί του βράχου, βλέπει μίαν βάρκαν,

μικράν φελλούκαν, να έρχεται, παραπλέουσα την ακτήν. Είχε μικρόν

ιστίον και δύο κουπιά, τα οποία έτυπτον ραθύμως το κύμα. Έπλεεν εξ

ανατολών κ' επλησίαζε προς τον έρημον βράχον, εις το άσυλόν της. Η

Φραγκογιαννού ησθάνθη σκίρτημα ελπίδος μέσα της. Εκρύβη όπισθεν της

κορυφής του βράχου, διά να κατοπτεύση και ίδη αν θα εγνώριζε τους

επιβαίνοντας. Όταν η φελλούκα επλησίασεν, είδεν ότι είς εκ των

τριών επιβατών της, όστις έσυρε την «συρτήν» από της πρύμνης,

εφόρει στρατιωτικήν στολήν. Κάποιος παρεπίδημων απόστρατος, αγαπών

τ' οψάρευμα, είχεν εξέλθει προς άγραν, ομού με δύο εξ επαγγέλματος

αλιείς. Η Φραγκογιαννού, μόνον είδεν ότι ήτο «ταχτικός», και

γαλασμένη εκρύβη βαθύτερα όπισθεν του βράχου.

Την νύκτα απεκοιμήθη εις την κρύπτην της, μέσα εις την υγράν άλμην

της Σπηλιάς. Βόμβοι εθορύβουν εις τα ώτα της. Το κύμα υπό τους

πόδας της ερρόχθει, με παρατεταμένους ωρυγμούς λύσσης. Βαθειά, μέσα

εις τα στέρνα της ήκουε τα κλαυθμηρίσματα των ακάκων νηπίων.

Υπόκωφοι συριγμοί του μακρινού ανέμου ήρχοντο εις τας ακοάς της. Ο

νεκρώσιμος χορός των κορασίδων, με ηυξημένον τον φρικώδη ορμαθόν,

εχοροπήδα τριγύρω της: «Είμαστε παιδιά σου! — Μας εγέννησες! —

Φίλησέ μας! — Δώσε μας μαμμά! — Πάρε μας στολίδια, στολίδια ώμορφα!

— Χάιδεψέ μας! — Δεν μας αγαπάς;»

Η γραία πενθερά του Λυρίγκου, μανιώδης, συστρέφουσα τας χείρας, την

ηπείλει τρομερά, και ο γαμβρός της, με ήθος παραπονεμένον, την

επέπληττε . . . Κάτω εις τους πόδας, εις το βάθος της Σπηλιάς,

ερρόχθει το κύμα . . . Έβραζεν, έβραζε, και το άντρον μετεβάλλετο

εις στέρναν, και το νερόν της στέρνας εβρυχάτο μ' έναθρον φωνήν· —

Φόνισσα! — Φόνισσα!

Η δυστυχής εξύπνησεν έντρομος, περιρρεομένη από άλμην και ιδρώτα.

Ηύχετο πλέον, και πάραυτα το απεφάσισε, να μην κοιμηθή άλλην φοράν

εις την ζωήν της, αν ήτον διά να βλέπη τέτοια όνειρα. Ο θάνατος θα

είναι ο κάλλιστος των ύπνων — αρκεί να μην έχη κακά όνειρα! Τις

οίδε! — Μόλις το εσκέφθη, και μετ' ολίγον απεναρκώθη πάλιν. Τότε

της εφάνη ότι έβλεπεν εμπρός της τον Καμπαναχμάκην, τον άγροικον

εκείνον του βουνού· ίστατο ενώπιόν της με την στραβολέκαν του την

ποιμενικήν, με το σκαιόν ήθος του, με την όψιν του την τραχείαν και

με λαρυγγώδη φωνήν της έλεγε : «Στο Κακόρρεμμα! Στο Μονοπάτι, στη

Βρύσι του Πουλιού! Στου Γέροντα το Ερμητήριο!»

Και καθώς εγίνετο άφαντος, ακόμη επανέλαβε· — «Στο Ερμητήριο! Στου

Γέροντα το Ερμητήριο!»

