Άμα επάτησε τον πόδα μέσα, και άρχισε να φέρεται ως οικοκυρά. Εις

το φως του κανδηλίου, του καίοντος εμπρός εις έν παλαιόν εικόνισμα,

τρίπτυχον, φέρον τον Χριστόν εν τω μέσω, και διαφόρους αγίους εις

τας δύο πτέρυγας, επήγε κατ' ευθείαν εις την εστίαν, σιμά εις την

στρωμνήν της λεχούς, επί του δαπέδου, εδοκίμασε την φωτιάν, και

είδεν ότι ήτο μισοσβυσμένη. Επήρε ξυλάρια και ξυλόκλαδα, από ένα

σωρόν παρά την γωνίαν, έρριψεν ολίγα εις την εστίαν, εφύσησε κ'

εξάναψε την φλόγα. Έλαβεν ένα ιμβρίκι, το οποίον ευρίσκετο επί της

εστίας, το εγέμισε νερόν, έψαξεν εις το καλάθι της, επήρε δύο ή

τρία κλωναράκια βοτάνων, τα έρριψε μέσα, κ' έβαλε το αγγείον εις το

πυρ.

Είτα, νεύουσα προς το μέρος της λεχώνας, είπε σιγά εις την γραίαν·

— Μην την εξυπνάς . . . Σαν ξυπνήση, ύστερα, να το πιη αυτό.

Η γυνή απήντησε διά νεύματος. Η Φραγκογιαννού εξηκοκολούθει να φυσά

το πυρ. Η γραία εν αμηχανία, επεθύμει να την ερωτήση και πάλιν πώς

ευρέθη εκεί τοιαύτην ώραν, αλλά δεν ετόλμα. Η κόρη της έκαμε κακή

λεχωσιά· κ' εφοβείτο μην εξυπνήση έξαφνα και θορυβηθή.

Το θυγάτριον, μικρόν ράκος δύο ημερών ζωής, το οποίον είχεν έλθη

κι' αυτό εις τον κόσμον δι' αμαρτίας και βάσανα, εκοιμάτο εις την

κοιτίδα του, αλλ' η αναπνοή του ήτο δύσκολος και ηκούετο εν μέσω

της σιωπής. Από καιρού εις καιρόν, όταν το φύσημά του εγίνετο

οπωσούν σφοδρότερον, και το βρέφος εφαίνετο έτοιμον να ξυπνήση και

να φωνάξη, η μάμμη το ενανούριζε δι' ενός μονοσυλλάβου, «Κοι, κοι,

κοι, κοι!» εφαίνετο δε τω όντι η συλλαβή αύτη ήτις φαίνεται να

είναι η πρώτη συλλαβή του «κοιμήσου!», ή η ρίζα του «κείμαι»

εφαίνετο, λέγω, πολλάκις επαναλαμβανομένη, να εξασκή παράδοξον

υποβολήν και γοητείαν.

Η ώρα παρήρχετο. Είχον λαλήσει ήδη δύο φοράς τα ορνίθια. Η Πούλια

είχεν υπερβή προ πολλού το μεσουράνημα. Από την αντικρυνήν κορυφήν

της ράχης, όπου ήσαν άλλα καλύβια κατοικούμενα από τας οικογενείας

βοσκών ηκούσθησαν μεμακρυσμένα λαλήματα. Εις ταύτα απήντησεν ευθύς

το λάλημα των πετεινόν από τον ορνιθώνα του καλυβιού του Λυρίγκου.

Η λεχώνα εξύπνησε. Η μάνα της της έδωκε να πίη το φάρμακον, το

οποίον είχε παρασκευάση η Φραγκογιαννού.

— Κουράγιο, κοπέλλα μ', είπεν αύτη με πραείαν φωνήν.

— Πού βρέθηκες εδώ; είπεν η λεχώνα.

Την εκύτταζε με απορίαν, κ' εδυσκολεύετο να την αναγνωρίση.

— Ο Θεός μ' έστειλε, είπε μετά πεποιθήσεως η Γιαννού.

— Καλά που ήρθες, εδήλωσε τότε και η γραία.

Τω όντι, αύτη, αν και είχε παραξενευθή καταρχάς, εσκέφθη, και

ανεγνώρισεν ότι η παρουσία της Γιαννους ήτο μία παρηγορία εις την

μοναξίαν των.

ΙΔ'.

Περί τα πρώτα γλυκοχαράγματα, το βρέφος είχεν εξυπνήσει, κι' άρχισε

να κλαυθμηρίζη. Η Φραγκογιαννού έκαμε και πάλιν «κουμάντο».

Εσυμβουλεύσε την λεχώ να βάλη το παιδίον εις το βυζί, διά να

δοκιμάση αν κατέβη το γάλα. Συγχρόνως ηκούσθη κρότος έξωθεν, κ'

ευθύς κατόπιν μία φωνή.

— Γρηά! . . . Γρηά! . . . κοιμάστε;

Ήτον ο Λυρίγκος, κ' εκάλει την πενθεράν του.

Η γραία εγνώρισε την φωνήν, εσηκώθη κ' έτρεξεν εις την θύραν.

