— Λυπούμαι, απεκρίθην, ότι δεν δυνάμεθα να σας ευχαριστήσωμεν ως προς
τούτο. Πρέπει αφεύκτως να φύγωμεν.
Επανέλαβε τας χθεσινάς διαμαρτυρήσεις, αλλ' ιδών το αμετάθετον της
αποφάσεώς μας, την απεδέχθη μετά λύπης, απαιτών όμως υπόσχεσιν ότι θα
επανέλθωμεν άλλοτε. Έδωκα άνευ δυσκολίας την ζητουμένην υπόσχεσιν, αλλ'
ο Νίκος ετήρησε σιωπήν αξιοπρεπή.
Εν τούτοις ο Κ. Σπυράκης προέτρεπε τον εξάδελφόν μου να μη βραδύνουν
περισσότερον. Μας απεχαιρέτων δε και οι δύο, ότε ο Κ. Μελέτης
αποτεινόμενος προς τον ανεψιόν του:
— Αφού, είπεν, οι κύριοι θέλουν και καλά να φύγουν απόψε, προς τι να
λάβη τον κόπον ο Κύριος Μαιμάς να επιστρέψη και πάλιν εις το Κάστρον; Το
απλούστερον είναι να καταβήτε απ' ευθείας εις την Σκάλαν, όπου ερχόμεθα
και ημείς προς συνάντησίν σας. Αντί δε να δειπνήσωμεν εδώ βιαστικά,
στέλλω το δείπνον κάτω εις το καφενείον και τρώγομεν εκεί με την ησυχίαν
μας, χωρίς να έχωμεν τον φόβον μη δεν προφθάσωμεν το ατμόπλοιον.
Εθαύμασα κατ' εμαυτόν το έντεχνον του νέου τούτου συνδυασμού του Κ.
Μελέτη!
Ο Νίκος ηρώτησε τότε τον Κ. Σπυράκην κατά ποίαν ώραν υπολογίζει ότι θα
ευρεθούν εις την Σκάλαν. Επανέλαβεν εκείνος λεπτομερώς τα του ήδη
γνωστού προγράμματος, υπολογίζων πόση ώρα απαιτείται από σταθμού εις
σταθμόν, και εβεβαίωσεν ότι θα φθάσουν κάτω εις τον λιμένα προ της
δύσεως του ηλίου.
— Πόθεν, ηρώτησα, θα καταβήτε εις την Σκάλαν;
Ο Κ. Σπυράκης εκτείνας την χείρα προς το ανοικτόν παράθυρον απεκρίθη:
— Από το ακρωτήριον άντικρυ· ο δρόμος δύσκολος, αλλ' εις τον κατήφορον
δεν παίρνει πολλήν ώραν.
— Και πόσην ώραν θέλει επάνω από τα υψώματα, απ' εδώ έως την άκραν
εκείνην;
— Μίαν ώραν περίπου.
— Καλά! Εάν το απόγευμα έχω διάθεσιν διά περίπατον, έρχομαι και σας
ενταμώνω εκεί. Εις τας πέντε· όχι αργότερα. Όποιος φθάση πρώτος
περιμένει τους άλλους.
— Σύμφωνοι, ανέκραξεν ο Νίκος.
— Πώς λέγεται το μέρος, διά να ηξεύρω εάν χάσω τον δρόμον;
— Θα σας δώσω οδηγόν, υπέλαβεν ο Κ. Μελέτης, εάν επιμένετε να υπάγετε
έως εκεί.
— Ευχαριστώ. Επιθυμώ πολύ να ίδω την θέαν από το ύψωμα εκείνο.
— Φαίνεται ο κόσμος όλος απ' εκεί, είπε μετά θαυμασμού ο Κ. Σπυράκης.
— Πώς λέγεται το μέρος; τον ηρώτησα και πάλιν.
Ο Κ. Σπυράκης έστρεψε το βλέμμα προς τον Κ. Μελέτην προτού αποκριθή εις
την ερώτησίν μου.
— Τα Δύο Αδέλφια, είπεν.
— Λοιπόν εις τας πέντε, επανέλαβεν ο Νίκος.
Οι δύο οδοιπόροι μας απεχαιρέτησαν και μετ' ολίγον ηκούσθη ο κρότος των
ποδών των ημιόνων των επί της στενής λιθοστρώτου οδού.
Ο Κ. Μελέτης με παρεκίνησε ν' αναπαυθώ όσον θέλω και με επληροφόρησεν
ότι, οπόταν ετοιμασθώ, θα τον εύρω αναγινώσκοντα έξω εις την αίθουσαν.
