χωρίου αγρών και αμπελώνων, έπειτα ανέβαινε πάλιν, διασχίζων πυκνόν
ελαιώνα, μέχρι της κορυφής του απέναντι λόφου, όπου τρεις ανεμόμυλοι
επερίμενον πνοήν αέρος να κινήση τους ήδη αργούς ιστιοφόρους τροχούς
των. Εκείθεν ηπλούτο ευρύ οροπέδιον κατωφερές, απολήγον εις βράχους
αποκρήμνους προς το μεσημβρινόν μέρος της νήσου. Η οδός ήτο τραχεία και
απεριποίητος, αλλά και ο Γεροθανάσης και το κτήμα του εφαίνοντο
συνηθισμένοι εις τας πέτρας, αίτινες επηύξανον το δύσβατον του εδάφους.
Τοίχοι χαμηλοί, ξηροτρόχαλοι, άνευ πηλού ή ασβέστου, εχώριζον εκατέρωθεν
τους αμπελώνας. Καθ' όσον δε η οδός απεμακρύνετο, διεδέχοντο τους
αμπελώνας αγροί θερισθέντες ήδη. Πέρα της καλλιεργημένης εκτάσεως,
αριστερόθεν μεν το οροπέδιον ανυψούμενον εσχημάτιζε σειράν λόφων
θαμνοσκεπών, δεξιόθεν δε έκλινε βαθμιαίως προς την παραλίαν, και η κυανή
του Αιγαίου θάλασσα εξηπλούτο εκείθεν απέραντος, ποικιλλομένη από τα
απέχοντα βουνά των άλλων νήσων.
Ήτο αληθώς ωραίον το θέαμα, αλλ' ο ιερεύς δεν το έβλεπεν. Ο νους του ήτο
αλλαχού προσηλωμένος. Οι φόβοι τους οποίους η συναίσθησις του καθήκοντος
και το παράδειγμα του Γεροθανάση είχον κατ' αρχάς περιστείλει,
επανήρχοντο και πάλιν εντός της ψυχής του. Αι προ της αναχωρήσεως
προετοιμασίαι, η παρουσία των χωρικών εις τας θύρας των οικιών των, η
θέα της συζύγου του, είχον οπωσδήποτε αναστηλώσει την κλονιζομένην
καρδίαν του. Αλλά τώρα εις την ερημίαν της εξοχής, εν τω μέσω της
σιωπής, την οποίαν εφαίνετο επιτείνων ο διπλούς κρότος των πετάλων του
ζώου και των βημάτων του γέροντος χωρικού, ενώ ο ήλιος έκαιε τους ώμους
του, εικόνες απαίσιοι εξετυλίσσοντο και πάλιν ενώπιον των αφηρημένων
οφθαλμών του. Επροσπάθει διά της σκέψεως να υπερνικήση την φαντασίαν
του, αλλ' η σκέψις δεν ίσχυεν. Εφοβείτο, εφοβείτο ο δυστυχής!
Δεν είχεν εισέτι ομιλήσει, αλλ' ουδ' ο συνοδοιπόρος του διέκοψε την
σιωπήν. Ότε περιπατεί τις υπό τον ήλιον, επί εδάφους δυσκόλου, ακολουθών
μάλιστα το βάδισμα ζώου ευρώστου, δεν θεωρεί συνήθως την περίστασιν
αρμοδίαν προς συνομιλίαν, και αν έτι δεν έχη την ηλικίαν του Γεροθανάση.
Επί τέλους ο ιερεύς ανέκυψεν εκ των ζοφερών ρεμβασμών του. Ήκουσε τον
γέροντα όπισθέν του ασθμαίνοντα και, σύρας προς το στήθος του το
σχοινίον, εκράτησε τον όνον. Ο χωρικός έσπευσε το βήμα και ήλθε πλησίον
του.
— Τι έπαθες, παππά μου; Τι στέκεις;
— θα καταίβω ν' αναίβης συ, και όταν κουρασθώ, αλλάζομεν.
— Καλέ, τι λόγος! Να καθίσω εγώ και να περιπατής εσύ!
— Είσαι κουρασμένος, γέρο μου.
— Εγώ κουρασμένος! Βαστούν ακόμη τα κόκκαλά μου κ' έννοια σου! Πού
ηκούσθη να περιπατή ο παππάς με τα άγια και να πηγαίνη εμπρός ο
αγωγιάτης με το κτήμα! Εμπρός!
Το πράγμα δεν επεδέχετο περαιτέρω συζήτησιν. Ο όνος υπείκων και εις την
ηθικήν πίεσιν της φωνής του γέροντος και εις την διά του γρόνθου του
επικύρωσιν του εκφωνηθέντος _Εμπρός_, επανέλαβε ζωηρώς την πορείαν. Αλλ'
ο ιερεύς εχαλίνωσε την ορμήν του διά ν' ακολουθή μετά πλειοτέρας ανέσεως
ο πεζός γέρων και διά να επαναλάβη την μετ' αυτού συνομιλίαν.
— Θα τον προφθάσωμεν ζωντανόν; Τι λέγεις;
— Τι να σου 'πώ; Ο άνθρωπος είνε εις τα έσχατά του.