— Έλα να μου δώσης ένα χέρι, εφώναξεν ο Λυρίγκος. Ο παραγυιός

λείπει κ' είμαι μονάχος.

Ο Γιάννης φαίνεται ότι δεν εσκέφθη καν να ερωτήση διά την λεχώ, την

γυναίκα του, και διά το τέκνον του, πώς είχον. Ησθάνετο μόνον

επείγουσαν ανάγκην, κ' έκραζε την πενθεράν του να τον βοηθήση εις

τας ποιμενικάς εργασίας της πρωίας, δηλαδή ίσως εις το

ξεμάνδριασμα, και τα λοιπά.

— Δεν μπορεί κανείς μοναχός του, το έρμο! . .

— Πρέπει νάχη τέσσαρα χέρια! επρόσθεσεν ως αυτοδικαιολογούμενος.

Η γραία εξήλθε τρέχουσα. Η Φραγκογιαννού έμεινε μόνη, με την λεχώ

και το βρέφος.

Η νεαρά γυνή είχε λαγοκοιμηθή πάλιν, και δεν είχεν αντιληφθή καλώς

την απουσίαν της μητρός της. Μετ' ολίγας στιγμάς εξύπνησε και είπε·

— Πού πάει η μάνα, θα ' πω;

Η Φραγκογιαννού, φρονούσα ότι το καλλίτερον ήτον η λεχώνα να

κοιμάται διά να ησυχάζη, και γνωρίζουσα ότι η απόκρισις η διδομένη

εις τους πυρέσσοντας και εις τους ως εν υπνοβασία παραμιλούντας

βλάπτει μάλλον ή ωφελεί, δεν απήντησε τίποτε. Η λεχώ ευθύς και

πάλιν απεκοιμήθη.

Το θυγάτριον εκ νέου άρχισε να κλαυθμηρίζη πολύ τρυφερά και

παραπονετικά, μέχρις οχληρότητος. Η Φραγκογιαννού, ήτις είχε

λησμονήσει όλας τας τύψεις, τας οποίας είχεν αισθανθή αλγεινώς υπό

τας μέλανας πτέρυγας των ονείρων της, και εσπαράσσετο και πάλιν από

τους όνυχας της πραγματικότητος, άρχισε να σκέπτεται μέσα της.

— Αχ! δίκηο έχει, ο καϋμένος, ο Λυρίγκος . . . «Όλο κοριτσούδια,

το έρμο, όλο κοριτσούδια!» . . . Και τι ξαλάφρωμα θα ήτον τώρα γι'

αυτόν, για την άμοιρη τη γυναίκα του, να του τώπαιρνε τώρα, ο

Μεγαλοδύναμος! . . . αυτό καν πούνε μικρό, και δεν έχει ν' αφήση

μεγάλον καϋμό 'πίσω του!

Την στιγμήν εκείνην της ήλθεν εις τον νουν μία μικρά απορία· πού

ευρίσκοντο τάλλα κοράσια του Λυρίγκου, τα μεγαλείτερα. Τότε

ενθυμήθη ότι πριν ν' αναβή εις το καλύβι, όπου ευρίσκετο τώρα, το

οποίον ήτο χαμηλόν ανώγειον, επέρασεν έξω από την θύραν ενός άλλου

μικροτέρου καλυβίου, το οποίον ήτο χαμόγειον, και ήτο κτισμένον

δίπλα, κολλητά με το πρώτον. Ήτο το μικρόν καλυβάκι της γραίας, της

πενθεράς του Λυρίγκου, κ' εκεί μέσα της είχε φανή ότι ήκουεν

αναπνοάς κοιμωμένων, ρογχαλίσματα. Εκεί βέβαια θα εκοιμώντο, μαζύ

με την μικράν θείαν τους την άγαμον, τα άλλα κοράσια του Λυρίγκου.

Ως εν αλλοφροσύνη και εν πλάνη ονείρου, έτεινε την χείρα προς το

λίκνον, εντός του οποίου ωλόλυζε το μικρόν . . . Έκαμε χειρονομίαν

ως διά να σχηματίση τους δακτύλους της εις διλαβίδα, εις αρπάγην

και στραγγαλιάν.

Ησθάνετο την στιγμήν εκείνην αγρίαν χαράν να πνίξη το μικρόν

θυγάτριον . . . Της ήλθεν εις τον νουν ότι ήτο αβάπτιστον, και αν

το έπνιγε, θα είχε διπλήν αμαρτίαν . . . Η σκέψις αύτη επί μίαν

στιγμήν την ανεχαίτισεν, αλλ' όμως απεφάσισε να υπερπηδήση τον

φραγμόν τούτον . . . Παρά ένα δάκτυλον, η χειρ της έψαυε τον λαιμόν

του μικρού πλάσματος . . .

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη φωνή, βήμα, κρότος, εις το μικρόν

χαγιάτι έξω, και η θύρα, την οποίαν η γραία, η πενθερά του

Λυρίγκου, αναχωρήσασα δεν είχε κλείσει εις το μάνδαλον, αλλά μόνον

την είχε γείρη, ηνοίχθη πέραν και πέραν, ενδίδουσα εις ώθησιν

έξωθεν.

