— Επί τέλους και μετά πολλά έπεισα και τον Χρήστον και τους — ή μάλλον

τας — περί αυτόν, και απεφασίσθη να υπάγη εις Αθήνας. Ήθελε ν' αναχωρήση

την επαύριον. Επέμεινα και επί τέλους κατώρθωσα να φύγη αμέσως,

υποσχεθείς να τον συνοδεύσω. Ανέβημεν εις τα ζώα μας και εξεκινήσαμεν.

Αι γειτόνισσαι μας έδιδον ευχάς εν αφθονία, χωρίς όμως να φαίνωνται

πεπεισμέναι ότι το νοσοκομείον θ' αντικαταστήση του λυσσοχόρτου την

έλλειψιν. Εφθάσαμεν εις Αθήνας πολύ αργά· αφήκα τον Χρήστον εις το

νοσοκομείον και επέστρεψα νύκτα βαθείαν εις το κελλίον μου.

Ταύτα συνέβησαν, καθώς σας είπα, την Δευτέραν. Την Πέμπτην ο Χρήστος

επέστρεψεν. Υπέφερεν ακόμη από της καυτηριάσεως τους πόνους, αλλά κατά

τα άλλα εφαίνετο καλώς έχων. Μετ' ολίγας ημέρας αι πληγαί του ουλώθησαν

εντελώς. Αλλ' οι χωρικοί δεν είχον εμπιστοσύνην εις την θεραπείαν του

νοσοκομείου. Η υποψία των δεν προήρχετο εκ του ότι εβράδυνεν η

καυτηρίασις, αλλ' εκ του ότι έλειψε το λυσσόχορτον. Πώς ήτο δυνατόν να

προληφθή η λύσσα χωρίς λυσσόχορτον; Όπου λοιπόν εφαίνετο ο Χρήστος,

εξεδηλούτο γύρω του μυστηριώδης φόβος. Αι μητέρες εφρόντιζον αμέσως να

συμμαζεύσουν τα τέκνα των διά να μη ευρίσκωνται πλησίον του. Οι άνδρες

εφέροντο περιποιητικώς ως αν να επροφυλάττοντο μη τυχόν λάβη αφορμήν να

θυμώση. Εν ενί λόγω, το χωρίον όλον ήτο εις προσοχήν. Συνεμερίζετο άρά

γε και αυτός τους φόβους των συγχωρικών του περί της θεραπείας του; Η

συστολή με την οποίαν απεκρίνετο, οπόταν συνέβαινε να τον συναντήσω, το

λοξόν βλέμμα με το οποίον εκύτταζε τους διαβαίνοντας, ενώ συνωμίλουν

μετ' αυτού, ταύτα και άλλα εμαρτύρουν ότι ο δυστυχής είχε τας υποψίας

του. Τον ελυπούμην κατάκαρδα. Φαντασθήτε, φίλοι μου, οποία βάσανος,

οποία αγωνία να φοβήται τις ότι κρύπτει εντός αυτού τοιαύτην ασθένειαν

και να περιμένη από ημέρας εις ημέραν την έκρηξίν της!

— Το χειρότερον είναι, υπέλαβεν ο γαμβρός μου, ότι ο τοιούτος φόβος

υποτρέφει την ασθένειαν. Ανεγίνωσκα εσχάτως τοιούτον τι εις

επιστημονικόν περιοδικόν. Ο φόβος όστις κατακυριεύει πολλούς, όταν τους

δαγκάση σκύλος, φόβος τον οποίον κρύπτουν, είτε από εντροπήν είτε διά να

μη τον μεταδώσουν εις τους συγγενείς των, αποτελεί αυτός καθ' εαυτόν

ασθένειαν. Η δε τοιαύτη παθολογική κατάστασις επιβαρύνει τας συνεπείας

της πληγής και της καυτηριάσεως. Ταύτα και μόνα δύνανται να προξενήσουν

τέτανον. Η δε υδροφοβία και ο τέτανος ομοιάζουν εις πολλά. Αυτά λέγουν

οι ιατροί. Προς τι όμως μας τα λέγουν, ενόσω δεν μας διδάσκουν και το

μυστικόν, πώς να κυριεύωμεν και να εκριζώνωμεν τους μυστικούς φόβους

μας; Εδώ τους θέλω! Αλλά με συγχωρείτε, πάτερ, σας διέκοψα.

— Χωρίς ν' αναγνώσω τι περί τούτου, μου ήρχοντο υποψίαι τοιαύται,

επανέλαβεν ο ιερεύς. Εν τούτοις αι εβδομάδες παρήρχοντο και ήρχιζαν οι

χωρικοί να λησμονούν την ιστορίαν αυτήν, ή τουλάχιστον να μη ομιλούν

περί αυτής, ότε, περί τα τέλη του Σεπτεμβρίου, έρχεται μίαν αυγήν ο

πατήρ του Χρήστου και μου λέγει ότι ο υιός του δεν είναι καλά.

— Τι έχει; — Δεν ηξεύρω. Έχει θέρμην δεν έχει όρεξιν.

