Ενίοτε απορώ εγώ αυτός πώς εκτελώ ακριβώς και αλανθάστως την γραφικήν

μου εργασίαν, ενώ πλανάται ο νους μου αλλαχού, — πώς συγκεντρούται η

προσοχή μου εις το έργον μου, ενώ η ψυχή μου απουσιάζει. Μη υπάρχουν δύο

άνθρωποι εντός μου, και μοιράζεται εις δύο η ενέργειά των; Εξ ενός ο

δούλος της συνηθείας, η εργαζομένη μηχανή, ο ετεροκίνητος τροχός, — εξ

άλλου η αμετάβλητος σκέψις, η ακατάβλητος οδύνη, η διηνεκής ανάμνησις;

Εξ ενός η θέλησις, εξ άλλου η συνείδησις; Επροσπάθησα να μεταβάλω την

σκέψιν, να καταβάλω την οδύνην, να νικήσω την ανάμνησιν, επάλαισαν επί

πολύ εντός μου τα αντίθετα στοιχεία, αλλ' η θέλησις δεν ισχύει. Ενίκησεν

η συνείδησις!

Δ'.

Ο Γερμανός ιατρός θαυματουργεί. Πανταχού ακούω εξυμνούμενα τα

κατορθώματά του. Εθεράπευσε του ενός το χρόνιον και επίμονον νόσημα,

έσωσε τον άλλον, καίτοι καταδικασθέντα παρά των λοιπών ιατρών. Οι

πάσχοντες προσέρχονται σωρηδόν εις την οικίαν του, οι συνάδελφοί του

επιζητούν την αρωγήν του. Αντικείμενον της ομιλίας και του θαυμασμού της

Ερμουπόλεως είναι προ ημερών ο Γερμανός!

Τοιαύτα επηύχοντο οι συμμαθηταί και οι καθηγηταί εις εμέ, ότε ανεχώρουν

εξ Αμερικής. Τοιούτον μοι επηγγέλλετο το μέλλον ο πρόεδρος της Σχολής,

ότε εντός της αιθούσης επέστεφε διά λατινικής προσλαλιάς την απονομήν

του διπλώματος, το δε συνωθούμενον πλήθος ανευφήμει τον νέον Έλληνα

ιατρόν.

Διατί αναπολώ ταύτα, και προς τι; Δεν είμαι πλέον ιατρός, αφού η

επιστήμη μου αντί της σωτηρίας επέφερε τον θάνατον, — τον φόνον. Τούτο

επέβαλε τότε η συνείδησίς μου, σήμερον το επιβάλλει και η αμάθεια. Επί

δέκα ήδη έτη απέμαθα την μη εξασκουμένην ιατρικήν. Σήμερον είμαι γραφεύς

της Αγγλικής γλώσσης και ουδέν άλλο, ουδέν περιπλέον! Ουδείς ενταύθα

γνωρίζει ότι ήμην ιατρός, ή και αν το εγνώριζε, το ελησμόνησεν. Αλλ'

ούτε μεταμελούμαι διά τούτο. Ούτως έπρεπε να γείνη και ούτως εγένετο.

Ήδη τετέλεσται!

E’.

Πρό τινος μία υποψία, ήτις και άλλοτε μ' εβασάνισε, μου πιέζει συχνάκις

τον νουν. Αμφιβάλλω τότε περί παντός, περί του παρελθόντος, περί του

παρόντος, περί της υπάρξεώς μου αυτής. Σκέπτομαι τότε μη διαφεύγη αληθώς

την θέλησίν μου η ενέργεια της διανοίας, μη τα γεννήματά της στηρίζωνται

επί της σαλευομένης βάσεως πάσχοντος εγκεφάλου, μη και η λύπη μου

αυτή... Διατί σκέπτομαι ταύτα; Διατί αι υποψίαι αύται, αι επιβαρύνουσαι

έτι μάλλον το αφόρητον άχθος του βίου; Όχι! Ο πάσχων τας φρένας δεν έχει

την συνείδησιν του πάθους του.

Ω! Είθε να ήμην παράφρων!

ΣΤ'.

Την νύκτα ότε άυπνος βλέπω τα αναρίθμητα άστρα ακτινοβολούντα εις την

απέραντον γαλήνην του ουρανού, και ακούω υπό τον εξώστην μου τον ήσυχον

φλοίσβον της θαλάσσης, διαπερούν ενίοτε την φαντασίαν μου, ως εικόνες

αλλεπάλληλοι, αι ολίγαι ευχάριστοι αναμνήσεις της ζωής μου. Ενθυμούμαι

τότε τον Αμερικανόν ευεργέτην μου, ενθυμούμαι τον ιερέα της

Ευαγγελιστρίας, ενθυμούμαι την Ψαριανήν γειτόνισσάν μου, ενθυμούμαι όσην

καλοσύνην απήντησα επί γης. Οι άνθρωποι δεν μου ηρνήθησαν ποτέ την

συμπάθειάν των, απ' εναντίας· αλλ' εγώ δεν την θέλω, ούτε ποτέ την

εζήτησα. Ίσως εάν την επεζήτουν δεν την απελάμβανα, διότι αποβαίνει

φορτική η μακρά δυστυχία, η δε φιλανθρωπία προσφέρει την ελεημοσύνην της

συμπαθείας εις δόσεις εφημέρους· δεν υποβάλλεται εις χρόνιον φόρον.