— Εδώ είναι, ηρώτησεν ο εμφανισθείς άνθρωπος, εδώ είναι, το σπίτι

του Λυρίγκου, του τσοπάνη;

Ήτον χωροφύλαξ, με το χιτώνιον μεσοκουμβωμένον, φουσκωτόν επί του

στήθους, με το κασκέττον στραβά, με στρημμένον τον μύστακα, και με

την κάπαν διπλωμένην μακρυνάρι επί του αριστερού ώμου.

Μέσα στο καλύβι, η κανδήλα ετρεμόσβυνεν εμπρός εις τα εικονίσματα.

Η φωτιά είχε καλυφθή και πάλιν από την τέφραν. Το λυχνάρι σβυστόν

εκρέματο από το μικρόν ράφι της εστίας. Ήτο σκότος. Έξω, είχεν

εξημερώσει, και παρά δύο λεπτά ο ήλιος θ' ανέτελλεν.

Ο άνθρωπος δεν έβλεπεν ειμή αμυδράς σκιάς μέσα. Την λεχώναν εις την

στρωμνήν της, ως αμαυρόν όγκον κατακειμένην, το βρέφος, το οποίον

εσάλευε και ανάσαινεν εντός της σκάφης, ήτις εχρησίμευεν ως λίκνον

. . . και την Φραγκογιαννού καθημένην ως φάντασμα, και τείνουσαν

την χείρα προς το λίκνον.

Η Φραγκογιαννού έμεινε με την χείρα τεταμένην. Την κατέλαβε φρίκη,

τρόμος, ζάλη. Εντός δευτερολέπτου ήλθεν εις εαυτήν, και είδε τον

φοβερόν κίνδυνον.

Ακριβώς όπισθέν της ήτο έν μικρόν παράθυρον βλέπον προς βορράν,

υπόσαθρον, νοτισμένον και κακοκλεισμένον. Ως να είχε τιναχθή από

έκρηξιν, εστράφη μηχανικώς, άνοιξε το παράθυρον, κ' επήδησεν έξω.

Έπεσεν επάνω εις χόρτα και άχυρα, και ο δούπος της πτώσεως της ούτε

ηκούσθη. Το χαμηλόν παράθυρον μόλις ανείχε μισήν οργυιάν από του

εδάφους.

Μόνον είχε ξεχάσει να πάρη μαζί το ραβδί της και το καλάθι της, τα

οποία ως τόσον ευρίσκοντο δίπλα της, εις το πάτωμα. Ήτον άξιον

απορίας, πώς τόσον είχε σαστίσει. Τα ενθυμήθη ακριβώς την στιγμήν

καθ' ην άρχισε να τρέχη μετά το πήδημά της, κ' έτσι της ήρχετο αν

ήτον τρόπος, να γυρίση 'πίσω να τα πάρη, και να στραβωθούν, να μην

την ιδούν οι διώκται της.

Ως τόσον έτρεχεν, έτρεχεν . . . είχεν εισέλθη μέσα εις το δάσος,

του οποίου τα διάφορα μονοπάτια της ήσαν πολύ γνωστά. Δεν εγύριζε

να ιδή οπίσω της . . . Ήτο βεβαία ότι οι δύο «ταχτικοί» θα αργήσουν

να εννοήσουν τι συνέβη, και να βαλθούν να την κυνηγήσουν.

Τω όντι οι δύο εκείνοι άνδρες της δημοσίας ανάγκης δεν ενόησαν κατ'

αρχάς τι είχε συμβή. Τους είχε στείλη, «κατεπείγον» οπίσω ο

ειρηνοδίκης, από κοινού με τον πάρεδρον τον αστυνόμον, όστις, εις

όσα απεφαίνετο ο εμπνευσμένος εκείνος λειτουργός της Θέμιδος, έλεγε

πάντοτε ναι, και με τον ενωμοτάρχην, όστις δεν έλεγε ποτέ όχι, τους

είχε στείλη να υπάγουν εις την αγροτικήν οικίαν του Ιωάννου

Λυρίγκου, διά να τον προσκαλέσουν να εμφανισθή ενώπιον των αρχών,

κ' εν ανάγκη να τον φέρουν διά της βίας επειδή εξ όσων είχον

διηγηθή την εσπέραν της προτεραίας, εις την πολίχνην, οι δύο

χωροφύλακες, οι ειρημένοι φωστήρες συνέλαβον την υπόνοιαν ότι ο

Λυρίγκος ενείχετο εις την υπόθεσιν της φυγής της γυναικός Χαδούλας,

χήρας Ιωάννου Φράγκου, χριστιανής, και εκτελούσης οικιακά έργα, την

οποίαν έλεγον ότι είχον ιδεί ν' αναρριχάται εις τον κρημνόν του

πετρώδους βουνού οι δύο στρατιωτικοί άνδρες.

