έτυχε να ευρίσκεται περί την Σικυώνα και την Κόρινθον συναθροίζων
στρατόν διά την Θράκην. ’μα δε έμαθε την άλωσιν των τειχών, φοβηθείς
διά τους εν Νισαία Πελοποννησίους και διά την τύχην αυτών των
Μεγάρων, πέμπει προς τους Βοιωτούς δίδων εντολήν εις αυτούς να τον
συναντήσουν γρήγορα εις τον Τριποδίσκον (ούτω δε καλείται μία κώμη
της Μεγαρίδος εις την υπώρειαν της Γερανείας), αυτός δε ήλθεν έχων
δύο χιλιάδας και επτακοσίους οπλίτας Κορινθίους, τετρακοσίους
Φλειασίους, εξακοσίους Σικυωνίους και τους άλλους όσοι είχον ήδη
συναθροισθή. Ενόμιζε δε ότι ήθελε προφθάσει εις την Νίσαιαν πριν
αύτη παραδοθή. Αλλ' άμα έμαθε την παράδοσιν αυτής (διότι είχε
προχωρήσει διά νυκτός μέχρι του Τριποδίσκου) εξέλεξε τριακοσίους
άνδρας εκ του στρατού, και πριν γίνη γνωστή η πορεία του επλησίασεν
εις τα Μέγαρα χωρίς να τον εννοήσουν οι Αθηναίοι, οίτινες ήσαν
εστρατοπεδευμένοι πλησίον της θαλάσσης. Και πρόσχημα μεν είχε να
κάμη κάποιαν απόπειραν κατά της Νισαίας, την οποίαν είχε σκοπόν τω
όντι να εκτελέση, αν ήτο δυνατόν· ο κύριος όμως σκοπός του ήτο να
εισέλθη εις την πόλιν των Μεγαρέων, διά να εξασφαλίση αυτήν. Εζήτει
λοιπόν παρά των Μεγαρέων να τον δεχθούν λέγων ότι ήλπιζε να πάρη
οπίσω την Νίσαιαν.
71. Εκ των δύο φατριών αι οποίαι εχώριζαν τα Μέγαρα η μεν εφοβείτο
μήπως ο Βρασίδας εξώση αυτήν και επαναφέρη τους φυγάδας, η δε μήπως
ο δήμος φοβούμενος το αυτό αποτέλεσμα επιτεθή κατ' αυτής, και ούτως
η πόλις κατασπαραχθή και γίνη λεία εις τους παραμονεύοντας αυτήν
Αθηναίους. Δεν εδέχθησαν λοιπόν τον Βρασίδαν, αλλ' αμφότερα τα μέρη
έκριναν καλόν να περιμείνουν το μέλλον εν ησυχία, διότι ήλπιζαν ότι
θα συνεκροτείτο μάχη μεταξύ των Αθηναίων και των προστρεξάντων εις
βοήθειαν και ότι τότε ηδύναντο ασφαλέστερα να παραδοθούν μετά την
μάχην εις εκείνον, πού θα ήτο ευνοϊκώτερος προς αυτούς. Αλλ' ο
Βρασίδας, μη δυνηθείς να τους πείση, επέστρεψε πάλιν προς το άλλο
στράτευμα.
72. ’μα δε εξημέρωσεν, έφθασαν οι Βοιωτοί· και είχαν μεν σκοπόν
αυτοί προ της παραγγελίας του Βρασίδου να στείλουν βοήθειαν εις τα
Μέγαρα και ευρίσκοντο μάλιστα μεθ' όλου του στρατού των εις τας
Πλαταιάς, αλλ' ότε ήλθεν, ο άγγελος έλαβον πολύ περισσότερον θάρρος
και αποστείλαντες δύο χιλιάδας διακοσίους οπλίτας και εξακοσίους
ιππείς επέστρεφαν μετά του επιλοίπου στρατού. Όλος δε ο συναχθείς
εκεί στρατός συνεποσούτο εις εξακισχιλίους περίπου άνδρας. Προς το
μέρος των Αθηναίων οι οπλίται ήσαν παραταμένοι παρά την Νίσαιαν και
την παραλίαν, οι δε ψιλοί ήσαν διεσκορπισμένοι ανά την πεδιάδα, ότε
οι ιππείς των Βοιωτών επιπεσόντες απροσδοκήτως κατά των ψιλών
έτρεψαν αυτούς προς την θάλασσαν· διότι μέχρις εκείνης της στιγμής
ουδεμία βοήθεια είχεν έλθει εις τους Μεγαρείς. Αντεπεξελθόντες δε οι
ιππείς των Αθηναίων συνεπλάκησαν εκ του συστάδην και επί πολλήν ώραν
εγένετο ιππομαχία, αμφότερα δε τα μέρη διεφιλονείκησαν την νίκην.