Δεν θέλω ούτε αγάπην, ούτε συμπάθειαν· θέλω να διέλθω άγνωστος και

απαρατήρητος εν τω μέσω των ανθρώπων, υποφέρων εν κρυπτώ το βάρος της

συμφοράς μου, μέχρις ου έλθη η ποθητή ώρα της απολυτρώσεως, — της

αναπαύσεως.

Επεθύμουν να γνωρίσω τον Γερμανόν, να τον ερωτήσω περί των γενομένων

ερευνών και προόδων εις την χρήσιν των αναισθητικών, να εξακριβώσω την

ατίαν του θανάτου της. Αλλά προς τι; Κατά τι θα ωφελήση τούτο; Το λάθος

μου δεν διορθώνεται, η νεκρά μου δεν θ' αναζήση. Διατί να διακοινώσω εις

τον ξένον τούτον ό,τι ουδείς γνωρίζει;

Ότε εν τη απελπισία μου έκραξα ότι εγώ την εφόνευσα, παρεξήγουν πάντες

τους λόγους μου και ενόμιζον ότι παρεφρόνησα εκ της λύπης! Ας μείνη διά

παντός άγνωστον το φρικτόν μυστικόν μου. Μόνος ο ιερεύς της

Ευαγγελιστρίας το εγνώριζεν, αλλ' απέθανεν εκείνος. Δεν θα ερωτήσω τον

Γερμανόν.

Και όμως ποσάκις έκτοτε εμελέτησα τας αναλογίας και υπελόγισα τα

συστατικά του αιθέρος, διά του οποίου την εφόνευσα. Αλλά ταύτα δι'

υπολογισμών δεν εξακριβούνται. Ανάγκη πειραμάτων, πειράματα δε ούτ'

επεχείρησα ούτ' επιχειρώ πλέον. Πόσα τοιαύτα εδοκίμασα εις Βοστόνην,

πόσα εις Τήνον, και εις τι απέληξαν; Ενόμιζα ο μωρός ότι κατέχω το

μυστήριον της ακινδύνου αναισθησίας, ότι δι' εμού θ' αντανακλασθή εις

την Ελλάδα η δόξα της εφευρέσεως, ότι διά της επιτυχούς χρήσεως του

αιθέρος θ' ανακουφίσω εγώ την πάσχουσαν ανθρωπότητα, και τι κατώρθωσα;

Εθανάτωσα την γυναίκα μου!

Πώς δεν εκράτησε τότε την χείρα μου αμφιβολία τις; Την έβλεπα αγωνιώσαν,

κινδυνεύουσαν να συναποθάνη με το αγέννητον έτι τέκνον της, και την

απεκοίμισα διά του αιθέρος. Την απεκοίμισα πεποιθώς ότι θ' αφυπνισθή και

θα ίδη ευτυχής και σώα το βρέφος, χάριν του οποίου εκινδύνευεν η ύπαρξίς

της. Δεν αφυπνίσθη εκείνη. Εγώ αφυπνίσθην εκ της απατηλής μου

ματαιοφροσύνης, ότε την είδα νεκράν ενώπιον μου και νεκρόν το τέκνον

μου!

Πόθεν το λάθος μου; Μη έσφαλα εις την δόσιν; Μη υπερείχεν εις την

σκευασίαν το οξικόν οξύ; Μη επλανήθην ως προς την κράσιν της, ή επήλθεν

αλλοίωσις απρόβλεπτος εις τας σωματικάς ενεργείας;

Ω της εγκληματικής μωρίας μου! Τις εγώ ο νομίσας ότι ήσαν εις την

εξουσίαν μου της φύσεως τα μυστήρια; Ότε είδα την ωχρότητα του θανάτου

εις το πρόσωπόν της και ήκουσα τους τελευταίους βιαίους παλμούς της

καρδίας της, τότε συνησθάνθην την φρίκην του έργου μου και απηλπισμένος

έτρεξα και ερρίφθην εις την θάλασσαν. Διατί με έσωσαν; Διατί δεν με

αφήκαν να αποθάνω; Τι εκέρδισα ζων;

Η'.

Διατί ήλθεν ο Γερμανός ενταύθα; Διατί παρήτησε την πατρίδα του; Μη ώθησε

και τούτον η κακή τύχη να έλθη να ταφή ζων μεταξύ ξένων αγνώστων. Αυτός

όμως εξασκεί το έργον του, ενώ εγώ απηρνήθην την επιστήμην. Αλλ' η

δυστυχία έχει φάσεις ποικίλας και χείρας πολλάς. Του ενός η συμφορά δεν

ομοιάζει προς την του άλλου. Τις οίδε πώς ούτος επλήρωσε τον φόρον του

εις την Ειμαρμένην! Τις οίδεν οποίον βάρος φέρει η συνείδησίς του!

