Πριν φθάση εις την θύραν του κήπου, καθώς κατήρχετο τον δρομίσκον

της κλιτύος, είδεν ότι ο Γιάννης ο Περιβολάς δεν ευρίσκετο εντός

του κήπου, αλλ' ήτο την στιγμήν εκείνην εις τον γειτονικόν αγρόν,

τον οποίον είχε φαίνεται ενοικιάσει ως κολλήγας από τον γείτονα. Ο

αγρός ήτο σπαρμένος κριθήν λίαν χλοάζουσαν και σπιθαμιαίαν ήδη,

εκείτο δε επί χαμηλοτέρου από τον κήπον επιπέδου, ως ύψος γόνατος.

Ο Γιάννης, σκυμμένος εις μίαν άκρην του αγρού, ως φαίνεται,

εβοτάνιζεν, ήτοι εξερρίζωνε τ' άσχημα χόρτα και τα ζιζάνια ανάμεσα

εις το σπαρτόν, ενόσω ήτο ακόμη ενωρίς, και ο ήλιος έδυεν ήδη.

Ευρίσκετο πέραν της άλλης άκρας του κήπου, και όταν η Γιαννού

επλησίασεν εις την θύραν του περιβόλου, δεν τον έβλεπε πλέον,

κρυπτόμενον όπισθεν του πυκνού φράκτου, εις ικανήν απόστασιν, ώστε

δεν ημπόρεσε να του φωνάξη μακρόθεν την καλησπέραν. Εκείνος κύπτων,

όλος έκδοτος εις την εργασίαν του, ούτε την είδεν.

Η γραία Χαδούλα εισήλθε. Πλησίον της θύρας ήτον η καλύβη, ικανώς

λευκάζουσα, με εξωτερικόν όχι πολύ ακμαίον ούτε καθάριον. Εφαίνετο

ότι προ πολλού χρόνου δεν είχεν ασβεστωθή, κ' εμαρτύρει περί της

αρρωστίας της οικοκυράς. Αταξία εργαλείων, χόρτων και δεμάτων

υπήρχεν έμπροσθεν ταύτης. Η θύρα ήτο κλειστή. Τα δύο παράθυρα

κλειστά. Μόνον είς φεγγίτης με ύαλον υπήρχε προς τα άνω, αλλά διά

να φθάση ως εκεί επάνω η Φραγκογιαννού, διά να στηλώση το ανάστημά

της και ίδη αν ήτον άνθρωπος μέσα, έπρεπε ν' ανέλθη τας δύο ή τρεις

βαθμίδας, και να φθάση εις το μικρόν, άφρακτον σανίδωμα, το

καλούμενον «χαγιάτι».

Ενώ εδίσταζεν, αν έπρεπεν ούτω να κάμη, ή μάλλον ν' ανέλθη απλώς

εις το χαγιάτι και να κρούση την θύραν, ήκουσε φωνάς μικρών

κορασιών. Ολίγον παρέκει ήτον το πηγάδι με τον μάγγανον, και δίπλα

η στέρνα, χαμηλή, βαθεία, με τας όχθας μόλις ανεχούσας υπεράνω της

επιφανείας της γης. Επάνω εις αυτήν την κτιστήν όχθην, παρά το

χείλος της στέρνας, εκάθηντο δύο μικρά κοράσια, το έν ως πέντε

ετών, το άλλο ως τριών ετών, και έπαιζαν με μίαν καλαμιάν και με

σπάγγον και έν καρφίον δεμένον εις την άκρην, ως να εψάρευαν τάχα

εντός της στέρνας.

— Να! . . . μου έδωκε το σημείο ο Άι-Γιάννης, είπε μέσα της σχεδόν

ακουσίως η Φραγκογιαννού, άμα είδε τα δύο θυγάτρια . . . Τι

λευθεριά θα της έκαναν της φτωχιάς της Περιβολούς, αν ίσως έπεφταν

μέσ' στη στέρνα κ' εκολυμπούσαν! . . . Να ιδούμε, έχει νερό;

Πλησιάσασα έκυψε, και είδεν ότι η στέρνα ήτο σχεδόν γεμάτη· ως δύο

τρίτα οργυιάς νερού.

— Τι τ' αφήνει εδώ, 'κείνος ο πατέρας τους, μικρά κορίτσια, είπε

πάλιν η Φραγκογιανού. Τάχα δεν μπορούν να πέσουν και μοναχά τους

μέσα; . . .

Έστρεψεν ανήσυχον βλέμμα προς την καλύβην. Αλλ' αυτή είχε την όψιν

ότι δεν υπήρχεν άνθρωπος μέσα.

Εκύτταξε μετά περιεργείας τα δύο κοράσια. Το μεγαλείτερον τούτων

ωραίον, ξανθόν, αν και σχεδόν άνιπτον, έκαμνεν ωραίαν εντύπωσιν. Το

μικρότερον, χλωμόν, κακονδυμένον, εφαίνετο μάλλον να πάσχει από

«ζούραν», ήτοι παιδικόν μαρασμόν.

