Είχε τελειώσει η μακρά σειρά των κήπων και των περιβολίων προς τα

δεξιά της, ενώ αριστερά της παρετείνετο ακόμη ο μικρός βραχώδης

λόφος, τα Κοτρώνια, με τας τρεις γραφικάς κορυφάς των την μίαν

κατόπιν της άλλης, τας επιστεφομένας από ανεμμύλους και μικρά λευκά

καλύβια και σπιτάκια, έρποντα γύρω των. Τώρα πλέον έφθασεν εις

μέρος όπου άρχιζαν αμπέλια, αγροί με οπωροφόρα δένδρα, όσον ήτον

ακόμη πλαγινός ο ανήφορος, και ελαιώνες, οι αγροί με υψηλούς

στάχυς, σειομένους από την νυκτερινήν αύραν, εκείθεν όπου ο

ανήφορος καθίστατο αποτομώτερος και άνω. Η Φραγκογιαννού με ελαφρόν

άσθμα, έτρεχεν, έτρεχε, μαστιζομένη το πρόσωπον από το απόγειον το

πρωινόν, το αντίπνοον, του Βορρά το χαϊδεμένον εωθινόν τέκνον.

Έσπευδε να φθάση το ταχύτερον, πριν ανατείλη η ημέρα, εις τα μέρη

τα οποία αυτή εγνώριζε. Υπήρχον, κατά τους βορείους αιγιαλούς της

νήσου, πολλοί κλεφτότοποι, μέρη απάτητα, σπήλαια και βράχοι όπου

εφύτρωνε το αγριοβότανον και η κάππαρις, και τα κρίταμα και η

αρμυρήθρα, και όπου τους υπάρχοντας ολίγους δρόμους κατέστρεφον

καθημερινώς τα κοπάδια των ερίφων και των αιγών. Εκεί θα ήτο το

άσυλόν της, εκεί όπου ήσαν αι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας της.

Εις εκείνους τους βορείους αιγιαλούς, σιμά εις το άγριον και

γαλανόν πέλαγος, εις το παλαιόν Κάστρον, το κτισμένον επί

γιγαντιαίου θαλασσοπλήκτου βράχου, εκεί είχε γεννηθή η Χαδούλα, κ'

εκεί είχεν ανατραφή ως δέκα ετών κόρη.

Είτα, όταν ειρήνευσαν τα πράγματα, και η νέα πολίχνη εκτίσθη εις

τον λιμένα τον μεσημβρινόν, η μάνα της, η μάγισσα, η πολυκυνηγημένη

από τους κλέφτες και τους λιάπηδες, συχνά την είχεν επαναφέρει εις

τα μέρη εκείνα, της είχε δείξει όλους τους κλεφτότοπους, τους

αβάτους βράχους και τα άντρα, και της είχε διηγηθή δι' ένα έκαστον

των τόπων εκείνων ανά μίαν ιστορίαν, φανταστικήν ή αληθή. Εις

εκείνα τα μέρη, όταν την υπάνδρευσαν και την «εκουκούλωσαν», και

την «ενεκροβλόγησαν» κατά την συνήθη φρασεολογίον της μητρός της,

της είχαν δώσει ακόμη και την προίκα της. Το σπίτι, το Κάστρο το

έρημο, και το χωράφι στο Μποστάνι, στον απάτητον κρημνόν. Ύστερον,

όταν αυτή ενοικοκυρεύθη, κ' έμαθε πολλά, κ' επρόκοψεν εις

γυναικείαν σοφίαν, κ' εσυνείθισε να θηρεύη τα βότανα και τα

τρίφυλλα και τας δρακοντιάς εις τους λόγγους και το βουνά, πολύ

συχνά είχεν επισκεφθή τα μέρη εκείνα, χάριν των ερευνών της.

Εκεί λοιπόν επήγαινε και τώρα, αν έδιδεν ο Θεός να φθάση ασφαλώς,

αλλ' εις ποίαν δεινοτάτην περίστασιν. Και ποία άρα θα ήτον η τύχη

της από τούδε; Μόνος ο Θεός το είξευρε.

Πριν φθάση εις το μέρος, όπου ο δρόμος αποτόμως ανηφόριζε, καθώς

διήρχετο έξω από ένα περιβόλι, φραγμένον με πυκνούς βάτους και

θάμνους υψηλούς εν μέρει με τοιχογύρισμα, εντός του οποίου υπήρχον

πολλών ειδών οπωροφόρα δένδρα, η Φραγκογιαννού κατά τύχην

εσκόνταψεν εις τον δρόμον, έκαμε δε μικρόν θρουν, πεσούσα ελαφρώς

επάνω εις ένα θάμνον. Αφήκε μικράν φωνήν ομοίαν με στεναγμόν.

Την ιδίαν στιγμήν ήκουσε πολύ πλησίον της, αλλ' έσωθεν του φράκτου,

δυνατόν γαύγυσμα σκύλου. Ανωρθώθη, και με ταχύτερον βήμα

εξηκολούθησε τον δρόμον της.

— «Ποιος να είναι;» είπε μέσα της.

Ηκούσθη τότε μία φωνή βραχνή και νυσταλέα, αλλ' απότομος.

— Ε! βάρδ' απ' τα περιβόλια! Ανοιχτά! . . . Ανοιχτά!

