— Καλώς ήλθες, μου είπεν. Ο θείος σου μου γράφει ότι δεν σου λείπει η

όρεξις να κακοπεράσης μαζί μας.

Απεκρίθην φράσεις τινάς εκ των τετριμμένων, περί βωμού της πατρίδος,

περί τελευταίας σταγόνος του αίματός μου, και τα παρόμοια. Λόγια! λόγια!

Αλλά καίτοι φέρων στολήν αξιωματικού, ήμην διδάκτωρ του Πανεπιστημίου,

και δικηγόρος μάλιστα — έστω και άνευ πελατών.

Ο αρχηγός με άφησε να τελειώσω το λογύδριόν μου.

— Βαστάς 'ς τα πόδια; με ηρώτησεν, αφού ετελείωσα. Και χωρίς να

περιμένη την απάντησίν μου: Όσον διά την στολήν σου, εξηκολούθησε, θα

γείνη κουρέλια προτού γυρίσης να ιδής!

Ητοιμαζόμην να είπω ότι προθύμως θα ενδυθώ ως τους άλλους συστρατιώτας

κ' εγώ, αλλά δεν επρόφθασα.

— Σε διορίζω υπασπιστήν μου, επρόσθεσεν.

Εχαιρέτισα στρατιωτικώς, ωσάν να εχαιρέτων τον φαλαγγάρχην εις την προ

του Πανεπιστημίου πλατείαν. Εχάρην ενδομύχως διά τον διορισμόν μου,

εδίσταζα δε κατ' εμαυτόν, εις τι να τον αποδώσω; Εις τον φαλαγγιτικόν

βαθμόν μου, ή εις τας συστάσεις του θείου μου;

— Παιδιά, εξηκολούθησεν ο αρχηγός με φωνήν σοβαρωτέραν, πάρετε τον

υπασπιστήν να ησυχάση ολίγον, διότι το απόγευμα... Θεός ηξεύρει.

Τα παιδιά με περιεκύκλωσαν φιλοφρόνως και με ωδήγησαν εις καλύβην εκεί

πλησίον, όπου με υπεδέχθη μητρικώς γραία χωρική. Ήμην κατάκοπος, δεν

είχα κοιμηθή όλην την νύκτα επί του ατμοπλοίου. Αφήκα εντός της καλύβης

τον σάκκον και το όπλον μου και εξηπλώθην υπό την σκιάν ελαίας.

Εκοιμώμην βαρέως, ότε ησθάνθην τον βραχίονά μου σειόμενον ελαφρώς.

Ήνοιξα τους οφθαλμούς μη ενθυμούμενος πού ευρίσκομαι. Γονατιστός ενώπιόν

μου ο Μίρτος, ο μόνος εκ των νησιωτών του οποίου εγνώριζα ήδη το όνομα,

εμειδία σείων ακόμη τον βραχίονά μου. Δεν ηξεύρω πώς και διατί

εφιλιώθημεν αμέσως και διά μιας μετά του Μίρτου. Αυτός προπορευόμενος

των συντρόφων του με είχεν οδηγήσει εις την καλύβην, μου είχε

προμηθεύσει λιτόν πρόγευμα, μου είχε δείξει το ομαλώτερον έδαφος υπό την

σκιερωτέραν ελαίαν, μου είπε το όνομά του και ερωτήσας έμαθε το ιδικόν

μου, εν ολίγοις, μ' έλαβε τρόπον τινά υπό την προστασίαν του. Εφαίνετο

εικοσαετής μόλις, ενώ εγώ ήμην κατά πέντε έτη πρεσβύτερος, — ήτο απλούς

στρατιώτης, εγώ δε ανθυπολοχαγός και υπασπιστής του αρχηγού, — δεν είχε

ποτέ αποδημήσει της νήσου του, ενώ εγώ ηρχόμην εξ Αθηνών και μάλιστα από

το Πανεπιστήμιον — αλλ' όμως αντί να τον θεωρήσω ή μεταχειρισθώ ως

υποδεέστερον, ειλκύσθην εκ της πρώτης στιγμής προς αυτόν, ως εξ

αδελφικού αισθήματος. Μ' εγοήτευσεν η αφέλεια και η αγαθότης του.

— Κύριε Γεωργάκη, μου είπε μειδιών, διαταγή του αρχηγού θα κινήσωμεν

τώρα ευθύς.

— Διά πού;

— Δεν μας το είπεν ακόμη.

Ηγέρθην αμέσως και επορεύθημεν προς την καλύβην. Το χωρίον ήτο εις

κίνησιν. Αι γυναίκες εις τας θύρας των οικίσκων απεχαιρέτων τα

παλληκάρια, βαδίζοντα ατάκτως με το όπλον επ' ώμου. Εντός της ζώνης,

μεταξύ των πιστολίων και της μαχαίρας των, έφερον τα ολίγα εφόδιά των.