— Πώς τον άφησες; Πώς ήτο;
— Πώς να είναι; Ωσάν άνθρωπος όπου ψυχομαχεί.
Τούτο ήθελε να μάθη; Πώς είναι ο άνθρωπος ότε ψυχομαχεί, αλλ' η
απόκρισις του χωρικού δεν τον εφώτισεν. Επεθύμει ν' ακούση
περιγραφόμενον το θέαμα, το οποίον απετροπιάζετο προτού το ίδη. Ήλπιζεν
ότι η εκ των προτέρων περιγραφή ήθελεν εξοικειώσει αυτόν προς ό,τι
παιδιόθεν εφαντάζετο μετά φρίκης. Και επάλαιεν εντός της ψυχής του το
ταπεινόν αίσθημα του φόβου προς το ευγενές αίσθημα του καθήκοντος. Η
αδιαφορία με την οποίαν ο γέρων ωμίλει περί της αγωνίας του θανάτου, η
προθυμία του να επανέλθη προς τον ψυχορραγούντα λεπρόν, επηύξανον την
ενδόμυχον του ιερέως εντροπήν διά την ατολμίαν του.
— Διατί ήλθες μαζή μου, ηρώτησε μετά τινα σιωπήν. Διά να με
συντροφεύσης;
— Και διά τούτο. Αλλ' όχι τόσον διά τούτο, όσον διά να τον παρασταθώ
εις τα τέλη του. Εσύ, παππά μου, να τον μεταλάβης και έπειτα να φύγης.
Εγώ θα μείνω. Όλην του την ζωήν την επέρασεν έρημος και μόνος, ας έχη
ένα χριστιανόν εις το πλευρόν του, ενώ αποθνήσκει, ο κακόμοιρος!
— Είσαι αλήθεια καλός χριστιανός, Γεροθανάση. Ο Θεός να σ' ευλογήση!
Αλλά το χρέος τούτο είναι ιδικόν μου, και θα το εκτελέσω εγώ. Εγώ θα του
κλείσω τα βλέφαρα.
Και ησθάνθη τον λάρυγγά του στενούμενον υπό συγκινήσεως.
Εξηκολούθησαν εν σιωπή την οδοιπορίαν. Η οδός δεν εφράσσετο πλέον
εκατέρωθεν υπό τοίχων, αλλά διέσχιζε θάμνους σχοίνων και κομάρων
καταβαίνουσα προς τα απόκρημνα της νήσου παράλια. Εντός ολίγου έκαμψε
προς ταριστερά, παρά τας υπωρείας γυμνού λοφίσκου, και είδε μακρόθεν ο
ιερεύς μίαν κέδρον εκεί μονήρη, υπό δε την σκιάν της τους τοίχους της
καλύβης του λεπρού.
Προ δεκαπέντε ετών υπό τους κλώνας της κέδρου εκείνης είδεν ο Νάρκισσος
τον δυστυχή ερημίτην, όστις προ πολλών και τότε ετών κατώκει εκεί. Εις
την εσχατιάν εκείνην της νήσου, μόνος, έρημος, μακράν πάσης κοινωνίας
ανθρώπων, διήλθε τον βίον φέρων το βάρος προγονικής συμφοράς, ανεύθυνος
αυτός, ζων άνευ ελπίδος, άνευ παρηγορίας, άνευ σκοπού. Ορφανός, άκληρος,
άπορος, κατελήφθη νεώτατος έτι υπό της βδελυράς νόσου. Οι ομόχωροί του
τον ηνάγκασαν να υποβληθή εις απομόνωσιν, αναλαβόντες την υποχρέωσιν της
συντηρήσεώς του. Δεν ήτο βεβαίως υπέρογκον το βάρος διά την κοινότητα
της νήσου. Ο Γεροθανάσης, του οποίου οι ολίγοι αγροί έκειντο πέρα της
καλύβης του λεπρού, ανεδέχθη την μεταφοράν της εβδομαδιαίας προμηθείας
άρτου. Αλλά δεν περιωρίσθη εις τούτο η αγαθότης του φιλανθρώπου χωρικού.
Εβοήθει τον άθλιον ερημίτην εις την καλλιέργειαν του μικρού κήπου του,
επισκευάζων τα εργαλεία του, προμηθεύων σπόρους, δίδων συμβουλάς. Έμενε
συνομιλών με τον ασθενή, εξοικειωθείς εκ της μακράς συνηθείας προς το
απεχθές νόσημά του. Και τον επερίμενεν ο λεπρός, μετρών τας ημέρας και
τας ώρας μέχρι της προσεχούς επισκέψεως. Ο Γεροθανάσης ήτο ο μόνος
σύνδεσμος μεταξύ αυτού και του λοιπού κόσμου. Ουδείς άλλος τον
επλησίαζεν. Εάν χωρικός τις διέβαινεν εκείθεν, τον προσηγόρευεν ενίοτε
μακρόθεν, εναπέθετεν ίσως επί βράχου απέχοντος την ελεημοσύνην του, αλλ'
ουδείς ετόλμα να τον ίδη και να τον ομιλήση εκ του πλησίον.
