Κατά την πρώτην ανάκρισιν, ήτις είχε γείνη επί ποδός κ' επιτοπίως —

τότε ο ειρηνοδίκης και ο αστυνόμος δεν είχον συλλάβη ακόμη ρητάς

υποψίας, ή δεν τας είχον ανακοινώσει προς αλλήλους (οπότε διά της

συνεπινεύσεως του ενός η πεποίθησις του άλλου, ως πάντοτε

συμβαίνει, εδεκαπλασιάζετο) — η Φραγκογιαννού εν αταραξία είχε

καταθέσει τα γνωστά ήδη γεγονότα, άνευ της εσωτερικής ψυχολογίας

των ότι δηλ. αυτή, εκεί που έπλυνε, «σαν επέρασε το μεσημέρι, κ'

επείνασε, κ' η κόρη της η Κρινιώ είχεν υπάγει στο σπίτι να φέρη το

φαΐ, και σαν αργούσε, κι' αυτή είχε παραπεινάσει — και την είχαν

καταζαλίσει το πλήθος εκείνο τα παιδιά και τα κορίτσια, που

εχαλνούσαν τον κόσμον με τα παιγνίδια και τις αταξίες τους μέσ' την

αυλή, και γύρω-γύρω στο λαδαρειό, και γύρω-τριγύρω στην

καρούτα, και στο πηγάδι σιμά· εις τας φρονίμους νουθεσίας της αυτά,

κακομαθημένα την επεριγελούσαν και την ηρέθιζαν, και την έκαμνον να

χάση την υπομονήν — όλα τ' ανωτέρω επεβεβαίωσε κ' η Κρινιώ, η κόρη

της — τότε αυτή, καταζαλισμένη και μη δυναμένη να σταθή στα πόδια

της απ' την πείνα, απεφάσισε να υπάγη στο σπίτι, διά να φάγουν όλοι

μαζύ εκεί, ν' απαλλάξη και την Κρινιώ από τον περισσόν κόπον της

μεταφοράς του φαγητού, κι' αυτή να ησυχάση προς ώραν και να

ξαποστάση. Εξήλθε λοιπόν της αυλής, κ' έκλεισε την θύραν με το

μάνδαλον. Όταν μετά το γεύμα, ως μίαν ώραν αργότερα, επέστρεψαν εις

την αυλήν, μαζύ με την Κρινιώ, κατ' αρχάς δεν υπώπτευσαν τίποτε, κ'

επανέλαβον την εργασίαν των. Ο θόρυβος των παιδιών είχε κοπάσει

προς ώραν τότε. Όταν όμως μετ' ολίγον εχρειάσθη ν' αντλήσουν νερόν

από το φρέαρ, τότε το «γιουρδέλι», ήτοι το άντλημα της Κρινιώς

προσέκρουσεν εις στερεόν σώμα εντός του ύδατος, κι' αυτή εν

εκπλήξει και φόβω έκραξε την μητέρα της. Τότε αι δύο ομού

ανέκάλυψαν το σώμα της μικρός κόρης επιπλέον ή μάλλον βυθισμένον

ήδη εντός του ύδατος».

Η Κρινιώ ήτον εντελώς ειλικρινής βεβαιούσα τ' ανωτέρω. Ο

ειρηνοδίκης ήκουσεν ευμενώς την κατάθεσιν ταύτης. Αλλ' όμως έκαμε

μορφασμόν εις την μητέρα της. Εκείνος ο μορφασμός — εκείνα τα

«μούτρα» του ειρηνοδίκου — δεν της ήρεσαν, της Φραγκογιαννούς, ήτις

ήτο λίαν πεπειραμένη, και τότε μεγάλη αγωνία την εκυρίευσεν.

Εις την οικίαν της Τραχήλαινας της κόρης της, όπου ευρίσκετο μικρόν

προ της δύσεως του ηλίου, δεν έπαυε να κυττάζη ανήσυχος από το

παράθυρον. Διεύθυνε το βλέμμα προς την ιδίαν της μικράν οικίαν,

ήτις καίτοι μη αντικρύζουσα, αλλά πλαγίως κειμένη, ήτο ορατή,

επειδή εξείχε πέραν των ολίγων μεσολαβουσών, δύο ή τρεις πήχες προς

τον δρόμον. Η Γιαννού, αν και συχνά εκύτταζε, δεν έβλεπε τίποτε.

Η κόρη της η Δελχαρώ, είδε την ανησυχίαν της, κι' άρχισε να

κυττάζη, όπως η μήτηρ της, και αυτή. Την ώραν της δύσεως του ηλίου,

αίφνης μετά κρυφίου φόβου την έκραξε.

— Μάνα! Μάνα!

— Τι είνε;

— Έλα να ιδής!

— Τι;

— Δυο ταχτικοί στέκονται και κυττάζουν έξω απ' την αυλή, στο σπίτι

σας . . .

Η γραία Χαδούλα εσηκώθη, και είδεν εκείνο το οποίον εφοβείτο. Δύο

«ταχτικοί», ήτοι χωροφύλακες, όπως εις τους χρόνους του υιού της,

του Μώρου — οπότε ούτος, προ δεκαπέντε ετών περίπου είχε σύρει εκ

της κόμης επί του λιθοστρώτου της οδού την μητέρα του, και είχε

μαχαιρώσει την αδελφήν του — ίσταντο παραμονεύοντες, κυττάζοντες

απλήστως προς την οικίαν.

