Όσον και αν φαίνεται απίστευτος, η αλήθεια είνε ότι κατορθώνομεν

πάντοτε να ετοιμάσωμεν το σκηνολόγιον κατά την διάρκειαν του

σουλτανικού γεύματος. Τον δε διάλογον, ως σας είπα, τον

αυτοσχεδιάζομεν επί της σκηνής. Απαγγέλλομεν μίαν οποιανδήποτε

φράσιν σχετικήν προς την υπόθεσιν και περιμένομεν την δευτέραν,

ως τα πετεινά του ουρανού την τροφήν των, από το έλεος του Θεού.

Η παράστασις προ πάντων του «Σαστισμένου αυλάρχου» επέτυχε

θαυμάσια. Όταν εδόθη η διαταγή να ριφθή ούτος εις την θάλασσαν,

μία από τας ηθοποιούς, η παλαιά σας γνώριμη κυρία Φιορέλη,

εθεώρησε πρέπον να υποκριθή την ευαίσθητον λιποθυμούσα, και τότε

ηυδόκησεν ο Σουλτάνος να λάβη μέρος εις την παράστασιν, ραντίζων

το πρόσωπον και τους γυμνούς της ώμους με ένα σίφωνα νερόν του

Σελτζ, διά να την ξελιγοθυμήση. Αδύνατον είνε να σας περιγράψω

την κατά το επεισόδιον τούτο ιλαρότητα των θεατών, τον ακράτητον

γέλωτα, τα χειροκροτήματα και τα «Αφερίμ!».

Αι περισσότεροι των σουλτανικών τούτων κωμωδιών είνε μάθημα

διδόμενον είς τινα επιφανή αυλικόν, σατυρισμός μιας του

καταχρήσεως, ανοησίας ή μανίας. Εκ τούτου συμβαίνει πολλάκις να

είνε πολύ κωμικοτέρα της παιζομένης παρ' ημών κωμωδίας η όψις της

πλατείας. Κατά την αρχήν της παραστάσεως ουδείς γνωρίζει ποίος

από τους παρισταμένους πρόκειται κατά την εσπέραν εκείνην να

σατυρισθή και έκαστος ανησυχεί φοβούμενος μη έπεσεν ο κλήρος επ'

αυτόν. Το θύμα όμως δεν βραδύνει να υποδειχθή τόσον σαφώς, ώστε

οι άλλοι, ησυχάσαντες διά λογαριασμόν των, γελώσιν εις την ράχιν

του με την τουρκικήν ασπλαγχνίαν. Το κωμικώτερον όλων είνε οι

μάταιοι αγώνες, τους οποίους καταβάλλει ο σατυριζόμενος να

υποκριθή ότι δεν εννοεί ότι πρόκειται περί αυτού και να γελάση

μαζί με τους άλλους. Υποθέτω όμως ότι ο γέλως του εκείνος πολύ

ομοιάζει με το μειδίαμα των προγόνων σας Σπαρτιατών, όταν

εσπάρασσε τας σάρκας των η εντός του χιτώνος των αλεπού.

Κατά την εποχήν του ανωτέρω διαλόγου, συνέβαινε να θεωρήται η

κατάστασις των ανατολικών πραγμάτων ικανώς κρίσιμος ως εκ των

απειλών της Ρωσσίας και της εντάσεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Τούτο με έκαμε να ερωτήσω τον ανακτορικόν ηθοποιόν αν εξακολουθή

ο Σουλτάνος να έχη όρεξιν διασκεδάσεως, ενώ εσείετο το κράτος

του.

— Τους Ρώσσους, μου απήντησεν, θα τους εμποδίση η Ευρώπη να μας

φάγουν, τους δε Έλληνας ουδέ καν τους συλλογίζεται ο Σουλτάνος.

— Και διατί; παρακαλώ.

— Διότι κανείς δε φοβείται τους σκύλους, οι οποίοι αιωνίως

γαυγίζουν χωρίς ποτέ να δαγκάσουν.

Αν και ήτο κάπως δύσκολον να εύρω ότι ο άνθρωπος είχεν άδικον, η

πατριωτική εν τούτοις φιλοτιμία μου μού επέβαλλε να του απαντήσω.

— Έχεις δίκαιον να ομιλής ούτω, αφού σε δίδουν οι Τουρκοι το

πενταπλάσιον των όσα εκέρδιζες εις τας Αθήνας.

(«Ημερολόγιον Σκριπ»).

ΑΓΙΟΣ ΣΩΣΤΗΣ

Την ταχείαν πρόοδον της Ελλάδος, εννοούμεν την υλικήν, αδύνατον

είνε ν' αρνηθώσιν όσοι τουλάχιστον έτυχε προ τριών ή τεσσάρων

Ολυμπιάδων να ταξειδεύσωσιν εις Μεσολόγγι. Ούτε ν' αποβή τις εις

την ηρωικήν πόλιν ήτο τι εύκολον, ούτε του αποχαιρετισμού η ημέρα

ηδύνατο να ορισθή ασφαλώς κατά το δρομολόγιον της τότε μοναδικής

ατμοπλοϊκής εταιρίας. Μεταξύ τω όντι των πλοίων αυτής και της

ξηράς εμεσολάβει δίωρος θαλάσσιος δρόμος, επί λέμβου, προχωρούσης

δι' ωθήσεως καλάμου, καθ' ον περίπου τρόπον τα μονόξυλα των

αγρίων εις τα αβαθή ρεύματα του νέου κόσμου. Και ο μεν έξωθεν

ερχόμενος ήτο τουλάχιστον βέβαιος ότι κατά το τέρμα της

λεμβοδρομίας θα εύρισκε ξηράν να πατήση, πολύ όμως μικροτέρα ήτο

η του αναχωρούντος βεβαιότης αν εξερχόμενος του ακατίου ήθελεν

επιβή επί ατμοπλοίου ή αποβιβασθή εις ερημόνησόν τινα, επώνυμον

του Αγ. Σώστου, αναμένων επί άδηλον διάστημα χρόνου την εμφάνισιν

εις τον ορίζοντα του «Όθωνος», της «Ύδρας» ή της «Βασιλίσσης».

Τοιούτο τι, δυστυχώς, επεφύλαττεν εις εμέ και τους συμπλωτήρας

μου η κακή Μοίρα. Αναχωρήσαντες εκ Μεσολογγίου την τετάρτην μετά

το μεσονύκτιον φθινοπωρινής νυκτός βροχεράς και παγετώδους,

επεσκοπήσαμεν μετά τρίωρον πλουν έρημον το πέλαγος περί τον Άγ.

Σώστην, ουδ' είχεν ο μονάκριβος του νησιδίου κάτοικος,

ατμοπλοϊκώς πράκτωρ συγχρόνως και καφφεπώλης, είδησιν της

«Βασιλίσσης» καμμίαν. Όπως δε το ατμόπλοιον, ούτω και ο ήλιος

εξηκολούθει να μένη αφανής, αναπαυόμενος υπό παχύ εφάπλωμα μαύρων

συννέφων, καίτοι από πολλού είχε σημάνη η ταχθείσα υπό των

αστρονόμων ώρα της εκτελέσεως των φωτιστικών αυτού καθηκόντων.

Πρώτην τότε φοράν αφού επάτησα εις την Ελλάδα συνέβαινε να ποθήσω

τας ακτίνας εκείνας, των οποίων τοσάκις είχον καταρασθή την

ανηλεή μονοτονίαν. Ημέραν ως εκείνην μαύρην και σκοτεινήν μίαν

μόνον ηδυνάμην ν' ανεύρω εν τη μνήμη μου, ην διήλθον εν Αμβέρση

των Κάτω Χωρών, περιάγων κηρίον υπό τας κοσμούσας τους τοίχους

του κοιτώνας μου εικόνας του Τενιέρου και Βαν Οστάδ. Αλλ' εις τον

Άγ. Σώστην ούτε εικόνες υπήρχον ούτε, πιθανώς, κηρία. Αι ώραι

διεδέχοντο αλλήλας ανιαραί και ατελεύτητοι, την δε στενοχωρίαν

ημών ηύξανε προ πάντων το άδηλον του αριθμού των όσαι απέμενον

ακόμη να διανύσωμεν ριγούντες επί του ξηροβράχου. Η θέσις ημών

ήτο ως δυστυχούς καταδικασθέντος υπό σκληρού δικαστηρίου εις την

ποινήν αορίστου αριθμού ετών προσκαίρων δεσμών!

Εις τοιαύτην ευρισκόμην περί το εσπέρας ψυχής διάθεσιν ή μάλλον

αδιαθεσίαν, ότε προσήλθεν ο Ροβινσών της νήσου, ο πράκτωρ

καφφεπώλης, λέγων μοι μετά θαυμαστής αταραξίας: «Το ατμόπλοιο δε

θα έλθη ως αύριον το πρωί. Πού είνε τα ρούχα σου να σου στρώσω».

Τότε κατά πρώτον εδιδάχθην ότι εις την πτωχήν μας γλώσσαν είνε

δισήμαντος η λέξις &ρούχα& (4), δηλούσα και στρώμα, εφόδιον ουχ

ήττον των ενδυμάτων απαραίτητον εις τον περιηγούμενον την Ελλάδα.

Πλην του δωρεάν γλωσσικού μαθήματος ανέλαβεν ο καλός άνθρωπος να

μοι προμηθεύση δείπνον και κοίτην αντί ταλήρου. Το πρώτον

συνίστατο ως τα του Ευαγγελίου, εκ ξηρού άρτου, ον μ' έκαμε να

εύρω ηδύτατον η πείνα, και τηγανητού οψαρίου, το οποίον καθίστα

τελείως ακατάποτον δυσωδία ελλυχνίου αξία να παραβληθή προς την

αποπνέουσαν εκ των λόγων του Ισοκράτους. Η οσμή του ελληνικού

ελαίου και η αηδία των ισοκώλων, παρίσων και ομοιοτελεύτων της

&προς Δημόνικον Παραινέσεως& είνε αι ανιαρόταται αναμνήσεις των

σχολικών μου χρόνων. Αλλά πολύ μάλλον του συμποσίου ήτο το

αναμένον ημάς υπνωτήριον άξιον περιγραφής. Το λεγόμενον

πρακτορείον συνίστατο ολόκληρον εξ ενός μόνου ισογείου και ουχί

μεγάλου θαλάμου, όπου έμελλαν να συγκοιμηθώσιν αδελφικώς οι

επιβάται της «Βασιλίσσης» ένδεκα τον αριθμόν, ήτοι δύο εν

φουστανέλλα ακαδημαϊκοί πολίται, είς καλόγηρος, δέσμιος υπόδικος

αγόμενος εις Πάτρας υπό δύο χωροφυλάκων, τρεις χωρικοί, ο γράφων

και γέρων τις ξένος περιηγητής. Εις τούτους προσετέθησαν μετ'

ολίγον δύο κλωβοί πλήρεις ορνίθων προς προφύλαξιν αυτών από της

επελθούσης ραγδαίας βροχής. Πάντα ταύτα τα τε πτερωτά και άπτερα

δίποδα, ως ωνόμαζεν ο Πλάτων τους ανθρώπους, επρόκειτο να

διέλθωσιν ατελεύτητον νύκτα φθινοπώρου εντός χώρου μη παρέχοντος

ουδέ το ήμισυ του απαραιτήτου προς κανονικήν λειτουργίαν των

πνευμόνων αέρος. Προς ακριβή εκτίμησιν του ποιού της ατμοσφαίρας

του κοιτώνος πρέπει να προστεθή εις την αδιάλειπτον αραίωσιν του

οξυγόνου η προϊούσα συμπύκνωσις αναθυμιάσεων ορνιθώνος,

φαγωσίμων, καλογηρικής γούνας, τσαρουχιών, λυχνίας τρεφομένης διά

του αυτού πιθανώς ελαίου, το οποίον εχρησίμευσε προς τηγάνισμα

του δείπνου και, προ πάντων, της απλωθείσης προς ύπνον ποικίλης

συλλογής &ρούχων.& Όσον και αν ήμην κατάκοπος, η ιδέα εξαπλώσεως

επί των υπέρ εμού ετοιμασθέντων μοι επροξένει ανατριχίασιν.

Τοιαύτης κλίνης θα επροτίμων το ακανθόπλεκτον στρώμα ερημίτου της

Σκήτης. Την αυτήν, ως φαίνεται, αισθανόμενος προς τα &ρούχα&

αντιπάθειαν και ο ξένος συνοδοιπόρος μου επροτίμησε να

διανυκτερεύση κακείνος αντικρύ μου επί καθίσματος, όσον το

δυνατόν πλησιέστερον του παραθύρου. Υπό του αυτού ελαυνόμενοι

αισθήματος παρετηρήσαμεν αμφότεροι τα ωρολόγιά μας. Αν και είχε

νυκτώση από αμνημονεύτου χρόνου και πάντες εκοιμώντο περί ημάς, η

ώρα ήτο μόλις ογδόη. Άλλαι λοιπόν εννέα εχώριζον ημάς ακόμη από

του ηλίου της επιούσης, και ούτε ύπνου υπήρχεν ελπίς ούτε ήτο η

ανάγνωσις δυνατή εκ της ανεπαρκείας του φωτισμού. Ως μόνος

δυνατός τρόπος καταναλώσεως της ώρας απέμενε να θαυμάζωμεν

αλλήλων την όψιν· του δε αντικρύ μου καθημένου αι ρυτίδες και η

παρδαλή ασπροκίτρινος γενειάς δεν ήσαν βεβαίως άξιαι δεκαώρου

θαυμασμού, ουδέ καν διεκρίνοντο επί άκρα κομψότητι τα δίπατα

αυτού μέχρι γόνατος υποδήματα ή το εκ μαύρης προβειάς κάλυμμα της

κεφαλής. Και ούτω όμως εύκολον ήτο να διακρίνη τις εκ της

συμπεριφοράς αυτού και της λευκότητος των χειρών και του

υποκαμίσου ότι δεν ανήκεν ο ανήρ εις τας τάξεις της

πλειονοψηφίας. Ως πρόσθετος τούτου απόδειξις ηδύνατο να

χρησιμεύση ότι, αντί του τετριμμένου οδηγού του Βαίδεκερ, είχεν

επί των γονάτων του το τελευταίον πόνημα του Μαξ Στίρνερ: &«Το

εγώ ως απόλυτον και ο κόσμος ως ιδιότης αυτού».& Ο τίτλος του

βιβλίου καθίστα εύκολον την εύρεσιν της εθνικότητος του

αναγνώστου όστις, αφού δεν ήτο γερμανός, ως απεδείκνυεν η

ανεπίληπτος προφορά των δύο ή τριών λέξεων, τας οποίας έτυχε να

εκστομίση γαλλιστί, ήτο ρώσσος βεβαίως και πιθανώτατα μηδενιστής.

Τα βιβλία τω όντι των νεοεγελειανών φιλοσόφων κατήντησαν από

ικανού ήδη χρόνου προϊόν εξαγόμενον αποκλειστικώς εις την

Πετρούπολιν, καθ' ον περίπου τρόπον ο οίνος του Πόρτου εις το

Λονδίνον. Την δε υποψίαν μηδενισμού εδικαίωνεν η προτίμησις του

φοβερού έργου του Στίρνερ, του αναλαβόντος ν' αποδείξη

επιστημονικώς φάντασμα πάσαν θρησκείαν, φενάκην την ηθικήν,

όνειρον την δικαιοσύνην, ηλιθιότητα την πίστιν εις την πρόοδον

του πολιτισμού και παντοκράτορα του κόσμου δυνάστην το «Απόλυτον

εγώ», ήτοι τον άκρατον και απεριόριστον εγωισμόν. Η περιέργεια,

μεθ' ης παρετήρουν αυτόν και το βιβλίον του, δεν διέφυγε την

προσοχήν του ξένου, όστις θέσας τον δάκτυλον επί τόμου του

Λεοπάρδη, τον οποίον έτυχε να κρατώ, μοι είπε μειδιών: «Le votre

ne vaut guére mieux», ήτοι «το ιδικόν σου δεν είνε πολύ

καλλίτερον». Η εξομοίωσις του Λεοπάρδη προς τον ου μόνον

απαισιόδοξον, αλλά και απαίσιον Στίρνερ ήτο βεβαίως δεκτική

συζητήσεως, η δε όρεξις ημών προς τοιαύτην μεγάλη, αφ' ετέρου

όμως απέβαινεν από στιγμής εις στιγμήν επιτακτικωτέρα η ανάγκη

εισπνοής κάπως αμιγεστέρου αέρος. Αλλ' η βροχή εξηκολούθει να

καταπίπτη ποταμηδόν, ώστε ευρισκόμεθα προ του φοβερού διλήμματος

της ασφυξίας ή του πνιγμού. Επί πέντε όλας ώρας διήρκεσεν η

αγωνία εκείνη, μέχρις ου εφάνη ημίν ότι διεκρίναμεν διά του

παραθύρου ασθενές τι και παροδικόν σελάγισμα, ακτίνα ίσως σελήνης

διακόψασαν το βαθύ σκότος. Η μετ' ολίγον επανάληψις του

φαινομένου και ο μετριώτερος του ύδατος κροταλισμός παρείχον ήδη

ελπίδα τινά δυνατής εξόδου. Κατορθώσαντες να υπερπηδήσωμεν τους

κοιμωμένους ημών συντρόφους, εξήλθομεν αδιστάκτως.