— Κοριτσάκια, είπεν η Φραγκογιαννού, τι εκάνετ' εδώ;. . . Πού είν' η

μάνα σας;

Το μεγαλείτερον κοράσιον απήντησε·

— Πίτι.

— Στο σπίτι, ηρμήνευσεν η γραία. Μα πού στο σπίτι; Εδώ ή στο

χωριό;

— Ζεν είναι ζω, είπε πάλιν το μικρόν.

Φαίνεται ότι εξετέλει εντολήν του πατρός της, μη θέλοντος να

ενοχλώσιν οι διαβάται την άρρωστην. Αύτη, άλλως, ευρίσκετο πράγματι

εντός της καλύβης, καίτοι τα παράθυρα ήσαν κλειστά, ίσως διά να μη

την βλάπτη ο εσπερινός αήρ του ρεύματος. Φαίνεται ότι ο σύζυγός της

προ ολίγου μόνον είχε κατέλθη εις τον γειτονικόν αγρόν, προς μικράν

συμπληρωτικήν εργασίαν, και είχεν οκνήσει ή νομίσει περιττόν να

κλείση και την θύραν του περιβόλου του λαχανοκήπου.

Η γραία Χαδούλα, ηρώτησε πάλιν:

— Κ' είναι στο χωριό η μάνα σας; Και σεις πώς είστε 'δω μοναχά

σας;

— Είναι πατέλας ζω, είπεν η μικρά.

— Πού;

— Εκεί κάτω, έδειξεν η μικρά.

— Και τι κάνει;

Η παιδίσκη έσειε τους ώμους. Δεν ήξευρε τι να ειπή. Τέλος

επρόφερεν:

— Έχει ζ' λειά· (έχει δουλειά).

— Πώς σε λένε, κορίτσι μου;

— Μένα; Μ' σούδα (Μυρσούδα).

— Και την αδερφή σου;

— Τούλα (Αρετούλα).

Η Φραγκογιαννού εσκέφθη· «Θα φωνάξουν τάχα; . . . Θ' ακουστή; Πού

ν' ακουστή! . . . Πρέπει να κάμω γρήγορα, προσέθηκε μέσα της. Αυτός,

όπου είναι, τώρα σε 'λίγο, θάρθη 'δω, γιατί θα σουρουπώσει, και δε

θα βλέπη να κάνη δουλειά εκεί κάτω . . . Και πρέπει να φεύγω το

γληγορώτερο, χωρίς να με ιδή όπως δεν με είδε ως τώρα».

Εδίστασε προς στιγμήν. Ησθάνθη μέσα της φοβεράν πάλην.

Είτα είπε, σχεδόν μεγαλοφώνως· «Καρδιά! . . . αυτό είναι μια

απόφαση».

Και δράξασα με τας δύο χείρας τα δύο κοράσια, τα ώθησε με μεγάλην

βίαν.

Ηκούσθη μέγας πλαταγισμός.

Τα δύο πλάσματα έπλεαν εις το νερόν της στέρνας.

Η μεγαλειτέρα κορασίς έρρηξεν οξείαν κραυγήν, ήτις αντήχησεν εις

την μοναξίαν της εσπέρας.

— Μα . . .!

Εξ εμφύτου ορμής, η Φραγκογιαννού έστρεψε το πρόσωπον προς την

λευκήν καλύβην, όπου μέχρι τούδε είχεν εστραμμένα τα νώτα.

Και συγχρόνως ητοιμάζετο να φύγη, και συνάμα έστρεφε τον κανθόν του

όμματος προς την στέρναν, διά να ιδή αν διήρκει η αγωνία.

Ανέλαβε το καλάθι της, το οποίον είχεν αποθέσει κατά γης, και

απεμακρύνθη δύο βήματα.

Τα δύο μικρά πλάσματα ήσπαιρον μέσα εις το νερόν. Η μικρά είχε

βυθισθή ήδη. Η μεγαλειτέρα επάλαιε.

Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, η γραία ήκουσεν όπισθέν της κρότου θύρας

ανοιγομένης, και ασθενή φωνήν.

Εστράφη. Η θύρα της καλύβης είχεν ανοιχθή. Η άρρωστη γυνή, η μήτηρ

των δύο κορασιών, ωχρά, και τυλιγμένη με μαλλίνην σινδόνα, ομοία με

φάντασμα, ίστατο εις το χάσμα της θύρας.

— Τι είναι; είπε μετά τρόμου η πάσχουσα γυνή.

Τότε η Φραγκογιαννού, με μεγάλην ετοιμότητα, καθώς ίστατο ορθία,

δύο βήματα προς την στέρναν, έρριψε το καλάθι της κάτω, το οποίον

είχεν αναλάβει αρτίως, και άρχισε να τρέχη, να πηδά. και να φωνάζη.

— Τα κορίτσια! . . . Τα κορίτσια.! . . . πέσανε μέσα!. . , Κύτταξε!

. . . . Δεν έχετε το νου σας, χριστιανοί; . . . Πως κάμανε; . . .

Και ταφίνετε μοναχά τους, κοντά στην στέρνα, νερό γεμάτη! . . .