Ενόμισα καλόν να τους μιμηθώ, κατά τούτο τουλάχιστον, και μετά βραχύ

μετά του Μίρτου συμβούλιον αφήκα τον σάκκον μου εις τας χείρας της

γραίας χωρικής και προμηθευθείς ζώνην εγχώριον την έδεσα περί την στολήν

μου και έκρυψα εις τας πτυχάς της, παρά το πολύκροτόν μου, ολίγον καπνόν

και τέσσαρα πέντε παξιμάδια. Ο Μίρτος μου έδειξε την διεύθυνσιν προς την

συνάθροισιν του σώματος, και ανελήφθη.

Άμα εξελθών του χωρίου είδα τον αρχηγόν. Εκάθητο εις το κατώφλιον της

θύρας ενός ανεμομύλου, του μόνου εκεί, αργούντος κατ' εκείνην την ώρα —

. Κατά γης πλησίον του εκάθητο νεαρός νησιώτης. Ο άνθρωπος εφαίνετο ότι

ήλθε δρομαίος μακρόθεν. Ήτο κατακόκκινος, εκράτει το φέσι του εις την

μίαν χείρα και με την άλλην έτριβε την κάθυγρον έτι κόμην του. Προφανώς

αυτός έφερε την αγγελίαν, κατά συνέπειαν της οποίας ανεχωρούμεν. Οι

ημίσεις περίπου του σώματος είχον κινήσει προπορευόμενοι, οι λοιποί

επερίμενον τας διαταγάς του αρχηγού περί τον μύλον. Επλησίαζα, ότε ο

αρχηγός ηγέρθη. Ηγέρθη και ο άλλος, η δε στάσις του εμαρτύρει ότι ήτο

έτοιμος να διανύση και πάλιν όσον δρόμον διέτρεξεν ήδη ερχόμενος προς

ημάς.

— Μας έφερες τύχην, είπεν ο αρχηγός αποτεινόμενος προς εμέ. Ακόμη δεν

ήλθες και θα ιδής να πέση τουφέκι.

— Ιδική μου η τύχη, αρχηγέ, απεκρίθην.

— Αυτό θα φανή, αν είναι. Εμπρός λοιπόν! Υπασπιστά, να μείνης

οπισθοφυλακή.

Εχαιρέτησα στρατιωτικώς και πάλιν, απορών ολίγον διατί ετασσόμην οπίσω,

και με το ξίφος γυμνόν έμεινα παρά τον μύλον, ενώ διέβαινον έμπροσθέν

μου οι στρατιώται, ακολουθούντες τον αρχηγόν. Τους εμέτρησα, ήσαν

εξήκοντα. Άλλοι τόσοι περίπου ήσαν οι προπορευθέντες.

Αλλ' ο Μίρτος δεν ήτο μεταξύ των εξήκοντα. Επερίμενα να τον ίδω

ερχόμενον, αλλά δεν εφαίνετο και είχον ήδη διέλθει όλοι οι οπλίται. Ήμην

όρθιος παραπλεύρως του μύλου. Απέναντί μου, εις μικράν απόστασιν, ήσαν

δύο οικίσκοι, οι τελευταίοι του χωρίου. Ενθυμούμαι, — του ενός εξ αυτών

η θύρα και τα παράθυρα ήσαν κλειστά· εις το κατώφλιον της ανοικτής θύρας

του άλλου εκάθητο χωρικός υπέργηρως, με κατάλευκον γενειάδα. Εφαίνετο

τυφλός.... Μεταξύ των οικίσκων υπήρχε διάστημα κενόν, διά του οποίου

εφαίνετο όπισθεν πυκνός ελαιών. Έξαφνα, εις τα βάθη εκεί, αναμέσον των

δένδρων είδα προχωρούσας βραδέως δύο μορφάς συνεσφιγμένας. Ανεγνώρισα

μακρόθεν του Μίρτου το ανάστημα. Έφερε το όπλον εις την αριστεράν χείρα,

και διά του δεξιού βραχίονος εκράτει ενηγκαλισμένην γυναίκα στηρίζουσαν

την κεφαλήν επί του ώμου του. Έστρεφε προς την σύντροφόν του το

κεκλιμένον πρόσωπον, ώστε δεν ηδύνατο να με ίδη. Αλλ' εφαίνοντο τόσον

προσηλωμένοι αμοιβαίως, ώστε και αν εστρέφοντο προς εμέ, δεν θα μ'

έβλεπον ίσως. Όπισθεν ενός κορμού εστάθησαν και οι δύο. Ω! εκεί

αντηλλάσσετο μυστικώς ο μακρός, γλυκύς, — γλυκύς και πικρός ασπασμός του

αποχωρισμού. Επί τέλους αι δύο μορφαί προέβαλον πέραν του κορμού. Είς

έτι ασπασμός, και η νέα φέρουσα την ποδιάν επί των οφθαλμών της εκρύβη

και πάλιν όπισθεν του κορμού. Ο Μίρτος κατήλθε προς εμέ, τρέχων αναμέσον

των δύο οικίσκων.