Όθεν αμέσως, περί όρθρον βαθύν, αφού εκοιμήθησαν επί δύο ή τρεις

ώρας, φορούντες όλην την στολήν των, οι δύο χωροφύλακες, εις τα

ισόγεια της δημαρχίας, τα γεμάτα από βλατούδες, σαρανταποδαρούσες

και σαμαμίθια, τα οποία εχρησίμευον ως καζάρμα (η καζάρμα αυτή ήτον

ο τρόμος των αγυιοπαίδων των μοσχομαγκών, ως και όλων των οφειλετών

του δημοσίου), εις έν σφύριγμα του ενωμοτάρχου εσηκώθησαν, επήραν

τις κάπες των, και το έβαλαν δρόμον διά το βουνόν.

Εστέλλοντο ιδίως διά να φέρουν τον Λυρίγκον (καθώς και πάντα άλλον

βοσκόν, τον οποίον θα εξήταζον οι ίδιοι και όστις θα έλεγε

«μπερδεμμένα λόγια», εφρόντισε να προσθέση ο ειρηνοδίκης), αλλά προ

πάντων διά να μυρισθούν τα ίχνη της Φραγκογιαννούς και κατορθώσουν

να την ανακαλύψουν. Διά τούτο είχον πληρεξουσιότητα να ψάξουν όλα

τα μανδριά και της στάνες και να εξετάσουν όλους τους βοσκούς του

βουνού. Όθεν, διά καλόν και διά κακόν, επήραν μαζύ και της κάπες

των.

Όταν ο πρώτος χωροφύλαξ ώθησε την θύραν του οικίσκου, και είδε

σκότος και σκιάν μέσα, ήκουσε τον κρότον του βορεινού παραθύρου

ανοιγομένου, είδεν ακτίνας φωτός εκείθεν να εισδύωσι, κ' ευθύς έν

μαύρον σώμα να φράττη τας ακτίνας ταύτας, κυρτόν, συνεσταλμένου,

άμορφον, και ήκουσε τον ασθενή δούπον της πτώσεως. Τότε το

παράθυρον έμεινεν ανοικτόν, και εις τας διπλάς διασταυρουμένας

ακτίνας τας διά της θύρας και του παραθύρου, είδε καθαρά την

γυναίκα την λεχώ εξαπλωμένην επί της κλίνης της.

— Τι τρέχει εδώ; εφώναξεν έκπληκτος ο άνθρωπος.

Η λεχώνα εξύπνησε, κ' επρόφερε με ασθενή φωνήν.

— Μάνα, εσύ 'σαι; . . . Ήρθες;

ΙΕ'.

Επάνω, εις τα Καμπιά, εις το υψηλόν οροπέδιον, όταν έφθασε

λαχανιασμένη, ξεγλωσσασμένη η Φραγκογιαννού, εστάθη, εγύρισε προς

τον κατήφορον, οπόθεν είχεν έλθη, κ' εκύτταξε μην ίδη ή ακούση

σκιάν ή βήμα τρέχοντος λαγωνικού, χωροφύλακος. Δεν εφαίνετο τίποτε.

Αλλ' όμως δεν ησθάνετο εαυτήν εν ασφαλεία.

Εστάθη ως αφηρημένη κ' εσκέπτετο. Έκαμνε κάτι ως μαθηματικόν

υπολογισμόν. Ελογάριαζε τον χρόνον όσος θ' απητείτο ως έγγιστα, διά

να συνέλθουν από την έκπληξίν των οι δύο ταχτικοί (τον δεύτερον δεν

τον είδεν, αλλά τον εμάντευε), διά να εννοήσουν τι συνέβη, ίσως να

ζητήσουν πληροφορίας (η λεχώνα θα ετρόμαζεν άδικα, και δεν θα

ήξευρε τίποτε να τους ειπή· αλλά τότε, θα έτρεχον ίσως προς την

στάνην, όπου ευρίσκετο ο Λυρίγκος κ' η πενθερά του; τόσω

περισσότερον θ' αργοπορούσαν) είτα να πετάξουν της κάπες των κάτω,

και να το βάλουν στα πόδια να την κυνηγήσουν.

Αλλ' είδαν τάχα ακριβώς, ή ενόησαν, ή εγνώριζαν το μονοπάτι το

οποίον είχε πάρη αυτή; Και μήπως είχε τρέξει όλην την ώραν ένα και

τον αυτόν δρόμον; Καταρχάς είχε στραφή δεξιά, ως να ήθελε να πάρη

τον κατήφορον, είτα εστράφη αριστερά, κ' έτρεξε τον ανήφορον — με

όλον το μειονέκτημα το οποίον είχεν ο ανηφορικός δρόμος διά να

λαχανιάση τις, όταν καταδιωκόμενος βιάζεται να τρέχη. Αλλ' εάν αυτή

ελαχάνιζε, μήπως εκείνοι καίτοι νέοι, δεν υπέκειντο εις το πάθημα

τούτο; Η Χαδούλα είξευρε μάλιστα, κατά σύμπτωσιν, ότι ο είς των δύο

εκείνων νέων έπασχεν από άσθμα . . . Δεν ήτο πολύς καιρός αφότου

αυτός είχε παρακαλέσει τον γαμβρόν της να ειπή της γρηάς να του

κάμη ένα μαντζούνι διά το νόσημα τούτο.