Η Φραγκογιαννού είδε και επείσθη ότι μέγας και επικείμενος κίνδυνος

την ηπείλει.

— Πρέπει να πάρω τα βουνά, δυχατέρα! είπεν αίφνης. Αν προφτάσω!

— Γιατί, μάννα; είπεν εν αγωνία η Δελχαρώ.

— Γιατί . . . με γυρεύουν για να με φυλακώσουν.

— Αλήθεια; . . . Εσύ το έρριξες, μάνα, το κορίτσι στο πηγάδι;!

— Όχι, μάρτυς μου ο Θεός! . . . Αυτό δεν το έκαμα, είπεν η

Φραγκογιαννού.

— Τότε; . . .

— Σιώπα!

— Η αμαρτία σε κυνηγά, μάνα, είπε δειλώς η Δελχαρώ.

— Σιώπα! Μουρλάθηκες; είπε βλοσυρά η μάνα της, υποπτεύσασα

υπαινιγμόν τινα εις τον τόνον μεθ' ου ωμίλει η κόρη της.

— Τι να πω κ' εγώ, η καϋμένη! είπε συμπλέκουσα τας χείρας εν

αμηχανία, η Δελχαρώ.

— Α! αυτό μην το λες! όχι! Δεν κάνει να το λες!

Και τρομερά, κατήλθε την σκάλαν να φύγη.

— Πού πας, μάνα;

— Στα βουνά, σου είπα! . . . Δώσε μου λίγο παξιμάδι.

Η Δελχαρώ έτρεξε ν' ανοίξη το ερμάριον, κ' έλαβεν εκείθεν ολίγα

παξιμάδια.

— Δώσε μου και το καλάθι μου. . .κ' ένα μαχαιράκι, επανέλαβεν εν

άκρα βία η Φρακκογιαννού . . . Βάλε μου κ' ένα χράμι

μάλλινο μέσα . . . και τη μανδήλα μου . . . τα παληοτσόκαρά μου . . .

Δώσε μου και το ραβδί μου . . . ψάξε να το βρης!

Η Δελχαρώ, εν άκρα σιγή και υπομονή, επροσπάθει να εκτελέση όλας

τας ετοιμασίας ταύτας.

— Πού θα πάς, μάνα επανέλαβε κλαίουσα. Ω! καίετ' η καρδιά μου!

— Μην κλαις!. . . Κάπου θα κρυφτώ, σε καμμιά τρύπα. . . Ησυχία, εσείς,

φρόνιμα! ως που να περάση η οργή του Κυρίου!

Και λαβούσα το καλάθιον και το ραβδίον της, κατήλθε σιγά. Έκαμε τον

σταυρόν της.

Αίφνης εκοντοστάθη εις την τρίτη βαθμίδα της σκάλας, και στραφείσα

προς την Δελχαρώ, της είπε·

— Ξέρεις τι να κάμης; . . . Θα πάω απ' τον απάνω δρόμο, για να

γλυτώσω, να μη με ιδούν, τα σκυλιά . . . Και συ, αυτήν τη στιγμή,

να τρέξης στο σπίτι . . . να καμωθής πως δεν τους βλέπεις, τους

ταχτικούς . . . και να φωνάξης της Αμέρσας αποκάτ' απ' το δρόμο'

«Αμέρσα, είνε απάνω η μάνα;» . . .

. . . Όχι, μη λες «είν' απάνω η μάνα» . . . μόνο να πης· «Αμέρσα,

πώς είνε η μάνα, είνε καλλίτερα; έχει σηκωθή; . . . Στο στρώμα είν'

ακόμα;» Για να πιστέψουν πως βρίσκομαι απάνω στο σπίτι, και πως

είμαι άρρωστη . . . Για να μην υποπτευθούν τίποτα, και με

κυνηγήσουν τα σκυλιά! . . . Τρέξε, γλήγορα!

Είτα προσέθηκε·

— Έχετε γεια . . . και καλή αντάμωση! . . .

Ευθύς ύστερον εξήλθε κ' η Δελχαρώ, τρέχουσα μ' ελαφρόν βήμα, και

διευθύνθη προς την μητρικήν της οικίαν, να εκτελέση την εντολήν.

Η Φραγκογιαννού επήρε τον απάνω δρόμον, κατά τα κοτρώνια, με

δρομαίον βήμα. Εις την τελευταίαν απήχησιν του «καλή αντάμωσι», το

οποίον ευχήθη εις την κόρην της, ακουσίως προσέθηκε καθ' εαυτήν

μετά πικράς ειρωνείας· «Ή εσάς θ' ανταμώσω εδώ — ή, τον αδελφό σας

στην φυλακή θα πάω ν' ανταμώσω — ή, στον άλλο κόσμο θ' ανταμώσω τον

πατέρα σας . . . κι' αυτό είναι απ' τα τρία το σιγουρότερο!»

Καθώς ανέβαινεν ασθμαίνουσα τον πετρώδη λόφον, «Έλα, Παναγία μου,

έλεγε μέσα της, ας είμαι κι' αμαρτωλή». Είτα εις τα ενδόμυχα της

ψυχής της είπε· «Δεν το έκαμα για κακό».