Ουδέποτε, πιστεύω, έτυχεν άνθρωπος να ροφήση αέρα μεθ' όσης ημείς

απληστίας, πλην ίσως του προφήτου Ιωνά, ότε εξήλθε της κοιλίας

του κήτους. Η σελήνη είχε κρυβή και πάλιν και η βροχή εξηκολούθει

κατ’ αραιάς σταγόνας, αλλ' ευτυχώς υπήρχεν εκεί που πλησίον

μικρόν τι κοίλωμα υπό εξέχοντα βράχον, όπου κατεφύγομεν

συμμαζευθέντες επί βελέντζας, ην επρονόησε να παραλάβη

εξερχόμενος ο σύντροφός μου. Το προ ημών θέαμα ήτο αληθώς

εξαίσιον, αν και δεν εβλέπομεν σχεδόν τίποτε, ούτε ουρανόν ούτε

θάλασσαν ουδέ ξηράν. Πάντα ταύτα συνεχέοντο εις άμορφον χάος,

αλλάσσον χροιάν ακαταπαύστως κατά την πυκνότητα της νεφέλης, ήτις

εσκίαζε τον δίσκον της πανσελήνου. Οι λεγόμενοι τεχνοκρίται

πολλάς εμελάνωσαν σελίδας προς απόδειξιν ότι το γυμνόν παντός

σχήματος χρώμα δεν δύναται να μεταδώση την ιδέαν του κάλλους,

αλλ' εις εμέ ουδέν ουδέποτε άλλο θέαμα επροξένησεν όσην εντύπωσιν

η αδιάλειπτος και ακαριαία μετάβασις του ανιδέου εκείνου όγκου

από του χρώματος της πίσσης εις το της τέφρας, του μολύβδου, του

ίου, της ώχρας ή του χαλκού. Εις το θάμβος του οφθαλμού πρέπει να

προστεθή το αναδιδόμενον εκ της θαλάσσης άρωμα ιωδίου όντως

μεθυστικόν. Τούτου όμως αποτέλεσμα ήτο να με κρημνίση αποτόμως

από της υπερνεφέλου ποιήσεως εις το βάραθρον της πεζότητος,

ενθυμίζον με τα γαϊδουροπόδαρα του Φαλήρου και ότι ήμην σχεδόν

νήστις από της προτεραίας. Ο ρώσσος είχεν ευτυχώς εις την

οδοιπορικήν του πήραν δίπυρά τινα της Οδησσού, τα οποία

εμοιράσαμεν αδελφικώς ως και το περιεχόμενον φιαλιδίου κονιάκ.

Ευχαριστών διά το φιλοφρόνημα εθεώρησα επίκαιρον να ψελλίσω

δικαιολογίαν τινά υπέρ της καταστάσεως της πατρίδος μου, της

εκθετούσης τους επισκεπτομένους αυτήν ξένους εις δείπνα ξηρού

άρτου και χειμερινάς εν υπαίθρω διανυκτερεύσεις, αλλ' άδικον θα

ήτο να λησμονηθή ότι προ ημίσεως μόνον αιώνος, απαλλαγείσα

βαρβάρου ζυγού, μόλις εισέρχεται εις το στάδιον του πολιτισμού.

Την τοιαύτην παράταξιν των στερεοτύπων νεοελληνικών απολογημάτων

διέκοψεν εκείνος αποτόμως διά του εξής απιστεύτου αποφθέγματος·

«Μυριάκις προτιμότερον είνε να μείνη η Ελλάς απολίτιστος εις

πάντας τους αιώνας ή να γνωρίση τα ασυγκρίτως ανώτερα των

πλεονεκτημάτων βάσανα του λεγομένου πολιτισμού. Θέλεις απόδειξιν

ότι έχω δίκαιον; Ενώ συ κ' εγώ πεινώμεν, κρυώνομεν, αγρυπνούμεν,

βήχομεν και πταρνιζόμεθα επί υγρού βράχου, οι άξεστοι

συμπατριώται σου, τους οποίους έχεις ίσως την βλακείαν να

οικτείρης, κατώρθωσαν υπό τους αυτούς όρους να δειπνήσωσι μετ'

ορέξεως και να κοιμηθώσι μακαρίως. Πρόοδος του πολιτισμού και

αύξησις της ανθρωπίνης κακοπαθείας είνε τα ακριβέστερα των

συνωνύμων».

Τον έπειτα προς ερμηνείαν του ανωτέρω αφορισμού μεταξύ ημών

διάλογον προτιμώ να συνοψίσω εις μονόλογον του σλάβου φιλοσόφου,

πιστεύων ότι παρέχω εκδούλευσιν εις τον αναγνώστην, μη αναμιγνύων

τας ιδικάς μου κοινοτοπίας εις την ικανώς πρωτότυπον αυτού περί

πολιτισμού θεωρίαν·

«Δεν είμαι, είπεν, ως επίστευσες, μηδενιστής, αλλά φιλήσυχος και

ακίνδυνος καθηγητής των φυσικών επιστημών, ελθών εις την Ελλάδα

προς συλλογήν των δυσευρέτων αλλαχού Καράβων του Αδώνιδος. Εκ της

τριακονταετούς ήδη της φύσεως μελέτης επείσθην αδιστάκτως, ότι το

ποσόν κακοπαθείας, το οποίον επιφυλάσσει η Μοίρα εις πάντα τα

πλάσματα, είνε πανταχού και πάντοτε ακριβώς ανάλογον του όγκου

και της τελειότητας του νευρικού αυτών συστήματος. Ουδ' υπάρχει

λόγος τις εξαιρέσεως του ανθρώπου από του γενικού κανόνος. Παν

λοιπόν το δυνάμενον οπωσδήποτε να συντελέση εις την επικράτησιν

των νεύρων και ιδίως του εγκεφάλου θεωρώ ως ζημίαν, της οποίας

κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να θεωρηθώσιν ως επαρκής

αντιστάθμησις αι απολαύσεις αι προερχόμενοι εκ της προόδου της

επιστήμης, της τέχνης και του πολιτισμού. Ουδ' είνε αύται διά τον

ακριβώς εξετάζοντα τα πράγματα υπό ουδεμίαν έποψιν μεγάλαι. Αν

σήμερον, χάρις εις τας τελειοτέρας γεωργικάς μεθόδους και την

ταχυτέραν συγκοινωνίαν προς τους τόπους της παραγωγής,

σπανιώτερον δεκατίζει τους λαούς της Ευρώπης η πριν ανά δεκαετίαν

κατά μέσον όρον επισκήπτουσα τελεία έλλειψις άρτου, ο αριθμός αφ'

ετέρου των ανεπαρκώς τρεφομένων και διηνεκώς πεινώντων ηύξησεν

επαισθητώς, ουδέ δύναται να παύση συναυξάνων μετά του πληθυσμού,

αφού ο μεν εκ της τελειοποιήσεως της αγρονομίας πολλαπλασιασμός

των προϊόντων έχει βεβαίως όριά τινα ανυπέρβλητα, η δε αύξησις

του πληθυσμού ουδέν άλλο όριον πλην της πείνης. Η Αγγλία είνε

βεβαίως υπό γεωργικήν και οικονομικήν έποψιν η πρώτη της γης

χώρα, αλλά και εν ουδεμία άλλη είνε ανώτερος ο αριθμός των

πεινώντων ή των τρεφομένων αποκλειστικώς διά γεωμήλων και

οινοπνεύματος. Το τελευταίον μάλιστα τούτο τείνει ν'

αντικαταστήση η πρόοδος του πολιτισμού διά του ευθηνοτέρου

θειικού αιθέρος. Ουδέ πιστεύω ότι δύναται να θεωρηθή ως επαρκές

αντιζύγιον της τοιαύτης διαίτης του λαού ότι πολύ ανώτερος του

αλλαχού είνε εν Αγγλία ο αριθμός των καταναλωτών ανανάδων,

χελωνών, Πόρτου και σπαραγγιών. Αν σπανίζουσι ταύτα εις την

απολίτιστον Ανατολήν, έτι σπανιώτεροι είνε, ευτυχώς, οι

στερούμενοι επαρκούς προς χορτασμόν τεμαχίου λευκού ή μέλανος

άρτου. Ουδέ κατεδικάσθησαν ακόμη οι Ανατολίται να καταπίνωσι

βούτυρον εκ μαργαρίνης, γάλα εξ ορυζοκόνεως, οίνον εξ

ερυθροξύλου, καφφέν εκ ξηρών σύκων, τυρόν εξ αμύλου, σοκολάταν εκ

βαζελίνης και όσα άλλα εφεύρεν ευθηνά δηλητήρια η παράλληλος

πρόοδος της χημείας και της ασυνειδησίας (5).

Τον ισχυρισμόν ότι ηύξησεν εν συνόλω εις τας πολιτισμένας χώρας ο

μέσος όρος της ευζωίας του λαού, διαψεύδει η καθ' εκάστην

απειλητικωτέρα κατά του κοινωνικού καθεστώτος εξέγερσις των

ακτημόνων. Και αληθεύον δε αν υποτεθή, ότι αιτία της δυσαρεσκείας

είνε η αύξησις ουχί των στερήσεων, αλλά των απαιτήσεων της

εργατικής τάξεως, δύσκολον πάλιν είνε να μη αποδοθή το κακόν εις

την πρόοδον του πολιτισμού, την δημοτικήν εκπαίδευσιν, τα

εσπερινά αναγνώσματα, τας πενταλέπτους εφημερίδας, τας λαϊκάς

βιβλιοθήκας και όσα άλλα αυξάνοντα τον εν τω κόσμω όγκον

εγκεφάλου συναυξάνουσι μετ' αυτού κατ' ακριβή αναλογίαν την

ανθρωπίνην ευπάθειαν, ήτοι την ανθρωπίνην δυστυχίαν. Πώς δε να

πιστεύσω εις χρήσιμόν τινα πρόοδον της ιατρικής ή της λεγομένης

δημοσίας υγιεινής, αφού αποδεδειγμένον είνε ότι ουδόλως μεν

ηλαττώθη ο αριθμός των ραχιτικών, των κακοχύμων και των

χοιραδικών, ενώ ο των αναιμικών αυξάνει απαύστως και

καταπληκτικώς; Οι πάπποι ημών δεν είχον ακόμη δυναμόμετρα, εξ ων

θα ηδυνάμεθα να εκτιμήσωμεν μετά μαθηματικής ακριβείας τον βαθμόν

της καταπτώσεως των ημετέρων μυώνων, αλλ' εν ελλείψει

δυναμόμετρων έχομεν προχείρους εν τοις μουσείοις πλουσίας

συλλογάς λογχών, πελέκεων, ξιφών και ροπάλων, τα οποία ουδείς

σημερινός βραχίων δύναται να υψώση. Αλλά και χωρίς να ανατρέξωμεν

εις τόσον απέχοντας χρόνους, αρκεί προς απόδειξιν του προϊόντος

ημών εκφυλισμού ότι υπερδιπλάσιον ήτο επί του πρώτου Ναπολέοντος

το βάρος του στρατιωτικού όπλου, ενώ σήμερον ευρίσκουσι βαρύ το

του Μαρτίνη και του Σασεπώ τα ανθρωπάρια, τα οποία συναγελάζει η

γενική στρατολογία, γέννημα και αύτη της προόδου του πολιτισμού.

Κατά τι, τέλος πάντων, δύνανται να υποτεθώσιν αυξήσαντες το ποσόν

της ανθρωπίνης ευδαιμονίας οι περιλάλητοι σιδηρόδρομοι,

τηλέγραφοι και ηλεκτρικοί φανοί, αφού ούτε εις τόπους

ευτυχεστέρους δύνανται να μας μεταφέρωσιν, ούτε ειδήσεις να μας

μεταδώσωσι μάλλον παρηγόρους ή να φωτίσωσιν όψεις ευθυμοτέρας;

Και ταύτα μεν είνε τα πολυύμνητα υλικά δώρα του πολιτισμού, πολύ

δε μάλλον άδωρα τα ηθικά. Ουδ' αυτός ο φανατικώτατος της προόδου

πανηγυριστής θα ετόλμα τω όντι να ισχυρισθή ότι ηλαττώθη το ποσόν

της λυμαινομένης τον κόσμον κακίας, αλλά μόνον ότι το ποιόν αυτής

μετεβλήθη. Ελάχιστον όμως είνε το κέρδος αν εξήλειψεν ο

τελειότερος οργανισμός της χωροφυλακής εκ των ορέων την ληστείαν,

αναγκάσας τους πρώην εξ αυτής αποζώντας να προτιμήσωσι το

αναπαυτικώτερον επάγγελμα κιβδηλοποιού, δηλητηριαστού,

πλαστογράφου, προαγωγού ή ιδρυτού ανωνύμου εταιρίας. Η ζημία ζωής

και χρημάτων, ην επροξένει ο επί τέλους αποθνήσκων επί της

λαιμοτόμου ληστής, είνε αναξία παντός λόγου παραβαλλομένη προς

την καταδίκην εις την πείναν ή την αυτοκτονίαν, ην επιβάλλει

σήμερον ο ουδέποτε σχεδόν τιμωρούμενος τραπεζίτης εις ασυγκρίτως

ανώτερον αριθμόν θυμάτων. Ειλικρινώς δε σοι λέγω ότι προτιμώ να

σκιάζωμαι τους ληστάς επί της λεωφόρου παρά να μην είμαι βέβαιος

ότι δεν είνε καταχραστής, δωρολήπτης, προδότης, συκοφάντης ή

σιμωνιακός, ο τμηματάρχης, ο ταμίας, ο λοχαγός, ο έμπορος, ο

δημοσιογράφος ή ο ιερεύς των οποίων σφίγγω την χείρα εν αιθούση ή

ασπάζομαι αυτήν εν εκκλησία».

Διακόψας ενταύθα τον λόγον όπως επ' ολίγον αναπαυθή και ροφήση

νέαν δόσιν ρακής, εξηκολούθησεν έπειτα διά φωνής, της οποίας

αδύνατον μοι είνε να λησμονήσω ή να περιγράψω την αθυμίαν·

«Πάντα όσα μέχρι τούδε σε είπον είνε μικρά, ασήμαντα και ανάξια

παντός λόγου, παραβαλλόμενα προς άλλην τινά μυριάκις φοβερωτέραν

και αναπόδραστον συνέπειαν της προόδου της επιστήμης και του

πολιτισμού. Διά να μ’ εννοήσης καλλίτερα, σπεύδω προς στιγμήν να

υποθέσω δυνατήν και μάλιστα προσεχή την πλήρωσιν πασών

ανεξαιρέτως των επαγγελιών και αυτών των παραβολωτάτων ονείρων

των αισιοδόξων. Παραδέχομαι ότι η πρόοδος της χημείας κατώρθωσε

ν' ασφαλίση εις πάντας τροφήν επαρκή και εκλεκτοτάτην· ότι

κατωρθώθη η επιδιωκομένη τελεία αντικατάστασις διά μηχανών της

εργασίας των βραχιόνων και απαλλαγή της ανθρωπότητος από παντός

βαναύσου κόπου· ότι εύρεν η ιατρική αντίδοτον κατά πάσης

ασθενείας ή και κατώρθωσε να εξαλείψη από της γης πάσαν νόσον και

μαλακίαν διά της τελειοποιήσεως της λεγομένης νοσοφθορίας.