Θ'.

Συχνάκις αναπολώ τον πρώτον μετά της μνηστής μου περίπατον. Ο ήλιος είχε

δύσει, αλλ' αι ακτίνες του εφώτιζον εισέτι την εξοχήν. Κατεβαίνομεν το

βουνόν επιστρέφοντες εις την πόλιν. Εκράτει δέσμην ανθών αγρίων εις την

μίαν χείρα, διά της άλλης εστηρίζετο επί της χειρός μου. Η ψυχή μου ήτο

πλήρης ευτυχίας! Διηρχόμεθα τον έμπροσθεν του ανεμομύλου αγρόν εις τα

πρόθυρα της πόλεως. Ο τροχός του δεν εκινείτο, είχον επιδεθή τα ιστία

του. Εις την θύραν της παρακειμένης καλύβης εκάθηντο ο γέρων μυλωνάς και

η σύζυγός του. Ο υιός των επότιζε τον περί τον μύλον κήπον, η νύμφη των

επί χαμηλού σκαμνίου έρραπτεν εισέτι, κύπτουσα διά να βλέπη, τα δε δύο

της τέκνα, οι έγγονοι των δύο γερόντων, έπαιζον εκεί, και αντήχουν οι

γέλωτές των. Ήτο σκηνή αληθούς ευτυχίας εκείνη. Εστάθημεν και εβλέπομεν,

απολαύοντες μακρόθεν την ηδονήν της γαληνιαίας φαιδρότητάς της. Έθλιψα

εν συγκινήσει την χείρα της μνηστής μου. Ω! εψιθύρισα, θα μας αξιώση και

ημάς ο Θεός να γηράσωμεν ούτω περικυκλωμένοι;

Εμειδίασεν εκείνη. — Πολύ βιάζεσαι, είπεν. Ας χαρώμεν την νεότητα και ας

μη προμελετώμεν το γήρας.

Δεν εχάρημεν την νεότητα, και δεν θα έλθη το γήρας. Δι' εκείνην βεβαίως

όχι. Είθε όχι και δι' εμέ!

Ι'.

Βάσις της ευτυχίας η άγνοια του μέλλοντος. Τις θα έχαιρε ποτέ, εάν

ηδύνατο να προΐδη ότι η παρούσα χαρά θα μετατραπή εις λύπην; Τις θα

ηγάπα, εάν εγνώριζεν οποίους σπαραγμούς μέλλοντας υποκρύπτει η πηγή

οπόθεν αναβρύει σήμερον η ευδαιμονία; Τις θα ήλπιζεν, εάν δεν έμενον

κρυμμένα τα επερχόμενα δεινά; Ενόσω είναι ο άνθρωπος νέος, το στάδιον

του αγνώστου απλούται ευρύτερον ενώπιον της τυφλότητός του, όσον δε

πλειότερον απέχει το μέλλον, τόσον μεγαλειτέρα η εκ της αγνοίας του

πηγάζουσα ευτυχία!

Αλλ' όταν το δάκτυλον της Ειμαρμένης στηλωθή εις σελίδα υπό της χειρός

της ανοιχθείσαν, όταν ο κρύπτων τα μετέπειτα πέπλος σχισθείς αποκαλύψη

τας όπισθεν αυτού συμφοράς, τότε διαλύεται η πλάνη, τότε επέρχεται

αφύπνισις σκληρά, τα δε όνειρα διαδέχεται η απελπισία.

Το βλέπω εγώ το δάκτυλον της Ειμαρμένης, βλέπω την σκιάν του επί του

ανοικτού βιβλίου της ζωής μου. Διά του σχισθέντος πέπλου βλέπω

προκεχαραγμένην την τροχιάν μου μέχρι του κρημνού όπου θα καταλήξη!

Αλλ' όχι! Απατώμαι και ματαιοφρονώ. Ουδ' επί τοσούτον δύναμαι να

καυχηθώ. Ο άνευ ελπίδος ζων γνωρίζει μόνον τι εστερήθη, γνωρίζει ότι

θα διέλθη ημέρας αφωτίστους εκ του φωτός της ευτυχίας, αλλά δεν γνωρίζει

ούτε δύναται να προΐδη τι εισέτι κρύπτεται εντός του έμπροσθεν αυτού

σκότους.

Αλλ' είναι πλήρες το ποτήριον, δεν χωρεί άλλην πλέον ρανίδα! Και μη

απαιτήται αύξησις ποσού διά ν' αυξήση η πικρία της πικρίας του; Μη δεν

αυξάνη αφ' εαυτής, καθ' όσον ο χρόνος παρέρχεται;

Ω, το βάρος της ζωής! Ω, η αφόρητος ανία της υπάρξεως!

ΙΑ'·

Επί τέλους! η λύσις παρουσιάζεται αφ' εαυτής! Επέρχεται η ποθητή

διέξοδος επί τέλους!

