τον ένα οφθαλμόν διά να υποδείξη προς τίνα σκοπόν η ερώτησις.
— Θα του δώσω κάτι να πλύνη τα 'μάτια του. Αλλά πρέπει και να δουλεύη
με τα χέρια του.
— Αυτό του λέγω κ' εγώ, ιατρέ μου! Με τα χέρια σταυρωμένα και τα 'μάτια
κλειστά σκουριάζει ο νους του ανθρώπου. Του λέγω να πλέκη καλάθια.
— Σωστά σου λέγει η γερόντισσα και να την ακούης, είπεν ο ιατρός προς
τον τυφλόν.
Αλλ' εκείνος έσεισε την κεφαλήν, εν σιωπή. Δεν ηπατάτο ο δυστυχής ως
προς το μέλλον. Εγνώριζεν ότι δεν θα ίδη το φως ενόσω εισέτι έμενεν επί
της γης!
Ο ιατρός εκάθισε να γράψη την δήθεν συνταγήν, η δε Κυρά Λοξή εν τω
μεταξύ απέσυρεν εκ του κόλπου το μανδήλι της, έλυσε την άκραν του και
λαβούσα εκείθεν δύο αργυρά πεντόδραχμα τα απέθεσεν αθορύβως επί της
τραπέζης, ενώ ο ιατρός της έτεινε την συνταγήν.
— Τι είναι τούτο; ανεφώνησεν ο ιατρός. Πάρε τα οπίσω! Αυτήν την ώραν
δεν δέχομαι επισκέψεις, μόνον τους φίλους μου δέχομαι.
Λαβών δε εκ των επί της τραπέζης χρημάτων έν χρυσούν νόμισμα το
επρόσθεσεν εις τα δύο πεντόδραχμα, τα οποία επέστρεψεν εις την γραίαν.
— Διά τα καλάθια, εψιθύρισε δεικνύων τον τυφλόν.
— Μόνον αυτό δεν γίνεται, είπεν η Κυρά Λοξή. Όχι μόνον να μη παίρνης
αλλά και να δίδης!
Και ηρνήθη αποφασιστικώς την προσφοράν.
— Δεν μου το είπαν ψεύματα, εξηκολούθησεν, ότι είσαι καλός άνθρωπος.
— Συ είσαι καλή! Εγώ δεν επήγαινα και να εξοδευθώ και να θαλασσοπνιγώ
δι' ένα πού δεν τον έχω ούτε άνδρα, ούτε αδελφόν, ούτε αγαπητικόν.
— Αι, να σου το 'πώ, ιατρέ μου. Και έκρυψε διά της χειρός το μειδίαμά
της. — Δεν είναι ούτε άνδρας μου, ούτε αδελφός, ούτε αγαπητικός μου. Και
όμως,.. Πώς να σου το 'πώ; Ένα καιρόν ήτον αγαπητικός μου. Εκατάλαβες;
Εξ αιτίας μου, εξενιτεύθηκε όταν με 'πάνδρευσαν. Οι γονείς μου δεν τον
ήθελαν. Ήτον πτωχός. Αν μ' ερωτούσαν κ' εμένα τότε, θα τον επροτιμούσα
αυτόν που βλέπεις. Ήτον ωραίος νέος και καλός άνθρωπος και πιστός.
Πιστός, μου το απέδειξεν. Έμεινεν ελεύθερος. Έφυγε νέος και εγύρισε
γέρος και τυφλός. Κ' ενώ έλειπεν, εγώ έθαψα και τον άνδρα μου και όλα
μου τα παιδιά. Κ' ευρεθήκαμεν πάλιν, κ' οι δύο δυστυχισμένοι, κοντά ο
ένας 'ς τον άλλον. Αλλά τι τα θέλεις, η νεότης έφυγε και δεν
μεταγυρίζει. Εκατάλαβες, ιατρέ μου; Τώρα αν είμαι εγώ έρημη και μόνη,
αυτός δεν μου πταίει εμένα. Εγώ όμως έχω χρέος να μη τον αφήσω εκείνον
αβοήθητον 'ς τα μαύρα και τα σκοτεινά. Εκατάλαβες;
— Μαρία, Μαρία! εφώναξεν ο ιατρός προς την μαγείρισσαν, ανοίγων την
θύραν. Βάλε δύο πινάκια ακόμη 'ς το τραπέζι.
Και στρεφόμενος προς την Κυρά Λοξήν·
— Κυρά μου, είπεν, έλα, παρακαλώ, ν' ακούσω την ιστορίαν σου με την
ησυχίαν μου εις το πρόγευμα, διότι μου αρέσει.
— Καλέ, πώς γίνεται, ιατρέ μου; 'Σ το τραπέζι σου θα μας καθίσης!
— Γίνεται και καλογίνεται.
Η Κυρά Λοξή επέμενεν αρνούμενη, αλλ' ενθυμηθείσα την μαγείρισσαν δεν
ηδυνήθη να ανθέξη εις την ευχαρίστησιν του να την εκδικηθή καθημένη,
έστω και επί μίαν στιγμήν, εις την τράπεζαν του κυρίου της, ενώ εκείνη
ήθελε να της κλείση την θύραν του.