Ο περί την καλύβην κήπος του λεπρού περιεκλείετο διά φραγής εκ σπάρτων
και κομάρων και ροδοδαφνών. Απέναντι της θαλάσσης η φραγή διεκόπτετο,
δύο δε λίθοι ογκώδεις, εν είδει παραστάδων, εσχημάτιζον την είσοδον,
αλλά θύρα μεταξύ των λίθων δεν υπήρχεν.
Ποσάκις επί των λίθων εκείνων καθήμενος, απέναντι της απεράντου εκτάσεως
του πελάγους, έβλεπε τα κύματα πλήττοντα τους βράχους αγρίως, ή
θωπεύοντα ησύχως την παραλίαν υπό τους πόδας του! Ποσάκις, βλέπων
εκείθεν τας λευκάς πτέρυγας των απεχόντων πλοίων, εζήλευε τους ναύτας,
οι οποίοι, εύρωστοι και ρωμαλέοι, επάλαιον κατά των στοιχείων,
περιφερόμενοι από τόπου εις τόπον και ποθούντες την παραλίαν της
πατρίδος, όπου όντα προσφιλή τους επερίμενον, ενώ αυτός, δέσμιος επί του
βράχου του, έρημος και ελεεινός, επερίμενε τον θάνατον!
ΣΤ'.
Εκεί, έμπροσθεν των δύο λίθων, επέζευσεν ο παππά Νάρκισσος. Ο
Γεροθανάσης έδεσε διά του σχοινίου τους δύο εμπροσθίους πόδας του όνου,
προς περιορισμόν της ελευθερίας του, και εισήλθεν εις τον μικρόν
καλλιεργημένον περίβολον, προχωρών προς την καλύβην. Ο ιερεύς τον
παρηκολούθει. Μετ' ολίγα βήματα ο χωρικός εστράφη.
— Κάθισε ολίγον έξω εκεί εις την πέτραν, παππά μου, να ιδώ πρώτα τι
γίνεται μέσα ο άμοιρος αυτός.
Ο ιερεύς υπήκουσε σιωπών. Έλαβε το δέμα εκ του κόλπου του, το έλυσε με
τας χείρας τρεμούσας ολίγον, έθεσε το περιτραχήλιον με τα εν αυτώ επί
της πέτρας, απέθεσεν εκεί και το καλυμμαύχιον του, και με γυμνήν την
κεφαλήν, τας χείρας σταυρωμένας επί του στήθους, επερίμενεν όρθιος τον
γέροντα. Ήτο κάτωχρος. Μία ακούσιος ευχή, μία αμαρτωλή επιθυμία
εισέδυσεν αίφνης εις την ψυχήν του. — Ω! Εάν ο γέρων επανερχόμενος
έλεγε: Τετέλεσται! — Αλλ' απεδίωξε μετά ρίγους τον πονηρόν στοχασμόν,
επεκαλέσθη την εξ ύψους βοήθειαν, έκαμε τον σταυρόν του, και λαβών εκ
του διπλωμένου περιτραχηλίου το ευχολόγιον ήρχισε ν' αναγινώσκη τας
ωραίας προσευχάς της νεκρωσίμου ακολουθίας. Ανεγίνωσκε, και όμως ο νους
του ήτο εις την καλύβην. — Διατί αργεί ο Γεροθανάσης; — Ηθέλησε να
πλησιάση προς την θύραν της καλύβης, αλλ' εις το μέσον του περιβόλου
εστάθη διστάζων. Ηθέλησε να ερωτήση εκείθεν τον γέροντα, αλλά δεν
ετόλμησε να υψώση την φωνήν.
Επί τέλους ο γέρων εξήλθε της καλύβης. Ο ιερεύς τον ητένισε με βλέμμα
ερωτηματικόν.
— Ήτον εις βύθος. Τον εξύπνησα με κόπον. Μόλις ακούεται η φωνή του.
Έλαμψαν τα σβυσμένα του 'μάτια, όταν ήκουσε ότι είσαι εδώ. Έλα, παππά,
έλα να τον μεταλάβης.
Ο ιερεύς επέστρεψε προς την είσοδον, περιεβλήθη το περιτραχήλιον, έλαβεν
ευλαβώς εις χείρας τα άγια και επορεύθη προς την καλύβην. Η ωχρότης του
μόνη εμαρτύρει την ταραχήν του. Το βήμα του ήτο στερεόν, αι χείρες του
δεν έτρεμον καθώς πριν, δεν εδίσταζε πλέον. Ενίκησε τους τελευταίους
ενδοιασμούς της δειλίας η συναίσθησις της ιεράς αποστολής του.
Ότε έφθασεν εις την θύραν, ο γέρων, όστις τον ηκολούθει παρά πόδας,
έθιξεν ελαφρώς το ράσον του. Ο ιερεύς, με τον ένα πόδα επί του
κατωφλίου, εστάθη και έστρεψε την κεφαλήν. Η ξανθή του κόμη εκυμάτιζε
λυτή επί του αυχένος του.
— Παππά μου, μη εγγίσης το μανδήλι εις το πρόσωπόν του. Εκείνος μου
παρήγγειλε να τον σκεπάσω διά να μη τον ιδής.
— Καλά, είπεν ο ιερεύς σοβαρώς. Μη έλθης μέσα, εάν δεν σε κράξω.
