Ολίγας ημέρας ύστερον, έλαβον επιστολήν φέρουσαν την ταχυδρομικήν

σφραγίδα Χαλκίδος. Ο Μώρος έγραφεν από των ειρκτών της πόλεως

εκείνης. Κατά σχήμα πρωθύστερον, εξετραγώδει εν πρώτοις τα βάσανά

του και τα πάθη του εις τα μπουδρούμια του Βενετικού φρουρίου.

Είτα, μετά συντριβής καρδίας, αλλά με διφορουμένας φράσεις και

οιονεί μεταξύ των γραμμών, εξωμολογείτο ότι ίσως να εφόνευσε

πράγματι τον άνθρωπον, τον γέρο-Πορταΐτην, τον λοστρόμον του

πλοίου, αλλά χωρίς καλά να το εννοήση, και χωρίς να θέλη.

(Πράγματι, δεν θα ήθελε να τον είχε φονεύσει). Ο εχθρός τον έβαλεν,

αυτός δεν έπταιε τίποτε, το φονικό έγεινε στον καυγάν επάνω. Αυτός

είχεν ευρεθή «εις βρασμόν ψυχής». Απεδείχθη μάλιστα ότι η μάχαιρα

ήτον «του παθών». Ίσως να είχεν αποσπάσει, αλλά δεν ενθυμείτο πώς,

την μάχαιραν από την μέσην του θύματος. Αυτός επίστευεν ότι του την

είχεν αρπάσει μάλλον από την χείρα.

Είτα και πάλιν επανήρχετο εις τα βάσανά του, όσα υπέφερε δύο μήνας

τώρα, εις τας φυλακάς. Ακολούθως επεκαλείτο την φιλοστοργίαν της

μητρός του, και την εξώρκιζε «να σηκωθή, — το δίχως άλλο — να πάη

να βρη την Πορταΐτηνα», την χήραν του φονευθέντος, και την θυγατέρα

του, και να τας παρακάλεση μετά δακρύων, «να κάμη νόμο-τρόπο», να

τας καταφέρη όπως αι ίδιαι ζητήσουν την αθώωσιν του φονέως!

«Να σηκωθής, μάνα, να μπαρκάρης, να πας πέρα, στην Πλατάνα, να την

περικαλέσης, την Πορταΐτηνα, ως καθώς και την κόρη της, την

Καρίκλεια, να της καταφέρης να ζητήσουν να βγω αθώος, κ' εγώ να

γείνω παιδί τους, να πάρω και την Καρίκλεια γυναίκα μου, χωρίς

προίκα, και να ζήσουμε καλά κι' αγαπημένα όλοι μας . . . Και να

ιδούν πώς εγώ θα την αγαπώ, την Καρίκλεια, και πώς θα την έχω την

πεθερά μου, να δουλεύω σα σκλάβος να της ζωοθρέφω, με πολλά καλά,

γιατί εγώ είμαι άξιος και μπορώ να βγάλω λεπτά . . . » Περαίνων ο

φονεύς, επανήρχετο εκ τρίτου εις τα βάσανά του, και υπέσχετο ότι,

άμα εξέλθη των φυλακών, θα φέρη πολλά ωραία πράγματα και στολίδια,

διά να προικίση τας δύο αδελφάς του, ακόμη και κούκλες και

παιγνίδια διά τα μικρά κοράσια της μεγάλης αδελφής του, της

Δελχαρώς.

Λοιπόν δεν είναι παράδοξον αν η Φραγκογιαννού δεν εδίστασεν.

Εχρεώθη ολίγα χρήματα, δούσα ενέχυρον ό,τι ασημικόν είχε, κ'

εμβαρκάρησε, κ' επέρασε πέρα εις την αντικρυνήν νήσον, εις το

χωρίον Πλατάναν, κ' επήγε να εύρη την Πορταΐταιναν. Αλλά παράδοξον

είναι ότι, με την ευγλωττίαν της την περιπαθή, με την στωμυλίαν της

την γυναικείαν, με τα χίλια ψεύματα όσα ήξευρεν — ήτο δε τότε η

Φραγκογιαννού 55 ετών, αλλ' ακμαία γυνή και με ζωηρούς χαρακτήρας —

κατώρθωσε να πείση την γραίαν, την χήραν του φονευθέντος

(σημειώσατε ότι η μήτηρ και η κόρη έδωκαν και ξενίαν ακόμη εις την

μητέρα του φονέως) να την πείση, λέγω, καταβάλλουσα τα έξοδα του

ταξειδίου αυτή, ν' απέλθωσιν ομού εις την Χαλκίδα, με σκοπόν να

ενεργήσωσιν από κοινού πλησίον της Εισαγγελίας, του Δικαστηρίου και

των ενόρκων υπέρ της απαλλαγής ή της αθωώσεως του υποδίκου. Όσον

αφορά την κόρην, «τον Καρίκλειαν», αύτη εδήλωσεν ότι εκδίκησιν δεν

επιζητεί, επειδή «ο πατέρας της δεν έρχεται 'πίσω», μόνον ποτέ δεν

θα θέληση τον φονέα ως άνδρα της· προτιμά να μένη ανύπανδρη εις τον

αιώνα.