Ανεγνώρισε την φωνήν του Ταμπουρά, του δραγάτη. Ενόησε τότε τι

συνέβαινε. Το περιβόλι, έξωθεν του οποίου είχε σκοντάψει, ανήκεν

εις τον τότε Δήμαρχον του τόπου. Εντός αυτού, σιμά εις τ' άλλα

δένδρα, υπήρχον και ολίγαι κερασέαι, με καρπούς σχεδόν ωρίμους ήδη

και περκάζοντας, μελανωπούς εις την αστροφεγγιάν, ανάμεσα εις τα

μαυροπράσινα φύλλα, Ο Ταμπουράς, μη έχων τι άλλο να φυλάξη, επειδή

δεν ήτο ακόμη η ώρα των οπωρών ούτε των καρπών, εκοιμάτο εις το

περιβόλι του Δημάρχου, εντός μικράς καλύβης με τον σκύλον του, κ'

εφύλαγε τα κεράσια, μην τα κλέψουν οι δημόται του άρχοντος.

Φεύγουσα, ήκουεν ακόμα το γαύγυσμα του σκύλου, συγχρόνως δε

«αυτιάσθη», και της εφάνη ότι ήκουεν ανθρώπινα βήματα. Αλλ'

ηπατήθη. Ίσως ήτο μάλλον αντίκτυπος και ηχώ των ιδίων βημάτων της.

Φαίνεται ότι ο αγροφύλαξ μόλις είχε μισοξυπνήσει, κ' έβαλεν, ως εν

υπνοβασία, μηχανικώς την συνήθη φωνήν του. Είτα ευθύς πάλιν

απεκοιμήθη.

Η Χαδούλα έγεινε άφαντη εις το ύψος του λόφου, όπισθεν των δένδρων.

Εκεί εστάθη μίαν στιγμήν κ' έτεινε το ους. Τίποτε δεν ήκουεν ειμή

το λάλημα ενός πουλιού, το σύριγμα ενός νυκτερινού εντόμου, και το

φύσημα της αύρας. Τότε της ήλθαν εις τον νουν τα κεράσια, τα οποία

είχε διακρίνει αμυδρώς στύλβοντα εις ένα κρεμάμενον κλώνα, εξέχοντα

ολίγον έξω του φράκτου του δημαρχικού περιβολιού, σιμά εκεί όπου

είχε σκοντάψει, και είπεν·

— Αχ! και δεν έκαμα να φτάσω ένα κεράσι, να δροσίσω το στόμα μου,

που είνε φαρμάκι. Ξέχασα να πιω μια σταξιά νερό πριν φύγω . . .

Ας φτάσω στη βρύσι, μια!

Τότε μόνον ενθυμήθη ότι δεν είχε πίη νερόν πριν εξέλθη από το

κατωγάκι, όπου είχε διέλθει ολίγας αλλά τόσον μακράς εναγωνίους

ώρας. Η Χαδούλα ανελογίσθη μετά πικρίας ότι όλα, και τα μικρότερα

πράγματα, πρωθύστερα και ανάποδα της ήρχοντο εις αυτόν τον κόσμον.

Εάν είχε προμελετήση να κλέψη ολίγα κεράσια από την κερασιά του

Δημάρχου, θα επάτει μετά προσοχής, θα επλησίαζε μετά προφυλάξεως,

και τότε πιθανώς ούτε ο δραγάτης ήθελεν εξυπνήσει, ούτε ο σκύλος

ίσως θα εγαύγυζε. Αλλά διά να ευρεθή απρόσεκτη και αλλοφρονούσα,

διά να μην κυττάξη καλά πού πλησίον ευρίσκετο, επαραπάτησεν, έκαμε

μικρόν θόρυβον, αρκούντα διά να ξυπνήση τον σκύλον και τον

άνθρωπον. Όλα έτσι της ήρχοντο!

Άλλως, η δίψα της τώρα είχεν ερεθισθή με τον δρόμον τον ανωφερή.

Έκοψε φύλλα ελαιοδένδρων και τα έβαλε μέσ' το στόμα της.

Εβάδιζεν επί μίαν ώραν ακόμη. Ήτον ήδη χαραυγή. Αφού έφθασεν εις

την κορυφήν του λόφου, κατήλθε πάλιν εις το ρεύμα, εις την υπώρειαν

του βουνού με τας πολυσχιδείς πλευράς, το οποίον εκαλείτο η Βίγλες.

Τις οίδε ποίοι παλαιοί κλέφταις εφύλαγαν άγρυπνοι καραούλια εκεί,

και εντεύθεν είχε λάβη το όνομα. Έφθασεν εις την μικράν βρύσιν, εις

την ρίζαν του βουνού. Έφεγγεν ήδη. Έπιε νερόν, εδροσίσθη, κ' ευθύς

έφυγεν. Εις το μέρος εκείνο εσύχναζον πολλοί, άνθρωποι, βοσκοί και

'ξωμερίται κι' άλλοι. Η Γιαννού ήθελεν όσον το δυνατόν να μείνη

αόρατος. Εκατηφόρισεν ακόμη, εισήλθεν εις το κάτω ρεύμα το βαθύ, το

βαίνον προς την θάλασσαν, το καλούμενον Λεχούνι.

