Αλλ' αγνοώ υπό τίνος σκέψεως κινούμενος, ο ευλογημένος, διέκοψεν αίφνης

τας προς κατάκλισιν προετοιμασίας και, αφού πρώτον εκλείδωσε την θύραν,

επεδόθη εις λεπτομερή εξέτασιν του δωματίου. Έως και τας κρεμαμένας

σινδόνας ανεσήκωσε διά να ίδη μη κρύπτεταί τι υπό τας κλίνας. Αφού δε

ηρεύνησε τα επί του πατώματος, ήρχισε να εξετάζη και τα επί των τοίχων.

Παρηκολούθουν τας κινήσεις του εν σιωπή, μειδιών λάθρα διά την ανησυχίαν

του.

Υπεράνω της κλίνης του εκρέμαντο επί του τοίχου τρεις εικόνες· εν τω

μέσω η Παναγία, εκατέρωθεν δε ο άγιος Νικόλαος και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ.

Κάτωθεν των εικόνων ήτο καρφωμένον επί του τοίχου, διά τεσσάρων καρφίων

ορειχαλκίνων, ύφασμα επίμηκες κεντητόν. Εφαίνετο ότι ετοποθετήθη εκεί

προς τιμήν των εικόνων υπό γυναικείας φιλαρέσκου χειρός. Το κέντημα δεν

είχε τι το αξιοπερίεργον, αλλ' ο Νίκος το περιειργάζετο μετά πολλής

προσοχής. Κρατών διά της αριστεράς του λύχνον, ανεσήκωνε διά της δεξιάς

την μεταξύ των καρφίων πλευράν του υφάσματος βλέπων το υπό το κέντημα.

Αίφνης γονατίζει επί της κλίνης, πλησιάζει τον λύχνον εις τον τοίχον και

κύπτει την κεφαλήν διά να ίδη καλλίτερα. Έπειτα, χωρίς να προφέρη λέξιν,

προσπαθεί διά των δακτύλων ν' αποσπάση του τοίχου το επί της κάτω γωνίας

καρφίον.

— Τι κάμνεις εκεί; ηρώτησα πλησιάζων.

Το καρφίον δεν απεσπάτο ευκόλως.

— Τι είναι αυτά, Νίκο! Δεν αρκεί ότι ωτακουστούμεν, θ' αρχίσωμεν τώρα

και ν' ανοίγωμεν τους τοίχους!

Ο Νίκος δεν απεκρίθη, αλλ' εξηκολούθησε την εργασίαν του. Το καρφίον

ενδίδον εις τον κλονισμόν των δακτύλων του εχαλαρώθη βαθμηδόν και εξήχθη

από τον τοίχον και από το κέντημα. Ο Νίκος, γονατιστός επί της κλίνης,

ανεσήκωσε με την μίαν χείρα το ύφασμα, φωτίζων διά της άλλης τα υπ'

αυτό. Ο τοίχος ήτο ζωγραφισμένος.

Ομολογώ ότι, υπό την πρόσφατον έτι εντύπωσιν του τρόμου και των

ψιθυρισμών της Κας Σοφίας, και του μυστηρίου, του προφανώς αναγομένου

εις την άγνωστον νέαν, της οποίας τον θάλαμον κατείχομεν, — κατά την

ώραν εκείνην της νυκτός, — εν τω μέσω της σιωπής της ευρείας εκείνης

αρχαίας οικίας, — υπό το φως του λύχνου τρέμοντος εις την χείρα του

Νίκου, — ομολογώ ότι δεν έβλεπα με ψυχράν αδιαφορίαν την επί του τοίχου

εικόνα, την οποίαν μετά δέους παρετήρει ο εξάδελφός μου.

Εντός περιθωρίου εκ σταυρών και κρανίων μικρών, εναλλάξ συνδεομένων εν

είδει αλύσεως, η ζωγραφία παρίστα κτίριον μικρόν, οποίον τα εξοχικά

παρεκκλήσιά μας. Αλλά δεν εφαίνετο απλούν παρεκκλήσιον. Ήτο τάφος. Επί

των δύο φύλλων της θύρας του, υπό δύο σταυρούς, υπήρχε διπλή στήλη

επιτυμβίου επιγραφής, αλλ' ως εκ των μικρών διαστάσεων ο ζωγράφος, μη

δυνηθείς να χαράξη τας λέξεις, απεμιμήθη απλώς την παράστασιν των

ψηφίων. Εκατέρωθεν της θύρας, επί της προσόψεως του μνημείου, ήσαν

ζωγραφισμένοι δύο μεγαλείτεροι σταυροί, υπό έκαστον δε των σταυρών δύο

οστά χιαστί, — κάτωθεν των οστών κρανίον, — και υπό έκαστον κρανίον έν

ψηφίον κεφαλαίον, αριστερόθεν Μ και δεξιόθεν Ν.