Υπήγα αμέσως να τον ίδω. Τον ηύρα εξηπλωμένον κατά γης εις την κάππαν

του επάνω, Ήτο ήσυχος, αλλ' ωχρός και φοβισμένος. Μου είπεν ότι δεν

ημπορεί να πάρη την αναπνοήν του, ότι του έρχεται κάποτε ωσάν πνίξιμον

εις τον λαιμόν, ότι στενοχωρείται υπερβολικά. Του έδωκα ολίγον γάλα και

τον παρεκίνησα να το πίη. Ανεσηκώθη, επήρε το αγγείον από τας χείρας μου

και ητοιμάσθη να το γευθή. Αλλ' άμα το επλησίασεν εις τα χείλη του,

κατελήφθη υπό ρίγους και αηδίας. Μόλις επρόφθασα να πάρω οπίσω το

αγγείον. Τον κατέλαβον σπασμοί φοβεροί. Ενόμιζα ότι τελειώνει. Μετ'

ολίγον συνήλθεν.

— Αχ, είπεν, ο γέρος μου τα πταίει. Αν εφρόντιζε να μου φέρη το

λυσσόχορτον, δεν θ' απέθνησκα λυσσασμένος!

Επροσπάθησα να τον πείσω ότι η ασθένειά του ήτο απλή του στομάχου

ταραχή, είπα όσα ηδυνάμην χωρίς δυστυχώς να τα πιστεύω, και τον αφήκα

υποσχεθείς να τον επισκεφθώ πάλιν το εσπέρας, διότι είχα την ημέραν

εκείνην να τελέσω γάμον εις το πλέον απόκεντρον χωρίον της περιφερείας

μου. Τοιαύτη η ζωή του ιερέως: Από την λύπην εις την χαράν, από τα

στεφανώματα εις την κηδείαν. Ας είναι!

Το εσπέρας, πριν έτι εισέλθω εις το χωρίον, έμαθα ότι ο Χρήστος ήτο

μανιώδης. Ο πατήρ του μ' επερίμενεν εις το κελλίον μου. Ήθελε την

βοήθειάν μου διά να μεταφέρωμεν τον πάσχοντα εις άλλο οίκημα ισόγειον.

Το απήτουν οι γείτονες. Εφοβούντο μη εξέλθη εις τους δρόμους και αρχίση

να δαγκάνη δεξιά και αριστερά. Εις το ανώγαιον όπου ευρίσκετο δεν ήτο

δυνατόν να εμποδισθή, εάν ήθελε να εξέλθη. Ηδύνατο να πηδήση από τα

παράθυρα. Τον ήθελαν εις το ισόγειον διά να τον φρουρήσουν ευκολώτερον.

Οι χωρικοί ήσαν φοβισμένοι, ο δε φόβος είναι άγριος και σκληρός, και

ενόησα ότι, εάν ο δυστυχής Χρήστος εγίνετο απειλητικός και επικίνδυνος,

θα ετουφεκίζετο.

Χωρίς να χάσω καιρόν μετέβην εις το ανώγαιον. Ευτυχώς ηύρα τον ασθενή

εις περίοδον ησυχίας. Εκάθητο κατά γης με τους αγκώνας επί των γονάτων

και την κεφαλήν εντός των χειρών. Τα ολίγα έπιπλα του δωματίου ήσαν άνω

κάτω, και σπασμένα εδώ κ' εκεί τρίμματα πηλίνων αγγείων. Σας

εξομολογούμαι ότι την στιγμήν εκείνην με κατέλαβεν αίσθημα φόβου.

Εσκέφθην ότι ήτο ανοησία μου να υπάγω μόνος εκεί. Αλλά δεν ηδυνάμην

πλέον, και αν το ήθελα, να οπισθοχωρήσω. Επλησίασα, έθεσα την χείρα μου

επί της κεφαλής του και είπα μίαν ευχήν μεγαλοφώνως.

Ότε ετελείωσα, έκαμε τον σταυρόν του και μου εφίλησε την χείρα.

Δεν είσαι καλά εδώ, Χρήστε μου τω είπα. Έλα να υπάγωμεν εις του θείου

σου. Δεν κατοικεί κανείς εκεί και θα είσαι καλλίτερα και ησυχώτερος.

Ακολούθει με.

Ηγέρθη εν σιωπή.

— Δεν θέλω να με ιδή κανείς, είπεν ησύχως. Ειπέ τους όλους να φύγουν

από τον δρόμον μας.

Ήνοιξε την θύραν και, μολονότι δεν ήτο κανείς έξω εκεί, εφώναξα δυνατά:

Φύγετε όλοι, πηγαίνετε εις τα σπίτια σας.

— Δεν έμεινε κανείς έξω, Χρήστε. Πηγαίνωμεν.

— Δεν ημπορώ να βλέπω το φως, πάτερ. Με πειράζει.