Τωόντι οι Αθηναίοι κατεδίωξαν προς την Νίσαιαν τον ίππαρχον των
Βοιωτών και άλλους τινάς όχι πολλούς, τους οποίους φονεύσαντες
εσκύλευσαν, έμειναν κύριοι των νεκρών, τους απέδωκαν έπειτα διά
συνθήκης και έστησαν τρόπαιον· εν συνόλω εν τούτοις η νίκη δεν
εξεχώρισεν ούτε υπέρ του ενός ούτε υπέρ του άλλου και απεχωρίσθησαν,
οι μεν Βοιωτοί διά να ενωθούν με τους ιδικούς των, οι δε Αθηναίοι
διά να επιστρέψουν εις την Νίσαιαν.
73. Μετά τούτο δε ο Βρασίδας και το στράτευμα επλησίασαν προς την
θάλασσαν και την πόλιν των Μεγαρέων, καταλαβόντες δε μέρος
κατάλληλον παρετάχθησαν και ησύχαζον περιμένοντες να τους επιτεθούν
οι Αθηναίοι και ηξεύροντες ότι οι Μεγαρείς επετήρουν προς ποίον
ήθελε κλίνει η νίκη. Οι Λακεδαιμόνιοι εσκέπτοντο ότι το κίνημα τούτο
θα τους ωφελούσεν υπό δύο επόψεις· πρώτον ότι δεν ήθελαν προσβάλει
αυτοί πρώτοι και δεν ήθελαν αρχίσει άνευ ανάγκης μάχην επικίνδυνον·
έφθανεν ότι εδείχθησαν διατεθειμένοι να πολεμήσουν, διά να δύνανται
δικαίως να δώσουν εις εαυτούς την νίκην χωρίς να χάσουν ούτε ρανίδα
αίματος· δεύτερον ότι τούτο ήτο το καλύτερον μέτρον το οποίον
ώφειλαν να λάβουν ως προς τους Μεγαρείς· διότι, εάν δεν τους έβλεπον
ερχομένους, δεν θα ενόμιζαν ότι τούτο εγίνετο εκ τύχης, αλλ' ότι
προφανώς είχαν νικηθή και θα εστερούντο αμέσως της πόλεως· αν οι
Αθηναίοι ηρνούντο να αγωνισθούν, τότε ο σκοπός διά τον οποίον ήλθαν
ήθελεν επιτύχει· τούτο δε και εγένετο. Οι Αθηναίοι εξήλθον και
παρετάχθησαν προ των μακρών τειχών αλλά βλέποντες ότι ο εχθρός δεν
ήρχετο να τους προσβάλη έμενον και αυτοί ησυχάζοντες, διότι οι
στρατηγοί των εθεώρουν ότι μετά την εντελή σχεδόν επιτυχίαν της
επιχειρήσεώς των ο κίνδυνος δεν θα ήτο ίσος μεταξύ αυτών και εχθρού
ανωτέρου κατά τον αριθμόν διότι, εάν μεν ενίκων, τα Μέγαρα μόνον θα
ελάμβανον, εάν δε ηττώντο, θα έχανον τους πλέον εκλεκτούς οπλίτας
των. Εξ εναντίας εις τους Πελοποννησίους συνέφερε να εκτεθούν εις
τους κινδύνους της μάχης μετά τινος μέρους οιουδήποτε του
στρατεύματος ή και μεθ' όλης αυτών της δυνάμεως. Έμειναν λοιπόν
ούτως επί τινα χρόνον επειδή δε ουδείς ήρχιζε πρώτος την προσβολήν,
ανεχώρησαν πρώτοι οι Αθηναίοι εις Νίσαιαν και κατόπιν οι
Πελοποννήσιοι εις το μέρος από του οποίου είχαν αναχωρήσει. Τότε οι
φίλοι των φυγάδων Μεγαρείς, ενθαρρυνθέντες διότι οι Αθηναίοι δεν
ηθέλησαν να πολεμήσουν, ήνοιξαν τας πύλας εις τον Βρασίδαν, ως εις
νικητήν, και εις τους άρχοντας των πόλεων· και δεχθέντες ήρχισαν να
συνδιασκέπτωνται μετ' αυτών, ενώ οι οπαδοί των Αθηναίων διετέλουν
εις μεγίστην αμηχανίαν.
74. Έπειτα οι σύμμαχοι διελύθησαν κατά πόλεις, ο δε Βρασίδας
επανήλθε και αυτός εις την Κόρινθον, διά να προετοιμάση την κατά της
Θράκης εκστρατείαν την οποίαν εξ αρχής εσχεδίαζεν. Αφού δ'
απεχώρησαν οι Αθηναίοι, όσοι εκ των Μεγαρέων είχαν ενοχοποιηθή ότι
είχον συνεννοήσεις μετ αυτών, μαθόντες ότι ανεκαλύφθησαν, έφυγαν
αμέσως εκ της πόλεως, οι δε άλλοι διασκεφθέντες μετά των φίλων των
εξορίστων επανέφεραν αυτούς εκ των Πηγών, αφού τους υπεχρέωσαν δι'
επισήμων όρκων να μη μνησικακήσουν διόλου, αλλά να φροντίσουν και
αυτοί περί των συμφερόντων της πόλεως. Εν τούτοις οι άνθρωποι ούτοι,
μόλις έγιναν κύριοι της αρχής, έκαμαν στρατιωτικήν επιθεώρησιν και
αφού μετά προσοχής διήρεσαν τους λόχους εξέλεξαν εκ των εχθρών και
εξ εκείνων τους οποίους ενόμιζον ότι ήσαν ευνοϊκοί προς τους
Αθηναίους περί τους εκατόν ηνάγκασαν δε τον λαόν να δώση φανεράν
ψήφον κατά των ανδρών τούτων, και, άμα κατεδικάσθησαν, τους
εθανάτωσαν και μετέβαλαν το πολίτευμα εις άκραν ολιγαρχίαν. Ούτω
λοιπόν τα Μέγαρα δεν απηλλάγησαν της στάσεως ειμή διά να περιπέσουν
πάλιν υπό τον ζυγόν της ολιγαρχίας η οποία διήρκεσεν επί πολύ.