Παραδέχομαι, αν θέλης, ότι δύνανται τα πολιτεύματα, οι νόμοι και

αι διεθνείς σχέσεις να κανονισθώσι κατά τύπον τοσούτον τέλειον,

ώστε να εκλείψη το έγκλημα, ο πόλεμος και παν αδίκημα, ως μη

δυνάμενα να προσπορίσωσιν ουδέ κέρδος και μη έχοντα εκ τούτου

λόγον υπάρξεως κανένα. Αν γνωρίζης άλλο τι άξιον ευχής, ειπέ το,

όπως προσθέσω και τούτο εις το ιδανικόν άθροισμα πάσης

ευδαιμονίας. Εγώ δε τούτο μόνον σοι λέγω, ότι αν κατωρθούντό ποτε

πάντα ταύτα και επραγματοποιείτο το όνειρον του χρυσού αιώνος,

τότε προ πάντων αλλοίμονον και τρις αλλοίμονον εις τους

ανθρώπους! Η ασφάλεια και η απαλλαγή από του σωματικού μόχθου

υπέρ του επιουσίου άρτου θα παρείχον εις πάντας άνεσιν προς

καλλιέργειαν του πνεύματος αυτών. Ο όγκος της εγκεφαλικής μάζης

υπ' ουδενός πλέον συνεχόμενος κωλύματος ή ανταγωνισμού ήθελε

προβαίνη αυξάνων αδιαλείπτως και απεριορίστως, ενώ η ηδονή του

καλοτρώγειν και του μη σκάπτειν θα ηλαττούτο καθ' εκάστην και θα

εξέλιπε μετ' ολίγον τελείως. Πασίγνωστον τω όντι και

αναμφισβήτητον είνε ότι ουχί καθ' εαυτήν η ευζωία, αλλά μόνον η

μετάβασις εις ταύτην από καταστάσεως δυστυχεστέρας είνε ηδονική,

όπως και η μετάβασις από της νόσου εις την υγείαν. Όσοι είχον

πριν το ευτύχημα να μεταβαίνωσι το εσπέρας από του αγρού ή του

εργοστασίου εις το δείπνον και την κλίνην των, καθ' ον τρόπον ο

βους από του αρότρου εις την φάτνην, ως εκείνος κοπιώντες βαρέως,

τρώγοντες απλήστως και κοιμώμενοι άνευ ονείρων, θα ηυκαίρουν τότε

να ερωτήσωσι πώς έτυχε να ευρεθώσιν επί του κόσμου τούτου, τις

του βίου ο σκοπός και τι πέραν του τάφου υπάρχει; Εις τας

ερωτήσεις ταύτας μόνη η θρησκεία δύναται να απαντήση δι'

υποσχέσεως μακαριότητος ατελευτήτου, αλλ' η αδυσώπητος και

παντοκράτειρα τότε επιστήμη ουδέν άλλο θα έχη ν' αποκριθή παρά

μόνον ότι δεν ηξεύρει απολύτως τίποτε περί τούτων, προσθέτουσα

μάλιστα μετά τινος ειρωνικής αυταρεσκείας, ότι τα ερωτήματα ταύτα

δεν είνε επιστημονικά ουδέ καν λογικά, αλλ' αποτελέσματα της

στρεβλώσεως της ανθρωπίνης διανοίας υπό του χριστιανισμού. Την

τοιαύτην όμως στρέβλωσιν μόνον να ελεεινολογή, να σκώπτη και να

υβρίζη, ουχί όμως και να θεραπεύση δύναται η επιστήμη. Αντίδοτον

κατά της απελπισίας ουδέν άλλο υπάρχει πλην της πίστεως ή της

αποκτηνώσεως. Αμφότερα όμως ταύτα διώκει ανηλεώς και τείνει να

εξορίση από του κόσμου η πρόοδος της επιστήμης και του

πολιτισμού. Προς εκτίμησιν του έργου αυτής υπόθεσε την

ανθρωπότητα ως συνοδίαν οδοιπόρων, πλανωμένων εις έρημον της

Αραβίας απέραντον και πυριφλεγή, τηκομένην υπό δίψης φλογεράς και

ουδέν άλλο έχουσαν στήριγμα εν τη αγωνιώδει πορεία πλην της

ελπίδος ανευρέσεως ζωογόνου τινός πηγής, υπόθεσε δε και τους

επιστήμονας ως καλοθελητάς αγωνιζομένους να πείσωσι τους

συνοδοιπόρους των ότι μωρά είνε η ελπίς αυτών, ότι φάντασμα είνε

το ύδωρ και αυτή η δίψα των αποτέλεσμα πλάνης και διαστροφής. Εις

τους πιστεύοντας εις την αλήθειαν του τοιούτου κηρύγματος ουδέν

άλλο απομένει παρά να κατακλιθώσιν επί της αξένου άμμου,

παραιτούμενοι των μόχθων ασκόπου ήδη πορείας και αναμένοντες τον

θάνατον εν τη ακινητούση απελπισία. Αυτό τούτο θέλει πράξη και η

ανθρωπότης, ευθύς ως αποβή κτήμα κοινόν το ύστατον και μόνον

δυνατόν πόρισμα της επιστήμης, ότι δηλ. μυριάκις ευτυχέστερος

είνε ο βράχος του φυτού, το φυτόν του ζώου και τούτο του

ανθρώπου, και αυτή δε η ανθρωπίνη δυστυχία προβαίνει αυξάνουσα

από του βρέφους μέχρι του πρεσβύτου και από του ηλιθίου μέχρι του

μεγαλοφυούς ανδρός κατ' ακριβή και απαράβατον προς την

διανοητικήν ανάπτυξιν αναλογίαν. Ότι τοιούτο είνε το μοιραίον

τέρμα της εξελίξεως του ανθρωπίνου πνεύματος φαίνονται προϊδόντες

και προειπόντες πάντες εν πάση χώρα και εποχή οι εγκύψαντες εις

βαθυτέραν των όρων της υπάρξεως ημών μελέτην. Όπως εκάστου ημών,

ούτω και της ανθρωπότητος εν γένει ελαττούται, εφ' όσον προβαίνει

η ηλικία, η ικανότης να αισθανθή χαράν. Την περιλάλητον των

αρχαίων εθνών αισιοδοξίαν βλέπομεν διηνεκώς φθίνουσαν και

εξατμιζομένην από των μυθικών μέχρι των χρόνων της πνευματικής

αυτών ακμής. Ασυγκρίτως φαιδρότερος είνε ο Όμηρος του Σοφοκλέους

και οι φιλόσοφοι της Ιωνίας του Πλάτωνος, όπως και ούτος των

νεοπλατωνικών· έτι δε καταφανέστερος είνε παρά τοις Ινδοίς ο

κατακυλισμός από ευφροσύνης των Βεδικών ύμνων εις τα μηδενιστικά

πορίσματα της σοφίας του Βούδα και του Καπίλα. Αναπόδραστος τω

όντι αποβαίνει η εναργεστέρα διάκρισις του τέρματος εφ' όσον

πλησιάζομεν προς τούτο. Αλλ' αν αδύνατον είνε να οπισθοδρομήσωμεν

ή και να σταματήσωμεν, ακατανόητος και πάλιν απομένει η εκ

προθέσεως επίσπευσις προς την άβυσσον της πορείας. Τους σήμερον

αποστόλους της επιστήμης και της προόδου κλίνω να ομοιώσω προς

ιατρούς, κατορθώσαντας ν’ ανεύρωσιν αλάνθαστόν τι φάρμακον, δι'

ου δύναταί τις τάχιστα να γηράση, και επιβάλλοντας την χρήσιν

αυτού προς απαλλαγήν από των μειονεκτημάτων της νεανικής ηλικίας.

Η νεότης εν τούτοις, η άγνοια, η τελεία από πάσης σκέψεως περί

της τύχης ημών αποχή, η άσκησις των μυώνων και ο εις τον

ελάχιστον όρον περιορισμός της εργασίας του εγκεφάλου είνε τα

μόνα δυνάμενα να μετριάσωσι την αχώριστον από της υπάρξεως

δυστυχίαν. Ρίψε εις την θάλασσαν τον Λεοπάρδην και μετ' αυτού

πάντας τους φιλοσόφους και ποιητάς, πλην του Ομήρου, του

Ανακρέοντος και του Θεοκρίτου αντί μεταφυσικών ή επιστημονικών

φαντασμάτων· κυνήγα λαγούς ή γυναίκας, τρέχε, ίππευε, κωπηλάτει,

φύτευε λάχανα ή σχίζε ξύλα, κωπίαζε σωματικώς και αναπαύου

πνευματικώς, όπως βραδύτερον επέλθη η ώρα, καθ' ην κατανοήσας το

άσκοπον του βίου και την κενότητα πάσης ελπίδος, θα ποθήσης βαθύν

και ατελεύτητον ύπνον και, ως εγώ, θ' ανακράξης ω Νιρβάνα!»

Ότε έπαυσαν αντηχούντες εις τα ώτα μου οι απαίσιοι εκείνοι

χρησμοί και ανέτειλε μετ' ολίγον φαιδρός ήλιος, φωτίζων πλην των

άλλων την «Βασίλισσαν», ερχομένην να σώση ημάς από του Αγίου

Σώστου, επίστευσα ότι απηλλαττόμην από κακού ονείρου. Εκ των

συμβουλών του συνοδοιπόρου μου δεν ηκολούθησα καμμίαν, αλλ' ουδέ

δύναμαι, δυστυχώς, να βεβαιώσω ότι δεν μετενόησα διά τούτο.

Ανευρίσκων δε μετά πάροδον όλης εικοσιπενταετίας τας

λησμονηθείσας ταύτας οδοιπορικάς σημειώσεις, άγομαι εις τον

πειρασμόν να ερωτήσω, αν η κατά το διάστημα τούτο αναμφισβήτητος

και μεγάλη πρόοδος παρ' ημίν του πολιτισμού, τα τηλεγραφικά

δίκτυα, τα τηλέφωνα, οι τροχιόδρομοι, οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες, τα

τεσσαράκοντα γυμνάσια, αι ωδικαί λέσχαι, αι τρισχίλιοι του

Πανεπιστημίου φοιτηταί, η ακώλυτος λειτουργία των

κοινοβουλευτικών θεσμών, αι μεγαλόσχημοι εφημερίδες, η

αντικατάστασις των ληστών διά χρηματιστών, τα εξακόσια χιλιόμετρα

σιδηροδρόμων και τα ισάριθμα εκατομμύρια δημοσίου χρέους

συνετέλεσαν κατά πολύ εις το να καταστήσωσιν ευτυχεστέραν της

τότε την σημερινήν Ελλάδα. Τούτο ενδέχεται να εξετάσωμεν εν

προσεχεί ημών μελέτη.

(«Παρνασσός», 7(βριος 1891).

ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΥΛΑΔΗΣ

Ότε πρό τινων ετών ηναγκάσθην να διαχειμάσω εν Αιγύπτω, αφού

εθαύμασα τας πυραμίδας, τας καμήλους και τον αντιβασιλέα, αφού

ήκουσα τ' αυλοτύμπανα, έφαγον βανάνας και έπιον ταμαρινθόζωμον,

μη θέλων να μείνω άγευστος ουδεμιάς των φαραωνικών απολαύσεων,

απεφάσισα να ροφήσω καί τινα δόσιν &ασιχίου&. Το έδεσμα τούτο

γνωρίζουσι πιθανώς οι πλείστοι των αναγνωστών εκ του &Κόμητος

Μοντεχρίστου& του μακαρίτου Δουμά. Είναι δε εκχύλισμα ινδικής

καννάβεως, αηδές την οσμήν, αηδέστερον την γεύσιν, αλλ' έχον το

προτέρημα να μεταφέρη τους αηδιάζοντας την πεζήν πραγματικότητα

του ημετέρου πλανήτου εις την χώραν των ονείρων. Πλείονα περί του

φαρμάκου τούτου κρίνω περιττόν να παραθέσω, παραπέμπων τους

ορεγομένους εις το σύγγραμμα του τουρονησίου Μορώ, πλέξαντος εις

το &ασίχ& εγκώμιον χιλιοσέλιδον.

Αφού κατέπιον το χάπιον, κατεκλίθην περιμένων την ενέργειαν της

νηπενθούς βοτάνης, μη ούσαν άμεσον, αλλά βραδείαν και βαθμιαίαν.

Αγαθός τις συνοδοιπόρος μου, ο κ. Οelschig, σάξων την πατρίδα,

στενογράφος το επάγγελμα και εραστής των βιολογικών πειραμάτων

κατά τας ώρας της σχολής, ηθέλησε να διανυκτερεύση εν τω κοιτώνι

μου, παρακινηθείς εις τούτο είτε εκ φιλόφρονος μερίμνης είτε εκ

φυσιολογικής περιεργείας. Συνειθίσας ν' αναγινώσκω κλινήρης,

έλαβον εις χείρας Ελληνικόν τόμον, λησμονηθέντα πιθανώς επί της

νυκτερινής τραπέζης παρά τινος φιλομούσου ομογενούς. Το βιβλίον

έτυχεν ον εγχειρίδιον Ελληνικής μυθολογίας εκπονηθέν υπό τινος

Περικλέους Ιασεμίδου, ζητούντος συγγνώμην εν τω πρωιμίω αν,

πρωτόπειρος ων, έχη ατελείας περί το λεκτικόν. Είησαν αύται τω

ανθρώπω συγκεχωρημέναι, ουχί όμως και το κατόρθωμα αυτού,

επιτυχόντος να καταστήση τους ποιητικωτάτους ημών προγονικούς

μύθους πεζοτέρους αντωνιαδείου εποποιίας.

Του &ασιχίου& η αρετή έγκειται εις το ενισχύειν τας υπαρχούσας εν

τω εγκεφάλω ιδέας μάλλον ή εις το πλάττειν νέας. Επόμενον άρα ήτο

εις τον έχοντα την κεφαλήν πλήρη αναμνήσεων του Ολύμπου, η

ενέργεια του φαρμάκου ν' αποβή μυθολογική. Καταπεσόντος δε μετ'

ου πολύ εκ της χειρός του βιβλίου, ήρχισα παραληρών περί θεαινών,

ηρώων, σειρήνων και καβείρων.

Ότε την επιούσαν ανέλαβον εκ της &παρακοπής&, ως ονομάζει την

hallucination ο Αριστοτέλης, ή εκ της &παραισθήσεως&, ως θέλουσιν

αυτήν οι ημέτεροι Ασκληπιάδαι, ο φίλος Οelschig ίστατο προ εμού

κρατών εν δεξιά φύλλον χάρτου κεκαλυμμένον δι' ιερογλυφικών

σημείων, εν δε τη αριστερή υγρόν κάλαμον, δι' ου με προσεκάλει να

υπογράψω. Το ούτω προσαγόμενον εις επικύρωσιν έγγραφον ουδέν άλλο

ήτο, ή τα στενογραφηθέντα πρακτικά του υπό την επήρειαν του

&ασίχ& μονολόγου μου, ον ο φυσιοδίφης στενογράφος προυτίθετο να

υποβάλη εις επαρχιακήν τινα ακαδημίαν των βιολογικών επιστημών.

Πρέπει δε να προσθέσω ότι ο κύριος ούτος, ουδέ γρυ εννοών της

γλώσσης του Πλάτωνος, καί τοι γερμανός, είχε στενογραφήση απλώς

τους ήχους της διακρινούσης ημάς από των ζώων ενάρθρου φωνής,

ώστε το αντίγραφον, όπερ μ' εφιλοδώρησεν, ουδέν άλλο ήτο, ή

απεικόνισμα Ελληνικών φθόγγων διά φραγκικών στοιχείων. Εξ αυτού

αποσπώ την κατωτέρω ορεστειάδα, χρήσιμον ίσως εις τους

διατρίβοντας περί την τοξικολογίαν.

«Εν τη ακμή της μάχης εζήτει ο Ορέστης τον Πυλάδην, ίνα πλησίον

αυτού νικήση ή αποθάνη· σχίσας πυκνόν δάσος λογχών και ακοντίων

κατώρθωσε μετά μυρίους αγώνας να πλησιάση τον εταίρον, ον εύρε

πατούντα επί εκατόμβης εχθρών υπ' αυτού καταβληθέντων, αλλά

πληγωμένον, αιμόφυρτον και μάτην παλαίοντα προς νέον σμήνος

πολεμίων. Ο Πυλάδης εφαίνετο τοσούτον του θανάτου εγγύς, ώστε ο

υιός του Αγαμέμνονος έπαυσεν αποκρούων τα απειλούντα το στήθος

αυτού ξίφη, φοβούμενος μη επιζήση εκείνου, δι' ον μόνον έζη· ότε

δε είδε πίπτοντα τον φίλον του, ημιθανής ήδη κακείνος, κατώρθωσε

να φθάση έρπων μέχρι του νεκρού, ον περιπτυχθείς ησπάσθη εις το

στόμα, ωσεί ήθελε να εμφυσήση εις τα στήθη του την απομείνασαν

αυτώ ολίγην πνοήν. Αμφότεροι απέθανον και ετάφησαν εκεί.

Εν τη γη, παχυνθείση εκ των ενηγκαλισμένων λειψάνων, εβλάστησαν

μεταξύ των λευκανθέντων ήδη οστών δύο δενδρύλλια, άτινα εφαίνοντο

σπεύδοντα ν' αυξήσωσι ταχέως, ίνα διά των κλάδων των στενώτερον

περιπτυχθώσι. Παρετηρήθη μάλιστα ότι το έαρ οι μεστοί καλύκων

αυτών κλώνες έκυπτον προς αλλήλους, ως ει εσκόπουν, διά της

ηδείας αυτών πνοής θερμαινόμενοι, αμοιβαίως να επισπεύσωσι την

άνθησιν. Τα εύοσμα άνθη διεδέχθησαν τα εύχροα μήλα· αλλά μήλα

θαυματουργά καθότι πας ο γευόμενος του καρπού της μιας των μηλεών

κατελαμβάνετο υπό ακαταβλήτου συμπαθείας προς τον φαγόντα εκ της

ετέρας. Εν δε τω αισθήματι τούτω υπήρχε και διάκρισίς τις· αν

δηλ. οι μηλοφάγοι ήσαν του αυτού φύλου, συνεδέοντο δι' αρρήκτου

φιλίας, αν δε ανήρ και γυνή, εγεννάτο έρως παραμένων μέχρι του

τάφου. Τα ήθη των Ελλήνων ήσαν ακόμη αγνά και των μήλων τα

αποτελέσματα ακριβώς διακεκριμένα.

