πυροβολισμών και εκ των δύο πλευρών της φάλαγγος. Δεν ύψωσα τους
οφθαλμούς να ίδω τον καπνόν των εχθρικών τουφεκιών. Τους είχα
προσηλωμένους εις το σημείον της όχθης, όπου έπρεπε να φθάσωμεν. Έτρεχα,
έτρεχα, — αι δε σφαίραι εσύριζον γύρω μου, και έτρεχα και ήκουα αριστερά
και δεξιά όπισθέν μου τον ποδοβολητόν των συντρόφων μου, και αίφνης
ήκουσα κραυγήν φοβεράν και συγχρόνως τον υπόκωφον κρότον σώματος
πίπτοντος κατά γης. Ο Μίρτος, είπα κατά νουν! Αλλά δεν εστράφην οπίσω,
δεν διέκοψα τον δρόμον μου. Έτρεχα και οι πυροβολισμοί εξηκολούθουν
πυκνοί, και εσύριζον αι σφαίραι, και έβλεπα εμπρός μου την όχθην προς
την οποίαν επλησίαζα, και ήκουσα δευτέραν κραυγήν όπισθέν μου... Ήμην
ήδη παρά την όχθην. Έν βήμα ακόμη και επήδων εντός της κοίτης του
ποταμού, ότε ησθάνθην διά μιας κτύπημα και πόνον φρικτόν εις την
αριστεράν μου κνήμην, πόνον όμοιον του οποίου δεν είχα αισθανθή ποτέ,
και αντί να πηδήσω εντός της κοίτης, ενόησα ότι κρημνίζομαι εντός
αυτής... Κατόπιν δεν ενθυμούμαι πλέον τίποτε, μέχρι της στιγμής καθ' ην
εξύπνησα.
Η πανσέληνος έλαμπεν άνωθέν μου· ήμην εξηπλωμένος κατά γης. Επόνουν
πόνον δριμύν και φλογερόν εις την κνήμην. Δύο άνδρες εξήταζον την πληγήν
μου. Όρθιος άνωθέν μου ο καπετάνιος με εκύτταζε σιωπηλός, και γύρω εις
κύκλον συνεσφίγγοντο οι στρατιώται του.
— Ο Μίρτος; ηρώτησα.
— Τους εδιώξαμεν, είπεν ο αρχηγός, χωρίς ν' αποκριθή εις την ερώτησίν
μου. Τώρα, εξηκολούθησε, κύτταξε να γείνης καλά, διά να μη έχω λόγια με
τον θείον σου.
Ακολούθως έμαθα ότι δεν μας εξαπέστειλεν εις την κοιλάδα χάριν της δίψης
μου, αλλά προς αντιπερισπασμόν κατά του εχθρού, διά να αποσπάσωμεν την
προσοχήν του από το σώμα, το ερχόμενον να τους προσβάλη εκ των νώτων. Το
ταινιοφόρον πτηνόν ήτο το συμφωνηθέν σημείον της προσεγγίσεως του
σώματος εκείνου. Δεν ηδυνήθην να εξακριβώσω εάν είχεν εκ των προτέρων το
σχέδιον του τοιούτου αντιπερισπασμού, ή εάν εκ της δίψης μου συνέλαβε
την ιδέαν... Ο αντιπερισπασμός ωφέλησεν. Η εκ των νώτων προσβολή επέτυχε
πληρέστατα, αλλ' η άγνωστος εκείνη νέα δεν επέπρωτο να επανίδη ζώντα τον
Μίρτον! Ο άλλος πεσών στρατιώτης επληγώθη ελαφρώς. Την δε ιδικήν μου
κνήμην μου την απέκοψε την αυτήν εκείνην νύκτα ο εκτελών χρέη χειρουργού
αληθής υπασπιστής του αρχηγού.
Ιδού διατί έμεινα, εξ ανάγκης, δικηγόρος. Το πολεμικόν μου στάδιον
διήρκεσε μίαν ημέραν και μόνην. Την τρυπημένην όμως φαλαγγιτικήν στολήν
μου την εκράτησα και την διατηρώ ακόμη.
ΤΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ
Α'.
Κατά το φθινόπωρον του έτους... (περιττόν να ορίσω ακριβώς την
χρονολογίαν), επεχείρησα, χάριν αναρρώσεως, περιοδείαν εις τας νήσους
του Αιγαίου. Ανελάμβανα εκ νόσου οξείας, οι δε ιατροί εθεώρησαν την
αλλαγήν αέρος και τρόπου ζωής ως το καλλίτερον μέσον προς ανάκτησιν των
προτέρων μου δυνάμεων. Το κατ' εμέ, προ πολλού επεθύμουν να επισκεφθώ
τας Κυκλάδας, ώστε ουδέποτε ήκουσα και παρεδέχθην συμβουλήν ιατρικήν
μετά τοσαύτης ευχαριστήσεως.
