εξασφαλίση την πόλιν προς το παρόν από της επιθέσεως του Βρασίδου
και διά να διατηρήση αυτήν εις το μέλλον, δεχθείς όσους ηθέλησαν να
εξέλθουν της Αμφιπόλεως κατά τας συνθήκας· ο δε Βρασίδας έπλευσεν
αίφνης προς την Ηιόνα ακολουθών το ρεύμα του ποταμού μετά πολλών
πλοίων έχων σκοπόν να καταλάβη την προέχουσαν από του τείχους άκραν
και να καταστή κύριος της εκ του ποταμού εισόδου· επιχειρήσας δε και
κατά ξηράν απόπειραν απεκρούσθη και από τα δύο μέρη και ενησχολήθη
να τακτοποιήση τα κατά την Αμφίπολιν. Η δε Ηδωνική πόλις Μύρκινος
παρεδόθη εις αυτόν μετά τον φόνον του βασιλέως Πιττακού, τον οποίον
εξετέλεσαν οι υιοί του Γράξιος και η σύζυγος αυτού Βραυρώ. Η Γαληψός
και η Οισύμη, αποικίαι των Θασίων, δεν εβράδυναν να παραδοθούν. Ο δε
Περδίκκας, ελθών αμέσως μετά την άλωσιν της Αμφιπόλεως, εβοήθησε τον
Βρασίδαν εις τας επιχειρήσεις ταύτας.
108. Αφού δε ούτως εκυριεύθη η Αμφίπολις, οι Αθηναίοι περιήλθον εις
μέγαν φόβον, διότι η πόλις ήτον άλλως εις αυτούς ωφέλιμος διά τα
ναυπηγήσιμα αυτής ξύλα και την χρηματικήν πρόσοδον. Προηγουμένως οι
Λακεδαιμόνιοι ηδυνήθησαν, διερχόμενοι διά της Θεσσαλίας, να φθάσουν
μέχρι του Στρυμόνος και να προσβάλουν τους συμμάχους των Αθηνών·
αλλά, ενόσω δεν ήσαν κύριοι της γέφυρας, δεν θα ηδύναντο να διέλθουν
τον ποταμού τούτον, ο οποίος σχηματίζει ευρείαν λίμνην άνωθεν της
πόλεως και του οποίου το πλησίον της Ηιόνος στόμιον φυλάσσεται υπό
πλοίων. Οι Αθηναίοι ενόμιζαν ότι η δίοδος τότε θα καθίστατο εύκολος,
και εφοβούντο επίσης μήπως αποστατήσουν οι σύμμαχοι. Διότι ο
Βρασίδας εδεικνύετο μετριοπαθής εις όλα και επανελάμβανε πανταχού
ότι εστάλη, διά να ελευθερώση την Ελλάδα. Αι υπήκοοι των Αθηναίων
πόλεις μαθούσαι την παράδοσιν της Αμφιπόλεως, τας υποσχέσεις του
Βρασίδου και την πραότητα αυτού έκλιναν τότε μάλλον προς την
αποστασίαν και αποστείλασαι κρυφίως κήρυκας προσεκάλουν αυτόν να τας
επισκεφθή εν παρόδω· εκάστη αυτών ήθελε να αποστατήση πρώτη,
νομίζουσα ήδη ότι δεν είχε πλέον τίποτε να φοβηθή. Ευρισκόμενοι εις
αυτήν την πλάνην δεν εφαντάζοντο ότι η δύναμις των Αθηναίων ήτο
τόσον μεγάλη, όσον εφάνη ύστερον, και έκριναν μάλλον υπό αβεβαίας
θελήσεως ή υπό ασφαλούς προνοίας. Συνήθως οι άνθρωποι πιστεύουν μετ'
απερισκέπτου ελπίδος όσα επιθυμούν και σκέπτονται μόνον πώς να
αποφύγουν οσα τους δυσαρεστούν. Προσέτι δε οι σύμμαχοι είχαν
ενθαρρυνθή υπό της προσφάτου καταστροφής των Αθηναίων εν Βοιωτία και
υπό των δελεαστικών λόγων του Βρασίδου πού παριστά τους Αθηναίους ως
μη τολμήσαντας να συμπλακούν προς αυτόν εις την Νίσαιαν, όπου μόνον
τον στρατόν του είχε, και επίστευαν ότι κανείς δεν ήθελεν έλθει να
τους προσβάλη. Το δε μέγιστον, παρασυρόμενοι υπό του θελγήτρου του
νεωτερισμού και της σκέψεως ότι πρώτην ήδη φοράν έμελλον να
δοκιμάσουν τον ζήλον των Λακεδαιμονίων, ήσαν έτοιμοι να
διακινδυνεύσουν τα πάντα. Τούτο εννοήσαντες οι Αθηναίοι έπεμψαν
φρουράς εις τας πόλεις, εφ' όσον επέτρεπεν αυτοίς ο χειμών και το
βραχύ του χρόνου· ο δε Βρασίδας εμήνυσεν εις την Λακεδαίμονα, διά να
ζητήση και άλλας επικουρίας, και ητοιμάζετο να ναυπηγήση τριήρεις εν
τω Στρυμόνι. Αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι δεν εβοήθησαν τους σκοπούς του,
το μεν ένεκα του φθόνου, τον οποίον είχαν κατ' αυτού οι πρώτοι
πολίται, το δε διότι επροτίμων να επιτύχουν την απόδοσίν των εν τη
νήσω αιχμαλωτισθέντων ανδρών και να καταπαύσουν τον πόλεμον.
109. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Μεγαρείς επανέλαβον τα μακρά
τείχη, τα οποία κατείχαν οι Αθηναίοι και κατέσκαψαν αυτά εκ
θεμελίων, ενώ ο Βρασίδας, αφού εκυρίευσε την Αμφίπολιν, έχων τους
συμμάχους, εξεστράτευσεν εναντίον της καλουμένης Ακτής, η οποία
αρχομένη από της διώρυγος του βασιλέως παρατείνεται εις το
εσωτερικόν της χώρας· ο δε ’θως, όρος υψηλόν, αποτελεί μέρος αυτής
και καταλήγει εις το Αιγαίον πέλαγος. Πολλαί δε πόλεις υπάρχουν εις
την χώραν ταύτην, η Σάνη, αποικία των Ανδρίων, κειμένη πλησίον της
διώρυγος και εστραμμένη εις το προς την Εύβοιαν πέλαγος· προσέτι η
Θυσσός, αι Κλεωναί, οι Ακρόθωοι, η Ολοφυξος, το Δίον, αι οποίαι
κατοικούνται υπό συμμίκτων εθνών βαρβάρων δύο γλώσσας ομιλούντων.
Εις τας πόλεις ταύτας υπάρχουν και ολίγοι Χαλκιδείς, αλλά το
μεγαλύτερον μέρος σύγκειται εκ των Πελασγών εκείνων, οι οποίοι
άλλοτε υπό το όνομα των Τυρρηνών κατώκησαν την Λήμνον και τας
Αθήνας, εκ Βισαλτών, εκ Κρηστωναίων και Ηδώνων. Κατοικούν δε ούτοι
εις μικράς πόλεις, των οποίων αι πλείσται υπετάγησαν εις τον
Βρασίδαν, αλλ' η Σάνη και το Δίον αντέστησαν· τούτου ένεκα λοιπόν
ελεηλάτησε την χώραν των μείνας εκεί με τον στρατόν του.
110. Επειδή δε αι πόλεις αύται δεν υπετάσσοντο, εστράτευσεν ευθύς
εναντίον της Χαλκιδικής Τορώνης, κατεχομένης υπό των Αθηναίων· είχε
δε προσκληθή υπό ολίγων ανδρών ετοίμων να παραδώσουν εις αυτόν την
πόλιν. Φθάσας δε ενώ ήτον ακόμη νυξ και περί τα εξημερώματα
εσταμάτησε τον στρατόν πλησίον του ναού των Διοσκούρων, ο οποίος
απέχει της πόλεως τρεις ολοκλήρους σταδίους. Η πορεία του διέλαθε
μεν την προσοχήν των κατοίκων της Τορώνης και των φρουρούντων εν
αυτή Αθηναίων, αλλ' οι μετ' αυτού συμπράττοντες εγνώριζαν ότι έμελλε
να έλθη, καί τινες εξ αυτών εξήλθαν κρυφίως, διά να επιτηρήσουν κατά
τον ερχομόν του. ’μα δε είδαν ότι ήλθεν, εισήγαγον μεθ' εαυτών εις
την πόλιν επτά άνδρας ψιλούς έχοντας εγχειρίδια· διότι εκ των
είκοσιν, οι οποίοι είχαν εκλεχθή προς τον σκοπόν τούτον, αυτοί μόνον
ετόλμησαν να εισέλθουν (ωδήγει δε αυτούς ο Ολύνθιος Λυσίστρατος)·
εισδύσαντες δε αθορύβως διά του προς το πέλαγος τείχους και
αναβάντες μέχρι του ανωτάτου φυλακτηρίου, διότι η πόλις είναι
κτισμένη επί λόφου, εφόνευσαν τους φρουρούς και συνέτριψαν την προς
το Καναστραίον μικράν πύλην.
111. Ο δε Βρασίδας προχωρήσας ολίγον εστάθη μετά του υπολοίπου
στρατού και έστειλεν εμπρός εκατόν πελταστάς, οι οποίοι ώφειλαν να
ορμήσουν πρώτοι, άμα ηνοίγοντο πύλαι τινές και υψούτο το
συμφωνημένον σημείον. Επειδή δε το σημείον ήργισε να φανή, οι
πελτασταί εκπληττόμενοι επλησίασαν ανεπαισθήτως την πόλιν. Κατ' αυτό
το διάστημα οι μετά των επτά στρατιωτών εισελθόντες Τορωναίοι
παρεσκευάζοντο ένδοθεν· αφού συνέτριψαν την μικράν πύλην και
κόψαντες τον μοχλόν ήνοιξαν τας προς την αγοράν πύλας, πρώτον μεν
εισήγαγόν τινας διά της μικράς πύλης, διά να εκφοβίσουν εκ των νώτων
και αμφοτέρωθεν τους εν τη πόλει αγνοούντας τα πραττόμενα· έπειτα
ύψωσαν κατά τα συμφωνημένα το πύρινον σημείον και εισήγαγον διά των
κατά την αγοράν πυλών τους λοιπούς πελταστάς.