Η ηδύτης των καρπών τούτων ήτο τοιαύτη, ώστε πάντες οι

δενδροκόμοι έσπευσαν να μοσχεύσωσιν οίκοι κλάδους εκ των μηλεών,

μεταβληθέντας εις ευθαλή δένδρα. Γενομένης δε μετ' ου πολύ και

της αρετής αυτών γνωστής, οι γονείς πριν ή συζεύξωσι τα τέκνα

αυτών, έδιδον ορέστειον μήλον εις την κόρην και πυλάδειον εις τον

νυμφίον, όστις μετά το δείπνον τούτο ηδύνατο ν' απέλθη αμερίμνως

εις την αγοράν ή το στρατόπεδον, ουδόλως κινδυνεύων εκ των

Αιγίσθων, ως ουδ' η σύζυγος αυτού είχε τι να φοβηθή εκ του

άσματος των σειρήνων της Λέσβου ή της Κορίνθου. Οι δε Θηβαίοι,

φυτεύσαντες κατά συμβουλήν των παρ' αυτοίς σοφών την παλαίστραν

των νέων διά τοιούτων δένδρων, έδρεψαν εξ αυτών ου μόνον μήλα,

αλλά και τρόπαια πολεμικά. Γνωστά τοις πάσιν είνε τα κατορθώματα

του ιερού αυτών λόχου, ουχί όμως επίσης πασίγνωστον ότι η φιλία,

η συνδέουσα και καθιστούσα τους ήρωας τούτους ανικήτους εν ταις

μάχαις, προήρχετο εκ της υπό το σχήμα μεταλήψεως του Ορέστου και

Πυλάδου.

Τοιαύτα και μύρια άλλα, ων μακρά ήθελεν αποβή η αφήγησις, των

οπωρών τούτων τα κατορθώματα. Αδύνατον όμως είνε να κρύψωμεν ότι

εν τω πλήθει των αγαθών εισέφρησαν καί τινα παρατράγωδα. Ούτω ο

βασιλεύς Κινύρας, πλανηθείς εντός δάσους και φαγών αγνώστου

δένδρου καρπούς, τοσούτον ηδείς εύρεν αυτούς, ώστε εμπλήσας τον

κόλπον μετέδωκε το εσπέρας και εις την θυγατέρα του Μύρραν, και

εντεύθεν αφορμή αθανάτου δράματος τω Αλφιέρη και ευφημιών και

στεφάνων τη κυρία Ριστόρη. Αλλά και ο Ευριπίδης και ο Ρακίνας

οφείλουσιν εις τα μήλα ταύτα τους στιλπνοτέρους του τραγικού

αυτών στέμματος μαργαρίτας. Αληθές είνε ότι των μαργαριτών τούτων

η λάμψις δεν είνε ηθικώς άμωμος. Αλλά σφάλμα είνε εκ των μήλων ή

των ποιητών τούτων, αν, έχοντες προχείρους Νίσους και Ευρυάλους,

Φιλήμονας και Βαύκιδας, Σαβίνους και Επονίνας και μυρίους άλλους

ασπίλους μηλοφάγους, επροτίμησαν αντί τούτων να υμνήσωσι την

μητέρα του Μινωταύρου, φαγούσαν κατά λάθος μήλον εκ κήπου, ον

είχεν επινεμηθή ο πατήρ του βδελυρού τεκνίου;

«Παν μέτρον άριστον», έλεγεν ο σοφώτερος των πάλαι σοφών. Το

ρητόν τούτο εφαρμόζεται και εις τα μήλα, ων η κατάχρησις, ως

κατωτέρω φαίνεται, έγεινε παραίτιος πρωτοφανών δυστυχημάτων. Ούτω

την νύμφην Ηχώ ηγάπα περιπαθώς ο κάλλιστος της εποχής εκείνης

νεανίας, ο υιός του Κηφισσού και της Λιριόππης. Αλλ' η Ηχώ ανήκεν

εις την κατηγορίαν των γυναικών εκείνων, αίτινες αντί καρδίας

κρύπτουσιν υπό τον αριστερόν μαστόν απολελιθωμένον τι κράμα

ματαιότητος και φιλαρεσκίας, στέργουσαι μεν ν' αγαπώνται, αλλ'

αποστρεφόμεναι ν' αποδώσωσι τα ίσα. Τοιαύτη ούσα ήκουσε περί της

αρετής των μήλων και πορευθείσα εις Βοιωτίαν έκοψε δύο εξ αυτών.

Αλλ' αντί να φάγη το έν δίδουσα το έτερον εις τον φίλον της,

ηθέλησε ν' αναρριπίση εκείνου μόνου την φλόγα, μένουσα η ιδία

ανάλγητος όπως πριν. Αμφότερα λοιπόν παρέθεσεν εις τον εραστήν.

Τι δε εκ τούτου συνέβη, διηγείται ο Παυσανίας. Ο ορέστειος και

πυλάδειος χυμός, εγκλεισθέντες παρά φύσιν εν τω αυτώ σώματι,

ανήψαν εκεί αδιέξοδον πυρκαϊάν. Υπό ταύτης φλεγόμενος ο δυστυχής

Νάρκισσος ελησμόνησε την Ηχώ και κατακλισθείς παρά το χείλος

λίμνης απέθανεν εκεί, τείνων εις την ιδίαν αυτού εικόνα

απηλπισμένην αγκάλην. Και την αισχράν όμως Ηχώ ετιμώρησαν οι θεοί

μεταβαλόντες εις λίθινον ψιττακόν.

Αλλ' έτι θαυμαστότερον το επόμενον θαύμα.

Ότε ο Ερμής και η Αφροδίτη απεφάσισαν να συζεύξωσι τον υιόν αυτών

μετά της καλής ναϊάδος Σαλμακίδος, αντί ν' αρκεσθώσι, κατά την

τότε συνήθειαν, να προσφέρωσιν ανά έν μήλον εις τους

μελλονύμφους, ενόμισαν ότι, θεοί όντες, έπρεπε να πράξωσιν υπέρ

των τέκνων πλείον τι του συνήθους. Την προτεραίαν λοιπόν του

γάμου ο τρισμέγιστος Ερμής, άριστος ων χημικός, κατέφυγεν εις τ'

απόκρυφα της ερμητικής επιστήμης. Λαβών εκατόν ορέστεια και

ισάριθμα πυλάδεια μήλα και εκθλίψας τον χυμόν, υπέβαλεν αυτόν εις

δεκαεπτά διαδοχικάς αποστάξεις, μέχρις ου κατώρθωσε να περικλείση

εντός δύο ελαχίστων φιαλιδίων ολόκληρον την ουσίαν δύο ευκάρπων

δένδρων. Το έν των φιαλιδίων τούτων διετάχθη ο νεανίσκος να

κενώση μέχρι τελευταίας ρανίδος, το δε άλλο εκόμισεν η Αφροδίτη

εις την Σαλμακίδα, οικούσαν εις δέκα σταδίων απόστασιν παρά την

ομώνυμον βρύσιν. Το αποτέλεσμα της τοιαύτης σκευασίας δύναται

έκαστος να μαντεύση, μυριοπλασιάζων όσα ερρήθησαν ανωτέρω περί

της θαυματουργού των μήλων ενεργείας. Εις τας φλέβας των

μελλονύμφων εκυκλοφόρησεν εν ακαρεί αντί αίματος ρευστόν πυρ, και

ώρμησαν προς αλλήλους ωθούμενοι υπό του πάθους ως σφαίραι υπό της

πυρίτιδος. Την χωρίζουσαν αυτούς δεκαστάδιον απόστασιν διήνυσαν

εν διαστήματι ολίγων λεπτών, υπερπηδώντες φάραγγας και κρημνούς

και ανατρέποντες εν τη ορμή του δρόμου διαβάτας, αγέλας, άμαξας

και δένδρα. Ότε δε εν μέσω ερήμου ερεικιώνος συνηντήθησαν τέλος

πάντων, τοσούτον η σύγκρουσις υπήρξε σφοδρά και στεναί αι

πυριπτύξεις, ώστε τα σώματα αυτών ενωθέντα απετέλεσαν έν

αδιαίρετον όλον, όπερ μάτην επειράθησαν να χωρίσωσιν οι

καταφθάσαντες γονείς. Το σύμπλεγμα τούτο των ενωθέντων εραστών

είχεν ιδή κατ' όναρ ο τεχνίτης ο γλύψας τον εν Λούβρω περιλάλητον

Ερμαφρόδιτον.

Εις έτερον λιθοξόον, ουχί τούτου ελάσσονα, τερατωδέστερα έτι

συνέβησαν εκ των διδύμων δένδρων. Οι αρχαίοι γλύπται δεν ωμοίαζον

τους Συβαρίτας της σημερινής τέχνης, οίτινες περιορίζονται

αποτυπούντες εν ευμαλάκτω πηλώ της φαντασίας αυτών τα ινδάλματα

και εμπιστεύονται έπειτα εις μισθίους χείρας την εργασίαν του

μαρμάρου, αλλ' εκράτουν οι ίδιοι την σφύραν και τον εγκοπέα,

μεταβάλλοντες αμόρφους όγκους εις ακτινοβόλους Απόλλωνας ή

χαριτοβρύτους Νηρηίδας. Εν αρχή τον σκληρόν λίθον επότιζον διά

μόνου του καταρρέοντος εκ του μετώπου ιδρώτος, έπειτα δε δι'

ύδατος ή όξους προς μετρίασιν της σκληρότητος και ελάττωσιν του

κόπου. Ο δε ημέτερος Ερμογλύφος, εγγύς ων να τελειώση μετά

πυρετώδη αγρυπνίαν άγαλμα καλλίστης Αφροδίτης, είχεν εξαντλήση

μέχρις εσχάτης σταγόνος το ύδωρ της λαγήνου. Μη έχων πρόχειρον

άλλο, ουδέ θέλων να διακόψη την εργασίαν, εμηχανεύθη να μαλακώση

τον πάριον λίθον τρίβων δι' ενός μήλου, όπερ είχε περισσεύση εκ

των αποτελούντων το λιτόν αυτού δείπνον δύο. Το τέχνασμα επέτυχε

θαυμασίως και το έργον συνετελέσθη εντός της νυκτός· αι δε

πρωιναί του ηλίου ακτίνες εφώτισαν Αφροδίτην τόσον ωραίαν, ώστε

ήθελεν ειπή τις αυτήν ουχί λίθον υπό αριστοτέχνου ζωογονηθέντα,

αλλ' αληθή θεάν μετά του βλέμματος και του μειδιάματος και των

παλμών αυτής πάντων απολιθωθείσαν. Ο καλός τεχνίτης, ούτε

φίλαυτος ούτε εγωιστής ων, ευθύς ενόησεν ότι κατά την νύκτα

εκείνην υπεράνθρωπός τις δύναμις είχεν οδηγήση την σμίλην και τον

κοπέα, το δε προ αυτού είδωλον δεν εθαύμασεν αυταρέσκως ως έργον

των χειρών του, αλλ' ως θείαν τινά αποκάλυψιν της γυναικείας

καλλονής. Επί πολλάς ημέρας ηρκέσθη εις τούτο και ήτο ευτυχής

θαυμάζων και λατρεύων. Τοιούτος είνε πάντοτε εν αρχή ο έρως·

αρυόμενος εξ εαυτού την τροφήν και νομίζων ότι δύναται επ'

άπειρον να ζήση ως οι τέττιγες διά δρόσου και ασμάτων. Αλλ' άμα

ανδρωθή, καθίσταται αχόρταγον θηρίον, απαιτούν, κατά τον εβραϊκόν

νόμον, ασπασμόν αντί ασπασμού. Τοιαύτης όμως ανταποδόσεως

αδύνατον ήτο να τύχη ο δύσερως Ερμογλύφος παρ' ερωμένης εκ

μαρμάρου, ουδ' ήθελε να ζητήση παρ' άλλης, καθότι πάσαι αι

γυναίκες εφαίνοντο ήδη αυτώ βέβηλοι γελοιογραφίαι του θείου

πρωτοτύπου. Τας ημέρας αυτού πάσας και τας νύκτας διήνυεν ο

δυστυχής προ των ποδών του ειδώλου του ότε μεν την καλλονήν

θαυμάζων, ότε δε την αναλγησίαν καταρώμενος και ενίοτε λαμβάνων

ρόπαλον ανά χείρας, ίνα συντρίψη την συντρίψασαν την καρδίαν του.

Αλλ' ενώ η υπό του ορεστείου μήλου αναφθείσα πυρκαϊά εθέριζε τα

σπλάγχνα του αθλίου, ο χυμός του ετέρου, δι' ου είχε το μάρμαρον

ποτισθή, εθαυματούργει κακείνος και εμάλασσε τον λίθον. Πρωίαν δε

τινα, ενώ ο ετοιμοθάνατος ήδη τεχνίτης απεχαιρέτα δι' εσχάτου

βλέμματος την θεάν, το θαύμα συνετελέσθη, το μάρμαρον εκινήθη,

κατέβη εκ του βάθρου η Αφροδίτη και αναρτήσασα εις τον τράχηλον

του γλύπτου περιδέραιον λευκών βραχιόνων εψιθύρισεν εις το ωτίον

του: «Ζήσε Πυγμαλίων!»

ΧΡΥΣΗΙΣ

Εξ ολίγων τεμαχίων σκελετού και πολλών συμπερασμάτων κατώρθωνεν ο

Κουβιέρος ν' αναπλάση ολόκληρον προκατακλυσμιαίον ζώον από της

προβοσκίδος μέχρι της ουράς και ου μόνον την μορφήν, αλλά και τα

ήθη ν' αναστήση του θηρίου, άτινα ούτε οστά έχουσιν ούτε άλλο

κανέν μαρτύριον του ποιού αυτών κληροδοτούσιν εις τα μουσεία.

Μόνον διά τοιαύτης επαγωγικής μεθόδου φαίνεται ημίν δυνατή ουχί

βεβαίως η ανάπλασις της εικόνος ομηρικής ηρωίδος, περί ης ο

ποιητής ουδέν άλλο έκρινεν εύλογον να μνημονεύση, ειμή μόνον ότι

εγένετο αφορμή του θανάτου πλείστων ηρώων και δεν ενθυμούμεθα

πόσων ημιόνων, λησμονήσας να πληροφορήση καν ημάς, ως περί των

λοιπών, αν ξανθοπλόκαμος ήτο ή μελαγχροινή, αλλ' η λύσις

σπουδαίας τινός απορίας, περί ης μάτην παίδες όντες ηρωτώμεν τους

διδασκάλους, και μάτην έπειτα ανεδιφήσαμεν το αμέτρητον πλήθος

των ομηρολόγων. Είναι δε αύτη η εξής: Ακούσης άρα της θυγατρός

του ήλθεν ο Χρύσης εις το στρατόπεδον των Αχαιών, κομίζων λύτρα

και ικετεύων τον λαόν και τους βασιλείς ν' απολύσωσιν αυτήν, ή

τουναντίον έπραξε ταύτα παρακινηθείς υπ’ αυτής της Χρυσηίδος;

Δύσκολον τω όντι φαίνεται ημίν να πιστεύσωμεν ότι, αν έστεργεν

αύτη την τύχην της παρά τω Αγαμέμνονι, ήθελεν αποφασίση ο Χρύσης,

ο κάλλιστα γνωρίζων τας μεταξύ τούτου και της θυγατρός του

σχέσεις, και ταύτην να λυπήση και του βασιλέως να διεγείρη την

οργήν τούτο δε ενώ άπασα ήδη η παραλία και αυτός ο ναός του

Απόλλωνος ήτο υπό το κράτος των Αχαιών και του παντοδυνάμου

εραστού της Χρυσηίδος, ης η επιρροή ηδύνατο τα μέγιστα να ωφελήση

και τον Χρύσην και τον ναόν, ου ήτο ιερεύς, και ολόκληρον την

δουλωθείσαν χώραν. Αφ' ετέρου όμως δυσεξήγητον φαίνεται, αν τη

υποκινήσει της θυγατρός υποθέσωμεν ενεργήσαντα τον Χρύσην, πώς

ούτε ήλθεν εις το στρατόπεδον ούτε εφρόντισε περί λύτρων ευθύς

μετά την αιχμαλωσίαν της θυγατρός, ότε η πικρία του χωρισμού ήτο

φυσικώ τω λόγω πολύ δριμυτέρα, αλλά μόνον αφού την λύπην ταύτην

εμετρίασεν ο χρόνος και η μακρά μετά του Αγαμέμνονος συμβίωσις;

καθότι μόνον μετά το δέκατον έτος της πολιορκίας εσκέφθη ο ιερεύς

να μεταβή προς τους Αχαιούς μετά των λύτρων, αι δε πέριξ πόλεις,

εν αις η Χρύσα, είχον υποδουλωθή από του πρώτου έτους του

πολέμου. Πολύ λοιπόν ανακόλουθον και αναξίαν του απονεμηθέντος

αυτή υπό του Αγαμέμνονος επί φρονήσει επαίνου πρέπει να

υποθέσωμεν την κόρην ταύτην, την πρότερον μεν στέργουσαν

αιχμαλωσίαν και την πρόσφατον στέρησιν του πατρός και της

πατρίδος, έπειτα δε ενθυμηθείσαν ταύτην και χαλεπαίνουσαν μετά

δέκα όλα έτη. Ενώ δε ουδεμία γυνή χωρίζεται μετά μακράν

συνοίκησιν άνευ λύπης από του τυχόντος εραστού, έτι μάλλον

ανεξήγητος φαίνεται η προθυμία προς εγκατάλειψιν ανδρός

ενδοξοτάτου, βασιλεύοντος εφ' απάντων των Ελλήνων και κυρίου, ου

μόνον της Χρυσηίδος, αλλά και του πατρός και της πατρίδος αυτής.

