συζητήσεις υπέρ και κατά εψήφισαν μυστικώς. Παρασυρθέντες δε από το
επαγωγόν της ομιλίας του Βρασίδου και φοβούμενοι περί της συγκομιδής
του καρπού απεφάσισαν οι πλείστοι να αποσπασθούν από τους Αθηναίους.
Αφού λοιπόν τον ηνάγκασαν διά των αυτών όρκων, τους οποίους είχον
ομόσει οι άρχοντες των Λακεδαιμονίων, ότε τον απέστειλαν, να αφήση
αυτονόμους τους συμμάχους όσους θα προσήγεν αυτός, εδέχθησαν τον
στρατόν του. Ολίγον μετά ταύτα απεσπάσθη επίσης από την συμμαχίαν
των Αθηναίων και η Στάγιρος, αποικία των Ανδρίων. Και ταύτα μεν
εγένοντο κατά το θέρος τούτο.
89. Κατά τας αρχάς δε του επομένου χειμώνος είχαν ληφθή κατάλληλα
μέτρα, διά να παραδοθή η Βοιωτία εις τους Αθηναίους στρατηγούς
Ιπποκράτην και Δημοσθένην. Ο τελευταίος ούτος ήτον ωρισμένον να έλθη
μετά του στόλου εις τας Σίφας, ενώ ο Ιπποκράτης επροχώρει κατά του
Δηλίου. Αλλ' επειδή έκαμαν λάθος ως προς την ημέραν την
προσδιορισθείσαν διά την διπλήν ταύτην επιχείρησιν, ο Δημοσθένης
ανεχώρησε πρώτος και έπλευσε κατά των Σιφών έχων επί των πλοίων
Ακαρνάνας και πολλούς εκ των εκεί συμμάχων και απέτυχε του σκοπού. Η
συνωμοσία είχεν ανακαλυφθή υπό του εκ Φανοτέως Φωκέως Νικομάχου, ο
οποίος την ανεκοίνωσεν εις τους Λακεδαιμονίους, οίτινες πάλιν την
ανεκοίνωσαν εις τους Βοιωτούς. Επειδή δε έτρεξαν εις βοήθειαν όλων
των Βοιωτών (διότι ο Ιπποκράτης δεν είχεν έλθει ακόμη, διά να
παρεμποδίση τα κινήματα των), καταλαμβάνονται πρότερον και αι Σίφαι
και η Χαιρώνεια. ’μα δε οι προδίδοντες ενόησαν ότι ανεκαλύφθη η
επιβουλή των, δεν διετάραξαν πλέον την ησυχίαν των πόλεων.
90. Ο δε Ιπποκράτης λαβών μαζί του τους Αθηναίους όλους, αυτούς και
τους μετοίκους και εκ των ξένων όσοι ήσαν παρόντες, έφθασε βραδέως
εις το Δήλιον, διότι οι Βοιωτοί είχαν ήδη αναχωρήσει από των Σιφών·
στρατοπεδεύσας δε ήρχισε να περιτειχίζη το Δήλιον, το ιερόν του
Απόλλωνος, κατά τον εξής τρόπον. Έσκαψαν περί το ιερόν και τον ναόν
τάφρον, της οποίας το χώμα έρριπτον εις το χείλος, διά να χρησιμεύση
αντί τοίχου· καθ' όλον το μήκος ενέπηξαν πασσάλους και συνήψαν
αυτούς με κλάδους κόπτοντες αυτούς εκ της περί το ιερόν αμπέλου·
κατηδάφιζον τα παλαιά πλησιόχωρα οικοδομήματα, διά να πάρουν απ'
αυτά λίθους και πλίνθους, και τοιουτοτρόπως ύψωναν το πρόχωμα.
Έκτισαν ξυλίνους πύργους εις τα κατάλληλα μέρη και όπου δεν υπήρχε
πλέον κανέν οικοδόμημα του ιερού· διότι παντού η στοά είχε
καταπέσει. Η εργασία αύτη ήρχισε κατά την τρίτην ημέραν μετά την εξ
Αθηνών αναχώρησιν και εξηκολούθησε καθ' όλην την τετάρτην και την
πέμπτην μέχρι της ώρας του δείπνου. Έπειτα, επειδή ετελείωσε το
πλείστον μέρος του έργου, ο στρατός αφήκε το Δήλιον και επροχώρησε
περί τα δέκα στάδια, διά να επιστρέψη εις την Αττικήν· και οι μεν
πλείστοι ψιλοί εξηκολούθησαν να προχωρούν, οι δε οπλίται
καταθέσαντες τα όπλα ανεπαύοντο. Αλλ' ο Ιπποκράτης έμεινεν ακόμη εις
το Δήλιον ολίγον καιρόν, διά να εγκαταστήση τους φύλακας και να
συμπληρώση όσα υπελείποντο διά την οχύρωσιν.