Την νύκτα, ενώ εσύριζεν ο άνεμος περί την σκέπην του εξώστου μου και η

θάλασσα εβρόντα κάτωθέν μου, ήκουσα αίφνης ξύλου τριγμόν και ησθάνθην

τον εξώστην σεισθέντα υπό την κεφαλήν μου. Το πρώτον μου αίσθημα ήτο

αίσθημα τρόμου. Αλλά διήλθεν ο φόβος ως αστραπή, και επλήσθη χαράς η

καρδία μου.

Επί τέλους!

Ανέκυψα και εκάθισα βλέπων κάτωθεν μου την αφρίζουσαν θάλασσαν. Έσεισα

τον εξώστην. Μόνον η προς την κεφαλήν μου πλευρά του ενέδιδεν υπό την

πίεσιν, αλλ' επανήρχετο μετ' ελαστικότητος εις την προτέραν της θέσιν.

Επροσπάθησα να καθησυχάσω τα αισθήματά μου και να κατατάξω τας σκέψεις

μου. Τι έτριξε; Πώς και διατί;

Δεν κατέβην ποτέ εις τον κρημνόν διά να επεξεργασθώ κάτωθεν τα του

εξώστου μου. Εκ των επί των σανίδων του καρφίων φαίνεται ότι στηρίζεται

επί δύο πασσάλων κτισμένων εντός του τοίχου, αλλ' ούτε το πάχος ούτε την

στερεότητα των πασσάλων δύναται τις άνωθεν να εξακριβώση. Οπωσδήποτε,

φανερόν ότι η υπόκρυφος εργασία της φθοράς εγένετο βαθμιαίως και ήδη το

ξύλον απέκαμεν. Εχωρίσθησαν αι φθαρείσαι ίνες του, αλλ' όχι καθ'

ολοκληρίαν εισέτι. Αλλά και οι δύο πάσσαλοι θα είναι εξ άπαντος της

αυτής προελεύσεως και της αυτής στερεότητος. Διατί δεν έτριξεν επίσης

και δεν σαλεύει και ο υπό τους πόδας μου; Διότι το βάρος εκεί

ολιγώτερον, η δε φθορά κατά συνέπειαν βραδυτέρα.

Αλλ' εάν ο είς μόνος πάσσαλος θραυσθή, ενώ ο άλλος αντέχει εισέτι, ο

εξώστης θα κρεμασθή χωρίς διά μιας να καταπέση. Και τότε; τι εκέρδισα;

Διά να καταπέση ανάγκη εκ παραλλήλου και ταυτοχρόνως να προβή και των

δύο πασσάλων η φθορά. Και τότε; Τότε υπό το βάρος μου θα συντριβή και θα

πέση μίαν νύκτα ο εξώστης, και λήγει το μαρτύριον!

Θα μεταβάλω θέσιν επί του εξώστου. Θα τοποθετήσω το προσκέφαλον εκεί

όπου μέχρι τούδε ήσαν οι πόδες μου.

Παραβαίνω μήπως την δοθείσαν υπόσχεσιν; Όχι. Δεν πηγαίνω εγώ προς τον

θάνατον, αλλ' ιδού ο θάνατος απρόσκλητος έρχεται προς εμέ. — Καλώς να

έλθη!

ΙΒ'.

Εβδομάς παρήλθεν ολόκληρος, αντέχει δε στερεώς εισέτι ο άλλος πάσσαλος.

Ουδέ τριγμός ουδέ σάλευμα. Θα περιμείνω με υπομονήν, δεν θα επισπεύσω

την καταστροφήν. θα έλθη αφ' εαυτής, θα έλθη!

Εδοκίμασα τι θα συμβή οπόταν συντριβή και πέση ο εξώστης. Έρριψα λίθον

ογκώδη κατά κάθετον επί του βράχου. Ο λίθος εκυλίσθη πηδών μέχρι της

άκρας του κρημνού, εκείθεν κατέπεσε, και ήκουσα κάτωθεν την βοήν της

βαθείας θαλάσσης. Έρριψα λιθάριον μικρόν και κατεκρημνίσθη κυλισθέν

επίσης. Ουδεμία επί των βράχων εξοχή ικανή να εμποδίση το κύλισμα

οιουδήποτε βαρέος σώματος.

ΙΓ'.

Προσοχή, προσοχή! Σήμερον συνέλαβα τον εαυτόν μου αυτοφώρω μονολογούντα,

— ίσως και χειρονομούντα.

Ενώ επέστρεφα εις την οικίαν μου, μία γραία εις την καμπήν της οδού

εστάθη διά μιας απέναντί μου, ως τρομάξασα, και με παρετήρει. Συνελθών

εν ακαρεί, ήκουσα τον ήχον της φωνής μου.

Προσοχή! Εάν προδοθώ, εάν εννοηθούν οι σκοποί μου, ενδέχεται να

εμποδισθή η εκτέλεσίς των. Διά τούτο δεν διέκοψα την εργασίαν μου, αλλ'

εξακολουθώ επισκεπτόμενος τα γραφεία των πελατών μου ως πρότερον. Αλλ'

εάν δεν είμαι κύριος εμαυτού, εάν η φωνή μου εμφαίνη τα διανοήματά μου

χωρίς να το θέλω και χωρίς να το γνωρίζω, τότε τι το όφελος των μέτρων

μου περί τα λοιπά; Προσοχή μη προδοθώ!