Ου μόνον δε ένδοξος και ανδρείος βασιλεύς ήτο ο Αγαμέμνων, αλλ'

όπερ δι' ερωμένην σπουδαίον, και νέος και ευειδής, ως πληροφορεί

ημάς ο Όμηρος προσεικάζων αυτόν προς τον Δία, και τοιούτος ων

τοσούτον μετά δεκαετή σχέσιν ηγάπα ακόμη την Χρυσηίδα, ώστε

ουδόλως εδίστασε να ομολογήση εν πληθούση εκκλησία του λαού ότι

την προτιμά της ιδίας αυτού γυναικός. Τοιαύτης επιζήλου θέσεως

και τοιούτων αγαθών επρόκειτο να παραιτηθή η Χρυσηίς όπως

επιστρέψη εις την δούλην αυτής πατρίδα και νυμφευθή πιθανώς

δούλον τινα του Αγαμέμνονος. Ουδέ δύναται να εξηγήση τοιαύτην

διαγωγήν μόνη η δυσφορία επί τη αιχμαλωσία, αφού βλέπομεν την

Βρισηίδα αγαπώσαν τον Αχιλλέα, καίτοι ούτος εφόνευσε τον πατέρα

και τους αδελφούς αυτής, ενώ ουδέν τοιούτο φαίνεται πράξας ο

Αγαμέμνων. Εκ πάντων τούτων άγεταί τις να πιστεύση ότι, αν

δύσκολον ήτο να ζητήση ο Χρύσης παρά των Αχαιών άκουσαν την

θυγατέρα, έτι δυσκολώτερον φαίνεται ότι επεθύμει τω όντι την

οίκαδε επιστροφήν η Χρυσηίς, η ουδένα έχουσα προς τούτο εν τω

ποιήματι αναφερόμενον λόγον. Πάντη λοιπόν ανεπίδεκτος λύσεως

ήθελεν είνε η απορία, αν δεν επετρέπετο ημίν να υποθέσωμεν, ότι,

ως πλείστοι άλλοι ποιηταί, ούτω και ο Όμηρος πολλά μεν εξηγεί ο

ίδιος τω αναγνώστη, περί πολλών όμως άλλων σιωπά αφίνων εις αυτόν

την λύσιν του ποιητικού γρίφου. Η λύσις αύτη συνίσταται ενταύθα

εις την εξεύρεσιν των λόγων, οίτινες ηδύναντο να πείσωσι φρόνιμον

και προνοητικήν γυναίκα, οία παρίσταται ημίν η Χρυσηίς, να

προτιμήση ταπεινόν και άδοξον βίον της λαμπράς θέσεως, ην

παρείχον αυτή η εύνοια του πρώτου μεταξύ των Αχαιών. Πάντα τα

ενόντα έχοντες υπ' όψιν κλίνομεν να πιστεύσωμεν, ότι ουχί την

θέσιν αυτής ευρίσκουσα δυσάρεστον και αλλαγήν επιθυμούσα

παρεκίνησε τον πατέρα αυτής να την λυτρώση η Χρυσηίς, αλλά πολύ

μάλλον φοβουμένη μη ταχέως, ήτοι μετά την άλωσιν της Τροίας, η

θέσις αύτη μεταβληθή. Κατ' αρχάς μεν ηρέσκετο, ως φαίνεται,

μένουσα παρά τω Αγαμέμνονι, δι' ους ανωτέρω εξεθέσαμεν λόγους,

ευχαριστούσα τους θεούς ότι έπεσεν εις χείρας βασιλέως και ουχί

αδοξοτέρου τινός δεσπότου, ώστε ουδόλως εφρόντιζε περί λύτρων

εγγιζούσης όμως της καταστροφής του ηρωικού δράματος, εφοβείτο

πιθανώς την εις Άργος επιστροφήν, πληροφορηθείσα οποίος της ήτο ο

οίκος του Αγαμέμνονος και πόση η ωμότης και το θράσος της

Κλυταιμνήστρας. Ότε λοιπόν εφαίνετο πλησιάζων ο πόλεμος εις το

τέρμα και λόγος εγίνετο ότι επ' ολίγον μόνον χρόνον ηδύναντο οι

πολιορκούμενοι ν' αντιστώσιν εις τας εφόδους των Αχαιών, δεν

έκρινε φρόνιμον να περιμείνη την άλωσιν του Ιλίου, καλώς

γνωρίζουσα ότι την μεν επιούσαν της νίκης καθίστανται υπερφίαλοι

και άκαμπτοι οι νικηταί, ενώ την προτεραίαν κρισίμου μάχης εισίν

ως επί το πολύ δεισιδαίμονες και προθυμότεροι εις το να

εξευμενίσωσι διά πάσης θυσίας τον Θεόν. Ταύτα αναλογιζομένη

παρεκίνησε κατά την τελευταίαν ώραν τον πατέρα να ζητήση εν

ονόματι του Απόλλωνος την απόδοσιν αυτής παρά των Αχαιών. Προς

ενίσχυσιν τούτων πρέπει να προσθέσωμεν, ότι ουδόλως κατά πάσαν

πιθανότητα ηγνόει η Χρυσηίς ότι εγυναικοκρατούντο οι Ατρείδαι, αι

δε σύζυγοι αυτών εμεγαλοφρόνουν ου μόνον διά το κάλλος, αλλά και

την καταγωγήν καθότι οι μεν άνδρες ήσαν απλοί Πελοπίδαι και

επήλυδες εις Ελλάδα, αύται δε Αχαιίδες, θυγατέρες του Τυνδάρεω

και της Λήδας, αδελφαί των τέκνων του Διός Κάστορος και

Πολυδεύκους και θείαι του αρίστου των Ελλήνων Μελεάγρου. Και

ταύτα αν ηγνόει η Χρυσηίς, αδύνατον ήτο να μη γνωρίζη τουλάχιστον

οποίον ήτο το φρόνημα της Ελένης και κατά πόσον υπερείχεν αύτη

του Μενελάου, ον περιεφρόνησε προς ικανοποίησιν ερωτικής

φαντασιοπληξίας και μετ' αυτού τον Αγαμέμνονα και πάντας της

Ελλάδος τους βασιλείς, τους αθρόους εν τούτοις χάριν αυτής

μεταβάντας εις την Ασίαν. Ο δε Μενέλαος ου μόνον προ της ύβρεως

εθεράπευεν ως ανωτέραν αυτού την Ελένην, αλλά και ανακτήσας αυτήν

έπειτα αιχμάλωτον και πάλιν εγυναικοκρατείτο. Τοιαύτην ούσαν

ήκουε και την Κλυταιμνήστραν, και έτρεμεν αναλογιζομένη την

εκδίκησιν αυτής η θυγάτηρ του Χρύσου. Ο δε φόβος ούτος ήτο κατά

τοσούτον μάλλον εύλογος, καθ' όσον ο Αγαμέμνων, είτε επαιρόμενος

διά την αρχήν είτε εξ απερισκεψίας, ητίμασε δημοσία την

Κλυταιμνήστραν, κηρύξας ότι προτιμά αυτής και κατ' ουδέν της

συζύγου του κατωτέραν θεωρεί δορυάλωτον δούλην. Οι τοιούτοι

απρεπείς λόγοι ήσαν ικανοί να εμπνεύσωσιν ου μόνον δικαιότατον

φόβον εκδικήσεως της ζηλοτύπου βασιλίσσης, αλλά και ικανήν

ανησυχίαν περί της μελλούσης διαγωγής αυτού του Αγαμέμνονος· πώς

δηλ. ήθελε μεταχειρισθή, αν έπαυεν ο έρως, απλήν δούλην, ο ούτως

ασεβώς εξυβρίσας των τέκνων του την μητέρα; Μόναι αι ανόητοι

χαίρουσι βλέπουσαι τους εραστάς ατιμάζοντας χάριν αυτών της

καρδίας των τους προκατόχους, ενώ αι έχουσαι νουν τρέμουσιν

αναλογιζόμενοι, ότι ενδέχεται κακείναι χάριν άλλης γυναικός ν'

ατιμασθώσι μετ' ολίγον. Αλλά και δι' αυτήν την Χρυσηίδα

υβριστικός ήτο ο τρόπος του Αγαμέμνονος, όστις εν τη ακμή

ευρισκόμενος του έρωτος, δεν εφείσθη χάριν αυτής του γέροντος

ιερέως, αλλ' απεδίωξε βαναύσως της ερωμένης τον πατέρα, ουδόλως

παραμυθήσας ή καθησυχάσας αυτόν περί της τύχης της θυγατρός, αλλ'

επειπών τους και διά ταύτην υβριστικούς τούτους λόγους:

την δ’ εγώ ου λύσω· πριν μην και γήρας έπεισιν

ημετέρω ενί οίκω εν Αργεί, τηλόθι πάτρης,

ιστόν εποιχομένην και εμόν λέχος αντιόωσαν.

Πώς άρα ήθελε μεταχειρισθή αυτήν γηράσασαν ο εν τη ακμή του

κάλλους της και του πάθους του ούτω περί αυτής ομιλών; Ταύτα

έχοντες υπ' όψιν, δυνάμεθα να εννοήσωμεν την επιθυμίαν της

Χρυσηίδος όπως αποφύγη την επιφυλαττομένην αυτή τύχην. Πόσον δε

δίκαιον είχε τοιαύτα προβλέπουσα, απέδειξαν μετ' ολίγον τα εις

την Κασσάνδραν και αυτόν τον Αγαμέμνονα εν Άργει συμβάντα. Αξία

δε τω όντι θαυμασμού είνε η φρόνησις νεαράς γυναικός, μη

θαμβουμένης εκ της λάμψεως ούτε της βασιλείας, ούτε της δόξης,

ούτε του κάλλους, ουδέ των άλλων προτερημάτων του εραστού και της

θέσεως, ην ούτος παρείχεν αυτή, αλλά προϊδούσης και αποφυγούσης

τα μετέπειτα, ως ήρμοζεν εις θυγατέρα ιερέως του Απόλλωνος υπό

την σκιάν του βωμού ανατραφείσαν. Αληθές είνε ότι ο Όμηρος δεν

παριστά την Χρυσηίδα χαίρουσαν, ότι απεδόθη εις τον πατέρα, ως

παρέστησε την Βρισηίδα λυπουμένην και τούτο όμως σωφρονούσα

έπραττεν, όπως μη παροξύνη τον Αγαμέμνονα εις παράπονα και

φιλονεικίαν, καθότι πασίγνωστον είνε πόσον δυσαρεστότερος είνε

εις του ανδρός τον εγωισμόν ο χωρισμός από ερωμένης, ήτις

φαίνεται υποτασσομένη εις τούτο μετ' ελαφράς καρδίας. Και τοι

όμως ουδέν λέγων ο ποιητής περί της τοιαύτης προθυμίας της

Χρυσηίδος, υποδηλοί όμως τούτο διά του στίχου:

ο δ’ εδέξατο χαίρων παίδα φίλην,

καθότι δεν ήθελε χαίρει ο πατήρ αν έβλεπεν αυτήν λυπουμένην, ουδ'

ήθελε την ονομάση φ ί λ η ν, αν άκουσα επέστρεφε παρ' αυτώ. Εις

τα μαρτύρια ταύτα της φρονήσεως της Χρυσηίδος μία μόνη ίσως

ένστασις δύναται ν' αντιταχθή, ότι πάντα τα ανωτέρω εσκέφθη αυτός

ο Χρύσης, η δε θυγάτηρ του ουδέν άλλο έπραξεν ή να πεισθή τοις

λόγοις και να υπακούση εις την πρόσκλησιν του πατρός. Και τούτο

όμως αν υποθέσωμεν, έτι μείζονος θαυμασμού απομένει νέα κόρη

πειστικώτερα ευρίσκουσα τα επιχειρήματα γέροντος και αφανούς

πατρός από του οποίου έζη από δεκαετίας κεχωρισμένη, ή εραστού

κεκτημένου οία ο Αγαμέμνων προσόντα, τα ικανά όντα να θαμβώσωσι

τους οφθαλμούς και να φράξωσιν εις τας συμβουλάς της φρονήσεως

πάσης άλλης κόρης τα ώτα. Και της τοιαύτης όμως μοναδικής παρά

νεάνιδι φρονήσεως θαυμαστοτέρα φαίνεται ημίν η τέχνη του Ομήρου,

όστις, ουδαμού του έπους αυτού ούτε έργου τινός ούτε απλού λόγου

μνημονεύσας της Χρυσηίδος, κατώρθωσεν εν τούτοις να καταστήση

ούτως εύκολον διά μικράς σκέψεως την πλήρη ανάπλασιν της ηθικής

αυτής εικόνος.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΟΜΟΓΕΝΟΥΣ

Μη θέλοντες ν' αποκαλύψωμεν τίνι τρόπω έπεσεν εις χείρας ημών το

ημερολόγιον, εξ ου αποσπώμεν τας κατωτέρω σημειώσεις,

παρακαλούμεν τον αναγνώστην να υποθέση ότι έπεσεν εις την

θάλασσαν, κατεπόθη υπό ιχθύος του Μαΐου, εφιλοξενήθη εν αυτώ επί

τριήμερον ως Εβραίος προφήτης και ανευρέθη εκεί υπό της

εκπληρούσης παρ' ημίν καθήκοντα αρχιτρικλίνου.

Το ούτως ή άλλως εις την κατοχήν ημών βιβλιάριον είνε δεδεμένον

εν μαύρω δέρματι της Ρωσίας, έχει κομψόν μονόγραμμα εν τω μέσω

γωνίας αργυράς και σελίδας τριάκοντα τέσσαρας. Εκ τούτων εν

πρώτοις μανθάνομεν ότι η γράψασα τας σελίδας ταύτας διά κυανής

μελάνης, ή μάλλον διά κυανού δηλητηρίου, δεσποινίς Αργυρώ

Πολυχρύσου, μετηνέχθη πέρυσι το φθινόπωρον υπό της μητρός της εκ

Φωκαϊκής τινος αποικίας εις την ημετέραν πρωτεύουσαν μετά δραχμών

νέων τεσσαράκοντα μυριάδων μετρητών και ισαρίθμων ελπιζομένων,

προς άγραν ή μάλλον προς αγοράν συζύγου, και απήλθε το επόμενον

έαρ αποκομίζουσα ανέπαφον το ποσόν τούτο, άθικτον την καρδίαν

της, περί δε των υποβληθέντων εις την έγκρισιν αυτής μνηστήρων

τας κατωτέρω πιστώς αντιγραφομένας εκ του ημερολογίου της

σημειώσεις:

«&Δεκεμβρίου 16, 1877&. Απόψε εν τη εσπερίδι της κυρίας Ρ...

τέσσαρες μοι επαρουσιάσθησαν υποψήφιοι, διάφοροι κατά το

επάγγελμα, την ηλικίαν, την τρίχα και το ανάστημα. Οι κατά πάντα

όμως ταύτα διαφέροντες ούτοι κύριοι ωμοίαζον κατά τούτο, ότι η

μετά την παρουσίασιν υπόκλισις προ εμού και των τεσσάρων μοι

υπενθύμισε την εν τω Μ ω υ σ ή του Ροσίνη προσκύνησιν υπό των

Ιουδαίων του χρυσού Μόσχου. Εις ταύτα πρέπει να προσθέσω ότι αι

μητέρες, αδελφαί, ή θείοι και άλλοι συγγενείς των κυρίων τούτων

μ' εδεξιώθησαν διά μειδιάματος, ομοιάζοντος γονυκλισίαν ενώπιον

σάκου ταλλήρων. Εις έκαστον των προσκυνητών έδωκα ανά ένα

αντίχορον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν έπαυσαν καίοντες προ

εμού θυμίαμα τρίτης ποιότητος, ου αι αναθυμιάσεις ολίγον έλειψε

να μοι προξενήσωσι λιποθυμίαν. Εις τον τελευταίον χορευτήν μου,

κρίναντα εύλογον να ομιλήση έτι σαφέστερον περί του διακαούς

πόθου του περί αποκαταστάσεως, καίτοι ανήκει εις την διπλωματίαν,

έδωκα την κατωτέρω συμβουλήν : «Κύριε, η γλώσσα εδόθη υπό του

Θεού εις τον άνθρωπον ουχί όπως εκφράζη, αλλ' όπως κρύπτη τους

λογισμούς του»· ενώ δε έλεγον ταύτα, διελογιζόμην ότι του κυρίου

τούτου η γλώσσα ωμοίαζε χείρα απλουμένην προς αίτησιν

βαλλαντίου».