Η εικών δεν ήτο έντεχνος. Είχε ζωγραφισθή επί του λείου εκεί τοίχου διά

μελάνης, υπό χειρός όχι καθ' υπερβολήν εμπείρου. Αλλ' η ατέλεια αυτή της

τέχνης επηύξανε την αγριότητα του απεικονίσματος, ιδίως περί την

παράστασιν των δύο κρανίων. Τα άνισα ανοίγματα των οφθαλμών είχον τι το

υπέρ φύσιν αποτρόπαιον. Αι γυμναί σιαγόνες διεστέλλοντο εις τρόπον ώστε

τα άνευ χειλέων εκείνα στόματα εφαίνοντο γελώντα σατανικόν γέλωτα. Γύρω

γύρω δε τα μεταξύ των σταυρών μικρά κρανία έβλεπον και εκείνα με τους

κενούς των οφθαλμούς και εγέλων με τα άσαρκα στόματά των.

Η εικών ενέπνεεν αληθώς φρίκην!

Ο Νίκος δεν ηδύνατο ν' αποσπασθή από την θέαν της. Αλλά κ' εγώ μετά

δυσκολίας εκυρίευσα την ταραχήν μου.

— Άφησε, είπα επί τέλους. Αρκετά εθαυμάσαμεν το καλλιτέχνημα τούτο.

Και απέσυρα διά της βίας από τα δάκτυλά του την άκραν του υφάσματος, το

οποίον κατέπεσε και εκάλυψε την φρικώδη ζωγραφίαν.

Ο Νίκος κατέβη από την κλίνην και εκάθισεν επ’ αυτής. Ήτο κάτωχρος.

Έλαβα εκ της χειρός του τον λύχνον και τον κατέθεσα επί της τραπέζης.

Ήθελα να είπω τι διά να τον καθησυχάσω, αλλ' αι λέξεις δεν ανήρχοντο εις

τα χείλη μου. Έλαβα μηχανικώς το καρφίον, το οποίον είχε πέσει επί της

κλίνης και επροσπάθησα να το βάλω εις την προτέραν θέσιν του. Η εργασία

αύτη με απησχόλησεν επί τινας στιγμάς.

— Ιδού, είπα, διωρθώθη το πράγμα και δεν θα εννοήσουν αύριον ότι

διεσκεδάσαμεν την νύκτα αποκαλύπτοντες τα μυστικά των.

— Τι ήθελες να με φέρης εις αυτό το κατηραμένον μέρος! υπέλαβεν ο

Νίκος. Αφότου εφθάσαμεν εις τον άγριον λιμένα του, προησθάνθην ότι κάτι

κακόν μας περιμένει εδώ. Να φύγωμεν!

— Καλά, Νίκο! Είμεθα σύμφωνοι. Αύριον αναχωρούμεν.

— Αύριον! Πώς;

— Θα εύρωμεν κάτω εις την Σκάλαν κανέν καΐκι. Δεν εχάθη ο κόσμος.

— Καΐκι! Ελησμόνησες την υπόσχεσίν σου προς την μητέρα σου;

— Λοιπόν πώς να γείνη;

— Να ζητήσωμεν αλλού φιλοξενίαν. Έχει και άλλα χωρία εις την νήσον.

— Τούτο δεν γίνεται, Νίκο. θα είναι προσβολή μεγάλη διά τον Κ. Μελέτην.

Ο άνθρωπος μας υπεδέχθη με τόσην καλοσύνην, τόσην προθυμίαν.

Εξηκολουθήσαμεν σχολιάζοντες επί ώραν πολλήν το πράγμα. Παρεδέχετο και ο

Νίκος το άτοπον του να προσβληθή δωρεάν ο Κ. Μελέτης, αλλ' επ’ ουδενί

λόγιο επείθετο να μείνωμεν μίαν ολόκληρον εβδομάδα εις την οικίαν του.

Εις τούτο δεν αντέτεινα, διά λόγους, τους οποίους εθεώρησα περιττόν να

διακοινώσω εις τον εξάδελφόν μου. Χωρίς να γνωρίζω τι μυστήριον

κρύπτεται υπό την στέγην του Κ. Μελέτη, ήμην αρκούντως πεπεισμένος εξ

όσων είδα και ήκουσα, ότι η παρουσία μας δεν ήτο βεβαίως ευάρεστος εις

τον οικοδεσπότην και εις την αδελφήν του, και ότι η του Νίκου ιδίως ήτο

επικίνδυνος διά την θυγατέρα του φιλοξενούντος ημάς. Έπρεπε ν'

αναχωρήσωμεν, όχι χάριν των προλήψεων και των φόβων του εξαδέλφου μου,

αλλά χάριν της θυγατρός του Κ. Μελέτη.

Αλλά πώς ν' αναχωρήσωμεν;

Μετά πολλά ευρέθη η ζητουμένη διέξοδος. Το ατμόπλοιον διά του οποίου

ήλθομεν εις την νήσον επέστρεφεν εκ του γύρου του την νύκτα της

μεθαύριον. Επιβιβαζόμενοι εις αυτό ηθέλομεν, ναι μεν, επανέλθει και

πάλιν εις την νήσον εκ της οποίας σήμερον το πρωί ανεχωρήσαμεν, αλλ'

εκείθεν ηδυνάμεθα την προσεχή εβδομάδα να επαναλάβωμεν την περιοδείαν,

κατά το αρχικόν δρομολόγιόν μας. Θ' απορήσουν οι εκεί φίλοι διά την

απροσδόκητον επάνοδόν μας, αλλά τούτο αδιάφορον. Ευρίσκομεν πρόφασίν

τινα προς εξήγησίν της, χωρίς να εκθέσωμεν την υπόληψιν του Κ. Μελέτη ή

της οικίας του. Το ουσιώδες είναι, έλεγα προς τον Νίκον, ότι ούτε

βρυκόλακες υπάρχουν εκεί, ούτε γυναίκες νευρικαί, ούτε σταυροί και

κρανία επί των τοίχων, και ότι περιορίζεται ούτως εις μόνην μίαν εισέτι

νύκτα η διαμονή μας υπό την στέγην του Κ. Μελέτη.