Επήγαν ομού, αι δύο γραίαι, κ' έμειναν εις Χαλκίδα τρεις μήνας,

κατοικούσαι εις τρώγλην, εις ένα τουρκόσπιστον — κοντά εις τα

Εβραίικα, παρά την Άνω Πύλην του φρουρίου. Και καθημερινώς η

Χαδούλα επήγαινεν εις τας ειρκτάς, τας πρωινάς ώρας, κατά την

έξοδον των φυλακισμένων, συνοδευομένη συνήθως από την Πορταΐταιναν,

ήτις όμως εκάθητο αντικρύ της ειρκτής κ' επερίμενε, μη θέλουσα να

ίδη κατά πρόσωπον τον φονέα. Διερχόμενοι έξω από τον μέγαν και

άκομψον παλαιόν ναόν της Αγίας Παρασκευής, έκαμναν τον σταυρόν των,

και η μήτηρ έφερεν εις τον υπόδικον σιμίθια και σύκα και σαρδέλλες,

και καπνόν διά την πίπαν του. Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του

φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί,

προς παρηγορίαν του φυλακισμένου.

Αλλά δις ή τρις της εβδομάδος διά της Άνω Πύλης του φρουρίου

εξήρχοντο κ' έβλεπαν κρεμάμενα εκεί, εις τον σκοτεινόν πυλώνα, την

κνήμην του «Έλληνος γίγαντος», και το «τσαρούχι του», τεραστίου

μεγέθους, επιφυλαττόμεναι, όταν θα επανέκαμπτον με το καλόν εις την

πατρίδα, να διηγώνται κ' αι δύο το πράγμα εις τα εγγόνια των. Είτα

διηυθύνοντο κατά την συνοικίαν Σουβάλαν, ή κατά τον Άγιον

Δημήτριον, κ' επεσκέπτοντο τον Εισαγγελέα, όστις διά του γραφέως

του τας απεδίωκε, και τους δικαστάς, οίτινες ενίοτε κατεδέχοντο να

γελώσι μαζύ των.

Τέλος όταν ωρίσθη η δίκη, εζήτησαν να πλησιάσουν τους ενόρκους,

οίτινες είχον έλθει, άλλοι φουστανελλάδες, από τα ορεινά χωρία,

άλλοι βρακάδες, από τας νήσους και τα παραθαλάσσια. Η Φραγκογιαννού

υπέσχετο χιλίων λογιών δώρα εις όλους, και θα ήτον ικανή να τα

δώση, αν είχε μοσχάτα κρασιά, ωραία, λάδια «κεχριμπάρι»,

αστακοουρές, παστά κεφαλόπουλα, αυγοτάραχα, ξεροχτάποδα, εκλεκτά

σύκα και παν ό,τι ηδύνατο να παράγη η νήσος της.

Εις ένα των ενόρκων, άνθρωπον κίτρινον και βήχοντα, όστις εφαίνετο

να πάσχη, υπεσχέθη αυτή να τον ιατρεύση, μ' ένα μαντζούνι που

ήξευρεν. Όλ' αυτά δεν ίσχυσαν, και ο φονεύς κατεδικάσθη εις

εικοσαετή δεσμά. Εναυάγησαν όλα τα σχέδια, ως και αυτή η συμπεθεριά

μεταξύ της μητρός του φονέως και της χήρας του θύματος.

Τώρα ανάγκη ήτο να επιστρέψωσιν εις την πατρίδα, αλλά τα ολίγα

χρήματά των είχον εξαντληθή, και όσα είχον κομίσει μεθ' εαυτών και

όσα είχε στείλει εν τω μεταξύ η Αμέρσα ξενοδουλεύουσα και υφαίνουσα

εις την πατρίδα. Αφού η Φραγκογιαννού μάτην παρεκάλεσεν όσα πλοία

έβλεπεν ετοιμαζόμενα να πλεύσωσι προς τον Μαλιακόν κόλπον ή προς

την Ιστιαίαν, να παραλάβωσι τουλάχιστον την Πορταΐταιναν, ως

γεροντοτέραν και ασθενεστέραν — αυτή διά τον εαυτόν της είχε το

σχέδιόν της — όταν είδεν ότι οι διάφοροι κυβερνήται απήτουν όχι

μόνον τον ναύλον, αλλά να έχη και τρόφιμα η επιβάτις, και αν την

άφηναν εις την Στυλίδα ή τους Ωρεούς, ας κάμη καλά να εύρη πλοίον

διά την πατρίδα της — εξεμυστηρεύθη το σχέδιόν της εις την

Πορταΐταιναν.

— Εγώ, είπεν, είμαι ικανή να πάω στεριά, με τα ποδάρια μου, αποδώ

ως την Αγίαν Άννα — λένε πως είναι δύο μέρες δρόμος — κ' εκεί θα

βρούμε το ταχύπλο, το δικό μας που θα μας γνωρίση ο καπετάν

Πετσερέλος, ο ταχυδρόμος, και θα μας πάρη. Τα έξοδά μου στο δρόμο

θα τα οικονομήσω μαζεύοντας βότανα, χορτάρια, κι' αγριολάχανα, κι'

όποια χριστιανή βρω κ' έχη το παιδί της άρρωστο, ή τον άνδρα της,

θα της κάμω ψευτογιατρικά να βοηθήσω τον άνθρωπό της, να την

υποχρεώσω . . . Μπορείς εσύ; Βαστούν τα κότσια σου;

— Τι θα κάμω; μπορώ, δεν μπορώ, απήντησεν η Πορταΐταινα. Καλλίτερα

να πάμε συντροφιά, όπως ήρθαμε.