75. Κατά το αυτό δε θέρος, ενώ επρόκειτο να οχυρωθή η ’ντανδρος υπό
των Μυτιληναίων συμφώνως με το σχέδιον το οποίον ούτοι είχον
συλλάβει, οι χρηματοσυλλέκται στρατηγοί των Αθηναίων Δημόδοκος και
Αριστείδης ευρισκόμενοι κοντά εις τον Ελλήσποντον (διότι ο τρίτος
στρατηγός Λάμαχος είχε πλεύσει εντός με δέκα πλοία προς τον Πόντον)
έμαθαν τας προετοιμασίας αι οποίαι εγίνοντο διά την θέσιν ταύτην και
εφοβήθησαν μήπως συμβή και εκεί ό,τι συνέβη εις τα ’ναια πλησίον της
Σάμου. Οι Σάμιοι εξόριστοι είχαν εγκατασταθή εκεί και συνέτρεχον
τους Πελοποννησίους εις τα ναυτικά στέλλοντες κυβερνήτας,
δημιουργούντες ταραχάς εις τους εν τη πόλει Σαμίους και δεχόμενοι
τους εξ αυτής εξερχομένους. Διά τον φόβον λοιπόν τούτον οι Αθηναίοι
στρατηγοί συνήθροισαν συμμαχικόν στρατόν, επλησίασαν εις την
’ντανδρον, ενίκησαν εις μάχην τους ελθόντας προς απόκρουσιν και
ανέκτησαν πάλιν την θέσιν. Μετ' ου πολύ ο Λάμαχος, ο οποίος είχεν
εισπλεύσει εις τον Πόντον, προσορμισθείς εις τον Κάληκα ποταμόν
πλησίον της Ηρακλείας, απώλεσε τα πλοία του ένεκα μεγάλου χειμάρρου
πού κατέβη αιφνιδίως εκ των ορέων. Αυτός δε μετά του στρατού επέρασε
πεζή την χώραν των Βιθυνών Θρακών (οι οποίοι κατοικούν εις την
απέναντι παραλίαν εν Ασία) και έφθασεν εις την Χαλκηδόνα, η οποία
κείται εις το στόμιον του Πόντου και είναι αποικία των Μεγαρέων.
76. Κατά το αυτό δε θέρος ο στρατηγός των Αθηναίων Δημοσθένης φθάνει
μετά τεσσαράκοντα πλοίων εις την Ναύπακτον, ευθύς μετά την εκ της
Μεγαρίδος αναχώρησίν του· διότι μετ' αυτού και μετά του Ιπποκράτους
συνενοούντο Βοιωτοί τινες επί σκοπώ να μεταβάλουν το πολίτευμα των
πόλεων και να καταστήσουν αυτό δημοκρατίαν, κατά μίμησιν των
Αθηναίων προ πάντων δε κατ' εισήγησιν του εκ Θηβών εξορίστου
Πτοιοδώρου απεφάσισαν τα εξής. Προδόται τινές έμελλον να τοις
παραδώσουν τας Σίφας· είναι δε αι Σίφαι πόλις παραθαλασσία ανήκουσα
εις τας Θεσπιάς και κειμένη εις το βάθος του Κρισαίου κόλπου. ’λλοι
εξ Ορχομενού έμελλον να παραδώσουν την Χαιρώνειαν, ανήκουσαν εις τον
Ορχομενόν, ο οποίος άλλοτε μεν εκαλείτο Μινύειος, σήμερον δε
Βοιώτιος. Συνήργουν δε εις ταύτα προ πάντων οι φυγάδες των
Ορχομενίων και ελάμβανον μισθωτούς στρατιώτας εκ της Πελοποννήσου·
είναι δε η Χαιρώνεια η τελευταία πόλις προς την Φανότιδα της
Φωκίδος· και εις την συνωμοσίαν ταύτην μετείχον τινές εκ των Φωκέων.