Μόλις επροχώρησεν ολίγα βήματα, και εις τους τελευταίους

σποραδικούς οικίσκους της πολίχνης, επάνω στους βράχους, καθώς

εκατηφόριζε να φθάση στον αιγιαλόν, βλέπει τον Κυριάκον, τον

κλήτορα της αστυνομίας, με το φέσι του με την κοντήν φούνταν, ή

«γαλίπαν», όπως την έλεγαν, με τον καστανόν του στρημμένον μύστακα,

και κρατούντα εις την χείρα το κοντόν ρόπαλόν του, πέριξ του οποίου

εφαίνετο σκυταλοειδώς η επιγραφή «Ισχύς του Νόμου». Ούτος

συνοδευόμενος από ένα γέροντα απόμαχον, με στρατιωτικήν στολήν,

ήρχετο από ένα πλάγιον δρομίσκον, διευρυνόμενος εις τον αιγιαλόν,

όπου κατήρχετο και η Φραγκογιαννού, και μετά μικρόν εξ άπαντος θα

την έφθανον, ή θα της έπαιρνον τα νώτα.

Ίσως η παρουσία του Κυριάκου εκεί, μαζί με τον απόμαχον, να ήτο

τυχαία. Αλλ' η ένοχος γυνή, ως τους είδεν, εταράχθη, κ' ετάχυνε το

βήμα. Της εφάνη δε ότι κ' εκείνοι το αυτό έκαμαν.

Τότε η Γιαννού, καθώς έφθασεν εις τον αιγιαλόν, κατ' αγαθήν

συγκυρίαν, αίφνης είδεν ενώπιόν της ανοικτήν την θύραν μιας οικίας,

λίαν γνωρίμου εις αυτήν, και ουδέ στιγμήν εδίστασε να υπερβή το

κατώφλιον. Άμα εισήλθε, τεταραγμένη, έβαλε το μάνδαλον και τον

σύρτην.

— Μαρουσώ, είσ' επάνω; έκραξε με σιγανήν, αλλά συριστικήν φωνήν,

ανερχομένη την σκάλαν.

Μία γυνή κοντούλα, ροδοκόκκινη, εξήλθεν από την θύραν ενός θαλάμου,

κ' επαρουσιάσθη μειδιώσα, αλλά και ανήσυχος το βλέμμα.

— Πού 'ς αυτόν τον κόσμο, θεια Χαδούλα; ηρώτησε.

— Μην τα ρωτάς, παιδί μου . . . Μεγάλη συφορά μου επενέβηκε,

ήρχισε να λέγη η Γιαννού.

Είτα ανήσυχος ηρώτησε·

— Μην είν' εδώ ο κυρ Αναγνώστης;

— Όχι, δεν είν' εδώ· τόσο νωρίς δεν έρχεται, είναι στον καφενέ . . .

Αχ! θεια Χαδούλα, κ' εγώ έλεγα πώς να κάμω να 'ρθώ στο σπίτι, να

σου 'πω τα τρέχοντα . . .

— Έμαθες τίποτα;

— Τα έλεγαν τώρα το απόγευμα, ο αφέντης μου, μαζί με τον κουμπάρο

μας τον Αϊμερίτη, που ήρθε για να φουμάρη ένα τσιμπούκι και να

κουβεντιάσουν, όπως συνειθίζουν.

— Και τι λέγανε;

— Ο ρηνοδίκης μαζύ με τον αστυνόμο, θέλουν να σε συλλάβουν . . .

Έλεγαν να στείλουν τους χωροφύλακες . . . Σ' έχουν ύποπτη για το

κοριτσάκι που πνίγηκε χθες μέσ' το πηγάδι.

— Ω! τρομάρα μου . . .

— Κ' έλεγα νάρθω να σου πω, για να κρυφτής, αν μπορέσης . . . Μα

πώς βρέθηκες εδώ;

Η Φραγκογιαννού διηγήθη ότι, αφού, μετά την χθεσινήν ανάκρισίν της,

εκατάλαβεν ότι ο ειρηνοδίκης άρχισε να την έχη «στην μπούκα του

τουφεκιού», ησθάνθη κι' αυτή φόβον μη κακοπέση άδικα, και ότι από

το σπίτι της κόρης της, της Δελχαρώς, όπου έτυχε να ευρίσκεται

σήμερον το δειλινόν, είχεν ιδεί τους χωροφύλακας να κατασκοπεύουν

το δικό της το σπίτι· ότι απεφάσισε να φύγη στα βουνά· ότι, καθώς

έτρεχεν εδώ κάτω, κατά τον αιγιαλόν, σκοπεύουσα να πάρη το κρυφόν

μονοπάτι του βουνού, οπίσω από τα Κοτρώνια, είδε τον Κυριάκον τον

κλήτορα μαζύ μ' ένα γέρο-ταχτικόν, να έρχωνται κατόπιν της, αλλ'

ότι, κατά θείαν νεύσιν, ευρέθη κοντά στο σπίτι της Μαρουσώς, η

οποία ξεύρει καλά από παλαιόν καιρόν «τα πάθια της», εφρόντισε να

προσθέση, και ιδούσα την θύραν ανοικτήν, έσπευσε να εισέλθη, όπως

εύρη άσυλον.

— Έχω κλειδώσει την πόρτα από μέσα παιδάκι μου . . . απ' το

σαστισμό μου, τι να κάμω! Μου ήτανε γραφτό να πάθω, τάπαθα.