Εκεί έφθασε μικρόν προ της ανατολής του ηλίου. Υπήρχον εκεί δύο ή

τρεις νερόμυλοι, μάλλον παλαιοί και άχρηστοι, εκ των οποίων ο είς

μόνον εδούλευε, και τούτο σπανίως. Όλα εδείκνυον την ερημίαν, δεν

εφαίνετο ίχνος ανθρώπου εκεί. Η Φραγκογιαννού, από περισσήν

προφύλαξιν, δεν ηθέλησε να πλησιάση. Απέφυγε το μέρος εκείνο,

εβάδισεν όπισθεν λόχμης, κ' έφθασεν εις γούρναν βαθείαν, με διαυγές

νερόν, γνωστήν εις ολίγους. Ήτο μέρος κρυφόν και απάτητον.

Εσχηματίζετο εκεί οιονεί άντρον, αποτελούμεναν εκ χλόης, εκ κορμών

και κισσού. Άντρον νύμφης, Δρυάδος των παλαιών χρόνων ή Ναϊάδος,

ευρούσης ίσως καταφύγιον εκεί.

Διά να κατέλθη τις εις την μικράν πτυχήν της γης, όπου ήτο η γούρνα

του νερού, έπρεπε να έχη την τύχην διώκτριαν και τους πόδας της

Φραγκογιαννούς, τους ανυποδήτους, τους σχισμένους κ' αιματωμένους

από τας κνίδας και τας ακάνθας. Εκεί εκάθισε ν' αναπαυθή. Έβγαλεν

από το καλάθι της το ψωμί και το τυρί και ολίγον κρέας, τα οποία

την είχε φιλεύσει η Μαρούσα, επειδή την εσπέραν δεν είχε δυνηθή να

φάγη τίποτε, μετά τον καφέν όπου είχε πίη εις το μαγειρείον.

Εφύλαξε μόνον τα δίπυρα, τα οποία είχε λάβει από το σπίτι της κόρης

της, της Δελχαρώς. Έφαγεν, έπιε δροσερόν νερόν, κ' έλαβε μικράν

αναψυχήν.

Εκείνην την στιγμήν, ανέτελλεν ο ήλιος. Ο δίσκος του εφάνη ν'

αναδύεται από τα κύματα, αντικρύ, εις το μακρινόν πέλαγος, του

οποίου μίαν λωρίδα έβλεπεν από την κρύπτην της η Χαδούλα. Τα όρνεα

του βουνού, του πετρώδους και ηχώδους, το οποίον ηγείρετο όπισθέν

της, έρρηξαν μακρούς κρωγμούς, και τα πουλάκια της κοιλάδος, της

λόχμης, του μικρού δάσους, αφήκαν φαιδράς μελωδίας.

Μία ακτίς θερμή, ερχομένη μακράν, από το φλεγόμενον πέλαγος,

διέσχιζε την πυκνήν φυλλάδα και τον κισσόν τον περισκέποντα το

άσυλον της ταλαιπώρου γραίας, και έκαμνε να στίλβη ως πλήθος

μαργαριτών η δρόσος η πρωινή, η βρέχουσα τον πλούσιον σμαράγδινον

πέπλον, κ' εφυγάδευεν όλον το ρίγος της υγρασίας, και όλον το κρύος

του φόβου του πελιδνού, φέρουσα πρόσκαιρον ελπίδα και θάλπος.

Η Γιαννού έβγαλε το χράμι το μάλλινον, το διπλωμένον εις πολλάς

πτυχάς, από το καλάθι της, το εξεδίπλωσεν, ετυλίχθη μ' αυτό, κ'

έκλινε την κεφαλήν προς την ρίζαν του γηραιού πλατάνου. Απεκοιμήθη.

Της εφάνη εις τον ύπνον της ότι ήτον νέα ακόμα· ότι ο πατήρ της και

η μάνα της την υπάνδρευον, όπως την είχαν υπανδρεύσει και την είχαν

«νεκροβλοήσει» τον καιρόν εκείνον, και την επροίκιζαν, δίδοντες

αυτή και τον κήπον τον πατρώον, όπου αυτή εσκάλιζε κ' επότιζε τα

κουκιά και τα λάχανα, όταν ήτον μικρή· και ο πατήρ της την εφίλευε

τάχα, διά τον κόπον της και της έδιδε «τέσσερα κεφάλια» κεφάλια από

λαχανίδες. Η Χαδούλα μετά χαράς έλαβε τα τέσσαρα φυτά εις τας

χείρας, αλλ' όταν τα εκύτταξε, είδεν, ω φρίκη! ότι ήσαν τέσσερα

μικρά κεφάλια ανθρώπινα νεκρικά . . .

Ανεταράχθη, εσκίρτησεν, είπε «Κύριε Ιησού Χριστέ! . . . » Πάλιν

απεκοιμήθη. Ωνειρεύθη ότι η μητέρα της την συνελάμβανεν επ'

αυτοφώρω ερευνώσαν να εύρη το κομπόδεμα, κάτω εις το ισόγειον,

ανάμεσα εις τα βαρέλια και τα πιθάρια και τον σωρόν των καυσοξύλων

ως την είδεν, εμειδίασε πικρώς, το σύνηθες μειδίαμά της, και διά να

την εβγάλη τάχα από τον κόπον, επήρε μοναχή της το κομπόδεμα,

έβγαλε και της εχάρισεν από τα τόσα τάλληρα, τα σκυλοδεμένα, τρία

γερμανικά τάλληρα, τρεις ρηγίνες, απ' εκείνας που είχαν και την

εικόνα της Παναγίας επάνω, με την επιγραφήν «Patrona Bavariae». Η

Φραγκογιαννού, μετά χαράς μεμιγμένης μ' εντροπήν, επήρε τα τρία

νομίσματα, από τα χέρια της μητρός της πλην όταν τα εκύτταξε, είδεν

ότι τα τρία εκείνα νομίσματα, με τα πρόσωπα που έφερον επάνω, ήσαν

τρία προσωπάκια, μικρά, πελιδνά, με σβυσμένα ματάκια . . . . Ω!

