— Αι, και τι με τούτο; Εσκέφθην την νύκτα και επείσθην ότι πρέπει να

νυμφευθώ και ούτε θα εύρω ποτέ καλλιτέραν γυναίκα.

— Άκουσε, Πλατέα, είπεν ο Λιάκος μετά προφανούς συγκινήσεως. Τι

εσκέφθης το εννοώ, διότι σε γνωρίζω. Αλλά δεν ημπορώ να δεχθώ εκ μέρους

σου τοιαύτην θυσίαν.

— Τι θυσίαν; και ποίος σ' ερωτά να δεχθής ή να μη δεχθής; Απεφάσισα να

την πάρω, διότι θέλω να νυμφευθώ, και θα την πάρω! Και αν δεν είναι με

το θέλημα του πατρός της, θα την κλέψω! Ιδού!

Και εξηκολούθησε διηγούμενος μετά ζωηρότητος τον μετά του Κ. Μητροφάνους

διάλογον. Ο Λιάκος ήκουε μειδιών. Από χθες εσκέπτετο περί του

συνοικεσίου τούτου, όσον δ' εσκέπτετο τόσον το εύρισκε καλόν και

αρμοστόν. Εξετάζων δε τον εαυτόν του επείθετο ότι δεν επηρεάζετο εκ της

επιθυμίας του να υπερνικηθή το εμποδίζον την ιδικήν του ευτυχίαν

πρόσκομμα, αλλ' ότι πραγματικώς και ο φίλος του και η αδελφή της

ερωμένης του δεν ηδύναντο ή να ζήσουν ευτυχείς συνενούμενοι. Περί της

συγκαταθέσεως του Κ. Μητροφάνους δεν είχεν αμφιβολίαν. Το ζήτημα της

πρεσβείας τον εφόβιζεν ολίγον, ύστερον μάλιστα από την απαρέσκειαν με

την οποίαν παρεδέχθη την ανάμιξίν του ο πατήρ της νύμφης. Αλλά πώς

ηδύνατο να μη αναδεχθή την εντολήν; Υπεσχέθη να επισκεφθή αυθημερόν τον

Κ. Μητροφάνην, το δ' εσπέρας να υπάγη εις την οικίαν του Κ. Πλατέα διά

να κοινοποιήση το αίσιον αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων.

Δ'.

Είχεν αληθώς τας δυσκολίας της η αποστολή του Λιάκου. Τας ανελογίζετο

μετ' ανησυχίας, ότε έμεινε μόνος, αναχωρήσαντος του Κ. Πλατέα. Είχε πολύ

ο ίδιος συμφέρον εις την καλήν έκβασιν της υποθέσεως, ώστε εφοβείτο μη

δεν θεωρηθή ως αμερόληπτος η μεσολάβησίς του, μη δεν εκληφθή ως πάντη

ειλικρινής ο εκ μέρους του έπαινος του υποψηφίου γαμβρού. Έπρεπε να

ανατεθή εις αρμοδιώτερον πρόσωπον η διαπραγμάτευσις. Εάν δεν έσπευδεν ο

ασυλλόγιστος καθηγητής να ονομάση αυτόν ως αντιπρόσωπον, ηδύναντο να

συμβουλευθούν περί του πρακτέου την εξαδέλφην του, και μάλιστα να

εμπιστευθούν εις εκείνην την διεξαγωγήν του πράγματος. Τώρα όμως η

ανάμιξίς της ηδύνατο να δώση νέαν αφορμήν δυσαρεσκείας εις τον Κ.

Μητροφάνην. Διατί εν τούτοις να μη ζητηθή η συμβουλή της; Ήτο άνθρωπος

με νουν και πείραν, και ικανή να εξεύρη τρόπον προς αντιμετώπισιν πάσης

δυσκολίας. Προς στιγμήν ο Λιάκος απεφάσισε να προστρέξη εις αυτήν. Αλλά

μετά δευτέραν σκέψιν εθεώρησεν, εν πρώτοις, ως άτοπον το να διακοινώση

εις τρίτον το μυστικόν του φίλου του, εν αγνοία του, και δεύτερον, ως

άνανδρον το να μη εκτελέση μετά θάρρους την εις αυτόν ανατεθείσαν

εντολήν, αφού άπαξ την ανεδέχθη. Εμπρός λοιπόν! Απόφασις! Και επορεύθη ο

Λιάκος, όχι όμως άνευ ενδομύχου τινός ταραχής, προς το εμπορικόν

κατάστημα του πατρός της ερωμένης του.

Ο Κ. Μητροφάνης παρελάμβανε κατ' εκείνην την ώραν μερίδα καφέδων. Τα

κάρρα ήρχοντο κατά σειράν εκ του τελωνείου, οι δε αχθοφόροι μετέφερον

τους σάκκους από τα κάρρα εντός της αποθήκης. Μετά δυσκολίας ο Λιάκος

επροχώρησε μέχρι της θύρας.