Έτσι νάχης πολύ καλό, Μαρουσώ μου . . . Δεν κυττάζεις κρυφά, κρυφά

απ' το παντζούρι εκείνο; . . . να ιδής αν είναι ο Κυριάκος κάτω ή

έχει τραβήξει;

Η Μαρουσώ ήλθε προς το υποδειχθέν παράθυρον, κ' εκύτταξε κατά τον

δρόμον. Είτα επιστραφείσα είπεν·

— Είνε παραπέρα, εκεί . . . Στέκονται στο δρόμο μαζί μ' ένα γέρο

απόμαχον . . . Έχουν πιάσει κουβέντα με τον γείτονά μας τον ψαρά,

τον Φραγκούλη.

— Και κυττάζουν κατά ' δω;

— Κυττάζουν στην αμμουδιά, πέρα.

Η γραία ήτο έμφοβος, κ' έφερε τας χείρας περί το πρόσωπον, ως διά

να τραβήξη τα τσουλούφια της, ή να σχίση τα μάγουλά της.

Η Μαρούσα την ώκτειρε.

— Δεν κάθεσαι, θεια Χαδούλα;,. . Μη φοβάσαι . . . Ό,τι είναι, θα

περάση . . . Κάθισε να σου κάμω καφεδάκι να πιης.

Η Γιαννού μετά δισταγμού ερρίφθη επί τινος χαμηλού σκαμνιού, εις τα

πρόθυρα του μαγειρείου, όπου εγίνετο ο διάλογος.

Η οικία εφαίνετο ευπορούσης οικογενείας, και είχε πολλά χωρίσματα,

κ' επίπλωσιν ευπρεπή.

— Δε θυμάσαι τα δικά μου, θεια Χαδούλα; . . . είπε μυστηριωδώς η

Μαρούσα, και το πρόσωπόν της αφ' ό,τι ήτο έγεινεν ακόμη ερυθρότερον

. . . Θυμήσου τι τρομάρες, τι βάσανα πέρασα τότε κ' εγώ! Κι' ας

είσαι καλά, πόσο μ' εβοήθησες! Έτσι θα περάσουν και τα δικά σου.

— Γιατί είπα εγώ πως εσύ ξέρεις τα πάθια μου! επανέλαβεν η

Φραγκογιαννού μετριόφρων.

— Εκείνα που λες, ήταν πάθια δικά μου, διώρθωσε φιλαλήθης η

Μαρουσώ.

Έψησε τον καφέν και τον εκένωσε.

— Ο αφέντης μου, όπου είναι, θάρθη . . . Πιε τον καφέ σου. Βούτηξε

και το ψωμάκι, προσέθηκε κόπτουσα μεγάλην φέταν ψωμίου.

Η γραία άρχισε να βουτά το ψωμί και να το μασά χωρίς όρεξιν.

— Πολύ καλό νάχης, έλεγε. Δεν πάει κάτω, παιδί μου. . . Απ' το

χολοσκασμό που έχω . . . Φαρμάκι βγάζ' ο ουρανίσκος μου.

Είτα επέφερε·

— Δεν κάνεις τον κόπο να κυττάξης πάλι απ' το παραθυράκι, έξω;. . .

Είναι ακόμη ο Κυριάκος κάτω;

Η Μαρούσα υπήκουσεν.

— Εκεί είναι, θεια Χαδούλα . . . Επιασαν μεγάλην κουβέντα με τον

Φραγκούλη.

— Και τώρα, πού να πάω; . . . Σαν έρθ' ο πατέρας σου; . . .

Βασίλεψ' ο ήλιος . . . σουρούπωσε . . . θα νυχτώση.

Η Μαρούσα εσκέφθη επί στιγμήν, είτα είπεν·

— Εγώ έχω μεγάλην υποχρέωσι 'σε λόγου σου, θεια Χαδούλα . . . Πώς

να το ξεχάσω!

— Θυμάσαι; είπεν ακουσίως μειδιώσα η γραία.

— Και μπορώ να τ' αστοχήσω; . . . Ό,τι μπορέσω να κάμω, θα κάμω για

σένα.

— Ας είσαι καλά.

— Μου φαίνεται πως το καλλίτερο είναι να σε κρύψω εδώ την νύχτα,

τώρα, πριν έλθη ο αφέντης μου.

— Πού;

— Κάτω, στο μικρό κατωγάκι, στο σοφά . . . ξέρεις;

— Α! είπεν η Φραγκογιαννού, ως να της ήλθε μία ανάμνησις.

— Και τα μεσάνυχτα, σαν λαλήση ταρνίθι . . .

— Ε;

— Κοντά να φέξη, ό,τι ώρα νοιώσης . . .

— Καλά!

— Αν θέλης, σηκώνεσαι, και πας στο καλό, όπου σε φωτίση ο Θεός.

Ας είναι! είπε μετά στεναγμού η γραία.

— Την άλλη νύχτα πάλι, ανίσως και δεν εύρης άλλο καταφύγιο εις

μέρος πλειο κρυφό, και πλειο σίγουρο, έρχεσαι, και μου ρίχνεις ένα

πετραδάκι 'ς αυτό το παράθυρο, ή στο μικρό μπαλκονάκι κατά το

γιαλό, κατεβαίνω, σου ανοίγω, και σε κρύφτω πάλι στο κατωγάκι.

— Καλά! . . . Μα, για κύτταξε, έφυγε ο Κυριάκος;

Η Μαρούσα επήγε πέραν του μεσοτοίχου, εις το παράθυρον προς τον

δρόμον, αργοπόρησεν ολίγον, ίσως διότι είχε σκοτεινιάσει πλέον και

δεν διέκρινε καλώς έξω, και επανήλθε.

— Δεν έφυγαν . . . εκεί είναι κ' οι τρεις.