— Αφού το θέλεις, ιατρέ μου, μόνον ένα ποτήρι κρασί εις υγείαν σου και
φεύγομεν.
Και λαβούσα τον τυφλόν εκ της χειρός ηκολούθησε τον ιατρόν εις την
τραπεζαρίαν.
— Ελέησόν με ο Θεός... ήρχισεν ο τυφλός.
— Σιωπή Γιάννη! Να μη σακούση ο ιατρός!
Ο Γιάννης εσιώπησεν.
— Ο συνάδελφος μου, έλεγε καθ' εαυτόν ο ιατρός, θα νομίση ότι
περιποιούμαι την καλήν αυτήν γραίαν, διά να του προμηθεύσω ψήφους! θέλει
να γείνη βουλευτής! Ας γείνη να ιδή την γλύκαν.
— Αχ ιατρέ μου, είπεν η Κυρά Λοξή, ενώ ο ιατρός εγέμιζε τα ποτήρια. Ας
ήθελες να γείνης βουλευτής μας! Τον κόσμον θα έκαμνα άνω κάτω να μην
αποτύχης!
— Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Δεν το έχω σκοπόν. Αντί εμού, λάβε υπό την
προστασίαν σου τον συνάδελφόν μου εκεί κάτω, πού το νοστιμεύεται.
Και προσφέρων τα ποτήρια,
— Εις υγείαν σου, Κυρά Λοξή, και... εις του αγαπητικού σου!
— Εις υγείαν σου, ιατρέ μου.
ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ
Α'.
Παρήλθον έτη πολλά έκτοτε. Ήμην νεώτατος, πρώτον δε τότε εταξείδευα
μόνος. Μετέβαινα εις Γαλλίαν διά της Ιταλίας. Κατ' εκείνην την εποχήν τα
ταξείδια ήσαν δυσκολώτερα, δαπανηρότερα, ταυτοχρόνως δε και βραδύτερα ή
την σήμερον. Τα ατμόπλοια δεν διέσχιζον μετά της αυτής ταχύτητος την
θάλασσαν, ουδ' ήσαν πολυάριθμα ως τώρα, εστάθμευον δε εις πολλούς
λιμένας δίδοντα καιρόν εις τους επιβάτας προς επίσκεψιν των πόλεων
οπόθεν διήρχοντο, εάν (εννοείται) είχον διαβατήρια εν τάξει και
επετρέπετο η ελευθεροκοινωνία. Αλλ' ούτε σιδηρόδρομοι συνέδεον εισέτι
τας πόλεις της Ευρώπης, συντέμνοντες τας αποστάσεις. Διά ξηράς ως και
διά θαλάσσης ο περιηγητής μετεφέρετο άνευ βίας, του εδίδετο δε καιρός
διά να αναπνεύση, να αναπαυθή και να ικανοποιήση την περιέργειάν του.
Και μετά πόσης περιεργείας περιηγείται τις ότε, νέος έτι, βλέπει κατά
πρώτον νέον και άγνωστον κόσμον! Πώς τα πάντα τότε εξεγείρουν τον
θαυμασμόν και εξάπτουν την φαντασίαν! Ω, η νεότης! Πόσον καλλύνει τα
πάντα, ενόσω διαρκεί, και πόσον ταχέως παρέρχεται!
Μετά εικοσιτεσσάρων ωρών διαμονήν εις Νεάπολιν μετεβαίνομεν εις
Σιβιταβέκιαν. Αφού επεσκέφθην όσα πλειότερα ηδυνήθην εκ των αξιοθεάτων
της Νεαπόλεως, επέστρεψα εγκαίρως εις το ατμόπλοιον, προτού ανελκυσθή η
άγκυρα. Το κατάστρωμα ήτο πλήρες ανθρώπων. Μετά δυσκολίας ηδυνήθην ν'
ανεύρω μεταξύ του συνωθουμένου πλήθους τους παραμείναντας εκ των εξ
Ελλάδος συνταξειδιωτών μου. Το σημείον της αναχωρήσεως δεν είχεν εισέτι
δοθή, ώστε δεν ήτο εύκολον να διακρίνω τίνες εκ των πολλών θα προστεθούν
εις τους επιβάτας του ατμοπλοίου, και τίνες ήλθον προς αποχαιρετισμόν
των αναχωρούντων. Καθόσον όμως παρήρχετο η ώρα, οι εναγκαλισμοί, οι
αποχαιρετισμοί και αι βαθμιαίαι αποχωρήσεις ηραίωσαν την συρροήν
εκείνην. Οι πωληταί κοραλίων και κτενίων και καθισμάτων και κοσμημάτων,
τακτοποιούντες τα εμπορεύματά των, ήρχισαν ο είς μετά τον άλλον να
καταβαίνουν εις τας λέμβους, οι ναύται ετέθησαν εις κίνησιν ανασύροντες
σχοινία, κλείοντες τας ανοικτάς αποθήκας, εις δε την γενικήν ταραχήν
προσετέθη και ο συριγμός του ατμού, προαναγγέλλων τον προσεχή απόπλουν.