Η τετράγωνος αποθήκη ήτο ευρεία. Η μία εκ των επί της οδού γωνιών της,

χωριζομένη διά φραγής εκ σανίδων, εχρησίμευεν ως γραφείον. Τούτο

εφωτίζετο δι' ενός επί της οδού σιδηροφράκτου παραθύρου. Αλλά το εκείθεν

και εκ της ανοικτής θύρας εισερχόμενον εις την αποθήκην φως δεν ήτο

αρκετόν όπως διακρίνη ευκόλως τα εντός αυτής ο έξωθεν ερχόμενος. Ο

Λιάκος, ιστάμενος επί της εισόδου, δεν έβλεπε τα εντός της αποθήκης,

αλλ' όμως ένδησεν αμέσως ότι δεν ήλθεν εις στιγμην κατάλληλον. Ζωηρά

διένεξις εγίνετο εκεί. Το αντικείμενόν της ούτε ηδυνήθη, ούτε εφρόντιζε

να εξακριβώση. Λόγοι δριμείς αντηλλάσσοντο και υψούντο φωναί οργίλαι,

μεταξύ δ' αυτών αντέχει επιβλητική και βροντώδης η φωνή του γέροντος

εμπόρου.

Ο Λιάκος έμενεν έκπληκτος επί της εισόδου. Εγνώριζεν εκ φήμης την

αυστηρότητα του Κ. Μητροφάνους, αλλά δεν εφαντάζετο ότι η οργή ηδύνατο

να επιτείνη επί τοσούτον την σοβαράν και συνήθως ήσυχον φωνήν του.

Εφοβήθη και ηθέλησε ν' αποσυρθή απαρατήρητος, αλλ' αίφνης ο γέρων,

διακόψας την λογομαχίαν, τον ηρώτησεν αποτόμως εκ του βάθους της

αποθήκης:

— Τι αγαπάτε, Κύριε Λιάκε;

— Επεθύμουν να σας είπω δύο λέξεις, αλλά σας απασχολώ. Έρχομαι άλλην

ώραν.

— Περάσετε εις το γραφείον μου. Έρχομαι αμέσως.

Ο Λιάκος διασκελίσας διαφόρους σάκκους εισήλθεν εις το γραφείον και

εκάθισεν επί της μόνης εκεί διαθεσίμου καθέκλας, παρά την τράπεζαν του

διευθυντού. Ο περί αυτόν αήρ απέπνεε βαρύ άρωμα συμμίκτων αποικιακών

ειδών, αντήχει δε η επαναληφθείσα εις την αποθήκην βοή της έριδος, εν

μέσω της οποίας διέκρινε τας λέξης «βάρος, σάκκοι, τελωνείον,» συχνάκις

επανερχομένας εις την συζήτησιν. Και ήκουεν ο Λιάκος, αναλογιζόμενος τον

γέροντα καθώς τον είδε χθες εις τον περίπατον, με τας δύο του θυγατέρας

εκατέρωθεν, ήρεμον και γαληνιαίον, ενώ σήμερον...

Μετά τινα λεπτά εκόπασεν ο θόρυβος, ανεχώρησαν οι φιλονεικούντες, και ο

Κ. Μητροφάνης εισήλθεν εις το γραφείον σύνοφρυς εισέτι.

— Εις κακήν ώραν ήλθα, έλεγε καθ' εαυτόν ο Λιάκος.

— Έρχεσθε ως αντιπρόσωπος του Κ. Πλατέα, υποθέτω, είπεν ο γέρων με ύφος

μάλλον ειρωνικόν.

— Μου είπε την ομιλίαν την οποίαν είχατε το πρωί.

— Ομολογώ, Κύριε Λιάκε, ότι η αυτόκλητος μέριμνά σας περί

αποκαταστάσεως της θυγατρός μου μου εφάνη ολίγον παράδοξος.

— Κύριε Μητροφάνη, πιστεύσατε παρακαλώ ότι η προτασις του Κ. Πλατέα ήτο

αυθόρμητος και ότι δεν την υπεκίνησα εγώ.

Ο γέρων εμειδίασεν εις ένδειξιν δυσπιστίας.

— Ως μόνον πταίσμα, εξηκολούθησεν ο Λιάκος, δύναται να μου προσαφθή ότι

χθες, εις στιγμήν διαχύσεως, διεκοίνωσα εις αυτόν το μυστικόν μου. Αλλά

ποτέ, βεβαιωθήτε, ποτέ δεν μου ήλθεν εις τον νουν να τον προτρέψω εις το

σημερινόν του διάβημα, και με αδικείτε μεγάλως αποδίδων αυτό εις ιδικήν

μου ιδιοτελή υποκίνησιν.

— Σας πιστεύω, αφού το λέγετε, και δεν θέλω να εξετάσω πώς συνέπεσε να

μου ζητήση την κόρην μου, χωρίς να την γνωρίζη, ίσα ίσα σήμερον, ύστερον

από την χθεσινήν σας εξομολόγησιν... Οπωσδήποτε, εξηκολούθησε διακόπτων

τον Λιάκον, όστις ητοιμάζετο να είπη τι, όπως δήποτε, δεν δύναμαι να σας

δώσω αμέσως απόκρισιν. Δώσατέ μου τον καιρόν να σκεφθώ. Και μη λάβετε

τον κόπον να έλθετε, θα σας μηνύσω.