Ο Νίκος, βλέπων ότι δεν ήτο δυνατόν να γείνη αλλέως, παρεδέχθη το

σχέδιόν μου, διαμαρτυρόμενος όμως ότι δεν μένει περισσότερον και ότι,

εάν εγώ μετανοήσω, εκείνος θ' αναχωρήση εξ άπαντος. Τούτο εγνώριζα ότι

ήτο απειλή προς εκφόβισίν μου και ότι υπό ουδεμίαν περίστασιν δεν θα με

απεχωρίζετο, αλλά τον εβεβαίωσα, ουχ ήττον, ότι δεν θα μετανοήσω και ότι

μεθαύριον θ' αναχωρήσωμεν αφεύκτως.

— Τώρα λοιπόν ησύχασε, Νίκο, και κοιμήσου.

— Πώς θέλεις να κοιμηθώ με αυτά τα κρανία απ' επάνω μου!

— Όπως θέλεις, εγώ όμως θα κοιμηθώ.

Εξεδύθην και έπεσα εις τα μαλακά στρώματα της σιδηράς κλίνης, ενώ ο

Νίκος εξηπλώθη με τα ενδύματά του επί της κλίνης του, με απόφασιν να μη

σβύση τον λύχνον και να περιμείνη ούτω την ανατολήν του ηλίου.

Δ'.

Δεν έχω την συνήθειαν να κοιμώμαι με τον λύχνον καίοντα, αλλά δεν ήτο

τούτο το εμποδίζον τον ύπνον να κλείση τα βλέφαρά μου. Ο νους μου ήτο

εις την θυγατέρα του Κ. Μελέτη. Περί αυτής εσκεπτόμην. Διατί αν ιδή τον

Νίκον θ' αποθάνη; Και διατί η εικών του Αγίου Νικολάου εις το δωμάτιόν

της; Διατί προ πάντων το κεφαλαίον εκείνο Ν υπό τον σταυρόν και το

κρανίον;

Επροσπάθουν ν' αναπλάσω διά της φαντασίας το άγνωστον δράμα, το οποίον

υπέκρυπτον οι τρόμοι της Κυρίας Σοφίας και οι λόγοι του αδελφού της και

η υπό το κέντημα εικών, αλλά δεν ηδυνάμην να καταλήξω εις συμπέρασμα

ικανοποιούν την περιέργειάν μου. Αλλ' όμως πρέπει να εξεύρω τρόπον να

διαφωτίσω το μυστήριον. Πώς; — Εσχεδίαζα προς τούτο μυρία σχέδια.

Ενεφανίζοντο αλληλοδιαδόχως ως φάσματα ενώπιον μου η γραία υπηρέτρια, ο

Γεώργης, ο Παντελής. Συλλαμβανόμενοι εις τα έντεχνα δίκτυά μου,

απεκρίνοντο εις τας πλαγίας ερωτήσεις, τας οποίας επιτηδείως έθετα εις

αυτούς· επρόδιδον άκοντες το μυστικόν. Αλλ' αι αποκρίσεις των δεν είχον

σειράν ούτε νόημα και επανηρχόμην εις την αυτήν και πάλιν σύγχυσιν

ιδεών. Ενύσταζα!

Επί τέλους, διά να καθησυχάσω την φαντασίαν μου, εσκέφθην ότι έχω δύο

ημέρας εισέτι ενώπιόν μου και μίαν νύκτα, και ότι θα παρουσιασθή εις το

διάστημα τούτο ευκαιρία να πληροφορηθώ την αλήθειαν, ώστε κλείσας τα

βλέφαρα απεφάσισα να κοιμηθώ.

Αλλ' ο ύπνος δεν ήρχετο. Δεν ήρχετο δε διότι, κατά κακήν τύχην και ωσάν

να μη ήρκουν τα άλλα, ηγέρθη αίφνης σφοδρότατος άνεμος και εβόυζε

μαινόμενος περί τους τοίχους της οικίας, και εσύριζε σείων τα κλειστά

παραθυρόφυλλα. Ενίοτε μου εφαίνετο ότι κλονείται η οικία ολόκληρος και η

κλίνη μου συγχρόνως. Ελυπούμην τον δυστυχή Νίκον αναλογιζόμενος οποίαν

εντύπωσιν θα προξενή εις αυτόν η βοή της τρικυμίας. Τον παρετήρουν

κρυφίως ημιανοίγων τα βλέφαρα. Έμενεν ακίνητος επί της κλίνης του, με

τας χείρας σταυρωμένας υπό την κεφαλήν και τους οφθαλμούς ανοικτούς,

προσηλωμένους εις την οροφήν. Δις ή τρις τους έστρεψε προς εμέ και μου

απέτεινε ταπεινή τη φωνή τον λόγον, ερωτών εάν κοιμώμαι. Δεν απεκρίθην,

προσποιούμενος ότι κοιμώμαι. Δεν είχα διάθεσιν διά συνομιλίαν. Και τι να

είπω; Άλλως δε ησθανόμην σφοδρώς την ανάγκην ύπνου.