112. Ιδών δε ο Βρασίδας το σύνθημα έδραμε ταχέως αναστήσας τον
στρατόν, ο οποίος βοήσας ομοθυμαδόν ενέβαλε τους κατοίκους εις
πολλήν έκπληξιν. Και οι μεν εισώρμησαν αμέσως διά των πυλών, οι δε,
τη βοήθεια τετραγώνων δοκών, αι οποίαι έτυχαν κείμεναι εκεί διά την
ανολκήν των λίθων του πεσόντος και οικοδομουμένου τείχους. Και ο μεν
Βρασίδας μετά του πολλού στρατού ευθύς ετράπη προς τα υψηλότερα μέρη
της πόλεως, θέλων να κυριεύση αυτήν μετ' άκρας ασφαλείας και
βεβαιότητος· ο δε άλλος στρατός διεσπάρη ομοίως εις πάντα τα μέρη.
113. Ενώ δε κατελαμβάνετο ούτως η πόλις, το μεγαλύτερον μέρος των
Τορωναίων, μη γνωρίζον τίποτε, εθορυβείτο, οι δε προδόται και
εκείνοι εις τους οποίους ήρεσκον τα πραττόμενα ηνώθησαν αμέσως μετά
των εισελθόντων. Οι δε Αθηναίοι (διότι έτυχον κοιμώμενοι μέσα εις
την αγοράν πεντήκοντα περίπου οπλίται) άμα ενόησαν τα διατρέχοντα,
τινές μεν εφονεύθησαν μαχόμενοι, οι δε άλλοι διεσώθησαν ή πεζοί ή
εις τα δύο πλοία, τα οποία εφρούρουν εκεί, και κατέφυγαν εις το
φρούριον την Λήκυθον, της οποίας οι Αθηναίοι ήσαν κύριοι, και η
οποία κατέχει μίαν άκραν χωρισμένην εκ της άλλης πόλεως διά στενού
ισθμού. Προς αυτούς δε κατέφυγαν και όσοι εκ των Τορωναίων ήσαν εις
αυτούς αφωσιωμένοι.
114. Ήτο δε ήδη ημέρα και η πόλις είχε καταληφθή ασφαλώς, ότε ο
Βρασίδας διεκήρυξεν εις τους Τορωναίους, όσοι είχαν φύγει μετά των
Αθηναίων, ότι ηδύνατο ο θέλων να επιστρέψη αφόβως εις τα κτήματα του
και να απολαύη τελείαν ελευθερίαν των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Έστειλεν επίσης κήρυκα προς τους Αθηναίους, διά να τους διατάξη να
εξέλθουν της Ληκύθου διά συνθήκης, καθότι η θέσις αύτη ανήκεν εις
τους Χαλκιδείς· αλλ' οι Αθηναίοι απεκρίθησαν ότι δεν την
εγκαταλείπουν και εζήτησαν μιας ημέρας ανακωχήν, διά να συνάξουν
τους νεκρούς των. Ο δε Βρασίδας επέτρεψε δύο. Εν τω διαστήματι δε
τούτω ενίσχυσε τας πλησίον της Ληκύθου οικίας, ενώ οι Αθηναίοι
έπραττον τα ίδια και αυτοί. Συναθροίσας δε τους Τορωναίους απέτεινε
προς αυτούς τα αυτά περίπου, όσα είχεν ειπεί εις τους Ακανθίους, ότι
δεν θα ήτο δίκαιον να θεωρώνται ως κακοί πολίται και ως προδόται
όσοι συνενοήθησαν μετ' αυτού διά την παράδοσιν της πόλεως (διότι
έπραξαν τούτο όχι λαβόντες χρήματα ή διά να υποδουλώσουν αυτήν, αλλά
διά να την καταστήσουν ευτυχή και ελευθέραν)· ότι όσοι δεν έλαβαν
μέρος δεν έπρεπε να νομίζουν ότι ήθελαν στερηθή από τα δικαιώματά
τους, τα οποία απήλαυον οι άλλοι· ότι δεν ήλθε προς καταστροφήν
πόλεως ή ιδιώτου· ότι το κήρυγμα το οποίον έστειλε προς εκείνους, οι
οποίοι κατέφυγαν πλησίον των Αθηναίων, προς τον σκοπόν τούτον
εγένετο, καθότι δεν τους εθεώρει ως κακούς πολίτας διά την προς
εκείνους φιλίαν των· ότι δεν αμφέβαλλεν ότι, εάν έκαμναν πείραν της
φιλίας των Λακεδαιμονίων, θα εδείκνυον και προς αυτούς όχι
ολιγωτέραν εύνοιαν, η οποία τοσούτω μάλλον θα ηύξανεν, όσω οι
Λακεδαιμόνιοι θα έπραττον δικαιοτέρας πράξεις· ότι οι φόβοι των
προήρχοντο, διότι δεν τους εδοκίμασαν ακόμη. Είπε δε εις όλους να
παρασκευασθούν και γίνωσι πιστοί σύμμαχοι, μη έχοντες άλλην ευθύνην
ειμή των σφαλμάτων, τα οποία ήθελαν πράξει εις το εξής· ότι ως προς
το παρελθόν ουδέν δικαίωμα είχαν οι Λακεδαιμόνιοι να παραπονεθούν,
διότι δεν ηδικήθησαν αυτοί, αλλά μάλλον οι Τορωναίοι υπό λαού
ισχυροτέρου και ότι τέλος η προτέρα αντίστασίς των ήτον αξία
συγγνώμης.