Οι δε Αθηναίοι εχρεώστουν να καταλάβουν το Δήλιον, το εν τη Τανάγρα
προς την Εύβοιαν εστραμμένον ιερόν του Απόλλωνος, όλα δε ταύτα
έπρεπε να γίνουν συγχρόνως και εν ωρισμένη ημέρα, διά να μη δυνηθούν
αι Βοιωτοί να τρέξουν εις βοήθειαν του Δηλίου, αλλά καθένας απ'
αυτούς να κινηθή προς βοήθειαν της ιδίας αυτού πόλεως. Εάν δε
επετύγχανεν η απόπειρα και ετειχίζετο το Δήλιον, ήλπιζαν ευκόλως
ότι, και αν ακόμη δεν επήρχετο αμέσως μεταβολή τις εις το πολίτευμα
των Βοιωτών, γινόμενοι κύριοι των θέσεων τούτων και επειδή η χώρα θα
έμενεν εκτεθειμένη εις την ληστείαν και καθείς θα είχε πλησιέστατον
καταφύγιον, η παρούσα κατάστασις των πραγμάτων δεν θα διήρκει επί
πολύ, αλλά με τον χρόνον, επειδή οι μεν Αθηναίοι ηδύναντο να
συντρέχουν τους αποστατούντας, οι δε Βοιωτοί ηδυνάτουν να
συγκεντρώσουν τας εαυτών δυνάμεις, θα εγκαθιδρύετο εις την Βοιωτίαν
οποίον ήθελον αυτοί πολίτευμα.
77. Η μεν λοιπόν επιβουλή τοιαύτη παρεσκευάζετο· ο δε Ιπποκράτης
αυτός μεν έχων στρατόν εκ της πόλεως των Αθηνών έμελλεν εγκαίρως να
βαδίση εναντίον των Βοιωτών, τον δε Δημοσθένην προαπέστειλε μετά των
τεσσαράκοντα πλοίων εις την Ναύπακτον, ίνα συλλέξας εξ εκείνων των
μερών στρατόν εξ Ακαρνάνων και άλλων συμμάχων πλεύση προς τας Σίφας,
αι οποίαι έμελλον να του παραδοθούν διά προδοσίας· είχαν δε
συμφωνήσει μεταξύ των περί της ημέρας ότε θα εξετέλουν αυτά
συγχρόνως. Ο Δημοσθένης μόλις έφθασε κατέλαβε την πόλιν των
Οινιαδών, την οποίαν όλοι οι Ακαρνάνες εβίασαν να εισέλθη εις την
συμμαχίαν των Αθηναίων. Εξεγείρας δε όλους τους συμμάχους των μερών
εκείνων εξεστράτευσε πρώτον κατά του Σαλυνθίου και των Αγραίων· και,
αφού εβίασε και τούτους να προσέλθουν προς το μέρος του, ήρχισε να,
ετοιμάζεται, διά να ευρεθή προ των Σιφών άμα ήτο καιρός.
78. Κατά την αυτήν δε εποχήν του θέρους ο Βρασίδας ανεχώρησε διά την
Θράκην με επτακοσίους οπλίτας· άμα δε έφθασεν εις την εν Τραχίνι
Ηράκλειαν, έπεμψε προηγουμένως άγγελον εις Φάρσαλα προς τους φίλους
του, διά να ζητήση απ' αυτούς να τον οδηγήσουν μαζί με τον στρατόν
του διά της Θεσσαλίας. Ο Πάναιρος, ο Δώρος, ο Ιππολοχίδας, ο
Τορύλαος και ο πρόξενος των Χαλκιδέων Στρόφακος ήλθον εις την
Μελιτίαν της Αχαΐας και τότε εκείνος επροχώρησε μετ' αυτών. Ωδήγουν
δε αυτόν και άλλοι Θεσσαλοί και ο Νικονίδας εκ Λαρίσης, οπαδός του
Περδίκκου. Τωόντι δεν ήτο εύκολον να διέλθη τις την Θεσσαλίαν χωρίς
οδηγόν και μάλιστα ένοπλος· άλλως τε και μεταξύ όλων των Ελλήνων
επεκράτει η συνήθεια να θεωρούν ως ύποπτον την διά της χώρας των
άνευ αδείας δίοδον των ξένων· εκτός δε τούτου οι πλείστοι των
Θεσσαλών πάντοτε υπήρξαν ευνοϊκοί προς τους Αθηναίους· εις τρόπον
ώστε, εάν η Θεσσαλία εκυβερνάτο ισονόμως μάλλον παρά υπό δυναστών, ο
Βρασίδας δεν θα ηδύνατο να προχωρήση. Διότι και τότε ακόμη, ενώ
επορεύετο, άλλοι Θεσσαλοί εκ του αντιθέτου κόμματος ήλθαν εις
συνάντησίν του πλησίον του Ενιπέως ποταμού και τον ημπόδισαν
λέγοντες ότι ήτο προσβολή να προχωρήση εις την χώραν των άνευ της
συγκαταθέσεως όλου του έθνους. Οι δε συνοδεύοντες αυτόν απεκρίθησαν
ότι δεν διενοείτο να διέλθη χωρίς την θέλησίν των, αλλ' ότι είχεν
έλθει αιφνιδίως και ότι αυτοί όντες ξένοι του ενόμισαν καθήκον των
να τον συνοδεύσουν. Έλεγε δε και αυτός ο Βρασίδας ότι διήρχετο την
χώραν των Θεσσαλών ως φίλος, ότι δεν έφερεν όπλα κατ' αυτών, αλλά