Τας τελευταίας λέξεις επρόφερεν ο γέρων πολύ ξηρά. Ο Λιάκος ανεχώρησεν

αποσβολωμένος. Δεν ήτο άρνησις καθ' εαυτό, αλλά βεβαίως συγκατάθεσις δεν

ήτο η ζητηθείσα αναβολή. Το δε χειρότερον ήτο το ύφος, ο τρόπος του Κ.

Μητροφάνους. Τούτο ηδύνατο ίσως να αποδοθή εις την προγενεστέραν

δυσαρέσκειάν του, ως εκ της διενέξεως περί των καφέδων, αλλ' ουχ ήττον,

ιδού, καθώς εφοβείτο, το ίδιον αυτού συμφέρον εις την επιτυχίαν της

διαπραγματεύσεως επροκάλει την υποψίαν του πενθερού και ταυτοχρόνως του

έφρασσε το στόμα. Πόσα ηδύνατο να είπη προς τον Κ. Μητροφάνην, και

εντούτοις δεν ετόλμησε να είπη τίποτε! Συνησθάνετο ότι η μεσολάβησίς του

έβλαψεν ήδη, και ότι ηδύνατο να επιφέρη μέχρι τέλους βλάβην

ανεπανόρθωτον. Απητείτο διπλωμάτης επιδεξιώτερος προς διεκπεραίωσιν της

υποθέσεως. Διατί να μη ακολουθήση την πρώτην του έμπνευσιν και να μη

προστρέξη εις την εξαδέλφην του; Διατί και τώρα έτι να μη επικαλεσθή την

βοήθειάν της; Ο Πλατέας δεν θα δυσανασχετήση διά τούτο, εάν μάλιστα

επέλθη ούτω η επιτυχία. Εν μέσω της παρούσης αμηχανίας ο άνθρωπος είχε

την ανάγκην ενθαρρύνσεώς τινος και υποστηρίξεως, ενώ δ' εξ ενός εδίσταζε

σκεπτόμενος καθ' εαυτόν να υπάγη, να μη υπάγη, εξ άλλου οι πόδες του τον

έφερον αυτομάτως προς την οικίαν της εξαδέλφης του. Ενώπιον της θύρας

έπαυσε πάσα πλέον αμφιβολία.

Ο Λιάκος εύρε την εξαδέλφην του καταγινομένην εις το να μετασχηματίση το

περυσινόν φόρεμα του πρωτοτόκου της, πολύ στενόν ήδη δι' εκείνον, εις

νέον ένδυμα διά τον υστερότοκον, διά τον οποίον το κατεσκεύαζεν, εκ

προθέσεως, ικανώς και πάλιν πλατύ. Και οι δύο έλειπον εις το σχολείον,

αι δε μεταξύ των δύο εκείνων αποκτηθείσαι τρεις θυγατέρες εμελέτων τα

μαθήματά των υπό τους οφθαλμούς της μητρός, λαμβάνουσαι συγχρόνως εκ του

μητρικού παραδείγματος μάθημα πρακτικόν οικιακής οικονομίας.

Η οξυδερκής μήτηρ δεν εβράδυνε να εννοήση εκ της συμπεριφοράς του Κ.

Λιάκου, ότι δεν τον ηυχαρίστει μεγάλως η παρουσία των κορασίων και τα

έστειλε να παίξουν, επισπεύδουσα την αμοιβήν της επιμελείας των.

— Τι έχομεν πάλιν; ηρώτησεν άμα έμειναν μόνοι. Τι τρέχει;

— Ποίος είπεν ότι τρέχει τίποτε;

— Αι δα, ωσάν να μη σε γνωρίζω! Φαίνεται απ' εδώ έως εκεί, ότι έχεις να

μου είπης κάτι σπουδαίον.

Τον εγνώριζεν αληθώς, όχι μόνον καθό παιδιόθεν μεγαλώσαντα υπό τους

οφθαλμούς της, αλλά και διότι το γυναικείον διορατικόν της ενεβάθυνεν

εις τους μυχούς της ερώσης καρδίας του. Ενόμιζε και ο Λιάκος ότι

γνωρίζει κατά βάθος την εξαδέλφην του. Αλλά πώς λοιπόν δεν εσκέφθη ότι

δεν θα απελάμβανεν ευκόλως την επικουρίαν της προς τελεσφόρησιν

διαπραγματεύσεως, της οποίας την πρωτοβουλίαν δεν εφρόντισεν εγκαίρως να

συμμερισθή μετ' αυτής; Ηγάπα η εξαδέλφη του ν' αναμιγνύηται εις

υπανδρολογήματα εν γένει, ιδίως δε προκειμένου περί προσώπων προσφιλών,

αλλ' είχε την αξίωσιν, ουδόλως αδικαιολόγητον, (δοθείσης της περί τα

τοιαύτα ικανότητός της,) να λαμβάνη μέρος πρωταγωνιστού κατά την

σύλληψιν και την διεξαγωγήν γαμηλίων συνδυασμών. Αλλέως, ούτε τους

ενέκρινεν ευκόλως, ούτε εστερείτο διαθέσεως προς ανατροπήν των.