— Τώρα ένα πράμμα δεν ξέρω, είπε σύννους η Φραγκογιαννού. Δεν ξέρω

αν με είδε ο Κυριάκος να μβαίνω εδώ, ή όχι . . . .

Αν δεν μ' έχει ιδεί, και δεν μου κάνει καρτέρι, καλλίτερα έχω να

φύγω, να σας σηκώσω το βάρος από τώρα.

Έλεγε τούτο ειλικρινώς. Εστενοχωρείτο, επόθει τον αέρα του βουνού.

Εκεί ησθάνετο ότι θα εύρισκεν άνεσιν, ήλπιζε δε και ασφάλειαν.

— Ό,τι κι' αν είναι, δεν πρέπει να φύγης απόψε, είπε προθυμοτέρα

γινομένη η Μαρούσα, καθ' όσον εθερμαίνετο εκ της αναμνήσεως.

Κάθισε, θεία Χαδούλα, απόψε, στο κατωγάκι, για να με κάμης να

θυμηθώ τα παληά μου βάσανα, θα μου έρθουν, τάχα, σαν όνειρο στον

ύπνο μου;

— Έτσι τα θυμάται, πλειό, κανείς, παιδάκι μου, είπε με πονηράν

αφέλειαν η γραία. Αχ! κάθε αμαρτία έχει και τη γλύκα της.

— Αλήθεια! . . . και πόση πίκρα φέρνει στο τέλος! συνεπλήρωσε

μελαγχολικώς η Μαρουσώ.

Η οικία ήτο διπλή. Εκτός του κυρίως κτιρίου, είχε μικρόν παράρτημα

προς βορράν, όπου ήτο το μαγειρείον, και υπό το μαγειρείον

ευρίσκετο «το μικρό κατωγάκι». Εκεί διά της καταπακτής και μικράς

σκάλας ωδήγησε η Μαρούσα την ξένην της, πριν έλθη ο κυρ Αναγνώστης,

ο οικοδεσπότης. Της έφερεν άρτον, τεμάχιον κρύου βραστού, υπόλοιπον

του γεύματος, τυρίον, νερόν, ποτήριον οίνου, και την εγκατέστησεν

επάνω εις τον σοφάν του μικρού κατωγείου, του χρησιμεύοντος ως

αποθήκη διαφόρων οικιακών σκευών. Της έστρωσεν ένα παλαιόν κιλίμι,

μίαν τριμμένην τσέργαν, ένα μικρόν σινδόνι, της έβαλε μίαν

προσκεφαλάδα σκληράν, με γέμισμα από λινόξυλα, και της ευχήθη καλήν

νύκτα και «ύπνον ελαφρόν».

Ελαφρός ή βαρύς, ο ύπνος της Φραγκογιαννούς δεν ήτο δυνατόν να ήτο

εύκολος ούτε ευάρεστος, ευρισκομένης εις τοιαύτην ταραχήν και

τοιούτον τρόμον. Αλλά το περιβάλλον την έκαμε προς ώραν να λησμονή

σχεδόν τα ενεστώτα και την ιδίαν τρομεράν θέσιν της, και ν' αναπολή

τα παρελθόντα. Εκείνο το οποίον μετριοφρόνως η Γιαννού είχεν

ονομάσει δις «τα πάθια της», η δε Μαρούσα ειλικρινώς είχεν

αναγνωρίσει μάλλον ως «πάθια» και «βάσανα» ιδικά της, είχε συμβή

προ οκτώ ή δέκα ετών.

Ο κυρ Αναγνώστης Μπενίδης, άτεκνος, είχε λάβει ως ψυχοκόρην τη

Μαρούσαν, και την είχεν αναθρέψει όσον αυστηρά ηδυνήθη η σύζυγός

του, ήτις ήτον αποθαμμένη προ δέκα πέντε ετών.

Ο κ. Μπενίδης ήτον εις τον καιρόν του το σημαντικώτερον πρόσωπον

του τόπου του. Είχε διατελέσει δημογέρων προ του Αγώνος,

πληρεξούσιος εις τας πρώτας Συνελεύσεις Τροιζήνος, Προνοίας,

Άργους, κτλ. δήμαρχος προ του Συντάγματος. Είτα μετά το Σύνταγμα

διετέλεσεν ως ανώτερος υπάλληλος εις πολλά μέρη. Την Μαρούσαν

Εβραιοπούλαν, ή κατ' άλλους Τουρκοπούλαν, είχε προσλάβει εις

ηλικίαν σχεδόν βρεφικήν, και την είχε βαπτίσει.

Είτα, όταν κατά τα τελευταία έτη, ως συνταξιούχος απεσύρθη εις τον

τόπον τον, την υπάνδρευσε μ' ένα ανεψιόν του, και της έδωκεν ως

προίκα το μικρόν αυτό κολλητόν σπιτάκι, εις το ισόγειον του οποίου

ευρίσκετο τώρα η Φραγκογιαννού, ικανά αγροτικά κτήματα, και ολίγα

μετρητά, υποσχεθείς να της αφήσει ως κληρονομίαν και την κυρίως

οικίαν, και ότι άλλο ήθελεν ευρεθή παρ' αυτώ μετά θάνατον.