Η μήτηρ μου, μη δυναμένη να με συντροφεύση η ιδία, ως ήθελεν, επέμεινεν
εις το να συνοδευθώ από άνθρωπον της εμπιστοσύνης της. Επροτίμων τη
αληθεία να είμαι μόνος, αλλά δεν ήδυνάμην να την παρακούσω, ούτε ήθελα
να την δυσαρεστήσω, και απεφασίσθη ότι θα συνταξειδεύσω με τον εξάδελφόν
μου Νίκον Μαιμάν. Ο Νίκος ήτο κατά δύο μόλις έτη πρεσβύτερός μου, ώστε
δεν υπηγόρευσεν εις την μητέρα μου την εκλογήν το ώριμον της ηλικίας
του. Είμεθα νέοι και οι δύο, βεβαίως δε σέβας δεν μου ενέπνεεν ο Νίκος.
Το προτέρημά του ήτο ότι, συγγενής αφωσιωμένος, εθυσιάζετο κατά γράμμα
χάριν όσων ηγάπα. Εις τούτο απέβλεψεν η μήτηρ μου, ότε μου τον επέβαλεν
ως συνοδοιπόρον, κατορθώσασα να του δοθή δίμηνος άδεια απουσίας από τον
έμπορον, εις του οποίου το γραφείον ειργάζετο ως υπάλληλος. Κύριος δε
οίδε πόσας και οποίας οδηγίας έδωκε μυστικώς η προβλεπτική μου μήτηρ εις
τον Μέντορά μου.
Συμμορφούμενος και με άλλην απαίτησίν της, υπεσχέθην να περιορισθώ εντός
του δρομολογίου της Ατμοπλοϊκής Εταιρίας, επισκεπτόμενος τας νήσους
μόνας όπου τα ατμόπλοιά της προσήγγιζον, και να μη εμπιστευθώ την
πολύτιμον ύπαρξίν μου εις τους σκυλοπνίκτας του Αιγαίου. Ο περιορισμός
ούτος με ηνάγκαζε, προς τοις άλλοις, να παρατείνω επί εβδομάδα ολόκληρον
την εις εκάστην νήσον διαμονήν μου. Αλλά προ ολίγου έτι ο γύρος των
Κυκλάδων εγίνετο κατά δεκαπενθημερίαν, η δε εβδομαδιαία των ατμοπλοίων
προσέγγισις εις τας νήσους ήτο πρόσφατον τότε γεγονός, ώστε η σκέψις ότι
δεν θα είμαι δεσμευμένος επί δεκαπέντε ημέρας αποκαθίστα ελαφρότερον τον
επταήμερον περιορισμόν. Άλλως δε ο καιρός τότε είχεν, ή εφαίνετο έχων,
ολιγωτέραν αξίαν ή σήμερον.
Ούτω κανονισθέντων των πραγμάτων, ανεχωρήσαμεν μετά του Νίκου και
επεσκέφθημεν αλληλοδιαδόχως διαφόρους νήσους. Η πρόθυμος φιλοξενία των
κατοίκων, η ωραιότης της φύσεως, ενιαχού δε και η επίσκεψις των λειψάνων
της αρχαιότητος ή των μνημείων της μεσαιωνικής εποχής, συνετέλουν εις το
να διέρχηται η επί εκάστης νήσου εβδομάς πολύ ταχύτερον ή όσον
εφοβούμην, ότε διέγραφα εκ των προτέρων τα της περιοδείας μου.
Την έκτην εβδομάδα, περί τα μέσα Οκτωβρίου, αφίχθημεν εις την νήσον,
όπου συνέβησαν όσα προτίθεμαι ήδη να αφηγηθώ.
Εκ σεβασμού προς πρόσωπα επιζώντα εισέτι αποσιωπώ της νήσου εκείνης το
όνομα. Αληθώς, οι κάτοικοι της, εάν η διήγησις αύτη αναγνωσθή ποτέ υπό
τοιούτων, δεν θα δυσκολευθούν ν' αναγνωρίσουν τα υπό τας πλαστάς μου
ονομασίας υποκρυπτόμενα πρόσωπα και χωρία. Αλλ' οπωσδήποτε, θα μείνη το
μυστικόν εντός οικογενειακού, ούτως ειπείν, κύκλου, οι δε μη εν τοις
πράγμασι δύνανται, εάν θέλουν, να θεωρήσουν ως γέννημα της φαντασίας το
διήγημά μου.
Μη έχοντες ούτε ο Νίκος ούτ' εγώ εις την νήσον εκείνην φίλον
οικογενειακόν ή γνώριμον, εζητήσαμεν, προ της αναχωρήσεώς μας,
συστατικήν από αρχαίον διδάσκαλόν μας, καθηγητήν του Γυμνασίου, εκείθεν
καταγόμενον αλλά προ ετών πολλών μη επισκεφθέντα την πατρίδα του. Ο
καθηγητής προθύμως απεδέχθη την αίτησιν και εκάθισεν αμέσως να γράψη
ενώπιόν μας την ζητουμένην συστατικήν.
— Θα σας συστήσω, είπεν, εις τον Κύριον Μελέτην. Θεωρεί ως δικαίωμα και
ως καθήκον του το να φιλοξενή τους επισκεπτομένους την νήσον μας και θα
το εκλάβη ως προσβολήν, εάν σας συστήσω εις άλλον τινά. Αξιόλογος
άνθρωπος, επρόσθεσεν. Αλλά προ πόσων ετών δεν τον είδα!