Εν τούτοις, άμα επιστρέψας εις το ατμόπλοιον, εν μέσω της επικρατούσης
εισέτι κινήσεως και συγχύσεως, παρετήρησα εις την ησυχωτέραν άκραν της
πρύμνης καθημένους τρεις, — δύο γυναίκας και ένα άνδρα, — οίτινες
εφαίνοντο καταλαβόντες προ ώρας ικανής την γωνίαν εκείνην του
καταστρώματος.
Εκ των δύο γυναικών η μεν, νέα, νεωτάτη, εξηπλωμένη επί μακρού ψαθίνου
καθίσματος, με προσκέφαλα υποστηρίζοντα το σώμα και την κεφαλήν της,
παρηκολούθει με βλέμμα μελαγχολικόν την επί του πλοίου ζωηρότητα. Η
άλλη, προβεβηκυία την ηλικίαν, εκάθητο όπισθεν της νέας επί του γύρω του
καταστρώματος ξυλίνου θρανίου. Επί δε σκαμνίου χαμηλού, γέρων έχων ύφος
αρχαίου στρατιωτικού, κρατών βιβλίον εις χείρας, αλλά μη αναγινώσκων,
επρόσεχε μετά στοργής εις πάσαν της νέας κινήσιν και ενίοτε απηύθυνε
προς αυτήν ταπεινή τη φωνή τον λόγον.
Προφανώς ήτο πατήρ συνοδεύων θυγατέρα πάσχουσαν, αντί δε μητρός την
περιέθαλπεν η γραία υπηρέτρια της.
Αι εντυπώσεις της νεότητος είνε αληθώς ανεξάλειπτοι. Μορφαί τινες μένουν
διά παντός χαραγμέναι εις την μνήμην, — συμβάντα προ ετών πολλών
διελιχθέντα ενώπιον των οφθαλμών μας διατηρούνται αείποτε ζώντα εις το
βάθος της φαντασίας και αναπηδούν αίφνης εκείθεν απρόκλητα, χωρίς να
γνωρίζωμεν το πώς και το διατί. Την νέαν εκείνην μόλις είδα, μόλις
ήκουσα την ασθενή φωνήν της, δεν γνωρίζω το όνομά της, αλλ' ούτε καν την
πατρίδα της, επί ώρας μόνον τινάς η παρουσία της επεσκίασε την ψυχήν
μου, και όμως ποτέ δεν την ελησμόνησα, ούτε ποτέ θα την λησμονήσω!
Ήτο ξανθή, πολύ ξανθή. Εφαίνετο εκ πρώτης όψεως ότι ήτο γέννημα της
Άρκτου. Εκ των μεταξύ των επιβατών γενομένου μετέπειπα λόγου περί αυτής,
εσχημάτισα την ιδέαν ότι ήτο Πολωνίς, αλλ' ουδεμίαν έχω βεβαιότητα περί
τούτου. Τα χαρακτηριστικά της ήσαν κανονικά, αλλ' ήτο ισχνή, ωχρά και
εξησθενημένη. Οι μεγάλοι γλαυκοί οφθαλμοί της εφαίνοντο μεγαλείτεροι έτι
ως εκ της ωχρότητος και της αδυναμίας της, το δε βλέμμα της ανεπαύετο
εις ό,τι ητένιζεν, ως απηυδημένον εκ λύπης αφάτου.
Άμα την είδα με συνεκίνησεν η θέα της. Μου ήλθον εις τον νουν όντα
αγαπητά, ανεπόλησα την οικογένειαν, την πατρίδα. Η ωχρά εκείνη θελκτική
μορφή ημαύρωσε διά μιας την φαιδρότητα των πρώτων εντυπώσεων της
ξενιτείας. Το θλιβερόν της βλέμμα επλημμύρησε θλίψεως την ψυχήν μου.
Εκάθησα επί του απέναντι θρανίου, παρά την πρύμνην, οπίσω οπίσω, ώστε να
μη με παρατηρήση ούτε εκείνη ούτε ο πατήρ της, και δεν έβλεπα ούτε
επρόσεχα εις άλλο ουδέν.
Ο ιατρός του ατμοπλοίου διέκοψε την προσήλωσίν μου δι ευθύμου
προσαγορεύσεως, ερωτών πώς διεσκέδασα εις Νεάπολιν. Ήτο αγαθώτατος
άνθρωπος, αγαπών τους αστεϊσμούς και συντελών διά της ζωηρότητός του εις
την επίσπευσιν της μεταξύ των συνεπιβατών του ενάρξεως φιλικών σχέσεων.
Με είχε λάβει υπό την προστασίαν του ευθύς εξ αρχής και με μετεχειρίζετο
ως αρχαίος οικογενειακός φίλος. Ήτα πεντηκοντούτης περίπου, κατ' εκείνην
δε την περίοδον της ζωής μου εθεώρουν τους πεντηκοντούτεις ως γέροντας·
αλλ' η ευθυμία του δεν επέβαλεν όσον σέβας προϋπέθετεν η μεταξύ μας
διαφορά ηλικίας. Απ' εναντίας είχομεν γίνει εντός ολίγου φίλοι, ως
συνομήλικοι.
