συνέντευξιν. Η προνοητική προξενήτρια εσκέφθη ότι ήτο καλλίτερον να
είναι μόνοι μετ' αυτής ο γαμβρός και η νύμφη. Άλλως δε η νεωτέρα αδελφή
δεν θα παρευρίσκεται εις την συνέντευξιν, ώστε όλως περιττή η παρουσία
του Λιάκου. Η διαταγή ήτο να συνοδεύση ούτος τον σύζυγόν της εις την
λέσχην.
Εκόπησαν τα ήπατα του Πλατέα! Να υπάγη μόνος! Και πώς θα παρουσιασθή
ενώπιον των δύο Κυριών; Όχι. Τούτο δεν γίνεται! Αλλ' εξ ενός μέρους ο
Λιάκος, εξ άλλου ο σύζυγος της εξαδέλφης, συνενούντες τας προτροπάς και
τας ενθαρρύνσεις των, συνώδευσαν τον δυστυχή γαμβρόν, μέχρις ου έφθασαν
ενώπιον της οικίας, εκεί δε ανοιχθείσης της θύρας τον ώθησαν εντός
αυτής, τραυλίζοντα εισέτι διαμαρτυρήσεις, και επορεύθησαν εκείνοι προς
την λέσχην.
Ο Λιάκος υπέμεινε στωικώς την αποπομπήν του, αφού η ερωμένη του δεν
συμμετείχε της συνεντεύξεως, αλλ' ουχ ήττον η εσπέρα του εφάνη
ατελείωτος εις την λέσχην. Περί την δεκάτην ώραν ο υπηρέτης τον
ειδοποίησεν ότι ο κύριος καθηγητής τον περιμένει κάτω. Κατέβη δρομαίος
την κλίμακα και εύρε τον φίλον του περιμένοντα έξω, εις την οδόν. Υπό το
φως του φανού είδεν αμέσως ότι τα πράγματα έβαινον κατ' ευχήν. Εφαίνετο
άλλος άνθρωπος ο Κ. Πλατέας.
— Τα ετελείωσες; ηρώτησε μετ' ανυπομονησίας.
— Δεν είναι διόλου άσχημη, απήντησεν ο καθηγητής, μετ' εμφάσεως μη
προκαλουμένης εκ της ερωτήσεως του φίλου του. Όταν ομιλή, η φωνή της
είναι μουσική, η έκφρασίς της γλυκυτάτη! Το δε χεράκι της... Ω, το
χεράκι της είναι εντέλεια!
— Το εφίλησες; ηρώτησεν ο Λιάκος.
— Και βέβαια, το εφίλησα!
— Και τι σου είπε, τι της είπες;
— Πού να σου τα λέγω τώρα όλα! Τι δεν της είπα και τι δεν μου είπε!
Και ταπεινώσας την φωνήν.
— Ηξεύρεις τι μου είπεν; επρόσθεσεν. Ότι είναι ευγνώμων και ευτυχής,
διότι την ζητώ εις γάμον από αίσθημα φιλίας προς σε, διότι ο καλός φίλος
θα είναι και καλός σύζυγος. Την παρεκάλεσα να μη το λέγη τούτο, διότι
τότε κ' εγώ θα λέγω ότι με παίρνει μόνον από αίσθημα αγάπης προς την
αδελφήν της. — Και διατί όχι; μου απεκρίθη. Πού καλλίτερα ημπορούμεν να
βασίσωμεν την ευτυχίαν της ζωής μας;
Ο Λιάκος ησθάνθη την συγκίνησιν αναβαίνουσαν εις τον λάρυγγα και τους
οφθαλμούς του.
— Πού να σου τα μακρολογώ τώρα, εξηκολούθησεν ο Κ. Πλατέας. Το βέβαιον
είναι ότι αποκτώ θησαυρόν!
— Δεν σου το έλεγα;
— Ναι, αλλά δεν μου είπες το όνομά της, και δεν ετόλμησα να ερωτήσω την
ιδίαν, πώς την λέγουν.
Ο Λιάκος επλησίασε τα χείλη προς το αυτίον του καθηγητού και εψιθύρισε
μυστηριωδώς το ζητούμενον όνομα.
— Ιδού οπού το έμαθες.
— Επί τέλους! ανέκραξεν ο Κ. Πλατέας.
Και οι δύο φίλοι απεχωρίσθησαν. Ο καθηγητής αναβαίνων τον ανήφορον
επανελάμβανε καθ' εαυτόν το νεωστί γνωσθέν όνομα, επανελάμβανε δε και ο
Λιάκος περιπαθώς το προ πολλού λατρευόμενον όνομα της ερωμένης του.
Μετά τινας εβδομάδας, την πρώτην μετά το Πάσχα Κυριακήν, ήτο εορτή και
πανήγυρις εις την οικίαν του Κ. Μητροφάνους. Ετελούντο συγχρόνως των δύο
θυγατέρων του οι γάμοι.
