Ο Μούτρος ή Μούρτος, επάνω στο πάτωμα, ήτον πλήρης οργής, μεθύων

ακόμη, και αφρισμένος. Εφύσα από μανίαν και λύσσαν. Εκεί επάνω

ευρέθη μόνη η αδελφή του η Αμέρσα, παιδίσκη δεκαεπτά ετών τότε,

ήτις ετρόμαξεν άμα τον είδε ν' αναρριχάται εις την κλαβανήν με

τοιούτον αλλόκοτον τρόπον. Είχεν ακούσει κάτω τα βήματα και τας

βλασφημίας των δύο χωροφυλάκων. Έκυψεν εις μικράν σχισμάδα, μεταξύ

δύο σανίδων του κακώς ηρμοσμένου πατώματος, ή εις ένα ρόζον μιας

σανίδος, χάσκοντα, κενόν, και είδε κάτω τους δύο ανθρώπους της

εξουσίας, εις το φως το εισδύον διά της θύρας του κατωγείου την

οποίαν είχον ανοίξει εκείνοι.

— Μωρή! σ' έφαγα . . . τώρα δα πιω το αίμα σου! έκραζεν ο Μούτρος,

μη έχων που αλλού να ξεθυμάνη, και απειλών άνευ αιτίας την αδελφήν

του.

— Σιώπα! . . . σιώπα! εψιθύρισεν η Αμέρσα. Πω πω, θεέ μου! Δύο

«ταχτικοί»! κάτω στο κατώι . . . ψάχνουν . . . ψάχνουν . . . Τι

γυρεύουν;

Έβλεπε τους δύο χωροφύλακας ν' αποκομίζουν τα μικρά, άξεστα όπλα,

τα έργα του αδελφού της, ως και τον τροχόν και τας ακόνας. Είτα

αίφνης τους είδε να κόπτουν προς την γωνίαν, όπου ίστατο ο

υφαντικός ιστός της μητρός της, και είδε τον ένα χωροφύλακα να

λαμβάνη εις τας χείρας του την σαΐτταν ή κερκίδα, ήτις θα του εφάνη

ίσως και αυτή ως όπλον — αφού μάλιστα καλείται και σαΐττα. Ο άλλος

εδοκίμασε ν' αποσπάση από τον εργαλειόν το αντίον, το μέγα

κυλινδροειδές ξύλον, περί το οποίον τυλίγεται το νεοΰφαντον πανίον·

ίσως δεν είχεν ιδεί παρόμοιον πράγμα εις την ζωήν του κ' εφαντάζετο

ότι και αυτό ίσως θα ήτο καλόν διά να χρησιμεύση ως όπλον.

Η Αμέρσα, ιδούσα, αφήκε κραυγήν πεπνιγμένην. Ηθέλησε να φωνάξη ν'

αφήσουν το αντί και την σαγίττα, αλλ' ο ήχος εξέπνευσεν εις το

στόμα της.

— Σκάσε, μωρή! έγρυξεν ο Μούρτος. Τι λογιάζεις; Τι γλέπεις και

γελάς;

Ο Μούρτος, εν τη μέθη του, είχεν εκλάβει ως γέλωτα την άναρθρον

εκείνην κραυγήν της αδελφής του.

Μετ' ολίγα λεπτά, οι δύο χωροφύλακες, αφού έρριψαν τελευταίαν

βλέμμα προς την κλαβανήν — την οποίαν είχον ιδεί να κλείεται

ακριβώς καθ' ην στιγμήν εισήρχοντο εις το ισόγειον — εξήλθον. Η

Αμέρσα ανεσηκώθη. Της εφάνη ότι ήκουσε τριγμόν εις το κάτω

σκαλοπάτι της εξωτερικής σκάλας, ήτις ήτο ξυλίνη, σκεπαστή υπό το

ευρύχωρον χαγιάτι, το υπόστεγον. Ετρεξε προς την θύραν.

Εφαντάσθη ότι οι δύο «ταχτικοί», όπως τους ωνόμαζεν, ανέβαινον την

σκάλαν, και ίσως θα παρεβίαζον και την θύραν της οικίας. Έκυψεν εις

την κλειδότρυπαν, επροσποιήθη να ίδη κ' εννοήση τα συμβαίνοντα διά

της μικράς οπής, επειδή το μόνον παράθυρον της προσόψεως ήτο

κλεισμένον, και δεν είχεν άλλο μέσον διά να ίδη.

Ο Μούρος βλέπων την Αμέρσαν να τρέχη προς την θύραν, εφαντάσθη, εν

τω παραλογισμώ της μέθης του, ότι η αδελφή του ήθελε ν' ανοίξη την

θύραν και τον παραδώση εις τους χωροφύλακας. Τότε τυφλός εκ μανίας,

έσυρεν όπισθεν, από τα νώτα της οσφύος του, τροχισμένην μάχαιραν,

την οποίαν είχε και ορμήσας εκτύπησε την αδελφήν του εις το πλευρόν

όπισθεν κατά την δεξιάν μασχάλην.

Αισθανθείσα τον ψυχρόν σίδηρον, η Αμέρσα αφήκε σπαρακτικήν κραυγήν.