Ο ιατρός εκάθισε πλησίον μου προς εξακολούθησιν της συνδιαλέξεως και
είδε τότε κατά πρώτον τους αντικρύ μου καθημένους ξένους. Η θέα της
ασθενούς είλκυσε την προσοχήν του. Την έβλεπεν επί ώραν σιωπών. Η
ευτραπελία του διεκόπη.
— Τι πάσχει άρά γε; ηρώτησα.
— Δεν την βλέπεις; Φθισική η δυστυχής!
Και εγερθείς επλησίασε και απέτεινε τον λόγον προς τον γέροντα, μετ'
ολίγον δε λαβών σκαμνίον εκάθισεν εκεί και μου απέκρυψε με τα ευρέα νώτα
του την κεφαλήν της πασχούσης.
Φθισική! Εγνώριζα τι σημαίνει φθίσις. Ενθυμήθην αμέσως ένα διδάσκαλον
του σχολείου μου, νέον ισχνόν, ωχρόν, με κηλίδας ερυθήματος επί των
κοίλων παρειών του, μετά κόπου ερχόμενον εις το μάθημα, παραδίδοντα μετά
κόπου, και συχνάκις διακοπτόμενον διά να βήξη. Έπειτα ο διδάσκαλος δεν
ήρχετο, τα μαθήματα έπαυσαν, εμάθομεν ότι ήτο κλινήρης, και μετ' ολίγας
εβδομάδας οι μαθηταί του ηκολουθήσαμεν την κηδείαν του. Δεν είχα εισέτι
ίδει άλλο θύμα της φθίσεως, αλλ' εγνώριζα ότι οι φθισικοί αποθνήσκουν,
και με τους οφθαλμούς προσηλωμένους εις τα νώτα του ιατρού επανέβλεπα
διά της φαντασίας την νεκρώσιμον εκείνην συνοδίαν, και τον διδάσκαλόν
μου φερόμενον υπό τεσσάρων εκ των μεγαλειτέρων μαθητών εντός του
ανθοσκεπούς νεκροκραββάτου του.
Εντούτοις η άγκυρα ανειλκύσθη, οι τροχοί περιεστράφησαν πλήττοντες
παταγωδώς την θάλασσαν και ήρχισε το ατμόπλοιον να κινήται. Ηγέρθην τότε
και στηριχθείς επί της όπισθεν του πηδαλίου σπείρας σχοινίων, έβλεπα την
ωραίαν πόλιν εκ της οποίας απεμακρυνόμεθα. Η απέραντος έκτασις αιγιαλού,
την οποίαν καλύπτει διά των οικιών, των παλατίων και των εκκλησιών της,
απήστραπτεν υπό τας ακτίνας του ηλίου, κλίνοντος προς την δύσιν του. Η
χλοερά πέριξ ζώνη των καταφύτων λόφων επηύξανε διά της αντιθέσεως του
πρασίνου της χρώματος την λαμπρότητα των πυκνών οικοδομών. Δεξιόθεν της
πόλεως ο Βεσούβιος, ανυψών αγερώχως τα τραχέα στέρνα, εμαύριζεν άνωθεν
του τον κυανούν ουρανόν, επεκτείνων εις νέφος την στήλην των αενάων
καπνών του.
Ότε το ατμόπλοιον εξήλθε του λιμένος και ήρχισε να γίνηται επαισθητή η
δρόσος της θαλάσσης, η γραία υπηρέτρια επρόσθεσε μετά θωπευτικής
φροντίδος σκεπάσματα εις τους πόδας και τα νώτα της εξηπλωμένης νέας. Ο
καιρός ήτο ωραίος. Αληθώς προς δυσμάς το ζοφερόν του ορίζοντος δεν
εφαίνετο προαναγγέλλον εξακολούθησιν της γαλήνης, αλλ' η απειλή την
οποίαν τα νέφη εκείνα υπέκρυπτον ήτο εισέτι μακράν, το δε ατμόπλοιον
διέσχιζε θάλασσαν ακύμαντον, μόλις ρυτιδουμένην από την πνοήν ελαφρού
αέρος. Μόνοι οι δύο τροχοί, ταράσσοντες τα νερά, εχάρασσον όπισθεν ημών
το πέλαγος διά διπλής γραμμής κλιμακωτού αφρού.
Ω! πώς επεθύμουν να πλησιάσω προς την πάσχουσαν, ν' αποτείνω προς αυτήν
ολίγας λέξεις συμπαθείας, να σύρω το σκέπασμα επί της άκρας του μικρού
ποδός, τον οποίον έβλεπα μακρόθεν ασκεπή, να υψώσω το προσκέφαλόν της
ότε έστρεφε το βλέμμα προς την απέχουσαν ήδη ξηράν και προς την κορυφήν
του καπνίζοντος ηφαιστείου! Ήτο κενόν πλησίον της το σκαμνίον επί του
οποίου εκάθητο προ ολίγου ο ιατρός, αλλά δεν ετόλμων να πλησιάσω.