Ο ήλιος επλησίαζεν εις την δύσιν του και αι τελευταίαι ακτίνες του

εχύνοντο διά της ανοικτής θύρας εντός του πενιχρού δωματίου. Επήρεν ο

Χρήστος την κάππαν του, την έθεσεν επί της κεφαλής του, την εχαμήλωσεν

επί του προσώπου του και μοι έτεινε την χείρα. Εγώ εμπρός, εκείνος

κατόπιν, μετέβημεν από το έν οίκημα εις το άλλο. Εκεί έμεινα αρκετήν

ώραν πλησίον του, επροσπάθησα όπως ηδυνάμην να τον παρηγορήσω, και

ανεχώρησα αφού ενύκτωσεν. Ότε ήνοιξα την θύραν διά να εξέλθω, μου εφάνη

ότι είδα εις το σκότος ανθρώπους ωπλισμένους. Έκλεισα την θύραν. Η κλεις

ήτο έξωθεν. Την εκλείδωσα και επροχώρησα.

Οι χωρικοί με περιεκύκλωσαν αμέσως ερωτώντες περί του ασθενούς. Είπα ότι

αποθνήσκει και τους παρεκάλεσα εν ονόματι του Θεού του Ελέους να τον

αφήσουν ν' αποθάνη εν ειρήνη. Οι δυστυχείς δεν ήσαν αναίσθητοι.

Ελυπούντο εξ όλης καρδίας τον φίλον, τον σύντροφόν των. Αλλά το αίσθημα

της αυτοσυντηρήσεως είναι ανώτερον του ελέους, ο δε φόβος εξεγείρει εις

του αμαθούς την καρδίαν του θηρίου τας ορμάς...

Εκεί μας διέκοψαν αι Κυρίαι. Η εσπερινή δρόσος τας εδίωξεν από τον

εξώστην.

— Ακόμη εις τα σκοτεινά κάθησθε, ανέκραξεν η αδελφή μου. Ο Παππά-

Σεραφείμ θα σας λέγη κανέν νόστιμον παραμύθι. Δεν μας το λέγετε και

ημάς, να διασκεδάσωμεν;

Και διέταξε την υπηρέτριαν να φέρη φώτα.

— Τι απέγεινεν ο Χρήστος; ηρώτησε σιγά ο Ανδρέας.

Ο ιερεύς έκλεισε τους οφθαλμούς και εκίνησεν οριζοντίως την χείρα.

Δεν ενόησα, και ούτε ηθέλησα πλέον να εξετάσω, τι εσήμαινεν η χειρονομία

εκείνη. Απέθανε; τον εφόνευσαν;....

Η υπηρέτρια εισήλθε με τα κηρία αναμμένα και ηλλάξαμεν ομιλίαν.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΜΑΡΘΑΣ

Οι σημερινοί νέοι δυσκόλως φαντάζονται οποίαι ήσαν, προτού αυτοί

γεννηθούν, αι ήδη ακμάζουσαι πόλεις της Ελλάδος. Ούτως η Σύρα έχει

σήμερον αμαξιτούς οδούς, εις δε την πλατείαν Λεωτσάκου, την κοινώς

_Πλαταίαν_, ευρίσκει τις σταθμευούσας αμάξας με δύο ίππους, και μάλιστα

(ω του θαύματος,) γίνεται λόγος περί κατασκευής σιδηροδρόμου μεταξύ της

πόλεως και των εξοχών της νήσου! Και όμως δύο αδελφοί γνωστοί μου,

πρεσβύται την σήμερον και οι δύο, ενθυμούνται τον θαυμασμόν των ότε,

κατά την παιδικήν των ηλικίαν, μεταβάντες εξ Ερμουπόλεως εις Αθήνας,

συνήντησαν εις τον πρώτον εκεί περίπατόν των την βασίλισσαν Αμαλίαν

έφιππον.

— Μητέρα, ανεφώνησεν ο νεώτερος, ότε επέστρεψαν εις την οικίαν, μητέρα,

είδα την βασίλισσαν επάνω εις ένα ωραίον γάιδαρον!

— Δεν ήτο γάιδαρος, υπέλαβε περιφρονητικώς ο μεγαλείτερος· ήτο μουλάρι.

Δεν ήσαν όλως αξιόμεμπτοι και οι δύο διά την ατέλειαν των γνώσεων των

περί την ζωολογίαν. Ίππος δεν υπήρχε τότε εις Σύραν, δεν είχον δε ίδει

ούτε ζωγραφιστόν τοιούτον, καθόσον οι παίδες τότε δεν ελάμβανον ως δώρα

ούτε βιβλία με εικονογραφίας ούτε παίγνια καλλιτεχνικά, καθώς σήμερον.