Εκ των δύο γαμβρών ο φαιδρότερος κατά την ημέραν εκείνην δεν ήτο ο
Λιάκος. Η πραγματοποίησις των πόθων του, η απόλαυσις της ευτυχίας,
επλήρουν γλυκείας ταραχής την ψυχήν του και εδέσμευον την γλώσσαν του.
Του Κ. Πλατέα η χαρά, απ' εναντίας, εξεχείλιζεν. Η δ' ευθυμία του ήτο,
ως φαίνεται, μεταδοτική. Οι προσκεκλημένοι όλοι εγέλων μετ' αυτού. Και
αυτός έτι ο Σεβασμιότατος Σύρου και Τήνου, ο ευλογήσας τον διπλούν
γάμον, συμμετέχων της γενικής φαιδρότητος, ηθέλησε ν' αστεϊσθή και
επηυχήθη ομηρικώς εις τον γαμβρόν,
Σοι δε Θεοί τόσα δοίεν, όσα φρεσί σήσι μενοινάς.
Εις ταύτα ο Κ. Πλατέας απήντησε μεγαλοπρεπώς,
Είς οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης!
Αλλά το μη εύστοχον της ρήσεως επροκάλεσεν εκ μέρους του Κυρίου
Γυμνασιάρχου την παρατήρησιν, μυστικώς ψιθυρισθείσαν προς τον σύζυγον
της εξαδέλφης του Λιάκου, ότι ο Σεβασμιώτατος είναι απειράκις βαθύτερος
Ομηριστής του κυρίου Καθηγητού των Ελληνικών.
Μετά τον γάμον ο Λιάκος, λαβών τρίμηνον άδειαν απουσίας, μετέβη εις την
πατρίδα του διά να παρουσιάση την νύμφην εις τους γονείς του. Μετά πόσης
ανυπομονησίας ανέμενον την επιστροφήν του νεαρού ζεύγους ο Κ. Μητροφάνης
και ο Κ. και η Κυρία Πλατέα! Ότε δε επί τέλους επανήλθον, μετά πόσης
χαράς ενηγκαλίσθησαν αλλήλας αι δύο αδελφαί, και πώς έτρεμεν εκ της
συγκινήσεως ο γέρων πατήρ των!
Άμα οι δύο σύγγαμβροι έμειναν μόνοι, είδον ο είς τον άλλον κατά πρόσωπον
με βλέμματα εκφράζοντα αμιγή ευχαρίστησιν.
— Σε ηπάτησα λοιπόν, ότε σου την εγκωμίαζα; ηρώτησεν ο Λιάκος.
— Θησαυρός, αδελφέ, ανεφώνησεν ο Πλατέας. Θησαυρός! Μετά έξ μήνας,
εξηκολούθησε, θα σου ζητήσω νέαν εκδούλευσιν. Σε θέλω ανάδοχον του
ανεψιού σου.
— Και σεις; υπέλαβεν ο Λιάκος.
— Α! Και σεις λοιπόν!
Και οι δύο φίλοι ενηγκαλίσθησαν αλλήλους πλήρεις χαράς.
Ο ΠΑΠΠΑ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ
Α'.
— Παππαδιά μου, είπεν ο παππά Νάρκισσος, αφού απέφαγε και έκαμε τον
σταυρόν του, παππαδιά μου, μου καταιβαίνει ο ύπνος γλυκά γλυκά. Με την
άδειάν σου θα τον πάρω.
— Να τον πάρης και να τον καλοπάρης, παππά μου. Σου αξίζει να ησυχάσης
ύστερα από τόσην κούρασιν σήμερον. Και ούτε θα έλθη κανείς να σε ταράξη
με αυτό το ηλιοπύρι.
Και ήρχισεν η παππαδιά να μεταφέρη από την τράπεζαν εις τον νεροχύτην τα
ολίγα πινάκια και τα δύο μαχαιροπήρουνα, διά να τα καθαρίση προτού τα
τοποθετήση εις την εξέχουσαν επί του τοίχου σανίδα, μεταξύ του νεροχύτου
και της εστίας. Διότι το δωμάτιον εκείνο ήτο συγχρόνως και μαγειρείον
και εστιατόριον και αίθουσα. Η τράπεζα επί της οποίας έφαγον το λιτόν
γεύμα των, τέσσαρες ξύλιναι καθέκλαι και είς ψάθινος καναπές ήσαν τα
μόνα έπιπλά του. Ο καναπές ήτο άντικρυ της εστίας. Άνωθεν αυτού εκρέματο
επί του τοίχου, εντός μαύρου ξυλίνου πλαισίου (χωρίς όμως ύαλον),
λιθογραφία, κιτρίνη εκ της πολυκαιρίας, παριστώσα την άφιξιν του
βασιλέως Όθωνος εις Ναύπλιον. Απέναντι της εισόδου, εις μεν την προς τα
δεξιά γωνίαν του τοίχου ήτο η θύρα του κοιτώνος, εις δε την προς
ταριστερά η θύρα του κήπου. Μεταξύ των δύο θυρών έκειτο κιβώτιον ογκώδες
πρασίνου χρώματος, επ' αυτού δε τάπης μικρός διπλωμένος εις τέσσαρα. Τον
τοίχον, άνωθεν του κιβωτίου, εστόλιζεν ετέρα λιθογραφία, άνευ πλαισίου
αύτη, προσηλωμένη επί του τοίχου διά τεσσάρων μικρών καρφίων, και
παριστώσα, όχι πολύ εντέχνως, την άποψιν του εν Τήνω ναού της
Ευαγγελιστρίας· ενθύμημα τούτο, προδήλως, ευλαβούς του οικοδεσπότου
αποδημίας εις το προσκυνητήριον εκείνο.