Κ' εξεκίνησαν. Η Χαδούλα έκαμεν όπως είπε, μόνον πως αργοπόρησαν

περισσότερον εις τον δρόμον, ένεκα της βραδυποδίας της

Πορταΐταινας. Κ' επέτυχε μάλιστα υπέρ τας ελπίδας της. Όταν μετά

μίαν εβδομάδα, έφθασεν εις την πατρίδα, είχε και περίσσευμα από την

επιχείρησιν. Έφερεν εις την οικίαν της, εξ όσων της έδιδον δι'

αμοιβήν των εκδουλεύσεών της, ένα σάκκον με σίτον, ως μίαν οκάν

τυρίου, δύο όρνιθας, ένα μάλλινο χράμι, το οποίον της εχάρισαν, και

ολίγας δραχμάς μετρητά. Εκ τούτων επλήρωσε γενναιοφρόνως και τον

ναύλον της Πορταΐταινας, διά να υπάγη κι' αυτή εις την εστίαν της.

Όλα ταύτα τα ενθυμείτο καλώς η Αμέρσα, επειδή η μάνα της δεν είχε

παύσει να τα διηγήται έκτοτε. Τώρα είχον παρέλθει δώδεκα έτη, ο

αδελφός της, ευρίσκετο ακόμη εις τας φυλακάς, ο πατήρ της προ

πολλού είχεν αποθάνει, ο Στάθαρος κι' ο Γιαλής δεν επανήλθαν ποτέ

από την Αμερικήν, ο μικρός ο Γιωργάκης κ' εκείνος είχε πάρει μεγάλα

πέλαγα, η Κρινιώ κι' αυτή είχε μεγαλώσει, η Δελχαρώ είχε γεννήσει

και πάλιν κόρην, κι' αυτή, η Αμέρσα, είχε μείνει γεροντοκόρη.

Ζ'.

Άκρα σιγή και ησυχία επεκράτησεν εντός του σκοτεινού θαλάμου, μετά

τον τελευταίον βήχα και τον κλαυθμηρισμόν του θυγατρίου, τα οποία

τόσον αποτόμως διεκόπησαν. Η Φραγκογιαννού είχε κύψει το πρόσωπόν

της, και είχε στηρίξει με τας δύο χείρας το μέτωπον, και είχε

παύσει να σκέπτεται. Της εφαίνετο ότι δεν έζη πλέον. Ούτε η πνοή

της ηκούετο. Πας θόρυβος είχε παύσει. Ούτε φλοξ έβρεμεν εις την

εστίαν, ούτε βόμβος ηκούετο, και το ημίκαυστον φιτύλιον του λίχνου

έφεγγε θλιβερώς. Η μικρά κανδήλα προ πολλού είχε σβύσει εις το

εικονοστάσιον, και αι μορφαί των αγίων δεν εφαίνοντο πλέον.

Αίφνης η λεχώνα εξύπνησε μετά τιναγμού, εν μέσω της άκρας ηρεμίας.

— Τ' είναι, μάνα; είπε.

Η μήτηρ της βλοσυρά, και ως εν φρεναπάτη την εκύτταξεν εις το φως

του λυχναρίου.

— Τ' είναι! είπε, τίποτα. Ξύπνησες;

— Μου φάνηκε πως κάτι είπες . . . πως μ' εφώναξες, μέσ' τον ύπνο

μου.

— Εγώ; . . . όχι. Ταυτιά σου κάμανε.

— Τι ώρα να είναι, μάνα;

— Τι ώρα; ξέρω 'γώ; . . . Τόσες φορές λάλησε και ξαναλάλησε τ'

ορνίθι.

— Και συ δεν εκοιμήθης, μάνα;

— Εχόρτασα τον ύπνο καλά . . . Τρύπησε το πλευρό μου, είπεν η

Φραγκογιαννού, ήτις δεν είχε κλείσει όμμα. Όπου είναι θα φέξη.

Η λεχώνα εχασμήθη, κ' έκαμε το σημείον ταυ σταυρού επί του

στόματος. Συγχρόνως δε ύψωσε το βλέμμα προς το μικρόν

εικονοστάσιον, το οποίον αντίκρυζεν.

— Έχει σβύσει το κανδήλι, μάνα· δεν το άναβες;

— Δεν το αγροίκησα, θυγατέρα, είπεν η γραία· εκοιμώμουν βαθειά.

— Και το παιδί κοιμάται, βλέπω, ήσυχα. Πώς τώπαθε;

— Ησύχασε κι' αυτό τώρα πλεια, είπεν η γραία.

— Κ' εμένα μου πονεί το βυζί μου, είπεν η λεχώ· άρχισε να κατεβάζη

πολύ τώρα. Ήθελα να ήτον ξυπνητό να το βύζαινα.