Άνευ της ταραχής, εις την οποίαν έρριψε τον Λιάκον η αποτυχία του εις το

γραφείον του Κ. Μητροφάνους, θα ελάμβανεν ίσως τα κατάλληλα μέτρα, όπως

εξευμενίση την εξαδέλφην. Αλλά δεν εσκέφθη περί τούτου, δεν εβράδυνε δε

να εννοήση το λάθος του.

Ότε, άνευ προοιμίων, είπεν ότι εύρε τον γαμβρόν διά την αδελφήν της

ερωμένης του, αντί του να εκφράση η ακούουσα την ευχαρίστησιν ή

τουλάχιστον την περιέργειάν της, εξηκολούθησε το ράψιμον μετά

προσποιητής αδιαφορίας, και μόνον έν Α! εξήλθε των χειλέων της, εν Α!

μεταξύ ερωτήματος και επιφωνήματος. Αλλ' είτε απορίαν εξέφραζεν είτε

ειρωνείαν, το Α! εκείνο επάγωσε τον Λιάκον.

— Όλα λοιπόν, είπε καθ' εαυτόν, όλα θα μου έρχωνται ανάποδα!

— Και ποίος είναι αυτός σου ο γαμβρός; υπέλαβεν η εξαδέλφη μετά τινας

στιγμάς σιωπής, χωρίς να διακόψη την εργασίαν της.

— Ο Κύριος Πλατέας.

Η εξαδέλφη έπαυσε διά μιας το ράψιμον και ύψωσε προς τον Λιάκον τους

οφθαλμούς, πλήρεις φαιδράς εκπλήξεως.

— Ο Κύριος Πλατέας! ανέκραξε.

Και ήρχισε να γελά, να γελά! Ποτέ ο Λιάκος δεν την είδε τόσον εύθυμον.

— Δεν το βλέπω τόσον αστείον το πράγμα, είπε μετά πολλής σοβαρότητος.

— Με συγχωρείς, απεκρίθη εκείνη, προσπαθούσα να συγκρατήση τον γέλωτα.

Με συγχωρείς αν σε προσβάλλω εις το πρόσωπον του φίλου σου, αλλά δεν

ημπορώ να τον φαντασθώ ως γαμβρόν και να μη γελάσω.

Και ήρχισε πάλιν φαιδρυνομένη. Αλλά βλέπουσα την μεγάλην του Λιάκου

δυσαρέσκειαν, επανέλαβε σοβαρώτερον·

— Πώς το εσοφίσθης αυτό το συνοικέσιον;

— Όχι, υπέλαβεν εκείνος, χωρίς ν' αποκριθή εις την ερώτησιν. Επιθυμώ να

μου είπης τι του ευρίσκεις το επιλήψιμον.

— Επιλήψιμον! ανέκραξεν η εξαδέλφη μιμουμένη την φωνήν του. Ο άνθρωπος

δεν είναι επιλήψιμος, είνε απλώς γελοίος.

— Ομολογώ ότι το εξωτερικόν του δεν είναι επιβλητικόν.

— Επιβλητικόν! Όλον μεγάλας λέξεις μου λέγεις! Τώρα θα μου απαγγείλης

και κανένα στίχον του Ομήρου.

— Άκουσέ με, επανέλαβεν ο Λιάκος μεταβαλών ύφος. Κ' εγώ κατά πρώτον

εθεώρησα το πράγμα καθώς συ. Αλλ' αφού εσκέφθην καλλίτερα, επείσθην ότι

η πρώτη μου εντύπωσις δεν ήτο η ορθή. Ο Πλατέας έχει όλα τα προσόντα

καλού συζύγου, θα είναι γελοίος, αν θέλης, ως μνηστήρ, θα είναι γελοίος

την ημέραν του γάμου του με τα στέφανα επί κεφαλής...

Η εξαδέλφη εξεκαρδίσθη, επεχύθη δ' επί τέλους ιλαρότης και εις του

Λιάκου το πρόσωπον. Αλλ' αφού παρήλθε της ευθυμίας η έκχυσις, επανελήφθη

σπουδαιότερον η ομιλία, και αφηγήθη καταλεπτώς ο Λιάκος όλας τας

περιπετείας της υποθέσεως. Καθόσον δ' επροχώρει εις την διήγησιν,

έβλεπεν ότι διεσκεδάζοντο βαθμηδόν αι προκαταλήψεις της εξαδέλφης του,

μολονότι εξηκολούθει αντιλέγουσα, ότε ο λόγος κατέληξεν εις την

ψυχολογικήν ανάλυσιν του υποψηφίου γαμβρού.

— Είναι υποχονδριακός, έλεγε.

— Φροντίζει περί της υγείας του, αντέλεγεν ο Λιάκος, διότι δεν έχει

περί άλλου να φροντίση. Φροντίς του μεθαύριον θα είναι η σύζυγος του,

καθώς ήτο η μήτηρ του ενόσω έζη, και θα λησμονήση το υποχόνδριόν του.

— Είναι σχολαστικός.

— Μικρόν το ελάττωμα διά διδάσκαλον.

Βλέπων τας αντιρρήσεις περιοριζομένας εις τα ηθικά μόνον προσόντα του

γαμβρού, ο Λιάκος εθεώρει την νίκην εξασφαλισθείσαν ως προς την

εξαδέλφην του. Το ζήτημα ήτο εάν θα φέρη δυσκολίας η νύμφη.