Καλά που βρέθηκα! . . . Να τώρα πέρασα κ' εγώ . . . . Ο θεός μ'

έστειλε!

Κ' εν τω άμα κύψασα και αφαιρέσασα εν ακαρεί την φουστάνα της,

μείνασα με την λεγομένην «μαλλίναν», την εν είδει μεσοφορίου,

απορρίπτουσα τας πατημένας χονδράς εμβάδας, μείνασα με τας κάλτσας

τας τρυπημένας εις την πτέρναν, ερρίφθη βαρεία, μετά πάταγου μέσα

εις το νερόν της στέρνας.

Η γυνή η άρρωστη είχεν αφήσει βραχνήν κραυγήν, κ' έτρεξε να κατέλθη

τα δύο ή τρία λίθινα σκαλοπάτια της εισόδου, παραπατούσα και μόλις

δυναμένη να βαδίζη εκ της αδυναμίας. Πριν αύτη φθάση πλησίον της

στέρνας, η Γιαννού είχε πιάσει το μικρότερον κοράσιον, το οποίον

της εφαίνετο μάλλον πνιγμένον ήδη, και το έσυρε βραδέως προς τα

έξω, με την κεφαλήν πάντοτε επίστομα εις το νερόν. Είτα σηκώσασα το

μικρόν σώμα, αφού απέθεσε τούτο επί της λιθίνης κρηπίδος, έκοψε κ'

έπιασε την άλλην κορασίδα, την μεγαλειτέραν. Την έδραξεν από το

κράσπεδον του φορέματός της, και από τον ένα πόδα, κ' ενώ ετράβα

προς τα άνω το σώμα, η κεφαλή έμενε κάτω, όσον το δυνατόν

μακροτέραν ώραν εντός του νερού.

Τέλος η μήτηρ είχε φθάσει πλησίον της σκηνής και η Φραγκογιαννού

έσυρεν αποφασιστικώς το σώμα προς τα έξω. Απέθηκε τούτο πλησίον του

άλλου σώματος.

Τα δύο μικρά πλάσματα εφαίνοντο αναίσθητα.

Η Φραγκογιαννού μετά προσπαθείας, ψάξασα με τους πόδας εις το

νερόν, ανεύρεν επί της μεσημβρινής πλευράς το στόμιον της στέρνας,

το φραγμένον διά πλατείας σανίδος με υψηλήν ως κοντάριον λαβήν, και

πατήσασα τον ένα πόδα επί της εσοχής εκείνης του τοίχου ανήλθε μετά

κόπου εις την κρηπίδα όλη σταζουσα.

— Είδες! Δεν το εσυλλογίστηκα! ανέκραξεν επιδεικτικώς η

Φραγκογιαννού. Τάχα δεν έπρεπε να τραβήξω τον κόπανο επάνω, να

ξεφράξω τη μπούκα, για ν' αδειάση μονομιάς η στέρνα, πριν πνίγουν

τα κοριτσάκια, τα καϋμένα!

Ήτο αληθές άλλως, ότι δεν το είχε σκεφθή. Πλην υπάρχει υποκρισία

και εν τη ειλικρινεία.

Η Φραγκογιαννού ετίναξε τα κράσπεδα των ενδυμάτων της, τα διάβροχα,

και ρίπτουσα βλέμμα επί τα δύο αναίσθητα σώματα, ήρχισεν εν βία και

σπουδή να λέγη·

— Κρέμασμα ανάποδα θέλουνε . . . Χτύπημα με το καλάμι, για να

ξεράσουν μαθές! . . . Καλά που είναι γλυκό το νερό . . . Πού είναι ο

άντρας σου, Χριστιανή μου;. . . Έτσι τ' αφήνουν, μικρά κορίτσια

μοναχά τους, να παίζουν με το νερό της στέρνας; Καλά που ήρθα! Ο

Θεός μ' έστειλε . . . Από τον Ανάγυρο έρχομαι, απ' τον εληώνα . . .

Καλά που ήτον η πόρτα του μπαχτσέ ανοικτή! . . .

Πούναι ο άνδρας σου; Πούν' τος; Ότι μπήκα απ' την πόρτα, ακούω

μπλουμ! Τρέχω. . .Τι να ιδώ! Δεν πρόφθασα . . . Ούτε ήξευρα πως είσ'

εδώ. Σε είχα στο χωριό πως βρίσκεσαι . . . Είχα μάθει πως ήσουν

άρρωστη . . . Την τρομάρα που πήρα! . . . Τώρα κρέμασμα ανάποδα και

γλήγορα . . . Δεν πιστεύω να είναι καλά πνιγμένα . . . Πούναι . . .

τος ο άντρας σου; Πούντος;

Και δράξασα μετά βίας το έν σώμα το μικρότερον, περί του οποίου ήτο

σχεδόν βεβαία ότι ήτο νεκρόν ήδη, το μετέφερε πλησίον ενός δένδρου,

διά να το κρεμάση ανάποδα, ως έλεγε.

— Πού είν' ένα σκοινάκι; . . . Να, βλέπω ένα σπάγγον με καλάμι!