Κατάντικρυ του κιβωτίου ήτο η θύρα της οικίας, εκατέρωθεν δε αυτής δύο
παράθυρα, των οποίων τα φύλλα ήσαν κλειστά. Η θύρα εχωρίζετο οριζοντίως
εις δύο φύλλα, εκ των οποίων το μεν κάτω ήτο κλειστόν, το δε άνω
ανοικτόν προς τον στενόν έξω δρομίσκον, και εισήρχετο δι' αυτού εντός
του δωματίου το άφθονον φως του μεσημβρινού ηλίου.
Εν τούτοις ο παππά Νάρκισσος εγερθείς εισήλθεν εις τον κοιτώνα, έφερεν
εκείθεν το προσκέφαλόν του, το έθεσεν επί του καναπέ, έκλεισε και το άνω
φύλλον της θύρας διά να γείνη το δωμάτιον σκοτεινόν και δροσερόν, και
εξηπλώθη εις τον καναπέν. Αλλά μετ' ολίγα λεπτά ηγέρθη πάλιν, επήρε τον
επί του κιβωτίου τάπητα, τον εξεδίπλωσε, τον ήπλωσε μετά προσοχής επί
του καναπέ και εστρώθη μετά μεγαλειτέρας ή πρότερον ευχαριστήσεως, ενώ η
παππαδιά εξηκολούθει εν σιωπή την παρά τον νεροχύτην εργασίαν της.
Εδικαιούτο πράγματι ο παππά Νάρκισσος να θέλη ανάπαυσιν την μεσημβρίαν
της Κυριακής εκείνης. Ήτο επί ποδός από τα εξημερώματα. Εν ελλείψει
άλλου ιερέως, ή διακόνου, ή και αναγνώστου, αυτός ανέγνωσε κατά το
σύνηθες τον όρθρον και ετέλεσε την λειτουργίαν εις την μόνην εκκλησίαν
του μικρού χωρίου του.
Μετά δε την απόλυσιν της εκκλησίας μετέβη πεζός εις απομεμακρυσμένον
μέρος της νήσου, μετά του ειρηνοδίκου και μαρτύρων, προς εξακρίβωσιν των
ορίων ενός εκεί αγρού του, του οποίου ο γείτων αντεποιείτο μίαν λωρίδα.
Και επέστρεψε μεν ικανοποιηθείς, διότι ανεγνωρίσθη το δίκαιόν του
επισήμως, αλλ' όμως ο δρόμος ήτο μακρός, ο δε καύσων υπερβολικός. Είχε
παρέλθει η συνήθης του γεύματος ώρα ότε επανήλθεν εις την οικίαν του,
όπου η παππαδιά επερίμενεν ανησυχούσα μη χαλάση το φαγητόν. Αλλ' ο
πεινασμένος παππάς το εύρεν εξαίρετον και το ετίμησε κατά κόρον, προς
άκραν της συζύγου του ευχαρίστησιν. Συνετέλεσε δε και τούτο ίσως προς
αύξησιν του βάρους των βλεφάρων του.
Ο μεσημβρινός καύσων, ευαρέστως μετριαζόμενος από το σκότος του
δωματίου, η άκρα σιωπή, διακοπτομένη από μόνην έξω των τεττίγων την
μονότονον μουσικήν, εντός δε της οικίας από τας ελαφράς κινήσεις της
παππαδιάς τοποθετούσης τα πινάκια εις την θέσιν των, — ο κάματος του
χορτασθέντος παππά, — ο απαλός επί του καναπέ τάπης, τα πάντα
προσεκάλουν τον ύπνον.
— Με ημίκλειστα τα βλέφαρα ο ιερεύς παρηκολούθει την εργασίαν της
συζύγου του, η δε ξανθή του γενειάς μόλις υπέκρυπτε μειδίαμα αφάτου
αγαλλιάσεως. Εσκέπτετο ότι εντός ολίγων μηνών θα προστεθή κοιτίς βρέφους
εις τον κοιτώνα των. Χθες μόνον έμαθε το χαρμόσυνον μυστικόν. Η παππαδιά
το εξεμυστηρεύθη την νύκτα, εις τα σκοτεινά, συστελλομένη να το είπη εις
το φως της ημέρας.