— Εκείνη! ανέκραξεν η εξαδέλφη αποκρινομένη εις την περί τούτου

ερώτησίν του. Όχι τον Πλατέαν, αλλά δεν ηξεύρω ποίον να της προτείνουν,

θα τον δεχθή! Αφού δεν ημπορεί να μεταπείση τον πατέρα της και να μείνη

ελευθέρα, θα υπανδρευθή τον πρώτον ο οποίος την ζητήση, διά να μη είναι

πρόσκομμα εις την ευτυχίαν της αδελφής της. Έχει ψυχήν αγγελικήν,

εξηκολούθησε μετ' ενθουσιασμού. Δεν γνωρίζει την αξίαν της η ιδία,

γνωρίζει μόνον ότι δεν είναι ωραία, και εν τη μετριοφροσύνη της

μεγαλοποιεί την ασχημίαν της. Είναι η αυταπάρνησις προσωποποιημένη. Δεν

πρέπει όμως διά τούτο και να θυσιασθή!

— Αλλά νομίζεις ότι θα θυσιασθή υπανδρευομένη τον Πλατέαν;

— Ηξεύρω κ' εγώ;

Η επιφυλακτική αύτη έκφρασις, αντί του προτέρου γέλωτος, ενεθάρρυνεν έτι

μάλλον τον Λιάκον.

— Εάν ήτο αδελφή σου, υπέλαβεν, η κόρη σου, θα την απέτρεπες;

Η ερώτησις την ήγγισε βαθύτερον ή όσον ενόμιζεν ο Λιάκος. Η μία των

θυγατέρων της, αδικηθείσα από την φύσιν, παρείχεν από τούδε εις την

μητρικήν καρδίαν της ανησυχίας διά την μέλλουσαν αποκατάστασίν της. Δεν

εγέλα πλέον. Οι οφθαλμοί της υγράνθησαν, και δεν απεκρίθη.

Ο Λιάκος χωρίς να θελήση να εμβαθύνη εις τα προκαλέσαντα την συγκίνησίν

της αίτια, ηρκέσθη θεωρών ως συγκατάθεσιν την σιωπήν της.

— Λοιπόν, εξηκολούθησε, βοήθησέ με να τα καταφέρωμεν.

Και διά να την εξάψη προς την πάλην παρέστησε τας μεγάλας δυσκολίας τας

οποίας παρείχεν ο χαρακτήρ του Κ. Μητροφάνους, (ομολόγησε την ιδικήν του

ανικανότητα, ανεκήρυξεν ότι η ανάμιξίς του ηλάττωσε τας πιθανότητας

επιτυχίας, ότι η διαπραγμάτευσις αποβαίνει ήδη δυσχερεστέρα ή εάν εξ

αρχής την ανελάμβανε μόνη εκείνη, και διεβεβαίωσεν ότι και πάλιν εκείνη

μόνη ηδύνατο να επανορθώση τα πράγματα και να φέρη την υπόθεσιν εις

αίσιον πέρας. Αι υπεκφυγαί και αι αντιρρήσεις της εξησθενούντο επί

μάλλον και μάλλον. Επί τέλους ο Λιάκος εθριάμβευσε. Μετά τριών ωρών

αδιάκοπον συνομιλίαν κατώρθωσεν ώστε η εξαδέλφη παράτησε την εργασίαν,

προς ζημίαν πρόσκαιρον του υστεροτόκου υιού της, ητοιμάσθη, και εξήλθον

οι δύο ομού της οικίας της, εκείνη μεν διά να συνδιαλεχθή μετά του Κ.

Μητροφάνους, ο δε Λιάκος προς ανεύρεσιν του Κ. Πλατέα.

Ε'.

Ο πτωχός καθηγητής επερίμενε τον σωτήρα του εναγωνίως.

Ότε ανήλθεν εις την οικίαν του, εύρε το πρόγευμα έτοιμον, την δε

Φλουρούν ανησυχούσαν διά την όλως ασυνήθη βραδύτητά του. Αι δώδεκα είχον

σημάνει προ είκοσι λεπτών!

Επείνα ο Κ. Πλατέας και έφαγε με όρεξιν. Εν τούτοις ο νους του ήτο

πλήρης σκέψεων και ανησυχιών. Ησθάνετο δε την ανάγκην να ομιλή περί

αυτών και εστενοχωρείτο μη έχων προς τίνα να ομιλήση. Ήθελε να

διακοινώση εις την Φλουρούν τα διατρέχοντα, αλλ' η γραία υπηρέτρια ούτε

να λέγη ούτε ν' ακούη πολλά ηρέσκετο. Δεν ήτο αύτη πρόσωπον κατάλληλον

προς διάλογον. Άλλως δε συνεστέλλετο ο κύριός της να είπη προς αυτήν ότι

απεφάσισε να νυμφευθή. Το άκουσμα θα ήτο ισοδύναμον προς αγγελίαν

εκθρονίσεως. Μετά τον θάνατον της μητρός του η Φλουρού εξήσκει εντός της

οικίας δικαιώματα μονοκρατορίας. Προς τι να την λυπήση προτού τελεσθή το

γεγονός;

Και όμως δεν ηδύνατο να κρατηθή ο Κ. Πλατέας. Έπρεπε να ομιλήση διά να

μη σκάση. Αλλά μη τολμών να εκφράση απ' ευθείας το αντικείμενον των

διαλογισμών του, προσέφυγεν επί το διπλωματικώτερον εις σχέδιον

περιφραστικόν και εσκέφθη να φέρη εντέχνως τον λόγον εκ του φαγητού εις

τον γάμον.