91. Κατ' αυτάς δε τας ημέρας οι Βοιωτοί συνηθροίζοντο εις την
Τανάγραν· αφού δε συνήχθησαν εξ όλων των πόλεων και έμαθαν ότι οι
Αθηναίοι επέστρεφον εις τα ίδια, οι βοιωτάρχαι, οι οποίοι είναι
ένδεκα, δεν ενέκριναν να πολεμήσουν αυτούς, καθότι δεν ήσαν πλέον
εις την Βοιωτίαν (και τωόντι οι Αθηναίοι ευρίσκοντο ήδη εις τα
μεθόρια της Ωρωπίας, ότε εστάθησαν, διά να αναπαυθούν), αλλ' ο
Παγώνδας ο Αιολάδου, ο οποίος ήτο βοιωτάρχης των Θηβών με τον
Αριανθίδην του Λυσιμαχίδου, και διοικούσε τότε τον στρατόν, ηθέλησε
να κάμη μάχην νομίζων ότι ήτο προτιμότερον να διατρέξη τον κίνδυνον
αυτής· συνεκάλεσε λοιπόν τους Βοιωτούς χωριστά κατά λόχους, διά να
μη εγκαταλείψουν όλοι συγχρόνως τα όπλα, και έπεισε τους στρατιώτας
να βαδίσουν κατά των Αθηναίων και πολεμήσουν αυτούς, αποτείνων τον
ακόλουθον λόγον.
92. « Ώ Βοιωτοί, δεν έπρεπε μηδέ να περάση καν από τον νουν κανενός
εξ ημών των αρχηγών ότι δεν είναι φρόνιμον να πολεμήσωμεν τους
Αθηναίους, και αν ακόμη δεν ηθέλομεν δυνηθή να τους προφθάσωμεν εις
την Βοιωτίαν· διότι την Βοιωτίαν ήθελαν να καταστρέψουν, αφού,
ελθόντες από γειτονικήν χώραν, οικοδόμησαν φρούριον· είναι δε
πολέμιοι ημών πάντοτε, είτε εις το μέρος όπου τους φθάσωμεν είτε εις
το μέρος εκ του οποίου ήλθον, διά να κακοποιήσουν. Όποιος νομίζει
ότι είναι ασφαλέστερον να μη πράξωμεν τίποτε ας αλλάξη τώρα γνώμην,
διότι ο προσβαλλόμενος δεν πρέπει να συλλογίζεται τόσον πολύ, όταν
υπερασπίζεται την χώραν του, όσον εκείνος, ο οποίος έχων τα ιδικά
του, ορεγόμενος δε πλειότερα επέρχεται κατά του άλλου. Εις ημάς
είναι πατροπαράδοτον να πολεμώμεν τον αλλόφυλον στρατόν, είτε κατά
της χώρας ημών επέρχεται είτε κατά της χώρας των άλλων. Τους
Αθηναίους όμως προ πάντων πρέπει να αποκρούσωμεν, τοσούτω μάλλον,
όσω τους έχομεν γείτονας, διότι ως προς τους γείτονας η ενάμιλλος
ανδρεία καθίσταται εις πάντας και ελευθερία. Και πώς να μη
πολεμήσωμεν τον περί των όλων αγώνα κατ' ανθρώπων, πού έχουν σκοπόν
να υποδουλώσουν όχι μόνον τους γείτονας των, αλλά και τους μακράν
ευρισκομένους λαούς ; (έχομεν δε παράδειγμα την κατάστασιν εις την
οποίαν ευρίσκονται οι Ευβοείς της αντιπέραν όχθης και σχεδόν όλοι οι
λοιποί Έλληνες)· και πρέπει να ηξεύρωμεν ότι οι πλησιόχωροι λαοί
πολεμούν μεταξύ των διά τα όρια της χώρας των. Αλλά διά την ημετέραν
χώραν, εάν νικηθώμεν, εν μόνον όριον θα τεθή αναντίρρητον· διότι
εισερχόμενοι εις την χώραν μας οι Αθηναίοι θα καταλάβουν τας κτήσεις
μας διά της βίας· τοσούτω η γειτνίασις αυτών είναι επικινδυνοτέρα
πάσης άλλης. Όσοι προσβάλλουν καθώς αυτοί τους άλλους θρασυνόμενοι
από την δύναμίν των συνήθως επέρχονται με μικρότερον φόβον κατ'
εκείνου, ο οποίος ησυχάζων μόνον την χώραν του υπερασπίζει, ενώ
ανθίστανται με μικροτέραν προθυμίαν κατ' εκείνου, ο οποίος προχωρεί
έξω των ορίων του και εν ανάγκη γίνεται επιτιθέμενος. Τούτου πείραν
ελάβομεν από τους Αθηναίους, διότι, αφού τους ενικήσαμεν εις την
Κορώνειαν, ότε βοηθούμενοι από τας εσωτερικάς ταραχάς μας κατέλαβαν
την χώραν μας, κατεστήσαμεν έως τώρα εντελώς ανενόχλητον την
Βοιωτίαν. Τούτο ενθυμούμενοι ας είμεθα όμοιοι ημείς οι πρεσβύτεροι
προς τας προτέρας ημών πράξεις, οι δε νεώτεροι, οι παίδες των τότε
ανδρείων αναδειχθέντων πατέρων, ας προσπαθήσουν να μη εντροπιάσουν
τας κληρονομικάς αρετάς. Ας αναθέσωμεν την πεποίθησιν ημών εις την
προστασίαν του θεού, του οποίου τον ναόν καταλαβόντες παρανόμως οι
Αθηναίοι ωχύρωσαν, και εις τας θυσίας τας οποίας προσεφέραμεν και αι
οποίαι εφάνησαν καλαί. Ας βαδίσωμεν ευθύς εναντίον αυτών και ας
δείξωμεν εις αυτούς ότι, διά να απολαύσουν εκείνα τα οποία διήγειραν
την απληστίαν των, πρέπει να πολεμήσουν προς μη αμυνομένους, και ότι
δεν δύνανται να διαφύγουν άνευ μάχης ανθρώπους συνηθισμένους να
πολεμούν υπέρ της ελευθερίας των χωρίς ουδέποτε να ζητούν να
υποδουλώσουν αδίκως την των άλλων ».