Ενόησεν άρά γε ο Μίρτος ότι είχα ίδει τον αποχαιρετισμόν των; Το

πρόσωπόν του εξέφραζε την συγκίνησίν η οποία τον κατείχε. Δεν είπε

λέξιν. Αλλά κ' εγώ ούτε διά νεύματος οιουδήποτε ούτε δ' υπαινιγμού

υπέδειξα ότι είχα ανακαλύψει το μυστικόν του. Τι ιερώτερον του πρώτου

αγνού νεανικού έρωτος! Ενώ έβλεπα τους δύο εκείνους υπό την σκιάν των

δένδρων, η ψυχή μου ανέτρεχεν οπίσω εις άλλην σκηνήν παρομοίαν.

Ανεπόλουν τους πρώτους παλμούς της καρδίας μου. Και οι δύο δεν είχομεν

κατ' εκείνην την στιγμην όρεξιν δι' ομιλίας Ηκολουθήσαμεν σιωπώντες τους

τελευταίους στρατιώτας της οπισθοφυλακής.

Ήτο ημέρα ωραία. Ο δοοσερός άνεμος εμετρίαζεν εκεί, επί των υψωμάτων,

την θέρμην του θερινού ηλίου. Κατ' αρχάς η ατραπός ηκολούθει την οφρύν

βουνού κατωφερούς, απολήγοντος καθέτως προς την θάλασσαν. Πεύκα πυκνά

εκατέρωθεν, αναδίδοντα το υγιεινόν άρωμά των, εψιθύριζον υπό την πνοήν

του ανέμου. Τα πεύκα βαθμηδόν αραιούμενα έπαυσαν ολοτελώς μετά τινα ώραν

και η ατραπός, στρέφουσα προς τα δεξιά, παρηκολούθει εκείθεν την

παραλίαν επί βράχων γυμνών. Οι βράχοι ήσαν τόσον απόκρημνοι και εις

τόσον ύψος υπεράνω της θαλάσσης, ώστε η προσοχή μου ολόκληρος

συνεκεντρούτο εις το πώς να μη ολισθήσω και κατακρημνισθώ. Μου αφήρει η

τοιαύτη προσοχή και την τέρψιν της ωραίας εκείθεν θέας. Ήτο δε πράγματι

ωραία η θέα επί της απεράντου θαλάσσης εξ ενός, και εξ άλλου επί των

βουνών των περικλειόντων την στενήν κοιλάδα, προς την οποίαν

κατεβαίνομεν.

Ο Μίρτος εβάδιζε πλησίον μου. Η σιωπή μας είχε λυθή επί τέλους, αλλ' η

συνδιάλεξις δεν διεξήγετο μετά πολλής ζωηρότητος εκατέρωθεν· άλλως δεν

ήτο και εύκολος ως εκ της φύσεως αυτής του εδάφους. Περιωρίζετο κυρίως

εις ερωταποκρίσεις περί των μερών τα οποία διηρχόμεθα, και περί

επεισοδίων πολεμικών συνεχομένων μετ' αυτών. Περί αναμνήσεων τρυφερών

και αποχαιρετισμών ερωτικών ούτε λόγος.

Εις νέαν καμπήν της ατραπού η κατάβασις έγεινεν αποτομωτέρα και ο Μίρτος

μου έδειξε κάτω, παρά τον αιγιαλόν, μικρόν ερημοκκλήσιον λευκάζον

αναμέσον των δένδρων, μου ανήγγειλε δε ότι υπό την σκιάν των δένδρων

εκείνων θα εύρωμεν πηγήν δροσεράν. Άγγελμα ευφρόσυνον και χαροποιόν!

Εδίψων φοβερά! Το παστόν χοιρινόν κρέας, το οποίον είχα φάγει το πρωί

εις την καλύβην, και τα παξιμάδια μου τα καταβροχθισθέντα καθ' οδόν,

ήσαν αυτά καθ' εαυτά ικανά προς ανάπτυξιν δίψης, μου την εξηρέθισαν δ'

έτι μάλλον ο μακρός δρόμος και ο ήλιος, όστις δεν είχεν εισέτι κρυβή

όπισθεν των απέναντι βουνών. Αντείχα εισέτι εις τον κάματον, αλλ' η δίψα

μ' εβασάνιζεν. Ενόμιζα ότι θα την διασκεδάσω καπνίζων, αλλά δεν

αντικαθιστά ο καπνός το νερόν. Με ηύφρανεν η προσδοκία ότι θα δροσισθώ

κάτω εκεί υπό τα δένδρα, προς τα οποία επλησιάζομεν. Άνωθεν έβλεπα

ολόκληρον το σώμα μας καταβαίνον οφιοειδώς προς τον αιγιαλόν. Οι πρώτοι

των προπορευομένων προσήγγιζον εις την στενήν επίπεδον κοιλάδα. Ολίγα

έτι λεπτά και θα είμεθα και ημείς υπό την σκιάν των δένδρων. Η πηγή δεν

ήτο φόβος να στειρεύση, ο Μίρτος με καθησύχασεν ως προς τούτο· έτρεχεν

αφθόνως και διαρκώς. Απέλαυα εκ των προτέρων την προσδοκωμένην τέρψιν

της αναψυχής κάτω εκεί, παρά την πηγήν, υπό την σκιάν των δένδρων.