ΙΔ'.

Σήμερον συνήντησα καθ' οδόν τον Γερμανόν ιατρόν μόλις δυνάμενον να σταθή

εις τους πόδας του. Ήτο μεθυσμένος ως κτήνος! Ήκουσα και άλλοτε ότι το

συνηθίζει, αλλά δεν έτυχε να τον ίδω ποτέ καθώς τον είδα σήμερον. Ήτο

ελεεινός!

Εννοώ το κινούν αυτόν ελατήριον. Θέλει ο δυστυχής να πνίξη την φωνήν της

συνειδήσεως, θέλει να μη την ακούη.

Υπάρχουν σκέψεις και αναμνήσεις, εις των οποίων, την βάσανον ο άνθρωπος

δεν αντέχει. Προσπαθεί να τας διώξη, αλλά δεν ημπορεί να τας εξαλείψη,

ούτε να τας διεκφύγη.

Εάν υποβάλη την διάνοιάν του εις αδιάκοπον εργασίαν, μεταξύ του

αντικειμένου της μελέτης και των οφθαλμών του παρεισδύεται η εικών, την

οποίαν επεθύμει να λησμονήση. Εάν κλείση τους οφθαλμούς, την βλέπει και

πάλιν ζωντανήν ενώπιόν του. Εάν επιζητήση την λήθην εις τας περιπετείας

βίου πλάνητος, δεν θα την εύρη ούτ' εκεί. Όσω μακράν και αν υπάγη, τον

παρακολουθεί αναπόσπαστος η συνείδησίς του και τον συνοδεύει η θλίψις

του. Παραδίδεται τότε εις την μέθην, θέλων και προσπαθών ν' αποκτηνωθή.

Τινές, ευτυχέστεροι, παραφρονούν.

Θεέ μου, θεέ μου, δεν είναι απλούστερον και προτιμότερον ο θάνατος;

ΙΕ'.

Ο εξώστης είναι εισέτι στερεός υπό την κεφαλήν μου, αλλ' υπό τους πόδας

μου τον αισθάνομαι κλονούμενον περισσότερον και ευκολώτερον. Εικάζω ότι

ο πάσσαλος εσχίσθη οριζοντίως, αλλ' όχι καθ' όλον το μήκος του, και διά

τούτο αντέχει εισέτι. Εσκέφθην όμως ότι, αν καταστραφή αυτός, ο εξώστης

θα κρημνισθή και αν έτι διατηρήται στερεός ο άλλος πάσσαλος. Δεν θα

καταπέση ίσως επί των βράχων διά μιας, αλλά θα μείνη κρεμάμενος εκ της

μιας των πλευρών του, τα δ' επ' αυτού θα πέσουν εξ ανάγκης επί του

κρημνού. Αι κιγκλίδες δεν θα εμποδίσουν την πτώσιν του εξώστου. Εξήτασα

καλώς τα ξύλα, τα οποία συνδέουν άνωθεν τας κιγκλίδας. Είναι εκατέρωθεν

προσηλωμένα επί του τοίχου της οικίας, αλλά τόσον ατέχνως και ασθενώς,

ώστε θα ενδώσουν εις την ελαχίστην βίαν ή πίεσιν. Ουδεμία ανάγκη να

περιμένω μέχρις ου τρίξη και διαρραγή και ο άλλος πάσσαλος. Θα

τοποθετήσω και πάλιν το προσκέφαλον εις την σαλευομένην πλευράν του

εξώστου. Ίσως ούτω το τέλος επέλθη ταχύτερον.

ΙΣΤ'.

Η Μοίρα προώρισε το πέλαγος ως τάφον της οικογενείας μου. Ανέκαθεν είχα

το προαίσθημα ότι εντός αυτού θα εύρω και εγώ την αιώνιον ανάπαυσιν.

Τους άλλους τρώγει το χώμα, τα ιδικά μας οστά καλύπτονται υπό φυκών και

οστράκων εις τα βάθη της θαλάσσης.

Εκ της λέμβου του Αμερικανικού πλοίου, εις την οποίαν οι ναύται διά της

βίας μας έσπρωξαν την μητέρα μου κ' εμέ, τον είδα κατά την φρικτήν

εκείνην νύκτα, τον είδα τον δυστυχή μου πατέρα καλυπτόμενον υπό των

υδάτων.

Οι Τούρκοι ελεηλάτουν και έσφαζον εντός της πόλεως, ενώ ημείς εφεύγομεν

προς την παραλίαν. Η λέμβος επερίμενε πλήρης ήδη προσφύγων. Μας έσπρωξαν

εντός αυτής οι ναύται, την μητέρα μου κ' εμέ, και η λέμβος απεμακρύνθη

της ακτής. Ο πατήρ μου ερρίφθη εις την θάλασσαν και μας ηκολούθει

κολυμβών. Αλλ' οι Τούρκοι ήσαν ήδη επί της παραλίας με τα ξίφη γυμνά, με

τα όπλα απαστράπτοντα υπό το φως της σελήνης. Εκράτουν το φόρεμα της

μητρός μου, ορθίας εντός της λέμβου, βωβός εκ του τρόμου, με τα βλέμματα

προσηλωμένα προς τον πατέρα μου. Αίφνης είδα τας λάμψεις

εκπυρσοκροτήσεων, ήκουσα τουφεκισμούς και είδα τον πατέρα μου υψούντα

τας χείρας, και έπειτα... δεν τον είδα πλέον.