— Φλουρού, είπεν, επαράβρασες το βραστόν.

Η Φλουρού δεν απεκρίθη, αλλ' ύψωσε το βλέμμα εκ του παραθύρου προς τον

ήλιον, προς υπόδειξιν ότι το λάθος δεν ήτο ιδικόν της, αλλά του κυρίου

της, όστις ήργησε να έλθη. Η σιωπηλή αύτη απολογία δεν απεθάρρυνε τον

καθηγητήν.

— Επί του όλου, επανέλαβε, δεν τρώγεται σήμερον το φαγητόν σου.

— Να που το έφαγες!

Εις το ακαταμάχητον τούτο επιχείρημα προσέφευγε συνήθως η Φλουρού. Και

άλλοτε μεν εγέλα ο κύριος της λέγων ότι το έφαγε διότι επείνα, όχι διότι

ήτο νόστιμον· σήμερον όμως εθύμωσε, εθύμωσε δε όχι διά την απόκρισιν

αυτήν καθ' εαυτήν, αλλά διότι σήμερον ίσα ίσα δεν είχε λόγον αιτιάσεως

κατά της μαγειρικής τέχνης της Φλουρούς. Οπωσδήποτε ο θυμός έκοψε το

νήμα διά του οποίου εσχεδίαζε να έλθη εκ του φαγητού εις τα περί του

συνοικεσίου του, ώστε απετελείωσε το πρόγευμά του εν σιωπή.

Αλλ' ότε η Φλουρού εσήκωσεν από την τράπεζαν τα πινάκια, ανεκάλυψεν

αίφνης νέαν αφετηρίαν προς έναρξιν των εκμυστηρεύσεών του. Παρετήρησε

διά πρώτην φοράν μίαν παλαιάν τρύπαν εις το τραπεζομάνδηλον.

— Κύτταξε, είπε, θέσας επί της τρύπας τον δάκτυλον. Του κάκου!

Χρειάζεται νοικοκυρά εδώ. Δεν έχει άλλο! Πρέπει να 'πανδρευθώ.

Η Φλουρού συνέστειλε τους ώμους ωσάν έλεγε: Παραλογίζεται ο κύριός μου.

— Εκατάλαβες τι είπα; Σκοπεύω να 'πανδρευθώ.

Η Φλουρού εμειδίασε.

— Τι γελάς; Το απεφάσισα! θα 'πανδρευθώ.

Η γραία τον ητενίσεν απορούσα.

— Μάλιστα! θα 'πανδρευθώ! θα πάρω γυναίκα!

— Ποια σε παίρνει, υπέλαβεν η Φλουρού.

— Ποια με παίρνει! ανέκραξεν ο καθηγητής. Ποια με παίρνει!

Πλήρης αγανακτήσεως διά την προσβλητικήν παρατήρησιν, ηθέλησε να

κατασυντρίψη διά της ευγλωττίας του την γραίαν, αλλ' η απάθεια της έδεσε

την γλώσσαν του. Εγερθείς ανήλθεν εις το δωμάτιόν του χωρίς να είπη τι

επί πλέον. Εκεί η οργή του κατεπραΰνθη, αλλ' εξηκολούθει επαναλαμβάνων

καθ' εαυτόν τας σκληράς λέξεις της Φλουρούς, καθόσον δε τας

επανελάμβανε, του εφαίνετο ότι δεν έχει όλως άδικον η υπηρέτριά του. Και

ανελογίζετο την πρώτην διαβεβαίωσιν του Λιάκου, ότι ουδέποτε τον έλαβεν

υπ' όψιν ως γαμβρόν, και τας υπεκφυγάς του Κ. Μητροφάνους. Και τώρα,

ιδού, ο Λιάκος δεν επέστρεψεν εισέτι. Διατί; Εάν η πρότασις έγεινε

δεκτή, θα ήρχετο αμέσως να φέρη την απόκρισιν. Το πράγμα δεν ήθελε

πολλήν θεολογίαν. Ναι ή όχι. Βεβαίως η απόκρισις είναι Όχι, και

συστέλλεται ο Λιάκος να την διακοινώση. Ανόητος αυτός να εκτεθή δωρεάν

εις άρνησιν! Ανόητος! Τι ήθελε να έμβη εις τοιούτον χορόν; Αλλ' όχι!