Επί τέλους απεκοιμήθην.

Δεν γνωρίζω προ πόσης ώρας εκοιμώμην ότε, εξαίφνης, ησθάνθην επί του

ώμου μου ψυχράν και βαρείαν χείρα σείουσάν με. Ήνοιξα έντρομος τους

οφθαλμούς και ανεκάθισα επί της κλίνης. Ο Νίκος ίστατο ενώπιον μου με

τον δάκτυλον επί των χειλέων.

— Σιωπή, εψιθυρισε. Κάτι τρέχει εδώ. Άκουσε!

Τω όντι ηκούοντο έξω εις την αίθουσαν βηματισμοί ελαφροί και ψιθυρισμοί.

Επήδησα εκ της κλίνης και έδραμα προς την θύραν αψοφητί.

Δυστυχώς, εις τας ατόπους πράξεις άμα γείνη άπαξ το πρώτον βήμα,

τετέλεσται! πρό τινων ωρών ηγανάκτησα κατά του εξαδέλφου μου, ότε

κατεσκόπευσε τον Κ. Μελέτην και την αδελφήν του, ηγανάκτησα δε και κατά

του εαυτού μου, διότι τον εμιμήθην. Τώρα, εκόλλησα τον οφθαλμόν εις την

κλειθρίαν, χωρίς καν να σκεφθώ ότι παρέβαινα τους κανόνας της

χρηστοηθείας. Η αίθουσα εφωτίζετο υπό των πρώτων ακτίνων της αυγής, ενώ

εντός του κλειστού δωματίου μας ο καίων εισέτι λύχνος διετήρει της

νυκτός την χροιάν. Ο Κ. Μελέτης περιβεβλημένος μακρόν ποδήρες φόρεμα, με

σκούφον νυκτικόν επί κεφαλής, διήρχετο την αίθουσαν επιστρέφων προς το

δωμάτιόν του, εις δε το άκρον της αιθούσης, επί των πρώτων βαθμίδων της

κλίμακος, δύο μορφαί γυναικείαι κατέβαινον. Ανεγνώρισα όπισθεν την

Κυρίαν Σοφίαν. Η άλλη ήτο νέας γυναικός μορφή. Και αι δύο κατάμαυρα

ενδεδυμέναι. Δεν ήσαν βεβαίως φαντάσματα ούτε εξωτικά. Τας ήκουσα

βαθμηδόν απομακρυνομένας, μέχρις ου εκλείσθη μετά κρότου η εξώθυρα της

οικίας.

Ότε εστράφην προς τα οπίσω, ο Νίκος όρθιος εν τω μέσω του δωματίου,

εσταυροκοπείτο.

Είχεν αποκοιμηθή επί τέλους και αυτός, αλλά τον ανήσυχον ύπνον του

διέκοψεν η εντός της οικίας κίνησις. Δεν είχεν εισέτι συνέλθει εντελώς

εκ του ύπνου ότε, υπό το κράτος των νυκτερινών εντυπώσεών του, με

εξύπνησε κατάτρομος. Την φοράν ταύτην ηδυνήθην άνευ προσποιήσεως να

γελάσω διά τους φόβους του, βοηθούντος μάλιστα και του φωτός της ημέρας.

Έσβυσα τον λύχνον και ήνοιξα το παράθυρον διά να εισέλθη εντός του

δωματίου ο καθαρός αήρ της αυγής και αι χαρμόσυνοι ακτίνες του

ανατέλλοντος ηλίου.

Ο άνεμος είχε κοπάσει, ο δε ουρανός ήτο αίθριος. Ήτο μεγαλοπρεπής και

ωραία η εκ του παραθύρου θέα! Η οικία ήτο εκ των σχηματιζουσών τον

εξωτερικόν περίβολον του Κάστρου, έκειτο δε υπεράνω της κοιλάδος και

απέναντι του αποκρήμνου ακρωτηρίου, το οποίον χθες, εις το φως της

δείλης, μας επροξένησε τόσον πένθιμον εντύπωσιν. Ήδη, βλεπόμενον άνωθεν

και φωτιζόμενον υπό του ηλίου, δεν είχε την χθεσινήν απαισίαν μορφήν

του. Αλλ' ουχ ήττον και σήμερον είχε τι το άγριον και το επιβλητικόν η

απότομος γραμμή την οποίαν διέγραφεν εις τον ουρανόν, βυθιζόμενον εκ

τοσούτου ύψους εντός της θαλάσσης. Επί της κορυφής του ήστραπτε μακρόθεν

υπό τας ακτίνας του ήλιου ταπεινόν τι λευκόν οικοδόμημα, κατά πάσαν

πιθανότητα εξοχικόν παρεκκλήσιον.