Αλλ' εάν υπελείπετο της πρωτευούσης ως προς ίππους και αμάξας, νομίζω

όμως ότι ουδεμίαν της Ελλάδος πόλιν αδικώ λέγων ότι η Ερμούπολις

προηγήθη των λοιπών εις τον εξευρωπαϊσμόν. Αι Αθήναι ήσαν πλήρεις έτι

φουστανελλοφόρων, ότε πάντες σχεδόν οι Ερμουπολίται, οι οπωσδήποτε

διασκελίσαντες τας πρώτας βαθμίδας της κοινωνικής κλίμακος, εφόρουν

φραγκικά. Το ιστορικόν καφενείον της Ωραίας Ελλάδος ήτο το μόνον

συνεντευκτήριον των κατοίκων της πρωτευούσης, (εκτός των λογίων, οίτινες

κατά προτίμησιν αντήλλασσον τας ιδέας των εντός προνομιούχων τινών

φαρμακείων,) ενώ οι έμποροι της Ερμουπόλεως είχον όχι μίαν μόνην, αλλά

δύο λέσχας αξιολόγους, εις τας οποίας μάλιστα έδιδον και χορούς

πολυκρότους κατά τας αποκρέω. Ώστε ο ερχόμενος εκ των άλλων μερών της

Ελλάδος εις Σύραν, έβλεπεν εκεί εξωτερικά σημεία φραγκισμού, τα οποία

εις μάτην ήθελε τότε αναζητήσει αλλαχού.

Τούτο εξηγείται ευκόλως. Οι συνοικισταί της Ερμουπόλεως, εκριζωθέντες

των εστιών των από τον ανεμοστρόβιλον της Επαναστάσεως και μεταφερθέντες

επί νέου εδάφους, ηδύναντο δι' αυτό τούτο να μεταβάλωσιν, ευκολώτερον

των άλλων Ελλήνων, τα προγονικά ήθη και έθιμα. Άλλως δε οι πλείστοι

ανήκον εις τας εμπορικάς τάξεις, πολλοί εξ αυτών ή επεσκέφθησαν οι ίδιοι

τα ξένα ή είχον συγγενείς εκεί αποκατασταθέντας, ώστε δεν ήργησαν να

συγκεντρώσουν εις την νήσον εκείνην το εμπόριον της Ελλάδος, και ν'

αποκαταστήσουν την Ερμούπολιν το πρώτον σημείον ενώσεως μεταξύ του

αρτισυστάτου κράτους και της λοιπής Ευρώπης.

Αληθώς ο αποκτηθείς ούτως εξευρωπαϊσμός έφερε τον διπλούν τύπον και της

βίας με την οποίαν μετηνέχθη έξωθεν, και της ανεπαρκείας των μέσων διά

των οποίων επραγματοποιείτο η εφαρμογή του. Οι νέοι εκείνοι Ευρωπαίοι

εφαίνοντο μη λαβόντες εισέτι τον καιρόν να συνηθίσουν εις τα ξένα ήθη

και εις τα νέα φορέματά των. Η φραγκική των ενδυμασία δεν ήτο πάντοτε

ούτε του νεωτέρου, αλλ' ούτε καν ομοιορρύθμου συρμού· αποτέλεσμα τούτο

είτε της ποικίλης έξωθεν προελεύσεως των ενδυμάτων, είτε της

καλλιτεχνικής ανεξαρτησίας των εγχωρίων ραπτών, είτε επί τέλους της μη

εντελούς εισέτι λήθης των αρχαίων έξεων. Ούτω και εις τας λέσχας

επεκράτει, έστω και κατά τους χορούς, δόσις απλοϊκότητος μεγαλειτέρας

οπωσδήποτε της συμβιβαζομένης με την εθιμοτυπίαν του παρεισάκτου

πολιτισμού. Εν συνόλω, εις την κοινωνίαν εκείνην, της οποίας τα

συστατικά ήσαν ετερογενή και ποικίλα, αι δε περιστάσεις ανώμαλοι και

εισέτι δυσχερείς, υπήρχε τι το ασυνάρτητον, το ιδιόρρυθμον, δος δ'

ειπείν και το αλλόκοτον.

Το αλλόκοτον τούτο διεφαίνετο κατ' εξοχήν είς τινας τύπους των τότε

Ερμουπολιτών, οίτινες ηδύναντο να δώσουν αφορμήν εις ηθογράφον ή και εις

γελοιογράφου την γραφίδα, εάν δεν εξημβλύνετο η συναίσθησις του γελοίου

εν μέσω της γενικής ακαταστασίας και της προσφάτου έτι μνήμης της

πανωλεθρίας, εκ της οποίας προέκυψεν ο συνοικισμός της Ερμουπόλεως.

Παρεκτός δε τούτου, η συνήθεια εξοικειοί προς παν το έκτακτον. Οι περί

ων ο λόγος ιδιότροποι τύποι κατήντησαν να θεωρώνται ως φυσικοί και να μη

εξεγείρουν ουδόλως την κοινήν περιέργειαν.