Αίφνης εκ της ρίζης του απέναντι καταφύτου βουνού τρεις άνδρες εφάνησαν

τρέχοντες προς ημάς διά της κοιλάδος. Εκίνουν τας χείρας και εφώναζον.

Ήκουα τας φωνάς των, αλλά δεν διέκρινα τι λέγουν. Οι πρώτοι εκ του

σώματός μας έτρεξαν προς συνάντησίν των. Ολόκληρος η μακρά μας στήλη

επέσπευσε το βήμα διά των ελιγμών της κρημνώδους ατραπού, και εβάδιζα

σπεύδων κ' εγώ — τελευταίος μετά του Μίρτου.

— Τι συμβαίνει; τον ηρώτησα.

— Κάτι τρέχει, απεκρίθη λακωνικώς.

Το έβλεπα κ' εγώ ότι κάτι τρέχει, αλλά τι; Δεν ήτο καιρός επεξηγήσεων,

ενώ εβαδίζομεν τροχάδην πηδώντες επί των βράχων, άλλως δε ήτο πρόδηλον

ότι δεν εκέρδιζα πολύ ερωτών προτού φθάσωμεν και ημείς εις την

εκκλησίαν. Αλλά πριν ή έτι φθάσωμεν είδα τους προ ημών αφιχθέντας εις

κίνησιν πάλιν. Η εμπροσθοφυλακή ανέβαινεν ήδη προς το απέναντι βουνόν

και ανέβαινε μετά βίας. Η πρώτη μου σκέψις ήτο ότι δεν έλαβον εκείνοι

καιρόν ν' αναπνεύσουν. Μη πάθωμεν το αυτό και ημείς; Και τότε; Ούτε

αναψυχή, ούτε ανάπαυσις, ούτε νερόν εκ της πηγής! Και εδίψων, ω! πώς

εδίψων!

Ότε και ημείς τελευταίοι εφθάσαμεν τρέχοντες υπό τα δένδρα, ο αρχηγός

ορθός έμπροσθεν της πύλης της εκκλησίας συνωμίλει μυστικώς με τους τρεις

νεοελθόντας. Εκ των χειρονομιών του εφαίνετο ότι τους ωδήγει πόθεν και

πώς και πού να διευθυνθούν. Οι τρεις (άνευ στρατιωτικών χαιρετισμών)

ανεχώρησαν δρομαίοι διά του μέσου της κοιλάδος, ενώ η εμπροσθοφυλακή μας

ανέβαινε το βουνόν παραλλήλως προς την παραλίαν. Το τι τρέχει δεν

ηδυνήθην και τότε να το εννοήσω.

Ο καπετάνιος εστράφη προς ημάς.

— Παιδιά, εφώναξε διά φωνής βροντώδους, ενώ οι στρατιώται προχωρούντες

συνεσφίγγοντο περί αυτόν ημικυκλικώς. Παιδιά, αν δεν τρέξωμεν, θα μας

πιάση ο εχθρός τα στενά. Εμπρός, παιδιά! θα ξεδιψάσετε 'ς το ποτάμι

εκεί. Εμπρός!

Και εξεκίνησεν αμέσως. Τον ηκολουθήσαμεν ρυθμίζοντες το βήμα κατά το

ιδικόν του. Δεν εγνώριζα περί τίνων στενών πρόκειται. Αλλ' ο καπετάνιος

απετείνετο προς τους νησιώτας του, οι οποίοι δεν είχον ανάγκην

επεξηγήσεων διά να τον εννοήσουν. Έν μόνον εγώ επρόφθασα να εννοήσω, ότι

θα εύρωμεν εκεί ποταμόν. Εκ δε της ταχύτητος της πορείας υπέθεσα ότι η

υπόσχεσις του αρχηγού θα εκπληρωθή εντός ολίγου, μετά δρόμον όχι μακρόν.

Εμπρός λοιπόν κ' εγώ! Έστρεψα ολίγον τα βλέμματα αριστερά και δεξιά, διά

να ίδω τουλάχιστον την πηγήν όπου ήλπιζον να δροσισθώ, αλλά δεν την

είδα. Έκειτο, φαίνεται, όπισθεν της εκκλησίας. Υπομονή! Θ' αποζημιωθώ

εις το ποτάμι μετ' ολίγον. Εμπρός!

Το τι σημαίνει η λέξις κούρασις, το ησθάνθην, καθ' όλην του πράγματος

την έκτασιν, κατά την ανάβασιν του βουνού εκείνου. Οι άλλοι, εβάδιζον

ό λ ο ι ακμαίοι, ωσάν να είχε τότε μόνον αρχίσει η πορεία. Ήρκει να υψώσω

την κεφαλήν διά να τους ίδω αναβαίνοντας, ελαφρούς όλους και ζωηρούς.