Η μήτηρ μου έπεσεν ως νεκρά εντός της λέμβου, και ως νεκράν την

μετέφερον οι ναύται επί του πλοίου. Και εγώ εξηκολούθουν κρατών με τας

δύο χείρας το φόρεμά της. Αι φιλάνθρωποι φροντίδες των ξένων την

επανέφερον εις την ζωήν. Αλλά δεν ήτο ζωή εκείνη! Εφαντάζετο διαρκώς ότι

βλέπει τον σύζυγόν της διωκόμενον υπό των Τούρκων, δεν με ανεγνώριζεν,

έκλαιε λέγουσα ότι έσφαξαν και το τέκνον της οι Τούρκοι. Εις μάτην

κατεφίλουν τας χείρας της, εις μάτην έκραζα:

— Εδώ είμαι μητέρα!

Παρεφρόνησεν, η τάλαινα. Αλλά το μαρτύριον εκείνης δεν ήτο μακρόν ως το

ιδικόν μου. Συγχρόνως με του νου εξηντλήθησαν και του σώματός της αι

δυνάμεις. Απέθανε! Και εκ του καταστρώματος του πλοίου όπου, αντί

ιερέως, ο πλοίαρχος ανέγνωσεν εις ξένην γλώσσαν τας νεκρωσίμους

προσευχάς, το λείψανόν της σαβανωθέν εντός ιστίου, με σφαίραν βαρείαν

εις τους πόδας, ερρίφθη εις τα βάθη της θαλάσσης.

Ήμην δεκαετής τότε, ήμην εις ηλικίαν ώστε να αισθανθώ ολόκληρον την

πικρίαν των τραγικών εκείνων περιπετειών. Έκτοτε ενετυπώθη εις την ψυχήν

μου το προαίσθημα ότι τα οστά μου, καθώς τα οστά των γονέων μου,

πέπτωται να κυλίωνται εις τα άδυτα του πελάγους, μέχρις ου η κόνις

ανέλθη εις το φως του ηλίου αναμιγνυομένη με τους αφρούς των κυμάτων.

ΙΖ'.

Τέσσαρες εβδομάδες συνεπληρώθησαν σήμερον, ο δε εξώστης αντέχει εισέτι.

Ανά πάσαν εσπέραν προσδοκώ το τέλος, αλλ' ο ήλιος ανατέλλων μου το

αναβάλλει εις την αύριον. Απηύδησα περιμένων. Η κεφαλή μου αλγεί,

βομβούν τα ώτα μου, οι οφθαλμοί μου καίουν, αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι

πλέον επί πολύ να κυβερνώ τον νουν μου. Ελπίζω όμως, ελπίζω ότι

προσεγγίζει η καταστροφή. Αι σανίδες του εξώστου τρίζουν και κλονίζονται

επί μάλλον και μάλλον.

Ο ουρανός είνε σήμερον ζοφερός, ο άνεμος γίνεται σφοδρότερος, καθ' όσον

ο ήλιος καταβαίνει προς την δύσιν του. Εάν μεταβληθή εις τρικυμίαν την

νύκτα, ίσως οι πάσσαλοι επί τέλους συντριβώσιν.

Ίσως! Χθες προς το λυκαυγές μία λευκή περιστερά ήλθε κ' εκάθισεν επί των

κιγκλίδων του εξώστου άνωθεν της κεφαλής μου, πάλλουσα τας πτέρυγάς της.

Εντός του διαλυομένου σκότους, προτού ανατείλη ο ήλιος, την είδα

προσηλούσαν εις τους οφθαλμούς μου τους λάμποντας οφθαλμούς της. Το

βλέμμα της εξέφραζε θλίψιν άφατον. Εφαντάσθην ότι ήτο η ψυχή της

γυναικός μου και έκλαυσα. Ω, προ πόσου καιρού δεν έχυσα δάκρυα! Έκλαυσα

και ωμίλησα προς την λευκήν περιστεράν. Είπα της ψυχής μου τον πόνον.

Και με ήκουεν η περιστερά και μ' έβλεπε με το θλιβερόν βλέμμα της. Είπα

την ελπίδα μου ότι επέρχεται των δεινών μου η παύσις, ότι θα συνενωθώμεν

και πάλιν. Και ήνοιξε τας λευκάς της πτέρυγας η περιστερά και

απεμακρύνθη προσηλούσα εισέτι επ' εμού το βλέμμα. Μου εδείκνυεν άρά γε

τον δρόμον; Ω ψυχή της γυναικός μου, θα σε ακολουθήσω! Έρχομαι!»