Ζ'·
Πράγματι δεν εβιάσθην. Ο Κ. Μελέτης ανεγίνωσκε μετά προσοχής τας
εφημερίδας των Αθηνών, τας οποίας είχε φέρει προχθές το ατμόπλοιον. Μετά
τας συνήθεις φιλοφρονήσεις και αφού τον διεβεβαίωσα ότι η αδιαθεσία μου
δεν ήτο αξία λόγου, με επρότεινε να εξέλθωμεν εις περίπατον μικρόν,
μέχρις ου ετοιμασθή εντός ολίγου το γεύμα.
— Δεν θα ίδωμεν τας κυρίας προ του γεύματος; ηρώτησα.
— Εάν αγαπάτε, βεβαίως, είπεν ο Κ. Μελέτης εγειρόμενος.
Ηγέρθην κ' εγώ.
— Με συγχωρείτε, επρόσθεσε, να ίδω εάν είναι εις το δωμάτιόν των.
Έμεινα μόνος. Επί τέλους το κατώρθωσα, θα την ίδω την μυστηριώδη Κυρίαν
Ελένην! Η επιδεξιότης μου ενίκησε την πονηρίαν του πατρός της! Επερίμενα
την επιστροφήν του αγαλλόμενος κατ' εμαυτόν διά την επιτυχίαν μου.
Δεν επερίμενα πολλήν ώραν.
— Ορίσατε, είπεν ο Κ. Μελέτης επιστρέψας εις την αίθουσαν.
— Θα σας παρακαλέσω μόνον, επρόσθεσε σταθείς εν τω μέσω της αιθούσης,
να μη αναφέρετε ενώπιον της θυγατρός μου το όνομα του εξαδέλφου σας.
Προτού ανοίξη την θύραν του δωματίου εις το οποίον με ωδήγει, εστάθη και
πάλιν.
— Θα ιδήτε ότι η κόρη μου δεν είναι πολύ ομιλητική...
Διεκόπη και εδίστασεν, ως αν ήθελε να είπη πλειότερα, αλλά δεν είπε
τίποτε και ήνοιξε την θύραν.
— Ορίσατε!
Εισήλθομεν εντός του δωματίου.
Η Κ. Σοφία διακόψασα το ράψιμόν της ηγέρθη και ελθούσα προς ημάς μου
έτεινε φιλοφρόνως την χείρα, ερωτώσα μετά πολλού ενδιαφέροντος περί της
υγείας μου. Δεν ηξεύρω τι και πώς απεκρίθην. Οι οφθαλμοί μου ήσαν
προσηλωμένοι εις την νέαν, προς την οποίαν επλησίασεν ο Κ. Μελέτης.
Εκάθητο πλησίον του παραθύρου, με βιβλίον ανοικτόν επί των γονάτων.
Κύψας την κεφαλήν ο Κ. Μελέτης εψιθύρισέ τι προς αυτήν, έπειτα
στρεφόμενος προς εμέ.
— Η κόρη μου, είπε.
Επλησίασα και την εχαιρέτισα. Η νέα ηγέρθη βραδέως, μου έτεινε βραδέως
την χείρα, ως αν ήτο κόπος πάσα της κίνησις, και τα χείλη της βραδέως
επρόφερον:
— Καλώς ωρίσατε.
Μόλις ηκούετο η φωνή της.
Συνέβαλεν άρά γε εις την βαθείαν εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησεν η
καλλονή της, η άφατος μελαγχολία η απεικονιζομένη εις την όλην μορφήν
της, εις πάσαν της κίνησιν;
Ήτο απλουστάτη η πένθιμος ενδυμασία της, αλλά δεν απέκρυπτε την χάριν
του ωραίου της αναστήματος. Ήτο υψηλή, οι δε ώμοι της, ως αρχαίου
αγάλματος, χαριέντως προσκλίνοντες από τον ευλύγιστον λαιμόν της μέχρι
των αρμών των βραχιόνων, έδιδον εις το παράστημά της τύπον ευκινησίας
όλως αντιθέτου προς την βραδύτητα των αψύχων κινήσεών της.
Έφερεν επί κεφαλής μανδήλιον μαύρον αμελώς δεμένον υπό τον πώγωνα, το δε
πένθιμον τούτο περιθώριον περιέκλειε πρόσωπον σιτόχρουν ωοειδές,
κανονικώτατον. Το ήσυχον βλέμμα των μεγάλων μαύρων οφθαλμών της υπό τας
μακράς και πυκνάς βλεφαρίδας των, τα ωχρά άνευ μειδιάματος χείλη της,
εξέφραζον λύπην βαθείαν, αλλά λύπην σιωπηλήν, μη επιζητούσαν παρηγορίαν,
ούτε επιδεκτικήν παρηγορίας, λύπην με την οποίαν ζη τις και με την
οποίαν θ' αποθάνη.