Και εισήλθεν εντός της καλύβης.
Ο Γεροθανάσης εκάθισεν επί της πέτρας παρά την είσοδον και επερίμενεν.
Έμεινεν επί ώραν πολλήν καθήμενος εκεί. Ηπόρει πώς ο ιερεύς ούτε
φαίνεται ούτε ακούεται. Είχε την περιέργειαν να υπάγη προς την καλύβην,
αλλά δεν ετόλμα να παρακούση την διαταγήν. Επερίμενε λοιπόν, βλέπων την
κυανήν θάλασσαν ρυτιδουμένην υπό του ανέμου, όστις εγειρόμενος ήρχιζε να
δροσίζη την ατμοσφαίραν. Οι πέριξ θάμνοι ανέδιδον ευωδίαν ζωογόνον, αι
σιταρήθραι πετώσαι ορμητικώς προς τα ύψη επλήρουν τον αέρα με το
κελάδημά των, η φύσις εφαίνετο φαιδρά όλη και ευτυχής, ενώ ο λεπρός
απέθνησκεν εντός της καλύβης του.
Αίφνης ο γέρων χωρικός ήκουσε βηματισμόν πλησίον του ελαφρόν. Εστράφη
απορών και είδεν ερχομένην προς την καλύβην την γυναίκα του ιερέως.
Ηγέρθη αμέσως και προέβη εις προϋπάντησίν της.
— Τι σου ήλθε να κάμης τόσον δρόμον πεζή, παππαδιά;
— Ενόμιζα ότι θα σας απαντήσω εις τα μισά του δρόμου και ολίγ' ολίγον
ήλθα έως εδώ. Πού είνε ο παππάς;
— Μέσα, με τον λεπρόν.
— Ζη ή απέθανε;
— Ό,τι και αν σου 'πώ, σε γελώ.
— Δεν πηγαίνεις να ιδής;
— Μου το έχει εμποδισμένον ο παππάς.
Η παππαδιά εσιώπησεν επ' ολίγον και έπειτα επανέλαβε μετά τινος
ανησυχίας:
— Θα νυκτωθήτε εδώ.
— Δεν πειράζει. Έχει φεγγάρι. Μόνον εσύ, τι ήθελες να έλθης;
— Έφερα το ράσον.
Και έδειξε κρεμάμενον επί του βραχίονός της, επιμελώς διπλωμένον, το
καλόν ράσον του παππά Ναρκίσσου.
— Τι το έφερες; Μη είναι κρύον να τα φορέση επανωτά;
— Ίσως χρειασθή, είπεν η παππαδιά.
Και λέγοντες ταύτα έφθασαν εις την είσοδον του περιβόλου.
— Κάθισ' εδώ παππαδιά, εις την πέτραν. θα είσαι κουρασμένη.
— Όχι, δεν εκουράσθηκα. Να 'πάγω μέσα, Γεροθανάση;
— Να μη θυμώση ο παππάς!
Η παππαδιά εκάθισεν επί της πέτρας. Ανά πάσαν στιγμήν έστρεφε την
κεφαλήν προς την καλύβην. Η ανησυχία εζωγραφίζετο εις το πρόσωπόν της. Ο
γέρων την ελυπήθη, ή συνεμερίζετο ίσως και αυτός την ανυπομονησίαν της.
— Μη χολοσκάνης, είπε. Πηγαίνω σιγά σιγά να ιδώ.
Επροχώρησε βραδέως προς την καλύβην τείνων τα ώτα ανά παν βήμα. Δεν
ήκουε τίποτε. Ότε έφθασεν εις την θύραν, εστάθη. Ο ιερεύς έλεγέ τι
ταπεινή τη φωνή. Μόλις ηδύνατο ν' ακούση ο γέρων. Έκυψε την κεφαλήν
εντός της καλύβης. Του λεπρού η κεφαλή δεν εφαίνετο. Την απέκρυπτον τα
νώτα του ιερέως, όστις γονατιστός επί του εδάφους κλίνων τον αυχένα προς
τον λεπρόν, προσηύχετο. Η λευκή οθόνη, διά της οποίας ο Γεροθανάσης είχε
καλύψει το πρόσωπον του ασθενούς, έκειτο εκεί ερριμμένη παρά τους πόδας
του.
Ο χωρικός απεσύρθη ησύχως και επέστρεψε προς την είσοδον. Η παππαδιά
ακίνητος επί της πέτρας, ακολουθούσα διά των οφθαλμών τας κινήσεις του,
επερίμενε την επιστροφήν του.
— Τι είδες; ηρώτησε.
— Τίποτε.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο ιερεύς εξήλθε της καλύβης και με βήματα αργά
διέσχισε τον κήπον. Δεν εφόρει το ράσον του. Εις τας ανυψωμένας χείρας
εκράτει το ευχολόγιον και το αρτοφόριον. Εβάδιζε με ορθίαν και ακίνητον
την κεφαλήν, με το βλέμμα ήρεμον, ενώ έσειεν ο άνεμος την λυτήν κόμην
του. Εφαίνετο άλλος ήδη άνθρωπος!