Καλά, θα χρειαστή.

Ένευεν ανυπομόνως εις την άρρωστην γυναίκα, να της φέρη πλησίον την

καλαμιά, με την οποίαν έπαιζαν προ μικρού αι δύο κορασίδες.

Η γυνή, ζαλισμένη, παραλογισμένη, συμπλέκουσα τας χείρας εν απορία,

εν τρόμω, εν αγωνία, με ασθενή φωνήν είπε·

— Μα πούναι ο πατέρας τους;

— Εμένα 'ρωτάς; είπεν η Γιαννού.

— Δεν φωνάζεις; . . . Δεν μπορώ να σκούξω, δεν έχω καρδίτσα,

χριστιανή μου . . . Ίσως να είναι αποκάτω, στο χωράφι.

Η Φραγκογιαννού, αποθέσασα προς ώραν το μικρόν σώμα καταγής, είχε

τρέξει δύο βήματα, και λύσει την καλαμιάν με τον σπάγγον, κ'

επροσπάθει να τον λύση ή τον κόψη, όπως δέση δι' αυτού τους πόδας

της μικράς πνιγμένης εις τον κλώνα της κερασέας, και κρεμάση το

σώμα κατά κεφαλής.

Συγχρόνως, απαντώσα εις την επίκλησιν της γυναικός, εφώναξε με

αγρίαν, αλλόκοτον φωνήν·

— Γιάννη! . . . Γιάννη! . . .

Η κραυγή αντήχησεν ανά την κοιλάδα. Αλλ' ο Γιάννης δεν εφαίνετο. Η

Γιαννού έδεσε τους πόδας της μικράς, κ' επροσπάθει να την κρεμάση,

συγχρόνως δε επανέλαβε την κραυγήν της·

— Γιάννη!. . , Πού είσαι; . . . έλα! . . . Τα κορίτσια πέσανε μέσ'

την στέρνα! . . .

«Καλλίτερα που αργεί», έλεγε μέσα της.

— Δεν ακούει, θα 'πω αυτός ο χριστιανός; Τόσο ταμάχι, στη δουλειά!

Τώρα νύκτωσε πλειά . . . Γιάννη! Γιάννη! . . .

Συγχρόνως συνησθάνθη ότι σχεδόν επροδίδετο, καθότι η γυνή ρητώς δεν

της είχεν ειπεί ότι ο Γιάννης ειργάζετο στο χωράφι, αλλά μόνον η

ιδία τον είχεν ιδεί, και αν της το είπε τις, η πνιγείσα παιδίσκη

της το είπεν. Όθεν επέφερε·

— Μα πού είναι; . . . Στο χωράφι, είπες; Και τι κάνει;. . Ποιος να

τρέξη, χριστιανή μου, ως εκεί;. . . Συ είσαι άρρωστη γυναίκα . . .

Γιάννη! . . . Πού είσαι, Γιάννη;

Τέλος ηκούσθη φωνή, πέραν του ακρινού φράκτου, από την εσχατιάν

ερχομένη.

— Τι είναι; . . . Ποιος φωνάζει;

— Τρέξε, Γιάννη! . . . Τα κορίτσια πνιγήκανε! έκραξε με μέγαν

κόπον η άρρωστη γυνή.

Μετά έν λεπτόν έφθασε τρέχων ο Γιάννης.

Η Φραγκογιαννού εν τω μεταξύ είχε κρεμάσει το μικρόν σώμα, είτα

εσήκωσε και το σώμα το άλλο, της μεγαλειτέρας παιδίσκης, και το

εψηλάφει με τας δύο χείρας, ζητούσα να βεβαιωθή αν ήτο νεκρόν ήδη.

Και συγχρόνως έρριπτε λοξόν, ύπουλον βλέμμα προς την δύστηνον

μητέρα, την ωχράν και ριγούσαν υπό την λευκήν, μαλλίνην σινδόνα

της, κ' έσεισε την κεφαλήν, ακουσίως οικτείρουσα την γυναίκα

εκείνην.

Όταν είδε μακρόθεν τον πατέρα, τον κηπουρόν, να τρέχη προς τα εδώ,

εγύρισε το σώμα με την κεφαλήν κάτω, και το εκράτει προσωρινώς ούτω

διστάζουσα και έντρομος.

— Τι είναι; . . . Τι τρέχει; έκραξεν εν άκρα απορία ο Γιάννης.

— Να! καλά που βρέθηκα! εφώναξε προς τούτον η Φραγκογιαννού . . .

Ηρχόμην από τον Ανάγυρο με το κοφίνι μου. Έλεγα να σου δώσω κανένα

βότανο, απ' αυτά που μάζωξα σήμερα στο ρέμμα για να κάμετε ματζούνι

για την γυναίκα σου! . . . επειδή είχα μάθει πως ήτον άρρωστη . . .