Λέγων ταύτα ο καθηγητής ήρχισε να γράφη. Αλλά διά μιας διεκόπη και, με
τον κάλαμον μετέωρον, εφαίνετο ως ανακαλών εις την μνήμην του δυσάρεστόν
τι, προς ώραν λησμονηθέν. Με έβλεπεν ασκαρδαμυκτί, καίτοι προφανώς έχων
αλλού τον νουν.
— Τι σκέπτεσθε, κύριε καθηγητά; ηρώτησα.
— Σκέπτομαι, φίλε μου, ότι, αφότου δεν είδα τον κύριον, Μελέτην, τα
πράγματα μετεβλήθησαν. Η κόρη του..
Ο καθηγητής δεν εθεώρησε πρέπον να συμπληρώση την φράσιν του.
— Δεν είμεθα δα τόσον επικίνδυνοι ούτε ο εξάδελφός μου ούτ' εγώ,
υπέλαβα, μετριοφρόνως μειδιών.
— Δεν πρόκειται περί τούτου, απεκρίθη σοβαρώς ο καθηγητής, χωρίς να μου
διακοινώση τους ενδομύχους στοχασμούς του.
— Αλλ' όμως, εξηκολούθησε μετά τινα σκέψιν, παρήλθον τόσα έτη έκτοτε!
Επί τέλους δε, εάν δεν δύναται να σας φιλοξενήση ο ίδιος, θα σας
προμηθεύση εκείνος κατάλυμα αλλαχού.
Και απετελείωσε την συστατικήν.
Την έλαβα εκ των χειρών του εκφράσας την ευγνωμοσύνην μου. Δεν απέδωσα
δε μεγάλην βαρύτητα εις τους ενδοιασμούς του, καθόσον εκ των μαθητικών
μου έτι ημερών διετήρουν περί αυτού την ιδέαν ότι λεπτολογεί υπέρ το
δέον περί τα ανάξια λόγου. Έθεσα την επιστολήν εις το χαρτοφυλάκιόν μου
και ούτε εσκέφθην πλέον τι περί του Κυρίου Μελέτη ή περί της θυγατρός
του, μέχρι της ημέρας καθ' ην επεβιβάσθημεν εις το ατμόπλοιον, το οποίον
μας έφερεν εις την νήσον του.
Β’.
Ο ήλιος είχε δύσει, ότε προσωρμίσθη το ατμόπλοιον εν τω μέσω κόλπου
ημικυκλικού.
Υποθέτω ότι, όταν ο ήλιος φωτίζη τους περικλείοντας τον κόλπον εκείνον
υψηλούς λόφους και την αναμεταξύ αυτών κοιλάδα, η άποψις εκ της θαλάσσης
είναι φαιδρά και χαρίεσσα. Αλλά κατ' εκείνην την ώραν αι απότομοι
γραμμαί των εκατέρωθεν βουνών, τα οποία έτι μάλλον εμεγέθυνε το
προβαίνον σκότος, και αι μυστηριώδεις σκιαί, προμακρύνουσαι αορίστως την
απέναντι ημών κοιλάδα, μας επροξένησαν εντύπωσιν όλως διάφορον των
ωραίων νήσων, όσας είχομεν προηγουμένως επισκεφθή. Ο Νίκος ιδίως
συνησθάνθη την διαφοράν. Η μέχρι της ώρας εκείνης ευθυμία του διεκόπη.
— Άγριον μέρος, έλεγε. Δεν μου αρέσει.
Ήτο άγριον αληθώς. Ο κόλπος έκειτο προς ανατολάς. Δεξιόθεν, δηλαδή προς
νότον, το βουνόν ανυψούμενον απέληγεν εις κημνόν φοβερόν, βυθιζόμενον
κατά κάθετον εις την θάλασσαν. Το τεράστιον εκείνο ακρωτήριον ενέπνεε
τρόμον. Βλέπων τα σκοτεινά απότομα πλευρά του ανελογιζόμην ακουσίως πόσα
άρά γε πλοία συνετρίβησαν εκεί, πόσαι υπάρξεις εσβέσθησαν εις τα νερά,
τα οποία εμαύριζεν η σκιά του!
Προς βορράν, εις την απέναντι πλευράν του κόλπου, η σειρά των λόφων
κατέβαινε προς την θάλασσαν διά γραμμής ολιγώτερον αποκρήμνου. Προς τα
άκρα της δε εστεφανούτο υπό βράχου κωνοειδούς, επί του οποίου
διεκρίνοντο εισέτι, φωτιζόμενοι υπό της δείλης, οι τοίχοι των οικιών των
απαρτιζουσών το Κάστρον, την πρωτεύουσαν της νήσου.
Κάτωθι του Κάστρου, εις τον αιγιαλόν, δύο τρεις ταπειναί οικοδομαί
απετέλουν την Σκάλαν, το επίνειον της νήσου.
Εκεί απεβιβάσθημεν και εσυμφωνήσαμεν μεθ' ενός αγωγιάτου να μας μεταφέρη
εις το Κάστρον, εις του Κυρίου Μελέτη.