Και ενώ εστήριζε τρυφερώς τα νυσταλέα βλέμματα εις την νεαράν του
γυναίκα, διέβαινον ταυτοχρόνως ενώπιον της φαντασίας του σκηναί διάφοροι
του παρελθόντος βίου, προσλαμβάνουσαι βαθμηδόν μορφήν ονείρου και
συναρμολογούμεναι εν τη ταχεία αυτών και νεφελώδει διελίξει με την
ευφρόσυνον συναίσθησιν της παρούσης ευτυχίας.
Β'.
Προ τριών μόνον μηνών απήλαυσεν ο παππά Νάρκισσος την διπλήν τιμήν του
να γείνη ιερεύς και σύζυγος. Παιδιόθεν εφόρει το ράσον, ταχθείς εις την
Εκκλησίαν προτού εισέτι γεννηθή. Εξ αμνημονεύτων χρόνων οι πρωτότοκοι
της μητρικής οικογενείας του εγίνοντο ιερείς, προς εξυπηρέτησιν της
ιδιοκτήτου μικράς εκκλησίας της Υπαπαντής, ήτις ήτο το στόλισμα, το
καύχημα και το προσκυνητήριον της νήσου. Αλλ' ο προκάτοχος του
Ναρκίσσου, και θείος του, ήτο κατ' εξαίρεσιν άτεκνος. Διά τούτο, ότε
ενύμφευσε την νεωτέραν αυτού και μόνην αδελφήν, ετέθη όρος ρητός εις το
προικοσύμφωνον, ότι ο πρώτος υιός της θα γείνη ιερεύς και κληρονόμος
του.
Η χαρά της οικογενείας, ότε εγεννήθη άρρεν, υπερέβη την συνήθως
εκδηλουμένην εις τοιαύτας περιστάσεις, προς αδικαιολόγητον υποτίμησιν
της αξίας των θηλέων. Ο μικρός Νάρκισσος εθηλάσθη μετά σεβασμού, καθό
μέλλων ιερεύς, παιγνίδια του ήσαν κομβολόγια και σταυροί, ότε δε ήρχισε
να ομιλή, πρώτας λέξεις, μετά τα παγκόσμια _παπά_ και _μαμά_, εδιδάχθη
να ψελλίζη το _Κύριε Ελέησον_. Μόλις ηδύνατο να περιπατή στερεώς, ότε
έλαβε το προνόμιον του να κρατή την λαμπάδα ενώπιον του θείου του
ιερουργούντος. Ούτος εδίδαξεν εις τον μικρόν ανεψιόν του το αλφάβητον
διά των ερυθρών ψηφίων του Ωρολογίου, βραδύτερον δε την ανάγνωσιν διά
της Οκτωήχου. Αλλ' όμως ταύτα πάντα δεν περιέστελλον τας προς το παίζειν
ορμάς του μικρού ιερωμένου, ουδέ τον απήλλασσον χειροτονίας άλλου
είδους, ότε ήρχετο με το ράσον κατεσχισμένον από τας αναρριχήσεις εις
βράχους, ή από διαπληκτισμούς υπέρ το δέον ζωηρούς μετά των συνηλικιωτών
του.
Άμα εισελθών εις το δωδέκατον έτος της ηλικίας του ο μικρός ρασοφόρος
εξενιτεύθη, διά να μη εξαμβλύνη η πολλή σχέσις το σέβας του ποιμνίου
προς τον επίδοξον ποιμένα του. Εις Άνδρον ιδιώτευε γέρων θείος της
μητρός του, όστις, χρηματίσας επίσκοπος Σαλμαθούντος, παρητήθη του ιερού
αξιώματος, αφού απεθησαύρισε τα αρκούντα όπως ζήση εν ανέσει το λοιπόν
του βίου. Προς τούτον απεστάλη ο Νάρκισσος. Ο Δεσπότης τον προσεδέχθη
ευχαρίστως, παραχωρήσας εις αυτόν την θέσιν και τον τίτλον αναγνώστου.
Προς δικαίωσιν δε του πρώτου τούτου βαθμού της ιερωσύνης, ο Νάρκισσος
εξηκολούθησε τα μαθήματά του όχι μόνον εις το σχολείον της Άνδρου, αλλά
και υπό τον πρωτοσύγκελλον του πρώην Σαλμαθούντος, όστις ιδίως τον
προήλειφεν εις τα εκκλησιαστικά.
Εντός τοιαύτης προσφυούς ατμοσφαίρας προητοιμάζετο ο νέος διά το στάδιόν
του. Μετά παρέλευσιν ετών τινων ο αναγνώστης επρόκειτο να προχειρισθή
εις διάκονον, ότε ήλθεν εις Άνδρον η είδησις ότι απεβίωσεν ο θείος του,
οι δε συμπολίται του τον προσεκάλουν προς παραλαβήν της ιεράς διαδοχής.
Ήτο νέος εισέτι διά τα καθήκοντα ιερέως, αλλά δεν έπρεπε να περιπέση εις
ξένας χείρας το οικογενειακόν προνόμιον. Ο πρώην Σαλμαθούντος, καίτοι
φέρων βαρέως την στέρησιν του αναγνώστου και μέλλοντος διακόνου του, τον
έστειλε με την ευχήν του εις την πατρίδα προς εύρεσιν νύμφης προ τού τον
χειροτονήση.