Η ώρα βαθμηδόν παρήρχετο, ο ήλιος επλησίαζε προς την δύσιν του και ο αήρ
εγίνετο δροσερώτερος. Η υπηρέτρια εγερθείσα έκυψε προς την νέαν και
εψιθύρισε λέξεις τινάς με ταπεινήν ένδειξιν τρυφερότητος. Εκείνη έστρεψε
βραδέως προς την γραίαν τους οφθαλμούς. Δεν ωμίλησε, αλλά το βλέμμα της
έλεγεν: Ω, άφες με! θέλω να ίδω ακόμη την θάλασσαν και τον ουρανόν και
τον δίσκον του δύοντος ηλίου!
— Αλλ' ο γέρων έθεσε περιπαθώς την χείρα επί της χειρός της και ελάλησε
προς αυτήν, και ήτο ικετευτικός της φωνής του ο τόνος.
Η νέα ανέκυψε και επροσπάθησε να εγερθή, αλλά δεν ηδύνατο να κινηθή
μόνη. Ο γέρων και η υπηρέτρια την υπεστήριξαν εκατέρωθεν και εβοήθησαν
τα βραδέα επί του καταστρώματος βήματά της.
Ενώ ηγείρετο, έπεσεν εκ του φορέματός της απαρατήρητον το χειρόκτιόν
της. Α! Διατί δεν το εκράτησα! Έκυψα και το επήρα, προχωρήσας δε το
έδωκα εις την υπηρέτριαν. Η ασθενής με είδε και κλίνασα επιχαρίτως την
κεφαλήν, με γλυκύ μειδίαμα εις τα κάτωχρα χείλη, επρόφερεν ιταλιστί έν
ευγενές Ευχαριστώ, και ήρχισε πάλιν να βήχη.
Ο κόπος με τον οποίον έκαμε τα ολίγα εκείνα βήματα, κρεμαμένη σχεδόν από
τον βραχίονα του πατρός της, ο ξηρός και υπόκωφος εκείνος βηξ,
εμαρτύρουν, περισσότερον και από την ωχρότητά της, τον βαθμόν της
εξασθενήσεώς της. Ήτα προωδευμένη, πολύ προωδευμένη η νόσος. Εις μάτην
από την βόρειον πατρίδα των την έφερεν ο δυστυχής πατήρ προς ανάκτησιν
ζωής υπό τον ήλιον της μεσημβρίας. Η ζωή κατέλειπε βαθμηδόν το εύχαρι
σώμα της. Αλλά διατί ανεχώρουν εκ Νεαπόλεως διευθυνόμενοι προς άρκτον;
Μη ο γέρων απελπισθείς ήθελε να επαναφέρη την θυγατέρα εισέτι ζώσαν εις
τας αγκάλας μητρός, περιμενούσης εναγωνίως να την επανίδη; Ή μη επεθύμει
να ίδη την θυγατέρα του αποθνήσκουσαν εκεί όπου η μήτηρ της απέθανε, και
να την ενταφιάση πλησίον της συζύγου του, εις τον τάφον εντός του οποίου
ήθελε και αυτός να αναπαυθή;
Β'.
Ο ήλιος επί τέλους έδυσε διασχίζων με τας τελευταίας του ακτίνας τα επί
μάλλον και μάλλον πυκνούμενα νέφη, η δε αύρα, ήτις μέχρι προ ολίγου μας
εδρόσιζε, μετεβάλλετο ήδη εις πνοάς διακεκομμένας ανέμου βιαίου. Η
εσπέρα προσελάμβανεν όψιν αγρίαν. Θα χοροπηδήσωμεν απόψε, έλεγον οι
ναύται αναμεταξύ των, επεκύρουν δε την πρόρρησιν αι ποικίλαι επί του
πλοίου προετοιμασίαι του πληρώματος, και κάτω εις την αίθουσαν αι των
υπηρετών, εξασφαλιζόντων διά σχοινίων τα κινητά σκεύη και έπιπλα.
Έμενα επί του καταστρώματος βλέπων το πυκνούμενον σκότος της νυκτός και
την επερχομένην τρικυμίαν. Ο αυξάνων πάταγος των θραυομένων κυμάτων, ο
επιτεινόμενος συριγμός του ανέμου, δεν απέσπων τας σκέψεις μου από την
άγνωστον νέαν. Πώς είναι άρά γε; Υποφέρει; θα δυνηθή ν' ανθέξη εις τας
δονήσεις του σκάφους, όταν ο σάλος του δεινωθή υπό την βίαν της
προσεγγιζούσης καταιγίδος;
Οι επιβάται όλοι απεσύρθησαν ο είς μετά τον άλλον εις τους κοιτωνίσκους
των. Εκτός των βαρέων υποδημάτων των ναυτών επί των σανίδων του πλοίου,
άλλος ανθρώπινος κρότος δεν ηκούετο εν μέσω της βοής του ανέμου και της
θαλάσσης. Ήτο ζοφερά η νυξ. Τα νέφη εκάλυψαν ολόκληρον τον ουρανόν.
Άστρον δεν εφαίνετο. Μόνος ο φωσφορώδης αφρός των εξηγριωμένων κυμάτων
απήστραπτεν εντός του σκότους. Και ηύξανεν η ορμή του ανέμου, το δε
πλοίον εσείετο επί μάλλον και μάλλον, και εκυλίετο ένθεν κακείθεν, και
επήδα υψούμενον και καταπίπτον.