— Ε! τι να γείνη . . . Θα βρούμε κανένα παιδί, είπεν η γραία.

— Τι λες, μάνα;

Η γραία δεν απήντησεν. Ήθελε κάτι να είπη. Δεν ήξευρε τι να είπη.

— Δεν κάνεις τον κόπο νανάψης το κανδήλι, μάνα;

— Αν θέλης, σηκώσου συ κι' άναψέ το· δεν έχω χέρια . . .

— Πώς!

— Πιάστηκε πλειά το χεράκι μου.

— Τι λες; 'Σε καλό σου, μάνα· εγώ, που δεν έχω πάρει ευχή, κάνει

ν' ανάψω το κανδήλι;

Την στιγμήν εκείνην, καθώς είπε «πιάστηκε το χεράκι μου», επανήλθε

πρώτην φοράν εις τον νουν της γραίας το όνειρον της Αμέρσας.

Δεν ηδυνήθη να κρατηθή, και έπνιξεν εις τα στήθη της βαθύν λυγμόν.

— Τι έχεις, μάνα;

Και η λεχώ επήδησε κάτω από την χαμηλήν κλίνην.

— Δεν είναι καλά, το παιδί;

Φωναί και σπαραγμός και κλαύματα ηκούσθησαν. Η μήτηρ εύρισκε το

θυγάτριόν της νεκρόν εντός του λίκνου.

Από τον θόρυβον, εξύπνησεν εις το διπλανόν χώρισμα ο Κωνσταντής,

όστις είχε χορτάσει καλά τον ύπνον.

— Τι είναι; έκραξε τρίβων τους οφθαλμούς.

Εχασμήθη, ετανύσθη, ετινάχθη, κ' έτρεξεν εις την θύραν του θαλάμου.

— Βρε! τι κάνετε σεις; . . . Θα σηκώσετε τον κόσμο στο ποδάρι . .

. Μήγαρις μας αφήνετε, μπάρεμ, να πάρουμ' ένα ύπνο απ' της φωνές

σας;

Κανείς δεν απήντησεν εις τας διαμαρτυρίας του Κωνσταντή.

Η σύζυγός του έκυπτε, πνίγουσα τους λυγμούς της, επί του λίκνου. Η

πενθερά του εκάθητο συνάπτουσα τας χείρας, αινιγματώδης, σφίγγουσα

τους οδόντας, με απλανές το βλέμμα. Μετά τον πρώτον ακούσιον λυγμόν

της, δεν είχεν εκβάλει πλέον άλλην φωνήν.

— Τι! . . . πέθανε το παιδί; . . . Βρε! . . . έκαμεν ο Κωνσταντής,

μείνας με ανοικτόν το στόμα.

Είτα προσέθηκε·

— Για ταύτο έβλεπα κάτι ανάποδα όνειρα, ζάβαλε! . . .

Η Δελχαρώ, ανακύψασα προς στιγμήν από του λίκνου, συνέχουσα τους

λυγμούς της, είπε·

— Μάνα, δεν θα φέρης τα ρουχάκια του, να ταλλάξουμε; . . . Πού

είν' η Αμέρσα;

Η Φραγκογιαννού δεν απήντησε.

— Πού είναι η Αμέρσα, μάνα; επανέλαβε, ψαύσασα τον αγκώνα της

μητρός της η Δελχαρώ.

Η Φραγκογιαννού ανετινάχθη ως να την έθιξεν άκανθα ή κέντρον

νάρκης.

— Η Αμέρσα, πού είναι; στο σπίτι μας!. . απήντησε.

— Δεν είχεν έρθει 'δω η Αμέρσα; Μου φάνηκε πως άκουσα τη φωνή της

μέσ' τον ύπνο μου, είπεν η λεχώνα.

— Ας πάη να την φωνάξη, είπεν η γραία, νεύουσα με τον κανθόν του

όμματος προς τον γαμβρόν της.

— Κωσταντή, πας να φωνάξης την Αμέρσα; είπεν η λεχώ προς τον

σύζυγόν της.

— Πάω. Ακούς, λέει! . . . Ωχ! κρίμα, ζάβαλε! Καλά που το βαφτίσαμε

κι' όλας.

Ο Νταντής έκυψεν εις το πάτωμα του μικρού προδόμου εις το σκότος,

ψηλαφών να εύρη τα παληοπάπουτσά του να τα φορέση. Έκαμνε μικρόν

θόρυβον, κρούων διαφορά ζεύγη παλαιών τσοκάρων προς άλληλα και επί

των σανίδων του πατώματος.

— Πού είναι τα παληοκατσάρια μου; είπε.

Τέλος εφόρεσεν έν ζεύγος πατημένον γυναικείων εμβάδων, τας οποίας

εύρε, και αίτινες εκάλυπτον μόνον τους δακτύλους των ποδών και

μέρος του ταρσού, αφήνουσαι έξω όλην την πτέρναν. Άλλον θόρυβον

έκαμε διά ν' ανοίξη την θύραν, μη ευρίσκων εις το σκότος τον σύρτην

ούτε το μάνδαλον. Αφού ήνοιξε την θύραν, επανήλθεν αίφνης οπίσω.