Οι δύο χωροφύλακες δεν είχον ακόμη απομακρυνθή, αλλ' είχαν

κοντοσταθή έξω της θύρας του ισογείου, ως να εσυμβουλεύοντο τι να

κάμουν. Ήκουσαν την κραυγήν εκείνην του τρόμου, εκύτταξαν επάνω κ'

έτρεξαν.

Τότε ανέβησαν μετά κρότου την σκάλαν κ' έφθασαν εις το χαγιάτι.

Έσεισαν βιαίως την θύραν.

— Εν ονόματι του Νόμου! ανοίξατε!

Την στιγμήν εκείνην ήλθεν εις τον ένα των χωροφυλάκων η υπόνοια ότι

ο ένοχος θα ηδύνατο ίσως να δραπετεύση διά της καταρρακτής και του

ισογείου. Στραφείς εις τον δεύτερον χωροφύλακα του λέγει·

— Έχε τον νουν σου, συ! Μη μας το στρήψη από κάτ' απ' το καταχυτό,

απ' την καταρρήχωσι! . . . Κ' ύστερις πού να τον χαλεύουμε;

— Τι κρένεις; είπεν ο δεύτερος, μη εννοήσας αμέσως.

— Αυτό που σου κρένω! επέμενεν ο πρώτος . . . Κάμε κείνο που σε

χουιάζουνε!

Ο δεύτερος χωροφύλαξ, καίτοι νωθρός ολίγον, έτρεξε κάτω όσον

ταχύτερα ημπόρεσε, διά να κλείση την θύραν του ισογείου, ή διά να

παραμονεύση. Αλλ' ήτον ήδη αργά. Ο Μούρος εν τω μεταξύ είχεν

ανοίξει την κλαβανήν, αποσύρας την μικράν κασσέλαν, την οποίαν είχε

βάλει επάνω της, και είχε πηδήσει κάτω. Ήτον υπέρ τα δύο μέτρα το

ύψος, αλλ' ο Μούρος ήτον ελαφρός, ευκίνητος, κάτω δε το έδαφος ήτο

στρωμένον με πελεκούδια και πριονίδια κ' έφθασε κάτω όρθιος και

αβλαβής.

Τρέχων ως άνεμος, ανέτρεψε τον χωροφύλακα, όστις έπεσε βαρύς

έμπροσθεν της εξωτερικής σκάλας, κ' έφυγεν, ο Μούρτος, ως αστραπή.

Έτρεξεν επάνω εις τα Κοτρώνια, εις την κατοικίαν των γλαυκών. Ήτο

βραχώδης λόφος υψούμενος υπεράνω, εκ των νώτων της οικίας, όπου

ήξευρεν όλα τα «κατατόπια» ο Μούρτος. Ούτε κατώρθωσέ τις ποτέ

χωροφύλαξ ή άλλος να τον συλλάβη.

Την ώραν που είχε πηδήσει ο Μούτρος από την καταρρακτήν, παραδόξως

είχεν ενθυμηθή — ίσως διότι είχε ξεμεθύσει ήδη από τα συμβάντα, ή

είχε «ξεμουστώσει», όπως θα έλεγεν ο ίδιος — είχεν ενθυμηθή, λέγω,

ότι, αφού εμαχαίρωσε την αδελφήν του η μάχαιρα του έπεσεν από την

χείρα, και έκειτο εις το πάτωμα. Τούτο συνέβη ίσως διότι, του είχον

έλθει τύψις και φόβος, την στιγμήν εκείνην — διά και επιπολής μόνον

είχε θίξει με την λεπίδα την σάρκα της αδελφής του.

Καθώς του ήλθεν η ιδέα να φύγη κ' έτρεξε ν' ανοίξη την κλαβανήν,

επειδή ενόησε πλέον ότι οι χωροφύλακες ανέβαινον εις το πάτωμα, μη

έχων καιρόν να επανέλθη προς το μέρος της θύρας, διά να κύψη και

αναλάβη την μάχαιραν, έτοιμος να πηδήση κάτω, εφώναξε προς την

αδελφήν του·

— Το «χαμπέρ», μωρή! . . . Κύτταξε να κρύψης κείνο το «χαμπέρι»!

Την έκφρασιν ταύτην επροτίμησε, διά να μη ακούσουν οι χωροφύλακες

το ομοιοτέλευτον «μαχαίρι». Κατά την φοβεράν στιγμήν, πταίστης και

ένοχος, επεκαλείτο την φιλοστοργίαν της αδελφής του διά να τον

σώση, καθότι είχε πεποίθησιν εις αυτήν. Η μάχαιρα θα ήτο

αιματωμένη, και θα έβλεπον το αίμα οι διώκται. Και συνιστών την

απόκρυψιν του οργάνου, ήλπιζε την απόκρυψιν του εγκλήματος.

Τω όντι η Αμέρσα, ενώ το αίμα έρρεεν ήδη εκ της πληγής της,

βλέπουσα ότι εξάπαντος θα παρεβιάζετο η θύρα, εκ παλαιάς λεπτής

σανίδος, μ' εσκωριασμένους σύρτας και μάνδαλα, σχεδόν λιποθυμούσα

ήδη, έκυψε και ανέλαβε την μάχαιραν. Είτα εσύρθη μέχρι της γωνίας

όπου ήτο μικρά τέμπλα, ήτοι σωρός εκ διπλωμένων σινδόνων,

προσκέφαλων και στρωμνών.