«&Δεκεμβρίου 17&. Εγερθείσα σήμερον την πρωίαν εύρον επί της

τραπέζης της αιθούσης ημών ογκώδη ανθοδέσμην, πιθάριον ελαιών της

Κορώνης, καπνιστά οψάρια του Μεσολογγίου και δέσμην εντύπων

φυλλαδίων. Ταύτα ήσαν τα συνήθη μετά την προσκύνησιν αναθήματα

εις τον χρυσούν Μόσχον, δι' ων οι χορευταί έκρινον εύλογον να μοι

γνωστοποιήσωσιν ότι κέκτηνται ο μεν κηπάριον παρά τον Ιλισσόν, ο

δε ελαιώνα εν Πελοποννήσω, ο τρίτος εξάδελφον βουλευτήν, και ο

άλλος φιλολογικήν δόξαν. Οι ιχθύες του Μεσολογγίου μ' εφάνησαν

αξιόλογοι εις το πρόγευμα, καίτοι η όσφρησίς μου ανεύρε παρ'

αυτοίς ιδιάζουσάν τινα οσμήν, ως ει είχον καπνισθή και ούτοι διά

θυμιάματος. Η μάλλον όμως χρήσιμος προσφορά ήτο αναντιρρήτως η

φιλολογική, συνισταμένη εκ μιας τραγωδίας, ένδεκα επικηδείων

λόγων, λογοδοσίας του συλλόγου Β ύ ρ ω ν ο ς, δύο ομιλιών εν αυτώ

περί Αθανασίας και ετέρας περί της καλλιεργείας των

μεταξοσκωλήκων. Πάσχουσα προ ετών εκ νευρικής αϋπνίας, καθ' ης

απέτυχαν ο Τρουσσώ, οι θρίδακες, ο Πρετεντέρης και η μορφίνη,

αντέταξα εις αυτήν μετά πλήρους επιτυχίας τα άπαντα του λογίου

μνηστήρος μου. Ως αντίδωρον των ανθέων, των ελαιών, των ιχθύων

και της τραγωδίας παρεκάλεσα τον πατέρα μου να στείλη εις έκαστον

τον δωρητών ανά μίαν δεκάδα εντόκων γραμματίων του λαχείου του

Αμβούργου, άτινα εγένοντο μετ' ευγνωμοσύνης δεκτά».

«&Δεκεμβρίου 25&. Σήμερον διά της κλειδαρότρυπας παρέστην εις

όντως διασκεδαστικήν σκηνήν, την παρέλασιν των πληρεξουσίων

αντιπροσώπων της τετράδος των μνηστήρων ελθόντων κατά διαδοχήν να

ζητήσωσι την χείρα και την προίκα μου. Δύο εκ τούτων, φθάσαντες

ενώ ο πατήρ μου απησχολείτο υπό του πρώτου, ηναγκάσθησαν να

περιμείνωσιν αντικρυζόμενοι εν τω προθαλάμω. Αν τα βλέμματά των

είχον οδόντας, νομίζω ότι ούτε κόκκαλον εξ αυτών δεν ήθελεν

απομείνη. Η κατά παραγγελίαν μου απάντησις του πατρός μου εις την

τετραπλήν ταυτόσημον διακοίνωσιν υπήρξεν εν &όχι&

περιτετυλιγμένον ως καταπότιον αλόης εις ζαχαροκονίαν ευγενών

φράσεων ουχ ήττον όμως η εκ της αρνήσεως πικρία φαίνεται υπάρξασα

μεγάλη, μεταβαλούσα εν ακαρεί την περί εμού γνώμην των κυρίων

τούτων. Η αλώπηξ του μύθου ηρκέσθη να ονομάση όμφακας τας

σταφυλάς, τας οποίας δεν ηδύνατο να φθάση· οι αξιότιμοι όμως

ούτοι απόγονοι του Περικλέους έθεσαν την επιούσαν εις

κυκλοφορίαν, έκαστος ανά μίαν, τας εξής τεσσάρας περί εμού

διαδόσεις: α’) ότι μ' έχει βαπτισμένην ο προ τριάκοντα πέντε ήδη

ετών αποθανών παπά Κριατζούλας· β') ότι υπό τον στηθόδεμόν μου

δεν υπάρχει τίποτε· γ') ότι κατέθεσα εις το εκθετοτροφείον

παιδίον μου, έργον του λιμενάρχου Μασσαλίας· δ) ότι οι οδόντες

μου είνε έργον του Εvans. Αν δεν εσικχαινόμην τα ακάθαρτα

πράγματα, ήθελον εμπήξη αυτούς κατά την πρώτην συνάντησιν εις τας

σάρκας του συκοφάντου».

«&Δεκεμβρίου 31&. Ως δώρον της πρώτης του έτους μοι προσέφερεν ο

πατήρ μου ίππον, ον μετέβημεν ομού να εκλέξωμεν εις του Παλτόρη.

Επιστρέψαντες εις την οικίαν, εύρομεν εκεί άλλην πάλιν

προξενήτριαν, μεσολαβούσαν υπέρ ετέρου μνηστήρος. Μετ' απορίας

μου παρετήρησα ότι η καλή γυνή, επαινούσα τον υποψήφιόν της,

μετεχειρίζετο τας αυτάς ακριβώς φράσεις, τας οποίας και ο

Παλτόρης εκθειάζων τας αρετάς του &καρά& του. Ως ο ίππος, ούτω

και ο γαμβρός ήτο νέος, υγιής, εύρωστος, ήμερος και ζωηρός.

Αυθημερόν το εσπέρας μοι επαρουσιάσθη εν φιλική οικία ο κάτοχος

των ανωτέρω προσόντων. Οι απονεμηθέντες αυτώ υπό της μεσίτιδος

έπαινοι δεν ήσαν κατ' ουδένα τρόπον υπερβολικοί. Είχε τράχηλον

ηράκλειον, στήθος ευρύ, χαίτην στιλπνήν, κνήμην στρογγύλην,

βλέμμα ακτινοβόλον, παρειάν στάζουσαν αίμα και φωνήν ομοιάζουσαν

χρεμετισμόν· εφαίνετο δε και ικανώς ήμερος, ώστε αν δεν εφοβούμην

παρεξήγησιν, ήθελον θωπεύση αυτόν επί του ώμου. Τοιούτος ων, μ'

εφάνη ότι ήθελεν είνε λαμπρόν απόκτημα διά το ιπποφορβείον του

αδελφού μου. Αφού όμως ωμίλησα επί τέταρτον της ώρας μετά του

κυρίου τούτου, επείσθην ότι, αν εχρησιμοποιείτο προς τούτο,

υπήρχε κίνδυνος μη γεννηθώσιν ημίονοι εκ των φοράδων».

«&Ιανουαρίου 14&. Αι διασπαρείσαι υπό των αποτυχόντων υποψηφίων

φήμαι, ότι είμαι τριακονταέτις, ότι έχω τέκνον εν τω

εκθετοτροφείω, το δε στήθος και οι οδόντες μου δεν μοι ανήκουσιν

ειμή μόνον δικαιώματι αγοράς, εύρον, φαίνεται, τους παρέχοντας

εις αυτάς πίστιν. Χθες τουλάχιστον έξυπνός τις τμηματάρχης

ενόμισε καλόν να μοι εκθέση επί ολόκληρον ώραν την ζωηράν αυτού

κλίσιν προς το φθινοπωρινόν γυναικείον κάλλος και την

διακρίνουσαν τας ιδανικάς παρθένους του μεσαιώνος ατροφίαν του

στήθους, πλην δε τούτου την απεριόριστον αυτού επιείκειαν διά τα

προδίδοντα ευαίσθητον καρδίαν νεανικά ολισθήματα. Εκ τούτων

επείσθην ότι οι θέλοντες πράγματι να μοι αφαιρέσωσι την υπόληψιν

των Αθηναίων δεν πρέπει να κατηγορώσι τους οδόντας ή την διαγωγήν

μου, αλλά την εμπορικήν θέσιν του πατρός μου».

«&Ιανουαρίου 15&. Το μόνον πράγμα, όπερ δεν κατώρθωσαν ακόμη να

χαλάσωσιν οι πολιτικοί της Ελλάδος, είνε αι ωραίαι χειμεριναί

ημέραι. Σήμερον το πρωί μετέβην μετά της μητρός μου εις Πειραιά

διά του σιδηροδρόμου. Η αμαξοστοιχία ήτο σχεδόν κενή, εν δε τη

ημετέρα αμάξη δεν υπήρχε κανείς. Αλλ' εν τούτοις, καίτοι τοιαύτη

υπήρχεν ευρυχωρία, ευθύς άμα ανέβημεν, η άμαξα ημών επληρώθη εν

ακαρεί εκ προσδραμόντων πανταχόθεν προικοδιωκτών. Πάντες ούτοι

προσήλουν επί του υποκειμένου μου βλέμμα ούτως ατενές και

πειναλέον, ώστε τότε κατά πρώτον ενόησα τι εννοεί ο Παναγιώτης

Σούτσος διά του ρήματος &οφθαλμοτρώγω&. Δύο των κυρίων τούτων

έκριναν καλόν να περιποιηθώσι την μητέρα μου, προσποιηθείσαν ότι

κοιμάται, ενώ άλλος τις επεχείρησε ν' αποταθή προς την σκύλαν μου

Πίσσαν, ήτις όμως έδειξεν αυτώ τους οδόντας ως ειδοποίησιν ότι

δεν ομιλεί εις τους μη επισήμως εις αυτήν παρουσιασθέντας. Η

τοιαύτη οφθαλμοφαγία εξηκολούθησε καθ' όλην την διάρκειαν του

δρόμου μετά τοσαύτης επιμονής, ώστε άμα απέβημεν, έτρεξα μετ'

ανησυχίας να ζυγισθώ εις την πλάστιγγα του σταθμού και ευρέθην

ελλιπής κατά εκατόν πεντήκοντα δράμια. Το απ' Αθηνών εις Πειραιά

ταξείδιον είνε ευτυχώς μόνον δωδεκάλεπτον, ειδεμή, θα ήμην

ολόκληρος οφθαλμοφαγωμένη».

Αναβάλλοντες εις επόμενον τεύχος την δημοσίευσιν των επιλοίπων

δεκαοκτώ σελίδων του ημερολογίου της δεσποινίδος Πολυχρύσου,

συγχαιρόμεθα μεν την καλήν κόρην ότι διέφυγε τας εις την καρδίαν

και την προίκα της στηθείσας αυτή παγίδας, αλλ' έτι μάλλον

συγχαίρομεν διά την αναχώρησιν αυτής τους Αθηναίους, διότι, αν

ολίγον έτι καιρόν διέμενεν ενταύθα, πριν ή φθάσωσι να φάγωσιν

αυτήν διά των οφθαλμών, ήθελον αφεύκτως γλωσσοφαγωθή υπ' εκείνης.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΙΘΗΚΟΥ

Πώς συμβαίνει, αφού ασπρίσωμεν να ενθυμώμεθα, ως να ήσαν χθεσινά,

πράγματα τα οποία πριν αλλάξωμεν τους γαλαθηνούς, κατά το

επίθετον του κ. Κόντου, οδόντας μας, πολύ δε ολιγώτερον να

ενθυμώμεθα όσα ηκολούθησαν αφού απεκτήσαμεν φρονιμίτας, τούτο

είνε ψυχολογικόν φαινόμενον, περί του οποίου έγραψαν οι σοφοί

τόσα πολλά, ώστε επόμενον είνε να μένη ακόμη σκοτεινόν. Δεν έχω

σκοπόν να επιχειρήσω την λύσιν του, αλλά μόνον να είπω ότι δεν

ημπορώ μεν να ορίσω ακριβώς την χρονολογίαν των όσα έχω να

διηγηθώ, αλλ' αφού τα ενθυμούμαι καλά πρέπει κατ' ανάγκην να είνε

παλαιά.

Προ αμνημονεύτων λοιπόν χρόνων, πριν αξιωθώ να γνωρίσω τον

προκείμενον πίθηκον προσωπικώς, ηυτύχησα να τον ίδω εις

καλλιτεχνικήν τινα έκθεσιν του Λιβόρνου ζωγραφιστόν. Η εικών ήτο

αριστουργηματική και έφερε την υπογραφήν του εξόχου ζωγράφου

Ίζολα, ο οποίος δεν εσυνήθιζε να ζωγραφίζη παρά μόνον θεούς,

ήρωας, αγγέλους και παναγίας. Πώς λοιπόν εκαταδέχθη καταβαίνων

από τον Όλυμπον και τον Χριστιανικόν Παράδεισον να εικονίση

πίθηκον; Η λύσις της απορίας είνε ότι ο πίθηκος δεν ήτο

φανταστικόν ζώον, αλλ' ακριβές αντίγραφον αληθινού τετραπόδου

ανήκοντος εις αυθέντην μυριόπλουτον, τον τραπεζίτην και

αρχαιολόγον Δημήτριον Κούστε, δαπανήσαντα τέσσαρας χιλιάδας

τάλληρα διά να ζωγραφηθή ο πίθηκος υπό του πρώτου της Ιταλίας

ζωγράφου, απαραλλάκτως καθώς και όταν έπαθεν ο ρηθείς πίθηκος

κρυολόγημα, εκάλεσε τον πρώτον της Ιταλίας ιατρόν Μπουφαλίνην διά

να ποτίση την μαϊμού του χαμόμηλα, θηριακήν και θερμόν οίνον.

Πλην της αγάπης προς τον πίθηκον ενυπήρχε πιθανώς εις τούτον και

τις κλίσις, ουχί ακριβώς προς επίδειξιν αλλά προς απόδειξιν ότι

ηδύνατο διά των εκατομμυρίων του να καταβιβάση μέχρι του πιθήκου

του τας κορυφάς της τέχνης και της επιστήμης.

Ο πίθηκος εκείνος του είδους Chimpagi ήτο μεσαίου μεγέθους και

ωμοίαζεν εν συνόλω όλους τους πιθήκους. Φαίνεται εν τούτοις ότι η

όψις του είχε τι το αριστοκρατικόν, αφού εκ των θαυμαστών της

εικόνος άλλος ισχυρίζετο ότι ωμοίαζε του Πρίγμαν Γίτζολη, άλλος

προς την κόμησσαν Βαλστόκραν, και τρίτος προς την έξοχον

ποιήτριαν κόμησσαν Βαρθολόμην· κατά μεν τους αντιπολιτευομένους

ήτο η εικών του ασχημοτάτου πρωθυπουργού, κατά δε τους

κυβερνητικούς του δημαγωγού Ματζούσα.

Ενώ έκαστος επειράτο να πιθηκοποιήση όσους δεν ηγάπα, αντήχησεν

αίφνης πλησίον του ομίλου φωνή βαθυφώνου, τόσον όμως βαθεία, ώστε

εφαίνετο εκπορευομένη εκ των εγκάτων της γης.

— Ο πίθηκος αυτός, κύριοι, έλεγεν η φωνή η ανήκουσα εις αυτόν

τον τραπεζίτην και κτήτορα του ζώου Κούστε, δεν ομοιάζει με

κανένα παρά μόνον με τον εαυτόν του. Αν τον ευρίσκετε αυτόν

ανάξιον να ζωγραφίζεται από τον Ίζολαν και να ιατρεύεται από τον

Μπουφαλίνην, σας προσκαλώ να έλθετε το εσπέρας εις την οικίαν μου

να τον ίδετε και ελπίζω ν' αλλάξετε γνώμην. Τον λέγουν Θωμάν και

είνε σήμερον η εορτή του. Θα αδειάσωμεν μερικάς φιάλας σαμπάνιαν

εις την υγείαν του.

Πλην της κενώσεως φιαλών καμπανίτου εις την εορτήν του πιθήκου η

αιφνιδία αύτη πρόσκλησις ουδέν είχε το αλλόκοτον ή το παράτυπον.

Το Λιβόρνον είνε ή τουλάχιστον ήτο μικρός τόπος και όλοι

εγνωρίζοντο ως καλόγηροι του αυτού μοναστηρίου.

Περιττόν νομίζω να περιγράψω την μεγαλοπρέπειαν του Κουστείου

μεγάρου· το κυριώτατον αυτού κόσμημα ήσαν καλλοναί ελληνορωμαϊκών

αρχαιοτήτων του Ακράγαντος και των Συρακουσών, και ιδίως το

νομισματικόν μουσείον. Η διπλή αύτη ιδιότης τραπεζίτου και

αρχαιολόγου δεν θέλει φανή, ως πιστεύω, ασυμβίβαστος εις τους

αναγνώστας ημών, αφού έχομεν και εν Αθήναις αξιόλογον τοιούτον·

επόμενον άλλως είνε οι αγαπώντες, τα νομίσματα ν' αγαπώσιν εκτός

των νέων και τα αρχαία.

Πλην όμως αρχαιολογικού ήτο εις το μέγαρον εκείνο και ζωολογικόν

μουσείον, ή μάλλον αληθής κιβωτός του Νώε, διότι τα ζώα ήσαν

ζωντανά. Είχεν εικοσιεπτά σκύλους παντός είδους και μεγέθους, από

του ποιμενικού μολοσσού των Απεννίνων μέχρι του κυναρίου της

Μάλτας και της αυλής του βασιλέως της Αγγλίας Καρόλου, και γάτας

αναριθμήτους, της Αγκύρας, της Τάρμας, τριχρόους της Ισπανίας και

χρυσότριχας της Περσίας. Ο Κούστε δύναται να θεωρηθή Ιωάννης ο

πρόδρομος της σήμερον ακμαζούσης γατοφιλίας. Αλλά το προ πάντων

αξιοθαύμαστον ήτο η εντός παραρτήματος του υαλοφράκτου

θερμοκηπίου μοναδική συλλογή παντοίων υπερποντίων πτηνών από δύο

μεγαλοπρεπών στρουθοκαμήλων μέχρι των θαμβούντων την όρασιν

μικροσκοπικών κολυβρίων, τα οποία ηδύνατό τις να παρομοιάση προς

πετώντας σμαράγδους και σαπφείρους.