Ενταύθα λήγουν αι αυτόγραφοι σημειώσεις του Φιλίππου Μάρθα. Δεν

απαιτούνται γνώσεις βαθείαι, ιατρικής, όπως εκ της αναγνώσεώς των

εννοήση πας τις ότι ο δυστυχής κατείχετο υπό της μονομανίας της

αυτοκτονίας. Εις τα αποσπάσματα ταύτα διαφαίνονται πάντα τα παθολογικά

συμπτώματα νοσούσης διανοίας.

Επί ικανάς ημέρας ηρεύνησα εις τα αρχεία της Ερμουπόλεως προς ανεύρεσιν

εγγράφου οιουδήποτε αναγομένου εις τον θάνατόν του. Επί τέλους ανεκάλυψα

δικαστικήν απόφασιν, διαλαμβάνουσαν ότι μη παρουσιασθέντος συγγενούς

τινος διεκδικούντος την κληρονομίαν του, μήτε δανειστού ουδενός, η

πενιχρά περιουσία του μετεβιβάζετο εις την κυριότητα του δημοσίου.

Επισυνημμένη δε εις την απόφασιν του δικαστηρίου υπήρχεν η σημείωσις της

επί δημοπρασίας εκποιήσεως των ολίγων σκευών του, εκκαθαρισάντων, κατά

λεπτομερή απογραφήν, δραχμάς πεντήκοντα τρεις και λεπτά τριάκοντα.

Εξ ετέρου εγγράφου, περισωζομένου εις την βιβλιοθήκην Ερμουπόλεως,

εξάγεται ότι τα βιβλία του δεν συμπεριλήφθησαν εις την δημοπρασίαν, αλλ'

εναπετέθησαν εις την δημοσίαν βιβλιοθήκην. Τα πλείστα είναι Αγγλικά και

ύλης ιατρικής, αλλ' υπάρχουν μεταξύ αυτών καί τινες Αγγλικαί εκδόσεις

Ελλήνων συγγραφέων. Το όλον της μικράς βιβλιοθήκης του Μάρθα απετελείτο

εκ τόμων τεσσαράκοντα περίπου. Εννοείται δε ότι δι' εμέ το κειμήλιον της

συλλογής ήτο το ιδιόγραφον σημειωματάριόν του.

Αλλ' εξ αμφοτέρων των εγγράφων τούτων ουδόλως εφωτίσθην ως προς τα καθ'

έκαστα της αποβιώσεώς του, παρήτησα δε πάσαν ελπίδα του να ικανοποιήσω

την περιέργειάν μου, ότε φυλλολογών, χάριν άλλων μελετών, την εν τη

βιβλιοθήκη Ερμουπόλεως συλλογήν της εφημερίδος «Ο Φανός του Αιγαίου»,

ανεκάλυψα εις το υπ' αριθμόν 319 και υπό ημερομηνίαν της 10ης

Σεπτεμβρίου 1847 φύλλον αυτής, μεταξύ των διαφόρων, την εξής παράγραφον:

— «Πλησίον όσων άλλων καταστροφών επέφερεν η φοβερά τρικυμία της

προχθεσινής νυκτός, έχομεν δυστυχώς να συγκαταριθμήσωμεν και τον θάνατον

του Φιλίππου Μάρθα. Οι γείτονες, μη ιδόντες αυτόν διόλης της ημέρας

χθες, επληροφόρησαν την αστυνομίαν ότι κατέπεσεν ο εξώστης της οικίας

του, κειμένης παρά την δυτικήν Εκκλησίαν. Διαρρηχθείσης της θύρας,

επεκυρώθησαν αι υποψίαι των γειτόνων. Καθ' ας ελάβομεν πληροφορίας, ο

Μάρθας εκοιμάτο συνήθως επί του εξώστου, τον οποίον η βία του ανέμου

κατέρριψεν επί των κατωφερών βράχων. Ο εξώστης και πάντα τα επ' αυτού

κατακυλισθέντα κατεποντίσθησαν εντός της βαθείας εις εκείνο το μέρος

θαλάσσης. Ο δυστυχής, πεποιθώς εις την στερεότητα του εξώστου, δεν

επρόφθασε να σωθή αφυπνιζόμενος. Η καταστροφή επήλθεν ακαριαίως ως εκ

της σφοδρότητος της τρικυμίας. Η εξακολούθησις αυτής δεν επέτρεψεν

εισέτι την εκεί έρευναν, αλλ' άνωθεν ουδέν φαίνεται επιπλέον, ούτε

πτώμα, ούτε σανίς, ούτε σινδόνη. Ο άνεμος πνέει νοτιοδυτικός, ώστε κατά

πάσαν πιθανότητα θα φέρη το λείψανον του πνιγέντος προς τας ακτάς της

Τήνου».

ΕΙΣ ΤΟΥ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΟΥ

Α'.