— Ακούς, Δελχαρώ, είπε, της Αμέρσας μονάχα να πω να 'ρθή, ή να

'ρθή και το Κρινιώ μαζύ; Τι λες εσύ, πεθερά;

Και η Φραγκογιαννού ανυπόμονος·

— Πήγαινε τώρα, τι φέρνεις γύρο; είπε. Ας ερθή όποιος ερθή!

Η Δελχαρώ εθρήνει ηρέμα κύπτουσα επί του λύκνου. Ο Νταντής πριν

εξέλθη, έρριψε βλέμμα εις το λίκνον και εις την σύζυγόν του.

— Αχ! κρίμα, ζάβαλε! είπε . . . Κ' έβλεπα κάτι όνειρα! . . . βρε,

παιδιά!

Κ' εξήλθε δρομαίος.

Η'.

Την εβδομάδα των Βαΐων, μίαν πρωίαν, απήλθεν η Φραγκογιαννού

ολομόναχη εις την εξοχήν, προς της Μαμούς το ρέμμα. Ήθελε να

επισκεφθή τον μικρόν ελαιώνα, τον οποίον ως «ψυχομοίρι» είχε λάβει

από μίαν εύπορον οπωσούν κουμπάραν της αποθανούσαν άκληρον, και εις

την οποίαν είχε προσφέρει εκδουλεύσεις. Το ήμισυ του ελαιώνος

τούτου είχε δώσει ως προίκα εις την Δελχαρώ, το άλλο ήμισυ κατείχεν

ακόμη η γραία.

Ολίγαι εβδομάδες είχον παρέλθει από τα γεγονότα τα οποία

διηγήθημεν. Ουδείς δυσανάλογος θόρυβος είχε γείνει διά το μικρόν

θυγάτριον της Δελχαρώς της Τραχήλαινας, το οποίον έθαψαν την αυτήν

ημέραν. Η μήτηρ του βρέφους, αν και είδε μέλανα τινα σημεία περί

τον λαιμόν του μικρού παιδιού, δεν θα ετόλμα ποτέ να κάμη λόγον,

ούτε άλλος θα επίστευε το έγκλημα της μητρός της. Προφανώς το

παιδίον είχεν αποθάνει από τον κοκκίτην.

Ο μόνος ιατρός, όστις υπήρχεν από χρόνων εις το χωρίον, ο

φιλάνθρωπος Βαυαρός Β. έτυχεν απών. Είχεν ακουσθή και πάλιν χολέρα

εις την Αίγυπτον, και το υπουργείον των Εσωτερικών συνείθιζε ν'

αποστέλλη κατ' εκλογήν τον ιατρόν τούτον εις την διεύθυνσιν του εν

Δήλω λοιμοκαθαρτηρίου.

Αντ' αυτού η κυβέρνησις είχε στείλει προσωρινώς ως υγειονόμον

γηραιόν τινα ιατρόν, τον κ. Μ., όστις δεν είχε φθάσει ακόμη. Εν τω

μεταξύ υπήρχεν είς απόφοιτος της ιατρικής, διατρίβων εν τη νήσω.

Ούτος κληθείς υπό της δημοτικής αστυνομίας όπως βεβαιώση τον

θάνατον, εκύτταξεν επιπολαίως το πρόσωπον του νεκρού βρέφους,

παρεπονέθη διατί να μην τον φωνάξουν ενόσω τούτο έζη, κ' έδωκε το

«ενταφιαστήριον», γράψας «εκ σπασμώδους βηχός».

Η γραία Χαδούλα από της ημέρας εκείνης έζησε ζωήν τύψεων,

ανησυχίας, και μ' εξωτερικόν σχήμα ως να είχε τέφραν επί της κόμης

της ψαράς, τόσον ελαφρώς κυπτήν και ακίνητον ετήρει την κεφαλήν

της, και ως να εφόρει την μακράν μαύρην μανδήλαν της ως σάκκον

μετανοίας. Όταν εμβήκεν η μεγάλη σαρακοστή, άρχισε να συχνάζη εις

την εκκλησίαν, έκαμνε πολλάς και βαθείας γονυκλισίας, εμελέτα να

εξομολογηθή, και ανέβαλλεν. Ενήστευεν άνευ ελαίου ξηροφαγούσα τας

πέντε ημέρας εκάστης εβδομάδος, και είχε βαστάξει «τρίμερο» την

πρώτην εβδομάδα και το μισοσαράκοστον. Εντρέπετο να βλέπη την κόρην

της, την Δελχαρώ, και απέφευγε ν' αντικρύση το βλέμμα της.