Η καλλιεργημένη κάτω κοιλάς, βαθμηδόν ανυψουμένη, εστενούτο εις φάραγγα

και απέληγεν εις πυκνόν ελαιώνα. Προς τα δεξιά, κάτωθεν του κρημνού επί

του οποίου υπήρχε το Κάστρον, ελεύκαζον αι ολίγαι οικοδομαί της Σκάλας.

Οι οφθαλμοί μου επλανώντο και επανεπαύοντο εις μυρίας χαριέσσας

λεπτομερείας, αλλ' επανήρχοντο και πάλιν εις το φοβερόν απέναντι

ακρωτήριον και εις το λευκόν επί της κορυφής παρεκκλήσιον.

Πέρα του ακρωτηρίου ηπλούτο η κυανή έκτασις του Αιγαίου, μακράν δε, διά

μέσου της πρωινής ομίχλης, διεκρίνοντο κυαναί επίσης αι κορυφαί των

απεχουσών νήσων.

Με απέσπασεν εκ της προσοχής, με την οποίαν επεξειργαζόμην το ποικίλον

εκείνο πανόραμα, ήχος φαιδρός κωδώνων εκ παρακειμένης εκκλησίας. Με

ανέμνησεν ότι η ημέρα ήτο Κυριακή.

Ε’.

Ότε, αφού ηυτρεπίσθημεν με την ησυχίαν μας, εξήλθομεν από το δωμάτιόν

μας, εύρομεν τον Κ. Μελέτην εις την αίθουσαν, πίνοντα τον καφέν του. Μας

εκαλημέρισε με ευπροσηγορίαν, εις την οποίαν ουδέν διεκρίνετο ίχνος των

χθεσινών επεισοδίων, και κτυπήσας τας παλάμας εφώναξε, «Μαρία, Μαρία».

Η γραία υπηρέτρια μας έφερε τον καφέν.

— Πώς είναι η Κυρία Σοφία; ηρώτησα.

— Πολύ καλά, ευχαριστώ, απεκρίθη ο Κ. Μελέτης μειδιών. Απόδειξις δε,

ότι εξήλθε πρωί πρωί με την θυγατέρα μου. Επήγαν να περάσουν την

Κυριακήν των εις το Μοναστήρι των γυναικών.

Δεν εχρειάζετο πολύς νους διά να εννοήσω ότι η αποχώρησις αύτη της θείας

και της ανεψιάς συνεβιβάσθη διά να μη ιδή τον Νίκον η Κυρία Ελένη. Το

πράγμα εξοικονομήθη ούτω διά σήμερον. Τι άρά γε θα μηχανευθή διά την

επαύριον;

— Λοιπόν, υπέλαβα, δεν θα έχωμεν την τιμήν και την ευχαρίστησιν να

ίδωμεν την Κυρίαν θυγατέρα σας;

— Βεβαίως! Το εσπέρας θα επανέλθη. Με επεφόρτισε να σας ζητήσω

συγγνώμην διά την απουσίαν της, αλλά θ' απολογηθή μόνη της το εσπέρας.

Το εσπέρας! Ας περιμείνω λοιπόν, εξ ανάγκης, έως το εσπέρας.

Μετά τον καφέν επορεύθημεν εις την εκκλησίαν, όπου οι Επίτροποι μας

υπεδέχθησαν μετά πάσης τιμής, προσφέροντες και λαμπάδας, κατά το

σύνηθες, επί δίσκου αργυρού, εις τον οποίον εφιλοτιμήθημεν να

καταθέσωμεν τον οβολόν μας, «διά το λάδι της εκκλησίας».

Μετά την λειτουργίαν ολόκληρος η πρωία κατηναλώθη εις επισκέψεις. Ο Κ.

Μελέτης μας ωδήγησε και μας παρουσίασεν εις όλας τας αρχάς και πάσας τας

επισημότητας της νήσου.

Η εκτέλεσις του καθήκοντος τούτου με διεσκέδασε πολύ εις όσας άλλας

νήσους επεσκέφθημεν. Μου εδίδετο ούτως αφορμή να γνωρίσω νέα πρόσωπα,

πολλών εξ αυτών η γνωριμία συνετέλεσεν εις το ν' αποκαταστήση λίαν

ευχάριστον την επί της πατρίδος των διαμονήν μας. Αλλ' ενταύθα ουδεμίαν

εύρισκα ηδονήν εις τας χρεωστικάς ταύτας επισκέψεις. Ο νους μου ήτο

αλλού, η δε απόφασις του ν' αναχωρήσωμεν την επαύριον μου αποκαθίστα

όλως αδιαφόρους τας εφημέρους εκείνας γνωριμίας. Προς δε τούτοις

επηύξανε την κακήν μου διάθεσιν και η αϋπνία της νυκτός. Ούτε ο Νίκος

εφαίνετο καλλίτερον διατεθειμένος. Δεν ηδυνάμεθα όμως ν' αποφύγωμεν το

επακόλουθον τούτο της τόσον ευγενώς παρεχομένης φιλοξενίας, ώστε

επεσκέφθημεν αλληλοδιαδόχως τον Έπαρχον, τον Δεσπότην, τον Δήμαρχον, τον

οικονομικόν Έφορον, τον Σχολάρχην, τον Ειρηνοδίκην, τον πρώην βουλευτήν,

την σύζυγόν του απόντος νέου βουλευτού, και διαφόρους άλλους εκ των

προκρίτων της νήσου.