Εντούτοις, μέχρις ου γείνουν όλα ταύτα, η νυξ είχεν επέλθει εντελώς, η
δε ανάβασις έγεινεν εντός πυκνού σκότους. Κατ' αρχάς η οδός ήτο οπωσούν
ομαλή, αλλά καθόσον απεμακρυνόμεθα της Σκάλας ο ανήφορος εγίνετο
τραχύτερος. Τα κτήνη εβάδιζον ασφαλώς και απροσκόπτως, ακολουθούμενα από
τον αγωγιάτην. Κίνδυνος βεβαίως ουδείς υπήρχε. Και όμως, το δύσβατον του
εδάφους, το περιβάλλον ημάς σκότος, οι κρημνοί τους οποίους εξαίφνης
εβλέπομεν προβάλλοντας ενώπιόν μας εις τους ελιγμούς του ανηφόρου, η
ερημία, τα πάντα ομού συνέστελλον κάπως την καρδίαν. Καθ' όλον τον
δρόμον δεν αντηλλάξαμεν λέξιν με τον Νίκον. Την σιωπήν διέκοπτε μόνος ο
κρότος των πετάλων των ημιόνων μας, και αι άγριαι πού και πού κραυγαί
του αγωγιάτου, παροτρύνοντος τα ζώα του.
Επί τέλους εισήλθομεν εντός του Κάστρου.
Τα κάστρα ταύτα εκτίζοντο, ως γνωστόν, επί απροσίτων κορυφών, ότε οι
κάτοικοι των νήσων ήσαν εκτεθειμένοι εις τας προσβολάς των πειρατών,
ενίοτε δε και εις τας των διωκτών των πειρατών. Ήσαν δε αληθή φρούρια.
Τείχη δεν είχον, αλλ' αι οικίαι της εξωτερικής σειράς συνεχόμεναι
απετέλουν κυκλοτερές περιτείχισμα, διακοπτόμενον εις έν ή πλείονα μέρη,
τα οποία εκλείοντο διά πύλης. Την σήμερον η πύλη εξέλιπεν, αφ' ου
ευτυχώς εξέλιπε και η ανάγκη προφυλάξεως και αμύνης. Διά της ανοικτής
των ταύτης πύλης τα Κάστρα ήρχισαν βαθμηδόν να εκκενώνται. Οι κάτοικοί
των καταβαίνουν εις νέους συνοικισμούς ανετωτέρους και ευρυχωροτέρους,
παρά τον αιγιαλόν, μετ' ολίγας δ' έτι γενεάς τα παλαιά των νήσων Κάστρα
θα μετασχηματισθούν εις μεσαιωνικά ερείπια. Τότε και η πρωτεύουσα της
νήσου, εις την οποίαν μετά τοσούτου κόπου και φόβου ανηρχόμεθα κατ'
εκείνην την νύκτα, θα μετατοπισθή επίσης εις το μικρόν ήδη επίνειόν της,
την Σκάλαν.
Άμα εισήλθομεν εις τας στενάς του Κάστρου οδούς, ο αγωγιάτης προηγηθείς
έλαβε το προπορευόμενον των κτηνών εκ του περί τον λαιμόν του σχοινίου
και μετά τινα βήματα εστάθη ενώπιον μεγάλης οικίας, της οποίας έκρουσε
βαρέως την θύραν.
Σκότος πανταχού, και εις την οδόν και εις τα κλειστά παράθυρα των πέριξ
οικιών.
Επεζεύσαμεν τότε και ημείς. Κρατών την συστατικήν εις χείρας, επερίμενα
ενώπιον της θύρας, όπισθεν του αγωγιάτου, σκεπτόμενος ότι ήτο μεγάλη η
αδιακρισία του να διαταράξωμεν εις τοιαύτην ώραν την ησυχίαν ανθρώπων
αγνώστων, οι οποίοι ούτε καν μας επερίμενον. Αλλά πώς άλλως να γείνη;
Ξενοδοχείον δεν υπήρχε· προτού αρχίσωμεν την ανάβασιν, εξέφρασα την
ιδέαν να διανυκτερεύσωμεν εις το καφενείον της Σκάλας, αλλ' ο αγωγιάτης
εξανέστη.
— Πώς γίνεται! Τι θα 'πή ο Κύριος Μελέτης!
Άλλως, δεν εφανταζόμην ότι θα διαρκέση τόσην ώραν η ανάβασις. Και ο
Νίκος δε επέμεινε ν' αναβώμεν εις το Κάστρον, διατεινόμενος ότι δήθεν
είχε ανάγκην να καλοκοιμηθή εις κλίνην ανθρωπινήν, ενώ βεβαίως μόνον και
μόνον τας συστάσεις της μητρός μου είχε κατά νουν. Οπωσδήποτε, αφού άπαξ
ευρισκόμεθα εις το Κάστρον, έπρεπε να ζητήσωμεν κάπου φιλοξενίαν,
πανταχού δε θα εγινόμεθα πρόξενοι της αυτής ανησυχίας, χωρίς να είμεθα
τουλάχιστον εφωδιασμένοι με συστατικήν, εάν εκρούομεν άλλην θύραν.
Ανάγκη λοιπόν να διαταράξωμεν τον Κ. Μελέτην και κατά μέρος η εντροπή.
Επί τέλους ηκούσθησαν βηματισμοί εις την αυλήν και η βαρεία της οικίας
θύρα ηνοίχθη υπό γραίας υπηρετρίας κρατούσης λύχνον, διά του οποίου
εφώτισε το πρόσωπον του αγωγιάτου και το ιδικόν μου.