Αλλά με όλην την εκδούλευσιν αυτήν, η Γιαννού είξευρεν ότι δεν

έπρεπε να περιμένη έλεος από τον χωροφύλακα. Ο άνθρωπος έκαμνε το

καθήκον του. Ας έλειπαν αι περιποιήσεις τας οποίας θα της έκαμναν,

αν αυτή έπεφτε στα χέρια των, και αν έμελλον να την ονομάζουν

«σταυρομάνα»! Είχε παρατηρήσει άλλοτε, εις τας περιπετείας και τα

βάσανα όσα είχεν υποφέρει εξ αιτίας του υιού της, του Μούρτου, ότι

το είδος αυτών των ανθρώπων τότε μάλιστα θυμώνουν όταν ο

καταζητούμενος ανθίσταται, όταν αυθαδιάζη, πολύ δε περισσότερον

όταν φεύγη, και αναγκάζονται αυτοί να τον κυνηγούν, ώστε να βγαίνη

η ψυχή τους ανάποδα . . . Ω! βέβαια έχουν δίκαιον τότε να

σκληρύνωνται, και να γίνωνται θηρία ανήμερα· όθεν και η

Φραγκογιαννού, φεύγουσα, και βιάζουσα αυτούς να τρέχουν δεν

επερίμενεν έλεος απ' αυτούς.

Εκεί όπου ίστατο συλλογισμένη, ακούει βήματα όπισθέν της, απ' το

μέρος το αντίθετον προς εκείνο εξ ου αυτή ήλθε. Στρέφεται και

βλέπει ένα άνθρωπον, ένα βοσκόν. Η Φραγκογιαννού τον ανεγνώρισεν.

Ήτο ο καλούμενος Καμπαναχμάκης. Ήρχετο με πατήματα λοξά,

ακολουθούμενος από τον σκύλον του, όστις εγρύλλισεν άμα είδε την

γυναίκα. Αλλ' ο αφέντης του τον εμάλωσε.

Είδε την Φραγκογιαννού κ' εστάθη. Ήρχετο από το καλύβι κ' επήγαινεν

εις το μανδρί του. Υψηλός, μελαψός, ισχνός, ευρύστερνος, την κόμην

και το γένειον με χρώμα αχύρου καψαλισμένου, κρατών την ράβδον του

την κυρτήν, υψηλήν ίσα με το μπόι του, εστάθη ενώπιον της

Φραγκογιαννούς. Ο άνθρωπος εφαίνετο να ευρίσκεται εις μεγάλην

θλίψιν και αδημονίαν.

— Α! πούθε αυτό το καλό! είπε με την φωνήν του την δυσδιάκριτον

και τραχείαν, σφίγγων τους οδόντας ενώ ωμίλει. Τόμ' σ' αγροίκησα,

ταμάμ σε προσήφερα, κυρά Γιαννού . . . Ο Γεραμπής σε στέλνει!

— Τι λες γυιε μου; είπε με το υποκριτικόν ήθος της η Χαδούλα.

— Καλά που σ' εσταύρωσα! είπα, αυτήνη είναι κείν' η καλή γυναίκα

κάτ' απ' τη χώρα, που γρουνίζει τα γιατρικά και διώχνει κάθε

γρουσουζλιά αλάργα! Τόμ' σ' απείκασα μονοκοπανιάς σ' εγρούνισα! . . .

Μα δε ξέρ'ς τίποτε, κυρά Γιαννού μ'!

— Τι τρέχει παιδί μου;

— Μεγάλο ζαράρι μ' ευρήκε, να' χω το συμπάθεια, θεια Γιαννού!

Τρανό, άτυχο ντέρτι! Η φαμιλιά μ', όξ' από λόου σου, βγήκε την

νύχτα προς νερού της, όξ απ' το καλύβι, κυρά Γιαννού μ', κ' εγύρισε

'πίσω κακά κι' αδέξια . . . Ντούρμα βγήκε, κ' εγύρισε μονοκοπανιά,

χτυπημένη, ξεγλωσσασμένη, αγρούνιστη . . . Χτυπήθηκε, μακρυά από

λόγου σου . . . Η γλώσσα της κρεμασμένη, όξ' απ' το σιαγόνι της, τη

λαλιά της την έχασε, την ηύρε κακή θερμασιά και κρυάδα κι' ασπασμοί

. . . Κείτεται στο στρώμα μισοπεθαμμένη!

— Αλήθεια; . . . Ω, αμαρτίες! . . . και πότε έγεινε αυτό;

— Προχτές το βράδυ, την νύχτα, τα μεσάνυχτα, θεια Γιαννού! Όξου

από λόου σου, νάχω το συμπάθειο . . . Ντούρμα βγήκε όξ' απ' το

καλύβι, κ' εγύρισε ' πίσω χτυπημένη, παλαβιασμένη . . . Κοπιάζεις

ως το καλύβι μπάριμ, τώρα εδώ που σ' εσταύρωσα, κυρά Γιαννού μ'!

Μονάχα να την θωρήσης ν' αγροικήσης ' σε τι χάλι βρίσκεται . . .

Ελμπέτ, καλό θα της κάμης· με τα γιατρικά σου, θα διώξης κάθε

ενάντιο, ένα κ' ένα.

— Και πώς της ήρθε αυτό; είπεν η Φραγκογιαννού.