κατά των Αθηναίων, ότι δεν ήξευρεν αν υπήρχε μεταξύ των Θεσσαλών και
των Λακεδαιμονίων έχθρα τις, ήτις να εμποδίζη τους μεν να διέρχωνται
διά της χώρας των δε, και ότι τώρα δεν θα προχωρήση χωρίς την
θέλησιν αυτών, αφού μάλιστα δεν ηδύνατο, και τους παρεκάλει να μη
τον εμποδίσουν. Και εκείνοι μεν ακούσαντες ταύτα απήλθον, ο δε
Βρασίδας, επί τη συμβουλή των οδηγών, χωρίς να σταματήση ουδαμού,
επέσπευσε την πορείαν του πριν γίνη μεγαλυτέρα συνάθροισις, όπως τον
εμποδίση. Την ιδίαν ημέραν της εκ Μελιτίας αναχωρήσεως του έφθασεν
εις Φάρσαλα και εστρατοπέδευσε πλησίον του ποταμού Απιδανού, εκείθεν
δε εις Φάκιον και εξ αυτού εις Περραιβίαν. Από τούτου δε του μέρους
οι μεν οδηγοί των Θεσσαλών επέστρεφαν εις τα ίδια, οι δε Περραιβοί,
υπήκοοι όντες των Θεσσαλών, τον ωδήγησαν μέχρι του Δίου εις την
επικράτειαν του Περδίκκου. Η πόλις αύτη κείται εις τους πρόποδας του
Ολύμπου της Μακεδονίας προς το μέρος της Θεσσαλίας.
79. Τοιουτοτρόπως ο Βρασίδας επρόφθασε να διατρέξη την Θεσσαλίαν
πριν ληφθή μέτρον τι προς παρεμπόδισίν του και έφθασεν εις τον
Περδίκκαν και την Χαλκιδικήν. Επειδή αι υποθέσεις των Αθηναίων
επήγαιναν καλά, οι λαοί της Θράκης, όσοι είχαν αποσπασθή από την
συμμαχίαν των Αθηναίων, και ο Περδίκκας, καταληφθέντες υπό φόβου,
προσεκάλεσαν τον στρατόν τούτον εκ της Πελοποννήσου· οι μεν
Χαλκιδείς, διότι ενόμιζαν ότι οι Αθηναίοι κατά πρώτον ήθελον επέλθει
κατ' αυτών (και συγχρόνως αι γειτονικαί πόλεις αυτών αι μη
αποστατήσασαι τον προσεκάλουν επίσης, αλλά κρυφίως), ο δε Περδίκκας,
διότι, μολονότι δεν ήτο κεκηρυγμένος εχθρός των Αθηναίων, είχεν όμως
αρχαίας διαφοράς, αι οποίαι τον ανησύχουν, και προ πάντων διότι
ήθελε να υποτάξη τον βασιλέα των Λυγκηστών Αρριβαίον. Τα παρόντα δε
ατυχήματα των Λακεδαιμονίων συνετέλεσαν, ώστε οι Θράκες να φέρουν
έξω ευκολώτερα τον στρατόν τούτον εκ της Πελοποννήσου.
80. Επειδή δε οι Αθηναίοι δεν έπαυαν κακοποιούντες την Πελοπόννησον
και ιδίως την Λακωνικήν, οι Λακεδαιμόνιοι εσκέφθησαν ότι το
καλλίτερον μέσον διά να τους περισπάσουν θα ήτο να στείλουν στρατόν
κατά των συμμάχων των, τοσούτω μάλλον όσω οι σύμμαχοι ούτοι ήσαν
διατεθειμένοι εις την διατροφήν αυτού και τον προσεκάλουν, διά να
αποστατήσουν κατά των Αθηναίων. Ήθελον προς τούτοις να εξαγάγουν υπό
οιανδήποτε πρόφασιν μέρος τι των Ειλώτων, φοβούμενοι μήπως
αποστατήσουν ούτοι εις τοιαύτας περιστάσεις και ότε η Πύλος ήτο εις
την εξουσίαν του εχθρού· έπραξαν επίσης και το εξής, φοβούμενοι την
νεότητα αυτών και το πλήθος (διότι πάντοτε παρά τοις Λακεδαιμονίοις
ο κύριος σκοπός των πλείστων θεσμών των ήτο να προφυλάττωνται από
τους Είλωτας)· ειδοποίησαν αυτούς ότι όσοι ησθάνοντο θάρρος να τους
βοηθήσουν εις τας μάχας έπρεπε να το δηλώσουν, διά να κηρυχθούν
ελεύθεροι. Ήτο τούτο απόπειρα, διότι εσκέπτοντο ότι οι πρώτοι
οίτινες ήθελον επιθυμήσει την ελευθερίαν θα ήσαν επίσης οι πρώτοι,
οίτινες ένεκα του γενναίου φρονήματός των θα έκλινον προς την
αποστασίαν. Εξέλεξαν λοιπόν περί τους δισχιλίους, οίτινες
εστεφανωμένοι περιήρχοντο τους ναούς ως ηλευθερωμένοι· αλλά μετ'
ολίγον οι Λακεδαιμόνιοι τους εξηφάνισαν χωρίς να μάθη κανείς πώς
έκαστος εξ αυτών εξηφανίσθη. Τότε επίσης έσπευσαν να στείλουν εξ
αυτών επτακοσίους οπλίτας μετά του Βρασίδου, του οποίου ο επίλοιπος
στρατός συνέκειτο εκ μισθοφόρων ληφθέντων υπ' αυτού εκ της
Πελοποννήσου.