Εξετέλεσε το καθήκον του, απέδειξεν εις τον σωτήρα του την ειλικρίνειαν

της φιλίας του και την έκτασιν της ευγνωμοσύνης του.....Διατί όμως αργεί

τόσον ο Λιάκος; Διατί δεν επιστρέφει το ταχύτερον, ώστε να παύση η

αβεβαιότης υπό της οποίας βασανίζεται;... Και έβλεπεν ανά πάσαν στιγμήν

το ωρολόγιόν του, και ηπόρει διά την βραδύτητα του ωροδείκτου. Η ώρα δεν

παρήρχετο! Εσηκώνετο, εκάθητο, έβλεπεν από το παράθυρον, αλλά δεν

εφαίνετο ο Λιάκος. Επροσπάθει ν' αναγνώση, αλλά δεν ηδύνατο να προσηλώση

την προσοχήν του εις το βιβλίον και το έκλειε πάλιν. Τι μαρτύριον!

Εν τούτοις ήλθεν η συνήθης ώρα του περιπάτου. Ο Κ. Πλατέας εκάθητο επί

ακανθών. Δεν ηδύνατο να μείνη πλέον εντός της οικίας περιμένων τον

Λιάκον. Απεφάσισε να εξέλθη. Αλλά διά να μη απομακρυνθή, θα περιορισθή

σήμερον εις τον παλαιόν του περίπατον. θα υπάγη εις τα Βαπόρια.

Έκραξε λοιπόν την Φλουρούν και είπε προς αυτήν ότι δεν θ' αργήση να

επιστρέψη, αλλ' εάν εν τω μεταξύ έλθη ο Κ. Λιάκος, να τον στείλη εις τα

Βαπόρια. Εξήγησε δε λεπτομερώς διά τίνος οδού θα υπάγη και διά τίνος

οδού θα επιστρέψη, ώστε αναλόγως να οδηγήση η Φλουρού τον Κ. Λιάκον, μη

τυχόν δεν συναντηθώσι. Ταύτα πάντα περιττά, καθόσον μεταξύ της οικίας

του και των Βαπορίων ήτο αδύνατον να μη γείνη η συνάντησις, έκτος εάν εκ

προθέσεως εκρύπτοντο οι συναντηθησόμενοι. Ουχ ήττον, επέμενε τοσούτον

εις την τοπογραφικήν εξήγησιν, και τοσάκις επανέλαβε τας οδηγίας του,

ώστε βαρυνθείσα η γραία ανέκραξε μετ' ανυπομονησίας, «Καλά, καλά!» Ήτο

δε πράγμα ασύνηθες δι' αυτήν να επαναλάβη δις την αυτήν λέξιν.

Εις τα Βαπόρια δεν υπήρχε ψυχή γεννητή, ώστε ο Κ. Πλατέας ηδυνήθη να

εξακολουθήση ατάραχος την σειράν των σκέψεών του. Αληθώς πολλήν σειράν

δεν είχον. Τα αυτά επί τοις αυτοίς πάντοτε! Τοσούτον κατείχετο υπό των

σκέψεων τούτων, ώστε ούτε έν ημίστιχον ομηρικόν καθ' όλην την ημέραν

εκείνην απεστήθισεν! Εάν επέπρωτο να διαρκέση η ηθική εκείνη στενοχωρία,

θα επέφερεν αποτελέσματα δραστικώτερα και της ασκήσεως και της

ψυχρολουσίας, θα ελίγνευεν ούτω βεβαίως ο πολύσαρκος καθηγητής.

Ο Λιάκος δεν εφαίνετο! Προς στιγμήν απεφάσισεν ο Κ. Πλατέας να υπάγη

προς ανεύρεσίν του. Αλλά πού; Έπειτα, υπεσχέθη εκείνος ότι θα έλθη, η δε

Φλουρού διετάχθη να προετοιμάση αναλόγως το δείπνον. Αδύνατον να μη

έλθη!

— Αλλά πώς δεν έρχεται; — Εικοσάκις ανήλθε και κατήλθε τα Βαπόρια,

στρέφων αενάως τα βλέμματα προς την διεύθυνσιν της οικίας του, αλλ' ούτε

ο Λιάκος εφαίνετο ούτε η σκιά του.

Επί τέλους, επί τέλους τον είδε μακρόθεν ερχόμενον!

— Αι; Ναι ή όχι; ηρώτησεν άμα επλησίασαν προς αλλήλους.

— Στάσου, αδελφέ, να πάρω την αναπνοήν μου!

Εκ της εκφράσεως του φίλου του εφοβήθη ο Λιάκος ότι θα ηυχαριστείτο

περισσότερον ακούων το Όχι, ή το Ναι.

— Μη μετενόησεν; εσκέφθη καθ' εαυτόν πλήρης νέας ανησυχίας.

Θέσας φιλικώς την χείρα επί του βραχίονος του καθηγητού, τον έστρεψε

πάλιν οπίσω, προς εξακολούθησιν του περιπάτου, και επροσπάθησε να τον

δυσωπήση κολακεύων την φιλοτιμίαν του.

— Μη φοβείσαι και δεν είναι καμμία ανόητη η νέα. Έχει κρίσιν και νουν,

ώστε να θεωρήση τιμήν της την αίτησίν σου και ευτυχίαν της το ν'

αποκτήση τοιούτον σύζυγον.