Την ημέραν λοιπόν εκείνην, της εβδομάδος των Βαΐων, έφθασεν η

Φραγκογιαννού λίαν πρωί εις την κορυφήν του υψηλού πετρώδους λόφου,

του αντικρύζοντος εκ δυσμών την πολίχνην, και οπόθεν μελαγχολικό

πίπτει το βλέμμα επί του μικρού κοιμητηρίου, απλουμένου κάτω, επί

υψηλής θαλασσοπλήκτου λωρίδας γης, με τα λευκά μνήματα, και ευθύς

φεύγει ζητούν φαιδρότητα και ζωήν εις τα γαλανά κύματα, εις τον

ευρύν τριπλούν λιμένα, και εις τα χλοερά, χαρίεντα νησίδια, τα

φράττοντα τούτον εξ ανατολών και μεσημβρίας. Επάνω της κορυφής

εκείνης ίστατο ερημικόν, άποπτον, ως φανός την ημέραν λάμπων, το

εξωκλήσιον του Άγιου Αντωνίου. Η Φραγκογιαννού διήλθεν έξωθεν,

ποιούσα το σημείον του Σταυρού, κ' ενώ είχε σκοπόν να εισέλθη, την

τελευταίαν στιγμήν εδίστασε, κ' εξηκολούθησε τον δρόμον της. «Δεν

είμαι άξια, είπε μέσα της, να μπω 'ς ένα ξωκλήσι που τόσο συχνά

λειτουργιέται . . . Ας πάω καλλίτερα στον Άι-Γιάννη τον Κρυφό».

Μετά τούτο έφθασεν εις τον ελαιώνα, επεθεώρησεν έν προς έν όλα τα

ελαιόδενδρα διά να ιδή αν ήσαν φουσκωμένα ήδη. Ήτο ήδη περί τα μέσα

Απριλίου, το δε Πάσχα ήρχετο όψιμον. Παρεκάλει μέσα της τον Χριστόν

«να δώση λαδάκι, για ν' αναπλέψ' η φτώχεια». Από δύο ετών, τω όντι,

δεν είχαν καρπίσει η εληές, είχε δε αναφανή και μία ύπουλος

ασθένεια, φθείρουσα τον καρπόν, και μαυρίζουσα τους κλώνας των

δένδρων.

Αφού έμεινεν επ' ολίγον εις τον ελαιώνα, εσηκώθη, στρέφουσα

πολλάκις την κεφαλήν οπίσω, ως διά ν' αποχαιρετίση τα ελαιόδενδρα

και απεμακρύνθη. Έφθασε κάτω εις το ρεύμα και ήρχισε να το

ανέρχεται, καθώς πολλάκις συνείθιζε. Φέρουσα το καλάθιόν της υπό

τον αριστερόν αγκώνα, κρατούσα το μαχαιράκι της με την χείρα την

δεξιάν, έκυπτε παντού, εις όσα μέρη αυτή εγνώριζε, κ' έψαχνε να

εύρη καυκαλήθρες και ζοχάρια και μυρώνια, και άνηθον διά να γεμίση

το καλαθάκι της, να κάμη πήτταν, το Σάββατον του Λαζάρου, να φάγη

αυτή κ' αι θυγατέρες της, αλλά να προσφέρη κ' εις της γειτόνισσες,

από τας οποίας χάσιμον δεν είχεν.

Εκτός των αγριολαχάνων τούτων, τα οποία όλαι εγνώριζον να

συλλέγουν, η Χαδούλα ήξευρεν άλλα βότανα, χρήσιμα ως φάρμακα διά

τους ασθενείς, το τρίμερο, και την δρακοντιά και την αγριοκρομμύδα,

ανάμεσα εις τας κομάρους και τας πτέριδας, και παρά τας ρίζας των

αγρίων δένδρων, και τους μήκητας και τας ακάνθας και τας κνίδας,

καθώς και το πολυτρίχι εις τους μικρούς καταρράκτας του ρεύματος —

το οποίον λέγουν ότι είναι φάρμακον διά τας λεχούς τας πυρεσσούσας.

Αφού συνέλεξεν ικανά βότανα και εκ του είδους των ιαματικών τούτων,

τα οποία ετύλιξεν εις χωριστόν μανδήλι εντός του καλαθιού, και η

ώρα έκλινεν ήδη προς το δειλινόν, και ο ήλιος επλησίαζεν εις την

κορυφήν του βουνού, εντός του ρεύματος βαθεία ήτο η σκιά, και ο

θρους των βημάτων της αντήχει ως δούπος σκληρός εις το βάθος της

ψυχής της.