Μ' εγοήτευσεν η θέα της, καθώς γοητεύει η θέα εικόνος ευσεβούς ή σεμνού
αγάλματος. Η όψις της ενέπνεε την συμπάθειαν και επέβαλε το σέβας. Το
παν περί αυτήν ήτο ως αν έλεγε: Δεν είμαι του κόσμου τούτου!
Η Κυρία Σοφία επανέλαβε την ομιλίαν, επιδεξίως και μετά πολλής ευχερείας
μεταβαίνουσα από έν αντικείμενον εις άλλο, την υπεβοήθει δε και ο Κ.
Μελέτης, ει και μετρών τας λέξεις κατά την συνήθειάν του. Προσεπάθουν κ'
εγώ επίσης, το κατά δύναμιν, να μη αφήσω την συνδιάλεξιν να διακοπή,
αλλά βεβαίως ούτε σήμερον δύναμαι, ούτε τότε αμέσως θα ηδυνάμην να είπω
περί τίνος ήτο ο λόγος.
Η Κυρία Ελένη δεν είπε λέξιν, μέχρις ου εγερθείς, διά να προετοιμάσω
δήθεν τα πράγματά μας, απεχαιρέτισα τας κυρίας και εξήλθα του δωματίου.
Παρηκολούθει άρά γε τας ομιλίας μας; Επρόσεχε; Δεν γνωρίζω.
Γνωρίζω μόνον ότι εκλείσθην εις το δωμάτιόν μου πλήρης μελαγχολίας, με
την εικόνα της ωραίας εκείνης τεθλιμμένης νέας ανεξαλείπτως εντυπωμένην
εις τον νουν μου. Ησχυνόμην διά την περιέργειάν μου. Τι δικαίωμα είχα
εγώ ν' αναμιχθώ εις την άγνωστον λύπην της σεβασμίας ταύτης οικογενείας;
Διατί ν' αποκαλύψω το μυστικόν της; Η συναίσθησις του ατόπου της
πολυπραγμοσύνης μου μετετρέπετο εις οργήν κατά του καθηγητού, όστις μας
έστειλε να διαταράξωμεν την ησυχίαν της πένθιμου οικίας του Κ. Μελέτη
Μετά πόσης φροντίδας μετά πόσης στοργής και αυτός και η αδελφή του
περιέβαλλον την ύπαρξιν της δυστυχούς νέας, κ' εγώ, αντί να σεβασθώ το
πένθος το οποίον τους επεσκίαζε, μετεβλήθην εις ωτακουστήν και
εμηχανώμην σχέδια προς αποκάλυψιν πραγμάτων, τα οποία επί τέλους ήσαν
ξένα δι' εμέ!
Εβάδιζα άνω και κάτω εντός του δωματίου, μεμφόμενος την διαγωγήν μου και
καταδικάζων την αδιακρισίαν μου.
Ήνοιξα το παράθυρον διά να διασκεδάσω τας σκέψεις μου διά της θέας της
φαιδράς κοιλάδος και της κυανής θαλάσσης. Το άγριον απέναντί μου
ακρωτήριον ανεκάλεσεν εις την μνήμην μου την μετά του Κ. Σπυράκη και του
Νίκου συμφωνηθείσαν εκεί συνάντησιν. Ιδού το καλλίτερον μέσον προς
διασκέδασιν της μελαγχολίας, η οποία μ' εκυρίευεν. Ο περίπατος θα με
απασχολήση ευαρέστως, επεσπεύδετο δε ούτω και η αναχώρησίς μου από την
οικίαν, όπου συνησθανόμην ότι, και άνευ του Νίκου, απέβαινεν οχληρά η
παρουσία μου.
Ητοιμάσθην λοιπόν και εξήλθα του δωματίου προς ανεύρεσιν του Κ. Μελέτη,
ο οποίος ανέλαβεν ευγενώς την φροντίδα να στείλη τα κιβώτιά μας εις την
Σκάλαν. Μεθ' όλας δε τας παρακλήσεις μου να μη ενοχληθή, μου ανήγγειλεν
ότι θα καταβή και ο ίδιος διά να μας φιλεύση και αποχαιρετίση.
Ηθέλησε να με αποτρέψη από τον περίπατον μέχρι του ακρωτηρίου, προτείνων
να καταβώμεν ομού μετ' ολίγον απ' ευθείας εις την Σκάλαν, αλλ' ιδών ότι
δεν μετεπειθόμην με εσύστησε, τουλάχιστον, να μη υπάγω πεζός διά να μη
κουρασθώ. Ουδ' εις τούτο επείσθην, αλλ' ουχ ήττον ο φιλόξενος γέρων
διέταξε τον Παντελήν να με συνοδεύση, σύρων διά παν ενδεχόμενον και έν
ζώον προς ανάβασιν.
Η'.