Η Φραγκογιαννού εξύπνησε την ώραν του λυκαυγούς με μικράν γαλήνην

εις την ψυχήν, ενώ το κυανούν και πορφυρίζον του στερεώματος

καταντικρύ της συνεχέετο με το μαυρογάλανον του πόντου, και αύρα,

δρόσος, φλοίσβος, κελάρυσμα απετέλουν ηδείαν συζυγίαν αρμονίας εις

τας αισθήσεις της.

Από της προχθές δεν είχε παύσει να σκέπτεται το ερημητήριον εκείνο,

περί ου της είχεν ομιλήσει προ τριών ημερών ο Καμπαναχμάκης. Είχεν

ακούσει πολλά να λέγουν γυναίκες ευλαβείς περί των αρετών του

Γέροντος εκείνου, του παπ' Ακακίου, όστις προ ολίγου καιρού μόνον

είχεν έλθει εις την νήσον, και είχε κατοικήσει εις τον Άγιον

Σώστην, παλαιόν αναχωρητήριον μετά ερήμου ναΐσκου, το οποίον έκειτο

επί μικρού θαλασσοπλήκτου βράχου, όστις απετέλει σκόπελον ή μικρόν

νησίδιον παρά την βορείαν, μικρόν προς δυσμάς κλίνουσαν, κρημνώδη

ακτήν, και με την άμπωτιν των υδάτων, το νησίδιον εγένετο μικρά

χερσόνησος. Ο γέρων παπ' Ακάκιος ήτο, έλεγαν, αυστηρός πνευματικός,

πλην είχε το σπάνιον χάρισμα της διακρίσεως των λογισμών, κ' έφθανε

μέχρι προορατικότητος. Αι γυναίκες εβεβαίουν ότι ήτο σωστός

κρυφιογνώστης, και σου έλεγε τι είχες μέσα σου. Και πολλάκις

εξωμολόγει τον μετανοοούντα πολύ περισσότερον ή όσον αυτός ήθελε να

εξομολογηθή.

Διά την Φραγκογιαννού θα ήτο ευτύχημα, αν είχεν ειλικρινή απόφασιν

να εξομολογηθή, να ευρίσκετο είς πνευματικός, όστις να την

απήλλαττεν από τον κόπον και από το φοβερόν βάσανον του δισταγμού,

λέγων «Αυτό κι' αυτό έκαμες!». Ήρκει να μη την απήλπιζεν, αλλά να

ήτο ικανός να την βοηθήση και να την σώση — ακόμη και εις τον

πρόσκαιρον κόσμον, ει δυνατόν! Τάχα δεν υπήρξεν είς Άγιος όστις

έκρυψε και έσωσε μη θελήσας να τον παραδώση εις την εξουσίαν, τον

φονέα του ιδίου αδελφού του; Πόσω μάλλον ο παπ' Ακάκιος δεν θα

έσωζε και θα έκρυπτεν αυτήν, ήτις δεν είχε κάμει κακόν ατομικώς εις

τον σεβάσμιον ερημίτην; Μήπως δεν επερνούσαν καθημερινώς πλοία,

γιαλό ή ανοιχτά από τον Άι Σώστην, και δεν θα ηδύνατο να την

φυγαδεύση αν ήθελε;

Η Χαδούλα είχε βαρυνθή την μονοτονίαν της Σκοτεινής Σπηλιάς, και

είχεν αρχίσει ν' αδυνατίζη πολύ από την ανεπαρκή τροφήν. Έλαβεν

απόφασιν, άμα φέξη καλά, να πάρη το καλαθάκι της, και να εξέλθη από

το άσυλόν της, όπως διευθυνθή προς τον Άγιον Σώστην. Εκεί θα

εξωμολογείτο όλα τα «πάθια της». Καιρός μετανοίας πλέον . . .

Έφθασαν, έφθασαν, οι χωροφύλακες! Είτε διά προδοσίας, είτε δι'

ιχνηλασίας, την είχαν ανακαλύψει . . . Κατόρθωσαν να κατέλθουν εις

το Κακόρρεμμα, χωρίς να ενοχληθούν από τον κρημνόν, χωρίς οι λίθοι

της σάρρας να σηκωθούν και να ριφθούν κατεπάνω τους, να τους

κυνηγήσουν!