Η γραία ανήρχετο ήδη υψηλότερα, προς την απότομον κορυφήν του

ρεύματος. Κάτω εχαράττετο βαθύ το ποτάμιον, τ' Αχειλά το ρέμμα, και

όλην την βαθείαν κοιλάδα μετά ηρέμου μορμυρισμού διέτρεχε το ρεύμα,

κατά το φαινόμενον ακινητούν, λιμνάζον, αλλά πράγματι αενάως

κινούμενον υπό τας μακράς βαθυκόμους πλατάνους· ανάμεσα εις βρύα

και θάμνους και πτέριδας, εφλοίσβιζε μυστικά, εφίλει τους κορμούς

των δένδρων, έρπον οφιοειδώς κατά μήκος της κοιλάδος, πρασινωπόν

από τας ανταυγείας τας χλοεράς, φιλούν και άμα δάκνον τους βράχους

και τας ρίζας, νάμα μορμύρον, αθόλωτον, βρίθον από μικρά

καβουράκια, τα οποία έτρεχον να κρυβώσιν εις το θόλωμα της άμμου,

άμα κανέν βοσκόπουλον, αφήνον τας ολίγας αμνάδας να βόσκουν εις την

δροσεράν χλόην, ήρχετο να κύψη εις το ρεύμα, και ανεσήκωνε πέτραν

τινά διά να τα κυνηγήση. Το λάλον, ασίγητον κελάδημα των κοσσύφων

αντήχει αρμονικόν εις το δάσος, το περιστέφον όλην την δυτικήν

κλιτύν, και ανέρπον εις την κορυφήν του Αναγύρου, έως την

Αετοφωλιάν επάνω — όπου ελέγετο ότι είς θαλασσαετός είχε κατοικήσει

επί τρεις γενεάς ανθρώπων εκεί, και τέλος εξέλιπε χωρίς ν' αφήση

αετόπουλα. Εις την ερημωθείσαν φωλεάν του ευρέθη ολόκληρον μουσείον

από τεράστια κόκκαλα θαλασσίων όφεων, φωκών, καρχαριών και άλλων

εναλίων θηρίων, τα οποία είχε ξεφαντώσει κατά καιρούς ο μέγας και

κραταιός όρνις των θαλασσών, με το γρυπόν ράμφος του το κυανωπόν,

και με το τεφρόν μεγαλοπρεπές πτέρωμα.

Επάνω εις την κορυφήν του ρεύματος, εις ένα ζυγόν σχηματιζόμενον

μεταξύ δύο βουνών, ανάμεσα εις του Κονόμου τα ρόγγια και εις τον

Μικρόν Ανάγυρον, εκεί ευρίσκετο από παλαιόν καιρόν το αρχαίον,

έρημον μονύδριον, ο Άι-Γιάννης ο Κρυφός. Ήτο πράγματι κρυφός,

κείμενος όπισθεν του μικρού αυχένος, καλυπτόμενος από τα δύο βουνά,

και από πυκνήν λόχμην. Είτε εκ του βορείου μέρους ήρχετό τις, όπως

τώρα η Φραγκογιαννού από τ' Αχειλά το ρέμμα, είτε εκ του

μεσημβρινού, εκ της τοποθεσίας της καλουμένης του Κονόμου τα

ρόγγια, και αν εγγύτατα διήρχετο πλησίον του παλαιού σεβάσματος,

ήτο αδύνατον να υποπτεύση την ύπαρξίν του, αν δεν εγνώριζε καλώς τα

μέρη, όπως τα εγνώριζεν η Φραγκογιαννού.

Ο περίβολος και τα ολίγα κελλία ήσαν ερείπιον από πολλού. Ο ναΐσκος

ωρθούτο ακόμη, αλλ' ήτον έρημος και αλειτούργητος. Το καθολικόν

εστεγάζετο ακόμη, αλλ' εις το άγιον βήμα η στέγη είχε καταρρεύσει

προς το βόρειον, αι δε πλάκες της σκεπής και τα συντρίμματα είχον

καλύψει το θυσιαστήριον· υπήρχε ξύλινον τέμπλον, πάλαι ποτέ γλυπτόν

και χρυσωμένον, εφθαρμένον και δυσγνώριστον, αλλ' αι εικόνες

έλειπον. Αι ολίγαι τοιχογραφίαι είχον φθαρή από την υγρασίαν, και

τα πρόσωπα των Αγίων δεν διεκρίνοντο πλέον.

Μόνον δεξιόθεν του χορού υπήρχε μία τοιχογραφία παριστώσα τον Άγιον

Ιωάννην τον Πρόδρομον μαρτυρούντα τον Χριστόν. «Ίδε ο Αμνός του

Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Το πρόσωπον και η χειρ του

Βαπτιστού, τεινομένη και δεικνύουσα, διεκρίνοντο οπωσούν καλώς. Το

πρόσωπον του Σωτήρος λίαν αμυδρώς εφαίνετο επί του υγρού τοίχου.

Τον Άι-Γιάννην τον Κρυφόν επεκαλούντο τον παλαιόν καιρόν όλοι όσοι

είχον «κρυφόν πόνον» ή κρυφήν αμαρτίαν. Η γραία Χαδούλα εγνώριζε

την δοξασίαν ή το έθιμον τούτο, και διά τούτο ενθυμήθη να έλθη

σήμερον εις τον παλαιόν, έρημον ναΐσκον, όπως προσφέρη τας ικεσίας

της. Προέκρινε τον ναόν τον αλειτούργητον, αφού και εις την

ενοριακήν εκκλησίαν, όπου εσύχναζεν όλην την σαρακοστήν, ετόλμα

μόνον να εισέρχεται μάλλον εις τον νάρθηκα, όπισθεν του ενός φύλλου

της γυναικείας πύλης, του κλεισμένου με τον σύρτην — ως να ησθάνετο

την ανάγκην να είν' ετοίμη προς φυγήν, άμα την εδίωκέ τις! Και δεν

εφοβείτο τόσον μη την διώξη ο Παπανικόλας, ο αυστηρός και ασκητικός

εφημέριος, ή ο κυρ Δημητρός ο επίτροπος, όστις πάντοτε εγόγγυζε και

ήτο τραχύς προς τας γραίας, αίτινες επέμενον μη θέλουσαι ν'

ανέρχονται εις τον γυναικωνίτην, και απήτουν να έχουν διαρκώς

μικρόν, περίφρακτον με σειράς στασιδίων διαμέρισμα εις την

βορειοδυτικήν γωνίαν του ναού· αλλ' εφοβείτο τον Αρχάγγελον, τον

αγριωπόν, όστις ήτο ζωγραφισμένος μεγαλωστί επί της βορείας πύλης

του ναού, με την ρομφαίαν του την φλογίνην εις την χείρα.