115. Και ο μεν ταύτα ειπών και ενθαρρύνας αυτούς προσέβαλε την
Λήκυθον, αφού παρήλθεν η ανακωχή· οι δε Αθηναίοι υπερησπίζοντο
άνωθεν παλαιωμένων τειχών και οικιών, αι οποίαι είχαν επάλξεις. Και
επί μίαν μεν ημέραν απέκρουσαν την προσβολήν· την επομένην δε
ημέραν, ενώ έμελλε να προσαχθή κατ' αυτών υπό των πολεμίων μηχανή,
διά της οποίας διενοούντο ούτοι να ρίψουν πυρ εις τα ξύλινα
παραφράγματα, και ενώ επλησίαζεν ο στρατός, οι Αθηναίοι αντέταξαν
κατ' αυτού ξύλινον πύργον, τον οποίον ύψωσαν επί τινος οικήματος,
εις το μέρος, όπου ενόμισαν ότι ο εχθρός έμελλε να πλησιάση την
μηχανήν και το οποίον ήτο το μάλλον αδύνατον. Έφεραν δε εκεί επάνω
πολλούς αμφορείς και πίθους ύδατος και μεγάλους λίθους, πολλοί δε
άνθρωποι ανέβησαν εκεί. Αλλά, το οίκημα λαβόν μεγαλύτερον βάρος
διερράγη εξαίφνης και μετά μεγάλου κρότου. Και όσοι μεν των Αθηναίων
ήσαν εγγύς μάλλον ελυπήθησαν ή εφοβήθησαν, αι δε μακράν
ευρισκόμενοι, και μάλιστα οι πολύ μακράν, νομίσαντες ότι η πόλις
εκυριεύθη ήδη εκ τούτου του μέρους ώρμησαν προς την θάλασσαν και τα
πλοία.
116. Ο δε Βρασίδας ιδών τους Αθηναίους εγκαταλείποντας τας επάλξεις
επροχώρησε μετά του στρατού και κατέλαβεν ευθύς το τείχισμα φονεύσας
όσους εύρεν εντός αυτού. Και οι μεν Αθηναίοι εγκαταλιπόντες ούτω την
πόλιν διεκομίσθησαν διά των πλοίων και των λέμβων εις την Παλλήνην·
ο δε Βρασίδας (διότι υπάρχει εν τη Ληκύθω ιερόν της Αθηνάς και έτυχε
να έχη κηρύξει, ότε έμελλε να γίνη η επίθεσις, ότι θα έδιδε
τριάκοντα αργυράς μνας εις εκείνον, ο οποίος πρώτος ήθελεν αναβή εις
το τείχος) κρίνων ότι η άλωσις του φρουρίου έγινεν άλλως παρά δι'
ανθρωπίνου τρόπου απέδωκεν εις το ιερόν της θεάς τας τριάκοντα μνας
και κατεδαφίσας την Λήκυθον ανέτρεψε τα οικοδομήματα και κατέστησε
τέμενος όλον τον χώρον. Και ο μεν Βρασίδας καθ' όλον το υπόλοιπον
του χειμώνος ησχολήθη εις το να τακτοποιή τας πόλεις, τας οποίας
είχε κυριεύσει, και να μελετά την κατάκτησιν άλλων· και με το τέλος
του χειμώνος έληγε το όγδοον έτος του πολέμου τούτου.
117. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι μόλις ήλθεν η άνοιξις του
ακολούθου θέρους, συνεφώνησαν ανακωχήν ενός έτους. Οι μεν Αθηναίοι
ήθελαν διά του τρόπου τούτου να εμποδίσουν τον Βρασίδαν από του να
αποσπάση άλλας πόλεις από την συμμαχίαν των πριν παρασκευασθούν εν
ησυχία να αντισταθούν, και εσκέπτοντο ότι εν ανάγκη ηδύνατο η
ανακωχή αύτη να παραταθή. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ενόησαν ότι τοιούτοι
ήσαν οι φόβοι των Αθηναίων και ότι διά της καταπαύσεως ταύτης των
ταλαιπωριών του πολέμου θα έκλιναν μάλλον εις το να καταπαύσουν
αυτόν δι' ειρήνης οριστικής και αποδόσεως των αιχμαλώτων διότι οι
Λακεδαιμόνιοι επεθύμουν υπερβολικά να λάβουν τους αιχμαλώτους
τούτους, ενόσω ακόμη ο Βρασίδας είχεν ευνοϊκά υπέρ αυτού τα
πράγματα. Ενόουν κάλλιστα ότι, εάν ο Βρασίδας προώδευε περισσότεροι
και αποκαθίστα την ισορροπίαν, τους μεν αιχμαλώτους θα έχαναν, αυτοί
δε οι ίδιοι θα ήσαν ηναγκασμένοι να διατρέξουν νέους κινδύνους.
Συνωμολόγησαν λοιπόν δι' εαυτούς και τους συμμάχους των την
ακόλουθον ανακωχήν.
118. «Ως προς τον ναόν και το μαντείον του Πυθίου Απόλλωνος
απεφασίσαμεν να κάμνη χρήσιν αυτών άνευ δόλου και φόβου πας ο θέλων,
συμφώνως προς τους πατρίους νόμους. Τοιαύτη είναι η απόφασις των
Λακεδαιμονίων και των παρόντων συμμάχων· υπόσχονται δε ούτοι να
πείσουν όπως δυνηθούν τους Βοιωτούς και τους Φωκείς πέμποντες προς
αυτούς κήρυκα. Ως προς τους θησαυρούς δε του θεού θα φροντίσωμεν,
όπως ανακαλύψωμεν τους άρπαγας αυτών, μεταχειριζόμενοι τους πατρίους
νόμους ορθώς και δικαίως, σεις, ημείς και καθείς, πού θέλει,
συμμορφούμενοι πάντες με τους πατρίους νόμους. Οι δε Λακεδαιμόνιοι
και οι σύμμαχοι, εάν οι Αθηναίοι συναινέσουν να γίνη ειρήνη,
δέχονται να μείνουν εκάτεροι εις τα όρια αυτών διατηρούντες όσα
έχουν σήμερον. Οι μεν εν τω Κορυφασίω να μένουν εντός της Βουφράδος
και του Τομέως· οι δε εν τοις Κυθήροις να μη συγκοινωνούν μετά των
ημετέρων συμμάχων, μήτε ημείς μετ' αυτών, μήτε αυτοί μεθ' ημών· οι
εν τη Νισαία και Μινώα να μη υπερβαίνουν την οδόν, η οποία εκ των
πυλών του Νίσου άγει προς τον ναόν του Ποσειδώνος, και εκ του ναού
τούτου προχωρεί κατ' ευθείαν έως εις την γέφυραν της Μινώας· μήτε οι
Μεγαρείς και οι σύμμαχοί των να υπερβαίνουν την οδόν ταύτην και την
νήσον να έχουν οι Αθηναίοι, την οποίαν κατέλαβαν, μη συγκοινωνούντες
μηδαμού οι μεν μετά των δε· και οι Λακεδαιμόνιοι να διατηρήσουν όσα
έχουσι σήμερον εν τη Τροιζήνι και κατά τας συμφωνίας των με τους
Αθηναίους, εκάτεροι δε δύνανται να πλέουν εν τη θαλάσση, η οποία
βρέχει την χώραν των και την των συμμάχων. Οι Λακεδαιμόνιοι δεν θα
πλέουν εν τη θαλάσση μετά, μακρών πλοίων, αλλά με κάθε άλλο είδος
πλοίου κινουμένου με κώπας πεντακοσίων ταλάντων χωρητικότητος. Οι δε
κήρυκες, οι πρέσβεις και οι ακόλουθοι, όσους κρίνουν ότι πρέπει να
έχουν αμφότερα τα μέρη, θέλουν διατελεί υπό την εγγύησιν της
δημοσίας πίστεως, ενόσω διαρκεί η μετάβασις και η επιστροφή αυτών,
είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης, εν τη Πελοποννήσω ή εν ταις
Αθήναις προς διαπραγμάτευσιν της ειρήνης ή ρύθμισιν των διαφορών.