Τούτο ουδαμώς δυσηρέστει ούτε εδυσκόλευε τον Νάρκισσον, καθόσον η εκλογή
ήτο εκ των προτέρων ωρισμένη. Εκ βρεφικής σχεδόν ηλικίας εθεώρει την
Αρετούλαν ως μέλλουσαν γυναίκα του. Οι γονείς των δύο παιδίων επεκύρωσαν
παιδιόθεν το συνοικέσιον, κατά το ήμισυ παίζοντες και κατά το ήμισυ
σπουδάζοντες, αλλ' ο μικρός Νάρκισσος παρεδέχθη εξ αρχής το σπουδαίον
μόνον μέρος της υποθέσεως, ότε δε ανεχώρησεν εις Άνδρον, αντήλλαξε μετά
της μικράς συμπαικτρίας του υπόσχεσιν αμοιβαίας πίστεως.
Μετά οκτώ ετών απουσίαν εύρε την Αρετούλαν μεταβληθείσαν εις νέαν κομψήν
και ωραίαν, αλλά και η ξανθή κεφαλή του Ναρκίσσου δεν ηλαττούτο
ωραιότητος υπό τον μαύρον σκούφον του αναγνώστου. Ο συνοδεύσας τον
γαμβρόν Δεσπότης ηυλόγησε τον γάμον, εχειροτόνησε τον νεανίαν διάκονον
και πρεσβύτερον, και επέστρεψε πάλιν εις Άνδρον.
Γ'·
Προ τριών ήδη μηνών ο Νάρκισσος ήτο ιερεύς, τα πάντα δ' έβαινον κατ'
ευχήν. Οι χωρικοί εφέροντο προς τον εφημέριόν των με σέβας ανώτερον του
οφειλομένου εις την ηλικίαν του, η σύζυγος του προητοίμαζε τον διάδοχον,
οι αγροί του προεμήνυον ευκαρπίαν, αι πρόσοδοι της εκκλησίας δεν
ηλαττώθησαν. Τι άλλο ηδύνατο να επιθυμήση; Και όμως η ευτυχία του δεν
ήτο εντελής. Την επεσκίαζε μία μεγάλη και διαρκής ανησυχία. Ο ιερεύς
παραμυθεί τους ψυχορραγούντας και κηδεύει τους νεκρούς. Τους νεκρούς!
Ιδού η σκέψις η οποία τον εβασάνιζε, το νέφος του οποίου η σκιά εμαύριζε
τον φαιδρόν άλλως ορίζοντα του βίου του.
Ο τρόμος του θανάτου τον κατείχεν αφότου τον έφερον, μικρόν έτι, ν'
ασπασθή τα κλειστά ψυχρά βλέφαρα του νεκρού πατρός του. Αληθώς παρευρέθη
εις πολλάς κηδείας έκτοτε. Ζων πλησίον ιερέων πάντοτε, ανατραφείς ούτως
ειπείν εντός της εκκλησίας, πώς ηδύνατο να μη παρακολουθή και να μη
λαμβάνη και ούτος το μέρος του εις τας νεκρωσίμους τελετάς; Αλλ' όμως
εύρισκε πάντοτε τον τρόπον να υπεκφεύγη την θέαν του θανάτου. Προσηλών
τα όμματα εις την λαμπάδα ή εις το ψαλτήριον το οποίον εκράτει,
κρυπτόμενος το κατά δύναμιν όπισθεν των υψηλοτέρων ομηλίκων του, ποτέ
δεν ανύψωσε το βλέμμα προς το άπνουν του νεκροκραββάτου φορτίον, ποτέ
δεν υπήκουσεν εις την σπαραξικάρδιον προς τους επιζώντας πρόσκλησιν του
να δώσουν τον τελευταίον ασπασμόν εις την σάρκα, εξ ης απεχωρίσθη η
ψυχή.
Αλλ' όμως πώς ηδύνατο, γενόμενος ιερεύς, να αποφύγη εφεξής της
αποσυνθέσεως την επαφήν; Ησθάνετο ότι δεν ήτο δυνατόν να εξοικειωθή προς
το απαίσιον θέαμα. Εξωμολόγησεν εις τον Δεσπότην τους φόβους του,
εξεμυστηρεύθη τους ενδοιασμούς του, απεκάλυψε την αδυναμίαν του, αλλ' ο
γέρων τον ενουθέτησε, τον επέπληξε, τον ενεθάρρυνε, τον εβεβαίωσεν ότι
θα συνηθίση και αυτός καθώς τόσοι άλλοι εις την φρίκην του θανάτου,
ανύψωσε το φρόνημά του υποδεικνύων το μεγαλείον της αποστολής του ιερέως
παρά την κοίτην του αποθνήσκοντος και τον λάκκον του τεθνεώτος. Ο
Νάρκισσος επείσθη. Επείσθη, αλλ' ο φόβος δεν εξέλιπεν. Επί τρεις ήδη
μήνας, οψέποτε ήρχετό τις προς επίσκεψίν του, έτρεμε μη έρχεται φέρων
αγγελίαν θανάτου. Μέχρι τούδε διέφυγε την τρομεράν δοκιμασίαν, αλλ'
εσκέπτετο ότι δεν ήτο δυνατόν να παραταθή επί πολύ η μη εμφάνισις του
θανάτου εις την νήσον του. Και τώρα, ενώ κατέβαινε γλυκύς ο ύπνος εις τα
βλέφαρά του, μεταξύ των ευαρέστων εικόνων όσαι επλανώντο ως σκιαί
ονείρων ενώπιόν του, ανεμιγνύοντο και σκηναί οδυνηραί επιθανάτου
εξομολογήσεως.