Και χωρίς να υψώσω την κεφαλήν, έβλεπα τανυομένας τας ευρώστους κνήμας

των αμέσως προ εμού βαδιζόντων. Ετάνυα κ' εγώ τας ιδικάς μου, αλλά το

βουνόν μου εφαίνετο ατελείωτον. Μ' εκέντα προς τα εμπρός αίσθημα

φιλοτιμίας. Μου ήρχετο πού και πού εις τον νουν η σκέψις: μη ο αρχηγός

μ' έταξεν εις την οπισθοφυλακήν, προνοήσας ότι δεν θα δυνηθώ ν' ανθέξω

εις τον κόπον της πορείας; Αλλά πώς να μείνω οπίσω, ενώ οι άλλοι

πήγαινον εμπρός; ησχυνόμην να φανώ ασθενέστερός των. Ο Μίρτος μόνος

ευρίσκετο όπισθέν μου. Δεν εφαίνετο κουρασμένος εκείνος, αλλ' έμενε

πάντοτε τελευταίος. Μη μου τον έταξε και αυτόν ο καπετάνιος επίτηδες ως

επίκουρον, — υπάσπιστήν του υπασπιστού!

Καθόσον ανέβαινα, ησθανόμην τας δυνάμεις μου εκλειπούσας. Μετά την

κακοπάθειαν της νυκτός είχα ήδη περιπατήσει επί τέσσαρας ώρας. Είναι

αληθές ότι μέχρι της εκκλησίας κατεβαίνομεν, αλλά μη και ο κατήφορος δεν

καταπονή τας κνήμας; Δεν είχα φάγει τίποτε θρεπτικόν δι' όλης της

ημέρας, δεν είχα πίει· — τούτο προ πάντων ήτο το δεινόν, — δεν είχα

πίει! Μου έκαιεν ο λάρυγξ, η γλώσσα μου ήτο ξηρά, και με περιέρρεεν ο

ιδρώς, και εβάδιζα ασθμαίνων, και εκυρίευε την ψυχήν μου η επιθυμία να

φθάσωμεν εις το τέρμα του δρόμου. Εφανταζόμην ότι εκ της κορυφής η

κατάβασις εις τον ποταμόν θα ήτο ταχεία και εύκολος και ήλπιζα ότι τέρμα

της πορείας θα ήτο η όχθη του ποταμού εκείνου. Αλλ' η κορυφή δεν

εφαίνετο. Ελησμόνουν κατά την ώραν εκείνην και επανάστασιν και εχθρούς

και βωμόν της πατρίδος, δεν με έμελεν ούτε διά τον Μίρτον, ούτε διά τους

έρωτάς του! Έν μόνον εσκεπτόμην: πότε θα εύρω υπό τους πόδας μου έδαφος

ομαλόν και πότε θα ίδω εκ της κορυφής τον ποταμόν, όπου ο αρχηγός μας

υπεσχέθη ότι θα ξεδιψάσωμεν.

Επί τέλους εφθάσαμεν εις την κορυφήν.

Δεν είχεν εισέτι παύσει η ανάβασις, ότε αντήχησαν δύο τρεις τουφεκισμοί

πλησίον εκεί, και φωναί συγχρόνως άγριαι, και πάλιν τουφεκισμοί

πυκνότεροι και κραυγαί, — ταυτοχρόνως δε, αλλ' εξ αποστάσεως

μεγαλειτέρας, άλλαι φωναί και άλλοι τουφεκισμοί.

— Πόλεμος, πόλεμος, ανέκραξεν ο Μίρτος, και ταχύνας το βήμα έτρεξε προ

εμού.

Τον ηκολούθησα τρέχων κ' εγώ.

Πρώτην τότε φοράν ήκουα πυροβολισμούς εις μάχην. Εγνώριζα ότι οι

πολεμισταί μας, καθώς οι ήρωες του Ομήρου, αντήλλασσον ύβρεις προτού

έλθουν εις χείρας, αλλά δεν εφανταζόμην πόσον αι τοιαύται βροντώδεις

προκλήσεις εξάπτουν τα πάθη και ανάπτουν το αίμα. Με κατέλαβε κ' εμέ ο

ενθουσιασμός, ο κατέχων τους εκεί μαχομένους. Ελησμόνησα διά μιας τον

κάματόν μου και έτρεχα κ' εγώ ανά μέσον των πεύκων, τα οποία μ'

εμπόδιζον να ίδω πόθεν έπιπτον οι τουφεκισμοί, και εκραύγαζα κ' εγώ

κραυγάς ανάρθρους και αγρίας.

Το βουνόν, επί του οποίου ευρισκόμεθα, εχωρίζετο εκ του απέναντι βουνού

διά φάραγγος βαθυτάτης και στενής, τόσον πολύ στενής προς τα ενδότερα,

ώστε κάτω εις το βάθος της δεν υπάρχει πάντοτε εκατέρωθεν του ποταμού,

όστις την διατρέχει, χώρος ικανός διά την ατραπόν, και οι διαβάται

αναγκάζονται, εν ελλείψει γεφύρας, να ακολουθούν συχνάκις τον δρόμον των

εντός της κοίτης αυτής του ποταμού. Εις τα άκρα της όμως προς το μέρος

της θαλάσσης, εκεί δηλαδή όπου ευρισκόμεθα, η φάραγξ ευρύνεται,

λαμβάνουσα διαστάσεις στενής κοιλάδος· η φάραγξ αύτη είναι η κλεις της

ορεινής επαρχίας της νήσου, η δε κατάληψίς της υπό του εχθρού ήθελεν

είναι τραύμα καίριον, ίσως θανατηφόρον. Κατά του κινδύνου τούτου

ημυνόμεθα. Η ληφθείσα το πρωί πληροφορία ήτο ότι στόλος εχθρικός εφάνη

πλέων προς το μέρος εκείνο της νήσου. Οι τρεις αγγελιαφόροι εις το

ερημοκκλήσιον έφερον την είδησιν του αποβιβασμού σώματος εχθρικού.