Ο γαμβρός, αφού απέκτησεν έν τέκνον, έλειπεν όλον τον καιρόν,

Εταξίδευε λοστρόμος με τα καράβια. Ήτον φημισμένος ναυτικός, αλλά

σπάταλος κ' αξένοιαστος. Τώρα τελευταία, είχεν αργήσει τρία έτη να

έλθη εις τον τόπον. Εν τω μεταξύ ο γηραιός κυρ Αναγνώστης είχε

χηρεύσει, κ' η ψυχοκόρη, κατά την απουσίαν του συζύγου υπηρέτει

διαρκώς εις την οικίαν τον θετόν πατέρα της, όπως και παιδιόθεν ήτο

συνειθισμένη. Ο σύζυγος έγραφεν από καιρού εις καιρόν επιστολάς,

υποσχόμενος ότι θα έλθη, αλλά δεν ήρχετο. Το θυγάτριον της Μαρούσας

ήτο ήδη τεσσάρων ετών, και ούτε ο πατήρ είχεν ιδεί ποτέ το τέκνον,

ούτε αυτό εγνώριζε την όψιν του πατρός.

Κατ' εκείνον τον καιρόν, μαζύ με την ανάπτυξιν του εμπορίου και της

συγκοινωνίας, είχαν αρχίσει να ξανοίγουν κάπως και τα ήθη εις τον

μικρόν, απόκεντρον τόπον. Ξένοι ερχόμενοι από τα άλλα μέρη της

Ελλάδος, τα «πλέον πολιτισμένα», είτε υπάλληλοι της κυβερνήσεως,

είτε έμποροι, εκόμιζον νέας, ελευθέρας θεωρίας περί όλων των

πραγμάτων. Ούτοι την αιδώ και την συστολήν ωνόμαζον βλακείαν, την

εγκράτειαν και την σωφροσύνην ευήθειαν. Την διαφθοράν και την

λαγνείαν ωνόμαζον «φυσικά πράγματα». Η δύστηνος Μασούσα, ήτις δεν

είχε γεννηθή εις τον τόπον, αρχήθεν δεν ήτο πολύ αυστηρά ούτε

σεμνοπρεπής, είχε δε μικράν δόσιν ελαφρότητος.

Τον καιρόν εκείνον ευρίσκοντο εις την νήσον ένας γραμματεύς του

ειρηνοδικείου, άγαμος, φουστανελλάς. Ένας γραμματεύς του

Λιμεναρχείου, βρακάς, αξιωματικός του οικονομικού Ν. κλάδου,

γεροντοπαλλήκαρο· ένας ενωμοτάρχης κομψευτής, με λιγνήν μέσην και

αγκιστροειδή μύστακα· ένας τελωνοφύλαξ έχων τριπλάσιον εισόδημα από

τον μισθόν του, και δύο ή τρεις πράκτορες ξένων εμπορικών οίκων ή

άλλοι μέτοικοι. Όλοι ούτοι είχον παντοτινήν συντροφίαν με δύο ή

τρεις άλλους νεαρούς εμπορευομένους, κομψευομένους, μ'

«ελληνικούρες» πολλές εις την γλώσσαν και με πολλάς «προσρήσεις».

Με τους τελευταίους τούτους ηναγκάζοντο να έρχωνται συχνά εις

επαφήν πολλαί γυναίκες, και σώφρονες άλλως του τόπου, χάριν των

αφεύκτων και ατελειώτων οψωνισμάτων, από τα οποία αδύνατον ν'

απαλλαγή ποτε ο γυναικείος κόσμος.

Από τα τόσα βρόχια, τα οποία της είχαν ρίψει εις τον δρόμον της,

από τας τόσας ελεπόλεις, τας οποίας της είχον στήσει περί τους

τοίχους της όλοι οι ειρημένοι επιχειρηματίαι δεν ηδυνήθη να γλυτώση

η Μαρούσα· και μετ' ολίγον καιρόν αύτη, εν απουσία του συζύγου,

ευρέθη έγκυος. Και το ενόησεν ότε ήτο ήδη δύο μηνών. Αλλά πριν το

ανακαλύψη αύτη, όλη η γειτονιά, ως εικός, το είξευρεν ίσως και

προτού να συμβή το πράγμα. Μόνον ο κυρ-Αναγνώστης ευρίσκετο εν

αγνοία. «Ο κόσμος», όπως είπε τότε η πονηρή Κοκκίτσα, μία

γειτόνισσα «τώχε τούμπανο, κι' αυτός κρυφό καμάρι».

Υπήρξαν κ' αι κακαί γλώσσαι, αίτινες είπον άνευ της ελαχίστης

πιθανότητας, ως εικός, ότι ο κυρ-Αναγνώστης εφήρμοζε την παλαιάν

μέθοδον του Δαβίδ, και ότι διά νεαράς πνοής του θερμού αίματος

εζήτει να «ξανανειώση». Αλλ' η ειρημένη Κοκκίτσα και δύο ή τρεις

άλλαι γειτόνισσαι, αίτινες τα έλεγον σιγανά, κ' εγέλων συριστικά

μεταξύ των, ισχυρίζοντο ότι, δήθεν «απ' το παιδί έχουν πολλοί

μερδικό»· ότι το κεφάλι πρέπει να είναι του γραμματικού του

φουστανελλά με το τεράστιον φέσι και την μακροτάτην φούντα, η μέση,

θα είναι βέβαια του νωματάρχη, του σεβταλή, το ένα το ποδάρι (στο

λάκκο!) του γέρο-κολασμένου, του βρακά, το ένα χέρι {μακρύ χέρι!)

του τελωνοφύλακα, και το άλλο χέρι (παστρικό χέρι!) του ψιλικατζή,

με της 'λληνικούρες.