— Ποιος ξέρει τι αμαρτίες, κυρά Γιαννού μ'. Ο Γεραμπής το ξέρει.

Η Χαδούλα εσκέφθη επί στιγμήν. Είτα είπε·

— Καλά· θα πάω αποκεί, τώρα-τώρα.

— Νάχης πολλή ζωή και καλή ψυχή, θεια Γιαννού! είπεν ο

Καμπαναχμάκης. Ο Γεραμπής σ' έστειλε.

Αφού απεμακρύνθη ο Καμπαναχμάκης, η Φραγκογιαννού εσκέφθη ότι θα

είχε καταφύγιον, τουλάχιστον, διά την επομένην νύχτα και ότι το

καλλίτερον θα ήτο να κρυφθή την ημέραν εις καμμίαν λόχμην ή εις

καμμίαν σπηλιάν, όπου οι χωροφύλακες αδύνατον θα ήτο να την εύρωσι.

Επήρε τον κατήφορον, κατήλθεν εις της Αγαλλιανούς το ρέμμα. Εστάθη

να πίη νερόν εις μίαν βρύσιν. Εκεί συνήντησεν ένα γέροντα μοναχόν,

τον πάτερ Ιωάσαφ, κηπουρόν του μοναστηρίου του Ευαγγελισμού, το

οποίον διέγραφε προς τα άνω την σεμνήν κατατομήν του, εις την

κορυφήν του ρεύματος.

Η Φραγκογιαννού είχε καθίσει να λάβη αναψυχήν πλησίον της δροσεράς

πηγής, εστήριξε την κεφαλήν εις την χείρα της, εφαίνετο βυθισμένη

εις λογισμούς, και συγχρόνως «αυτιάζετο», κ' έτεινε το ους,

φανταζομένη κατά πάσαν στιγμήν ότι ήκουε βήματα των χωροφυλάκων.

Ο πάτερ Ιωάσαφ ήλθε να γεμίση ένα σταμνίον ύδατος, και ιδών την

Φραγκογιαννού την εκαλημέρισε.

— Πού βρέθηκες εδώ, γερόντισσα; Κάτι συλλογισμένη σε βλέπω . . .

— Αχ! γυιε μου! . . . είπεν η Φραγκογιαννού. Έχω βάσανα και πάθια

. . .

— Τα βάσανα δεν λείπουν από τον κόσμο, γερόντισσα . . . Όσο και να

κάμη ο άνθρωπος, δεν μπορεί να τ' αποφύγη . . .

— Αχ! πάτερ-Γιάσαφε, είπεν εν θλιβερά διαχύσει η Φραγκογιαννού.

Νάμουν πουλί να πέταγα!!!

— «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς;» είπεν ο Ιωάσαφ,

ενθυμηθείς τον ψαλμόν.

— Ήθελα να έφευγα απ' τον κόσμο, γέροντα μου . . . . Δεν μπορώ να

υποφέρω πλεια!

— «Εμάκρυνας φυγαδεύουσα και ηυλίσθης εν τη ερήμω», είπε πάλιν ο

γέρων μοναχός.

— Μεγάλη φουρτούνα μ' ηύρε, γέροντά μου, και μεγάλη λιγοψυχιά μ'

εκόλλησε.

— Ο Θεός να σε γλυτώση, κόρη μου, «από ολιγοψυχίας και από

καταιγίδος», επέφερεν ο Ιωάσαφ, συνεχίζων τον ψαλμόν.

— Απ' την κακία, απ' την κακογλωσσιά, απ' το φθόνο, δεν μπορεί να

γλυτώση ένας άνθρωπος.

— «Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον

ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει», επέρανεν ο πάτερ-Ιωάσαφ.

Είτα αφού εγέμισε το σταμνί του, είπε·

— Αν περάσης από τους κήπους, γερόντισσα, φώναξέ με να σε φιλέψω

κανένα μαρούλι, κι' ολίγα κουκιά.

Και απεμακρύνθη.

Την εσπέραν η Φραγκογιαννού ευρίσκετο εις την Πέρα-Ράχην, εις το

καλύβι του Κσμπαναχμάκη, Η σύζυγός του βοσκού, γυνή πλέον ή

τριάκοντα ετών και μήτηρ πέντε τέκνων, έκειτο επί της κλίνης. Ήτο

εις αθλίαν κατάστασιν. Το μούτρο της είχε στραβώσει από την

νευρικήν προσβολήν, η γλώσσα της εκρέματο έξω του στόματος, κ'

εξέπεμπεν ανάρθρους φωνάς.

— Πώς σου ήρθε αυτό; την ηρώτησε διά νεύματος μάλλον ή διά της

φωνής η Φραγκογιαννού. Η πάσχουσα απήντησε διά γρυλλισμού ουδέν το

ανθρώπινον έχοντος.

Η Φραγκογιαννού εκάθισε παρά την εστίαν, και ησχολείτο να βράση

βότανα διά την πάσχουσαν. Δεν είχε πλέον το καλάθι της, αλλά είχε

γεμίσει τους κόλπους της από διάφορα μικροσκοπικά χόρτα, τα οποία

είχε συλλέξει την ημέραν κάτω εις τα ρέμματα των κοιλάδων.