Η οδός παρηκολούθει την κορυφήν των υψωμάτων, τα οποία, περικυκλούντα
την πεδιάδα, ήρχιζον από το Κάστρον και απέληγον εις το απέναντι αυτού
ακρωτήριον. Καθ' όλον της πορείας το διάστημα έβλεπα κάτωθέν μου την
φαιδράν καλλιεργημένην κοιλάδα και πέραν αυτής την θάλασσαν, εκ δε του
άλλου μέρους εφαίνοντο τα ευρέα της νήσου οροπέδια κλίνοντα βαθμιαίως
προς το πέλαγος. Αι οικίαι δύο χωρίων και μία μεγάλη μονή εφαίνοντο
μακρόθεν, εις ικανήν απόστασιν.
Ο αήρ της θαλάσσης, το άρωμα των σχίνων, η ταχυτέρα ως εκ της ασκήσεως
κυκλοφορία του αίματος, τα πάντα συνετέλουν εις το να με ζωογονήσουν.
Εβάδιζα ταχέως και απελάμβανα πλήρη την ηδονήν του ωραίου εκείνου
εσπερινού περιπάτου, αι δε μελαγχολικαί εντυπώσεις μου, χωρίς ουδαμώς ν'
αποσβεσθούν, έπαυον όμως να πιέζουν ως πρότερον την φαντασίαν μου.
Ο Παντελής με παρηκολούθει σύρων το ζώον του.
Ότε επλησιάσαμεν εις την άκραν, η ομαλή μέχρι τούδε οδός στενουμένη
μετεβλήθη εις ανήφορον επί μάλλον και μάλλον τραχύν και απότομον,
ανερχόμενον λοξοειδώς διά της πλευράς του βράχου μέχρι της κορυφής του.
Μετ' ολίγον διεκλαδούτο καταβαίνουσα, διά κλίσεως καθέτου σχεδόν, εις
την κοιλάδα, προς το μέρος της Σκάλας. Ο ανήφορος εξακολουθών εγίνετο
δύσβατος καθ' υπερβολήν και επικίνδυνος. Η ατραπός παρηκολούθει την
οφρύν του βράχου. Οι κρημνοί κάτωθέν μου ήσαν φοβεροί, εκ δε του ύψους
εκείνου έβλεπα την θάλασσαν αφρίζουσαν εις τους πόδας των και ήκουα τον
ήσυχον ρόχθον της. Ο Παντελής πλησιάσας με επρότεινεν ν' αναβώ εις το
ζώον του, αλλ' ηρνήθην θεωρών ασφαλέστερον να εμπιστευθώ εις τους
ιδικούς μου πόδας ή εις τους πόδας της ημιόνου του. Ανέβαινα ασθμαίνων,
ακουσίως δε ανελογιζόμην ότι ήμην εισέτι εις ανάρρωσιν. Ανά παν βήμα
ήλπιζα ότι θα ίδω την κορυφήν και το επ’ αυτής παρεκκλήσιον, αλλ' ούτε η
κορυφή εφαίνετο εισέτι, ούτε το παρεκκλήσιον, το δε βάδισμά μου εγίνετο
εξ ανάγκης επί μάλλον και μάλλον βραδύτερον.
Επί τέλους εφάνη η κορυφή, συγχρόνως δε, προς άκραν μου ευχαρίστησιν,
είδα εις μικράν απόστασιν τον Νίκον και τον Κ. Σπυράκην, οι οποίοι,
αναβάντες εκ του αντιθέτου μέρους, ίσταντο ενώπιον του μικρού
παρεκκλησίου. Δεν εστράφησαν προς ημάς. Δεν μας ήκουσαν. Ο νότιος
άνεμος, από τον οποίον μας επροφύλαττον μέχρι τούδε τα πλευρά του
βράχου, εσύριζεν εκεί επάνω ανεμπόδιστος. Ηθέλησα να φωνάξω προς αυτούς,
αλλ' η φωνή δεν εξήρχετο εκ του ασθμαίνοντος στήθους μου.
Ο Νίκος έβλεπε το παρεκκλήσιον. Τι παρετήρει μετά τόσης προσοχής;
Ήμεθα όλως διόλου πλησίον, ότε ο Κ. Σπυράκης ακούσας βήματα εστράφη προς
ημάς και ήλθεν εις συνάντησίν μου. Έστρεψε και ο Νίκος την κεφαλήν, αλλά
δεν εσάλευσε. Εξέτεινε την χείρα και με προσεκάλεσε σιωπηλώς να
πλησιάσω. Επλησίασα. Τότε ενόησα διατί η προσήλωσίς του.