Ο Νίκος παρέκει, ψηλαφών εις τα σκοτεινά, κατεγίνετο να εξακριβώση εάν
ήσαν σώα τα πράγματά μας και ανελλιπή επί των ώμων των ημιόνων.
Η γραία, κρατούσα τον λύχνον της υψηλά, με παρετήρε με βλέμματα
εκφράζοντα απορίαν.
— Σας ήλθαν ξένοι, υπέλαβεν ο αγωγιάτης προλαβών την ερώτησίν της.
— Παρακαλώ, είπα, δόσε το γράμμα τούτο εις τον Κύριον Μελέτην. Δεν
επιθυμούμεν να τον ανησυχήσωμεν απόψε. Του λόγου του, επρόσθεσα δεικνύων
τον αγωγιάτην, θα μας εύρη κανέν μέρος, όπου να περάσωμεν την νύκτα.
Η γραία λαβούσα εν σιωπή την επιστολήν, κατέθεσε τον λύχνον κατά γης,
εντός της αυλής, και έδραμε προς την κλίμακα.
— Περάσετε μέσα, είπεν ο αγωγιάτης, βέβαιος εκ προοιμίων περί της
προθύμου δεξιώσεως.
Και επιστρέψας προς τα ζώα του εβοήθει τον Νίκον εις την εξέτασιν των
πραγμάτων μας.
Δεν επέρασα μέσα, περιμένων επισημοτέραν πρόσκλησιν. Δεν επερίμενα δε
πολύ. Η κλίμαξ ηκούσθη τρίζουσα υπό βήματα ανδρικά. Ο Κ. Μελέτης
ακολουθούμενος υπό της γραίας υπηρετρίας, κατέβαινε προς υποδεξίωσίν
μας.
— Καλώς ωρίσατε, καλώς ωρίσατε!
Και έτεινε την φιλόξενον χείρα.
Επανέλαβα δειλώς τους περί ξενοδοχείου ή καφενείου υπαινιγμούς, ζητών
συγγνώμην διά το ακατάλληλον της ώρας κατά την οποίαν εμφανιζόμεθα, αλλ'
εκείνος, χωρίς καν να με αποκριθή, εξήλθεν εις την οδόν προς ανεύρεσιν
του αγωγιάτου.
— Ποίος είν' εκεί; ηρώτησεν εις τα σκοτεινά
— Εγώ, αφέντη.
— Εσύ Γεώργη, επανέλαβεν ο Κ. Μελέτης, αναγνωρίσας τον αγωγιάτην εκ της
φωνής. Φώναξε τον Παντελήν να σε βοηθήση και ν' αναιβάση τα πράγματα.
Και ταυτοχρόνως έκραξε δυνατά·
— Παντελή, Παντελή!
— Ποίος είναι ο άλλος εκεί; επρόσθεσε, διακρίνας εντός του σκότους την
μορφήν του Νίκου.
Ο Κ. Μελέτης, προδήλως, δεν είχεν αναγνώσει την συστατικήν του καθηγητού
και δεν ήτο προητοιμασμένος διά την εμφάνισιν και δευτέρου ξένου. Αλλ'
ουδεμίαν έκπληξιν εφανέρωσεν ότε, αντί του αγωγιάτου, απεκρίθην εγώ εις
την ερώτησίν του.
— Είναι ο εξάδελφος μου, Κύριε Μελέτη, ο Κύριος Μαιμάς.
Ο Νίκος, παραιτήσας επί τέλους τας ερεύνας του, επλησίασε και εχαιρέτησε
τον γέροντα, όστις χωρίς να τον καλοβλέπη έθλιψε την χείρα του,
επαναλαβών τα φιλόξενά του «Καλώς ωρίσατε».
Εν τούτοις η θύρα μικρού παραπλεύρου οικήματος ηνοίχθη και νέος χωρικός,
ημικοιμισμένος εισέτι, ο Παντελής, ήλθε να δώση χείρα βοηθείας εις τον
αγωγιάτην.
— Ορίσατε επάνω, κύριοι, μας είπεν ο οικοδεσπότης, αφού έδωκε τας
οδηγίας του εις τον Παντελήν. Ορίσατε.
Και προπορευθείς εισήλθεν εντός της ευρείας αυλής, εις το βάθος της
οποίας, επί της τελευταίας βαθμίδος της κλίμακος, ίστατο μορφή γυναικεία
κρατούσα λύχνον εις χείρας.
— Η κόρη του, είπα κατ' εμαυτόν.
Δεν εβράδυνα να ίδω ότι ελανθάσθην. Το αμυδρόν του λύχνου φως εντός της
μεγάλης εκείνης σκοτεινής αυλής και η ευσταλής της γυναικός μορφή
εδικαίουν το λάθος μου.
— Η αδελφή μου, είπεν ο Κ. Μελέτης. — Σοφία, δος μου να φέξω.
Και λαβών τον λύχνον ήρχισε ν' αναβαίνη, ενώ η Κυρία Σοφία μας έθλιβε
τας χείρας με πολλά και αύτη «Καλώς ωρίσατε».
Επεμείναμεν αμφότεροι να προηγηθή η Κυρία Σοφία και την ηκολουθήσαμεν.