Στυλωμένος παρά την είσοδον της αιθούσης, προφυλαττόμενος όσω ηδυνάμην
από την πνοήν του ανέμου και από τους αφρούς των κυμάτων, ανά πάντα
βίαιον του πλοίου κλονισμόν εσκεπτόμην πώς η εξηντλημένη νέα θα δυνηθή
διά των ασθενών χειρών να στερεώση το ελαφρόν σώμα εντός της σαλευομένης
κλίνης της, εσκεπτόμην πώς θα διέλθη τας μακράς ώρας της αγρίας νυκτός,
και ανεμιγνύετο εις τας σκέψεις μου η θλιβερά ανάμνησις της εκφοράς του
νεκρού διδασκάλου μου.
Επί τέλους τα κύματα πηδώντα υπεράνω του πλοίου με ηνάγκασαν να καταβώ
εις την αίθουσαν. Ο μόνος λύχνος όστις την εφώτιζεν, εκκρεμής αναμέσον
των εκατέρωθεν κυλινδουμένων πλευρών του σκάφους, εδείκνυε μέχρι τίνος
βαθμού είχε δεινωθή ο σάλος. Αι θύραι των κοιτωνίσκων γύρω ήσαν
κλεισταί, γόοι δε και οιμωγαί αντήχουν εκ τινων εξ αυτών. Δεν απεφάσιζα
να εισέλθω εις τον ιδικόν μου, ιδών ότι εις Νεάπολιν απέκτησα ως
σύνοικον Ιταλόν ευτραφή, μετά του οποίου δεν επεθύμουν να συνάψω
γνωριμίαν υπό τοιαύτας περιστάσεις. Εκάθισα επί του κύκλω της τραπέζης
θρανίου, εστήριξα τους βραχίονας επί της τραπέζης, επί δε των βραχιόνων
την κεφαλήν, και ησθάνθην τον ύπνον καταβαίνοντα εις τα βεβαρημένα
βλέφαρά μου.
Δεν γνωρίζω εάν εκοιμώμην ή ήμην έξυπνος, ότε ήκουσα αίφνης την θύραν
του αντικρύ μου κοιτωνίσκου ανοιγομένην. Ήγειρα την κεφαλήν. Ο πατήρ της
νέας, ανασύρων το όπισθεν της θύρας ερυθρόν παραπέτασμα, πελιδνός,
έντρομος, έστρεφε τα βλέμματα προς το δωμάτιον της υπηρεσίας.
— Ημπορώ να σας χρησιμεύσω; ηρώτησα. Τι θέλετε;
— Τον ιατρόν!... Η κόρη μου...
Ανέβην δρομαίος εις το κατάστρωμα. Του ιατρού το δωμάτιον έκειτο πλησίον
της μηχανής. Ο άνεμος έπνεε φοβερός, ο αφρός των κυμάτων κατέπιπτεν ως
ραγδαία βροχή, μετά κόπου ηδυνήθην να φθάσω μέχρι της θύρας του ιατρού.
Την έκρουσα επανειλημμένως, μέχρις ου επί τέλους ηκούσθη η φωνή του.
— Ποίος είναι;
— Μία ασθενής σε ζητεί.
— Α! Γνωρίζω ποία! Έλα μέσα.
Και ήνοιξε την θύραν. Δεν είχεν εκδυθή. Εφόρεσεν εν βία τον επενδύτην
του, έλαβεν εκ του γραφείου του κιβώτιον περιέχον φάρμακα και εξήλθομεν
του δωματίου. Τον συνώδευσα μέχρι της θύρας του κοιτωνίσκου. Ο γέρων
ήνοιξεν άμα μας ήκουσεν, ήρπασεν εκ της χειρός τον ιατρόν, τον έσυρεν
εντός του δωματίου και έκλεισε την θύραν.
Εκάθισα εκεί και επερίμενα. Επερίμενα επί ώραν πολλήν. Το σκάφος
εκυλίετο αδιακόπως. Έτριζον τα ξύλα του, η θάλασσα εβρόντα θραυομένη επί
των πλευρών του, αναμέσον δε της αγρίας βοής ηκούετο ο τακτικός κτύπος
της μηχανής, παλαιούσης με τα στοιχεία. Αλλ' ουδέν ήκουα εκ των παρά την
πάσχουσαν γινομένων.
— Τι έπαθεν άρά γε; τι έπαθε; Και έσφιγγα εναγωνίως τας χείρας.
Διατί συνεκεντρούτο τόσον εις αυτήν ολόκληρος η ψυχή μου; Διατί μου
έπνιγε τον λαιμόν η πλημμύρα της λύπης; Τι κοινόν μεταξύ εκείνης κ'
εμού; Διατί τα θολά βλέμματά μου προσηλούντο εις μόνην της ωχράς της
μορφής την απούσαν εικόνα;
Ω! πώς ηυχόμην να κοπάση η τρικυμία! Ησθανόμην ότι χάριν της θα έδιδα
κατ' εκείνην την στιγμήν το παν διά να επέλθη η γαλήνη. Αλλ'
εξηκολούθουν τα κύματα πλήττοντα μανιωδώς το σκάφος και δεν εμετριάζετο
ο σάλος.