Έκρυψε την αιματωμένην μάχαιραν κάτωθεν όλου αυτού του σωρού των

οθονίων, ετυλίχθη αυτή με παλαιόν, εμβαλωμένον, αλλά καθαρόν

πάπλωμα, κ' εκάθησεν απάνω εις τον χαμηλόν σωρόν, όστις εβυθίσθη

ακόμη χαμηλότερα. Έφερε την αριστεράν χείρα εις την μασχάλην της,

κ' επροσπάθει να σταματήση το αίμα. Παραδόξως δεν είχε δειλιάσει

όταν είχεν ιδεί το αίμα, αν και πρώτην φοράν της συνέβαινε το

πάθημα. Το όλον της εφαίνετο ως όνειρον. Μόνον έσφιγγε τους οδόντας

και ηπόρει πώς δεν ησθάνετο ακόμη πόνον. Αλλά μετ' ολίγα

δευτερόλεπτα, ησθάνθη οξείαν αλγηδόνα.

Την ιδίαν στιγμήν, η θύρα εβυθίσθη προς τα έσω. Ο είς χωροφύλαξ

εισεπήδησε μετά κρότου εις το πάτωμα.

Η Αμέρσα δεν ανεσήκωσε την κεφαλήν, έκυπτε και ήτο τυλιγμένη έως

την μύτην εις το πάπλωμα.

— Πού είναι αυτός, ο σκιάς; έκραξεν απειλητικώς ο χωροφύλαξ.

Η Αμέρσα δεν απήντησεν.

Ο στρατιωτικός, όστις δεν είχεν αντιληφθή ούτε την φυγήν του

Μούρου, ούτε την ανατροπήν και πτώσιν του ιδίου συστρατιώτου του,

ίσως διότι η στιγμή εκείνη συνέπεσεν ακριβώς με την παραβίασιν της

θύρας, και ο είς κρότος έπνιγε και εβώβαινε τον άλλον, εξήτασεν

όλον τον πρόδομον όπου ευρίσκετο η Αμέρσα, είτα μετέβη δρομαίως εις

τον χειμερινόν θάλαμον, είτα εις τον θαλαμίσκον. Κανένα δεν εύρε.

Μόνον η κλαβανή ήτον ανοικτή.

Μετά μίαν στιγμήν, ανήρχετο και ο δεύτερος ο μόσκηνός του.

— Τώστριψε;

— Τώδωκε απ' την καταρρήχωσι χάμω . . .

— Και τον εχούιαξες; . . . Δεν τον επρόκαμες;

— Έφαγα κατραπακιά! . . . Α! μα φευγάλα . . . Εφτά μίλια την ώρα!

. . .

— Αχ! έκαμεν ο πρώτος χωροφύλαξ, κάμπτων τον λιχανόν της δεξιάς

χειρός, και φέρων αυτόν εις το στόμα, ως διά να τον δαγκάση, μετά

πείσματος βιαίου της κεφαλής. Μας πρέπει για να μας τα ξηλώσουνε.

Ο δεύτερος χωροφύλαξ, θέλων να κάμη τον αυστηρόν, απέτεινε τον

λόγον προς την κόρην.

— Για πού τώβαλε ο αδερφός σου, μωρή; της είπεν.

Η Αμέρσα δεν απήντησε. Πλην μέσα της με ακουσίαν ειρωνείαν ίσως θα

εψιθύρισε με όλον τον δεινόν πόνον και την αγωνίαν ην ησθάνετο·

«Εσύ ξέρεις».

— Τι κάθεσαι αυτού, κορίτσι μου; είπεν ημερώτερος ο πρώτος

χωροφύλαξ. Μη σ' εχτύπησε τίποτα;

Η Αμέρσα ανένευσε.

— Τ' είχε και σε χάλευε; . . . Γύρευε να σε μαχαιρώση;

— Γιατί φώναξες! προσέθηκεν ο δεύτερος.

Η Αμέρσα απήντησεν εις την ερώτησιν του πρώτου χωροφύλακος.

— Όχι!

— Αλήθεια, μη σ' εμαχαίρωσε; επέμενεν ο άνθρωπος.

Η Αμέρσα, με φυσικήν επιφώνησιν, είπεν·

— Ο αδελφός μου, θελά με μαχαιρώση!

— Γιατί κάθεσ' αυτού, τι έχεις; Είσαι άρρωστη;

— Έχω θέρμη!

Η Αμέρσα δεν είχε συλλογισθή ότι το πάτωμα, ή και η ψάθα, θα είχαν

ίσως κηλιδωθή με αίμα. Ήδη είχε δύσει ο ήλιος, και ήτο αμφιλύκη

εντός της οικίας. Εκτός τούτου το μέρος όπου είχε πέσει η

αιματωμένη μάχαιρα, ευρίσκετο την στιγμήν ταύτην εις την σκιάν,

όπισθεν της μονοφύλλου θύρας, ανοικτής κατά τα δύο τρίτα, και

φθανούσης μέχρι του τοίχου, ώστε οι δύο άνδρες δεν είδον τας

κηλίδας τας ερυθράς.