Μεταξύ των προσώπων όσα αι νύξεις μου αύται θ' ανακαλέσουν εις την

μνήμην παλαιών Ερμουπολιτών, θα συγκαταλεχθή, πιστεύω, και το του

Φιλίππου Μάρθα. Πολλοί ελησμόνησαν ίσως το όνομα, αλλά δύσκολον οι

ιδόντες αυτόν άπαξ να ελησμόνησαν τον άνθρωπον. Είχε χαρακτηριστικά

μοναδικά και εντυπούμενα διά παντός εις την μνήμην. Αι τρίχες της

κεφαλής του ήσαν μαύραι εισέτι, αλλ' η μία του οφρύς, η δεξιά, ήτο

λευκή, ο δε δασύς του μύσταξ διηρείτο επίσης εις δύο διακεκριμένα

χρώματα, αλλ' αντιστρόφως των οφρύων ήτο λευκός αριστερόθεν και μαύρος

δεξιόθεν. Η χιαστή αύτη διασταύρωσις των δύο χρωμάτων έδιδεν εις την

φυσιογνωμίαν του έκφρασιν παράδοξον. Εάν έβαφε τας λευκάς τρίχας,

ηδύνατο να θεωρηθή ως εύμορφος μάλλον, αλλ' ότε πρώτον ήλθεν εις Σύραν,

τις εκεί εσκέπτετο περί κομψότητος! Μετέπειτα, καθόσον ησύχαζον τα

πράγματα και ελάμβανον σημασίαν υπερτέραν της αληθούς αξίας των αι

μικραί μέριμναι του βίου, ανεφάνησαν και πωληταί και αγορασταί βαφής εις

Ερμούπολιν. Αλλά τότε θα επέσυρε την έκπληξιν και την ειρωνείαν του

κόσμου ο Μάρθας, εάν ήρχετο εις τον νουν του να επιδιώξη διά τοιούτων

μέσων το ομόχρουν των τριχών του. Τον είχον συνηθίσει όπως ήτο και

ουδείς πλέον τον παρετήρει. Ναι μεν, τινές των άκραν φιλοσκωμμόνων

επέμενον επαναλαμβάνοντες πότε και πότε χαριεντισμόν εγκαινισθέντα προ

ετών υπό Χίου εντριβούς περί τας Γραφάς και εμπνευσθέντος από το

επώνυμον του Φιλίππου. Αλλ' ούτε καν εμειδία ούτος ή επρόσεχεν ότε, κατά

την διάβασίν του, οι τοιούτοι ευφυολόγοι εψιθύριζον το του Ευαγγελίου:

«Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ενός δε έστι χρεία.» Και

προφέροντες την λέξιν _Ενός_ έστρηβον τον μύστακα ή έτριβον τας οφρύς.

Το ρητόν ηδύνατο πράγματι να λεχθή προς τον ομώνυμον της Μάρθας, καθόσον

υπήρχε χρεία _ενός χρώματος_, αλλά το πρώτον μέρος της φράσεως βεβαίως

δεν προσηρμόζετο εις αυτόν. Ούτε εμερίμνα, ούτε ετύρβαζε περί πολλά ο

δυστυχής! Απ' εναντίας, μόνη του μέριμνα εφαίνετο η επιμελής εξάσκησις

του έργου του, και τούτο δε τόσον μόνον, όσον εξήρκει προς απόκτησιν του

επιουσίου άρτου. Άλλως, ούτε φίλους είχεν ούτε σχέσεις, ούτε εις

καφενείον τον είδε τις ποτε να καθίση, ούτε εις ξένην οικίαν εισήρχετο.

Ήσυχος, ολιγόλογος, κατηφής, μετέβαινε τακτικώς εκ της οικίας του εις τα

γραφεία των πελατών του και εκείθεν πάλιν οπίσω, πενιχρώς αλλά κοσμίως

και καθαρώς πάντοτε ενδεδυμένος.

Κατώκει ανέκαθεν εις την παρά την Δυτικήν Εκκλησίαν στενήν οδόν, ήτις

αγνοώ εάν απέκτησε την σήμερον ιδίαν ονομασίαν. Ο έκτοτε κατεδαφισθείς

οικίσκος του περιείχε δύο μικρά δωμάτια και μαγειρείον, εκ της

καπνοδόχης όμως του οποίου αι γειτόνισσαι εβεβαίουν ότι ουδέποτε ανήλθε

καπνός. Κατ' αρχάς τινές εξ αυτών ηθέλησαν εκ συμπαθείας να προσφέρουν

φαγητά, προφασιζόμεναι ποτέ μεν ότι επεθύμουν να δοκιμάση την

επιτυχούσαν πήτταν των, άλλοτε δε ότι ήτο η εορτή του συζύγου ή του υιού

των.

Αλλ' εκείνος ευγενώς μεν, διά τρόπου όμως μη επιδεχομένου αντίρρησιν,

απεποιείτο την προσφοράν, ώστε αι γειτόνισσαι έπαυσαν η μία μετά την

άλλην τας καλοκαγάθους αποπείρας των. Και εξηκολούθει ο Φίλιππος φέρων

ανά πάσαν ημέραν εντός χάρτου χονδρού ή εντός λαχανοφύλλου την λιτήν

αμαγείρευτον τροφήν του.