Ήτο την αυγήν άμα έφεξεν, ενώ η Φραγκογιαννού ητοιμάζετο να

διευθυνθή διά του συντομοτέρου δρόμου, εις τον Άι-Σώστην, εις το

Ερημητήριον. Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει διά να φωτίση ακόμη την

φαλακράν ακτήν, το Κουρούπι, και να στείλη χρυσάς ακτίνας εις την

απότομον κλιτύν του Στοιβωτού. Η Φραγκογιαννού τους είδεν,

ετρόμαξεν, επήρε το καλάθι της, και ασθμαίνουσα, ξεκλωσσασμένη,

έτρεξε τον ανήφορον, επάνω εις τον βράχον τον άβατον, εις το Κλήμα,

προς το δυτικόν μέρος. Επέταξε, με λάκτισμα των ποδών προς τα

οπίσω, τας φθαρμένας εμβάδας, «τα παληοκατσάρια της», και ξυπόλητη

ανερριχήθη επάνω εις τον κρημνόν. Οι δύο «νομάτοι» έβγαλαν κι'

αυτοί, τα τσαρούχια τους, κ' έτρεξαν κατόπιν της, εις τον βράχον

τον απάτητον, εις τον χώρον της απελπισίας, όπου εβάδιζεν εκείνη.

Μίαν μόνην στιγμήν, η δύστηνος έστρεψε την κεφαλήν οπίσω. Τότε

είδεν ότι οι διώκται ήσαν μεν δύο, αλλά μόνον ο είς εφόρει την

στρατιωτικήν στολήν. Ο άλλος έφερεν εγχώριον ένδυμα, με σελάχι,

εφωδιασμένον με πιστόλια και χαρμπιά, περί την μέσην. Εφαίνετο να

είναι είς των αγροφυλάκων.

Τούτο την επτόησε και την εφόβισεν. Η απουσία του ενός χωροφύλακος

έδιδεν αφορμήν εις υποψίας. Μήπως από την άλλην πλευράν του

κρημνού, πέραν του βράχου του αξένου της απορρώγος ακτής την

επερίμενεν ενέδρα τις, ώστε να την κλείσωσιν οι σκληροί διώκται

μεταξύ δύο πυρών;

Και πάλιν η σύμπτωσις αυτή την επαρηγόρησε και της ενέπνευσε μικράν

ελπίδα. Εάν ο ένας από τους δύο «νομάτους»· ήτον πατριώτης, χωρικός

άνθρωπος εις την υπηρεσίαν της δημαρχίας, τούτο ίσως εσήμαινεν ότι

ούτος θα εξετέλει μάλλον ως αγγαρείαν το κυνήγημα το οποίον του

είχαν επιβάλει και ίσως μάλλον θα έκοπτε την ορμήν του άλλου, του

χωροφύλακος. Δεν ήτον δε απίθανον ο αγροφύλαξ εκείνος και να

ησθάνετο μέσα του κρυφήν συμπάθειαν προς την φεύγουσαν, την

διωκομένην, την τρέχουσαν επάνω εις τα κατσάβραχα, μ' αιματωμένους

τους πόδας, δυστυχή γυναίκα — περί της ενοχής της οποίας ουδέ ήτο

καν βέβαιος.

ΙΗ'.

Ύστερον απ' ολίγων λεπτών της ώρας κυνηγητόν, η Φραγκογιαννού

έφθασεν εις την τοποθεσίαν, την οποίαν ο Καμπαναχμάκης είχεν

ονομάσει «το Μονοπάτι στο Κλήμα». Ήτον βράχος, εισέχων αποτόμως

προς τα έσω, σχηματίζων μικρόν ζύγωμα, κάτωθεν του οποίου έχασκεν η

άβυσσος, η θάλασσα. Άνω του ζυγώματος τούτου υπήρχε πάτημα ημισείας

παλάμης το πλάτος, όλον δε το πέραμα ήτο τριών ή τεσσάρων βημάτων.