— Γιατί είχες βάλει μία φωνή; επέμενεν ο πρώτος χωροφύλαξ.

— Είχα πόνον και ζάλη, είπεν η Αμέρσα.

Και την ιδίαν στιγμήν, ως διά να επικυρωθή ο λόγος της, της ήλθε

πράγματι λιποθυμία. Έκαμε ωχ! σφίγγουσα τους οδόντας κ' έκυψε κάτω.

Οι δύο άνθρωποι της εξουσίας συγκινηθέντες, εκυττάχθησαν, και ο

πρώτος είπε·

— Μα, πού είν' η μάνα της;

Ως υπακούουσα εις την πρόσκλησιν ταύτην, έφθασε τρέχουσα η

Φραγκογιαννού.

— Να εκείν' η γρηά, που την τράβηξ' απ' τα μαλλιά ο γυιός της,

μέσ' το σοκάκι! είπεν ο δεύτερος χωροφύλαξ.

Είτα προσέθηκε·

— Δε μ' κρένεις, γερόντισσα, πού είν' ο γυιόκας σου;

Η Φραγκογιαννού δεν απήντησε κ' έτρεξε πλησίαν της Αμέρσας. Ήτο

επιτηδεία ιάτρισσα, και ήτο ικανή να περιποιηθή την κόρην της.

Όλα ταύτα ήρχοντο συχνά εις την μνήμην της Αμέρσας, κ' επανήλθον

ακόμη και κατά τας μακράς ώρας, της νυκτός, τας εσπερινάς και

ορθρίας, οπότε αύτη έχανε τον ύπνον της εις τον οικίσκον, πλησίον

της κοιμωμένης Κρινιώς, της μικράς αδελφής, ενώ η μήτηρ των απούσα

κατά τας αυτός ώρας ηγρύπνει επί νύκτας τώρα, εις τον θάλαμον της

λεχούς, εις την οικίαν της άλλης, της μεγάλης κόρης της, και όταν

επέστρεψεν εις τον οικίσκον μετά την νυκτερινήν έξοδον, την οποίαν

είχεν επιχειρήσει, ως «αλαφροΐσκιωτη» που ήτον, κατ' ακολουθίαν του

ονείρου εκείνου, είδεν εις το αμυδρόν φως της κανδήλας, της

καιούσης εμπρός εις την μικράν παλαιάν και μαυρισμένην εικόνα της

Παναγίας, είδεν ότι η μικρά αδελφή της, το Κρινιώ, εκοιμάτο ακόμη,

και δεν εφαίνετο να είχε σεισθή από την θέσιν της. Μόνον, άμα

εισήλθεν η Αμέρσα, η Κρινιώ, ως να ήκουσε τον μικρόν θρουν αμυδρώς

μέσα εις τον ύπνον της, εκινήθη ηρέμα, εστέναξε, κ' εγύρισεν από το

άλλο πλευρόν, χωρίς άλλως να εξυπνήση.

Αλαφροΐσκιωτη! τω όντι. Η λέξις την οποίαν είχε προφέρει αρτίως η

μήτηρ της, της επανήλθε πράγματι εις τον νουν, την ώραν καθ' ην, με

το τρίτον λάλημα του πετεινού, επέστρεψεν εις την οικίαν, πλησίον

της κοιμωμένης μικράς αδελφής της. Αλλ' ήτο άρα αυτή πράγματι

«αλαφροΐσκιωτη;» Αυτή της οποίας τα όνειρα, αι πλάναι, και αι

παρακρούσεις πολλάκις συνέβη να σημαίνωσιν, ή να δηλώσι τι, ή ν'

αφίνωσι παράδοξον εντύπωσιν. Και αυτά τα ψεύματά της, όσα έλεγεν,

εγίνοντο ακούσιαι αλήθειαι δι' αυτήν. Όπως, φέρ' ειπείν, όταν, μετά

το μαχαίρωμα το οποίον είχεν υποστή από τον αδελφόν της, απαντώσα

εις τας εταστικάς ερωτήσεις του χωροφύλακος, έλεγεν: «Είχα πόνο και

ζάλη!». Και συγχρόνως άμα τω λόγω αυτώ, της ήρχετο αληθής

λιποθυμία, ωσεί ανωτέρα τις, δαιμονία θέλησις να ήθελε να καλύψη το

ψεύδος της.

Η Αμέρσα, κατεκλίθη εκ νέου πλησίον της αδελφής της και δεν

εκοιμήθη. Αι αναμνήσεις εξηκολούθουν να της έρχωνται ραγδαίαι,

καίτοι ολιγώτερον τυραννικαί και μελανόπτεροι ή όσον εις την μητέρα

της. Και κατά τας μακράς εκείνος ώρας δεν έπαυσε ν' αναλογίζεται

καθ' εαυτήν την τύχην του αδελφού της, του Μούρου, όστις ευρίσκετο

τώρα εις το δεσμωτήριον της Χαλκίδος.