Ευτυχώς επροφθάσαμεν να καταλάβωμεν ημείς το αριστερόθεν βουνόν, αλλά το

δεξιόθεν κατείχετο ήδη υπό του εχθρού. Διά να τον εκδιώξωμεν εκείθεν

απητείτο να προσβληθή και εκ των όπισθεν. Εν τούτοις η έγκαιρος άφιξίς

μας απεσόβει τον άμεσον κίνδυνον.

Η στρατηγική αύτη εξήγησις ήτο, νομίζω, αναγκαία διά να εννοήσουν τα

διατρέξαντα όσοι των νομομαθών συναδέλφων μου, των εχόντων ή μη

φαλαγγιτικάς παραδόσεις, αναγνώσουν τας σελίδας ταύτας, δελεασθέντες εκ

της επιγραφής των.

Πώς ευρέθην κ' εγώ εις την πρώτην σειράν των πολεμιστών, επί πόσην ώραν

έμεινα γεμίζων και κενώνων το όπλον μου, είναι αδύνατον να τα ενθυμηθώ

ακριβώς. Εκεί, εις την άκραν του βουνού, βράχοι εσπαρμένοι επί του

γυμνού οροπεδίου μετεσχημάτιζον αυτό εις είδος φρουρίου κυκλωπείου. Αι

υπερμεγέθεις πέτραι εχρησίμευον ως προμαχώνες ή μετερίζια. Όπισθεν αυτών

προφυλαττόμενοι οι πολεμισταί εγέμιζον τα όπλα και έπειτα προβάλλοντες

την κεφαλήν ετουφέκιζον. Το απέναντι ύψωμα δεν είχε βράχους, αλλά τα

δένδρα εκεί ήσαν πυκνότερα, και όπισθεν αυτών επροφυλάττοντο οι

αντίπαλοί μας. Όλα ταύτα μένουν εις την μνήμην μου, ως ανάμνησις

ονείρου. Έν μόνον ενθυμούμαι ζωηρώς: τον ποταμόν κάτω εις την κοιλάδα.

Τον έβλεπα πλαγίως όπισθεν του βράχου, όστις μ' επροφύλαττεν. Έτρεχον τα

νερά του, αφρίζοντα όπου το ρεύμα εύρισκε πρόσκομμα επί της βραχώδους

κοίτης. Η θέα των μ' εταντάλιζεν. Εις εκείνα προσήλωνα τα βλέμματα· και

γεμίζων και κενώνων το όπλον, τον νουν μου είχα διαρκώς εκεί κάτω. Ήθελα

να καταβώ, να πίω, να κορέσω την δίψαν μου. Δεν εσκεπτόμην ότι και οι

άλλοι γύρω μου είχον βαδίσει όσον κ' εγώ χωρίς ν' αναπαυθούν. Και οι

άλλοι εκραύγαζον πολεμούντες, και έσχιζον τα φυσέκια διά των οδόντων,

και είχον τα χείλη μαύρα εκ της πυρίτιδος. Η γλώσσα των θα ήτο ξηρά ως η

ιδική μου και ο λάρυγξ των επίσης φλογισμένος, και όμως αντείχον εις την

δίψαν εκείνοι και δεν εζήτουν να καταβούν κάτω εις το ρεύμα. Δεν τα

εσκεπτόμην αυτά. Δεν εσκεπτόμην τίποτε, παρεκτός ότι διψώ. Ήτο είδος

παραφροσύνης. Ήμην έξω εμαυτού. Επί τέλους δεν ηδυνήθην ν' ανθέξω

περισσότερον εις τον πειρασμόν όστις μ' εκυρίευε, και στραφείς οπίσω

επλησίασα τον αρχηγόν.

Εκάθητο όπισθεν ενός βράχου ατενίζων υψηλά προς τον ουρανόν, προς τα

όπισθεν του απέναντι ημών βουνού. Ήτο σύνοφρυς. Εφανέρωνεν ανησυχίαν η

έκφρασις του βλέμματος του και αι σπασμωδικαί κινήσεις της αριστεράς

του, διά της οποίας έτιλλε τας τρίχας του μύστακος του, ως αν ήθελε να

τας εκριζώση.

Έστρεψε προς εμέ τους οφθαλμούς. Εάν ηδυνάμην κατ' εκείνην την στιγμήν

να σκεφθώ τι, ήθελα εννοήσει ότι ο στρατηγός παν άλλο είχε κατά νουν ή

τας συστάσεις του θείου μου.