81. Αυτόν δε τον Βρασίδαν έπεμψαν οι Λακεδαιμόνιοι θέλοντα και
ζητήσαντα τούτο επιμόνως. Οι δε Χαλκιδείς επεθύμησαν επίσης να έχουν
τον άνδρα τούτον, ο οποίος εν Σπάρτη εφημίζετο ότι ήτο δραστήριος
εις τα πάντα και ο οποίος μετά την αναχώρησίν του πολλάς
εκδουλεύσεις παρέσχεν εις τους Λακεδαιμονίους. Μετ' ολίγον τωόντι
δεικνυόμενος δίκαιος και μέτριος προς τας πόλεις απέσπασε πολλάς εξ
αυτών εκ της συμμαχίας των Αθηναίων, άλλας δε κατέλαβε διά
προδοσίας· ώστε οι Λακεδαιμόνιοι, ότε βραδύτερον ηθέλησαν να
κλείσουν ειρήνην (όπερ και έπραξαν), ημπόρεσαν να ανταλλάσσουν
πόλεις με πόλεις και να καταπαύσουν τον πόλεμον εν τη Πελοποννήσω.
Και κατ' αυτόν τον μετά την εκστρατείαν της Σικελίας πόλεμον η αρετή
και η σύνεσις, τας οποίας ανέπτυξε τότε ο Βρασίδας, και τας οποίας
οι μεν εγνώριζον εκ πείρας, οι δε εκ φήμης, ενέπνευσαν εις τους
συμμάχους των Αθηναίων μεγάλην κλίσιν προς τους Λακεδαιμονίους·
διότι αυτός πρώτος εκστρατεύσας εκτός της πατρίδος του και δείξας
ότι ήτο κατά πάντα ενάρετος αφήκε μεταξύ αυτών σταθεράν πεποίθησιν
ότι τοιούτοι ήσαν και οι άλλοι.
82. Μαθόντες δε οι Αθηναίοι την άφιξίν του εις την Θράκην εκήρυξαν
τον Περδίκκαν ως πολέμιον, επειδή εθεώρουν αυτόν ως αίτιον της
διόδου του Βρασίδου, και έλαβαν δραστηριώτερα μέτρα προς επιτήρησιν
των συμμάχων της χώρας εκείνης.
83. Ο δε Περδίκκας ενώσας τον στρατόν του μετά του Βρασίδου προχωρεί
ευθύς εναντίον του Αρριβαίου του Βρομερού, βασιλέως των Λυγκηστών
Μακεδόνων, ο οποίος ήτο γείτων και μετά του οποίου είχε διαφοράς
τινας και ήθελε να τον υποτάξη. ’μα δε ο Περδίκκας έφθασεν εις τα
σύνορα της Λύγκου μετά του στρατού του Βρασίδου, ο στρατηγός ούτος
είπεν ότι, πριν αρχίσουν τας εχθροπραξίας, ήθελε να μεταβή και
προσπαθήση πρώτον, εάν ηδύνατο, να πείση τον Αρριβαίον να συμμαχήση
μετά των Λακεδαιμονίων· διότι και αυτός ο Αρριβαίος είπε διά κήρυκος
ότι ήτον έτοιμος να αναγνωρίση τον Βρασίδαν ως διαιτητήν, και οι
πρέσβεις των Χαλκιδέων, οίτινες ήσαν παρόντες, συνεβούλευον τον
τελευταίον τούτον να μη κατευνάση τους φόβους του Περδίκκου, διά να
τον εύρουν προθυμότερον εις τα ιδιαίτερά των συμφέροντα· συγχρόνως
δε οι εις την Λακεδαίμονα υπό του Περδίκκου πεμφθέντες πρέσβεις
έλεγον παρόμοιόν τι, προσθέτοντες ότι ο βασιλεύς ούτος θα καθίστα
συμμάχους των Λακεδαιμονίων πολλάς των περί αυτόν πόλεων· ένεκα
τούτου λοιπόν ο Βρασίδας είχε την αξίωσιν να επεμβή εις τας
υποθέσεις του Αρριβαίου. Ο δε Περδίκκας είπεν ότι δεν εζήτησε τον
Βρασίδαν ως διαιτητήν των διαφορών του, αλλά μάλλον ως καθαιρέτην
εκείνων τους οποίους θα του υπεδείκνυεν ως εχθρούς, και ότι ενόσω
έτρεφε το ήμισυ του πελοποννησιακού στρατού δεν ήτο δίκαιον να
συνεννοήται μετά του Αρριβαίου· αλλ' ο Βρασίδας, παρά την θέλησιν
του Περδίκκου και μετά ζωηράν μάλιστα φιλονεικίαν, συνδιελέχθη μετά
του Αρριβαίου, και πεισθείς εις τους λόγους του απέσυρε τον στρατόν
πριν μάλιστα εισβάλη εις την χώραν. Μετά τούτο ο Περδίκκας, νομίσας
τον εαυτόν του προσβλημένον, δεν έδιδε πλέον ειμή το τρίτον της
τροφής αντί του μισού.