Και παρήρχετο η ώρα χωρίς να γνωρίζω τι γίνεται όπισθεν του ξυλίνου
διαφράγματος, το οποίον με εχώριζεν από την κοίτην της, χωρίς ν' ακούω
ουδεμίαν εκείθεν φωνήν, ουδένα ήχον. Ούτε καν τον ασθενή της βήχα ήκουα.
Και έτεινα τα ώτα με την ελπίδα ίσως τον ακούσω.
Ήτο γενική η σιωπή εντός της αιθούσης. Ουδέν ηκούετο και εκ των λοιπών
γύρω κοιτωνίσκων. Ησύχαζον ή εκοιμώντο οι επιβάται. Μόνον εκεί, αντικρύ
μου, εγνώριζα ότι ούτε ησυχία ούτε ύπνος υπάρχει, και όμως βαθεία κ'
εκεί σιωπή.
Επί τέλους η θύρα ηνοίχθη. Ηνοίχθη, και είδα την γραίαν υπηρέτριαν, με
τα δάκρυα ρέοντα εις τας παρειάς της, ανασύρουσαν το ερυθρόν
παραπέτασμα, και τον ιατρόν με τας οφρύς συνεσταλμένας, με το πρόσωπον
κατηφές εξερχόμενον του δωματίου.
Δεν απηύθυνα ερώτησίν, δεν επρόφερα λέξιν. Ενόησα ότι επήλθε το τέλος!
— Τι μένεις εδώ; μου είπεν ησύχως ο ιατρός. Έλα μαζή μου. Και με έσυρεν
εις το δωμάτιόν του.
Περί μεσημβρίαν ελλιμενίσθημεν εις Σιβιταβέκιαν. Δεν απεβιβάσθην εκεί.
Έμεινα εντός του πλοίου.
Προς το εσπέρας ο γέρων κρατών εις την αγκάλην το πτώμα της θυγατρός
του, ως μήτηρ φέρουσα βρέφος κοιμώμενον, κατέβη την κλίμακα του
ατμοπλοίου. Πέπλος λευκός εκάλυπτε την νεκράν από κεφαλής μέχρι ποδών. Ο
γέρων δεν έκλαιεν, αλλ' η έκφρασις του προσώπου του εμαρτύρει άλγος
βαθύτερον ή όσα δάκρυα ηδύνατο να χύση. Ο ιατρός και η υπηρέτρια, ησύχως
θρηνούσα, τον συνώδευον.
Οι επί του καταστρώματος ολίγοι θεαταί της σπαραξικαρδίου εκφοράς,
ηκολουθήσαμεν διά των οφθαλμών την νεκροφόρον λέμβον, μέχρις ου την
απέκρυψαν παρά την προκυμαίαν τα άλλα εντός του λιμένος πλοία.
ΔΙΑΤΙ ΕΜΕΙΝΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Είχα φθάσει την νύκτα εις Κρήτην.
Προ δύο ήδη ετών είχα τελειώσει τας σπουδάς μου εις το Πανεπιστήμιον και
προ μηνών τινων είχα αρχίσει την εξάσκησιν του δικηγορικού επαγγέλματος.
Είπα ε ξ ά σ κ η σ ιν, αλλά το αληθές είναι ότι η σπάνις πελατών δεν
μου παρείχε πολλάς αφορμάς προς επίδειξιν της νομομαθείας μου, η δ'
έλλειψις εργασίας δεν συνετέλει εις αύξησιν του μετρίου ανέκαθεν
ενθουσιασμού μου διά την νομικήν επιστήμην. Έγεινα νομικός όχι εκ
κλίσεως, αλλά κατά καθήκον, χαριζόμενος εις τους γονείς μου. Η κλίσις
μου παιδιόθεν ήτο διά το στρατιωτικόν στάδιον· την ανέπτυξε δ' έτι
μάλλον μετέπειτα ο σχηματισμός της Πανεπιστημιακής φάλαγγος κατά την
μεταπολίτευσιν του 1862, — την ε θ ν ο σ ω τ ή ρ ι ο ν μεταπολίτευσιν,
ως την είχον βαπτίσει οι τότε δημαγωγοί μας. Ένεκα της φάλαγγος
παρημελήθησαν τα μαθήματα και παρετάθη κατά δύο ολόκληρα έτη η φοίτησίς
μου εις το Πανεπιστήμιον· αλλ' όμως εν τω μεταξύ έλαβα την ικανοποίησιν
του να προαχθώ μέχρι του βαθμού του ανθυπολοχαγού, η δε στολή μου, την
οποίαν ευλαβώς διετήρησα έκτοτε, εκέντα την νεανικήν μου φιλοτιμίαν
περισσότερον του δυσκόλως αποκτηθέντος διδακτορικού διπλώματος.