Ατυχώς ο Νίκος, όστις ήρχετο τελευταίος, εσκόνταψεν εις την πρώτην
βαθμίδα της κλίμακος και έπεσεν. Ανηγέρθη αμέσως, προτού ο Κ. Μελέτης
προφθάση να στρέψη προς ημάς το φως του λύχνου του. Το πράγμα δεν είχε
σημασίαν, αλλ' εγνώριζα πόσον ο Νίκος ήτο προληπτικός, και συνδέσας το
πάθημά του τούτο με τας πρώτας εντυπώσεις του, αφότου προσωρμίσθημεν
εντός του αγρίου της νήσου λιμένος, και με την σιωπήν του καθ' όλην την
διάρκειαν της αναβάσεως, ανελογιζόμην ότι δεν θα είναι ουδαμώς
ευχαριστημένος ο εξάδελφός μου.
Ανελθόντες εις το υπερώον διεσταυρώσαμεν, βαδίζοντες κατά την αυτήν
σειράν ο είς κατόπιν του άλλου, αίθουσαν ευρυτάτην, πλήρη επίπλων
παλαιών, και εισήλθομεν εις δωμάτιον σκοτεινόν, του οποίου τας τρεις
πλευράς κατείχε σοφάς τουρκικός.
— Καθίσατε, Κύριοι είπεν ο οικοδεσπότης, αποθέτων τον λύχνον επί της
παρά την θύραν τραπέζης, ενώ η Κυρία Σοφία σκιάζουσα το φως του λύχνου
διά των νώτων της, μας εζήτει εκ προοιμίων συγχώρησιν διά την λιτότητα
του δείπνου, το οποίον θα μας ετοιμάση εκ του προχείρου. Μετά κόπου την
έπεισα ότι γευματίσαντες προ ολίγου επί του ατμοπλοίου, δεν είχομεν
ανάγκην τροφής αλλά μόνον ύπνου.
Η Κυρία Σοφία απεσύρθη.
Ο Κ. Μελέτης εφαίνετο νυστάζων, και ημείς δε ήμεθα κατάκοποι, ώστε η
συνδιάλεξις ήτο βεβιασμένη μάλλον, αλλ' ουχ ήττον ηρώτα ο γέρων περί της
υγείας και της οικογενείας του καθηγητού, περί των της περιοδείας μας,
και απεκρινόμην εγώ όπως καλλίτερα ηδυνάμην. Ο Νίκος καθήμενος εις την
σκοτεινοτέραν γωνίαν του σοφά δεν ωμίλει. Δεν είχε διάθεσιν ο άνθρωπος.
Εν τούτοις έξω εις την αίθουσαν ηκούοντο τα βαρέα βήματα του Παντελή και
αι συρταί εμβάδες της Κυρίας Σοφίας. Ανεβιβάζοντο τα κιβώτιά μας,
μετεκινούντο επίπλα, έως και καρφία ήκουα να καρφώνονται επί των τοίχων.
Η οικία έγεινεν ανάστατος εξ αιτίας μας. Αλλ' όμως ουδείς κρότος
εμαρτύρει την παρουσίαν της θυγατρός του οικοδεσπότου. Η δεσποινίς
Μελέτη ούτε ηκούετο ούτε εφαίνετο.
Ο μεταξύ του γέροντος και εμού διάλογος εκινδύνευε να παύση ολοσχερώς,
ότε η γραία υπηρέτρια, επικαίρως ελθούσα, έφερε δίσκον περιέχοντα, εκτός
του γλυκού και του καφέ, ζυμαρικά και αμύγδαλα και σύκα. Η Κυρία Σοφία
δεν ηνείχετο να μη πάρωμεν τίποτε μέχρι της αύριον. Το κατ' εμέ δεν
επέδειξα επιμονήν ούτε ακαταδεξίαν. Αλλ' ο Νίκος, εξακολουθών να σιωπά
εις την γωνίαν του, δεν ηθέλησε να γευθή τίποτε εκ των προσφερομένων.
Μετ' ολίγα λεπτά εισήλθεν εις το δωμάτιον η Κυρία Σοφία.
— Εάν αγαπάτε ν' αναπαυθήτε, είπεν, είναι έτοιμον το δωμάτιόν σας. Θα
κακοπεράσετε αυτήν την νύκτα, αλλά να μας συμπαθήσετε. Αύριον τα
οικονομούμεν καλλίτερα.
— Σας εγγυώμαι, κυρία μου, απεκρίθην, ότι θα κοιμηθώμεν περίφημα.
Και λαβών τον λύχνον από την τράπεζαν, προτού εκείνη προφθάση να τον
λάβη, την ηκολούθησα. Ο Νίκος ήρχετο κατόπιν μου και τελευταίος ο Κος
Μελέτης.
Γ’.
Το δωμάτιον εις το οποίον η Κυρία Σοφία μας ωδήγησεν, εκ πρώτης όψεως
και μεθ' όλην την γενομένην εντός αυτού μεταβολήν, εφαίνετο νέας γυναικός
κοιτών. Το διατί δύσκολον να το διασαφήσω, αλλ' αμέσως ενόησα ότι μας
παρεχωρήθη το δωμάτιον της θυγατρός του Κ. Μελέτη. Εννοείται ότι δεν
ετόλμησα να εκφράσω τας περί τούτου σκέψεις μου ενώπιον του πατρός και
της θείας της νέας.