Ε'.

Άμα απήλθεν η Αμέρσα, η Φραγκογιαννού, ζαρωμένη πλησίον της γωνίας

μεταξύ της εστίας και του λίκνου, έχασεν εκ νέου τον ύπνον της, και

ήρχισε να συνεχίζη τους πικρούς και πόρρω πλανωμένους διαλογισμούς

της. Όταν λοιπόν εξενιτεύθησαν εις την Αμερικήν οι δύο μεγαλείτεροι

υιοί, και η Δελχαρώ εμεγάλωσεν, ανάγκη ήτο αυτή η μήτηρ να φροντίση

διά την αποκατάστασιν της κόρης, καθότι ο γέρων, ο «Λογαριασμός»,

δεν διέπρεπεν επί δραστηριότητι. Λοιπόν ηξεύρει όλος ο κόσμος τι

σημαίνει μία μήτηρ να είναι συγχρόνως και πατήρ διά τας κόρας της,

και να μην είναι τουλάχιστον μήτε χήρα. Οφείλει η ίδια και να

υπανδρεύση και να προικίση και προξενήτρια και πανδρολόγισσα να

γίνη. Ως ανήρ οφείλει να δώση οικίαν, άμπελον, αγρόν, ελαιώνα, να

δανεισθή μετρητά, να τρέξη εις του συμβολαιογράφου, να υποθηκεύση.

Ως γυνή, πρέπει να κατασκευάση ή να προμηθευθή «προίκα», τουτέστι

παράφερνα, ήτοι σινδόνας, χιτώνια κεντητά, μεταξωτάς εσθήτας με

χρυσοΰφαντα ποδογύρια. Ως προξενήτρια πρέπει ν' ανιχνεύση γαμβρόν,

να τον κυνηγήση, να τον αλιεύση, να τον ζωγρήση. Και οποίον

γαμβρόν!

Ένα ωσάν τον Κωνσταντήν, όστις ερρογχάλιζε τώρα, πέραν του

μεσοτοίχου, εις τον πλαγινόν θαλαμίσκον, άνθρωπον σπανόν,

«αΐσκιωτον», &άγαρμπον&. Και ο τοιούτος να έχη «καπρίτσια»,

απαιτήσεις, πείσματα· σήμερον να ζητή τούτο και αύριον εκείνο· την

μίαν ημέραν να ζητή τόσα, την άλλην περισσότερα· και συχνά «να τον

βάζουν στα λόγια» άλλοι ιδιοτελείς ή φθονεροί, ν' ακούη εντεύθεν κ'

εκείθεν διαβολάς, ραδιουργίας, «μαναφούκια» και να μη θέλη «να

ταιριασθή». Και να εγκαθίσταται μετά τον αρραβώνα στης πενθεράς το

σπίτι, και να «σκαρώνη» έξαφνα «πρωιμάδι». Κι' όλον τον καιρόν

«κόττα-πήττα».

Κι αυτόν τον γαμβρόν, με μυρίους κόπους, με ανεκδιήγητα βάσανα,

μόλις, μετά πολύν καιρόν, να τον πείθη τις να στεφανωθή επιτέλους.

Κ' η νύφη να καμαρώνη, φέρουσα στολισμόν πολυτελή, καρπόν πολλής

νηστείας και οικονομίας, κ' η νύφη να μην έχη πλέον μέσην, διά ν'

αναδεικνύεται το πάλαι λιγυρόν ανάστημά της.

Και τρεις μήνας μετά τον γάμον να γεννά κόρην — μετά τρία ακόμη έτη

ένα υιόν — μετά δύο έτη πάλιν κόρην — αυτήν την νεογέννητον, χάριν

της οποίας ηγρύπνει τώρα τόσας νύκτας η γηραιά μάμμη.

Και δι' όλ' αυτά τα θυγάτρια να μέλλη να υποφέρη η μήτηρ των τόσα —

κι' άλλα τόσα — κι' άλλα τόσα, από όσα έχει υποφέρει η μάννα της

δι' αυτήν.

Έμεινεν η καϋμένη, η ανδροκόρη, η Αμέρσα, ανύπανδρη, (ας έχη την

ευχήν της). Είδε την γλύκα. Τω όντι φρόνιμη νέα. Τι θ' απήλαυεν από

τα βάσανα του κόσμου; Και ούτ' εζήλευε καν! Τι να ζηλέψη; Έβλεπε

την μεγάλην αδελφήν της και την ελυπείτο — την εκαίετο.

Όσον διά την μικράν, την Κρινιώ, άμποτε κι' αυτήν ο Θεός να την

φωτίση! Όπως κι' αν έχη, η μάνα της δεν έχει σκοπόν — δεν βαστά

πλέον, δεν αντέχει — να υποφέρη διά να την υπανδρεύση και το

πολλοστημόριον όσων διά την μεγάλην αδελφήν της υπέφερεν. Αλλά σας

ερωτώ, έπρεπε πράγματι να γεννώνται τόσα κοράσια; Και αν γεννώνται,

αξίζει τον κόπον ν' ανατρέφονται; Δεν είναι, έλεγεν η

Φραγκογιαννού, «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος»; Καλλίτερα «να

μη σώνουν να πάνε παραπάνω». «Σα σ' ακούω, γειτόνισσα!»