τρόμος! προσωπάκια μικρών κορασίδων!

Εξύπνησε περίτρομος, δυστυχής, φρενιασμένη. Ήτον ήδη μεσημβρία. Ο

ήλιος έκαιεν υπεράνω της κεφαλής της άνωθεν της κορυφής του

δροσερού πλατάνου. Με όλον το θάλπος του ηλίου, και την φαιδρότητα

της ημέρας της μαγιάτικης η εντύπωσις του ονείρου έμεινεν επί

μακρόν εις τον νουν της. Της εφαίνετο παράξενον μάλιστα πως, εν

ημέρα, είδε τα όνειρα αυτά. Οσάκις είχε κοιμηθή εν καιρώ ημέρας,

εις την ζωήν της δεν ενθυμείτο ποτέ να είδεν όνειρον.

Έβρεξεν εις την γούρναν δύο δίπυρα, τα απέθηκεν επί της πέτρας της

πλακαρής παρά το χείλος του λάκκου, και τα ελησμόνησεν εκεί επί

μακρόν, εωσότου έλυωσαν από το βρέξιμον κ' εσάπισαν. Μετά ώραν,

εγέμισε την φούχταν της με τα ψιχία, και τα έφαγε.

Όταν ο ήλιος εκρύβη εις την κορυφήν του βραχώδους βουνού, κ'

εσκίασεν η κοιλάς, και ήτο δειλινόν πλέον, εστενοχωρήθη και

προέκυψε την κεφαλήν έξω της κρύπτης. Εκύτταξεν άνω και κάτω, εις

την κοιλάδα την κατάφυτον από ελαιώνας, αλλά ψυχή δεν εφαίνετο.

Τότε εσκέφθη να πάρη το καλάθι της και το ραβδί της, να εξέλθη από

την μικράν κόγχην, ν' αναβή επάνω εις την λόχμην την σύδενδρον, και

να πάρη σιγά το ρέμμα-ρέμμα, και ν' αρχίση πάλιν, την παλαιάν της

τέχνην, να ψάχνη προς ανεύρεσιν βοτάνων — τα οποία δεν ήξευρε πλέον

εις τι θα της εχρησίμευον, αφού δεν είχε πλέον εις τον κόσμον άλλο

άσυλον, ειμή την ειρκτήν και μόνην.

Αλλ' όμως έτρεφεν αόριστον ελπίδα, ότι θα εύρισκεν ίσως ξενίαν εις

καμμίαν μάνδραν ή καλύβην βοσκού, και τότε τα βότανα θα τα

επρόσφερεν εις την σύζυγον του φιλοξενούντος ως μικρόν αντάλλαγμα.

Το περισσότερον όμως, θα το έκαμνε διά να περάση η βαρεία ανία,

ήτις εβασάνιζε την ψυχήν της.

Την ώραν εκείνην ήκουσε μεμακρυσμένους κωδωνίσκους να ηχούν, και

συγχρόνως είδε μακρόθεν να κατέρχεται ένα κοπάδι. Πάραυτα εσκέφθη

ότι, αν δεν προλάβη ευθύς να εξέλθη από την μικράν χαράδραν, μετ'

ολίγον η κρύπτη της θ' ανακαλυφθή εξ άπαντος. Διότι, και αν τα

πολλά των αρνίων ή των εριφίων εσκορπίζοντο, κ' επήγαινον να πίωσιν

εις το μέγα ρεύμα, το οποίον έρρεεν επάνω μέχρι της στέρνας, και

ύστερον κάτω από τον νερόμυλον, μερικά εξ αυτών βεβαίως θα

κατήρχοντο εις το μικρόν ρεύμα, το γείτον της γούρνας. Είτα τα ζώα

θα εσκιάζοντο, θα εξαφνίζοντο, θα ωπισθοχώρουν πηδώντα, και ο

βοσκός, όστις και αν ήτο, θα την ανεκάλυπτε, θα επαραξενεύετο, και

ίσως θα συνελάμβανεν υποψίας.

Το καλλίτερον άρα θα ήτο ν' αντιμετωπίση, με την άφευκτον

προσποίησιν, με το ψεύδος εις τα χείλη, την παρουσίαν του βοσκού.

Άλλως ήτο πολύ πιθανόν, ο αγροδίαιτος εκείνος να μην είχε προ

ημερών ειδήσεις από την πόλιν, και να μην εγνώριζε τίποτε περί του

διωγμού, τον οποίον υπέφερεν η Φραγκογιαννού.

ΙΓ'.