Ήτο άρά γε όλως αυθόρμητος η ευγένεια του Κυρίου Επάρχου, όστις μας

προσεκάλεσεν εις το δείπνον, διά να διέλθωμεν την εσπέραν εις την οικίαν

του; Ήσαν όλως ειλικρινείς αι διαμαρτυρήσεις του Κ. Μελέτη, επιμένοντος

να μας κρατήση εκείνος; Ο Έπαρχος δεν ενέδωκεν, ο δε Κ. Μελέτης

συγκατετέθη επί τέλους, υποσχεθείς μάλιστα να μας συννοδεύση εις του

Κυρίου Επάρχου.

Την μεσημβρίαν ο Κ. Μελέτης μας είχε γεύμα πολυτελές, εις το οποίον

παρεκάθισαν καί τινες εξ εκείνων, τους οποίους προ ολίγης ώρας

επεσκέφθημεν. Όλοι άνδρες. Η Μαρία και ο Παντελής υπηρέτουν μετά ζήλου,

μαρτυρούντος διά της υπερβολής του το έκτακτον της περιστάσεως. Ο δε

οικοδεσπότης προήδρευε μετ' αξιοπρεπείας, ως άνθρωπος συνειθισμένος εις

πάσας τας υποχρεώσεις της φιλοξενίας.

Ήτο καθ' όλα αξιοπρεπής και επιβλητικός ο Κ. Μελέτης. Το παρουσιαστικόν

του, οι τρόποι του, ο τόνος της φωνής του, η ενδυμασία του αυτή, προς δε

και το προς αυτόν σέβας των άλλων νησιωτών, τα πάντα εμαρτύρουν την

αρχοντικήν καταγωγήν του. Ήτο τύπος της ανέκαθεν εξευρωπαϊσμένης

αριστοκρατίας των νήσων μας, όπου η διατήρησις των Βενετικών παραδόσεων

και η συνεχής μετά ξένων επαφή, ως εκ της διά θαλάσσης επικοινωνίας,

εμόρφωσαν ήθη και έθιμα μη ανευρισκόμενα εις την Στερεάν. Τώρα ταύτα

πάντα εκλείπουν βαθμηδόν. Η εξάσκησις των συνταγματικών μας θεσμών και η

επίδρασις του Πανεπιστημίου επιφέρουν ανάμιξιν κοινωνικήν και

ισοπέδωσιν, αίτινες επί μάλλον και μάλλον καταστρέφουν τας παλαιάς —

καλάς ή κακάς — ανισότητας. Ο Κ. Μελέτης ήτο εξηκοντούτης περίπου,

Ισχνός, μετρίου αναστήματος. Τον ανεδείκνυεν όμως μεγαλείτερον το

άκαμπτον του στήθους του και ο όρθιος λαιμός του, τον οποίον περιέδεε

διά πολλών πτυχών ο καλώς εσφιγμένος λαιμοδέτης του. Ήτο ξυρισμένος τον

πώγωνα και τα χείλη. Η όλη περιβολή του συνηρμόζετο προς το σοβαρόν της

εκφράσεώς του και προς τον βαρύν της φωνής του τόνον, ότε ωμίλει εκφέρων

βραδέως τας λέξεις. Δεν τον είδα να γελάση, αλλ', απεναντίας, εμειδία

συχνάκις. Το μειδίαμά του όμως εφαίνετο προερχόμενον όχι εξ ευθυμίας,

αλλ' εξ αβροφροσύνης και ευγενείας. Δεν εμειδίων ομού με τα χείλη και οι

οφθαλμοί του.

Διαρκούντος του γεύματος η ομιλία περιεστράφη, ως εικός, εις τα περί της

νήσου. Ο Νίκος, όστις ευτυχώς εφαίνετο λησμονήσας τα χθεσινά, εζήτει

πληροφορίας από τον γείτονά του, ανεμίχθησαν δε και οι λοιποί

συνδαιτυμόνες εις την συνομιλίαν και έκαστος προσέθετέ τι εις τον

κατάλογον των αξιοθεάτων, όλοι δε εμεγαλοποίουν, νομίζω εκ πατριωτισμού,

την αξίαν των οικοδομών ή των τοποθεσιών τας οποίας μας συνίστων να

επισκεφθώμεν.

— Όλα καλά και αξιοπερίεργα, υπέλαβα εις απόκρισιν του τελευταίου

λαλήσαντος, αλλά δυστυχώς δεν θα δυνηθώμεν να επισκεφθώμεν όσα μας

λέγετε, διότι αναχωρούμεν αύριον.

Νομίζω ότι δεν ηπατήθην ιδών λάμψιν ευχαριστήσεως εις του Κ. Μελέτη τους

οφθαλμούς, τους οποίους έστρεψε διά μιας προς εμέ. Αλλ' όμως μετά πολλής

φυσικότητος προσεποιήθη έκπληξιν δυσάρεστον.

— Αύριον, ανέκραξε! Τούτο μόνον δεν γίνεται. Δεν σας αφίνομεν!