Η επί του τοίχου του δωματίου μας εικών ήτο πιστή παράστασις του
παρεκκλησίου εκείνου. Εκατέρωθεν της θύρας του ήσαν ζωγραφισμένοι διά
μαύρης βαφής δύο μεγάλοι σταυροί, υπό έκαστον σταυρόν δύο οστά χιαστί,
υπό τα οστά κρανίον, υπό δε το κρανίον τα αυτά κεφαλαία γράμματα, Ν
αριστερόθεν και Μ δεξιόθεν. Μόνον το εκ σταυρών και κρανίων περιθώριον
δεν υπήρχεν επί του παρεκκλησίου. Η επί των φύλλων της θύρας επιγραφή,
αποσβεσθείσα εκ της βροχής και των ανέμων, δεν ανεγινώσκετο πλέον. Ιδού
η κλεις του μυστηρίου! Ηδυνάμην επί τέλους ενταύθα να πληροφορηθώ την
αλήθειαν! Αλλά δεν ετόλμων να εκφέρω την ερώτησιν, η οποία μου ήρχετο
εις τα χείλη.
— Δεν είναι περίεργον το πράγμα; με ηρώτησε ταπεινή τη φωνή ο Νίκος.
Εκίνησα σιωπηλώς την κεφαλήν. Κατά την ώραν εκείνην ο πλειότερον
συγκεκινημένος εκ των δύο ημών δεν ήτο βεβαίως ο εξάδελφος μου. Ενώπιον
του πρωτοτύπου της επί του τοίχου εικόνος, εφαίνοντο διαλυθέντες οι
προληπτικοί φόβοι του και εξήφθη η περιέργεια του, ενώ άλλαι σκέψεις
εδέσμευον την ιδικήν μου. Στραφείς προς τον Κ. Σπυράκην είπεν αίφνης,
άνευ οιουδήποτε προοιμίου·
— Δεν μας λέγεις την ιστορίαν αυτού του παρεκκλησίου;
Ο Κ. Σπυράκης προσεποιήθη ότι δεν ήκουσε και δεν απεκρίθη. Εννοών το
αίτιον της σιωπής του, απέτεινα προς αυτόν τον λόγον.
— Τον ηγάπα λοιπόν πολύ τον Νίκον η Κυρία Ελένη; ηρώτησα.
Ο Κ. Σπυράκης με προσέβλεψεν έκπληκτος.
— Πώς το γνωρίζετε; ηρώτησε.
Εκίνησα την κεφαλήν και την χείρα ως αν έλεγα· «Το γνωρίζω, και τούτο
αρκεί.»
— Αχ, κύριοι, επανέλαβε μετά βραχείαν σιωπήν ο Κ. Σπυράκης· εκείνο το
οποίον ημπορώ να σας είπω είναι ότι ο Νίκος την ηγάπα περιπαθώς. Αλλ'
εκράτει μυστικόν τον έρωτά του. Ούτε ο Κύριος Μελέτης τον ενόησεν ούτε ο
πατήρ του. Και όμως ο Νίκος ήτο εδώ πάντοτε, υπό τα βλέμματά των, ενώ ο
αδελφός του έλειπε σπουδάζων εις τα ξένα. Δεν ήτο φυσικόν αυτόν, τον
οποίον παιδιόθεν εγνώριζε, του οποίου ησθάνετο την μυστικήν λατρείαν,
αυτόν ν' ανταγαπά και η Ελένη; Αλλ' οι γέροντες δεν τα βλέπουν αυτά, δεν
τα καταλαμβάνουν! Ο πατήρ αυτών εδώ, — και έδειξε τους δύο σταυρούς, —
ήθελε, κατά την τάξιν, να πρωτονυμφεύση τον Μίχον, τον πρωτότοκον, ο δε
Κύριος Μελέτης ενόμισεν ότι εξασφαλίζει την ευτυχίαν της θυγατρός του
δίδων αυτήν κατά προτίμησιν εις τον επιστήμονα, τον ιατρόν!
Ο Κ. Σπυράκης διέκοψε τον λόγον. Το συνήθως φαιδρόν πρόσωπόν του
συνωφρυώθη. Θλιβεραί αναμνήσεις επίεζον τον νουν του, εφαίνετο δ'
ευρίσκων ανακούφισιν εις την προς ημάς διακοίνωσιν των στοχασμών του.
Ωμίλει προς ημάς ως προς ειδότας.
— Εδώ, εξηκολούθησεν, εδώ εις αυτόν τον κρημνόν έγεινε η φρικτή πάλη.
«Ούτ' εγώ ούτ' εκείνος», είπεν ο Νίκος, ότε έμαθεν εξαίφνης την απόφασιν
του πατρός του, ολίγας ημέρας αφού επανήλθεν ο Μίχος με το δίπλωμά του.