Μετ' ολίγον τω όντι, αφού η Γιαννού εξήλθε της κρύπτης, και

βαίνουσα παρά το ρεύμα ένευεν εδώ κ' εκεί αναζητούσα βότανα,

επλησίασε το κοπάδι των προβάτων μικτόν μετά τινων αιγών και ο

βοσκός ενεφανίσθη. Η Γιαννού τον ανεγνώρισεν αμέσως. Ήτον ο

καλούμενος Γιάννης Λυρίγκος.

Άμα είδε την γραίαν άρχισε να φωνάζει μακρόθεν·

— Και πού 'ς αυτόν τον κόσμο, θεια Γαρουφαλιά; (Ο Λυρίγκος

ανεγνώρισε το πρόσωπον, αλλά, φαίνεται, δεν ενθυμείτο καλώς το

όνομα). Καλά που σ' ηύρα! . . . Ο Θεός σ' έστειλε!

— Τι να τρέχη; είπε μέσα της η Φραγκογιαννού. Κάτι θέλει να μου

πη. Βέβηα, ο άνθρωπος δεν θα έχη ακούσει τίποτα για τα πάθια τα

δικά μου.

— Ξέρεις τίποτα, θεια Γαρουφαλιά; επανέλαβεν ο Λυρίγκος

πλησιέστερον ερχόμενος.

Τι να ξέρω, γυιέ μου; είπεν υποκριτικώς η Φραγκογιαννού, απέχουσα

να εξαγάγη τον άνθρωπον εκ της πλάνης όσον αφορά το βαπτιστικόν της

όνομα, είτα επέφερεν. — Από τα ψες λείπω απ' το χωριό. Ήρθα να

μαζώξω βότανα στα ρέμματα.

— Άκουσε, θεια Γαρουφαλιά, επανέλαβε με απλότητα ο άνθρωπος. Απόψε

γεννήσαμε, στο καλύβι.

— Γεννήσατε;

— Σπαργανίσαμε! Είναι το τρίτο κοριτσάκι που μας ήρθε στα πέντε

χρόνια . . . όλο κοριτσούδια, το έρμο!

— Να σας ζήση! είπεν η γραία. Καλή σαράντισι της φαμιλιάς σου!

— Ως τόσο, το κοριτσάκι ήρθε στον κόσμο άρρωστο, κι' όλο κλαίει,

και στο βυζί δεν κολλάει. Κ' η μάνα του η καψερή, τόσο καλά δεν

είναι . . . Όλο κάψι και σεκλέτι, το έρμο!

Αλήθεια;

— Να ήθελες να μας έκανες τη χάρι να περνούσες απ' το καλύβι, να

έκανες κανένα ψευτογιατρικό, θεια Γαρουφαλιά; . . . . Εκείνη η

πεθερά μου δε 'φελάει τίποτα, τι να σου κάμη;

— Μα τώρα κοντεύει να νυχτώση. . . είπε με υποκρισίαν η

Φραγκογιαννού.

Και μέσα της έλεγε — «Το ροιζικό μου είναι πλειο! Ωχ Θε μου»!

— Ας νυχτώση . . . Αν θέλης, κοιμάσαι στο καλύβι.

Η Φραγκογιαννού εστάθη ως να εδίσταζεν. Αλλ' ήτον ετοίμη να

συναινέση.

Την ιδίαν στιγμήν, με την τελευταίαν ακτίνα του ηλίου ήτις εχρύσωνε

την κορυφήν του ανατολικού λόφου με τους ελαιώνας τους πολλούς, κ'

έκαμνε να στίλβη το φύλλωμα των ελαιών, εφάνησαν δύο άνθρωποι

κατερχόμενοι δρομαίοι από ένα μονοπάτι, μεταξύ δύο ελαιώνων.

Η Φραγκογιαννού τους είδε πρώτη κ' ετρόμαξεν. Ο ήλιος όστις

κατέλαμπε τα φύλλα, έκαμνε να γυαλίζουν και τα κομβία της στολής

των τα προ μακρού χρόνου αγυάλιστα. Ήσαν οι χωροφύλακες.

Πάραυτα η Φραγκογιαννού έστρεψε τα νώτα προς τον Γιάννην τον

Λυρίγκον, κ' έτρεξε προς την ρίζαν του πετρώδους βουνού, προς

δυσμάς.

Ο βοσκός εφώναξεν έκπληκτος·

— Πού πας, θεια Γαρουφαλιά;

— Σιώπα! παιδί μου του εσύριξεν έντρομος η γυνή, αν αγαπάς τον

Χριστό! Έρχονται ταχτικοί!. . . Να μην πης πως με είδες!

— Ταχτικοί;

— Να μη με μαρτυρήσης παιδί μου, χάνομαι! Ησύχασε! Αν γλυτώσω

τώρα, την νύχτα θα 'ρθώ στο καλύβι σας . . .

Και αφού έβγαλε τα πασουμάκια της, τα οποία εξερχομένη από την

γούρναν είχε φορέσει, και τα έρριψε μέσα στο καλάθι, άρχισε ν'

αναρριχάται ελαφρά πατούσα, ανυπόδητη, με το καλάθι της περί τον

αριστερόν αγκώνα, με το ραβδί της εις την χείρα την δεξιάν, τον

κρημνόν τον ανωφερή, όπου μόνον τα ολίγα ερίφια, όσα ήσαν μεταξύ

των προβάτων του Λυρίγκου, θα ηδύναντο ν' αναρριχηθώσι.

Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, αφού ανήλθεν εις ύψος ολίγων οργυιών,

εκρύπτετο όπισθεν του πρώτου προέχοντος βράχου, κ' εγίνετο άφαντη.

Ευθύς κατόπιν οι δύο χωροφύλακες, οίτινες διά να φθάσουν έως το

μέρος όπου ευρίσκετο ο βοσκός, ήτο ανάγκη να χαμηλώσουν και

διέλθουν το ρεύμα, μεταξύ της πυκνής λόχμης — και την περίστασιν

ταύτην είχεν επωφεληθή όπως φύγη η Φραγκογιαννού — έφθασαν πλησίον

του Λυρίγκου. Ο βοσκός εν τω μεταξύ εκύτταζε τα αιγοπρόβατα του, τα

εφώναζε «Τίβι! τίβι! . . . όι! όι!» Επροσπάθει να τα συμμαζέψη και

τα φέρη προς τον ανήφορον, διά να τα οδηγήση προς την ράχιν την

μεσημβρινήν, όπου ευρίσκετο η στάνη του.

Οι δύο άνδρες εχαιρέτισαν τον Λυρίγκον. Είτα τον ηρώτησαν αν είδε

«κείνη την παληογυναίκα, πώς την λεν, την Φραγκογιαννού».

Ο Λυρίγκος είπεν όχι.

Ο είς των χωροφυλάκων ύβρισε τον βοσκόν.

— Ψέμματα λες! εγώ την είδα!. . ,

Ούτος επέμενεν ότι είχεν ιδεί τον ήσκιον, τον «διακαμόν» ή το

«διάνεμα», καθώς έλεγε, της γραίας ν' αναρριχάται ως γάττα εις το

ύψος του κρημνού. Ο άλλος δεν είχεν ιδεί ούτε ισχυρίζετο τίποτε.

Ο πρώτος, με τα τσαρούχια του εδοκίμασε ν' αναρριχηθή εις τον

βράχον. Αλλά μετά τρία βήματα κατεκρημνίσθη κ' έπεσε, κτυπήσας

ελαφρώς εις το γόνυ.

Εκεί όπου είχεν αναβή η Φραγκογιαννού, ήτο το βουνόν του Κουρούπη,

βορεινόν, βραχώδες, απάτητον, και τους πόδας του εφίλει και έπληττε

το κύμα του πελάγους. Η θέα ηνοίγετο προς την ακτήν της Μακεδονίας,

την Χαλκιδικήν, και τον μέγαν Άθωνα.

Η θέσις όπου έφθασεν η καταδιωκομένη γυνή εκαλείτο το Κοχύλι.

Ανθρώπινος πους σπανίως επάτει εκεί. Μόνον όταν απεπλανάτο ή

«εβραχώνετο» καμμία γίδα, τότε κανείς βοσκός ερριψοκινδύνευε ν'

ανέλθη προς την άβατον εκείνην σκοπιάν. Η Φραγκογιαννού ανεκάλυψε

μικρόν σπήλαιον, όλον ανοικτόν εις την θέαν του πελάγους, το οποίον

ήτο το κυρίως Κοχύλι, κ' εκάθησεν ανέτως εις την χιβάδα εκείνην.

Ήτο σχεδόν βεβαία ότι οι διώκται της δεν θα την έφθανον εκεί. Εάν

τυχόν κανείς απ' αυτούς ήτο τόσον «μάνας γυιός», ώστε ν' αποφασίση

και να κατορθώση ν' αναρριχηθη εις τον βράχον, αυτή είχεν ετοίμην

και την «υποχώρησιν». Εγνώριζεν έν άλλο μονοπάτι, έσωθεν της διπλής

κορυφής του πετρώδους βουνού, σχίζον εις δύο τας συστάδας των

βράχων, το οποίον γνωστόν εις μόνους τους αιγοβοσκούς των μερών

τούτων, έφερε κατ' ευθείαν εις τας μάνδρας και τας κατοικίας των.

Εκάθισεν εις την κόγχην του βράχου, κάτω από τους πόδας της έχουσα

την βοήν και την μελωδίαν των κυμάτων, και άνω της κεφαλής της

ήκουε την κλαγγήν των αετών και τους κρωγμούς του ιέρακος. Καθώς

απλώθη η νύκτα, εφεγγοβόλησεν από άστρα το αχανές στερέωμα, και ο

αήρ ο ευώδης θα ήτον ικανός να βαλσαμώση και αυτά της γυναικός

ταύτης τα «πάθια». Το κογχυλοειδές άντρον ήτο μόνον ως τρία μπόια

άνω από το κύμα, αλλ' ο βράχος έως κάτω ήτο τόσον κάθετος, ώστε

αδύνατον ήτο «βροτός ανήρ» ν' ανέλθη ή να κατέλθη. Ήτο θέσις καλή

μόνον διά να πέση τις εις την θάλασσαν να πνιγή, εάν το είχεν

αποφασίση.

Η γραία έβγαλεν από το καλάθι της τα ολίγα παξιμάδια όσα της είχον

μείνη, ελαίας και τυρίον, κ' εδείπνησεν. Ευτυχώς το φλασκί της, ήτο

γεμάτο νερόν, επειδή το δειλινόν το είχε γεμίσει από την γούρναν.