Τι θέλεις; ηρώτησεν ανυπομόνως.

Στρατηγέ την άδεια να καταβώ'ς το ποτάμι.

Να κάμης τι;

— Διψώ.

Ο καπετάνιος με παρετήρησεν απορών. Τον εξέπληξεν άρά γε η αίτησίς μου,

ή η έκφρασις του προσώπου μου;

— Δεν είναι ακόμη ώρα, είπεν άνευ οργής. Πρόσμενε.

— Δεν ημπορώ να προσμείνω, απεκρίθην υψών την φωνήν.

Οι οφθαλμοί του γέροντος ήστραψαν. Ηγέρθη διά μιας και η δεξιά του

κατέπεσεν επί του εγχειριδίου εις την ζώνην του. Τι θα συνέβαινε τότε

δεν τολμώ ούτε να το φαντασθώ. Ήτο ωργισμένος εκείνος κ' εγώ ήμην έξω

φρενών. Αλλ' αίφνης η φυσιογνωμία του μετεβλήθη. Δεν έβλεπεν εμέ.

Υπεράνω της κεφαλής μου το βλέμμα του προσηλούτο εις τον ουρανόν, —

προσηλούτο μετά τόσης εντάσεως, ώστε απορών εστράφην κ' εγώ προς τα

οπίσω, ακολουθών διά των οφθαλμών την διεύθυνσιν του βλέμματος του

αρχηγού. Δεν έβλεπα τίποτε, εκτός του καθαρού ουρανού λαμβάνοντος προς

ανατολάς χρώμα ροδόχρουν, υπό τας ακτίνας του δύοντος ηλίου. Επί τέλους

μ' εφάνη ότι διέκρινα μακράν πτηνόν και γραμμήν υπ' αυτό κυματίζουσαν.

Ήτο όφις; ήτο ταινία; Έβλεπα μετά προσοχής προσπαθών να διακρίνω τι ήτο.

— Παιδιά, εφώναξε βροντωδώς ο αρχηγός. θέλω πέντε από σας να

συνοδεύσετε τον υπάσπιστήν κάτω εις το ποτάμι. Ποίος πηγαίνει;

Εστράφην έκθαμβος προς αυτόν. Είκοσι περίπου νέοι έδραμον εις την φωνήν

του εκ των βράχων, όπου εξηκολούθουν οι τουφεκισμοί και αι κραυγαί.

Μειδίαμα κρυπτόμενον υπό τον μύστακα του γέροντος εφαίδρυνε το πρόσωπόν

του.

— Μόνον πέντε είπε. Τραβήξετε τον κόμπον.

Και ενώ οι νέοι συνεμορφούντο με το πρόσταγμά του, ο αρχηγός με ωδήγει

πόθεν να καταβώμεν, πώς να καταλάβωμεν τον ποταμόν, πώς να κρυφθώμεν υπό

την προέχουσαν όχθην του, ταύτα δε πάντα άνευ της ελαχίστης μνείας της

προηγηθείσης μεταξύ μας σκηνής. Την είχεν άρά γε λησμονήσει τόσον

ταχέως; Δεν ηδυνάμην να εξηγήσω το πράγμα. Πώς παρήλθε διά μιας η δικαία

οργή του; Πώς μετέβαλε γνώμην και όχι μόνον απεδέχετο την άτοπον και

αυθάδη αίτησίν μου, αλλά συναπέστελλε μετ' εμού τους πέντε εκείνους,

εκθέτων αυτούς εις βέβαιον κίνδυνον, χάριν της ιδικής μου δίψης. Όλα

ταύτα ήρχοντο εις τον νουν μου, αλλά συγκεχυμένα. Ευρισκόμην εις είδος

παραζάλης, εκ της οποίας όμως ανένηψα βαθμηδόν ως αφυπνιζόμενος εκ της

ευθύνης, την οποίαν ανελάμβανα, και εκ του ενώπιον ημών κινδύνου. Ότε

μάλιστα είδα τον Μίρτον μεταξύ των κληρωθέντων πέντε, η διπλή αύτη

συναίσθησις της ευθύνης μου και του κινδύνου επλημμύρησε την ψυχήν μου.

Διά της φαντασίας επανείδα το μεταξύ των δύο οικίσκων διάστημα και τας

δύο συνεσφιγμένας μορφάς, κρυπτομένας όπισθεν του κορμού αναμέσον του

ελαιώνος. Με κατέλαβεν αόριστός τις επιθυμία να είπω τι, να επιφέρω

μεταβολήν τινα εις την σύνθεσιν του αποσπάσματος μου, αλλ' ο αρχηγός μάς

εφώναξεν «Ώρα καλή παιδιά», και ηρχίσαμεν την κατάβασιν.