Οι αρραβώνες επρόκειτο να γείνουν επισήμως την εσπέραν. Έτρεξεν ο Νίκος
από τον πατέρα του εις τον Κύριον Μελέτην. Κύριος οίδε πώς ηρέθισαν οι
δύο γέροντες τον νέον με τας δριμείας επιπλήξεις των. Κύριος οίδε τι
λόγους οργίλους αντήλλαξαν! Ήτο έξω φρενών ο δυστυχής! «Ούτ' εγώ ούτ'
εκείνος!» και εξήλθεν από το Κάστρον... Αλλά, κύριοι, προς τι σας τα
λέγω αυτά; Το τέλος το γνωρίζετε.
— Δεν τον ηκολούθησε κανείς; ηρώτησα.
— Ποίος να φαντασθή τι έμελλε να συμβή! Και ούτε θα εγίνετο γνωστόν το
τι συνέβη, εάν, κατά σύμπτωσιν, δεν ανέβαινε την ώραν εκείνην εδώ,
κατόπιν του Νίκου, ο μόνος μάρτυς αυτόπτης του δράματος, ο Παντελής
αυτός εδώ.
Εστράφημεν και οι τρεις προς τον Παντελήν. Εκάθητο καταγής, εις ολίγων
βημάτων απόστασιν, στρέφων τους οφθαλμούς προς την θάλασσαν. Εκράτει εκ
του σχοινίου το ζώον του, το οποίον έβοσκε μεταξύ των ακανθών επί της
μικράς τριγώνου εκτάσεως της χωριζούσης το παρεκκλήσιον από το χείλος
του κρημνού, το εκράτει δε σφικτά προσέχων μη το ζώον πλησιάση πέρα του
δέοντος εις την άκραν.
Ο Κ. Σπυράκης επανέλαβε τον λόγον·
— Ο Μίχος είχεν έλθει από πρωίας εις τα κτήματα των εδώ πλησίον,
όπισθεν του κρημνού. Προ ολίγου επεράσαμεν απ' εκεί με τον Κύριον
Μαιμάν. Εκεί επήγαινεν ο Νίκος προς ανεύρεσιν του αδελφού του. Ποίος
ηξεύρει τι είχε κατά νουν να ειπή, και πώς να ομιλήση! Δυστυχώς
συνηντήθησαν εδώ! Ο Παντελής αναβαίνων κατόπιν του Νίκου δεν έβλεπεν
ακόμη τον Μίχον. Είδε μόνον τον Νίκον να σταθή έξαφνα εις το τέλος του
ανηφόρου, να σύρη από την ζώνην την μάχαιράν του και να την ρίψη εις την
θάλασσαν! Όσον επλησίαζεν ο Παντελής, ήκουε τας φωνάς των δύο αδελφών,
φωνάς εξηγριωμένας. Έπειτα, διά μιας, σιωπή! Ότε επί τέλους ανέβη εδώ ο
Παντελής, δεν ήτο πλέον εις καιρόν να τους χωρίση. Ενηγκαλισμένοι, εις
αυτήν την στενήν λωρίδα γης, επάλαιον. Ήσαν εις την άκραν του
κρημνού.... Έπεσαν και οι δύο ομού, και ένα μόνον κρότον ήκουσεν ο
Παντελής, ότε εβυθίσθησαν κάτω εις την θάλασσαν...
— Κυρ Σπυράκη, ανέκραξεν ο Παντελής χωρίς να εγερθή. Βλέπω τον καπνόν.
— Δεν είναι ακόμη ώρα να φανή το ατμόπλοιον!
— Το βοηθεί ο άνεμος, επρόσθεσεν ο Παντελής.
Ο Κ. Σπυράκης, περικλείων τους οφθαλμούς διά των χειρών, παρετήρησε τον
ορίζοντα, όπου οι ιδικοί μας αγύμναστοι οφθαλμοί δεν διέκρινον ούτε
καπνόν, ούτε τίποτε.
— Πραγματικώς! ανέκραξε. Στρεφόμενος δε προς ημάς, Κύριοι, είπε, θα τα
φέρωμεν ίσα ίσα. Έως ου να καταβώμεν εις την Σκάλαν και να δειπνήσετε,
το ατμόπλοιον θα είναι και φθασμένον. Αν αγαπάτε, πηγαίνωμεν.
— Εμπρός, ανέκραξεν ο εξάδελφός μου, και ηκολούθησε τον Παντελήν, ο
οποίος προπορευόμενος έσυρε το ζώον του.
Έστρεψα άπαξ έτι το βλέμμα προς την πρόσοψιν του παρεκκλησίου και
εβάδισα μετά του Κ. Σπυράκη προς τον κατήφορον.
— Κύριε Σπυράκη, ηρώτησα, τι είδους νέος ήτο ο δυστυχής αυτός Νίκος;
— Πώς «τι είδους»;
— Ήτο ξανθός, μαυρειδερός;... Επί τέλους, ωμοίαζε με κανένα από ημάς
εδώ;
Ο Κ. Σπυράκης εσκέφθη επ’ ολίγον προτού αποκριθή.