Όπως το διέλθη τις, έπρεπε να πιασθή από τον άνω βράχον, βλέπων

προς την θάλασαν, να πατή με την πτέρναν, και να βαδίζη εκ δεξιών

προς τ' αριστερά. Η ζωή του εκρέματο εις μίαν τρίχα.

Η Φραγκογιαννού έκαμε τον σταυρόν της και δεν εδίστασε. Ούτε

υπήρχεν άλλη αίρεσις ή προσφυγή. Δρόμος άλλος δεν υπήρχεν επάνω του

βράχου. Η γυνή επήρε το καλάθι της εις τους οδόντας, επήδησεν

αποφασιστικώς, και διέβη αισίως το φοβερόν πέραμα.

Έφθασαν κατόπιν ασθμαίνοντες οι δύο νομάτοι. Ο χωροφύλαξ είδε το

πέραμα κ' εστάθη.

— Σου βαστά, η καρδιά σου; είπε με κρυφήν χαιρεκακίαν ο σύντροφός

του.

— Δεν είναι άλλος δρόμος;

— Δεν είναι.

— Εσύ θα τώχης περάσει πολλές φορές, είπεν ο στρατιώτης.

— Εγώ, όχι! ηρνήθη ο αγροφύλαξ.

— Δεν ήσουν τσομπάνης;

— Εγώ έβοσκα πρόβατα στον κάμπο.

Ο χωροφύλαξ εδίστασεν ακόμη.

— Και να μας ρίξη κάτω μια γυναίκα! είπε.

— Δεν προφτάσαμε να την ιδούμε τη στιγμή που περνούσε, είπεν είρων

ο δραγάτης. Αν την έβλεπες, θα σούκανε καρδιά.

— Αληθινά;

— Δεν ξέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα η γυναίκες! είπεν ο

αγροφύλαξ. 'Σε καμπόσα πράγματα, δείχνουν πολύ κουράγιο.

— Κ' εγώ θα περάσω! είπεν ο χωροφύλαξ.

— Εμπρός!

Ο χωροφύλαξ έβγαλε το αμπέχονόν του, και το έτεινεν εις τον

σύντροφόν του, μείνας με το υποκάμισον. Έκαμε το σημείον του

Σταυρού.

— Αν περάσω πέρα, μου το ρίχνεις, είπε.

Εδοκίμασε να πατήση επί του στενού, επιάσθη από τον βράχον. Μετά έν

βήμα ωπισθοδρόμησε.

— Μ' έπιασε ζαλάδα, είπεν.

Εν τω μεταξύ η Φραγκογιννού, τρέχουσα, είχεν ανηφορίσει, και

ανήρχετο υψηλότερα εις την ακτήν. Αποκαμωμένη, ήσθμαινεν, εφύσα.

Επήγαινε, κ' εστέκετο επί μίαν ανεπαίσθητον στιγμήν, κ' έτεινε τα

ώτα ακροωμένη. Ήθελε να βεβαιωθή αν θα διέβαινον το πέραμα οι δύο

διώκται της. Αλλά δεν ήκουε τίποτε. Από την βραδύτητα αυτήν

εσυμπέρανεν ότι οι δύο «νομάτοι» εδίσταζον πολύ να περάσουν το

μονοπάτι.

Τέλος έφθασεν εις του Πουλιού τη Βρύσι, όπως την είχεν ονομάσει ο

Καμπαναχμάκης. Ήτο μία πηγή επάνω εις υψηλόν βράχον, επί του οποίου

εσχηματίζετο μικρόν ολισθηρόν οροπέδιον από χώμα, γεμάτον από βρύα

και άλλα υγρά χόρτα, τα οποία εφαίνοντο ως να έπλεον εις το νερόν.

Η Φραγκογιαννού επάτει καλά να μη γλυστρήση και πέση. Από την

βρύσιν εκείνην, πράγματι, μόνον τα πετεινά τ' ουρανού ηδύναντο να

πίνουν. Η Χαδούλα έκυψε κ' έπιε . . .

— Αχ! καθώς πίνω απ' τη βρυσούλα σας, πουλάκια μου, είπε, δώστε

μου και τη χάρι σας να πετάξω! . . .