Κατ' αυτό δε το διάστημα δεν θα γίνωνται δεκτοί μήτε από σας μήτε
από ημάς αυτόμολοι, είτε ελεύθεροι είτε δούλοι. Εις τας διαφοράς
σεις θα δικάζεσθε από ημάς και ημείς από σας συμφώνως με τα πάτρια,
όλα δε τα αμφισβητούμενα θα διαλύωνται διά του δικαίου και όχι διά
του πολέμου. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι ταύτα
απεφάσισαν εάν δε σεις έχετε άλλας προτάσεις καλλιτέρας ή
δικαιοτέρας, μεταβήτε εις την Λακεδαίμονα, διά να τας προτείνετε,
όντες βέβαιοι ότι ουδεμία δικαία πρότασις θέλει απορριφθή υπό των
Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Όσοι όμως επιφορτισθούν με τοιαύτην
αποστολήν, ας έλθουν έχοντες πληρεξουσιότητα, καθώς απαιτείται να
πράξωμεν και ημείς το αυτό. Η δε ανακωχή θέλει διαρκέσει ένα
ενιαυτόν, Ταύτα απεφάσισεν ο δήμος. Η Ακαμαντίς φυλή επρυτάνευεν, ο
Φαίνιππος εγραμμάτευεν, ο Νικιάδης επεστάτει. Ο Λάχης επρότεινε
ταύτα _«τύχη αγαθή»_ των Αθηναίων· ήτοι να γίνη ανακωχή όπως
προτείνοντες συμφωνούσιν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι· και
συνωμολογήθη εν τω δήμω να διαρκέση η ανακωχή επί έν έτος, να
άρχεται δε από την ημέραν εκείνην δεκάτην τετάρτην του Ελαφηβολιώνος
μηνός. Κατ' αυτόν τον χρόνον οι πρέσβεις και οι κήρυκες θα
μετέβαινον παρ' αμφοτέροις τοις συμβαλλομένοις, διά να συζητήσουν
περί των μέσων της καταπαύσεως του πολέμου. Οι δε στρατηγοί και οι
πρυτάνεις θα συγκαλέσουν εκκλησίαν, εις την οποίαν κατά πρώτον οι
Αθηναίοι θέλουν συζητήσει περί της ειρήνης και του τρόπου, διά του
οποίου οι πρέσβεις ήθελαν παρουσιασθή, διά να προτείνουν την
κατάπαυσιν του πολέμου. Αμέσως δε μετά ταύτα οι παρόντες πρέσβεις να
ορκισθούν ενώπιον του δήμου ότι θα διατηρήσουν την ειρήνην επί έν
έτος ».
119. Ταύτα συνεφώνησαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των αφ'
ενός, και οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι των αφ' ετέρου, και ώμοσαν οι
Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι κατά την δωδέκατην του λακεδαιμονίου
μηνός Γεραστίου. Συνεφώνησαν δε και έκαμαν σπονδάς εκ μέρους μεν των
Λακεδαιμονίων οι εξής· Ταύρος Εχετιμίδα, Αθηναίος Περικλείδα,
Φιλοχαρίδας Ερυξιδαΐδα· εκ μέρους δε των Κορινθίων Αινέας Ωκύτου,
Ευφαμίδας Αριστωνύμου· εκ μέρους δε των Σικυωνίων Δαμότιμος
Ναυκράτους, Ονάσιμος Μεγακλέους· εκ μέρους δε των Μεγαρέων Νίκασος
Κεκάλου, Μενεκράτης Αμφιδώρου· εκ των Επιδαυρίων Αμφίας Ευπαΐδα· και
τέλος εκ των Αθηναίων οι στρατηγοί Νικόστρατος Διιτρέφους, Νικίας
Νικηράτου, Αυτοκλής Τολμαίου. Η μεν λοιπόν ανακωχή έγινε κατ' αυτόν
τον τρόπον, κατά την διάρκειαν δε αυτής εις πολλάς ήλθον
διαπραγματεύσεις περί οριστικής ειρήνης.
120. Περί δε τας ημέρας ταύτας, όποτε έγινεν η ανταλλαγή των
επικυρώσεων, η Σκιώνη, πόλις κειμένη εν τη Παλλήνη, απεστάτησεν από
τους Αθηναίους και συνετάχθη με τον Βρασίδαν. Λέγουν δε οι Σκιωναίοι
ότι κατάγονται εκ της εν Πελοποννησω Παλλήνης, και, ότι οι πρόγονοί
των επιστρέφοντες εκ της Τροίας κατελήφθησαν υπό της τρικυμίας, ήτις
διεσκόρπισε τους Αχαιούς και ερρίφθησαν εις την χώραν εκείνην, όπου
εγκαθιδρύθησαν. Μετά την αποστασίαν δ' αυτών ο Βρασίδας έπλευσε διά
νυκτός εις την Σκιώνην. Πλοίον πολεμικόν φιλικόν έπλεεν εμπρός,
αυτός δε ηκολούθει μακρόθεν δι' ενός ταχυπλόου μικρού πλοίου, ίνα,
εάν μεν τούτο συναντήση άλλο πλοίον μεγαλύτερον, να τον υπερασπίση
το πολεμικόν πλοίον, εάν δε συνήντα άλλο ισοδύναμον πλοίον, κατά
πάσαν πιθανότητα τούτο δεν θα εστρέφετο κατά του μικροτέρου πλοίου,
αλλά κατά του μεγαλυτέρου, κατ' αυτό δε το διάστημα θα ηδύνατο ούτος
να διασωθή. Περαιωθείς δε ούτω και συγκαλέσας τους Σκιωναίους εις
εκκλησίαν έλεγαν εις αυτούς τα αυτά όσα είπεν εις την ’κανθον και
εις την Τορώνην, προσθέτων ότι ήσαν άξιοι μεγίστων επαίνων, αυτοί
οίτινες κλεισμένοι εν τω ισθμώ της Παλλήνης υπό των εχόντων την
Ποτείδαιαν Αθηναίων και όντες ουδέν άλλο ή νησιώται, μόνοι των
θεληματικώς συνετάχθησαν με τους επιδιώκοντας την ελευθερίαν και δεν
ανέμειναν δειλώς να τους βιάση η ανάγκη εις το να ζητήσουν εκείνο,
το οποίον προφανώς ήτο συμφέρον των, και ότι η πραξίς των αυτή ήτο
απόδειξις ότι ανδρείως ήθελαν υπομείνει και τας μεγίστας δοκιμασίας,
εάν αι υποθέσεις των εκανονίζοντο κατ' ευχήν· ότι τους εθεώρει ως
πιστοτάτους αληθώς φίλους των Λακεδαιμονίων, και ότι ουδεμίαν θα
παρέβλεπε περίστασιν όπως τοις απονείμη τιμήν.