Όλοι περί την τράπεζαν επεκύρωσαν εντόνως του οικοδεσπότου τας

διαμαρτυρήσεις. Ο Νίκος κ' εγώ εξεφράσαμεν την λύπην μας διά την μη, εξ

ανάγκης, παράτασιν της διαμονής μας, εδώσαμεν δε πολλάς υποσχέσεις

προσεχούς επανόδου. Η απόφασίς μας δεν εθεωρήθη ως τελειωτική, ουδ'

ημείς δ' αφ' ετέρου ενομίσαμεν αναγκαίον να την διατρανώσωμεν δι'

επισημοτέρου τρόπου.

Εν τούτοις εσχεδιάσθη το πρόγραμμα εκδρομής διά την αύριον, υπό την

οδηγίαν του Κ. Σπυράκη, ανεψιού του Κ. Μελέτη, αναλαβόντος αυτοκλήτως

και προθύμως τα χρέη ξεναγού.

Το γεύμα παρετάθη επί ικανήν ώραν. Μόλις δε απετελειώσαμεν, μετέβημεν,

χάριν του καφέ, εις την αίθουσαν, καθό αερικωτέραν, ότε ήρχισαν αι

αντεπισκέψεις όσων επεσκέφθημεν την πρωίαν. Ο Δεσπότης, ο Έπαρχος, ο

οικονομικός Έφορος, ο πρώην βουλευτής, ο Ειρηνοδίκης, ο Δήμαρχος, οι

πρόκριτοι όλοι της νήσου ήλθον να μας αντιχαιρετήσουν.

Ολόκληρον το απόγευμα κατηναλώθη ούτω. Και όμως ησθανόμεθα την ανάγκην,

ο Νίκος κ' εγώ, να εξέλθωμεν ολίγον, να περιπατήσωμεν, να κινηθώμεν, ν'

αναπνεύσωμεν. Τούτο εννοήσας ο Κ. Μελέτης επρότεινε, περί την δύσιν του

ηλίου, εις τους πληρούντας την αίθουσαν φίλους να μας δείξουν τα ερείπια

αρχαίου οικοδομήματος, εις ημισείας περίπου ώρας απόστασιν.

Εξήλθομεν λοιπόν πάντες ομού εις περίπατον, ομοιάζοντα ως εκ της πληθύος

της συνοδίας προς εκδρομήν επιστημονικού συλλόγου. Θα ήτο προτιμότερον

να ήμεθα μόνοι και ελεύθεροι, αλλ' η φιλοξενία επιβάλλει καθήκοντα εις

τον δεχόμενον όσον και εις τον παρέχοντα αυτήν. Άλλως δε ο περίπατος ήτο

τερπνός, η εσπέρα ωραία, η θέα μεγαλοπρεπής, ο αήρ ζωογόνος. Και τα

ερείπια δε ήσαν αξιοπερίεργα, μολονότι, καθ' όσον ενθυμούμαι, αι

αρχαιολογικαί διασαφήσεις του Κυρίου Σχολάρχου, όστις ήτο και αυτός εκ

των της συνοδίας, μου εφάνησαν μάλλον φαντασιώδεις.

Επεστρέψαμεν από τον περίπατον πολύ εξώρας. Ο Κ. Μελέτης έβλεπεν ανά

πάσαν στιγμήν το ωρολόγιόν του. Ότε επλησιάσαμεν εις το Κάστρον,

εξέφρασε τον φόβον, ότι η Κυρία Επαρχίνα θ' ανησυχή, και επρότεινε να

διευθυνθώμεν κατ' ευθείαν εις το Επαρχείον. Φυσικώ τω λόγω, δεν

αντετείναμεν εις τούτο ο Νίκος κ' εγώ, αλλά δεν μου διέφυγεν ο

υποκεκρυμμένος σκοπός του Κου Μελέτη, θέλοντος να μας απομακρύνη της

οικίας του. Ενόησα ότι διά την σήμερον δεν υπάρχει ελπίς να

πραγματοποιήσω τα σχέδιά μου προς εξιχνίασιν του μυστηρίου. Αλλ' αύριον

θα εξευρεθή εξ άπαντος τρόπος προς ικανοποίησιν της περιεργείας μου, την

οποίαν επηύξανε και η γενική πανταχού και παρά πάντων σιωπή ως προς την

θυγατέρα του Κ. Μελέτη. Ούτε κατά τας διαφόρους επισκέψεις και

αντεπισκέψεις, ούτε κατά το γεύμα, ούτε βραδύτερον εις του Επάρχου,

ουδείς ηρώτησε τον Κ. Μελέτην περί της Κυρίας Ελένης. Εφαίνετο ως αν

υπήρχε γενική τις συνεννόησις, όπως μη γείνη λόγος περί αυτής ενώπιόν

μας.

Η Κυρία Επαρχίνα, ήτις δεν είχε παρουσιασθή κατά την πρωινήν μας

επίσκεψιν, μας υπεδέχθη μετά προθύμου και αφελούς φιλοφροσύνης, μη

αποκρούουσα τους εκ προοιμίων επαίνους των λοιπών προσκεκλημένων διά την

επιτυχίαν της κοτόπηττας, περί την κατασκευήν της οποίας διέπρεπεν, ως

φαίνεται, καθό Ρουμελιώτισσα. Το δείπνον ήτο αξιόλογον, η κοτόπηττα

εδικαίωσε πληρέστατα την φήμην της Κυρίας Επαρχίνας, αι προπόσεις εις

υγείαν παρόντων και απόντων δεν είχον τέλος, αι περί την τράπεζαν

συνομιλίαι ήσαν ζωηραί, και η ώρα παρήλθε, μέχρι βαθείας νυκτός, χωρίς

να το εννοήσωμεν.