Καλά που βρέθηκε η πόρτα ανοιχτή! . . . Μπαίνω μέσα . . . Ακούω,

μπλουμ! την τρομάρα που πήρα! Τα δύο κορίτσια, καθώς έπαιζαν με την

καλαμιά έπεσαν στη στέρνα . . . Κατά πως φαίνεται, όσο μπόρεσα να

καταλάβω, είχαν πιάσει καυγά ποια να κρατή την καλαμιά, για να

βγάλη τάχα τα ψάρια . . . Η μικρή ήθελε ν' αρπάξη την καλαμιά απ'

τη μεγάλη . . . Σπρώχνοντας η μεγάλη τη μικρή, την έρριξε μέσ' το

νερό, και πιάνοντας η μικρή την μεγάλη, κατά πως φαίνεται, την

ετράβηξε μαζύ της μέσ' τη στέρνα. (Η Φραγκογιαννού είχε

αυτοσχεδιάσει την ερμηνείαν ταύτην εκ του προχείρου, και εξ

εμπνεύσεως). Αχ! την τρομάρα που πήρα! Ακούω ένα μπλουμ! Καλά που

βρέθηκα! Ο Θεός μ' έστειλε . . . Αμμή, έτσι αφήνουνε, χριστιανοί

μου, μικρά κορίτσια, να παίζουν μοναχά τους κοντά στη στέρνα,

γεμάτη νερό! . . .

Ο Γιάννης, ιδών τα δύο αναίσθητα σώματα, εις τας ωχράς ακτίνας της

αμφιλύκης, τραβών τα μαλλιά του, δάκνων τους αρμούς των δακτύλων

του, απήντησε·

— Ω! . . . τι αμαρτίες! . . . έχεις δίκηο, χριστιανή μου! Αχ! . . .

και τι ήτον αυτό! . . . Κ' εγώ ήμουν κάτω στο χωράφι, κ' έβγαζα

τα χορτάρια . . . και δεν μπορούσα να ησυχάσω, το έρμο! . . . Ένα

σαράκι μ' έτρωγε! . . . Και δεν εσυλλογίστηκα πως η στέρνα ήτον

γεμάτη. Κ' είχα ένα φόβο, μιαν υποψία . . . έλεγα ναφήσω το

βοτάνισμα, νάρθω, να τρέξω, στον μπαχτσέ 'πίσω . . . Κ' έλεγα, ο

εξαποδώ κάτι μου σκαρώνει, κάτι μου μαγειρεύει . . . Και δε μούκανε

καρδιά, ναφήσω τη δουλειά, το έρμο! Ωχ! δίκηο έχεις, ό,τι και να

πης, χριστιανή μου. Αχ! αχ! τι αμαρτίες!

Και εν πολλή αγωνία, ο κηπουρός συνειργάσθη εις τα πρόχειρα

εναντίον του πνιγμού μέσα, τα οποία συνίστα η πολύπειρος

Φραγκογιαννού.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η γραία Χαδούλα εξ ανάγκης έμεινε καθ' όλην εκείνην την νύκτα εις

την καλύβην, όπου εδοκίμασεν όλα τα σπάνια και απερίγραπτα

συναισθήματα της φόνισσας ματαβαλλομένης αίφνης εις ιάτρισσαν των

ιδίων θυμάτων της. Με όλα τα κρεμάσματα. και τας εντριβάς, τα οποία

εφήρμοσεν αύτη, τα δύο κοράσια απέθαναν. Το πρωί έτρεξεν ο Γιάννης

εις την πολίχνην διά να δώση είδησιν εις τας αρχάς, ενώ η

Φραγκογιαννού μείνασα οπίσω εσυντρόφευε την άρρωστην μητέρα,

κλαίουσαν και οδυρομένην, εξασκούσα και το έργον της παρηγορητρίας,

σιμά εις το επάγγελμα της ιάτρισσας.

Ο ειρηνοδίκης και ο «εκπληρών τ' αστυνομικά» πάρεδρος ήλθον επί

τόπου. Η Φραγκογιαννού ανακρινομένη διηγήθη την χθεσινήν εκδρομήν

της, και την τυχαίαν διέλευσίν της από τον λαχανόκηπον. Είτα

επανέλαβε σχεδόν κατά λέξιν όσα είχεν ειπεί εις τον πατέρα των δύο

κορασιών. «Η μικρότερη ήθελε ν' αρπάζη την καλαμιά απ' την

μεγαλείτερη. Σπρώχνοντας η μεγάλη την μικρή την έρριξε μέσα στο

νερό, και πιάνοντας η μικρή την μεγάλη, κατά πως φαίνεται, την

ετράβηξε μαζύ της μέσ' τη στέρνα». Ταύτα εξέφερε μάλλον ως

συμπερασμούς η ανακρινομένη· διότι μόλις επάτησε το κατώφλιον της

θύρας, έλεγε, κι' άκουσε ένα &μπλουμ&! και δεν επρόφθασε να

προλάβη την καταστροφήν, μόνον επήρε «μεγάλη τρομάρα».

Ο παρεπίδημων ιατρός, κ. Μ., ήλθεν, είδε τα πτώματα και συνέταξε

την έκθεσίν του· απεφάνθη ότι τα δύο κοράσια επνίγησαν εκ πτώσεως

εις το ύδωρ.