Εισήλθεν εις τον έρημον ναΐσκον, άναψεν έν κηρίον, το οποίον είχεν

εις το καλάθι της μαζύ με ολίγα πυρεία, κ' έκαμε τρεις στρωτάς

γονυκλισίας εμπρός εις την τοιχογραφίαν την ημιφθαρμένην. Είτα,

ανακυκλούσα εις τον νουν την έμμονον ιδέαν, ήτις της είχε κολλήσει,

χωρίς να την εκφράζη μεγαλοφώνος, είπε με φωνήν, την οποίαν θα

ηδύνατο ν' ακούση τις, αν παρίστατο μάρτυς της σκηνής εκείνης: «Αν

έκαμα καλά, Άι-Γιάννη μου, να μου δώσης σημείο σήμερα. . να κάμω μία

καλή πράξι, ένα ψυχικό, για να γαληνιάσ' η ψυχή μου κ' η καρδούλα

μου! . . . »

Θ'.

Αφού είχε γεμίσει το καλάθι της, και ο ήλιος έκλινε πολύ χαμηλά,

καθώς εξήλθε του ερήμου ναΐσκου, η γραία Χαδούλα εκίνησε να

επιστρέψη εις την πολίχνην. Κατήλθε πάλιν το ρέμμα-ρέμμα εις τα

οπίσω εστράφη δεξιά, άρχισε ν' ανηφορίζη προς τον λόφον του Άγ.

Αντωνίου, οπόθεν είχεν έλθει. Μόνον πριν φθάση ακόμη εις την

κορυφήν του λόφου, εφ' ου ίσταται το παρεκκλήσιον, και οπόθεν

ανοίγεται μεγάλη θέα προς τον λιμένα και την πόλιν, είδεν εκεί

δεξιά της χαμηλά εις το βάθος μικράς κοιλάδος, ήτις καλείται της

Μάμους το ρέμμα, και τέμνει κατ' αμβλείαν γωνίαν την άλλην βαθείαν

κοιλάδα του Αχειλά, τον ευρύν και καλώς καλλιεργημένον κήπον του

Γιάννη του Περιβολά, και είπε μέσα της·

«Ας πάω στον μπαχτσέ του Γιάννη, να του γυρέψω κανένα μάτσο

κρομμύδια, ή κανένα μαρούλι, να με φιλέψη . . . Τι θα χάσω;»

Συγχρόνως, ανεπόλησε την στιγμήν εκείνην, ό,τι προ ημερών είχεν

ακούσει· ότι η γυναίκα του Γιάννη του Περιβολά ήτον άρρωστη. Ηγνόει

αν αύτη ευρίκετο τώρα εις την καλύβην την εντός του κήπου, παρά την

είσοδον, ή αν ενοσηλεύετο εις την πόλιν. Αλλ' επειδή ο κηπουρός ο

ίδιος θα ευρίσκετο εξ άπαντος εδώ, (συνεπέρανεν, επειδή έβλεπε

μακρόθεν ανοικτήν την θύραν του περιβόλου) εσυλλογίσθη να του

πουλήση δούλευσιν, με τα βότανα που είχε στο καλαθάκι της,

υποσχομένη αυτώ «μαντζούνια» προς ίασιν της γυναικός του. Είτα

ευθύς πάλιν είπε καθ' εαυτήν·

«Τι δούλεψι να κάμη κανείς στη φτώχεια! . . . Η μεγαλείτερη

καλωσύνη που μπορούσε να τους κάμη θα ήτον να είχε κανείς

στερφοβότανο να τους δώση. (Θε μ', σχώρεσέ με!) Ας ήτον και

παλληκαροβότανο! επέφερε. Γιατί κάνει όλο κοριτσάκια, κι' αυτή η

φτωχιά! . . . Θαρρώ πως έχει πέντ' έξη ως τώρα. Δεν ξέρω αν της έχη

πεθάνει κανένα . . . απ' αυτά τα εφτάψυχα!»

Είχεν ερευνήσει, τω όντι, επί χρόνους πολλούς, εις τα βουνά και τας

φάραγγας, όπως εύρη «παλληκαροβότανο» διά την κόρην της, αλλ'

εκείνο το οποίον της είχε δώσει δεν επέτυχεν εξ εναντίας, ενήργησε

μάλλον ως «κοριτσοβότανο». Και όμως εις αυτήν άλλοτε, όταν της το

έδωκεν η ανδραδέλφη της, είχε τελεσφορήσει, διότι έκαμε τέσσαρας

υιούς, και μόνον τρεις θυγατέρας. Όσον αφορά το «στερφοβότανο», ο

πνευματικός της είχεν ειπεί προ χρόνων ότι είναι μεγάλη αμαρτία.

Η Φόνισσα · 第 3 / 13 段