Κ' εγέλασε μονάχη της, απορούσα πού εύρε τον αστεϊσμόν αυτόν εις

τοιαύτην ώραν. Αλλά τα πουλιά, όταν την είδαν, είχαν αγριεύσει, κ'

επέταξαν έντρομα . . .

Εκάθισε, δίπλα εις του Πουλιού τη Βρύσι, διά να ξαποστάση και πάρη

τον ανασασμόν της. Σχεδόν είχε βεβαιωθή πλέον ότι οι δύο «νομάτοι»

δεν είχαν κατορθώσει να διαβώσι το Μονοπάτι στο Κλήμα.

Αλλά δεν ησθάνετο ασφάλειαν η δύστηνος, καθημένη εκεί. Όθεν, μετ'

ολίγα λεπτά εσηκώθη, επήρε το καλάθι της, κ' έτρεξε τον κατήφορον.

Τώρα πλέον επήγαινεν αποφασιστικώς εις τον Άι-Σώστην, εις το

Ερημητήριον. Καιρός ήτο, αν εγλύτωνε, να εξαγορευθή τα κρίματά της

εις τον γέροντα, τον ασκητήν.

Εις ολίγα λεπτά της ώρας κατήλθε την ακτήν, κ' έφθασεν εις τα

χαλίκια του αιγιαλού, εις την άμμον. Αντίκρυσε τον αλίκτυπον

βράχον, επάνω εις τον οποίον εφαίνετο ο παλαιός ναΐσκος του Αγίου

Σώζοντος. Ο λαιμός της άμμου, ο ενώνων τον μικρόν βράχον με την

στερεάν, μόλις ανείχεν ένα δάκτυλον υπεράνω του κύματος. Τώρα

ήρχιζε να γίνεται πλημμύρα. Η Φραγκογιαννού εστάθη κ' εδίστασε.

«Τάχα δεν θα . . . ξαναγείνη ρήχη σε λίγη ώρα, είπε. Γιατί να

βιαστώ τώρα, να γίνω μούσκεμμα;»

Αλλά την ιδίαν στιγμήν ήκουσε θόρυβον όχι μικρόν επί του κρημνού.

Δύο άνδρες ο είς στρατιωτικός, ο άλλος πολίτης, με δύο τουφέκια,

επ' ώμου, κατήρχοντο τρέχοντες τον κατήφορον. Ο πολίτης δεν ήτον ο

δραγάτης τον οποίον είχεν αφήσει οπίσω, με τον ένα χωροφύλακα, ήτον

άλλος, κ' εφόρει φράγκικα. Αυτή λοιπόν ήτο η ενέδρα, την οποίαν

είχεν υποπτεύσει ευλόγως αυτή, με την οποίαν ηθέλησαν να την βάλουν

εις τα στενά; Ιδού ότι τώρα την έφθαναν.

Η Φραγκογιαννού έτρεξεν, έκαμε τον σταυρόν της, κ' επάτησεν επάνω

εις το πέρασμα της άμμου. Η άμμος ήτον ολισθηρά. Το κύμα ανήρχετο,

εφούσκωνε. Η γυνή δεν οπισθοδρόμησε. Δεν είχεν άλλην σανίδα

σωτηρίας. Ούτε αυτήν, την παρούσαν, μάλιστα δεν είχε.

Το κύμα ανέβαινεν, ανέβαινεν. Η Φραγκογιαννού επάτει. Η άμμος

ενέδιδεν. Οι πόδες της εγλυστρούσαν.

Ο βράχος του αγίου Σώζοντος απείχε περί τας δώδεκα οργυιάς από την

ακτήν. Ο λαιμός της άμμου, το πέραμα, θα ήτο πλέον ή πεντήκοντα

βημάτων το μήκος.

Το κύμα την έφθασεν έως το γόνυ, είτα ως την μέσην. Η άμμος

εγλυστρούσε. Εγίνετο βάλτος, λάκκος. Το κύμα ανήλθεν έως το στέρνον

της.

Η Φόνισσα · 第 8 / 13 段