84. Κατά το αυτό δε θέρος, αμέσως μετά τα συμβάντα ταύτα, ο Βρασίδας
μετά των Χαλκιδέων εστράτευσε κατά της Ακάνθου, αποικίας των
Ανδρίων, ολίγον προ του τρυγητού. Όσοι εκ των κατοίκων αυτής,
συνεννοηθέντες μετά των Χαλκιδέων, προσεκάλεσαν αυτόν, και ο δήμος,
ήσαν διηρημένοι διά να δεχθούν τον Βρασίδαν. Αλλά φοβηθείς ο δήμος
περί της συγκομιδής πού υπήρχεν ακόμη έξω επείσθη υπό του Βρασίδου
να δεχθή μόνον αυτόν και να μη αποφασίση τίποτε πριν τον ακούση·
παρουσιασθείς λοιπόν εις την συνέλευσιν (δεν εστερείτο δε
ευγλωττίας, μολονότι Λακεδαιμόνιος) είπε ταύτα.
85. «Η μεν αποστολή εμού και του στρατού υπό των Λακεδαιμωνίων
έγινεν, ω Ακάνθιοι, διά να επιβεβαιώση την αιτίαν την οποίαν
ανεκοινώσαμεν πριν αρχίσωμεν τον πόλεμον, ότι θα πολεμήσωμεν τους
Αθηναίους, διά να ελευθερώσωμεν την Ελλάδα, εάν δε ήλθομεν εδώ αργά,
μη μας μεμφθήτε· ηπατήθημεν περί της πιθανής διαρκείας των
εχθροπραξιών, τας οποίας επιχειρήσαμεν κατά της Αττικής, την οποίαν
ηλπίζαμεν να υποτάξωμεν ταχέως ημείς μόνον χωρίς να συγκινδυνεύσετε
και σεις μαζί μας· σήμερον δε ότε εδόθη ευκαιρία ήλθομεν και θα
προσπαθήσωμεν μαζί σας να τους νικήσωμεν. Απορώ δε διά τι εκλείσατε
εις εμέ τας πύλας και δεν με εδέχθητε άσμενοι. Διότι ημείς μεν οι
Λακεδαιμόνιοι νομίζοντες ότι και προ του πραγματικού μας ερχομού θα
έλθωμεν εις συμμάχους κατά το φρόνημα τουλάχιστον, και ότι η
παρουσία ημών θα ήτο ευάρεστος, απετολμήσαμεν τοιούτον κίνδυνον
διερχόμενοι επί πολλάς ημέρας διά χώρας ξένης και καταβάλλοντες κάθε
δυνατήν προθυμίαν· δεινόν δε θα ήτο αν υμείς έχετε άλλα κατά νουν
και θέλετε όχι μόνον να εναντιωθήτε εις την ιδικήν σας ελευθερίαν,
αλλά και εις την των άλλων Ελλήνων· διότι εκτός της αντιστάσεως την
οποίαν δεικνύετε σεις, εκείνοι προς τους οποίους θα μεταβώ θα με
δεχθούν με ολιγωτέραν προθυμίαν και θα προφασισθούν ότι σεις, τους
οποίους επεσκέφθην κατά πρώτον, σεις, όπου είσθε πολίται σημαντικής
πόλεως, σεις, όπου φημίζεσθε διά την φρόνησίν σας, δεν με εδέχθητε·
την αιτίαν της μη παραδοχής μου δεν θα ηξεύρω πώς να καταστήσω
πιστευτήν και θα φανώ ότι ή φέρω δολίαν ελευθερίαν ή ότι είμαι
αδύνατος και ασθενής να σας υπερασπισθώ, εάν επήρχοντο καθ' ημών οι
Αθηναίοι. Εν τούτοις, ότε έτρεξα να βοηθήσω την Νίσαιαν, οι
Αθηναίοι, μολονότι πλειότεροι, δεν ετόλμησαν να συμπλακούν με τον
στρατόν τούτον, τον οποίον διοικώ σήμερον. Ώστε δεν είναι πιθανόν να
αποστείλουν εναντίον σας διά θαλάσσης ίσον στρατόν με εκείνον τον
οποίον είχον εις Νίσαιαν.