Μεγάλην και ιεράν ανακούφισιν ησθάνετο η πολυπαθής γυνή, όταν

συνέβαινε, μετά της μικράς πομπής του ιερέως, προπορευομένου του

Σταυρού, ν' ακολουθή βαστάζουσα εις τας χείρας της η ιδία, ως

φιλεύσπλαγχνος και συμπονετική οπού ήτον, το εν είδει λίκνου μικρόν

φέρετρον. Προέπεμπε το θυγάτριον μιας γειτόνισσας, ή μακρυνής

συγγενούς, μέχρι του τάφου. Δεν ημπορούσε να καταλαμβάνη τι

εμυρμύριζεν ο ιερεύς, μασσών τας λέξεις με τους οδόντας του. «Ουδέν

εστι πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστι μητρός αθλιώτερον . . . .

Πολλάκις γάρ του μνήματος έμπροσθεν τους μαστούς συγκροτούσι και

λέγουσιν· Ω υιέ μου και τέκνον γλυκύτατον, ουκ ακούεις μητρός σου

τι φθέγγεται; Ιδού και η γαστήρ η βαστάσασά σε. Ίνα τι ου λαλείς ως

ελάλεις ημίν. Αλληλούια!» Και πάλιν· «Ω τέκνον, τίς ποτε μη

θρηνήσει βλέπων σου το εμφανές, πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως

ρόδον τερπνόν!»

Αλλά μεγάλως ευφραίνετο όταν η μικρά πομπή, μετά δέκα λεπτών της

ώρας δρόμον, έφθανεν εις τα «Μνημούρια». Ωραία έξοχη, παντοτινή

άνοιξις, θάλλουσα βλάστη, αγριολούλουδα, εμύριζε κήπος. Ιδού ο

περίβολος των νεκρών! Ω! ο Παράδεισος, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη,

ήνοιγε τας πύλας διά να δεχθή το μικρόν άκακον πλάσμα, το οποίον

ηυτύχησε να λυτρώση τους γονείς του από τόσα βάσανα. Χαρήτε,

αγγελούδια που πετάτε γύρω-τριγύρω με τα φτερά σας, τα

χρυσόλευκα, και σεις, ψυχαί των Αγίων, υποδεχθήτε το!

Όταν επέστρεφεν εις την νεκρώσιμον οικίαν η γραία Χαδούλα, διά να

παρευρεθή την εσπέραν εις την παρηγοριάν, — παρηγορίαν καμμίαν δεν

εύρισκε να είπη, μόνον ήτο χαρωπή όλη κ' εμακάριζε το αθώον βρέφος

και τους γονείς του. Και η λύπη, ήτο χαρά, και η θανή ήτο ζωή, και

όλα ήσαν άλλα εξ άλλων.

Α! ιδού . . . Κανέν πράγμα δεν είναι ακριβώς ό,τι φαίνεται, αλλά

παν άλλο — μάλλον το εναντίον.

Αφού η λύπη είναι χαρά, και ο θάνατος είναι ζωή και ανάστασις, τότε

και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγίεια. Άρα όλαι αι

μάστιγες εκείναι, αι κατά το φαινόμενον τόσον άσχημοι, όσαι

θερίζουν τα άωρα βρέφη, η ευλογιά κ' η οστρακιά κ' η διφθερίτις και

άλλαι νόσοι, δεν είναι μάλλον ευτυχήματα, δεν είναι θωπεύματα και

πλήγματα των πτερών των μικρών αγγέλων, οίτινες χαίρουν εις τους

ουρανούς όταν υποδέχονται τας ψυχάς των νηπίων; Και ημείς οι

άνθρωποι, εν τη τυφλώσει μας, νομίζομεν ταύτα ως δυστυχήματα, ως

πληγάς, ως κακόν πράγμα.

Και χάνουν τον νουν των οι ταλαίπωροι γονείς, και πληρώνουν τόσον

ακριβά τους ημιαγύρτας ιατρούς και τα τριωβολιμαία φάρμακα, διά να

σώσουν το παιδί τους. Δεν υποπτεύονται ότι, όταν νομίζουν ότι

«σώζουν», τότε πράγματι «χάνουν» το τεκνίον. Και ο Χριστός είπεν,

όπως είχεν ακούσει η Φραγκογιαννού να της εξηγή ο πνευματικός της,

ότι όποιος αγαπά την ψυχήν του, θα την χάση, κι' όποιος μισεί την

ψυχήν του, εις ζωήν αιώνιον θα την φυλάξη.