— Άφησέ τα αυτά, υπέλαβε με ύφος ημερώτερον ο Κ. Πλατέας, και ειπέ μου

πού ευρίσκεται η υπόθεσις; Τι έκαμες τόσην ώραν;

Ο Λιάκος ήρχισε την διήγησιν, αλλά δεν είπε τα πάντα εις τον γαμβρόν.

Απεσιώπησε και του Κ. Μητροφάνους την τραχύτητα και της εξαδέλφης του

την φαιδρότητα, παρέστησε δ' επιδεξίως την ανάγκην της μεσολαβήσεώς της,

εις τρόπον ώστε ουδεμίαν ως προς τούτο αντίρρησιν επέφερεν ο Κ. Πλατέας.

Τώρα η υπόθεσις έμενεν εις τας χείρας της εξαδέλφης, η οποία υπεσχέθη να

μηνύση προς τον Λιάκον, εις την οικίαν του Κ. Πλατέα, το οριστικόν

αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων.

Ταύτα απετέλουν την ουσίαν της συνομιλίας, αλλ' αι ερωτήσεις του Πλατέα

και αι λεπτομέρειαι του Λιάκου επαναλαμβανόμεναι αποκατέστησαν μακρόν

τον διάλογον, ο δε ήλιος έδυεν, ότε οι δύο φίλοι επέστρεψαν εις την

οικίαν διά να τιμήσωσι το δείπνον της Φλουρούς.

Μόλις είχον απογευθή ότε η θύρα εκρούσθη, η δε Φλουρού εισελθούσα

ενεχείρισεν εις τον Λιάκον επιστολήν. Ο Κ. Πλατέας ηγέρθη και με το

χειρόμακτρον εις χείρας, όρθιος όπισθεν του καθημένου φίλου του, έβλεπε

τας λέξεις, τας οποίας ο Λιάκος μεγαλοφώνως ανεγίνωσκε.

«Φίλτατε εξάδελφε,

«Φέρε μου απόψε τον φίλον σου. Θα είναι και η λεγάμενη εις την οικίαν

μου. Ελάτε ενωρίς.

Η εξαδέλφη σου.»

— Αι, δεν σου το έλεγα; ανέκραξε περιχαρής ο Λιάκος. Ετοιμάσου να

πηγαίνωμεν! Ετοιμάσου!

Αλλ' ο Κ. Πλατέας ήτο κατηφής. Τον εφόβιζεν η ιδέα του να συναντηθή με

την νύμφην. Τι να είπη; Πώς να φερθή; Και έπειτα δεν ήτο εισέτι βέβαιος

περί της συγκαταθέσεως. — Διατί η εξαδέλφη δεν έγραψε καθαρά Ναι ή όχι;

Κοντός ψαλμός αλληλούια!

Μετά κόπου πολλού κατώρθωσεν ο Λιάκος να τον πείση ότι η πρόσκλησις

εσήμαινε Ναι, ότι και αυτός και προ πάντων η εξαδέλφη θα διευκολύνωσι

κατά πάντα τα της συνεντεύξεως. Εντούτοις αναλαβών χρέη θαλαμηπόλου τον

εστόλισε, τον εκτένισε, τον εκαλλώπισεν όσον ήτο δυνατόν, και τον έσυρε

σχεδόν έξω της οικίας. Τι έδιδεν ο πτωχός καθηγητής διά να απαλλαγή από

το ποτήριον τούτο!

Καθ' οδόν ο Λιάκος επροσπάθει να μεταδώση εις τον Κ. Πλατέαν την

ευθυμίαν του, αλλ' άνευ επιτυχίας. Ήτο πλήρης φαιδρών ιδεών εκείνος,

διότι ο γάμος του φίλου του εξησφάλιζε την ιδικήν του ευτυχίαν, διότι

απόψε εις της εξαδέλφης του, μετά τοσούτων ημερών χωρισμόν, έμελλε να

ίδη την ερωμένην του συνοδεύουσαν βεβαίως την αδελφήν της. Αλλ' ο

καθηγητής δεν είχε τους αυτούς λόγους ευχαριστήσεως και εβάδιζε

σιωπηλός, μόλις προσέχων εις τας αστειότητας του φίλου του. εσκέπτετο τι

θα είπη προς την νύμφην, και δεν το εύρισκε.

— Α! ανέκραξεν αίφνης, διακόπτων τον Λιάκον. Πώς την λέγουν;

— Ποίαν;

— Την νύμφην. Χθες επροδόθην εις τον πατέρα της ότι δεν εγνώριζα το

όνομά της. Να μη την πάθω και απόψε.

Ο Λιάκος εξεκαρδίσθη γελών διά το αστείον του πράγματος. Ευρίσκετο εις

καλήν διάθεσιν ο φίλος και τα πάντα ήσαν αφορμή ευθυμίας δι' αυτόν. Αλλ'

ο Κ. Πλατέας δεν εγέλα.

— Πώς την λέγουν; επανέλαβε.

Ο Λιάκος ητοιμάζετο ν' αποκριθή, ότε αίφνης εν μέσω του σκότους ήκουσε

το όνομά του προφερόμενον από άνθρωπον ερχόμενον προς αυτούς.

— Λιάκε, συ είσαι;

Διηγήματα(#33709) · 第 2 / 12 段