Αλλά βαθμηδόν αι εικόνες αύται εθολώθησαν πάσαι και απεσβέσθησαν, τα
ημίκλειστα βλέφαρά του εκλείσθησαν εντελώς, η χειρ έπεσε βαρεία επί του
τάπητος, η παρειά εβυθίσθη εις το προσκέφαλον, και εντός του σκιερού και
ησύχου δωματίου αντήχησεν ισχυρά και ισόχρονος η υγιής αναπνοή του
αποκοιμηθέντος ιερέως.
Η παππαδιά εντούτοις απετελείωσε την εργασίαν της και, βαίνουσα
ακροποδητί διά να μη ταράξη τον άνδρα της, μετέβη εις τον κοιτώνα και
μετ' ολίγον επανήλθε φέρουσα μικρόν δέμα. Εκάθισεν εις το παρά την
σβεστήν εστίαν σκαμνίον, ήνοιξε το δέμα και ήπλωσεν επί των γονάτων της
το έν μετά το άλλο τα περιεχόμενα.
Ήσαν βρεφικά ενδύματα, δανεισθέντα ως δείγμα διά τα εργόχειρα, εις τα
οποία εσκόπευε ν' αφοσιωθή εφεξής. Και τα έβλεπεν η παππαδιά μετά πόθου,
και τα παρετήρει μετά βραδύτητος εις την οποίαν υπεκρύπτετο άλλο αίσθημα
ή η περί την επεξεργασίαν των προσοχή. Και διακόπτουσα την εξέτασιν των
ενδυμάτων, έστρεφεν εν τω μεταξύ το βλέμμα και έβλεπε ρεμβάζουσα τον
ησύχως κοιμώμενον σύζυγόν της.
Δ'.
Ήχος βημάτων βαρέων προχωρούντων προς την οικίαν διέκοψεν αίφνης την έξω
ησυχίαν. Τα βήματα διεκόπησαν προ της θύρας, και το άνω φύλλον αυτής,
υπείκον εις πίεσιν χειρός ωθούσης έξωθεν, έτριξεν ελαφρώς και ηνοίχθη
κατά το ήμισυ. Το φως εισήλθεν άφθονον εντός του δωματίου, η αναπνοή του
ιερέως μετέβαλε ρυθμόν, αλλ' όμως δεν έπαυσεν αντηχούσα, η δε παππαδιά
στρέψασα την κεφαλήν προς το ανοιχθέν θυρόφυλλον, έθεσε τον δάκτυλον εις
τα χείλη διά να επιβάλη σιωπήν εις τον ανοίξαντα.
Εντός του φωτερού τετραγώνου, του σχηματισθέντος διά του ανοίγματος του
άνω μέρους της θύρας, προέκυπτε το στήθος και η κεφαλή γέροντος χωρικού.
Το παλαιόν φέσι του περιέδεε μανδήλιον βαμβακερόν, του οποίου αι λευκαί
άκραι εκρέμαντο όπισθεν προς προφύλαξιν του ρυτιδωμένου αυχένος του. Υπό
το φέσι έλαμπον οι ζωηροί οφθαλμοί του σκιαζόμενοι από δασείας πολιάς
οφρύς. Ο ιδρώς έσταζεν από τους κροτάφους του. Διά της δεξιάς χειρός
εκράτει ράβδον στηριζομένην επί του ώμου του, από δε την άκραν της
ράβδου εκρέματο επί των νώτων του καλάθιον σκεπασμένον με φύλλα λαχάνων.
Η παππαδιά εγερθείσα επλησίασεν αψοφητί προς την θύραν.
— Καλή 'μέρα, Γεροθανάση, εψιθύρισεν. Ο παππάς κοιμάται.
— Το βλέπω, παππαδιά μου, απεκρίθη ο γέρων, προσπαθών ανεπιτυχώς να
καταβιβάση εις ψιθυρισμόν και ούτος τον ήχον της βραγχώδους φωνής του.
Το βλέπω, αλλά είναι ανάγκη να 'ξυπνήση.
— Τι τρέχει; Τι τον θέλεις;
— Δεν τον θέλω εγώ, δόξα σοι ο Θεός! Ο λεπρός τον θέλει.