— Μάλλον με τον Κύριον Μαιμάν παρά με σας ή εμέ.
Ήμεθα ήδη εις το άκρον της κορυφής.
— Προσοχή εδώ, είπεν ο Κ. Σπυράκης. Η αρχή του κατηφόρου είναι
επικίνδυνος. Παρακάτω δεν έχει φόβον, διότι και αν σκοντάψη κανείς δεν
θα κρημνισθή εις την θάλασσαν.
Ήτο αληθώς επικίνδυνον το μέρος. Μου εφάνη δε τότε πολύ
επικινδυνωδέστερον ή ότε ανηρχόμην. Αλλ' ουδέν απευκταίον συνέβη και
κατέβημεν ταχέως και σώοι εις την κοιλάδα.
Ο ήλιος είχε δύσει, ότε εφθάσαμεν εις την Σκάλαν.
Θ'.
Ο Κ. Μελέτης μας επερίμενε. Κάτωθεν δεν εφαίνετο ο καπνός του
ατμοπλοίου, κρυπτομένου από το προέχον ακρωτήριον, ώστε δεν εγνώριζον
εισέτι εκεί ότι θα έλθη προ της συνήθους ώρας. Αλλά το δείπνον ήτο
έτοιμον και δεν εβράδυνε να στρωθή η τράπεζα εντός του μικρού καφενείου.
Δεν αντηλλάξαμεν πολλάς λέξεις κατά το δείπνον. Ετρώγαμεν εν βία, η δε
εντός και εκτός του καφενείου κίνησις απησχόλει και των τριών μας την
προσοχήν. Οι έτοιμοι προς απόπλουν νησιώται, και οι περιμένοντες
επιβάτας, επήγαινον, ήρχοντο, ωμίλουν, εφώναζον, εχώριζον τα πράγματά
των, τα εφόρτονον εντός των ολίγων λέμβων της Σκάλας· εν συνόλω η βοή
και ο θόρυβος δεν μας επέτρεπον να συνομιλήσωμεν ησύχως μετά του Κ.
Μελέτη, και αν έτι είχομεν πολλήν προς τούτο διάθεσιν.
Αφού απεγεύθημεν, εξήλθομεν του καφενείου. Ο εξάδελφός μου μετά του Κ.
Σπυράκη διηυθύνθησαν προς την λέμβον διά να ίδουν αν ήσαν εν τάξει τα
φορτωθέντα ήδη εντός αυτής κιβώτιά μας. Ο Κ. Μελέτης και εγώ
επεριπατούμεν βραδέως επί της άμμου, απομακρυνόμενοι της παρά το
καφενείον τύρβης.
Ο γέρων εφαίνετο ότι επεθύμει κάτι να είπη.
Πράγματι, μετά τινων λεπτών σιωπήν, διέκοψε τον περίπατον και μετά της
μεμετρημένης φράσεως του,
— Κύριέ μου, είπε, σας χρεωστώ μίαν εξήγησιν. Σας την χρεωστώ τόσον
μάλλον, καθόσον εννοώ κάλλιστα ότι επισπεύδετε την αναχώρησίν σας εκ
λεπτότητος, και σας εντρέπομαι διά τον τρόπον με τον οποίον σας
υπεδέχθην εις την οικίαν μου.
— Ω, Κύριε Μελέτη! ανέκραξα. Είμεθα ευγνώμονες διά την πρόθυμον και
φιλικήν δεξίωσίν σας, απ' εναντίας δε ημείς χρεωστούμεν να σας ζητήσωμεν
συγγνώμην δι' όσην ενόχλησιν και ανησυχίαν σας επροξενήσαμεν. Αλ' ούτε ο
Μαιμάς ούτ' εγώ εγνωρίζαμεν όσα τώρα γνωρίζομεν.
Ο γέρων έστρεψε προς εμέ τους οφθαλμούς, αλλ' εξηκολούθησα χωρίς να φανώ
ότι παρετήρησα την απορίαν του·
— Δεν πταίομεν ημείς Κύριε Μελέτη. Ο Κύριος καθηγητής πταίει, διότι μας
εσύστησεν εις την φιλοξενίαν σας, χωρίς να μας είπη τίποτε.
— Δεν πταίετε ούτε σείς ούτε εκείνος. Δεν επεσκέφθη προ ετών την
πατρίδα και αγνοεί τα καθέκαστα της θλιβεράς μας υπάρξεως. Η οικία μου
δεν είναι πλέον ανοικτή καθώς άλλοτε. Απέμαθα να δέχωμαι φίλους. Αλλά
την εσπέραν ότε εκρούσατε την θύραν μου, εχάρην. Η πρώτη μου αμέσως
σκέψις ήτο ότι η παρουσία σας ίσως συντελέση εις το να φέρη τροπήν
ευχάριστον εις την κατάστασιν της θυγατρός μου. Ατυχώς η εντύπωσις την
οποίαν επροξένησεν εις την αδελφήν μου η ομοιότης του Κυρίου Μαιμά με
τον δυστυχή εκείνον νέον...