Η σειρά των προς την θάλασσαν οικιών της οδού εκείνης, καθώς ενθυμούνται

οι γνωρίσαντες την Ερμούπολιν, εκτίσθη επί βράχων αποτόμων. Ο οικίσκος

του Μάρθα, χωριζόμενος από την οδόν διά μικρού προαυλίου

περιτειχισμένου, προείχε περισσότερον των άλλων προς τα όπισθεν, ο δε

ξύλινος εξώστης του εφαίνετο κρεμάμενος, τρόπον τινά, υπεράνω των

αποκρήμνων εκεί πετρών. Ότε ο άνεμος έπνεε σφοδρός, οι αφροί των υπό τον

κρημνόν μαινομένων κυμάτων ανήρχοντο ενίοτε μέχρι της οικίας αυτής.

Τον εξώστην του είχε περικλείσει ο Φίλιππος άνωθεν και εξ εκατέρων των

πλευρών διά σανίδων. Και των παρακειμένων οικιών οι εξώσται

περιεκλείοντο κατά τον αυτόν ή άλλον τρόπον, μετασχηματιζόμενοι εις

κλίνας ευαέρους και δροσεράς κατά τας θερμάς του θέρους νύκτας. Αλλ' ενώ

των λοιπών εξωστών η σκέπη αφηρείτο κατά τον χειμώνα, ο του Φιλίππου

έμενε διαρκώς σκεπαστός, αι δε γειτόνισσαι διετείνοντο ότι εκοιμάτο εκεί

και εν καιρώ χειμώνος.

Εντός της οικίας εκείνης διήρχετο όσας ώρας δεν απησχόλει η εργασία του.

Τας Κυριακάς ελειτουργείτο τακτικώς εις την εκκλησίαν της Μεταμορφώσεως,

ενίοτε δε μετά την ακολουθίαν οι χωρικοί, ή κυνηγοί επιστρέφοντες εκ της

άγρας, τον συνήντων περιπλανώμενον εις τα πετρώδη της νήσου βουνά, ή

καθήμενον επί βράχου με τα βλέμματα εστραμμένα προς την Τήνον. Αλλ'

ουδέποτε τον είδε τις το εσπέρας έξω της οικίας του.

Τα προς το ζην επορίζετο επαγγελλόμενος τον διερμηνέα και τον γραμματέα

της Αγγλικής γλώσσης. Δι' αυτού εγίνετο πάσα συνεννόησις μεταξύ των

Άγγλων πλοιάρχων και των παραληπτών των φορτίων των. Εάν έμπορός τις

ελάμβανεν επιστολήν Αγγλικήν, εις τον Φίλιππον προσέφευγε προς

μετάφρασίν της· ότε επρόκειτο περί συντάξεως ναυλοσυμφώνων ή περί

εκδόσεως συναλλάγματος Αγγλιστί, διά των καλλιγραφικών χαρακτήρων του

επληρούντο τα κενά των σχετικών εντύπων.

Δεν επληρώνετο αδρώς διά ταύτα, αλλ' αι μετά της Αγγλίας εμπορικαί

σχέσεις της Ερμουπόλεως ήσαν τοσαύται, ώστε δεν απέλιπεν εργασία, εξ

άλλου δε αι ανάγκαι του ήσαν τόσον περιωρισμέναι, ώστε εξήρκουν όσα

εκέρδιζεν.

Αλλά πού και πώς εξέμαθε την Αγγλικήν ο Φίλιππος; Ήτο γνωστόν περί αυτού

ότι κατά την καταστροφήν της Κύπρου περιεσώθη ορφανός εις πλοίον

Αμερικανικόν και ότι μετεφέρθη εις Αμερικήν όπου εξεπαιδεύθη, ανδρωθείς

δε επέστρεψεν εκείθεν εις την Ελλάδα. Κατ' αρχάς μάλιστα ελέγετο ότι

εσπούδασεν εκεί την ιατρικήν, αλλ' επειδή δεν την μετήρχετο, έπαυσε

βαθμηδόν να λέγεται τούτο και ελησμονήθη.

Ότε κατά πρώτον ήλθεν εις Σύραν, ελέγοντο και άλλα περί αυτού πολλά και

διάφορα. Επί τινα καιρόν διεδίδετο ότι είχε πάθει τας φρένας. Τήνιοι δέ

τινες εκυκλοφόρησαν επεισόδια ποικίλα της φημιζομένης παραφροσύνης του.

Αλλ' ο άνθρωπος εφαίνετο υγιέστατος τον νουν, η δε κατήφεια και η

απομόνωσίς του δεν ήσαν βεβαίως ανεξήγητοι υπό τας γενικάς τότε των

Ελλήνων περιστάσεις, ώστε διεσκεδάσθησαν εντός ολίγου πάσαι αι περί

διαταράξεως των φρενών του υπόνοιαι. Εν συνόλω, οι Ερμουπολίται δεν

ενησχολούντο πλέον περί αυτού. Ουδένα επείραζεν, ουδένα εβάρυνεν, άλλο

δεν επεθύμει και δεν επεδίωκεν ή να διέλθη απαρατήρητος η ύπαρξίς του,

τούτο δ' επί τέλους και επέτυχε.