Ουδεμία υποψία υπήρχε κατά της Φραγκογιαννούς. Τα δύο μικρά

πλάσματα, τα εδιάβασεν είς ιερεύς ελθών, εις τον ναΐσκον του Αγ.

Αντωνίου, και τα έθαψαν εκεί έξω, μεταξύ σχοίνων και θάμνων,

πλησίον εις την βορείαν πλευράν του ναΐσκου.

Ι'.

Παρήλθον αι εορταί του Πάσχα. Την εβδομάδα του Θωμά, η γραία

Χαδούλα, βοηθουμένη από την μικράν κόρην της, την Κρινιώ, έπλυνεν

εντός της ευρείας αυλής του κυρ Αλεξάνδρου του Ροσμαή, γέροντος

προκρίτου, όστις ήτο σύντεκνός της, και της είχε βαπτίσει σχεδόν

όλα τα τέκνα. Εις το υπόστεγον μέρος της αυλής το καλούμενον

Λαδαρειό, δίπλα εις την πελωρίαν ξυλίνην καρούταν, ομοιάζουσαν πολύ

με την Κιβωτόν του Νώε, όπως την ζωγραφίζουν, πλησίον εις το φρέαρ,

και όπου η αναθάλλουσα τεραστία μορέα εξέτεινε τους μεγάλους

καταπρασίνους κλώνους της, ως χιαστήν ευλογίαν διδομένην

σταυροειδώς εις αξίους και αναξίους, ο μικρός κήπος φραγμένος με

δρύφακτα εξεδίπλωνε πολύχρωμα μεθυστικά άνθη εις δρόσον γλυκασμού

και τρυφήν ομμάτων δι' όλα του Θεού τα πλάσματα· δίπλα εις την

μικράν κάμινον με την κτιστήν στέρναν των στεμφύλων, είχεν η

Φραγκογιαννού την μεγάλην, βαθείαν σκάφην της, παραπλεύρως ταύτης

άλλην σκάφην η Κρινιώ, και ακούραστοι αι δύο από δύο ημερών

έπλυνον, εμπουγάδιαζαν, εξέβγαιναν, άπλωναν, εστέγνωναν, εμάζευαν,

και ακόμα δεν είχον τελειώσει την καλήν των εργασίαν.

Την δευτέραν ημέραν η Φραγκογιαννού είχεν ενοχληθή μεγάλως από τα

τρεξίματα, τους θορύβους και τα καμώματα ενός σμήνους μικρών

παιδιών και κορασίων, τα οποία εισήλαυνον εντός της αυλής κ'

εθορύβουν. Σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς, δέκα ή δεκαπέντε τον

αριθμόν, εισέβαλλον εις την αυλήν, έτρεχαν εδώ-εκεί,

εχοροπηδούσαν, εκυνηγούντο γύρω-γύρω εις την καρούταν, έπαιζον το

κρυφτάκι, έσκυπταν εις το φρέαρ. Νάρκισοι διά να ιδούν την σκιάν

των εις το ύδωρ, με κίνδυνον να πέσουν μέσα, εξέβαλλον μεγάλας,

ανάρθρους φωνάς, ως Ηχοί, θυγάτρια κρυπτόμενα όπισθεν της καρούτας,

εις τα σκοτεινά στενώματα, όπου τα έθελγεν ο παιγνιώδης φόβος — και

όλα ταύτα με μεγάλην παιδικήν αδιακρισίαν και φορτικότητα μη

αφίνοντα την φίλεργον γραίαν και την κόρην της να κάμουν ήσυχαι την

εργασίαν των.

Δύο πύλας είχεν η ευρεία αυλή, την μεγάλην και την μικράν. Και τας

δύο τας είχε κλείσει επανειλημμένως η Γιαννού με τον μοχλόν, ή με

τον μάνδαλον, ελπίζουσα να εύρη ησυχίαν· κ' αι δύο ευρίσκοντο μετ'

ολίγον ανοικταί εκάστοτε· τούτο διότι και οι ένοικοι ελάμβαναν

συχνά ανάγκην να εισέλθουν ή να εξέλθουν, και άλλοι εκτός των

παιδίων έξωθεν ήρχοντο, συγγενείς ή φίλοι της οικίας. Έκαμε

παραστάσεις εις την σεβασμίαν γερόντισσαν, την οικοκυράν, ήτις

επανειλημμένως εμάλωσε τα παιδία, όλως αλυσιτελώς. Παρεπονέθη εις

δύο γειτόνισσες, μητέρας τινών εκ των θορυβούντων παιδιών. Αύται

της απήντησαν ότι να «κυττάζη τη δουλειά της, και να μην κάμη

κουμάντο 'σε ξένο βιο».

Κοντά το μεσημέρη, η Γιαννού έστειλε την Κρινιώ στο σπίτι, διά να

φέρη ψωμί και φάβα, την οποίαν είχεν ειπεί ότι θα έβραζεν η Αμέρσα

— ήτις είχε πάντοτε τον αργαλειόν της εις το σπίτι, και δεν

συνείθιζε να λαμβάνη μέρος εις την πλύσιν και άλλας εξωτερικάς

εργασίας — διά να γευματίσουν.