Εκατέρωθεν του παραθύρου, προς μεν τα δεξιά έκειτο κλίνη σιδηρά
απλουστάτη αλλ' αποπνέουσα παρθενικόν τι άρωμα, αριστερόθεν δε υπήρχεν
άλλη κλίνη, στηθείσα εκ του προχείρου εις τρίποδα. Ότι δε εστήθη εκεί
χάριν της περιστάσεως, εμαρτύρουν τα όπισθεν αυτής ίχνη του ερμαρίου, το
οποίον εξώσθη του δωματίου διά να τοποθετηθή η κλίνη.
— Πώς θα μοιρασθήτε τας κλίνας; είπε μειδιών ο γέρων, ενώ η αδελφή του
έρριπτε περί εαυτήν το βλέμμα διά να ίδη μη λείπη ή μη ελησμονήθη τι.
— Θα ρίψωμεν κλήρον, απεκρίθην γελών. Άλλως δε και αι δύο φαίνονται
εξαίρετοι και δεν θα μαλλώσωμεν με τον Νίκον.
Άμα επρόφερα το όνομα του εξαδέλφου μου, η Κυρία Σοφία εστράφη διά μιας
προς αυτόν.
Ο Νίκος ίστατο εις το πλευρόν μου, ο δε λύχνος τον οποίον εκράτουν τον
εφώτιζε κατά πρόσωπον. Αφότου εφθάσαμεν, έμενεν εις την σκιάν πάντοτε.
Τότε πρώτον έβλεπε τα χαρακτηριστικά του η Κυρία Σοφία.
Η όψις της ηλλοιώθη άμα τον είδεν. Εφαίνετο ως εμβρόντητος. Η έκφρασίς
της ήτο αληθής εικών τρόμου. Με τας δύο χείρας τεταμένας προς τον Νίκον,
τα δάκτυλα διεσταλμένα, τα χείλη ημιανοικτά, άφωνος, ωχρά, με τους
οφθαλμούς ατενώς προσηλωμένους εις το πρόσωπον του Νίκου, εβάδισε
κλονιζομένη προς τα οπίσω και εκάθισεν, ή μάλλον κατέπεσεν επί ενός
καθίσματος.
Ετρόμαξα! Ο λύχνος παρ' ολίγον να πέση εκ της χειρός μου.
Ο Κ. Μελέτης έδραμε προς την αδελφήν του και ήρπασε την χείρα της.
— Τι έπαθες; Τι έχεις Σοφία;
Δεν απεκρίθη εκείνη. Έμενεν υπό το κράτος του τρόμου. Ο Κ. Μελέτης,
ακολουθών την διεύθυνσιν του βλέμματός της εστράφη προς τον Νίκον, τον
οποίον τότε πρώτον έβλεπε και εκείνος εις το φως.
Η όψις του γέροντος δεν εξέφραοε τον τρόμον ως η της αδελφής του, αλλά
μετ' εκπλήξεως προφανούς παρετήρει και ούτος τον Νίκον.
Εστράφην τότε κ' εγώ προς τον εξάδελφόν μου. Ο δυστυχής εφαίνετο ως
άνθρωπος μη γνωρίζων τι να υποθέση, τι να σκεφθή, και τι να είπη. Τα επ'
αυτού στυλωμένα τριπλά ζεύγη οφθαλμών, εν μέσω της νεκρικής εκείνης
σιωπής, τον ετάραξαν, τον εφόβισαν και επί τέλους τον παρώργισαν.
— Δεν μου λέγετε, ανεφώνησε, τι σημαίνει τούτο;
Η εκφώνησίς του επέφερε σωτήριον αποτέλεσμα. Η φωνή του διέλυσεν, ούτως
ειπείν, τα μάγια, υπό την επήρειαν των οποίων διετέλει η αδελφή του Κ.
Μελέτη. Ανέπνευσε βαθέως στενάξασα, αι χείρες έπεσαν επί των γονάτων
της, οι οφθαλμοί της εκλείσθησαν, το αίμα ανήλθεν εις τας παρειάς της,
αλλά δεν ηδύνατο εισέτι να προφέρη λέξιν.
Ο Κ. Μελέτης έλαβεν αντ' αυτής τον λόγον.
— Συγχωρήσατε, παρακαλώ, κύριοι, την αδελφήν μου κ' εμέ δι' αυτήν την
απρεπή ένδειξιν της εκπλήξεώς μας. Το αληθές είνε ότι ο Κ. Μαιμάς
ομοιάζει τόσον ένα νέον, ο οποίος...τον οποίον προ ετών πολλών δεν
είδομεν, ώστε η αδελφή μου .... Σας εντρέπομαι αληθώς, Κύριε Μαιμά....
Σοφία, τι θα λέγουν οι Κύριοι! Καληνύκτισέ τους.
Η κυρία Σοφία ηγέρθη, επροσπάθησεν εις μάτην να προφέρη καταληπτάς τινας
λέξεις απολογουμένη, μας εκαληνύκτισε, χωρίς όμως να μας δώση την χείρα,
και εξήλθε του δωματίου.