Πρώτη η ρηθείσα Κοκκίτσα είχε προσκληθή μυστηριωδώς από την

Μαρούσαν (σημειωτέον ότι αύτη, όσον και αν εφαίνετο απονήρευτη,

είχεν εννοήσει ότι η Κοκκίτσα την υπωπτεύετο προ πολλού, όθεν

επροσποιήθη κι' αυτή ευθηνήν, αναγκαστικήν εμπιστοσύνην διά να την

κολακεύση, ελπίζουσα ότι θα την έπειθε, και διά δώρων, να σιωπήση)

είχε προσκληθή, λέγω, να λάβη γνώσιν του μυστηρίου. Η Μαρούσα,

«αδερφή να την κάμη, απ' το Θεό και στα χέρια της», έπεσε στον

τράχηλόν της και την ικέτευε να κάμη έλεος αν ειξεύρη τίποτε

ψευτογιατρικά, διά να εξαφανισθή, ει δυνατόν, ο καρπός της

αμαρτίας, κι' ο Θεός πλέον ας εγίνετο ίλεως! Διότι άλλως αυτή

βέβαια — τι την ήθελε τέτοια ζωή; — θα έπεφτε βέβαια, στον γιαλό

να πνιγή, καθώς ήτον μάλιστα και σιμά, από κάτω απ' το σπίτι, η

θάλασσα. Η Κοκκίτσα την καθησύχασε με λόγια παρηγοριάς, και άρχισε

να εφαρμόζη επ' αυτής διαφόρους αλοιφάς και έμπλαστρα, τα οποία

ουδόλως ετελεσφόρουν.

Δευτέρα προσεκλήθη η Σταματώ, πτωχή χήρα, κ' η Κονδύλω η αδελφή

της, αλβανόγλωσσοι αι δύο, καταγόμενοι από μίαν των νήσων του

Σαρωνικού. Αύται εξήσκουν εντριβάς επί του σώματος της ατυχούς

γυναικός. Και τας τρεις με ότι έκλεπτεν από τας οικονομίας του

κυρ-Αναγνώστη, τας αντήμειβε. Κ' εκείναι εμάκρυνον τας αλοιφάς, και

παρέτειναν τας εντριβάς, αλυσιτελώς πάντοτε.

Την εσπέραν, ανερχόμενοι αι τρεις εις την αυλήν της κυρά-Θωμαής,

ολίγα σπίτια παραμέσα, όπου ήρχοντο κ' η γρηά Χιόνα, κ' η θεια

Κυράννω, όλαι μετανάστιδες εκ Μακεδονίας του 1821, τα έλεγαν μεταξύ

των. Αι τρεις πρώται έδιδαν καθ' εσπέραν τακτικήν αναφοράν εις την

κυρά-Θωμαήν και εις τας δύο άλλας γραίας· και όλαι μαζύ

εχασκογελούσαν.

Μάλιστα τα όψιμα ελληνικά της Σταμάτως, καθώς περιέγραφε την

κατάστασιν της εγκύου («αυτή όλη κοντό είναι· και τα πόδια της

κοντή το έχει!. . θα μην το ρίχνη, τάχατες!. . ») επέτεινον τους

γέλωτάς των. Και εις τας εκθέσεις της Σταμάτως, η γραία Κυράννω

επρόσθετε τα σχόλιά της, με την Μακεδονικήν της διάλεκτον.

— Αυτηνιές, ση λιέου, είνη παληοφουράδες! . . . Αχηλώνης, μαρή . . .

Πού στα χουργιά, τα θ' κάμας! να του φτιάξ' καμμιά αυτ'νό, θε τ'

βγάλ'νη, ση λιέου, στου γουμαρουπάζαρου! . . .

Τελευταία απ' όλας εκλήθη να λάβη μέρος η Φραγκογιαννού, ως

σοφωτέρα όλων των άλλων. Η Μαρούσα είχεν αρχίσει ν' απελπίζεται από

τας τρεις πρώτας «ψευτομαμμές», και κατέφυγεν εις ταύτην ως εις

τελευταίαν ελπίδα. Τω όντι η γραία Χαδούλα με τα φάρμακά της, με τα

μαντζούνια της και με τα ζεστά ή κρύα όσα έδιδε να πίη εις την

πάσχουσαν, τη βοηθεία και των εντριβών τας οποίας εξετέλει μ'

επιδεξιότητα πολύ υπερτέραν από τας άλλας, κατώρθωσεν εντός ολίγων

ημερών να επιφέρη την έκτρωσιν. Ο κυρ-Αναγνώστης ουδέποτε έμαθε

τίποτε.

Αυτή ήτον η παλαιά εκδούλευσις, και αυτή η ευγνωμοσύνη την οποίαν

είχον υπαινιχθή σήμερον αι δύο. Αυτά ήσαν της Φραγκογιαννούς «τα

παληά τα πάθια της», κι' αυτά ήσαν της Μαρούσης «τα βάσανά της».

Η ανάμνησις κατείχε τον νουν της Φραγκογιαννούς όλην την ώραν, ενώ

έκειτο επί του σοφά, εις το σκότος· διότι λύχνον δεν της είχε φέρει

η φιλοξενούσα, μόνον ένα κηράκι κι' ολίγα σπίρτα της είχεν αφήσει.