Και όμως η μονήρης και άσημος εκείνη ύπαρξις υπέκρυπτεν ιστορίαν

θλιβεράν, υπέκρυπτε πάλην μακράν, πάλην καθημερινήν μεταξύ της καρδίας

και της διανοίας του. Οι βλέποντες αυτόν παραγεμίζοντα ησύχως τας

εντύπους συναλλαγματικάς και φορτωτικάς του δεν ηδύναντο να υποπτεύσουν

οποίας τρικυμίας περιέκλειεν η ψυχή του.

Το μυστικόν του Φιλίππου Μάρθα θα συναπέθνησκε μετ' αυτού εάν, ως

μνημόσυνον επιπλέον μετά ναυάγιον, δεν περιεσώζοντο ιδιόχειροί τινες

σημειώσεις του. Διατί τας έγραψε; Βεβαίως δεν προέθετο την

διαμνημόνευσιν των της ζωής του. Εγραφε διότι, όταν κατέχηταί τις υπό

μιας μόνης σκέψεως και δεν δύναται να την εκδιώξη, αισθάνεται την

ανάγκην να ελαφρώση την ψυχήν του διατυπών όπως δήποτε διά λέξεων το

άλγος του. Εάν έχη φίλον, θα το διακοινώση εις τον φίλον του· εάν έχη

πίστιν, θα το εκμυστηρευθή εις τον πνευματικόν του, άλλως η υπερχειλής

του καρδία θα εκχυθή εις ασυναρτήτους μονολόγους, — ή, εάν γνωρίζη να

γράφη, θα χαράξη επί του χάρτου τον θλιβερόν μονόλογον του. Ιδού διατί

έγραφεν ο Μάρθας.

Το τετράδιον εις το οποίον έγραφε τας σκέψεις και αποσπάσματα της

αυτοβιογραφίας του δεν περιέχει ταύτα και μόνον, αλλ' εχρησίμευεν ως

γενικόν σημειωματάριόν του και κατάστιχον. Εις αυτό ενέγραφε μετ'

ακριβείας τας μικράς του δοσοληψίας, ως άνθρωπος φροντίζων να είναι

πάντοτε ενήμερος και απηλλαγμένος πάσης οφειλής. Εκεί επίσης

κατεγράφοντο αι διάφοροι εργασίαι του εις τα γραφεία των πελατών του.

Μεταξύ των τοιούτων σημειώσεων υπάρχουν ενίοτε συνταγαί φαρμακευτικαί,

μαρτυρούσαι ότι δεν είχε λησμονήσει ο Μάρθας την ιατρικήν του, αλλ'

αναγόμεναι άπασαι εις την σκευασίαν ναρκωτικών. Τα συστατικά των δεν

παραλλάσσουν ουσιωδώς, αλλ' αι δόσεις και οι συνδυασμοί ποικίλλουν.

Ηδύνατό τις εξ αυτών να εικάση ότι περί τα αναισθητικά ιδίως

περιεστράφησαν αι μελέται του. Αναμίξ δε και ατάκτως έγραφεν Αγγλιστί

ό,τι εσκέπτετο περί εαυτού ή ό,τι ανεπόλει εκ των επεισοδίων του βίου

του. Ταύτα άνευ σειράς ή χρονολογίας, αλλ' εκ των δοσοληπτικών

σημειώσεων, αίτινες προηγούνται ή έπονται εκάστου αποσπάσματος, δύναταί

τις κατά προσέγγισιν να ορίση εκάστου την ημερομηνίαν. Το όλον του

βιβλίου εγράφη μεταξύ των ετών 1845 και 1847.

Το βιβλίον τούτο είναι κατάστιχον εμπορικόν εις σχήμα μικρού τετάρτου.

Αι τριπλαί εις εκάστην σελίδα στήλαι διά τας υποδιαιρέσεις της λίρας

στερλίνας μαρτυρούν την Αγλικήν κατασκευήν του. Η διάσωσίς του οφείλεται

προδήλως εις το σχήμα του. Εξελήφθη ως βιβλίον έντυπον και ούτω

περιφυλαχθέν ευρίσκεται εισέτι εις την δημοσίαν της Ερμουπόλεως

βιβλιοθήκην.

Ομολογώ ότι κατά πρώτον συνέλαβα την ιδέαν του να επωφεληθώ των

σημειώσεων του Φιλίππου Μάρθα προς συγγραφήν διηγήματος επί το

μυθιστορικώτερον. Αλλά σκεφθείς ωριμώτερον επροτίμησα να τας δημοσιεύσω

απαραλλάκτους ως εγράφησαν παρ' αυτού και ν' αφήσω εις τον αναγνώστην

την φροντίδα του να συμπληρώση διά της φαντασίας τα κενά.

Ιδού αύται.

Α'.