Η Φραγκογιαννού έμεινε προς ώραν μόνη, εξακολουθούσα να πλύνη. Την

ώραν εκείνην υπήρχον εντός της αυλής μόνον δύο ή τρία κοράσια, τα

οποία δεν εθορύβουν κι' αυτά ολιγώτερον από τα παιδία. Αφότου

μάλιστα είχεν ιδρυθή εις το χωρίον σχολείον των θηλέων, τα κοράσια

είχον μεγάλως ξυπνήσει. Η κυρά δασκάλα πολλά γράμματα δεν τα

εδίδασκεν, ακόμη ολιγώτερα χειροτεχνήματα, αλλά μόνον τα εμάνθανε

«να λάβουν θάρρος» και να μην κάνουν «σαν σκιασμένα» και σαν

«βουνίσια», και εκήρυττεν ότι ήτο καιρός πλέον να «χειραφετηθώσιν».

Η Φραγκογιαννού τα εμάλωσεν επανειλημμένως, αλλ' αυτά δεν άκουαν.

Το έν μάλιστα θυγάτριον, μόλις επτά ετών, της γειτόνισσας της

Προπαντίνας, η Ξενούλα, άρχισε να περιγελά την γραίαν με μιμικάς

κινήσεις των χειρών και του στόματος.

Στιγμήν τινα, τα δύο άλλα κοράσια έτρεξαν έξω της αυλής, η δε

Ξενούλα, μείνασα, έκυπτεν εις το φρέαρ, κ' εζητούσε, με μίαν

βέργαν, να φθάση και ταράξη το νερόν. Έκυπτεν επιμόνως αλλ' η βέργα

ήτο πολύ κοντή και δεν έφθανε.

— Ε Θεέ μου, και νάπεφτες μέσα, Ξενούλα! είπε με αλλόκοτον γέλωτα

η Φραγκογιαννού. Τι λευθεριά θάκανες της μάνας σου!

— Ε! Σε μου, τσαι νάμπεμπες μπέσα! εμιμήθη παρωδούσα την φωνήν η

Ξενούλα! Τσι λελυγιά τσάκαλες τσης μπάμιας σου!

Είχεν ανασηκωθή ολίγον, και πάλιν έκυψε βαθύτερον ή πριν.

Το στόμιον του πηγαδιού τετράγωνον ήτο φραγμένον με σανίδας ανίσου

πλάτους ώστε αι πλευραί δεν είχον το αυτό ύψος. Η μικρά σανίς, εφ'

ης έκυπτεν η Ξενούλα, ήτο χαμηλοτέρα των άλλων τριών, φθαρμένη,

ολισθηρά, φαγωμένη από την προστριβήν του σχοινιού του κουβά, δι'

ου ήντλουν ύδωρ, με σκουργιασμένα καρφία, σαπρά και κινουμένη.

Καθώς έσκυψεν η παιδίσκη, εστηρίχθη όλη, με το βάρος του σώματος

επί της αριστεράς χειρός, επάνω εις αυτήν την σανίδα, εγλίστρησεν,

η σανίς ενέδωκεν, εξεκόλλησεν από την μίαν άκραν, και η Ξενούλα

έπεσε κατακέφαλα μέσα εις το χάσκον στόμα του φρέατος. Ηκούσθη

πνιγμένη κραυγή, κτύπος, και είτα μέγας πλαταγισμός εις το ύδωρ.

Η επιφάνεια του νερού ήτο μίαν και ημίσειαν οργυιάν κάτω του

στομίου, το δε βάθος του νερού πρέπει να ήτο μιας οργυιάς.

Εξ εμφύτου ορμής, η Φραγκογιαννού ηθέλησε να φωνάξη και να τρέξη

εις βοήθειαν. Αλλά την μεν κραυγήν της, η ιδία έπνιξεν εις τον

λάρυγγα, πριν την εκβάλη, αι δε κινήσεις παρέλυσαν και το σώμα της

επάγωσεν. Αλλόκοτος στοχασμός της επήλθεν εις τον νουν. Ιδού ότι

μόλις σχεδόν ως αστεϊσμόν είχεν εκφέρει την ευχήν, να έπιπτεν η

παιδίσκη μέσα στο πηγάδι, και ιδού έγεινεν! Άρα ο Θεός (ετόλμα να

το σκεφθή;) εισήκουσε την ευχήν της, και δεν ήτο ανάγκη να επιβάλη

πλέον χείρας, αλλά μόνον ήρκει να ηύχετο και η ευχή της εισηκούετο.

Μετά μίαν στιγμήν, έλαβεν απόφασιν να έλθη μέχρι του στομίου του

φρέατος, να κύψη και να ιδή εις το βάθος. Είδε την αγωνίαν της

μικράς κόρης, ασπαιρούσης μέσα εις το νερόν, είπε καθ' εαυτήν ότι,

και αν ήθελε, δεν θα ηδύνατο να την σώση. Αλλά βεβαίως, αν επνίγετο

. . . αυτήν θα κατηγόρουν! Να κράξη τώρα βοήθειαν, ήτο αργά. Αργά

ίσως θα ήτο διά να σωθή η μικρά, αλλά πιθανώς δεν θα ήτο αργά διά

να δείξη αυτή την αθωότητά της. Και όμως δεν απεφάσισε να κράξη.