Ο Κ. Μελέτης έμεινεν ολίγα εισέτι λεπτά μεθ' ημών, προσπαθών να
διασκεδάση την δυσάρεστον εντύπωσιν, την οποίαν επροξένησεν εις τον
Νίκον η έκστασις της αδελφής του. Αλλά, μολονότι ο εξάδελφός μου
απεκρίνετο με την απαιτουμένην ευγένειαν, ο γέρων ενόησεν ότι το
καλλίτερον ήτο ν' αφήση το πράγμα να παρέλθη και να λησμονηθή αφ'
εαυτού, ώστε, χωρίς να παρατείνη την συνδιάλεξίν, μας ηυχήθη καλόν ύπνον
και μας αφήκε μόνους.
Ενώ ήνοιγεν εξερχόμενος την θύραν του δωματίου, είδα έξω εις την
αίθουσαν την άκραν του φορέματος της Κυρίας Σοφίας. Επερίμενε τον
αδελφόν της. Έκλεισα την θύραν μετά σπουδής. Εφοβήθην μη την ίδη και ο
Νίκος.
Διατί και πόθεν η τοιαύτη μου μέριμνα, κ' εγώ δεν ηξεύρω. Αλλ' ο Νίκος
είχεν επίσης ίδει την άκραν της εσθήτος και, δραμών ακροποδητί προς την
θύραν, έκυψε και προσεκόλλησε τον οφθαλμόν του εις την κλειθρίαν.
Ηγανάκτησα διά το άτοπον της πράξεως και επροσπάθησα να τον αποσύρω
εκείθεν, αλλ' ήτο στερεός ως βράχος. Δεν ετόλμων να τον επιπλήξω υψών
την φωνήν, διότι ήκουα έξω τον ψιθυρισμόν των δύο αδελφών.
Τι έλεγον;
Το εξομολογούμαι προς αίσχος μου η περιέργεια υπερέβαλε την
χρηστοήθειαν. Επλησίασα κ' εγώ το αυτίον μου εις την χαραμμίδα της
θύρας.
— Να μη τον ιδή η Ελένη, εψιθύριζεν η Κυρία Σοφία. Δι' όνομα Θεού, να
μη τον ιδή! Θ' αποθάνη!
— Σιωπή! εψιθύρισεν ο Κ. Μελέτης.
— Ο ίδιος, απαράλλακτος! Οσάν να εβρυκολάκιασε!
— Σιωπή, επανέλαβεν ο γέρων, και απεμακρύνθησαν αμφότεροι.
Ο Νίκος ανωρθώθη. Ήτο κατακόκκινος.
— Την ήκουσας, είπε. Μ' επήρε διά βρυκόλακα! Και απεπειράθη να γελάση.
Ήτο άγριος ο βεβιασμένος εκείνος γέλως του.
— Ησύχασε, αδελφέ, δεν είπε τούτο. Αλλά, επρόσθεσα, και αν το είπε,
καλά έκαμε, διά να μάθης άλλην φοράν να γίνεσαι ωτακουστής!
Ωτακουστής δεν έγεινε μόνος ο Νίκος, αλλά, καθώς συνήθως συμβαίνει, αντί
να επιπλήξω τον εαυτόν μου επέρριπτα εις εκείνον το σφάλμα. Όπως δήποτε,
η ώρα δεν ήτο κατάλληλος διά μαθήματα ηθικής. Τουλάχιστον ο Νίκος ούτε
ακρόασιν ούτε απόκρισιν έδωκεν εις τους λόγους μου, αλλά με τόνον φωνής
μη επιδεχόμενον συζήτησιν:
— Να φύγωμεν, είπε. Να φύγωμεν απ' εδώ μίαν ώραν αρχήτερα!
— Καλά, Νίκο! Τώρα να φύγωμεν δεν είναι δυνατόν. Ας περάσωμεν την νύκτα
και αύριον βλέπομεν. Ας πλαγιάσωμεν τώρα.
— Να πλαγιάσωμεν! Πού ύπνος;
Μετά κόπου και μόχθου τον έπεισα, όχι να κοιμηθή, αλλά να εκδυθή και να
εξαπλωθή εις το στρώμα, διά να δώσω δε το καλόν παράδειγμα, ήρχισα να
εκδύωμαι. Ανεφύη τότε νέον ζήτημα: Εις ποίαν κλίνην θα κοιμηθώ εγώ.
Ήθελα να λάβη εκείνος την σιδηράν, διότι εφοβούμην μη αι σανίδες της
άλλης χορεύουσαι την νύχτα επάνω εις τα τρίποδά των δώσουν νέαν αφορμήν
ταραχής εις τα αρκούντως ήδη ταραγμένα νεύρα του. Αλλ' ο Νίκος δεν
επείθετο. «Εγώ, ο εις ανάρρωσιν, έπρεπε να λάβω κατοχήν της καλλιτέρας
κλίνης, — και τι θα έλεγεν η μήτηρ μου, — και επί τέλους χρεωστώ να τον
υπακούω διότι ήτο μεγαλείτερος.» Ενέδωσα διά να δοθή πέρας εις την
συζήτησιν, αφού όμως την παρεξέτεινα επίτηδες επί αρκετήν ώραν, επί
σκοπώ να δώσω νέαν διεύθυνσιν εις τας σκέψεις του. Ενόμισα δε ότι το
κατώρθωσα ιδών αυτόν επί τέλους εκθηλυκώνοντα τα κομβία του, και ήρχισα
να ελπίζω ότι θα κοιμηθώμεν.