Όλον το πτερωτόν, το πτιλωτόν και τριχωτόν τούτο γένος ετρέφετο

και υπηρετείτο δαπάνη ιδιαιτέρου προϋπολογισμού, ανερχομένου εις

ικανάς χιλιάδας λιρών, τον οποίον παρουσίαζε κατά μήνα ιδιαίτερος

υπάλληλος, φέρων τον τίτλον Επιμελητού των ζώων, εις την αυτού

εξοχότητα τον βαρώνον Κούστε.

Πίθηκον όμως είχε μόνον ένα, τον Θωμάν, όστις ουδέν είχε κοινόν

προς τα του ζώου, αλλά συνεκατοίκει, συνέτρωγε και συνδιεσκέδαζε

μετά του κυρίου του, το δε περιεργότερον είνε ότι και

συνειργάζετο μετ' αυτού εκτελών καθήκοντα βιβλιοθηκάριου, ως θα

ίδωμεν κατωτέρω. Εις την Ιταλίαν απενέμετο ενίοτε η θέσις του

βιβλιοθηκαρίου εις οικιακούς υπηρέτας, μόνον όμως των ιδιωτικών

βιβλιοθηκών, ενώ διά τας δημοσίας εθεωρείτο το αξίωμα ως μάλλον

αρμόζον εις τους λογίους. Ενδέχεται να μετέβαλε κ' εκεί τα

πράγματα ο θρίαμβος των κοινοβουλευτικών εθίμων. Όταν το εσπέρας

μετέβημεν εις το Κούστειον μέγαρον, έσπευσε πλην του οικοδεσπότου

να δεξιωθεί ημάς και ο πίθηκος Θωμάς τείνων κατά μίμησιν του

κυρίου του εις έκαστον ημών την χείρα. Διά το επίσημον της ημέρας

είχεν ενδυθή την στολήν του αξιώματός του, φράκον από κυανούν

βελούδον, ερυθρόν βρακίον και λαιμοδέτην εκ τριχάπτου και

καμέλιαν εις την κομβιοδόχην. Ο Θωμάς ωμοίαζε πολύ με την εικόνα

του και ήτο όσον εύμορφος δύναται να είνε πίθηκος. Αν δεν

εφοβούμην να μη θεωρηθώ αντιφάσκων θα έλεγα ότι ήτο εύμορφος

ασχημομούρης.

Και τοιαύτα μεν ήσαν τα εξωτερικά, το δε ηθικά και πνευματικά

προσόντα του Θωμά ήσαν πολύ ανώτερα τούτων.

Αφού μας διηγήθη ο αυθέντης του πώς έτυχε να τον εύρη χειμερινήν

τινα νύκτα εις τον δρόμον άστεγον και πειναλέον, απετάθη έπειτα

προς αυτόν: Θωμά, είπε, διηγήσου εις τους κυρίους τις ήτο ο

πρώτος σου αυθέντης και διατί σ' έρριψεν εις τον δρόμον.

Ο πίθηκος έφερε σκαμνίον αντικρύ του τοίχου, εκάθισεν επ' αυτού

επί των οπισθίων του, ήρχισε να περιστρέφη το βλέμμα επί των

προσκεκλημένων, ως να ήθελε να τους επιθεωρήση όλους, και επί

τέλους προσήλωσεν αυτό επί τινα, την ωραιοτέραν της ομηγύρεως

κυρίαν αφού την εκύτταξεν επί τινας στιγμάς, έλαβε την άκραν της

ουράς του μεταξύ των δακτύλων και ήρχισε να περιφέρη αυτήν επάνω

εις τον τοίχον και επί τινα ώραν εξηκολούθησε να κυττάζη εναλλάξ

το πρότυπόν του και να μεταχειρίζηται ως χρωστήρα την ουράν του.

— Ως βλέπετε, κύριοι, είπεν ο βαρώνος, ο πρώτος του Θωμά

αυθέντης ήτο ζωγράφος. Και εκέρδιζε πολλά; ηρώτησε τον πίθηκον.

Ο ερωτώμενος εβύθισε την χείρα εις την τσέπην του βρακίου του,

την οποίαν εξήγαγε και ανέτρεψε διά να δείξη ότι δεν περιείχεν

απολύτως τίποτε· εκτύπησεν έπειτα δις και τρις την κοιλίαν του

διά ν' αποδείξη ότι ήτο όσον και η τσέπη του κενή και ήρχισε να

υποκρίνεται την πείναν διά παντομίμας ικανής να εκπλήξη και τον

δόκτωρα Ταννέρ τον νηστευτήν. Μετά ταύτα έτρεξε προς το εντός της

αιθούσης κρεμάμενον κορδόνιον του κωδωνίσκου και ήρχισε να σύρη

αυτό κατά διαστήματα και βιαίως.

— Θέλει να μας ειπή, ηρμήνευσεν ο κύριός του, ότι ο πρώην

αυθέντης του εδέχετο πολλάς επισκέψεις.

Ο πίθηκος τότε ήρχισε να παρωδή τας κινήσεις δανειστού ζητούντος

χρήματα παρά μη έχοντος και οργιζομένου ότι δεν τον πληρώνουν.

Μετ' ολίγον εξήλθε της αιθούσης και αμέσως επέστρεψε φέρων επί

των παρδαλών ενδυμάτων του μαύρον επανωφόριον, ομματοϋάλια εις

τους οφθαλμούς του και επί της κεφαλής του πίλον τρικαντώ. Η

φυσιογνωμία και η συμπεριφορά του είχε μεταβληθή επί το

σοβαρώτερον και αξιοπρεπέστερον. Εκράτει εις την αριστεράν φύλλον

χάρτου και εσάλευε την ουράν του ως γραφίδα. Εν τοιαύτη περιβολή

περιήλθε την αίθουσαν σταματών προ εκάστου των επίπλων, των

ανακλίντρων, ερμαρίων, καθρεπτών, λαμπτήρων και των άλλων, τα

εξήταζε δε από όλα τα μέρη ως θέλων να εκτιμήση την αγοραίαν

τιμήν των, την οποίαν έσπευδεν έπειτα ωσεί να σημειώση επί του

χάρτου. Η μίμησις δικαστικού κλητήρος ενεργούντος απογραφήν και

κατάσχεσιν ήτο τελεία και κωμικώς σοβαρά, ώστε πάντες, μη

εξαιρουμένου και του παρισταμένου προέδρου των Εφετών,

εξεκαρδίζοντο διά την εκφραστικωτέραν και της του περιωνύμου

μίμου Σκέτζη παντομίμαν του πιθήκου.

— Πιστεύω, κύριοι, είπεν ο βαρώνος, ότι είνε περιττόν να σας

ερμηνεύσω όσα σας εξέθεσεν ο πίθηκός μου, πώς δηλαδή κατεσχέθησαν

και επωλήθησαν τα σκεύη του ζωγράφου και ευρέθη ούτω εις τον

δρόμον ο πίθηκος μου άστεγος και πειναλέος.

Η εσπερίς ετελείωσε δι' αφθόνου καταλύσεως όχι μόνον βανανών και

ανανάδων, αλλά και κεραστών, των οποίων η παράθεσις κατά την

εορτήν του Αγίου Θωμά ηδύνατο να θεωρηθή ως το άκρον άωτον

πολυτελείας και ηγεμονικότητος καισαρικής. Αλλά προ πάντων

απαράμιλλοι ήσαν του γυναικαρέσκου πιθήκου αι φιλοφρονήσεις προς

τας κυρίας, η καθαριότης και η χάρις με την οποίαν εξεφλούδιζε

και επρόσφερεν εις αυτάς τας βανάνας ή εκρέμα εις τα αυτιά των

δίδυμα κεράσια αντί ενωτίων ή τας επροκάλει να βρέξωσι τα ρόδινα

χείλη των εις το νέκταρ τον Βεζουβίου, το οποίον επωνομάσθη δάκρυ

του Χριστού διά την ηδύτητα της γεύσεως και του αρώματος. Πολλαί

δε εκενώθησαν και φιάλαι μαλβασίας και καμπανίτου εις υγείαν του

Θωμά, όστις ηυχαρίστει υποκλινόμενος και αντέπινε σουμάδαν, την

οποίαν είχε την αδυναμίαν να προτιμά παντός άλλου ποτού.

Κατά την ώραν της αναχωρήσεως επρόπεμψε μέχρι της κλίμακος πάντας

τους τιμήσαντας την εορτήν, σφίξας την χείρα των κυρίων ως άγγλος

ευπατρίδης και ασπασθείς την των δεσποινών ως γάλλος ιππότης.

Ουδέ παρέλειψε το τελευταίον τούτο δυσάρεστον καθήκον, διά τον

λόγον ότι ο βαρώνος Κούστε διεκρίνετο ως δεινότατος της Τοσκανίας

εραστής, εκτιμητής όχι μόνον μαρμάρων και νομισμάτων, αλλά και

της ζώσης γυναικείας καλλονής. Όπως ο Πυθαγόρας, ο Θαλής, δεν

ενθυμούμαι, είχεν επιγράψη επί της εισόδου της σχολής αυτού:

«Ουδείς αγεωμέτρητος εισίτω», ούτω και ο βαρώνος απέκλειε της

αιθούσης του πάσαν ασχημομούραν, έστω και αν ήτο απόγονος των

Μεδίκων.

Και τοιαύται μεν ήσαν του Θωμά αι διασκεδάσεις, η δε εργασία του

ήτο, ως ήδη είπομεν, η ακριβής εκτέλεσις των καθηκόντων του

βιβλιοφύλακος. Οσάκις ο βαρώνος εκλείετο εις το σπουδαστήριόν του

διά να εργασθή, ο Θωμάς εγκαθιδρύετο επί των γιγαντιαίων τόμων

της αρχαιολογίας του Βισκόντι και δεν επέτρεπε την είσοδον παρά

εις μόνους τους συναδέλφους του κυρίου του εν αρχαιολογία. Οσάκις

ήκουε κρουόμενον τον κώδωνα της αυλείου θύρας, έτρεχεν εις το

παράθυρον να ιδή τις ήλθε, και έπειτα επανερχόμενος, τόσον πιστώς

απεμιμείτο του επισκέπτου την στάσιν και τας κινήσεις, ώστε ο

κύριος αυτού, μαντεύων ασφαλώς τις είνε ο επισκέπτης, ηδύνατο

εγκαίρως να είπη εις τον θαλαμηπόλον του να τον εισάξη ή να τον

αποκλείση. Τα ερμάρια των βιβλίων έφθαναν μέχρι της οροφής, αλλ'

ο Θωμάς σπουδάσας πιθανώς πατά την παιδικήν του ηλικίαν την

αναρρηχητικήν τέχνην εις τους εκατονταπήχεις κορμούς των

φοινίκων, των αρτοκάρπων και των κοκκοδένδρων των παρθένων δασών

της πατρίδος του, ουδεμίαν ησθάνετο δυσκολίαν ν' αναρριχηθή μέχρι

της κορυφής της βιβλιοθήκης, να λάβη το ζητούμενον βιβλίον και να

το προσφέρη εις τον μελετώντα, αφού προηγουμένως εφύσα επ' αυτού

και το ετίνασσε προς απόσεισιν του κονιορτού. Εν αρχή έπρεπεν ο

αυθέντης να του δεικνύη διά της άκρας καλαμίου τίνα τόμον θέλει,

κατόπιν όμως συνηθίσας ο πίθηκος να συνδυάζη το άκουσμα του

δεινός φωνήματος προς τούτον ή εκείνον, τον μεγάλον ή τον μικρόν,

τον δεμένον ή τον άδετον, τον υψηλά ή χαμηλά, τον πράσινον ή τον

κόκκινον τόμον, ουδέποτε εκόμιζεν άλλο σύγγραμμα εκτός του

ζητηθέντος ή ετοποθέτει αυτό εις άλλην πλην της οικείας θέσιν

μετά την χρήσιν.(6) Πράγματι η ταχύτης της προσαγωγής του βιβλίου

και η απόσεισις του κονιορτού και του θορύβου πατημάτων είνε τα

πρώτα και απαραίτητα προς μελέτην εφόδια, προκαλώ δε τον Έφορον

της Λαυρεωτικής να μου επιδείξη ένα μόνον βιβλιοφύλακα δυνάμενον

να συγκριθή με τον ιδικόν μου.

Εξ όλων όμως των υπηρεσιών, τας οποίας απέδωκεν εις το αυθέντην

του ο Θωμάς, η μεγίστη βεβαίως είνε ότι του έσωσε την ζωήν. Ο

βαρώνος, καίτοι από πολλού δεν ήτο νέος, εξηκολούθει ν' αγαπά τας

ευθύμους αγρυπνίας, το δάκρυ του Χριστού, τους ανανάδες, τους

φασιανούς και τας καραβίδας. Εκ τούτων συνέβη να εξυπνήση την

επιούσαν καλού δείπνου ανίκανος να τα χωνεύση, η δε ανικανότης

του ανθίστατο από τριών ήδη ημερών εις όλα τα ιατρικά. Ο

τελευταίος προσκληθείς Ασκληπιάδης ενεφανίσθη κρατών εις τας

χείρας του φιάλην του πασιγνώστου δραστικού, το οποίον μόνον

ηδύνατο να σώση, διά βιαίου κλονισμού, τον πάσχοντα από αφεύκτου

επικειμένου θανάτου, η συνείδησίς του όμως του επέβαλλε να δηλώση

ότι υπήρχε τις μικρός κίνδυνος μη δεν δυνηθή ν' ανθέξη ο ασθενής

εις του κλονισμού τούτου τας συνεπείας.

Ο βαρώνος εδίσταζε ν' αναρρίψη τον κύβον και ο ιατρός παρέτασσε

επιχειρήματα ότι προτιμοτέρα βεβαίου θανάτου ήτο η μεγίστη

πιθανότης να σωθή, όταν ο πίθηκος ήρπαοεν από της τραπέζης το

ιατρικόν, ανέβη επί ερμαρίου και ήρχισε να παρατηρή αυτό μετά

προσοχής, να το οσφραίνεται και έπειτα ν' αποστρέφη το πρόσωπον

μετ' αηδίας, να κυττάζη τον ασθενή και να σείη την κεφαλήν ως

συμβουλεύων αυτόν να μη λάβη το δύσοσμον ιατρικόν. Επί τέλους,

ήρχισε να κινή την φιάλην άνω και κάτω, ως αν είχεν αναγνώση επί

της επιγραφής αυτής το στερεότυπον : «Ανακίνησον πριν ή λάβης».

Η παντομίμα ήτο εις τοιούτον βαθμόν εκφραστική και υπερφυώς

κωμική, ώστε δύο εκ των παρισταμένων φίλων του ασθενούς

κατελήφθησαν υπό γέλωτος ακρατήτου και σπασμωδικού. Ο γέλως ούτος

εξερράγη ως βόμβα, μετεδόθη ως πυρκαϊά, κατέλαβε τους

προσελθόντας υπηρέτας και επί τέλους και αυτόν τον επιθανάτιον

βαρώνον, τόσον ακράτητος και σφοδρός, ώστε ήρκεσε να προκαλέση

τον επιδιωκόμενοι διά του δραστικού κλονισμόν και να σώση τον

ασθενή.

Ο βαρώνος έζησεν ακόμη χάρις εις τον Θωμάν πέντε έτη και επόμενον

ήτο να μη τον λησμονήση εις την διαθήκην του. Εκληροδότησεν αυτόν

εις τον φίλον του Καρπέτην διευθυντήν του Ζωολογικού κήπου μετά

τρισχιλίων φράγκων εισοδήματος προς συντήρησιν αυτού, εφ' όσον

έζη, και περιπλέον διακοσίας χιλιάδας προς πλουτισμόν του κήπου.

Η προς τον Θωμάν στοργή και μητρική πρόνοια του μακαρίτου ήτο

τοιαύτη, ώστε δεν εξέχασε να σημειώση εις την διαθήκην του και

μέχρι τίνος βαθμού πρέπει να θερμαίνεται την νύκτα το κατάλυμά

του, και τίνα να παρατίθενται εις αυτόν φαγητά, μη λησμονήσας

ουδέ την σουμάδαν.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΓΓΛΙΔΟΣ

ΠΕΡΙ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ

Αξιότιμε κ. Συντάκτα,

Το όνομά μου είνε Anna Merrilies· έχω πατρίδα την Σκωτίαν,

δίπλωμα διδακτορίσσης και κύριον επάγγελμα την διάδοσιν των ιδεών

του Μάλθου περί πληθυσμού. Αναγνώσασα τον Πίνδαρον και αγαπώσα

την Αρχαίαν Ελλάδα, ήλθον να παρευρεθώ εις την ανάστασιν των

Ολυμπίων. Περί τούτων δεν λέγω τίποτε, μη αγαπώσα να προσβάλλω

τους δυστυχούντας, οσάκις μάλιστα αναγνωρίζουσιν, ως υμείς εν τω

«Ασμοδαίω», τας ελλείψεις των.