93. Ταύτα συμβουλεύσας ο Παγώνδας έπεισε τους Βοιωτούς να κινήσουν
κατά των Αθηναίων· και με ταχύτητα εκκινήσας ωδήγει τον στρατόν,
διότι επλησίαζεν η εσπέρα. Πλησιάσας τον εχθρικόν στρατόν εστάθη εις
μέρος τι, εκ του οποίου οι δύο στρατοί χωριζόμενοι διά λόφου δεν
ηδύναντο να βλέπουν αλλήλους. Παρέταξε λοιπόν τους στρατιώτας του
και παρεσκευάζετο εις μάχην. Μαθών ο Ιπποκράτης, ο οποίος ήτον ακόμη
εις το Δήλιον, ότι επέρχονται Βοιωτοί, έστειλε πάραυτα εις τον
στρατόν διαταγήν να παραταχθή εις μάχην, έφθασε δε και αυτός μετ'
ολίγον καταλιπών τριακοσίους περίπου ιππείς περί το Δήλιον, διά να
φυλάττουν την θέσιν ταύτην εν περιπτώσει προσβολής, και διά να
περιμένουν συγχρόνως την κατάλληλον ώραν να επιτεθούν κατά των
Βοιωτών διαρκούσης της συμπλοκής· αλλ' οι Βοιωτοί αντέταξαν εις
τούτους στρατόν ικανόν, διά να τους συγκρατή εκεί. ’μα δε οι Βοιωτοί
ητοίμασαν τα πάντα, εφάνησαν επί του λόφου και εσταμάτησαν,
παραταγμένοι όπως έπρεπε, διά να πολεμήσουν. Ήσαν δε επτά χιλιάδες
πεζοί, δέκα χιλιάδες και πλέον ελαφρά ωπλισμένοι, χίλιοι ιππείς και
πεντακόσιοι πελτασταί. Και το μεν δεξιόν κέρας είχαν οι Θηβαίοι και
οι ομόσπονδοι αυτών, το κέντρον οι Αλιάρτιοι, οι Κωπαιείς και οι
άλλοι οι περί την Κωπαΐδα λίμνην, το δε αριστερόν οι Θεσπιείς, οι
Ταναγραίοι και οι Ορχομένιοι. Πλησίον δε εις καθέν κέρας ήσαν οι
ιππείς και οι ψιλοί. Και οι μεν Θηβαίοι παρετάχθησαν κατά βάθος εις
εικοσιπέντε τάξεις, οι δε άλλοι όπως έτυχεν έκαστος. Τοιαύτη ήτο η
προετοιμασία και η τάξις των Βοιωτών.
94. Εις το στρατόπεδον δε των Αθηναίων οι μεν οπλίται, ίσοι κατά τον
αριθμόν με τους εναντίους, παρετάχθησαν εις οκτώ τάξεις κατά βάθος,
οι δε ιππείς επί καθενός κέρατος· ψιλοί, κανονικώς ωπλισμένοι, δεν
υπήρχον κατ' εκείνην την εποχήν, ουδέ υπήρξαν μάλιστα ποτέ εις τας
Αθήνας· εκείνοι εν τούτοις, πού έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν
αυτήν, ήσαν πολυαριθμότεροι των του εχθρού, και, επειδή είχε γίνει
στρατολογία γενική παντός ξένου και πολίτου, πολλοί άοπλοι
παρηκολούθησαν τον στρατόν, οι οποίοι είχαν σπεύσει ταχύτερον να
επανέλθουν εις τα ίδια ολιγίστους μόνον αφήσαντες κατ' εκείνην την
ημέραν εις το στρατόπεδον. Αφού λοιπόν παρετάχθη ο στρατός εις μάχην
και επλησίαζε να αρχίση η συμπλοκή, ο στρατηγός Ιπποκράτης διατρέξας
το στρατόπεδον κατά μέτωπον απέτεινε την εξής ενθάρρυνσιν.