Επλησίασε προς τον γέροντα και προς την σύζυγόν του χωρίς ουδεμίαν να
εκφράση απορίαν διά την έλευσίν της. Αμφότεροι εκείνοι δεν εκινήθησαν
προς προϋπάντησίν του. Τον επερίμενον να έλθη. Δεν απηύθυναν ερώτησιν
προς αυτόν. Επερίμενον να ομιλήση.
— Ανεπαύθη, είπεν ο ιερεύς.
Ο Γεροθανάσης και η παππαδιά έκαμαν εν σιωπή τον σταυρόν των.
— Αύριον το πρωί θα έλθωμεν να τον θάψωμεν, εξηκολούθησεν.
Η φωνή του είχε τι το σοβαρόν, το επιβάλλον. Ουδέποτε η σύζυγός του τον
ήκουσεν ομιλούντα ούτω. Τον ήκουε και τα δάκρυα ανέβαινον ησύχως εις
τους οφθαλμούς της. Ησθάνετο ότι η δοκιμασία αύτη ενίσχυσε διά παντός
την ψυχήν του.
— Να μείνω εδώ την νύκτα; ηρώτησεν ο Γεροθανάσης.
— Μείνε, θα έλθω πολύ πρωί.
Και βλέπων την σύζυγόν του, ήτις έτεινε προς αυτόν το ράσον,
— Καλά έκαμες και μου το έφερες, είπεν. Εσκέπασα με το άλλο τον νεκρόν.
Και βαδίζοντες ο είς παρά τον άλλον επέστρεψαν εις την οικίαν των πεζοί
ο ιερεύς και η σύζυγος του.
Ο ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΟΣ
Ο λόγος ήτο περί σκύλων.
Το δείπνον είχε τελειώσει. Αι κυρίαι εις τον εξώστην εθαύμαζον τα
φλόγινα νέφη της δύσεως, ημείς δε περί την τράπεζαν επίνομεν τον καφέν
καπνίζοντες. Ο Ανδρέας μόνος, ο ανεψιός μου, όστις δεν καπνίζει ακόμη ή
καπνίζει εν τω κρυπτώ, έπαιζεν εις μίαν γωνίαν με τον σκύλον του. Αλλ' η
θορυβώδης εκδήλωσις της αμοιβαίας των δύο τούτων αγάπης δεν συνετέλει
ούτε προς διασκέδασιν, ούτε προς την καλήν χώνευσιν ημών των περί την
τράπεζαν πρεσβυτέρων. Ουδείς παρεπονείτο, διότι ο μεν Ανδρέας ήτο του
οικοδεσπότου ο μονογενής υιός, ο δε σκύλος ήτο ο αγαπητός του Ανδρέα
σύντροφος· δεν εχρειάζετο όμως μεγάλη ευφυίας δόσις διά να εννοήση τις,
ότι οι πλείστοι ηθέλομεν ευχαριστηθή επί τη αποπομπή του ζωηρού
τετραπόδου. Ο γαμβρός μου, όστις δεν εννοεί δυσκόλως, έσπευσε να μας
απαλλάξη της παρουσίας του, προς προφανή του υιού του δυσαρέσκειαν.
Επανελθούσης της ησυχίας, επανελήφθη ζωηροτέρα περί την τράπεζαν η
συνομιλία, φυσικώ δε τω λόγω, ηρχίσαμεν λαλούντες περί του
αποπεμφθέντος, περί των ποικίλων αρετών του, περί της καταγωγής του και
εν γένει περί σκύλων. Προκειμένου περί σκύλων κατηντήσαμεν από έν εις
άλλο εις το κεφάλαιον της λύσσης. Ο δε Ανδρέας, όστις εφαίνετο πλέον
παντός άλλου ενδιαφερόμενος εις το αντικείμενον τούτο, ηρώτησε τον ιερέα
του χωρίου, μετά του οποίου είχομεν συνδειπνήσει, εάν ήτο συνήθης η
λύσσα εις το χωρίον.
— Συνήθης όχι, αλλ' όχι και άγνωστος, απεκρίθη ο Παππά-Σεραφείμ και μας
διηγήθη, μεταξύ άλλων, τα της ασθενείας ενός καλού σκύλου του, τον
οποίον είχεν αναγκασθή πρό τινων ετών να φονεύση, αφού εβεβαιώθη ότι
ασθένειά του ήτο η λύσσα.
Την διήγησιν του ιερέως διέκοπτεν ανά πάσαν στιγμήν ο Ανδρέας, με τας
ερωτήσεις του: Πώς ενόησεν ο Παππά-Σεραφείμ ότι ο σκύλος ήτο
λυσσασμένος, τι τον έκαμε, πού τον έδεσε, πώς τον εφόνευσε; Ο ιερεύς
απεκρίνετο λεπτομερώς, εκ δε των ερωταποκρίσεων εκείνων ομολογώ ότι
έμαθα ουκ ολίγα περί λύσσης την εσπέραν εκείνην.