Δεν με παρώρμησε μόνη η στολή μου εις το να μεταβώ όπου ηγωνίζοντο οι
αδελφοί μας. Δεν διατείνομαι ότι ήμην απηλλαγμένος πάσης ματαιότητος,
αλλ' ελπίζω ότι δεν ήμην χειρότερος των πολλών ομηλίκων μου, όσων τότε
ηλέκτρισε τας ψυχάς η εξέγερσις της πολυπαθούς νήσου. Πόσοι, και χωρίς
να έχουν προηγούμενα φαλαγγιτικά, έδραμον εκεί, και πόσοι διά του
αίματός των εμαρτύρησαν την αγνότητα του ενθουσιασμού των! Οπωσδήποτε,
ομολογώ ότι μ' επηρέασεν η συναίσθησις ότι ήμην αξιωματικός. Εφανταζόμην
ότι ηδυνάμην, ως τοιούτος, να φανώ χρησιμώτερος. Άλλως ήμην υγιής,
άρτιος, εύρωστος· συνηθίσας δε παιδιόθεν να περιφέρωμαι ως κυνηγός εις
τα βουνά της Αττικής, ενόμιζα ότι ήμην αρκούντως προητοιμασμένος διά ν'
ανθέξω εις τους κόπους του εκεί βουνοπολέμου. Μόνη η προσδοκία της
κακοπαθείας των νυκτών με ανησύχει ολίγον, αλλά διά να σκληραγωγηθώ εκ
προοιμίων δεν εκοιμήθην εις την κλίνην μου επί τρεις εβδομάδας προ της
αναχωρήσεώς μου. Κατεκλινόμην είτε επί των σανίδων του δωματίου, είτε
επί των πλακών της υπαίθρου αυλής. Το πράγμα κατ' αρχάς δεν ήτο
ευχάριστον, βαθμηδόν όμως συνείθισα και ότε, επί τέλους, επεβιβάσθην εις
το μικρόν μεγαλώνυμον ατμόπλοιον, το δοξασθέν κατ' εκείνην την εποχήν
«Πανελλήνιον», εθεώρουν εμαυτόν ικανόν προς πάσαν ανδραγαθίαν.
Το ιστορικόν σκάφος μας έφερεν εις τα βάθη σκοτεινής νυκτός εντός
ορμίσκου, παρά τα μεσημβρινοδυτικά παράλια της νήσου. Το πρωί, υπό την
οδηγίαν των ενόπλων νησιωτών, οι οποίοι μας επερίμενον και μας
υπεδέχθησαν αποβιβασθέντας, ανέβημεν εις κώμην κειμένην υψηλά επί του
βουνού. Εκεί ευρίσκετο σώμα επαναστατών υπό την αρχηγίαν ακριβώς του
οπλαρχηγού, προς τον οποίον έφερα συστατικήν του θείου μου. Ήτο αρχαίος
φίλος του ο θείος μου, φαίνεται δε ότι ήσαν ένθερμοι αι υπέρ εμού
συστάσεις. Προτού ν' ανοίξη την σφραγισμένην επιστολήν ο καπετάνιος,
(αποσιωπώ το πασίγνωστον άλλως όνομά του), έρριψεν επί της στολής μου
βλέμμα λοξόν υπό τας δασείας οφρείς του. Δεν είπε λέξιν, αλλ' όμως μ'
ετάραξε το βλέμμα εκείνο, — ίσως διότι επεξήγουν την σημασίαν του τα
εκφραστικώτερα βλέμματα των περί εμέ οπλιτών. Τα ενδύματά των ουδέν
είχον το κοινόν προς την λαμπρότητα της περιβολής μου.
Παρετήρουν τον αρχηγόν ενώ ανεγίνωσκε την επιστολήν.
Κανέν διακριτικόν σημείον δεν τον εξεχώριζεν από τα παλληκάρια του. Ως
εκείνοι, εφόρει και αυτός την ζωγραφικήν εγχώριον ενδυμασίαν, ήτις ούτε
νέα ήτο, ούτε υπερμέτρως καθαρά, ενώ η στίλβουσα στολή μου....
Εν τούτοις ανεγίνωσκεν ο καπετάνιος την επιστολήν, όλοι δε γύρω ίσταντο
σιωπώντες. Η στάσις των αυτή και μόνη και η σιωπή των εμαρτύρουν το
σέβας και την υποταγήν των προς τον αρχηγόν. Ήτο μεγαλόσωμος, νευρώδης
και εύκαμπτος. Ο λευκός του μύσταξ και αι ρυτίδες του ηλιοκαούς μετώπου
του ήσαν ενδείξεις τραναί της προβεβηκυίας ηλικίας του, αλλά το
παράστημα και αι κινήσεις του ήσαν ανδρός νέου έτι και ακμαίου. Οι
ζωηροί οφθαλμοί του έλαμπον υπό τας ψαράς οφρύς του. Επερίμενα με
αίσθημα όχι ανόμοιον φόβου την στιγμήν, ότε ήθελε και πάλιν στυλώσει το
βλέμμα του επ' εμού, μετά την ανάγνωσιν της επιστολής.
Την ανέγνωσεν επί τέλους και έστρεψε προς εμέ το βλέμμα, αλλά βλέμμα
ήρεμον και φιλικόν, με μειδίαμα εις τα χείλη.