95. «Ω Αθηναίοι, η συμβουλή μου θα είναι βραχεία, διότι προς
ανδρείους απευθυνομένη μάλλον δύναται να χρησιμεύση ως υπόμνησις
παρά ως παρότρυνσις. Κανείς ας μη φαντασθή ότι διακινδυνεύομεν
παραλόγως εις χώραν ξένην, διότι ο αγών γίνεται εις την χώραν των
Βοιωτών υπέρ της σωτηρίας της ημετέρας χώρας. Εάν νικήσωμεν, οι
Πελοποννήσιοι, στερηθέντες του βοιωτικού ιππικού, δεν θα εισβάλουν
πλέον εις την Αττικήν· εις μίαν δε μάχην και την Βοιωτίαν αποκτάτε
και την Αττικήν κάμνετε πλέον ελευθέραν, Βαδίσατε λοιπόν κατ' αυτών
ως άξιοι πολίται της πρώτης των Ελληνίδων πόλεων, την οποίαν καθένας
σας πρέπει να υπερηφανεύεται ότι έχει πατρίδα, και ως άξιοι υιοί
εκείνων, οι οποίοι εν Οινοφύτοις μετά του Μυρωνίδου εθριάμβευσαν και
υπέταξαν την Βοιωτίαν ».
96. Ταύτα δε λέγων ο Ιπποκράτης διέτρεξε μόνον το ήμισυ του στρατού
και δεν επήγε περαιτέρω, διότι οι Βοιωτοί, τους οποίους ο Παγώνδας
είχεν επίσης διά βραχέων ενθαρρύνει, κατέβησαν εκ του λόφου
ψάλλοντες τον παιάνα. Αντεπεξήλθον δε και οι Αθηναίοι και
επροχώρησαν προς συνάντησίν των. Τα άκρα εκατέρων των στρατοπέδων
δεν ήλθον εις χείρας, αλλ' έπαθαν το αυτό· οι χείμαρροι τα
εσταμάτησαν. Το δε επίλοιπον επολέμησε μετά τόσης μανίας, ώστε αι
ασπίδες συνεκρούοντο. Και το μεν ευώνυμον κέρας των Βοιωτών ενικάτο
υπό των Αθηναίων, οι οποίοι εις το μέρος τούτο είχαν πιέσει τους
εχθρούς και προ πάντων τους Θεσπιείς, οι οποίοι, αφού υπεχώρησαν οι
περί αυτούς παραταγμένοι, περιεκυκλώθησαν εντός ολίγου υπό των
Αθηναίων και λυσσωδώς αμυνόμενοι κατεκόπησαν· και εκ των Αθηναίων
τινές περικυκλώσαντες τον εχθρόν διέλυσαν τας τάξεις, και χωρίς να
το εννοήσουν εφόνευσαν αλλήλους. Εις το μέρος λοιπόν τούτο
ενικήθησαν οι Βοιωτοί και κατέφυγαν προς εκείνους, οι οποίοι ακόμη
επολέμουν· αλλά το δεξιόν κέρας, όπου ήσαν οι Θηβαίοι, ενίκησε τους
Αθηναίους, τους απώθησε και τους εκυνήγησε κατ' αρχάς βραδέως. Διά
να βοηθήση δε ο Παγώνδας το καταβαλλόμενον αριστερόν κέρας, έστειλε
κρυφίως δύο ίλας ιππικού περί τον λόφον. Η αιφνιδία εμφάνισίς των
ενέπνευσε τρόμον εις την νικώσαν πτέρυγα των Αθηναίων, η οποία τας
εξέλαβεν ως νέον στρατόν ερχόμενον κατ' αυτής· τότε πιεζόμενος
εκατέρωθεν και υπό του ιππικού τούτου και υπό των αγώνων των
Θηβαίων, οι οποίοι εξηκολούθουν καταδιώκοντες και διαρρηγνύοντες τας
τάξεις του, ετράπη εις φυγήν όλος ο στρατός των Αθηναίων. Και οι μεν
ώρμησαν προς το Δήλιον και την θάλασσαν, οι δε προς τον Ωρωπόν,
άλλοι προς το όρος Πάρνηθα και άλλοι όπου ενόμιζαν ότι είχαν ελπίδα
σωτηρίας. Οι δε παρακολουθούντες Βοιωτοί εφόνευαν, και μάλιστα οι
ιππείς των και οι Λοκροί, φθάσαντες κατά την στιγμήν της φυγής· ότε
όμως επήλθεν η νυξ, το πλήθος τούτο των φευγόντων ηδυνήθη να σωθή
ευκολώτερον. Και κατά την επομένην ημέραν, όσοι είχαν καταφύγει εις
τον Ωρωπόν και το Δήλιον, άφησαν φρουράν εις την τελευταίαν ταύτην
θέσιν, (την οποίαν κατείχον ακόμη), και επέστρεψαν εις τα ίδια διά
θαλάσσης.
97. Οι δε Βοιωτοί στήσαντες τρόπαιον, συνάξαντες τους νεκρούς των,
σκυλεύσαντες τους νεκρούς των εχθρών και καταλιπόντες φρουράν
ανεχώρησαν εις την Τανάγραν και εσχεδίαζαν να προσβάλουν το Δήλιον.