Δεν έπρεπε τω όντι, αν δεν ήσαν τυφλοί οι άνθρωποι, να βοηθούν την

μάστιγα, την διά πτερών Αγγέλων πλήττουσαν, αντί να ζητούν να την

εξορκίσουν; Αλλ' ιδού, τ' Αγγελούδια δεν μεροληπτούν ούτε

χαρίζονται, και παίρνουν αδιακρίτως εις τον Παράδεισον αγόρια και

κοράσια. Περισσότερα μάλιστα αγόρια — πόσα χαδευμένα και

μοναχογέννητα! — αποθνήσκουν άωρα. Τα κορίτσια είν' εφτάψυχα,

εφρόνει η γραία. Δυσκόλως αρρωστούν, και σπανίως αποθνήσκουν. Δεν

έπρεπεν ημείς ως καλοί χριστιανοί, να βοηθώμεν το έργον των

Αγγέλων; Ω, πόσα αγόρια, και αρχοντόπουλα μάλιστα, αρπάζονται άωρα.

Ακόμη και τ' αρχοντοκόριτσα ευκολώτερον αποθνήσκουν — αν και τόσον

σπάνια μεταξύ του φύλου — παρ' όσον τα απειράριθμα θηλυκά της

φτωχολογιάς. Τα κορίτσια της τάξεως ταύτης είναι τα μόνα εφτάψυχα!

Φαίνονται ως να πληθύνωνται επίτηδες, διά να κολάζουν τους γονείς

των, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη. Α! όσον το συλλογίζεται κανείς,

«ψηλώνει ο νους του!»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Την στιγμήν εκείνην, άρχισε το θυγάτριον να βήχη και να

κλαυθμηρίζη. Η γραία, αφού είχε συλλογισθή όλα τ' ανωτέρω, όσον και

αν είχεν εξαφθή από τα κύματα των αναμνήσεων, ησθάνθη αίφνης ζάλην,

από τον σάλον οιονεί και την ναυτίαν της ζωής της, και άρχισε να

ναρκώνεται, κ' ενύσταζεν ακρατήτως.

Το μικρόν κοράσιον έβηχε κ' έκλαιε κ' εθορύβει «ως να ήτον μεγάλος

άνθρωπος». Η μάμμη του εσκίρτησεν, εστράφη, κ' έχανε πάλιν τον

ύπνον της.

Η λεχώνα εκοιμάτο βαθέως, και ούτε ήκουσε τον βήχα και τα κλαύματα.

Η γραία ήνοιξε βλοσυρά όμματα, κ' έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας

και απειλής. — Ε! θα σκάσης; είπε.

Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι «να ψηλώνη ο νους της». Είχε

«παραλογίσει» επί τέλους, Επόμενον ήτο, διότι είχεν εξαρθή εις

ανώτερα ζητήματα. Έκλινεν επί του λίκνου. Έχωσε τους δύο μακρούς,

σκληρούς δακτύλους μέσα εις το στόμα του μικρού, διά να «το σκάση».

Ήξευρεν ότι δεν ήτο τόσον σηνήθεια «να σκάζουν» τα πολύ μικρά

παιδιά. Αλλ' είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν ενόει καλά τι έκαμνε,

και δεν ωμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμη.

Και παρέτεινε το σκάσιμον επί μακρόν είτα εξάγουσα τους δακτύλους

της από το μικρόν στόμα του οποίου είχε κοπή η αναπνοή, έδραξεν

έξωθεν τον λαιμόν του βρέφους, και τον έσφιγξεν επ' ολίγα

δευτερόλεπτα.

Αυτό ήτον όλον.

Η Φραγκογιαννού δεν είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην το όνειρον

της Αμέρσας, το οποίον αύτη ελθούσα προ μιας ώρας, μεταξύ του

δευτέρου και του τρίτου λαλήματος του πετεινού, είχε διηγηθή εις

την μητέρα της!

Είχε «ψηλώσει» ο νους της!

ΣΤ'

Αφού η Αμέρσα είχε χάσει τον ύπνον της, μετά την επάνοδον εκ της

οικίας της λεχώνας και είχε πλαγιάσει πάλιν, χωρίς να κοιμηθή, εις

το πλάγι της μικράς αδελφής της, επί μακρόν εξηκολούθησε να

σκέπτεται και πάλιν τον αδελφόν της, τον δυστυχή και ένοχον

εκείνον. Έκτοτε μετά το πήδημα από της κλαβανής και την απόδρασίν

του, δεν τον είχεν ιδεί πλέον. Οι χωροφύλακες τον κατεζήτουν επί

ημέρας, αλλ ουδαμού τον εύρον.

Ευθύς τότε μετά τας ερωτήσεις των χωροφυλάκων, εις τας οποίας

απήντησεν όπως απήντησεν η Αμέρσα, άμα έφθασεν η μήτηρ εις την

οικίαν, ηύρε την κόρην τυλιγμένην εις το πάπλωμα, κάτω νεύουσαν,

και πολύ χλωμήν εκ της λιποθυμίας την οποίαν είχε φέρει η ροή του

αίματος.

Εις την ερώτησιν του ενός χωροφύλακας, εκείνου τον οποίον είχεν

ανατρέψει φεύγων ο Μούρος, «γερόντισσα πού είναι ο γυιόκας σου»,

δεν είχεν απαντήσει η Φραγκογιαννού. Αλλ' ο άλλος, όστις εφαίνετο

ανθρωπινώτερος, με ήρεμον τόνον είπε·

— Κύτταξε, κυρά, τι έχ' η κόρη σου. Μας λέει πως είναι άρρωστη.