— Ομιλούμεν περί σκύλων, είπεν ο γαμβρός μου διακόψας τελευταίαν τινά
του υιού του ερώτησιν. Αλλά τι θα έλεγες, Ανδρέα, εάν ήκουες τον Παππά-
Σεραφείμ να σου διηγηθή ότι είδε και άνθρωπον λυσσασμένον;
— Άνθρωπον λυσσασμένον! ανεφώνησεν ο Ανδρέας. Όλοι δε μετ' αυτού
ηρχίσαμεν απευθύνοντες ερωτήσεις προς τον ιερέα. Πώς, πού, πότε, τι
συνέβη, τι απέγεινε;
Αι δασείαι οφρύες του Παππά-Σεραφείμ είχον συσταλή άμα ήκουσε τας
τελευταίας του γαμβρού μου λέξεις. Δεν απεκρίθη εις ουδεμίαν των
αλλεπαλλήλων ερωτήσεών μας· η σιωπή και η κατήφειά του εμαρτύρουν, ότι
αναμνήσεις θλιβεραί επίεζον την καρδίαν του, ότι δεν του ήτο αρεστόν να
τας αναξαίνη. Αλλά βλέπων όλους ημάς περιέργους και ανυπομόνους να τον
ακούσωμεν, ενίκησε τον δισταγμόν του, ανεκάθισεν επί της καθέκλας του,
εσήκωσεν από της κεφαλής το καλυμμαύχιόν του, το απέθεσεν επί της
τραπέζης, έτριψε δις ή τρις το μέτωπον με την δεξιάν παλάμην του, και
στηρίξας το ήρεμον βλέμμα κατά σειράν επί τους οφθαλμούς όλων ημών,
ήρχισεν ως εξής την διήγησίν του:
— Γνωρίζετε όλοι τα Παλαιά Αλώνια εδώ έξω, προς βορράν του χωρίου. Το
νεκροταφείον μας, καθώς ενθυμείσθε, κείται ολίγον μακρύτερα, προς
δυσμάς. Αμπέλια δεξιά, το βουνόν αριστερά, και ανάμεσα ο δρόμος από τ'
Αλώνια το νεκροταφείον. Εις το μέσον περίπου του δρόμου, προς του βουνού
το μέρος, ίσως παρετηρήσατε έν μεγάλον πεύκον· τα γηρασμένα του κλωνάρια
σχηματίζουν μικράν όασιν σκιάς, όταν ο ήλιος φλογίζη την άδενδρον
εκείνην έκτασιν. Οπόταν διαβαίνω εκείθεν και βλέπω το πεύκον, η καρδία
μου σφίγγεται, ο δε ήχος του μου φαίνεται ωσάν να συλλαβίζη το όνομα του
δυστυχούς Χρήστου.
Δεκατρία έτη επέρασαν έκτοτε. Ήτο περί τα μέσα Αυγούστου. πρό τινων
ημερών είχεν ακουσθή ότι εφάνη λύκος γύρω του χωρίου. Ο Γερομήτρος, ο
oποίος είχε κτίσει κατ' εκείνο το έτος την καλύβην του πλησίον εις τ'
Aλώνια, διηγείτο ότι αι φωναί του σκύλου του τον εξύπνησαν μίαν νύκτα,
ότι ήνοιξε το παράθυρον και είδεν έξω από τον τοίχον του αυλογύρου του
ένα φοβερόν λύκον, ότι ήρπασε το όπλον του και ετουφέκισεν, αλλά δεν τον
επέτυχε, και τον είδεν εις το φως της σελήνης αποσυρόμενον με την ουράν
χαμηλά και με βήματα ωσάν μεθυσμένου ανθρώπου, και ότι τόσον ετρόμαξεν,
ώστε δεν εσκέφθη να γεμίση και πάλιν το μονόκαννον όπλον του διά να
πυροβολήση εκ δευτέρου. Και από ποιμένας ηκούσθησαν άλλα παραπλήσια,
ώστε διέτρεχε φήμη εις το χωρίον, ότι λύκος επικίνδυνος ήτο πλησίον μας,
οι δε χωρικοί την νύκτα εκοιμώντο με τον ένα οφθαλμόν ανοικτόν, έχοντες
τον νουν εις τα ζώα των.
Ο κίνδυνος ήτο μεγαλείτερος παρ' όσον εφαντάζοντο, διότι ο εχθρός δεν
ήτο λύκος πεινασμένος, αλλά λυσσασμένη λύκαινα.
Έν απόγευμα — ήτο Δευτέρα — ο Χρήστος έβοσκε τα πρόβατα του πατρός του
πλησίον εις το πεύκον, περί του οποίου σας έλεγα. Εκάθητο εις την σκιάν
και διώρθωνε μίαν παλαιάν καρδάραν, ότε έξαφνα βλέπει τα πρόβατά του και
έφευγαν καταφοβισμένα, το έν επάνω εις το άλλο. Στρέφει προς το
νεκροταφείον, και τι να ιδή; Εις είκοσι βημάτων απόστασιν η λύκαινα
αγριευμένη, έτοιμη εις επίθεσιν, εδείκνυε τους φοβερούς οδόντας της.
Σηκώνεται αμέσως ο Χρήστος και αρπάζει μίαν πέτραν. Ο λύκος συνήθως
φοβείται τον άνθρωπον και φεύγει. Αλλ' ο Θεός να φυλάγη από λυσσασμένον
ζώον!