121. Και οι μεν Σκιωναίοι υπερηφανεύθησαν υπό των λόγων τούτων και
ενθαρρυνθέντες όλοι ομοίως, ως και εκείνοι εις τους οποίους πρότερον
δεν ήρεσκον τα πραττόμενα, διενοήθησαν και τον πόλεμον να υποστούν
προθύμως και τον Βρασίδαν να υποδεχθούν λαμπρώς· και δημοσία μεν η
πόλις τον περιέβαλε διά χρυσού στεφάνου ως ελευθερωτήν της Ελλάδος,
ιδία δε τον εκόσμουν διά ταινιών και τον επευφήμουν ως αθλητήν. Ο δε
Βρασίδας αφήσας προσωρινήν φρουράν ανεχώρησε· μετ' ολίγον δε έστειλε
πλειότερον στρατόν θέλων να επιχειρήση με αυτόν απόπειράν τινα κατά
της Μένδης και της Ποτειδαίας, καθότι εσκέπτετο ότι οι Αθηναίοι δεν
θα εχρονοτρίβουν προκειμένου να στείλουν βοήθειαν εις πόλιν την
οποίαν εθεώρουν ως νήσον, και ήθελε διά τούτο να τους προλάβη·
συγχρόνως δε συνενοείτο μετά των πόλεων τούτων να του παραδοθούν διά
προδοσίας.
122. Ενώ κατεγίνετο εις ταύτα, οι επιφορτισθέντες την ανακοίνωσιν
της ανακωχής, εκ μεν των Αθηναίων ο Αριστώνυμος, εκ δε των
Λακεδαιμονίων ο Αθηναίος, έφθασαν προς αυτόν με πολεμικόν πλοίον.
Και ο μεν στρατός επέστρεψε πάλιν εις την Τορώνην, οι δε
απεσταλμένοι ανεκοίνωσαν εις τον Βρασίδαν την συνθήκην, και όλοι οι
εν τη Θράκη σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων παρεδέχθησαν τα γενόμενα.
Αλλ' ο Αριστώνυμος, ο οποίος συγκατένευεν εις όλα όσα απέβλεπαν εις
τους άλλους συμμάχους, αναγνωρίσας διά της αριθμήσεως των ημερών ότι
οι Σκιωναίοι είχαν αποστατήσει μετά την συνθήκην, δεν ήθελε να
συμπεριληφθούν και αυτοί. Ο δε Βρασίδας υπεστήριζεν εξ εναντίας ότι
η αποστασία αυτών ήτο προτέρα και δεν ήθελε να εγκαταλείψη την
πόλιν. Μόλις ο Αριστώνυμος ανήγγειλεν εις τας Αθήνας τα διατρέχοντα,
αμέσως οι Αθηναίοι εφάνησαν έτοιμοι να εκστρατεύσουν εναντίον της
Σκιώνης. Οι δε Λακεδαιμόνιοι πιστεύοντες εις τον Βρασίδαν
διεξεδίκουν ως φίλην αυτών την πόλιν και έστειλαν πρέσβεις διά να
παραστήσουν εις τους Αθηναίους ότι παρέβαινον την συνθήκην· άλλως
ήσαν έτοιμοι να υποβάλουν την υπόθεσιν εις διαιτησίαν. Αλλ' οι
Αθηναίοι δεν ήθελαν να διατρέξουν τον κίνδυνον δίκης και
επροτιμούσαν να εκστρατεύσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον,
αγανακτούντες διότι και οι εν ταις νήσοις ήδη όντες επρόβαλαν την
αξίωσιν ν' αποστατούν απ' αυτούς. Η αλήθεια δε ήτο ότι ως προς την
αποστασίαν της Σκιώνης αι αξιώσεις των Αθηναίων ήσαν δίκαιαι, διότι
οι Σκιωναίοι απεστάτησαν δύο ημέρας μετά την συνθήκην. Πεισθέντες οι
Αθηναίοι εις την γνώμην του Κλέωνος εψήφισαν αμέσως να καταστρέψουν
την Σκιώνην και να φονεύσουν όλους τους κατοίκους· καταπαύσαντες δε
πάσαν άλλην ασχολίαν ητοιμάζοντο εις τούτο.