Έκλεισε τα όμματα, και ήρχισε να ναναρίζεται μόνη της,

υποψιθυρίζουσα ένα τραγούδι ωσάν μοιρολόγι, αλλά δεν είχεν ύπνον.

Επανήλθαν πάλιν και της έστησαν πολιορκίαν οι φόβοι και τα

φαντάσματα. Τον κλαυθμηρισμόν εκείνον του νηπίου τον ήκουε συχνά

μέσα της, βαθειά στα σωθικά της. Το μυστηριώδες τούτο κλαύμα

ματαίως εδοκίμαζε να κατασιγάση με το άσμα το παραπονετικόν και

ρεμβώδες, το οποίον υπεψιθύριζε.

Μανούλα μου, ήθελα να πάω, πάω να φύγω να μισέψω

του ροιζικού μου από μακρυά την πόρτα ν' αγναντέψω.

στο σκοτεινό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,

κ' εκεί να βρω τη Μοίρα μου, και να την ερωτήσω . . .

Της ήλθεν εις τον νουν ότι, ίσως οι «ταχτικοί» να την εκυνήγουν και

την νύκτα ακόμη. Εάν αυτοί ανήρχοντο επάνω, εις τα μανδριά των

βοσκών, κ' έμεναν εκεί να διανυκτερεύσουν;. . . Μήπως δεν είχαν

χλωρήν μυζήθραν οι βοσκοί, ή μήπως δεν είχαν γάλα και στρογγυλιάτα,

ή ακόμα και κόττες διά στραγγάλισμα και ψήσιμον, εις πρόχειρον

ξυλίνην σούβλαν; Εάν τυχόν κανείς από τους βοσκούς εγελάτο, κ'

εδείκνυεν εις τους χωροφύλακας το μέσα μονοπάτι, τότε η αποχώρησίς

της δεν θα εκόπτετο; Και ήτο απείρως δυσκολώτερον να καταβή, οπόθεν

ανέβη, εκτός αν εγίνετο πτερόπους κ' έφευγε . . .

Είχε μέγα ενδιαφέρον να εμάνθανε τι του είπαν του Λυρίγκου οι δύο

«ταχτικοί», και τι αυτός είπε. Το καλύβι του Λυρίγκου, το

εγνώριζεν, ήτον επάνω στην ράχην, όπισθεν του βουνού, και απείχεν

ως είκοσι λεπτά της ώρας. Τώρα, βέβαια, ο Λυρίγκος θα είχε μάθη το

διατί αυτή κατεδιώκετο να συλληφθή, και διά ποίαν πράξιν

κατηγορείτο. Και με τι μούτρα να παρουσιασθή, τότε, στο καλύβι,

αυτή; Αλλά πιθανόν ο ίδιος να μην εκοιμάτο στο καλύβι, αλλά μάλλον

εις την μάνδραν της αγέλης του, ήτις θα ευρίσκετο εκεί κάπου, όχι

πολύ μακράν. Και τότε αυτή θα εύρισκε τας δύο γυναίκας, την λεχώ

και την μητέρα της, θα τας εξάφνιζε . . . Τι να κάμη; Ποίαν

απόφασιν να λάβη;

Απεναρκώθη, και χωρίς να κοιμάται εντελώς, ωνειρεύετο. Της εφάνη

ότι ευρίσκετο αλλού, εις άλλον τόπον. Σιμά εις τον Άι-Γιάννην τον

Κρυφόν, εκείνον τον Άγιον όστις εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους, κ'

εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών εκεί έξαφνα ευρέθη.

Αντίκρυζε τον κήπον του Περιβολά, με την γυναίκα την κατάκλειστον

εις την καλύβαν, την άρρωστην. Έβλεπε την θύραν του φραγμένου

κήπου, το πηγάδι, την στέραν, το μάγγανον. Άκουσε ευκρινώς να

εξέρχεται από την στέρναν μια βαθεία, πολύ βαθεία, αλλόκοτος βοή.

Εταράσσετο το νερόν της στέρνας, με παφλασμόν τρικυμίας, εφώναζε,

και σχεδόν ωμίλει ως άνθρωπος. Αυτή διέκρινεν εναργώς την λέξιν την

οποίαν επρόφερε το λαλούν εκείνο νερόν «Φόνισσα! . . .

Φόνισσα! . . . »

Ανετινάχθη φρίσσουσα, εξύπνησε, και διετύπωσε προς εαυτήν, ως εις

παραμίλημα πυρετού, μίαν αλλόκοτον ερώτησιν. «Τάχα το αίμα το

πνιγμένο φωνάζει, όπως και το αίμα που χύθηκε;»

Είτα ευθύς συνήλθεν εις εαυτήν, εδοκίμασε πάλιν να προφέρη της

προσευχής τα καταπραϋντικά λόγια. «Κύριε Ιησού . . . » Την ιδίαν

στιγμήν ανεπόλησε τα λησμονημένα λόγια ενός τροπαρίου, το οποίον

είχεν ακούσει πολλάς φοράς εις την νεότητα της να ψάλλη ένας γέρων

ιερεύς «Ιησού γλυκύτατε Χριστέ. . . Ιησού μακρόθυμε!»