«Η Ψαριανή γειτόνισσά μου κάθηται το εσπέρας εις το κατώφλιον της θύρας

της, με το πρωτογέννητόν της εις την αγκάλην, και περιμένει τον άνδρα

της. Ότε επιστρέφων εις την οικίαν μου διέρχομαι εξ ανάγκης έμπροσθέν

της, με καλησπερίζει μειδιώσα και σχεδόν πάντοτε ευρίσκει τρόπον να είπη

τι, ώστε να διακόψω τον δρόμον μου διά ν' αποκριθώ. Ενίοτε θηλάζει το

βρέφος της, καλύπτουσα δια της χειρός το ημιανοικτόν στήθος. Δεν είναι

βεβαίως ωραία η γειτόνισσά μου, αλλ' ότε κλίνουσα την κεφαλήν αναπαύει

ευφροσύνως το βλέμμα εις τους ανοικτούς οφθαλμούς του θηλάζοντος τέκνου

της, με μειδίαμα αφάτου αγάπης εις τα χείλη, τότε μεταμορφούται το

πρόσωπόν της. Την εξωραΐζει η μητρική στοργή!

Μένω τότε ενώπιόν της και την βλέπω. Αλλά δεν βλέπω εκείνην. Άλλη μορφή

ωραία, μορφή λατρευτή, μου φαίνεται καθημένη εκεί, εις το κατώφλιον της

θύρας. Φαντάζομαι ότι βλέπω την σύζυγόν μου θηλάζουσαν εις την μητρικήν

της αγκάλην το τέκνον μας. Το επί της κεφαλής της Ψαριανής πράσινον

μανδήλιον μεταβάλλεται εις κομψόν Σμυρναϊκόν κεφαλόδεσμον, η μαύρη της

κόμη μεταβάλλεται εις ξανθήν, και δύο γαλανοί οφθαλμοί προσηλούν επ'

εμού απερίγραπτον βλέμμα.

Αλλ' ενώ ονειρεύομαι ταύτα, αλλάσσει η οπτασία, οι οφθαλμοί εκείνοι

κλείονται διά μιας, η λευκή όψις ωχριά, το βρέφος δεν αναπνέει, και την

βλέπω νεκράν την μητέρα του, νεκράν καθώς την είδα, καθώς την βλέπω

διαρκώς ενώπιόν μου έκτοτε!

Ω, διατί, το όνειρον δεν επραγματοποιήθη! Διατί; Διότι αι κατηραμέναι

μου χείρες εξωλόθρευσαν την ευτυχίαν μου. Εγώ είμαι ο καταστροφεύς, εγώ

ο ένοχος, εγώ ο φονεύς!

Β'.

Σήμερον με συνήντησε καθ' οδόν ο νεωστί ελθών ενταύθα Γερμανός ιατρός. Ο

συνοδεύων αυτόν συμπατριώτης του τον ώθησε διά του αγκώνος, ενώ

διεσταυρούμεθα, ο δε ιατρός έστρεψε προς εμέ το βλέμμα και με ητένισε

μετά περιεργείας. Τον ήκουσα όπισθέν μου λέγοντα: «Συνέπεια βεβαίως

ψυχικής διαταράξεως.» — Δεν υπέθετεν ότι ηδυνάμην να εννοήσω τα

Γερμανικά του, ουδ' ότι εσπούδασα και εγώ την επιστήμην του.

Η διάγνωσις μαρτυρεί οξυδέρκειαν. Τω όντι το χρώμα των τριχών μου

ηλλοιώθη κατά το δεκάμηνον διάστημα της διαμονής μου εις τα κελλία της

Ευαγγελιστρίας, αλλ' αγνοώ εάν η αλλοίωσις επήλθε διά μιας ή βαθμηδόν.

Ουδέποτε ηρεύνησα περί τούτου.

Μ' εθεώρουν ως παράφρονα εκεί και ως τοιούτον με μετεχειρίζοντο. Δεν

ηδύναντο να ίδουν τι συνέβαινεν εντός της ψυχής μου, δεν εγνώριζον

οποίον βάρος επίεζε την συνείδησίν μου, δεν έβλεπον εκείνοι καθώς έβλεπα

εγώ αιωνίως ενώπιόν μου το φάσμα της. Και απέδιδον εις διατάραξιν φρενών

την απελπισίαν μου και μ' εβασάνιζον διά να με θεραπεύσουν — και

ενόμισαν ότι μ' εθεράπευσαν! Όχι, δεν παρελογιζόμην. Εάν παρεφρόνουν

τότε, παραφρονώ και τώρα. Διότι και τώρα η αυτή εικών πλανάται αενάως

ενώπιον των οφθαλμών μου, η αυτή απελπισία με κυριεύει, η αυτή με

κατέχει επιθυμία του θανάτου και έφεσις της αυτοτιμωρίας.

Αλλά τότε εφρόνουν ότι ο θάνατος είναι η μεγίστη των ποινών. Δεν με

εθεράπευσαν εκείνοι· ο γέρων ιερεύς της Τήνου με έπεισεν ότι η ζωή είναι

ποινή βαρυτέρα του θανάτου. Ω, είχε δίκαιον! Του υπεσχέθην ότι θα

παραμείνω μέχρις ου έλθη απρόσκλητος ο θάνατος. Ποσάκις μετενόησα διά

την δοθείσαν υπόσχεσιν, ποσάκις ηθέλησα να πατήσω τον όρκον μου! Αλλ'

όχι! θα τον τηρήσω πιστώς!

Γ'.

Διηγήματα(#33709) · 第 5 / 12 段