123. Εν τούτω τω αναμεταξύ αποστατεί από αυτούς η Μένδη, πόλις εν τη
Παλλήνη και αποικία των Ερετριέων· ο Βρασίδας την εδέχθη χωρίς
ουδόλως να διστάση εκ του ότι απεστάτησε φανερά ενώ υπήρχεν ανακωχή,
διότι και αυτός ο ίδιος απέδιδε κατηγορίαν εις τους Αθηναίους ότι
παρεβίασαν άρθρα τινά της συνθήκης. Τούτο ενεθάρρυνε πλειότερον τους
Μενδαίους, διότι έβλεπαν την καλήν θέλησιν του Βρασίδου, και εκ των
συμβάντων της Σκιώνης εσυμπέραιναν ότι δεν ήθελε τους προδώσει·
άλλως οι μεταξύ αυτών οπαδοί των Λακεδαιμονίων ολίγοι όντες δεν
ήθελαν να παραιτηθούν επιχειρήσεως όπου τόσον είχε προχωρήση, και
φοβηθέντες μήπως ανακαλυφθούν ώθησαν τον λαόν να αποστατήση
ακουσίως. Ότε δε οι Αθηναίοι έμαθαν ταύτα, οργισθέντες περισσότερον
ακόμη ητοιμάζοντο να εκστρατεύσουν και κατά των δύο πόλεων. Ο δε
Βρασίδας περιμένων την προσεχή επίθεσίν των μετεκόμισεν εις την
Χαλκιδικήν Όλυνθον τα παιδία και τας γυναίκας των Σκιωναίων και των
Μενδαίων· έπειτα έστειλε προς αυτούς πεντακοσίους οπλίτας
Πελοποννησίους και τριακοσίους πελταστάς Χαλκιδείς, όλους υπό την
οδηγίαν του Πολυδαμίδου. Και αι μεν πόλεις περιμένουσαι από στιγμής
εις στιγμήν την εμφάνισιν των Αθηναίων παρεσκεύαζαν από κοινού τα
προς άμυναν μέσα.
124. Είς το αναμεταξύ δε ο Βρασίδας και ο Περδίκκας εξεστράτευσαν εκ
δευτέρου από κοινού εις Λύγκον κατά του Αρριβαίου. Και ο μεν
Περδίκκας ωδήγει τον στρατόν των Μακεδόνων τον οποίον είχεν υπό την
εξουσίαν του, καθώς και οπλίτας στρατολογηθέντας μεταξύ των εκεί
κατοικούντων Ελλήνων, ο δε Βρασίδας, εκτός του υπολοίπου
Πελοποννησιακού στρατού, είχε Χαλκιδείς και Ακανθίους και όσους
βοηθούς του έστειλαν αι άλλαι πόλεις. Οι Έλληνες οπλίται απετέλουν
σώμα εκ τρισχιλίων περίπου ανδρών, οι δε ιππείς Μακεδόνες και
Χαλκιδείς ήσαν σχεδόν χίλιοι, εκτός πολλού πλήθους βαρβάρων.
Εισβαλόντες δε εις την χώραν του Αρριβαίου και ευρόντες τους
Λυγκηστάς αντιστρατοπεδευμένους κατ' αυτών εστάθησαν απέναντι. Οι
πεζοί παρετάχθησαν από τα δύο μέρη επί λόφου, εις δε το μέσον
ηπλώνετο πεδιάς· και πρώτον μεν κατέβησαν εις αυτήν οι ιππείς
αμφοτέρων και ιππομάχησαν, έπειτα δε και ο Βρασίδας και ο Περδίκκας,
αφού επροχώρησαν πρότερον από του λόφου μετά των ιππέων των
Λυγκηστών οπλιτών και, αφού ήσαν έτοιμοι να πολεμήσουν, επετέθησαν
κατ' αυτών και συμπλακέντες τους έτρεφαν εις φυγήν· και πολλούς μεν
εξ αυτών εφόνευσαν, οι δε λοιποί διεσώθησαν εις τα υψώματα και
έμειναν ησυχάζοντες. Μετά τούτο στήσαντες τρόπαιον έμειναν εκεί επί
δύο ή τρεις ημέρας περιμένοντες τους Ιλλυριούς, οίτινες μισθωθέντες
υπό του Περδίκκου επεριμένοντο να φθάσουν· έπειτα ο Περδίκκας
ηθέλησε να προχωρήσουν κατά των τοποθεσιών που είχεν ο Αρριβαίος και
να μη μένωσιν αργοί· αλλ' ο Βρασίδας, φοβούμενος μη συμβή δυστύχημά
τι εις την Μένδην ένεκα αιφνιδίου ερχομού των Αθηναίων και βλέπων
συγχρόνως ότι οι Ιλλυριοί δεν ήρχοντο, με κανένα τρόπον δεν ήθελε να
προχωρήση, αλλά μάλλον επεθύμει να επιστρέψη.