Η κατάβασις ήρχισεν εκ της προς την θάλασσαν κλιτύος του βουνού, οπόθεν

εστράφημεν βαθμιαίως προς το μέρος της κοιλάδος. Εκεί, και μέχρι της

ρίζης του βουνού, τα πυκνά δένδρα μας έκρυπτον και δεν ήτο φόβος να μας

ανακαλύψη ο εχθρός. Αλλ' η κοιλάς ηπλούτο υπό τους πόδας μας γυμνή

δένδρων. Ο ποταμός έρρεεν εις το μέσον αυτής. Μέχρι της όχθης του το

διάστημα δεν ήτο πολύ, δεν υπερέβαινεν ίσως τα εκατόν μέτρα, αλλ' όσον

δρομαίως και αν το διηρχόμεθα, οι απέναντι εχθροί βεβαίως θα είχον τον

απαιτούμενον καιρόν διά να μας σημαδεύσουν τρέχοντας. Καθ' όσον

επλησιάζομεν καταβαίνοντες, η γυμνή κοιλάς μου εφαίνετο πλατυτέρα.

Υπελόγιζα την μέχρι της όχθης απόστασιν, την οποίαν έπρεπε να

διατρέξωμεν υπό τας σφαίρας του εχθρού, σκοπεύοντος εκ του υψώματος

άνωθέν μας, και εφανταζόμην ότι βλέπω την νέαν εκείνην, την σύντροφον

του Μίρτου, με την ποδιάν επί των οφθαλμών της, θρηνούσαν, απηλπισμένην.

Ω! ελησμόνησα τότε την δίψαν μου! Ήθελα διά παντός τρόπου να σώσω τον

Μίρτον. Ο κίνδυνος ήτο ίσως δι' όλους ημάς, αλλά δι' εκείνον και μόνον

εσκεπτόμην. Εφοβούμην δι' εκείνον. Ήθελα να τον εμποδίσω από του να με

ακολουθήση. Αλλά πώς; Να τον διατάξω να επιστρέψη οπίσω; Επί τίνι

προφάσει; Επροσπάθουν να εξεύρω τον τρόπον και δεν εύρισκα. Είχομεν

φθάσει υπό την σκέπην των τελευταίων δένδρων. Εκαθίσαμεν εκεί ν'

αναπαυθώμεν, ολίγον προτού διασχίσωμεν την κοιλάδα μέχρι του ποταμού.

Έδειξα εκείθεν εις τους συντρόφους μου το σημείον, όπου έπρεπε να

διευθυνθώμεν, — εκεί όπου η δεξιά όχθη υψουμένη εφαίνετο παρέχουσα ως

πρόχωμα δυνάμενον να μας προφυλάξη από τας εχθρικάς σφαίρας, αφού

πηδήσωμεν εντός της κοίτης. Αλλ' ο Μίρτος;... Μου ήλθε διά μιας ως

έμπνευσις.

— Μίρτε, και συ φίλε μου, είπα αποτεινόμενος συγχρόνως προς άλλον

ομήλικόν του, τον νεώτερον και των πέντε. Μείνατε σεις οι δύο εδώ και να

έλθετε εις το ποτάμι, όταν σας φωνάξω απ' εκεί.

Οι δύο νέοι αντήλλαξαν έν βλέμμα. Συνενοήθησαν άνευ λέξεων.

— Κύριε υπασπιστά, απεκρίθη ο Μίρτος, λαβών εκείνος τον λόγον. Δεν με

προσηγόρευσε με τόνομά μου καθώς πριν.

— Κύριε υπασπιστά, ο καπετάνιος μας διέταξε να σε ακολουθήσωμεν και οι

πέντε. Δεν μας είπε να μείνωμεν κρυμμένοι οι δύο και να σε ακολουθήσουν

μόνον οι τρεις.

Με απεστόμωσεν η απάντησίς του. Αλλ' επέμεινα έτι· ηγέρθην και τον

επλησίασα· ηγέρθησαν και οι πέντε συγχρόνως.

— Μίρτε μου, είπα θέσας την χείρα μου επί του ώμου του, άκουσέ με, διά

την αγάπην εκείνης που 'ξεύρεις.

Με εκύτταξεν ασκαρδαμυκτί, χωρίς να προφέρη λέξιν. Τι τον παρώργισεν; Η

ανακάλυψις ότι τους είχα ίδει το πρωί, ή η ανάμιξίς μου εις πράγματα

υπερβαίνοντα την δικαιοδοσίαν μου;

— Κύριε υπασπιστά, επανέλαβε ψυχρώς· εκείνη που 'ξεύρω δεν αγαπά τους

δειλούς.

Ενόησα ότι ήτο περιττόν να επιμείνω.

— Καλά, Μίρτε, είπα, και του έτεινα φιλικώς την χείρα. Ο Θεός μαζί σου!

— Ο Θεός με όλους μας, κυρ Γεωργάκη μου.

— Εμπρός παιδιά, ανέκραξα, και ηρχίσαμεν να τρέχωμεν.

Μου εφάνησαν αιώνες τα ολίγα εκείνα λεπτά, μέχρις ου φθάσω εις την

όχθην! Η εμφάνισίς μας εξέπληξε τους εχθρούς και επί τινας στιγμάς δεν

ηκούσθησαν τουφεκισμοί εκ του υψώματός των.

Διηγήματα(#33709) · 第 9 / 12 段