— Άρρωστη είναι! πώς να μην είναι! απήντησε μεθ' ετοιμότητας η

Φραγκογιαννού. Επήρε φρίξι απ' τα καμώματα εκείνου του προκομμένου

του γυιού μου. . . Κυττάξετε, παιδιά!. . . ανίσως τον πιάσετε, να μην

τον τυραγνήσετε πολύ . . .

— Τον είδες πουθενά να τρέχη; Κατά πού έκαμε;

— Τον είδ' απ' αλάργα! . . . Έκαμε κατά τα Πηγάδια, πέρα στ'

Αλώνια.

Η Φραγκογιαννού εψεύδετο διπλά. Δεν είχεν ιδεί τον Μούρον, αλλ' ήτο

βεβαία ότι αυτός θα ετράπη κατά την διεύθυνσιν την αντίθετον ης

αυτή έλεγε, κατά τα Κοτρώνια, άνωθεν της οικίας, προς ανατολάς,

εκεί όπου ήτον μαθημένος απ' τα μικρά του χρόνια να κυνηγά της

κουκουβάγιες.

Οι δύο άνδρες απήλθαν δρομαίοι. Ο είς φεύγων έρριψε τελευταίαν

φιλύποπτον βλέμμα οπίσω διά της ημιανοικτής θύρας.

Η Χαδούλα έκλεισε την θύραν. Συγχρόνως δε ήνοιξε το παράθυρον.

— Μ' εμαχαίρωσε, μάνα! εστέναξε μετά πόνων η Αμέρσα, αισθανθείσα

το ρεύμα του αέρος, το εισρεύσαν διά του ανοιχθέντος παραθύρου

πλησίον της, και συνελθούσα εκ της λιποθυμίας. Συγχρόνως δε

απέρριψε το πάπλωμα, κ' εφάνη αιματωμένη η φανέλα την οποίαν εφόρει

έξωθι του υποκαμίσου.

— Ω! αχ! ο φονιάς!. . . ο Θεός κ' η γης να τον εύρη! κατηράσθη

ιδούσα το αίμα η μάνα της.

Και άρχισε να ψαύη την κόρην, και να ζητή να σταματήση το αίμα, και

να επιδέση την πληγήν. Αφήρεσε την φανέλαν, εξέσυρε την χειρίδα του

υποκαμίσου, κ' εφάνη ο δεξιός βραχίων της Αμέρσας, ισχνός και

ύπωχρος αλλά καλοδεμένος και νευρώδης.

Το τραύμα ήτο μάλλον επιπόλαιον, αλλ' ουχ ήττον το αίμα έρρεεν. Η

Χαδούλα μετεχειρίσθη ό,τι ίσχαιμον εγνώριζεν, ίσως τον «αιμοστάτην»

αν είχε, κ' επέδεσε την πληγήν, Μετ' ολίγον έπαυσε το αίμα.

Η Αμέρσα είχεν αδυνατήσει οπωσούν, αλλά ήτο ισχυρά, θαρραλέα, και

δεν εφοβείτο. Πράγματι μετ' ολίγας ημέρας, χάρις εις τας φροντίδας

της μητρός της, επουλώθη το τραύμα.

Η Φραγκογιαννού ποτέ δεν θα εκάλει τον ιατρόν. Δεν ήθελε να γνωσθή

ότι ο υιός της είχε μαχαιρώσει την αδελφήν του. Εις όλας τας

καλοθελητρίας, μεταξύ των γειτονισσών, όσαι την ηρώτων, πότε μετά

προσποιητής αγανακτήσεως, πότε μετά γέλωτος βεβιασμένου, διέψευσεν

ότι ο Μούρος είχε τραυματίσει την κόρην της. Ενδιεφέρετο προ πάντων

να μάθη αν ο Μητρός θα εγλύτωνεν από τας χείρας των χωροφυλάκων,

και ας επήγαινεν εις το έλεος του Θεού!

Τω όντι μετ' ολίγας ημέρας εβεβαιώθη ότι ο υιός της εμβαρκάρησε

κρυφά την νύκτα, με έν πλοίον, ως ναύτης, κ' έφυγεν από την νήσον.

Ο γραμματεύς του Λιμεναρχείου ήτον βολικός και καλοπροαίρετος

άνθρωπος, και δεν εδίστασε να τον ναυτολογήση. Ήτο δε τότε ο Μούρος

σχεδόν εικοσαετής, η δε Αμέρσα ήτο μόλις δεκαεπτά ετών.

Παρήλθε χρόνος εωσότου η οικογένεια λάβη ειδήσεις περί του φυγάδος.

Τέλος μετά έτος και πλέον, ηκούσθη μία αόριστος φήμη, ότι ο Μώρος

διέπραξε φόνον εντός του πλοίου, με το οποίον αρμένιζε. Αι αδελφαί

του, όταν το ήκουσαν, εις τον κόσμον είπαν ότι δεν ηξεύρουν τίποτε,

και ολοψύχως ηύχοντο να ήτο ψευδής η φήμη. Αλλ' η μήτηρ ενδομύχως

επίστευεν εις το αληθές της ειδήσεως.

Η Φόνισσα · 第 2 / 13 段