Καλλίτερον θα ήτο, αν αμέσως το είχε κάμη. Αλλ' οποία κακή τύχη!

Πώς την επαίδευεν η αμαρτία! Αν ήτον τώρα η Κρινιώ εδώ, πόσον

ευκταίον θα ήτο! Εκείνη βεβαίως θα ήτον ικανή να κατέλθη ξυπόλητη

εις το νερόν — διότι το πηγάδι, όπως συνήθως συμβαίνει, είχε

πατήματα εις τους εσωτερικούς τοίχους, εσοχάς εντός του κτιρίου των

λίθων, αν και ίσως πολύ επικινδύνους και ολισθηράς — και πιθανόν

ήτο να κατώρθωνεν η Κρινιώ να σώση την μικράν κορασίδα. Τώρα όμως

ήτο απελπισία και θάνατος!

Εις αυτάς τας στιγμάς, η Φραγκογιαννού είχε λησμονήσει την πρώτην

ιδέαν της — ότι ο Θεός ηθέλησε να εισακουσθή η ευχή της και να

πνιγή η παιδίσκη. Είτα ευθύς πάλιν ο λογισμός ούτος της επανήλθεν

εις τον νουν — και ακουσίως εγέλασε πικρόν γέλωτα.

Εν ριπή οφθαλμού απεφάσισε τι έπρεπε να κάμη.

«Ας πάω στο σπίτι, είπε μέσα της. Θα προφασισθώ, επειδή το Κρινιώ

αργεί να έλθη — ίσως να μην είν' έτοιμο το φαΐ — πως πείνασα τάχα

πολύ, κ' επροτίμησα να φάμε όλοι στο σπίτι, για να βγάλω απ' τον

κόπο και το Κρινιώ, να κουβαλά».

Και εν ακαρεί, αφού ετοποθέτησε την σκάφην με όσα ρούχα είχε

μισοπλιμένα ακόμη όπισθεν της καρούτας, εις μέγα ξύλινον αμπάριον,

το οποίον εκλείδωσε, κ' έβαλε το κλειδίον στην τσέπην της, εξήλθε

τρέχουσα από την αυλήν, διά της μικράς πύλης, την έκλεισεν έξωθεν

εις το μάνδαλον και απήλθεν.

ΙΑ'.

Αφού το σώμα της Ξενούλας ανεσύρθη από το φρέαρ, πνιγμένον και

νεκρόν, η γραία Χαδούλα δεν ήτο πλέον ήσυχη, κρυερός φόβος ήρχισε

να την κατατρύχη . . . Έλεγεν ότι τώρα, αν και δεν έπταιε, δεν θα

εγλύτωνε πλέον.

Τω όντι, η εξουσία είχεν αρχίση να συλλαμβάνη υποψίας. Η σύμπτωσις

ότι η γραία εκείνη είχεν ευρεθή δευτεραγωνιστούσα εις τον πνιγμόν

των δύο κορασιών του Γιάννη του Περιβολά, εις της Μαμμούς το ρέμμα

όπου όλη η υπόθεσις, καίτοι δεν προέκυψαν στοιχεία ενοχής ή και

νύξεις προς υποψίαν, είχε το παράδοξον και το αλλόκοτον, και ότι

αυτή πάλιν η γραία ευρίσκετο εις την αυλήν του γέροντος Ροσμαή,

κατά τας ώρας περίπου ότε επνίγετο εις το φρέαρ η μικρά Ξενούλα, η

θυγάτηρ του Προπαντή, παρείχε νύξεις τινάς υποψίας εις τον

ειρηνοδίκην, όστις επέσυρε την προσοχήν του Παρέδρου, του

«εκπληρούντος τ' αστυνομικά». Και τότε ο πάρεδρος, όστις ως

δημόσιος κατήγορος περιωρίζετο μόνον ν' αγορεύη κατά τας

συνεδριάσεις των ποινικών, λέγων· «Κατά τσ' μαρτυρίες που είπαν οι

μαρτύροι, φαίνεται να έκαμε, ή φαίνεται να μην έκαμε την πράξιν»,

όλον δε τον άλλον καιρόν δεν ελάμβανεν αφορμήν ν' αναπτύξη την

δραστηριότητά του ή να τροχίση την γλώσσάν του, απλώς απήντησεν ότι

«αφού έτσι το λέει ο ειρηνοδίκης, έτσι θα είναι, και έτσι μου

φαίνεται». Και τότε οι δύο απεφάσισαν ν' ανακρίνωσιν αυστηρότερον

την Χαδούλαν, χήραν Ιωάννου Φράγκου, κ' εν ανάγκη να την

προσωποκρατήσωσι.

Η Φόνισσα · 第 4 / 13 段