Κήρυξ δε πεμφθείς εκ μέρους των Αθηναίων, διά να ζητήση τους
νεκρούς, συνήντησε καθ' οδόν Βοιωτόν κήρυκα, ο οποίος τον εγύρισεν
οπίσω ειπών ότι τίποτε δεν θα έπραττε πριν αυτός επιστρέψη πάλιν.
Παρουσιασθείς ο Βοιωτός κήρυξ εις τους Αθηναίους έλεγε τα υπό των
Βοιωτών παραγγελθέντα ότι είχαν κάμει αδίκημα παραβιάσαντες τα έθιμα
των Ελλήνων διότι υπάρχει έν κοινόν εις όλους, όταν επέρχωνται οι
μεν κατά των δε, να σέβωνται τα υπάρχοντα ιερά· ότι οι Αθηναίοι εξ
εναντίας οχυρώσαντες το Δήλιον εγκατεστάθησαν εκεί· ότι πράττουν
εκεί όσα οι άνθρωποι πράττουν εις τόπον βέβηλον ότι και ύδωρ
ήντλουν, το οποίον οι Βοιωτοί απείχον να εγγίζουν, εκτός ότε
ενίπτοντο διά τας θρησκευτικάς τελετάς. Συνεπώς λοιπόν οι Βοιωτοί,
χάριν των δικαιωμάτων του θεού και των ιδικών των, επροσκάλουν τους
Αθηναίους εν ονόματι των προστατών της χώρας και του Απόλλωνος να
απέλθουν εκ του ιερού λαμβάνοντες μαζί των όσα ανήκον εις αυτούς.
98. Ότε είπεν αυτά ο κήρυξ, ο Αθηναίοι έστειλαν κήρυκα και αυτοί και
τον επεφόρτισαν να είπη ότι ούτε το ιερόν εβεβήλωσαν ούτε θα το
βεβηλώνουν θεληματικώς εις το εξής· ότι εξ αρχής δεν εισήλθον επί
τούτω τω σκοπώ, αλλά μάλλον ίνα εξ αυτού αποκρούουν τους
επιτιθεμένους· ότι ο νόμος των Ελλήνων ήτον, ότε κατέκτα τις χώραν
μικράν ή μεγάλην, να γίνεται κύριος και των εις αυτήν ευρισκομένων
ιερών και να κάμνη χρήσιν κατά τα θρησκευτικά έθιμα και δι' όλων των
δυνατών μέσων ότι αυτοί οι Βοιωτοί και πολλοί άλλοι λαοί, όσοι
κατέλαβαν χώραν τινά εκδιώξαντες τους κατοίκους αυτής διά της βίας,
κατ' αρχάς εισήλθον εις ξένα ιερά και σήμερον κατέχουν αυτά ως ιδικά
των· εάν δε οι Αθηναίοι ηδύναντο να καταλάβουν μεγαλύτερον μέρος της
Βοιωτίας, θα το διετήρουν· ότι δεν θα αποσυρθούν εκουσίως εκ του
μέρους το οποίον θεωρούν σήμερον ως ιδιοκτησίαν των· ότι έκαμαν
χρήσιν του ύδατος εξ ανάγκης, όχι με σκοπόν να βεβηλώσουν, αλλ'
αναγκασθέντες να υπερασπισθούν κατά των Βοιωτών, πού πρώτοι
εισέβαλαν εις την χώραν των· ότι ο θεός βεβαίως θα ήτον επιεικής διά
πράξιν, η οποία επεβλήθη εις αυτούς υπό του πολέμου και των
συμφορών· ότι οι βωμοί ήσαν καταφύγιον των ακουσίων αμαρτημάτων ότι
εκαλείτο παρανομία το κακόν το γινόμενον άνευ ανάγκης και όχι εκείνο
το οποίον κανείς πιεζόμενος υπό των περιστάσεων αναγκάζεται να
διαπράξη· ότι οι Βοιωτοί, αξιούντες να ανταλλάξουν τους νεκρούς με
τα ιερά, παρανομούν μάλλον εκείνων, οι οποίοι αρνούνται να λάβουν
εκείνα τα οποία τοις ανήκουν· τέλος διέταξαν τον κήρυκα να είπη
σαφώς, ότι οι Αθηναίοι ήθελαν να σηκώσουν τους νεκρούς των όχι
αναχωρούντες εκ της Βοιωτίας (διότι δεν ήσαν πλέον εις την χώραν των
Βοιωτών, αλλ' εις χώραν, την οποίαν είχαν κατακτήσει διά των όπλων),
αλλά συμφωνούντες διά συνθήκης εις την απόδοσιν κατά την
επικρατούσαν συνήθειαν.
99. Οι δε Βοιωτοί απεκρίθησαν ότι, εάν μεν οι Αθηναίοι ήσαν εις την
Βοιωτίαν, έπρεπε να αναχωρήσουν λαμβάνοντες μαζί των όσα τοις
ανήκον· εάν δε ήσαν επί ιδικής των χώρας, αυτοί έπρεπε να σκεφθούν
περί του πρακτέου. Εφρόνουν μεν ότι η Ωρωπία, εις τα όρια της οποίας
εγένετο η μάχη και έκειντο οι νεκροί, ήτο υπήκοος των Αθηναίων, δεν
εφρόνουν όμως ότι ηδύναντο να λάβουν τους νεκρούς άνευ της
συγκαταθέσεως αυτών των Βοιωτών· αφ' έτερου δεν ήθελαν να
συνθηκολογήσουν ως περί χώρας που ανήκεν εις τους Αθηναίους και
επροτίμησαν να αποκριθούν αορίστως ότι ώφειλαν να αναχωρήσουν εκ της
Βοιωτίας και να λάβουν όσα ζητούν. Ακούσας δε ταύτα ο κήρυξ των
Αθηναίων απήλθεν άπρακτος.