Ο Παππά-Σεραφείμ επήρε μηχανικώς από την τράπεζαν το καλυμμαύχιόν του
και το έθεσεν επί της κεφαλής του. Μετά τινων στιγμών σιωπήν επανέλαβεν·
— Συγχωρήσατέ με, φίλοι μου, να σας δώσω μίαν συμβουλήν, της οποίας
εύχομαι να μη λάβετε ποτέ ανάγκην. Λύκον λυσσασμένον δεν είναι πιθανόν
να ιδήτε ποτέ. Αλλ' εάν, ό μη γένοιτο, τύχη να oρμήση επάνω σας σκύλος
λυσσασμένος και δεν κρατήτε ή όπλον ή ξύλον αρκετά δυνατόν διά να του
σπάση το καύκαλον, προσέχετε προ παντός άλλου να προφυλάξετε τας χείρας
σας. Αν ζητήσετε με τας χείρας να παλαίσετε προς το ζώον, θα σας τας
δαγκάση. Σεις οι φραγκοφορεμένοι έχετε το καπέλον, εγώ το καλυμμαύχιόν
μου, ο φουστανελλάς το φέσι του. Οπωσδήποτε, έχετε τον νουν σας πώς να
υπερασπίσετε τας γυμνάς χείρας σας, μεταχειριζόμενοι το προφύλαγμά των
ως ασπίδα κατά του ζώου.
Ο Χρήστος δεν ήτο ούτε εις θέσιν ούτε εις καιρόν να προφυλαχθή. Αντί να
στρέψη τα νώτα η λύκαινα και να φύγη, εξ εναντίας, άμα είδε τον νέον
εγειρόμενον, χύνεται επάνω του, και πριν καν προφθάση ο Χρήστος να ρίψη
την πέτραν, οι εμπρόσθιοι πόδες του θηρίου έσφιγγον το δεξιόν πλευρόν
του και οι οδόντες του εξέσχιζον το στήθος του.
Η πέτρα έπεσεν από τα δάκτυλά του· αλλ' έμειναν και αι δύο του χείρες
ελεύθεραι.
Ο Χρήστος ήτο ο υψηλότερος νέος του χωρίου μας, εύρωστος και γενναίος,
σωστόν παλληκάρι. Αλλ' ο κίνδυνος κάμνει και τον δειλόν γενναίον.
Καταιβάζει διά μιας τον δεξιόν του βραχίονα και σφίγγει κάτω από την
μασχάλην τον λαιμόν της λυκαίνης, αρπάζει με την αριστεράν την κεφαλήν
της και προσπαθεί να την πνίξη! Τότε ήρχισε πάλη φοβερά. Οι όνυχες και
οι οδόντες του λυσσασμένου θηρίου κατεξέσχιζαν όλον το δεξιόν πλευρόν
του δυστυχούς νέου. Δεν ηδύνατο να μεταχειρισθή την μάχαιράν του, διότι
διά να την εκβάλη από την ζώνην του έπρεπε να ελευθερώση την κεφαλήν της
λυκαίνης, την οποίαν εκράτει πάντοτε με την αριστεράν χείρα του. Δεν
ηδύνατο να κινήση την δεξιάν και να χαλαρώση την λαβίδα, όπου έμενε
σφιγμένος ο λαιμός του ζώου. Να φωνάξη δεν ετόλμα. Αλλοίμονον εις όποιον
παλαίη, εάν αρχίση να εξοδεύη τας δυνάμεις του φωνάζων! Επί τέλους
πίπτουν κατά γης και οι δύο, χωρίς να διασπασθή ο φρικτός εκείνος
εναγκαλισμός. Ο Χρήστος απ' επάνω, η λύκαινα από κάτω· αλλ' η κεφαλή της
απλάκωτος αντίκρυ του στήθους του Χρήστου, το οποίον κατεσπάρασσε
πάντοτε, αγωνιζομένη ν' απαλλαγή.
Ο Χρήστος ησθάνετο τας δυνάμεις του εκλειπούσας και ήρχιζε ν'
απελπίζεται, ότε έξαφνα ακούει μακρόθεν μίαν φωνήν, την φωνήν του
Γερομήτρου.
— Βάστα, Χρήστε, έφθασα!
Τα πρόβατα του Χρήστου φεύγοντα είχον φθάσει μέχρι της καλύβης του
Γερομήτρου. Εκπλαγείς ο γέρων ήνοιξε την θύραν του και είδε μακρόθεν τον
Χρήστον παλαίοντα με το θηρίον. Αρπάζει αμέσως το όπλον του από τον
τοίχον και τρέχει δρομαίος, όσον το εσυγχώρουν οι γεροντικοί πόδες του.
Ότε επί τέλους έφθασεν υπό το πεύκον και εστάθη άνω του συμπλέγματος
εκείνου, ευρέθη εις αμηχανίαν. Πώς να πυροβολήση το ζώον χωρίς να βλάψη
τον άνθρωπον; Ο Χρήστος, νέας λαβών δυνάμεις ως εκ της επελθούσης
επικουρίας, σφίγγει την κεφαλήν της λυκαίνης, την κρατεί όσον ηδύνατο
μακράν του στήθους του και φωνάζει: Φωτιά! Ο γέρων, χωρίς να χάση
καιρόν, στηρίζει την κάνναν εις το αυτίον του ζώου και πυροβολεί. Η
λύκαινα έμεινεν εις τον τόπον.