Είχε σχεδόν κενωθή η τραπεζαρία του ιατρού, όπου οι πελάται επερίμενον

την σειράν των. Ήτο η ενδέκατη προ μεσημβρίας, εδέχετο δε καθ' εκάστην

από της εννάτης μέχρι της ενδεκάτης και ημισείας. Το πρωί ειργάζετο εις

το Νοσοκομείον, μετά μεσημβρίαν δε επεσκέπτετο τους ασθενείς του κατ'

οίκον. Η πελατεία του ήτο πολυάριθμος, ουδέ περιωρίζετο μεταξύ των

κατοίκων μόνον της πρωτευούσης, καθότι το όνομά του, ως αρίστου

οφθαλμιατρού, ήτο γνωστόν και εις τας επαρχίας και εις το εξωτερικόν. Οι

ασθενείς συνέρρεον προς αυτόν πανταχόθεν, διό και οι ερχόμενοι προς

επίσκεψίν του εφρόντιζον να έλθουν ενωρίς, διά να καταλάβουν όσον ένεστι

καλλιτέραν σειράν έκαστος. Σπανιώτατον ήτο να έλθη τις μετά τας ένδεκα.

Ώστε και η μαγείρισσα, ήτις από το εις την αυλήν κείμενον μαγειρείον

ήνοιγε διά σχοινίου την έξω θύραν και εδείκνυεν εις τους μη ειδότας την

είσοδον του οικήματος, — άντικρυ του μαγειρείου, — και την τραπεζαρίαν,

— δεξιά της εισόδου, εις το ισόγειον, — έπαυε κατ' εκείνην την ώραν

ενασχολουμένη εις τα της υποδοχής των πελατών και επεδίδετο

αποκλειστικώς εις την προετοιμασίαν του προγεύματος.

Έμενον εισέπεριμένοντες να ίδουν τ ο ν ι α τ ρ ό ν τρεις πελάται, ή

μάλλον ειπείν τέσσαρες:

Μία κυρία κομψή με την μικράν θυγατέρα της, έχουσαν τους οφθαλμούς

δεμένους με λευκόν επίδεσμον, — είς κύριος μεσόκοπος φέρων ομματοϋάλια,

αλλ' υγιής άλλως τους οφθαλμούς, κατά το φαινόμενον τουλάχιστον, — και

είς νέος.

Ο νέος ήτο φοιτητής της φιλολογίας προπαρασκευαζόμενος διά τας εξετάσεις

του. Επόνει ο δυστυχής και εκράτει διαρκώς την χείρα επί του αριστερού

οφθαλμού του. Ήτο η σειρά του ήδη και επερίμενε μετά προφανούς

ανυπομονησίας, όρθιος, προσηλών τον δεξιόν οφθαλμόν εις την θύραν του

δωματίου του οφθαλμιατρού.

Ο μεσόκοπος ήτο έπαρχος Θήρας. Επωφελούμενος της εις Αθήνας διαμονής του

ήλθε να συμβουλευθή τον ιατρόν, δωρεάν, (διότι τον είχε συμβουλευθή προ

ενός ήδη έτους επί πληρωμή,) εάν δεν ήτο καλόν να προμηθευθή δυνατώτερα

ομματοϋάλια.

Ο άνθρωπος είχε διάθεσιν να συνάψη ομιλίαν μετά των ευρισκομένων εις την

τραπεζαρίαν, διά να παρέλθη ευκολώτερον ούτω η ώρα, αλλ' αι προς τούτο

απόπειραί του εναυάγησαν. Ο φοιτητής απεκρίθη πολύ λακωνικώς, ίσως

μάλιστα ολίγον αποτόμως, εις την ερώτησίν του εάν πονή κατά συνέπειαν

της πολλής μελέτης. Η δε κυρία, προσποιηθείσα ότι δεν ήκουσε φράσιν του

εγκωμιαστικήν διά την υπομονήν του κορασίου, εξηκολούθει συνδιαλεγομένη

με την μικράν της, αλλά τόσον ησύχως, ώστε μόλις ηκούετο ο ψιθυρισμός

των.

Απελπισθείς ο έπαρχος εβύθισε την χείρα εις τον κόλπον του και εκλέξας

διά της αφής μεταξύ πολλών και διαφόρων εγγράφων, εξήγαγε την Εφημερίδα

της Θήρας, προ ημερών ληφθείσαν, και ήρχισε ν' αναγινώσκη το κύριον

άρθρον, μολονότι το εγνώριζε πλέον εκ στήθους, λυπούμενος ότι δεν

ηδύνατο να το αναγνώση υψηλή τη φωνή, εις επήκοον του φοιτητού και της

κομψής κυρίας.

Ιδού τι έλεγε το άρθρον:

«Ο Κ. έπαρχος ανεχώρησε προχθές δι' Αθήνας. Ευχόμεθα να ίδωμεν αυτόν

προσεχώς επανακάμπτοντα, επ' αγαθώ της νήσου. Και όμως μετά λύπης,

υπαγορευομένης (το ομολογούμεν) εξ αισθήματος εγωιστικού, αναγράφομεν,

κατά δημοσιογραφικόν καθήκον, την επ' εσχάτοις διαδοθείσαν εν τη

πρωτευούση φήμην, ότι προσεκλήθη υπό της Κυβερνήσεως όπως διορισθή εις

θέσιν υψηλήν, ανταξίαν των μεγάλων αυτού προσόντων.»

Διηγήματα(#33709) · 第 6 / 12 段