Τα δύο μικρά κοράσια της ασθενούς εκάθισαν σιμά εις τα γόνατα της

Φραγκογιαννούς, γλυφίδικα και ζητούντα θωπείας. Η Γιαννού εθώπευσε

τα σιαγόνια των και τους λαιμούς των, τόσον δυνατά, ώστε ησθάνθησαν

πόνον, και το έν εφώναξε·

— Μάνα!

Αλλ' η μάνα ήτον δι' αυτά ως να μην υπήρχε, και τα δυστυχή πλάσματα

δεν ήσαν εις ηλικίαν ούτε να αισθανθώσι την έλλειψιν, ούτε να

δύνανται τουλάχιστον να την αναπληρώσωσι. Το μικρόν αγόρι, το

οποίον εφαίνετο να είναι ομήλικον με το κοράσιον το έν, ως να ήσαν

δίδυμα, έκλαιε κ' εζήτει «να σηκωθή η μάνα του να του κάμη γρηά στο

τηγάνι».

— Τώρα, γυιε μου, εγώ να σου κάμω γρηά, είπε τυχαίως η

Φραγκογιαννού.

— Δεν έχουμε αλεύρι, θεια, είπε το μεγαλείτερον εκ των δύο

κορασίων.

— Καλά· να έλθη ο πατέρας, να φέρη αλεύρι, είπεν η Φραγκογιαννού

προς το παιδίον, κ' εγώ να σου κάμω «γρηά»! Ησύχασε τώρα.

Αλλά το αγόρι δεν τα ήκουεν αυτά.

— Γρηά θέλω, και νάνε ζαρωμένη γρηά! Νάχη και πετμέζι!

— Πού να βρεθή το πετμέζι, γυιε μου; είπεν η Φραγκογιαννού.

Μεθαύριο να μαυρίσουν τα σταφύλια στ' αμπέλι, να τα τρυγήσουμε, να

κόψουμε τα ξεκούδουνα απ' τα κλήματα, να κάμουμε πολύ-πολύ

πετμέζι, να φάη το καλό παιδί. Πώς σε λένε;

— Γιώργη τόνε λέμε, θεια, είπε το μεγαλείτερον κοράσιον.

— Εσένα;

— Δαφνώ.

— Κ' εσένα; ηρώτησεν η Γιαννού το μικρότερον κοράσιον.

— Ανθή.

— Να ζήσετε!

— Και πότε θα κόψουμε, θεια, τα σταφύλια; εφώναξε το αγόρι. Δεν

πάμε τώρα στ' αμπέλι να τα κόψουμε;

— Όχι τώρα, γυιε μου, ταχιά.

— Ταχιά το — ταχύ; είπεν ο Γεώργης.

— Ναι, γυιόκα μου. Απόψε θα δέσουν η ράγες, και θα γλυκάνουν, και

θα μαυρίσουν, και ταχιά το — ταχύ θα πάρουμε τους τρυγολόγους να

τρέξουμε στ' αμπέλι, να τρυγήσουμε, να τα κάμωμε κότσι-κότσι, τα

σταφύλια, τα ξεκούδουνα, να τα πατήσουμε, να τα λυώσουμε, και θα

κάμουμε μουστόπητες και πετμέζια και χίλιων λογιών καλά . . . και

τότε, θα σου κάμω εγώ μια γρηά, ζαρωμένη, ίσα με το τηγάνι μεγάλη!

— Σέλω νάναι πουλύ, πουλύ μεγάλη! είπεν ο μικρός.

— Μεγάλη γρηά, ίσα μ' εμένα, είπεν η Φραγκογιαννού.

Εν τω μεταξύ, το μικρότερον των δύο κορασίων, το Δαφνώ, καθώς

εκύτταζεν εναλλάξ τον λύχνον και την Φραγκογιαννού με τεθηπός

βλέμμα, ως να υπνωτίσθη από το όμμα της γραίας, ενύσταξε, έγειρε το

κεφαλάκι του προς την εστίαν, και απεκοιμήθη. Η Γιαννού επιμόνως το

εχάδευεν υπό το κατωσάγονον, και πότε η χειρ της εγλίστρα προς τον

τράχηλον, και ίσως είχε κλίσιν να θλίψη κάπως δυνατώτερα τον λαιμόν

του κορασίου. Αλλά την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη δρομαίον βήμα έξωθεν,

η θύρα ηνοίχθη, και εισήλθεν ο Καμπαναχμάκης.

— 'Δώ είσαι, κυρά Γιαννού! είπεν εν άκρα ταραχή. Σύκου! Να φύγης!

να κρυφτής!

— Τι τρέχει; είπεν η γραία, προσπαθούσα να φανή ατάραχος. ·

— Οι ταχτικοί σε χαλεύουν; Τι ζαράρ έκαμες, χριστιανή; Τρέχουν οι

ταχτικοί γυρεύοντάς σε. Σήκου, τρέχα! να κρυφτής πουθενά, μπάριμ!