Όλην αυτήν την παλαιάν ιστορίαν ανελογίζετο, και ο ύπνος ποτέ δεν

της ήρχετο. Ερευνώσα την συνείδησίν της, έν πράγμα εύρισκεν ότι

είχε κάμη και τότε και τώρα το είχε κάμη διά καλόν. Εκουλουριάζετο

υποκάτω εις το μάλλινον σκέπασμα, επί του δεξιού πλευρού κειμένη,

κ' έκυπτε την κεφαλήν εις το στέρνον, κ' επροσπάθει να ζαλισθή, να

ναρκωθή, να της έλθη λήθαργος. Τότε, μετά χρόνους, ενθυμήθη και την

σύντομον προσευχήν, την οποίαν της είχεν επιβάλη άλλοτε να λέγη

συχνά ένας γέρων πνευματικός· το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού,

ελέησόν με».

Η συχνή επανάληψις της ευχής ενήργησε, και η Χαδούλα εναρκώθη επ'

ολίγα λεπτά και απεκοιμήθη. Πλην πάραυτα εις τον ύπνον της, ή εις

τα ξύπνα της, (δεν είξευρε καλά), της εφάνη ότι μέσα, εις το βάθος

της ψυχής της, ήκουε φωνήν βρέφους, κλαύμα, μινυρισμόν θρηνώδη·

τούτο ωμοίαζε με την φωνήν της μικράς εγγονής της, της προ ολίγων

μηνών, διά χειρός αυτής . . . τελειωθείσης.

Η γραία εξύπνησεν έντρομος, ανετινάχθη όλη. Ανεσηκώθη και ησθάνετο

μέγαν σπαραγμόν, αλλά συγχρόνως και καλλιτέραν σωματικήν άνεσιν. Ο

σύντομος εκείνος ύπνος είχεν εξαλείψει παρ' αυτή το νευροπαθές και

το ανήσυχον. Εψηλάφησεν, εύρε τα σπίρτα, ήναψε το κηρίον, επήρε το

ραβδί της, το καλάθι της, έβαλε μέσα εις αυτό και τας εμβάδας της,

και ανυπόδυτη, με της κάλτσες, εκίνησε να φύγη.

ΙΒ'.

Η Μαρουσώ της είχε δώσει το κλειδί του μικρού κατωγείου, της είπε

να εξέλθη διά της ιδιαιτέρας θύρας τούτου προς την οδόν, να

κλειδώση έξωθεν, και να πάρη το κλειδί μαζί της, διά να το

μεταχειρισθή πάλιν την άλλην νύκτα, αν έμελλε να επανέλθη. Όσον δι'

αυτήν, αν ελάμβανεν ανάγκην να κατέλθη εις το κατωγάκι, θα

κατήρχετο διά της οδού, δι' ης είχεν οδηγήσει εκεί την ξένην της,

της εσωτερικής σκάλας και της θύρας του μεσοτοίχου.

Τω όντι, η Φρακογιαννού ησθάνετο πλέον μεγάλην σφλομονήν, και το

στενόν κατωγάκι με τον υγρόν αέρα του την εστενοχώρει. Καιρός ήτο

ν' αναπνεύση πλέον τον αέρα του βουνού, πριν οι διώκται χωροφύλακες

την κλείσωσιν, ίσως διά βίου, εις τα υγρά και ανήλια υπόγεια της

ανθρωπίνης θέμιδος.

Εξήλθε, και, κάτω εις τα βάθη της ψυχής της, εμινύριζεν ακόμη η

θρηνώδης φωνή του βρέφους, του μικρού κορασίου του αδικοθανόντος.

Εστάθη εις το χάσμα της θύρας, εκύτταξε μετά προφυλάξεως έξω,

δεξιά, αριστερά, άνω, κάτω του δρόμου· δεν είχε ψυχήν ούτε σκιάν.

Έβαλε πτερά εις τους πόδας της.

Δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ην ήκουε μέσα εις την ψυχήν της, όπου

υπήρχε σκοτεινή, σπηλαιώδης ηχώ, το πένθιμον εκείνο κλαύμα του

βρέφους. Κ' ενόμιζεν ότι έφευγε τον κίνδυνον και την συμφοράν και

την πληγήν την έφερε μαζύ της. Κ' εφαντάζετο ότι έφευγε το υπόγειον

και την ειρκτήν, και η ειρκτή και η Κόλασις ήτο μέσα της.

Ώρα ήτον ως δύο μετά τα μεσάνυκτα, νυξ ασέληνος αστροφεγγής. Αρχάς

Μαΐου, δευτέραν εβδομάδα μετά όψιμον Πάσχα. Η εξοχή ευωδίαζεν, η

αύρα εμυροβόλει. Ολίγα άγρυπνα πουλάκια έμελπον το όρθριον επάνω

εις τα κλαδιά. Η Φραγκογιαννού επήρε τον δρομίσκον, τον λίαν

γνωστόν εις αυτήν, στενόν και έρποντα, όπισθεν των κήπων και

κάτωθεν των βράχων. Ο δρομίσκος μόλις ήτον ορατός εις την

αστροφεγγιάν, καλυπτόμενος εν μέρει από τους προεξέχοντας ράμνους

των θάμνων και των βάτων, οίτινες προέκυπτον από τους φράκτας των

κήπων. Η ευκίνητος γραία επάτει επί χόρτων και χαμαιμήλων, κ' επί

χλωρών ακανθών, ανήρχετο δε με βήμα κόρης, νεαράς βοσκοπούλας του

βουνού, τον ανηφορικόν δρομίσκον.

Η Φόνισσα · 第 5 / 13 段