Επί τέλους ο Κ. Μελέτης ευηρεστήθη να μας υποδείξη ότι ηδυνάμεθα να

αναχωρήσωμεν.

Ο Κ. Σπυράκης υπεσχέθη ότι θα έλθη το πρωί να μας παραλάβη και

συνοδεύση, καθώς συνεφωνήθη, διά να ίδωμεν τα αξιοπερίεργα της νήσου.

Την θύραν μας ήνοιξε και πάλιν η γραία υπηρέτρια. Η Κυρία Σοφία δεν

εφάνη, έτι δε ολιγώτερον η Κυρία Ελένη. Εις απάντησιν ερωτήσεως του Κ.

Μελέτη, απορούντος δήθεν διά την μη εμφάνισίν των, η Μαρία τον

επληροφόρησεν ότι αι κυρίαι εκοιμήθησαν.

Το καθ' ημάς, νομίζω ότι θα εκοιμώμεθα την νύκτα εκείνην, και αν έτι

ήρχοντο όλα της νήσου τα εξωτικά να στήσουν χορόν εντός του δωματίου

μας. Τόσον είμεθα νυσταγμένοι! Ο Νίκος, αρυόμενος θάρρος εκ της περί

αναχωρήσεως αποφάσεώς μας, εξηπλώθη υπό τας σινδόνας της κλίνης του και

εντός ολίγου εκοιμώμεθα και οι δύο βαθέως.

ΣΤ’.

Το πρωί ο Κ. Σπυράκης ήλθεν από τα εξημερώματα. Έκρουσεν επί αρκετήν

ώραν την θύραν μας, μέχρις ου κατορθώση να μας εξυπνήση και λάβη

απόκρισιν ότι εντός ολίγου θα ήμεθα έτοιμοι.

Δεν είχομεν εξηγηθή ότι θα έλθη τόσον ενωρίς και δεν δύναμαι να αποκρύψω

ότι, δυσαρεστηθείς διά το πρόωρον εξύπνημα, τον έστειλα εις τον

διάβολον. Ούτε αναλαμβάνω να διαβεβαιώσω ότι δεν συμπεριέλαβα εις την

αποστολήν και το σεβαστόν πρόσωπον του Κ. Μελέτη, διότι ήμην πεπεισμένος

ότι εκείνος διωργάνωσε και τα της εκδρομής ταύτης. Αλλά μη έχων την

ελαχίστην διάθεσιν να υποβληθώ βλακωδώς εις τας μηχανορραφίας του, είχα

σχηματίσει κ' εγώ από χθες το σχέδιόν μου, διά να υποσκάψω το ιδικόν

του. Εννοείται όμως ότι δεν το εξεμυστηρεύθην εις τον εξάδελφόν μου.

— Νίκο, είπα προς αυτόν, ενώ εγερθείς ήδη επλύνετο και με επέπληττε διά

την οκνηρίαν μου. Δεν είμαι εις τα καλά μου σήμερον. Προτιμώ να μείνω

εδώ. Πήγαινε συ με τον Κύριον Σπυράκην.

Το να προφασισθώ αδιαθεσίαν, ύστερον από τα δύο ατελεύτητα χθεσινά

γεύματα, δεν ήτο δύσκολον. Το δύσκολον ήτο να πείσω τον Νίκον να με

αφήση μόνον. Καθ' όλην την διάρκειαν της περιοδείας ουδ' επί στιγμήν με

απεχωρίσθη Είχεν υποσχεθή εις την μητέρα μου να μ' επιβλέπη και προσέχη

διαρκώς. Και να με αφήση τώρα μόνον! Και πού; Εις την κατηραμένην

εκείνην οικίαν!

Επί τέλους και μετά πολλά τον κατέπεισα, ότε ο Κ. Σπυράκης ηρώτησεν

έξωθεν εάν είμεθα έτοιμοι. Ο Νίκος του ήνοιξε την θύραν και εισήλθε μετά

του Κ. Μελέτη εντός του δωματίου. Ηπόρησαν και οι δύο ιδόντες με εισέτι

κατάκοιτον. Ο οικοδεσπότης μάλιστα μόλις ηδυνήθη να υποκρύψη την

δυσαρέσκειάν του υπό την ευγένειαν των τρόπων του. Η αγγελία ότι ήμην

αδιάθετος τον συνωφρύωσεν. Προσεποιήθη ότι ανησυχεί περί της υγείας μου,

αλλά δεν εξηπατώμην εγώ· εγνώριζα πού ν' αποδώσω την ανησυχίαν του. Διά

να τον καθυσηχάσω έσπευσα να προσθέσω ότι, και άνευ εμού, ο Νίκος θα

περιέλθη την νήσον με τον Κ. Σπυράκην. Το ψυχρόν μειδίαμα του γέροντος

δεν επρόδωσε την ενδόμυχον ευχαρίστησίν του.

Διηγήματα(#33709) · 第 11 / 12 段