Σε λυπούμαι καϋμένη! Τι κρίμα έκαμες;

— Εγώ; κρίματα πολλά . . . Μα δεν ξέρω γιατί να με γυρεύουν οι

ταχτικοί, που μου λες;

— Τρέχα, κατά 'δω έρχονται τόρα. Δε γρουνίζω πως σ' αγροίκησαν πως

τα πρύμισες κατά 'δω, θάρθουν τώρα να χαλέψουν. Όπου κι' αν είναι,

πλάκωσαν! Ακούς κάτου, στη Σκοτ'νή Σπ'λιά, στο κακόρρεμμα, κατακεί

να πάρης το φύσημά σου! Στο Κλίμα στο Μονοπάτι, στου Π'λιού τη

Βρύση, εκεί, να σε πάρουν στο κοντό, δεν μπορούν να σε πιάσ'ν!

Αποκεί μπορείς να κατεβής στο Γέροντα, στο Ερμητήριο, να ξαγορευθής

τα κρίματά σ', καϋμένη. Τρέχα! . . .

Έτρεξεν η αθλία αλλά δεν ησθάνετο πλέον δυνάμεις ακμαίας. Η αϋπνία

των περασμένων νυκτών, η κακοπάθεια, αι συγκινήσεις την είχον

καταβάλει. Τα μέρη, τα οποία είχεν ονομάσει ο Καμπαναχμάκης,

απείχον πολύ, δεν ηδύνατο να οδοιπορήση προς τα εκεί εις την

ασέληνον νύκτα.

Καθώς έτρεχεν, αυτιαζομένη κατά πάσαν στιγμήν, εξαφνιζομένη, και

νομίζουσα ότι ακούει παντού βήματα, εις το μονοπάτι, ανάμεσα εις

δένδρα και θάμνους, ήκουσε βήματα αληθή, ερχόμενα από διακοσίων

βημάτων, από τον κύριον δρόμον. Εκρύβη όπισθεν των θάμνων, και της

εφάνη ότι ήσαν πράγματι οι χωροφύλακες, βαδίζοντες προς την καλύβαν

του Καμπαναχμάκη, προς το μέρος οπόθεν αυτή ήρχετο. Εάν ούτως

είχεν, η θέσις της καθίστατο ασφαλεστέρα προς το παρόν, καθότι δεν

εφοβείτο πλέον να τους συναντήση, διά την νύκτα εκείνην.

Επροχώρησε προς το μέρος, οπόθεν είχεν έλθει την πρωίαν. Έφθασεν

εις τον μικρόν ναΐσκον της Ζωοδόχου Πηγής, εις το Κοιμητήριον των

Καλογήρων, εις τ' Αλώνι του Μοναστηρίου. Επέρασαν έξω από το

βουρδουναριό, αντικρύ της σιδηράς πύλης του Κοινοβίου, ήτις ήτο

κατάκλειστος. Άλλως, γυναίκες ποτέ δεν επήρχοντο εις το ιερόν

περίβολον. Κατήλθεν εις τους κήπους όπου είχε συναντήσει την πρωίαν

τον καλόγηρον, τον κηπουρόν, όστις της είχε ειπεί διάφορα ρητά από

το Ψαλτήριον, τα οποία αυτή δεν ενόει, αλλ' αορίστως υπώπτευεν ότι

προσηρμόζοντο κάπως εις την θέσιν της. Και πράγματι της είχον

αφήσει ως ένα βόμβον περί τα ώτα της· «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί

περιστεράς; . . . Ιδού εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω.

Προσεδεχόμην τον Θεόν, τον σώζοντά με από ολιγοψυχίας και από

καταιγίδος . . . »

Καθώς ανήρχετο την ράχιν αντικρύ, πέραν των Κήπων, άνω του

ρεύματος, ήκουσε τον μικρόν κώδωνα του μοναστηρίου να ηχή γλυκά,

ταπεινά και μονότονα, να εξυπνά τας ηχούς του βουνού, και να δονή

την μαλακήν αύραν. Ήτο άρα μεσονύκτιον, ώρα του Μεσονυκτικού, ώρα

του Όρθρου! Πώς ήσαν ευτυχείς οι άνθρωποι αυτοί, οίτινες ευθύς

αμέσως, εκ νεαράς ηλικίας, ωσάν από θείαν έμπνευσιν, είχον αισθανθή

ποίον ήτο το καλλίτερον το οποίον ημπορούσαν να κάμουν — το να μη

φέρουν δηλαδή άλλους εις τον κόσμον δυστυχείς! . . . και μετά

τούτο, όλα ήσαν δεύτερα. Την φιλοσοφίαν, αυτοί, την είχον λάβει ως

εκ κληρονομίας, χωρίς να σκοτίσουν τον νουν των εις την «ζήτησιν

της αληθείας», όπου ποτέ δεν ευρίσκεται.

Ανέβη υψηλότερα την ράχιν, χωρίς να έχη σκοπόν ή απόφασιν πού

επήγαινε. Και έξω από τον δρόμον, ολίγα βήματα μακράν, είδε μίαν

στάνην, την οποίαν ανεγνώρισεν ότι ήτον του Γιάννη του Λυρίγκου. Ο

σκύλος αισθανθείς μακρόθεν την παρουσίαν της, ήρχισε να γαυγίζη.

Η Φόνισσα · 第 7 / 13 段