86. » Εγώ δε ήλθα, όχι διά να κακοποιήσω, αλλά διά να ελευθερώσω
τους Έλληνας, υποχρεώσας δι' όρκων μεγίστων τους άρχοντας των
Λακεδαιμονίων να αφήσουν αυτονόμους όσους εγώ θα έφερα ως συμμάχους
και προς τούτοις να μη σας θεωρούν ως συμμάχους προσληφθέντας διά
της βίας ή της απάτης, αλλά να σας βοηθήσουν κατά των Αθηναίων, οι
οποίοι σας υπεδούλωσαν. Δεν πρέπει λοιπόν ούτε εμέ ατομικώς να
υποπτεύεσθε, αφού σας έδωκα τοιαύτας εγγυήσεις, ούτε τον στρατόν μου
να νομίσετε αδύνατον βοηθόν αλλ' ενωθήτε μετ' εμού θαρραλέως. Και,
εάν κανείς από σας ένεκα ατομικών λόγων φοβηθή μήπως παραδώσω την
διοίκησιν της πόλεως εις ολίγους τινάς, ας είναι ήσυχος μάλλον των
άλλων διότι δεν ήλθα διά να προστεθώ εις τινα μερίδα, ουδέ νομίζω
ότι πρέπει να επιφέρω αμφίβολον ελευθερίαν καταργών τους πατρίους
θεσμούς και υποτάσσων τον δήμον εις τους ολίγους ή τους ολίγους εις
τον δήμον. Τοιαύτη ελευθερία θα ήτο σκληροτέρα ξένης κυριαρχίας, και
ημείς οι Λακεδαιμόνιοι θα ήμεθα άξιοι όχι ευγνωμοσύνης διά τους
κόπους μας, αλλά μάλλον μομφής αντί τιμής και δόξης· και τα
εγκλήματα διά τα οποία καταπολεμούμεν τους Αθηναίους ηθέλομεν
επισύρει καθ' ημών αυτών απεχθέστερα παρά ο μη προσποιηθείς αρετήν.
Δι' εκείνον πού απολαύει εξαιρετικής υπολήψεως, είναι αισχρότερον να
επιβάλλεται με εύσχημον απάτην παρά με φανεράν βίαν· διότι αύτη μεν
επέρχεται δικαιολογούσα τας πράξεις της διά την ισχύν την οποίαν
έδωκεν η τύχη, εκείνη δε παρουσιάζεται δεικνύουσα πνεύμα επίβουλον
και ποταπόν. Τόσην πολλήν περίσκεψιν έχομεν περί των τοιούτων τα
μέγιστα εις ημάς συμφερόντων.
87. »Πλην των όρκων βεβαιοτέρα εγγύησις διά σας είναι τα έργα μας·
παραβάλλοντες ταύτα με τους λόγους ημών θέλετε εύρει αναντίρρητον
απόδειξιν της ειλικρινείας μας. Εάν εν τούτοις αντιτάξητε ότι δεν
δύνασθε να δεχθήτε τας προτάσεις ταύτας, και, εάν, επειδή είσθε
ευνοϊκοί προς ημάς, απαιτήσετε, χωρίς να πάθετε τίποτε, να μας
αποπέμψετε προφασιζόμενοι ότι η προσφερομένη ελευθερία δεν σας
φαίνεται ακίνδυνος, και ότι είναι δίκαιον να την προσφέρωμεν εις
εκείνους, οι οποίοι είναι εις κατάστασιν να την δεχθούν χωρίς να την
επιβάλλωμεν βιαίως εις κανένα, τότε θα λάβω ως μάρτυρας τους θεούς
και τους εγχώριους ήρωας ότι ελθών εδώ διά το καλόν σας δεν ηδυνήθην
να σας πείσω, και θα προσπαθήσω να επιβάλω αυτήν βιαίως λεηλατών την
χώραν σας. Μακράν του να νομίζω την πράξιν ταύτην ως αδικίαν, νομίζω
μάλλον ότι εξαναγκάζομαι εις τούτο υπό δύο αναγκαίων αιτιών· υπό του
συμφέροντος των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι με όλην την προς αυτούς
εύνοιάν σας δεν δύνανται να ανεχθούν περισσότερον να στέλλετε
χρήματα εις τους Αθηναίους, και υπό του συμφέροντος των Ελλήνων, διά
να μη σας έχουν ως πρόσκομμα εις την ελευθερίαν των διότι άλλως δεν
ήθέλομεν πράξει ταύτα πρεπόντως, ουδέ οφείλομεν ημείς οι
Λακεδαιμόνιοι να ελευθερώνωμεν τους Έλληνας τους μη θέλοντας, εκτός
εάν πρόκειται περί κοινού τίνος αγαθού. Εξ άλλου όμως ουδεμίαν
έχομεν προσωπικήν φιλοδοξίαν· αλλά, ενώ προθυμοποιούμεθα να
καταπαύσωμεν την των άλλων, θα εφαινόμεθα άδικοι προς τους πλείστους
εάν, ενώ φέρομεν την αυτονομίαν εις όλους, παρεβλέπωμεν σας τους
εναντιουμένους. Σκεφθήτε καλώς επί των παρατηρήσεων τούτων·
προσπαθήσατε να συνεργήσετε πρώτοι εις την ελευθερίαν των Ελλήνων,
να θέσετε τας βάσεις αφθάρτου δόξης, να μη βλάψετε τα ιδιαίτερά σας
συμφέροντα και να δώσετε εις ολόκληρον την πόλιν το κάλλιστον όνομα
».