100. Αμέσως δε οι Βοιωτοί εζήτησαν εκ του Μαλιακού κόλπου ακοντιστάς
και σφενδονιστάς· είχαν δε φθάσει εις βοήθειάν των μετά την μάχην
δισχίλιοι οπλίται εκ Κορίνθου, οι Πελοποννήσιοι φρουροί οι
εξελθόντες εκ της Νισαίας και Μεγαρείς μετά των επικουριών τούτων
εστράτευσαν κατά του Δηλίου και επρόσβαλαν το τείχισμα. Μεταξύ δε
των διαφόρων μέσων, τα οποία μετεχειρίσθησαν, ήτο και μηχανή, την
οποίαν έφεραν και η οποία εκυρίευσεν αυτό. Διά να την κατασκευάσουν,
επριόνισαν εις δύο μεγάλην κεραίαν, την οποίαν εκοίλαναν καθ' όλον
το μήκος και την προσήρμοσαν πάλιν ακριβώς ως αυλόν. Εις την μίαν δε
άκραν εκρέμασαν δι' αλύσεων λέβητα· έν δε ακροφύσιον σιδηρούν, όπου
έκλινε προς τον λέβητα, εκρέματο από της κεραίας, της οποίας το
πλείστον μέρος ήτον επίσης ενουμένον με σίδηρον. Η μηχανή αύτη
κομισθείσα δι' αμαξών προσηρμόσθη εις το τείχος εκεί οπού το οχύρωμα
ήτο προ πάντων ωκοδομημένον εκ ξύλων και κλάδων αμπέλου· ότε δε
προσήγγιζεν εις το τείχος, προσαρμόσαντες μεγάλα φυσερά εις την προς
το μέρος των άκραν της κεραία, ήρχιζαν να φυσούν. Ο δε πιεζόμενος
αήρ εισχωρών διά του αυλού μέχρι του λέβητος, πού ήτο γεμάτος
αναμμένα κάρβουνα, θείον και πίσσαν, τοιαύτην φλόγα ανέδωκεν, ώστε
ήναψεν η ξυλεία του τείχους και κανείς δεν ηδύνατο να μείνη εκεί
πλησίον. Εγκαταλιπόντες λοιπόν αυτό οι πολιορκούμενοι ετράπησαν εις
φυγήν και τοιουτοτρόπως εκυριεύθη υπό των πολεμίων. Εκ δε των
φρουρών άλλοι μεν απέθανον, διακόσιοι δε συνελήφθησαν· ο δε
υπόλοιπος στρατός εισελθών εις τα πλοία επέστρεψεν εις τα ίδια.
101. Αφού δε εκυριεύθη το Δήλιον κατά την δεκάτην εβδόμην ημέραν
μετά την μάχην, και ότε ο εξ Αθηνών κήρυξ, αγνοών τα διατρέξαντα,
ήλθε μετ' ολίγον, διά να ζητήση τους νεκρούς, οι Βοιωτοί τους
απέδωκαν και δεν απεκρίθησαν πάλιν τα αυτά. Απέθαναν δε εν τη μάχη
εκ μεν των Βοιωτών σχεδόν πεντακόσιοι, εκ δε των Αθηναίων σχεδόν
χίλιοι, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ιπποκράτης. Απέθαναν
επίσης πλείστοι ψιλοί και σκευοφόροι. Μετά δε την μάχην ταύτην και ο
Δημοσθένης, ο οποίος πλεύσας διά να καταλάβη τας Σίφας διά προδοσίας
δεν είχε δυνηθή να επιτύχη, έχων τον στρατόν επί των πλοίων και
τετρακοσίους οπλίτας Ακαρνάνας, Αγραίους και Αθηναίους, έκαμεν
απόβασιν εις την Σικυωνίαν. Πριν όμως πλησιάσουν όλα τα πλοία εις
την παραλίαν, ελθόντες οι Σικυώνιοι προς βοήθειαν έτρεψαν εις φυγήν
όσους είχαν αποβιβασθή, κατεδίωξαν αυτούς μέχρι των πλοίων,
εφόνευσαν τους μεν, συνέλαβαν ζώντας τους δε, έστησαν τρόπαιον και
απέδωκαν τους νεκρούς διά συνθήκης. Κατά τας αυτάς δε ημέρας απέθανε
και ο βασιλεύς των Οδρυσών Σιτάλκης, στρατεύσας κατά των Τριβαλλών
και νικηθείς εις μάχην τινά. Σεύθης δε ο Σπαραδόκου, ο οποίος ήτον
ανεψιός τον, εβασίλευσε καθώς εκείνος επί των Οδρυσών και της
Θράκης.
102. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα ο Βρασίδας, έχων τους συμμάχους της
Θράκης, εξεστράτευσε κατά της Αμφιπόλεως, αποικίας των Αθηναίων επί
του Στρυμόνος ποταμού. Την θέσιν ταύτην, όπου σήμερον υπάρχει η
πόλις, πρώτος ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, φεύγων τον Δαρείον, είχεν
αποπειραθή να συνοικίση, αλλ' απεκρούσθη υπό των Ηδώνων· έπειτα δε
μετά τριάκοντα δύο έτη, έστειλαν και οι Αθηναίοι δεκακισχιλίους
αποίκους ιδικούς των και εκ των ξένων τους θέλοντας να υπάγουν, οι
οποίοι κατεστράφησαν εν Δραβήσκω υπό των Θρακών. Μετά εικοσιεννέα,
δε έτη οι Αθηναίοι επανήλθον μετά του ’γνωνος του Νικίου, ο οποίος
εστάλη ως οικιστής, και εκδιώξαντες τους Ηδώνας έκτισαν την θέσιν
ταύτην, η οποία πρότερον εκαλείτο Εννέα οδοί. Είχαν δε αναχωρήσει εκ
της Ηιόνος, επιθαλασσίου εμπορικού λιμένος, την οποίαν είχαν επί του
στομίου του ποταμού, εικοσιπέντε σταδίους μακράν της σημερινής
πόλεως, την οποίαν ο ’γνων ωνόμασεν Αμφίπολιν, διότι την
περιεκύκλωσε διά τείχους χωρίζων αυτήν από το μέρος των δύο
βραχιόνων του περιβρέχοντος αυτήν Στρυμόνος, και την έκτισεν εις
τρόπον, ώστε να είναι περίβλεπτος και εκ της θαλάσσης και εκ της
ξηράς.
103. Κατά της πόλεως λοιπόν ταύτης επορεύετο μετά του στρατού ο
Βρασίδας, αναχωρήσας εκ των Αρνών της Χαλκιδικής· φθάσας δε περί
δείλην εις Αυλώνα και Βρομίσκον, όπου η λίμνη Βόλβη εισβάλλει εις
την θάλασσαν, και δειπνήσας εξηκολούθησε την πορείαν του διά νυκτός.
Ήτο δε κακοκαιρία και έπιπτεν ολίγη χιών, τούτο δε τον ηνάγκασε να
σπεύση περισσότερον την πορείαν του, διά να μη τον εννοήσουν οι
κάτοικοι της Αμφιπόλεως, εκτός εκείνων, οι οποίοι επρόδιδον. Εν τη
Αμφιπόλει ήσαν Αργίλιοι, (άποικοι των Ανδρίων) και άλλοι, οι οποίοι
μετείχον εις την προδοσίαν, οι μεν δελεασθέντες υπό του Περδίκκου,
οι δε υπό των Χαλκιδέων. Προ πάντων όμως μέγα μέρος ελάμβανον οι
Αργίλιοι, οι οποίοι κατοικούντες πλησίον και ύποπτοι όντες πάντοτε
εις τους Αθηναίους επεβούλευον την θέσιν, επειδή η περίστασις ήτον
ευνοϊκή, επειδή ήλθεν ο Βρασίδας και επειδή προ πολλού προσεπάθουν
με ραδιουργίας να παρασύρουν τους εν τη Αμφιπόλει συμπολίτας των,
ίνα την παραδώσουν εις αυτόν, τον εδέχθησαν τότε εις την πόλιν των,
απεστάτησαν από τους Αθηναίους κατά την ιδίαν εκείνην νύκτα και
οδήγησαν τον στρατόν του Βρασίδου μακράν της πόλεως, εις την γέφυραν
του ποταμού. Η δε Αμφίπολις δεν απέχει πολύ από της γεφύρας και κατ'
εκείνην την εποχήν τα τείχη δεν απέληγον εκεί ως σήμερον· μία μόνον
μικρά φρουρά ευρίσκετο εκεί, την οποίαν ευκόλως διά της βίας
εξετόπισεν ο Βρασίδας· βοηθούμενος δε υπό της προδοσίας και του
κακού καιρού επέπεσεν απροσδοκήτως, διέβη την γέφυραν και κατέλαβεν
αμέσως όλα όσα είχαν οι Αμφιπολίται, οι κατοικούντες έξω της πόλεως.