— Κύριε ελέησον! Ο λεπρός! επανέλαβεν η παππαδιά.
Και ανελογίσθη διά μιας τους φόβους του συζύγου της, — την φρίκην του ν'
αρχίση από τον λεπρόν την εξάσκησιν των δυσχερών καθηκόντων του, — και
την απόστασιν έως εις το άλλο άκρον της νήσου, όπου ο δυστυχής εκείνος
διήρχετο τον έρημον βίον, — και τον πολύν καύσωνα της θερινής εκείνης
ημέρας.
— Ετελείωσαν, μου φαίνεται, τα ψωμιά του, υπέλαβεν ο χωρικός.
— Κύριε ελέησον, επανέλαβεν η παππαδιά, μη ευρίσκουσα άλλας λέξεις προς
έκφρασιν της αδημονίας της, και στρέφουσα τα ανήσυχα βλέμματα προς τον
καναπέν.
Ο ιερεύς ήκουσε τα πάντα, αλλά τα ήκουσεν ως εις όνειρον. Το άνοιγμα της
θύρας διέκοψε τον ύπνον του, αλλ' αι αισθήσεις του έμενον εισέτι εις
νάρκωσιν, αι δε ιδέαι συνωθούντο συγκεχυμέναι και άνευ σειράς εντός της
κεφαλής του. Είδε διά των κλειστών βλεφάρων το χυθέν εντός του δωματίου
φως, ήκουσε την γυναίκα του προσαγορεύουσαν τον Γεροθανάσην, ήκουσεν ότι
ο λεπρός τον θέλει... Αλλ' η τελευταία του γέροντος φράσις και το
δεύτερον της συζύγου του «Κύριε ελέησον» τον αφύπνισαν εντελώς.
Ανέκυψε την κεφαλήν, κατεβίβασε τους πόδας, και καθήμενος επί του
καναπέ, με τας δύο χείρας στηριζομένας επί του τάπητος, με τα βλέμματα
προσηλωμένα προς την θύραν και τα χείλη ημιανοικτά, έμενεν ακίνητος και
σιωπηλός. Εσκέπτετο άραγε; Όχι, δεν εσκέπτετο, αλλ' εφαντάζετο ότι
βλέπει ενώπιόν του την ελεεινήν καλύβην επί των βράχων, υπεράνω της
θαλάσσης, όπου προ ετών πολλών, ωθούμενος υπό παιδικής περιεργείας,
επλησίασε διά να ίδη τι έστι λεπρός. Εφαντάζετο ότι βλέπει τον δυστυχή
της καλύβης κάτοικον, καθώς τον είδε τότε καθήμενον κατά γης εις την
σκιάν μιας κέδρου, καθαρίζοντα χόρτα άγρια εντός της πηλίνης χύτρας του
και στρέφοντα μετ' απορίας την κεφαλήν προς τον μικρόν ρασοφόρον.
Ανεπόλει πως, ότε είδε την αποτρόπαιον εκείνην μορφήν, ρίγος φρίκης τον
κατέλαβε και έφυγε δρομαίος προς τους συντρόφους του, οίτινες
ατολμότεροι τον επερίμενον μακράν της καλύβης...
— Να με συμπαθήσης, παππά μου, είπεν ο Γεροθανάσης. Σ' εξύπνησα. Αλλά
ψυχομαχεί ο λεπρός και σε θέλει, και είναι πολύς ο δρόμος έως εκεί. Ίσως
δεν τον προφθάσης.
Ο παππά Νάρκισσος ηγέρθη.
— Παππαδιά, είπεν, η δε φωνή του έτρεμεν ολίγον. Το καλυμμαύχι και το
ράσον μου.
Υπήκουσεν εκείνη σιωπώσα και έφερεν εκ του κοιτώνος τα ζητηθέντα.
— Δεν θα κάμης πεζός τόσον δρόμον, παππά μου, υπέλαβε θωπευτικώς.
— Όχι, όχι, είπεν ο Γεροθανάσης. Πηγαίνω να εύρω κτήμα, κ' έρχομαι
αμέσως να τον πάρω.
— Θα έλθης μαζή μου; ηρώτησεν ο ιερεύς.
— Και βέβαια!
Ο γέρων ανεχώρησεν εσπευσμένως προς εύρεσιν κτήματος, ως ονομάζουν
ευφήμως τα κτήνη των οι νησιώται.
— Ιδέ, έλεγεν ο ιερεύς προς την σύζυγόν του, ενώ ένιπτε τας χείρας και
το πρόσωπον εις τον νεροχύτην. Ιδέ, ο Γεροθανάσης είδε τον λεπρόν και
τον εβοήθησεν, έρχεται πεζός απ' εκεί, και είναι πρόθυμος να κάμη πάλιν
τον δρόμον μαζή μου. Διατί; Χάριν φιλανθρωπίας. Κ' εγώ συλλογίζομαι την
φρίκην του να παρασταθώ εις το ψυχομαχητόν ενός χριστιανού; Θα διστάσω
ενώ πρόκειται περί εκτελέσεως του καθήκοντός μου;
Η παππαδιά τον ήκουε προσπαθούντα διά των λόγων τούτων να ανυψώση το
θάρρος του, αλλά δεν ετόλμα να προσθέση τι και αύτη προς ενίσχυσίν του.