Ο Παππά-Σεραφείμ εσιώπησεν επ' ολίγον. Ουδείς ημών διετάραξε την σιωπήν
του. Εβλέπομεν ότι είχε και άλλα να μας είπη και επεριμένομεν.
Ο ήλιος εν τούτοις είχε δύσει· εντός του θαλάμου αι γωνίαι ήρχισαν να
μαυρίζουν· αι κυρίαι έμενον εισέτι εις τον εξώστην και ηκούομεν τας
ζωηράς ομιλίας και τον εύθυμον γέλωτά των.
— Ηξεύρετε, φίλοι μου, εξηκολούθησεν ο ιερεύς, τι εσκεπτόμην τώρα και
τι συχνάκις σκέπτομαι; Εσκεπτόμην πόσον η αμάθεια μας ζημιώνει, πόσα
δεινά ηθέλομεν αποφεύγει ή μετριάζει, εάν εγνωρίζαμεν πλειότερα
πράγματα. Αλλά ποίος να μας τα διδάξη; Η αλήθεια είναι ότι
καλλιτερεύομεν βαθμηδόν και ολίγον κατ' ολίγον· αλλ' είμεθα ακόμη πολύ
οπίσω. Ηξεύρετε ότι εις όλα εδώ τα χωρία της περιφερείας μας ούτε ιατρός
υπάρχει, ούτε φαρμακείον. Δεν γνωρίζω εάν ετυπώθη ποτέ εις Αθήνας, έως
εδώ όμως δεν έφθασε ποτέ ούτε βιβλίον, ούτε φυλλάδιον με οδηγίας περί
του πώς ν' αποφεύγωμεν ή να θεραπεύωμεν τας κοινοτέρας νόσους, δεν λέγω
την λύσσαν, αλλά τας ασθενείας αι οποίαι θερίζουν αδίκως τα τέκνα μας!
Ας είναι! θα γείνουν όλα με τον καιρόν.
Ότε επέστρεψεν εις το χωρίον ο Χρήστος, στηριζόμενος εις τον ώμον του
Γερομήτρου, αιματωμένος, πληγωμένος, με τα φορέματα σχισμένα, το χωρίον
ολόκληρον κατεταράχθη. Το έμαθα αμέσως και έτρεξα να τον ίδω. Έζη εις
του πατρός του, εις εκείνην την δίπατον οικίαν παρέκει από το καφενείον,
εις τον δρόμον της εκκλησίας. Κάτω αποθήκη και ελαιοτριβεία, επάνω δύο
μικρά δωμάτια, η δε είσοδός των από μίαν εξωτερικήν κλίμακα εις το
πρόσωπόν της οικίας, επί του δρόμου.
— Εκεί όπου κατοικεί τώρα ο δημοδιδάσκαλος; ηρώτησεν ο Ανδρέας.
— Εκεί. Ότε ανέβην, μόλις και μετά βίας κατώρθωσα να φθάσω μέχρι του
Χρήστου. Αι γειτόνισσαι είχον πλημμυρήσει και τα δύο δωμάτια και
περιεκύκλωναν τον νέον, συμπαθείς αλλ' άχρηστοι, αντί βοηθείας φέρουσαι
σύγχυσιν.
Η πρώτη ανάγκη δεν ήτο να πλυθούν τα αίματα ή να διορθωθούν τα φορέματα
του Χρήστου, αλλά να καυτηριασθούν αι πληγαί του. Ουδείς όμως εκεί
εσκέπτετο περί τούτου. Η σκέψις και η συλλογή ήτο πώς να προμηθευθούν
λυσσόχορτον. Τι δεν είπα διά να τους πείσω να τον στείλουν αμέσως εις
Αθήνας, εις το νοσοκομείον. Δεν ήθελαν να το ακούσουν· Λυσσόχορτον και
πάλιν λυσσόχορτον! Αυτό ήτο η επιθυμητή πανάκεια, αλλά κανείς εις το
χωρίον δεν είχε λυσσόχορτον.
— Τι χόρτον είναι τούτο; ηρώτησα διακόψας τον ιερέα.
Οι οφθαλμοί όλων των περί την τράπεζαν εστράφησαν διά μιας προς εμέ και
ησθάνθην ότι ηρυθρίασα υπό τα βλέμματά των. Είδα ότι η διακοπή μου
δυσηρέστησε το ακροατήριον και μετενόησα διά την άκαιρον ερώτησίν μου.
Δεν ήτο κατάλληλος η στιγμή διά βοτανικάς ερεύνας, αλλ' αργά το ενόησα.
— Δεν ηξεύρω πώς να το περιγράψω, διότι δεν το γνωρίζω, απεκρίθη ο
ιερεύς. Υποθέτω ότι βλαστάνει εις Σαλαμίνα. Είναι μυστικόν και εισόδημα
των καλογήρων της Φανερωμένης. (1)
Δεν εζήτησα πλειοτέρας διασαφήσεις, αλλ' έκυψα σιωπηλώς την κεφαλήν. Ο
Παππά-Σεραφείμ ενόησε την στενοχωρίαν μου και εξηκολούθησεν ως εξής·