Ο γέρων εσιώπησε.
— Λυπούμαι κατάκαρδα, υπέλαβα διά την ατυχή σύμπτωσιν.
— Και ούτε είναι η ομοιότης τόσον καταπληκτική επί τέλους, επανέλαβεν ο
Κ. Μελέτης. Αλλ' η σύμπτωσις του αυτού ονόματος, αι εξαίφνης αναζήσασαι
αναμνήσεις εντός του δωματίου εκείνου, εξηγούν της πτωχής αδελφής μου
την έκπληξιν. Ομολογώ ότι την συνεμερίσθην κ' εγώ κατ' εκείνην την
στιγμήν. Κατόπιν ηθέλησα να συζητήσω το πράγμα μαζή της. Αλλ'
επιδέχονται τα τοιαύτα συζήτησιν; Ηδυνάμεθα να είμεθα βέβαιοι ότι η
παρουσία του Κυρίου Μαιμά δεν θα προξενήση παρομοίαν εντύπωσιν και εις
την θυγατέρα μου; Οι δε ιατροί μας προείπον ότι ο ελάχιστος τρόμος, η
μικροτέρα συγκίνησις ημπορούν να επιφέρουν συνεπείας ολεθρίας! Την
είδατε σήμερον τόσον ήσυχον. Αλλ' η ησυχία αύτη μόλις πρό τινων μηνών
επήλθεν, ύστερον από ετών πολλών ψυχικόν κλονισμόν... Εννοείτε, Κύριέ
μου...Η ελπίς μας τώρα είναι ότι την παρούσαν κατάστασιν θα διαδεχθή η υγεία.
Με αυτήν την ελπίδα ζώμεν, η αδελφή μου κ' εγώ, και τρέμομεν μη μας την
καταστρέψη απρόβλεπτόν τι... Ιδού η εξήγησις την οποίαν ενόμισα ότι
εχρεώστουν να σας δώσω.
Η φωνή του γέροντος έτρεμεν. Έθλιψα εν σιωπή την χείρα του.
Κατ' εκείνην την στιγμήν αντήχησεν αίφνης δριμύς ο συριγμός του
ατμοπλοίου και εφάνησαν εν μέσω του προβαίνοντος σκότους, ως φάσμα, οι
ιστοί και η καπνοδόχος του επί των ησύχων υδάτων του κόλπου.
Ο Παντελής τρέχων προς ημάς μας προσεκάλει μακρόθεν.
— Καιρός, Κύριοι, εφώναζεν.
Επεστρέψαμεν προς την λέμβον. Ο Κ. Σπυράκης ήτο ήδη εντός αυτής διά να
μας συνοδεύση μέχρι του ατμοπλοίου.
Απεχαιρετίσαμεν μετ' ειλικρινούς συγκινήσεως τον αγαθόν γέροντα.
— Μη λησμονήσητε, είπεν, ότι υπεσχέθητε να επισκεφθήτε και πάλιν την
νήσον μας.
— Σας υπόσχομαι, απεκρίθην, ότι μετά χαράς θα επανέλθω άμα με
ειδοποιήσητε ότι επήλθεν εντελώς, καθώς εύχομαι, η υγεία της θυγατρός
σας.
Δεν έλαβα έκτοτε ειδήσεις του, ουδ' επεσκέφθην πλέον την νήσον του.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ
ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
Κατά μήνα Μάιον του 1897.
1) Το διήγημα τούτο εγράφη προ των ανακαλύψεων του Pasteur. Το
αναφερόμενον δε φάρμακον των μοναχών της Σαλαμίνος κατά των λυσσοδήκτων
είναι μίγμα κόνεων εκ των κολεοπτέρων εντόμων μ υ λ α β ρ ι δ ώ ν
(Mylabris) και της ρίζης του φυτού C y n a n c h u m e r e c t u m,
ανήκοντος εις την οικογένειαν των ασκληπιαδών. Κατά Fraas, το φυτόν
τούτο είνε το α π ό κ υ ν ο ν των αρχαίων, ονομαζόμενον και κ υ ν ό μ ο
ρ ο ν και π α ρ δ α λ ι α γ χ έ ς. (Synops. plant, Classicae, σ. 160).
Άλλο όνομα του Cynanchum erectum είνε το Marsdenia erecta. Κοινώς
λέγεται ψ ό φ ι ο ς, ή λ υ σ σ ό χ ο ρ τ ο ν.