Τότε ευθύς της ήλθε πάλιν ο ύπνος, βαθύς και διαρκέστερος. Και τότε

ωνειρεύθη οιονεί ότι εξαναέζη όλην την περασμένην ζωήν της. Και

παραδόξως, μέσα εις τον ύπνον της, έβλεπε τα επίλοιπα εκ των

ονείρων της παρελθούσης ημέρας. Έβλεπεν όχι πλέον ότι υπανδρεύετο ή

επροικίζετο, αλλά ότι εγέννα, και της εφάνη ότι είχε και τας τρεις

κόρας της συγχρόνως, την Δελχαρώ, την Αμέρσαν και την Κρινιώ,

μικράς, σχεδόν ομήλικας, ως να ήσαν τρίδυμοι. Ότι αι τρεις,

κρατούμενοι εκ των χειρών, ίσταντο έμπροσθέν της, και της εζήτουν

θωπείας, ασπασμούς και φιλεύματα. Αίφνης, τα πρόσωπά των,

αλλοιωθέντα, δεν ωμοίαζον πλέον ως των τριών θυγατέρων της, αλλά

προσέλαβαν όλους τους χαρακτήρας των τριών εκείνων κορασίων, των

πνιγμένων, και, ως κομβολόγιον εκρεμάσθησαν αίφνης από τον λαιμόν

της.

— Εγώ είμαι η Ματούλα, έλεγεν η μία. — Κ' εγώ η Μυλσούδα, η μικλή,

εψέλλιζεν η άλλη, — Κ' εγώ είμαι η Ξενούλα, έλεγεν η τρίτη. —

Φίλησέ μας! — Πάρε μας! — Ημείς τα κορίτσια σου! — Εσύ μας

γέννησες, μας έκαμες! — Μας γέννησε . . . στον άλλο κόσμο,

επρόσθεσε σαρκαστικώς η Ξενούλα. — Χόρεψέ μας! — Δώσε μας μαμ! —

Κάμε μας νάνι! — Τραγούδα μας! — Καμάρωσέ μας!

Ω! αλήθεια, της εφαίνετο τόσον φυσικόν το πράγμα! Αύται αι τρεις

μικραί κορασίδες ήσαν τα τέκνα της! οποίος ορμαθός έμψυχος,

ανθρώπινος! . . . Νεκρωμένος, βαρύς από το ύδωρ, αφρισμένος!. . , Πώς

θ' αντείχεν η γραία Χαδούλα να φέρη, εις όλον τον καιρόν, όλον τον

φρικώδη τούτον ορμαθόν κρεμασμένον από τον τράχηλόν της!

Εξύπνησε παραλογισμένη, φρίσσουσα· εσηκώθη, επήρε το ραβδί της, το

καλάθι της, και απεφάσισε να φύγη εκείθεν. Εδώ εις την κοίλην

χιβάδα του βράχου, εις την βοήν του ερήμου αιγιαλού, υπήρχον πολλά

φαντάσματα. Ο τόπος ήτον στοιχειωμένος. «Ας φύγω κι' αποδώ»!

Πάραυτα επανήλθον εις τον νουν της οι λογισμοί της οι άλλοι, οι

θετικώτεροι. Εάν τυχόν οι δύο χωροφύλακες είχον ανακαλύψει το κρυφό

μονοπάτι, το καλλίτερον ήτο να τρέξη προ του κίνδυνου, και αν τους

συνήντα καθ' οδόν, πιθανόν να εύρισκε διέξοδον όπισθεν της συστάδας

των βράχων, χειρότερον δε θα ήτο αν την απέκλειαν εδώ εις αυτήν την

στενούραν, εις το Κοχύλι.

Έτρεξε τον δρομίσκον τον ανωφερή, εις την αστροφεγγιάν, ανάμεσα εις

τους βράχους, και μετά ημίσειαν ώραν έφθασεν ασθμαίνουσα εις τον

οικίσκον του Λυρίγκου. Εστάθη διά να λάβη αναπνοήν, είτα έκρουσε

την θύραν.

Περί ενός μόνου ήτο βεβαία, ότι οι δύο «ταχτικοί» ευρίσκοντο παντού

αλλού, αλλ' όχι εις αυτό το καλύβι, όπου υπήρχε γυνή λεχώ με την

συντροφίαν της μητρός της. Εάν έμειναν την νύκτα εις το βουνόν, θα

ευρίσκοντο εις έν από τα μανδριά των ποιμνίων.

Η γραία, η πενθερά του Λυρίγκου, ήτις δεν είχεν ύπνον να κοιμηθή,

όπως δεν εκοιμάτο και η Φραγκογιαννού προ ημερών, όταν εσυντρόφευε

την λεχώ, την κόρην της, εσηκώθη και ηρώτησε :

— Ποιος είνε;

— Μ' έστειλε ο Γιάννης, απήντησεν έξωθεν της κλειστής θύρας η

Χαδούλα, χωρίς να είπη τ' όνομά της, για να κάμω γιατρικά της

λεχώνας.

— Τέτοιαν ώρα;

— Δεν 'μπόρεσα 'νωρίτερα να 'ρθώ.

— Πού τον ηύρες;

— Κάτω στο Λεχούνι, στο ρέμμα.

Η γραία απέσυρε τον μοχλόν και ήνοιξε την θύραν.

— Αυτοί δεν ξέρουν τίποτε, εσκέφθη καθ' εαυτήν η Φραγκογιαννού· 'ς

αυτές «περνάει η μπογιά μου» ακόμα.

Η Φόνισσα · 第 6 / 13 段