Επρόσφερεν εν σιωπή το προσόψιον εις τον άνδρα της, εκείνος δε
εσπογγίσθη, εφόρεσε το ράσον, έθεσεν επί κεφαλής το καλυμμαύχιον,
εφίλησε την σύζυγόν του εις το μέτωπον και εξήλθε κρατών εις χείρας τα
κλειδία της Εκκλησίας.
Η οικία του ιερέως έκειτο, τελευταία και απομονωμένη, εις τους πρόποδας
της αποτόμου κορυφής, της οποίας τα πλευρά κατείχον αι λοιπαί οικοδομαί
του χωρίου, υπερκείμεναι αλλήλων. Εις το μέσον περίπου αυτών ήτο η μικρά
εκκλησία της Υπαπαντής, κτίριον παλαιόν Βυζαντινού ρυθμού, με τρούλον
πυργοειδή υψούμενον υπεράνω των πέριξ ταπεινών οικιών. Από την οικίαν
του ιερέως μέχρι της εκκλησίας η στενή λιθόστρωτος οδός ανέβαινεν
ελικοειδώς, ο δε ήλιος, ακτινοβολών κατά κάθετον, αποκαθίστα κατά την
ώραν εκείνην την ανάβασιν κοπιωδεστέραν του συνήθους.
Τα παράθυρα των εκατέρωθεν οικίσκων ήσαν κλειστά, πού και πού όμως το
άνω φύλλον της θύρας ήτο ανοικτόν, ο δε οικοδεσπότης, ή και η σύζυγός
του, στηρίζοντες τους βραχίονας επί του κλειστού κάτω φύλλου εφαίνοντο
περιμένοντες την διάβασιν του ιερέως. Ο Γεροθανάσης διαβαίνων διέδωκε
την είδησιν ότι ο λεπρός αποθνήσκει. Και εχαιρέτα ο ιερεύς τους
χωρικούς. «— Καλή 'μέρα, Κυρ Γιάννη. — Ώρα καλή, κυρά Θάναινα. — Η ευχή
σου, παππά μου.»
Προφανώς είχον πάντες διάθεσιν δι' εκτενεστέραν συνδιάλεξιν, αλλ' ο
παππάς εβιάζετο. Ανήλθεν ιδρωμένος εις την εκκλησίαν, ήνοιξε την θύραν,
εισήλθεν εντός του δροσερού ναού, έλαβεν ευλαβώς εκ του αναιμάκτου
θυσιαστηρίου το ιερόν της θείας μεταλήψεως σκεύος και το ευχολόγιόν του,
τα ετύλιξεν εντός του περιτραχηλίου του, περιέδεσε το περιτραχήλιον
εντός μαύρης λινής οθόνης και εξήλθεν.
Έκλειε μόλις την θύραν της Εκκλησίας, ότε ήκουσε την φωνήν του
Γεροθανάση παροτρύνοντος το κτήμα. Το ζώο δεν εφαίνετο πρόθυμον εις
εκδρομήν εντός του καύσωνος. Ο ιερεύς προέβη εις προϋπάντησίν του, το
εθώπευσεν, ανέβη εις την ράχιν του, αφού εναπέθεσεν ασφαλώς το δέμα
εντός του κόλπου του, και ήρχισεν η πορεία. Ο γέρων χωρικός παρηκολούθει
πεζός.
Πλειότεραι θύραι ήσαν ήδη ανοικταί, οι δε ευσεβείς χωρικοί, γνωρίζοντες
τι έφερεν εντός του κόλπου ο ιερεύς, εσταυροκοπούντο, ενώ διήρχετο. Εις
την θύραν της οικίας του επερίμενεν η παππαδιά, σκιάζουσα διά της χειρός
τους οφθαλμούς της. Μειδίαμα ευφρόσυνον επέλαμψεν εις το πρόσωπον του
ιερέως. Εκράτησε το ζώον προ της θύρας και ηθέλησε ν' αποτείνη τον λόγον
προς την σύζυγόν του, αλλά δεν ανήρχοντο αι λέξεις εις τα χείλη του.
Ούτε εκείνη επρόφερε λέξιν, ενώ τον ητένιζε τρυφερώς προσπαθούσα να
μειδιάση. Ο παππά Νάρκισσος εκίνησε την κεφαλήν προς αποχαιρετισμόν,
εκτύπησε τον λαιμόν του όνου διά του σχοινιού, το οποίον εχρησίμευεν
αντί χαλινού, και επροχώρησε μετά του γέροντος. Το βεβιασμένον μειδίαμα
της παππαδιάς εσβέσθη, άμα είδε την συνοδίαν απομακρυνομένην, και διά
του αντίχειρος απέμαξεν έν δάκρυ εκ των βλεφαρίδων της.
Ε'.