104. Επειδή δε οι εν τη πόλει δεν επερίμεναν την διάβασιν του
Βρασίδου, και επειδή μεταξύ των έξω κατοικούντων πολλοί συνελήφθησαν
αιχμάλωτοι, ενώ άλλοι κατέφυγον εις το τείχος, οι Αμφιπολίται εις
μεγάλην ταραχήν περιήλθον, προ πάντων επειδή είχαν αναμεταξύ των
υποψίας. Λέγουν μάλιστα ότι, εάν ο Βρασίδας δεν επέτρεπεν εις τον
στρατόν να παραδοθή εις την διαρπαγήν, αλλ' εβάδιζεν ευθύς προς την
πόλιν, θα την εκυρίευε πιθανώς. Αντί τούτου όμως στήσας έξω τον
στρατόν και μη βλέπων να προχωρούν τα πράγματα εν τη πόλει ως είχεν
ελπίσει, έμενεν ησυχάζων· όσοι δε ήσαν ενάντιοι των προδιδόντων και
υπέρτεροι κατά τον αριθμόν, ώστε να εμποδίζουν να ανοιχθούν αμέσως
αι πύλαι, έπεμψάν τινας μετά του στρατηγού Ευκλέους, που είχε σταλή
εξ Αθηνών, διά να φρουρή την πόλιν, προς τον άλλον στρατηγόν, ο
οποίος εφρούρει εις Θράκην, τον Θουκυδίδην υιόν του Ολόρου, ο οποίος
συνέγραψε την παρούσαν ιστορίαν και ο οποίος ευρίσκετο εις την Θάσον
(είναι δε η νήσος αύτη αποικία των Παρίων και απέχει από της
Αμφιπόλεως ημισείας ημέρας πλουν), προσκαλούντες αυτόν εις βοήθειαν.
Και ο μεν Θουκυδίδης, εις την πρόσκλησιν ταύτην, έσπευσε να
επιβιβασθή επί επτά πλοίων, τα οποία έτυχον εκεί παρόντα, θέλων προ
πάντων να προλάβη την παράδοσιν της Αμφιπόλεως ή τουλάχιστον να
εξασφάλιση την Ηιόνα.
105. Ο δε Βρασίδας, εν τούτω τω μεταξύ, φοβούμενος την βοήθειαν των
πλοίων, τα οποία επρόκειτο να έλθουν εκ της Θάσου, και μαθών ότι ο
Θουκυδίδης απέκτησεν εις την χώραν εκείνην της Θράκης πλουσιώτατα
χρυσού μεταλλεία, τα οποία καθιστών αυτόν ένα εκ των τα πρώτα
δυναμένων ηπειρωτών, έσπευδε να προκαταλάβη την πόλιν, αν ήτο
δυνατόν, ίνα μη, ότε εκείνος έφθανεν, ο λαός της Αμφιπόλεως ηρνείτο
να παραδοθή με την ελπίδα ότι ήθελε τον σώσει ο στρατηγός ούτος διά
των πλοίων τα οποία ήθελε φέρει και διά του στρατού τον οποίον ήθελε
συναθροίσει εκ της Θράκης. Προσέφερε λοιπόν μετρίας συμφωνίας και
ανήγγειλε διά κήρυκος ότι οι Αμφιπολίται και οι Αθηναίοι όσοι ήσαν
εντός της πόλεως ηδύναντο να μείνουν εις αυτήν, εάν ήθελαν,
απολαύοντες ίσων δικαιωμάτων· όσοι δε δεν ήθελαν, ηδύναντο να
εξέλθουν εντός εικοσιπέντε ημερών λαμβάνοντες μαζί τους όσα τοις
ανήκον.
106. Ο δε λαός ακούσας το κήρυγμα τούτο μετέβαλε γνώμην τόσω μάλλον,
όσω ολίγιστοι μόνον Αθηναίοι ήσαν εις την πόλιν και οι πλείστοι των
κατοίκων ήσαν σύμμικτοι, οι δε έξω συλληφθέντες είχαν πολλούς
συγγενείς εντός της πόλεως. Ένεκα του φόβου τον οποίον ησθάνοντο
εύρισκον δίκαιον το κήρυγμα· οι μεν Αθηναίοι, διότι ηυχαριστούντο να
εξέλθουν, νομίζοντες ότι διέτρεχον πλειότερον κίνδυνον από τους
άλλους και μη περιμένοντες ταχείαν βοήθειαν, οι δε άλλοι, διότι παρά
πάσαν προσδοκίαν θα διετήρουν ισότητα δικαιωμάτων και δεν θα
διέτρεχον κανένα κίνδυνον. Ήδη οι συνεργοί του Βρασίδου δεν
εκρύπτοντο πλέον παρουσιάζοντες ως δικαίας τας προτάσεις ταύτας,
διότι έβλεπαν τον λαόν μεταβληθέντα και μη ακούοντα πλέον τον
παρόντα στρατηγόν των Αθηναίων. Ότε δε έγινεν η συνθηκολόγησις, ο
Βρασίδας έγινε δεκτός υπό τους όρους τους οποίους είχε διακηρύξει.
Και οι μεν Αμφιπολίται παρέδωκαν την πόλιν τοιουτοτρόπως, ο δε
Θουκυδίδης και τα πλοία κατέπλευσαν εις την Ηιόνα περί το εσπέρας
της ιδίας εκείνης ημέρας. Και την μεν Αμφίπολιν προ ολίγου είχε
καταλάβει ο Βρασίδας, την δε Ηιόνα μία νυξ εχρειάζετο, διά να
καταλάβη επίσης· διότι, εάν τα πλοία δεν έφθαναν ταχέως εις
βοήθειαν, η πόλις αύτη θα εκυριεύετο άμα τη πρωία.