Είδον εν τη εκθέσει τα γλυπτικά έργα των κ. κ. Βιτσάρη και

Βρούτου και τας κρίσεις υμών περί τούτων. Εξ αβρότητος προς τους

κοπιάσαντας τεχνίτας, δεν θέλω να εξετάσω αν έχετε δίκαιον ή όχι.

Άλλως τε ημείς οι Άγγλοι, ουδέ των γυναικών εξαιρουμένων, είμεθα

πρακτικοί άνθρωποι· δεν αγαπώμεν, ως οι αρχαίοι και οι σήμερον

Έλληνες, τας θεωρητικάς συζητήσεις, αλλ' εξετάζομεν το πράγμα υπό

έποψιν της δυνατής εξ αυτών ωφελείας. Σοφός τις πρόγονος υμών

έγραψε πραγματείαν «Περί του πώς αν τις απ’ εχθρών ωφελοίτο».

Ούτω και εγώ, άμα είδον τα παιδία του κ. Βιτσάρη, την Αφροδίτην

και τον Πάριν του κ. Βρούτου, αντί να βυθισθώ εις το πέλαγος της

αισθητικής, ευθύς εσυλλογίσθην ότι ηδυνάμην να χρησιμοποιήσω τα

προϊόντα ταύτα της νεοελληνικής τέχνης υπέρ ταχυτέρας διαδόσεως

του σωτηρίου συστήματος του Μάλθου· και ιδού πώς.

Καίτοι Έλλην και εφημεριδογράφος, και έχων ως εκ τούτου το

δικαίωμα πολλά πράγματα ν' αγνοήτε, ίσως όμως ηκούσατε, κύριε

συντάκτα, ότι ο σοφός Μάλθος υπελόγισεν ότι οι μεν κάτοικοι της

γης αυξάνονται και πληθύνονται, ο δε πλανήτης ημών ούτε ν' αυξήση

δύναται ούτε να πολλαπλασιασθή, ώστε μετά ωρισμένον, και ουχί

μακρόν αριθμόν Ολυμπιάδων, οι επ' αυτού οικούντες, μη ευρίσκοντες

ούτε τόπον ούτε τροφήν, θέλουσι καταντήση να τρώγωσιν αλλήλους ως

αράχναι κεκλεισμένοι εντός φιάλης.

Το συμπέρασμα είνε φοβερόν, αλλά και αναμφισβήτητον, ως

βασιζόμενον επί μαθηματικού υπολογισμού. Ήδη δε εν Αγγλία τα

φρικώδη αποτελέσματα του γραφικού ρητού «αυξάνεσθε και

πληθύνεσθε» ήρχισαν να είνε επαισθητά. Εν Λονδίνω πλήθος ανθρώπων

αποθνήσκουσι κατ' έτος εξ ελλείψεως τροφής ή αέρος.. Αν δε δεν

είχον την Αυστραλίαν και την Ινδικήν, οι συμπατριώται μου ήθελον

είνε προ πολλού ανθρωποφάγοι.

Προς σωτηρίαν από της μάστιγος ταύτης ο τε διδάσκαλός μου και οι

οπαδοί αυτού προέτειναν πολλά φάρμακα· ήτοι να εμποδίζεται ο

γάμος μεταξύ απόρων, ουδείς να δύναται να νυμφευθή πριν

συμπληρώση το τριακοστόν έτος, ιατρικάς συνταγάς προς ατεκνίαν

και άλλα πολλά. Αλλ' εκ τούτων τα μεν αντιβαίνουσιν εις τας

συνταγματικάς ελευθερίας, τα δε εις την ηθικήν, ώστε το πρόβλημα

μένει άλυτον και ο κίνδυνος της ανθρωποφαγίας εκκρεμής.

Γνωρίζουσα πόσον ανεξάλειπτοι είνε αι εντυπώσεις της νεαράς

ηλικίας, εσκέφθην ότι πολύ συντελεστικώτερον προς διάδοσιν του

συστήματος του διδασκάλου μου, συγχρόνως δε και συνταγματικώτερον

ήθελον είναι, αν ενεπνέετο εις τους παίδας, έστω και δι' απάτης

τινός, ανυπέρβλητός τις προς τον έρωτα και τον γάμον αποστροφή.

Προς τούτο εσκέφθην να χρησιμοποιήσω τα προϊόντα της νεοελληνικής

τέχνης. Άμα επιστρέψω οίκαδε, θέλω προκαλέση εν τω συλλόγω των

Μαλθιστών έρανον προς αγοράν πεντακοσίων τουλάχιστον αντιτύπων

της Αφροδίτης του κ. Βρούτου. Τα αγάλματα ταύτα θέλουσι

τοποθετηθή εις τα εστιατόρια και τους κοιτώνας των εκπαιδευτηρίων

και ορφανοτροφείων της Αγγλίας· οι δε νέοι, νομίζοντες ότι

τοιαύτα άσχημα πράγματα κρύπτουσιν αι γυναίκες υπό τας μεταξίνους

αυτών εσθήτας, θέλουσι καταφύγη αθρόοι υπό τας σημαίας του

Μάλθου.

Αληθές είνε ότι εις πολλούς τούτων δεν θέλουσι λείψη ευκαιρίαι να

εννοήσωσι κατόπιν την απάτην. Σημειώσατε όμως, κύριε συντάκτα,

ότι διά της γλυφίδος του κ. Βρούτου δεν προτίθεμαι να εξαλείψω,

αλλ' απλώς ν' αραιώσω το ανθρώπινον γένος επί του προσώπου της

γης και προ πάντων της Αγγλίας.

Ευτυχείς και αξιομακάριστοι είσθε υμείς οι νεώτεροι Έλληνες, οι

μη έχοντες επί πολλούς ακόμη αιώνας να μεριμνήσετε περί των

θεωριών του Μάλθου, οι παραπονούμενοι ότι η χώρα υμών είνε μικρά

και αφίνοντες χέρσα τα τρία τέταρτα αυτής, άτινα δεκάκις τόσους

Έλληνας δύνανται και σήμερον, ως το πάλαι, να διαθρέψωσιν, εκτός

αν υποθέσωμεν ότι, απολέσαντες την προγονικήν μεγαλοφυΐαν,

ελάβετε αντ' αυτής ως αντάλλαγμα όρεξιν δεκαπλασίαν.

Οπωσδήποτε, αν και δεν έχετέ τι να φοβηθήτε εκ περισσείας

πληθυσμού, πάλιν όμως νομίζω ότι δύνασθε και υμείς να

χρησιμοποιήσετε προς άλλον σκοπόν τα έργα του Φειδίου και

Πολυκλείτου. Εις τας εφημερίδας και τα περιοδικά υμών βλέπω

καθημερινά παράπονα ότι επλεόνασε παρ' υμίν πάσα της Δύσεως η

διαφθορά και η κοινωνική κακοήθεια, ότι άνηβοι μαθηταί

αναγινώσκουσι μυθιστορήματα και δεκαετείς κορασίδες εργολαβούσιν.

Όπως οι αρχαίοι Έλληνες παρίστων μεθύσους είλωτας εις τους νέους,

ίνα αποστραφώσι την μέθην, ούτω και υμείς, ως αντιφάρμακον της «

Dame aux Camelias» και του Φωβλάς, στήσατε &βρουτείους& Αφροδίτας

εις το γυμνάσιον και &βιτσαρείους& Άραβας εις τα παρθεναγωγεία

προς εκδίωξιν του πειρασμού.

Ταύτα έλεγον προχθές εν τη εκθέσει εις ελλανοδίκην τινά, όστις

προ των καλλίστων μαρμάρων της Πάρνηθος και της Πεντέλης

εδάκρυεν, αναλογιζόμενος ότι εν τοις κόλποις αυτών εγκυμονούνται

τέρατα, οία τα εκτεθέντα.

Ελπίζω ότι η μετ' ολίγον παρά του Μαλθικού συλλόγου δοθησομένη

σπουδαία παραγγελία θέλει παρηγορήση τους Έλληνας καλλιτέχνας δι'

όσα κατ' αυτών εσωρεύσατε, παραγνωρίζοντες την χρηστότητα της

τέχνης των.

Ευπειθής δούλη σας

ANNA MERRILIES

Η ΑΜΦΙΒΟΛΟΣ ΖΩΗ

Ταξειδεύων προ δεκαπέντε περίπου ετών εις Γερμανίαν, ηναγκάσθην

να σταματήσω ένεκα απροσδοκήτου κωλύματος επί τριήμερον εν

Φραγκφούρτη. Αφού περιειργάσθην τα εν τη πόλει αξιοθέατα, εξήλθον

το απόγευμα φθινοπωρινής ημέρας εις περίπατον μόνος και ασκόπως

φερόμενος όπου οι πόδες μου με ήγον. Βαδίσας ούτως εις απόστασιν

από της πόλεως όση η απ' Αθηνών μέχρις Αμπελοκήπων, διέκρινα επί

της κορυφής χαμηλού γηλόφου άκομψόν τι και βαρύ οικοδόμημα, φέρον

επί του μετώπου λατινιστί τας λέξεις: &Asylum dublae vitae&, ήτοι

&Άσυλον της αμφιβόλου ζωής&. Η επιγραφή αύτη εις μεγίστην μ'

ενέβαλεν απορίαν, μη δυνάμενον να μαντεύσω τί ποτε ηδύνατο να

σημαίνη η αμφίβολος αύτη ζωή. Ουδεμίαν έχων περί του πράγματος

ιδέαν και κρίνων εκ της αναλογίας προς την γαλλικήν, οτέ μεν

υπέθετον ότι το κτίριον εκείνο ήτο δεσμωτήριον ανθρώπων, ων η

ζωή, ήτοι η διαγωγή, ήτο αμφίβολος και επικίνδυνος τη κοινωνία,

οτέ δε ότι περιέκλειε γύναια αμφιβόλου σωφροσύνης. Πλησιάσας εν

τούτοις εις το αινιγματώδες εκείνο καταγώγιον, είδον την θύραν

αυτού ανοικτήν και γέροντα απόμαχον ησύχως καπνίζοντα προ της

φλιάς, όστις άμα με είδεν ηγέρθη και χαιρετίσας εν σιωπή

παρεμέρισεν ίνα περάσω. Ουδέ λέξιν γνωρίζων της γερμανικής όπως

απευθύνω οιανδήποτε ερώτησιν, εισήλθον μη γνωρίζων πού εμβαίνω,

τούτο δε μόνον δικαιούμενος να υποθέσω εκ της συμπεριφοράς του

θυρωρού, ότι η είσοδος ήτο ελευθέρα εις τον βουλόμενον απληρωτεί·

το εσωτερικόν του οικοδομήματος δεν ωμοίαζεν ούτε δεσμωτήριον

ούτε κλωβίον γυναικών. Ενώπιόν μου ηνοίγετο μακρός διάδρομος και

εκατέρωθεν αυτού δύο θύραι, δι' ων έβλεπον ευρύχωρα δωμάτια έρημα

κατοίκων και παντός σκεύους. Εις το πέρας του διαδρόμου εκείνου

εξετείνετο έτερος τοιούτος, τέμνων τον πρώτον κατ' ορθήν γωνίαν

και φωτιζόμενος δι' υαλοφράκτου θύρας, αγούσης εις κηπάριον ή

μάλλον χορτόφυτον αυλήν, περιφρασσομένην υπό τεσσάρων τοίχων. Η

θέσις μου, μη γνωρίζοντος πού ευρίσκομαι, ωμοίαζε περιπλανωμένου

τινός ήρωος ιπποτικού μυθιστορήματος. Ζωής όμως περί εμέ ούτε

έβλεπον ούτε ήκουον το ελάχιστον ίχνος, ούτε αμφιβόλου ούτε

βεβαίας. Αφού διέβην την υγράν και ανήλιον εκείνην αυλήν, ευρέθην

αντικρύ ετέρας θύρας επί της οποίας ανεγινώσκετο η επιγραφή

«Αίθουσα αγρυπνίας». Υπερβάς και ταύτην, εισήλθον εντός απεράντου

αιθούσης, ήτις είχεν ως μόνα σκεύη γιγαντιαίον φανάριον,

κρεμάμενον από της οροφής διά σιδηράς αλύσεως, και άνθρωπόν τινα

ή μάλλον μονόφθαλμον και χωλαίνον ερείπιον ανθρώπου, βραδέως

διαβηματίζον από της μιας εις την άλλην άκραν της αιθούσης. Ο

θυρωρός είχε τουλάχιστον χαιρετίση, αλλ' ο προ εμού περιπατητικός

φιλόσοφος εξηκολούθησε τον δρόμον του, ουδέ καν βλέμματος αξιώσας

με. Αλλά τι εσήμαινεν ο ατελεύτητος ούτος περίπατος και επί τίνος

πράγματος επηγρύπνει το ανθρωπάριον εκείνο εν αιθούση, όπου δεν

υπήρχον ειμή τέσσαρες τοίχοι και επ’ αυτών ουδέ καν καρφίον ίνα

κρεμασθή ο φύλαξ, αν τυχόν αηδίαζε την όντως αμφίβολον ζωήν του;

Υπό τοιούτων κατεχόμενος αλύτων αποριών, ήρχισα καγώ να

διαβηματίζω κατά μήκος της αιθούσης, ότε αίφνης εκατέρωθεν αυτής

διέκρινα ανά τέσσαρας θυρίδας υαλοφράκτους, προς τας οποίας

έσπευσα εν τάχει, ελπίζων ν' ανακαλύψω τέλος πάντων ακτίνά τινα

φωτός. Διά της πρώτης των θυρίδων τούτων διέκρινα είδος τι

κελλίου, τριών περίπου μέτρων μήκους και ολιγωτέρου πλάτους, και

εν μέσω αυτού μεγάλην εκ σιδήρου τράπεζαν, εφ' ης ανεπαύετο υπό

λευκόφαιον κάλυμμα παχύσαρκος τις άνθρωπος, τον οποίον εκ του

στριμμένου μύστακος και ουλής τινος επί του μετώπου υπέθεσα

αξιωματικόν. Το δε όντως παράδοξον ήτο ότι ο ούτω κατακείμενος

είχεν υψωμένον τον βραχίονα και τους πέντε δακτύλους εντός

ισαρίθμων χαλκίνων κρίκων, εις ους απέληγε το σχοινίον κώδωνος

ανηρτημένου εκ του τοίχου. Το ημίφως προχωρούσης φθινοπωρινής

εσπέρας δεν μοι επέτρεπε να διακρίνω ακριβώς τα χαρακτηριστικά

του ούτω παραδόξως αναπαυομένου αλλ' η ακινησία και η ωχρότης του

παρίστων αυτόν όμοιον μαρμαρίνω αγάλματι. Μεταβάς εις άλλην

θυρίδα, το αυτό είδον θέαμα, πλην μόνης της διαφοράς ότι αντί

ανδρός ανεπαύετο επί της τραπέζης του κελλίου ξανθή δέσποινα,

έχουσα κακείνη ανά χείρας το σχοινίον του κωδωνίου. Διά της

τρίτης θυρίδος είδον γέροντα χωρικόν, του οποίου οι μαύροι και

χονδροί δάκτυλοι δεν είχον δυνηθή πιθανώς να εισέλθωσιν εις τους

κρίκους και ως εκ τούτου το σχοινίον του κώδωνος είχε δεθή περί

τον καρπόν της χειρός. Το τέταρτον κελλίον ήτο όλως κενόν,

κάτωθεν δε της σιδηράς τραπέζης εφαίνετο λεκάνη πλήρης πηκτού

τινος ερυθροπρασίνου ρευστού βδελυρού την θέαν και την οσμήν.

Μεταβάς εις την απέναντι πλευράν της αιθούσης, ισαρίθμους έχουσαν

θυρίδας, είδον δι' αυτών δύο κυρίους, μίαν κυρίαν και ωσεί

οκταετές παιδίον, απαραλλάκτως αναπαυομένους επί σιδηράς τραπέζης

και σφίγγοντας ομοίου κώδωνος το σχοινίον. Η αίθουσα εκείνη της

αγρυπνίας ωμοίαζε πολύ μάλλον υπνωτηρίω· καθότι πλην του χωλού

φύλακος ουδείς άλλος εφαίνετο εκεί αγρυπνών· έργον δε αυτού ήτο

πιθανώς να σπεύδη εις την πρόσκλησιν των εν τοις κελλίοις

αναπαυομένων, αν τις τούτων έκρουε τον κώδωνα εξυπνήσας. Αλλά και

πάλιν τι παθόντες συνήλθον ν' αναπαυθώσιν εκεί, επί σιδηράς

μάλιστα στρωμνής, ανθρώπινα όντα ούτω διάφορα την ηλικίαν, το

φύλον και την κοινωνικήν θέσιν; Λύσιν του αινίγματος δεν ηδυνάμην

να εύρω καμμίαν ως δε ο ηγεμών εκείνος της Αγγλίας προσέφερε το

βασίλειόν του δι' ένα ίππον, ούτω καγώ κατ' εκείνην την στιγμήν

ήθελον δώση παν ό,τι είχον αντί της γνώσεως ολίγων γερμανικών

φράσεων, ίνα απευθύνω ερωτήσεις τινάς εις τον αταράχως

εξακολουθούντα τον περίπατον αυτού μηστηριώδη θαλαμηπόλον.

Αλλ’ αίφνης εις την είσοδον της αιθούσης ενεφανίσθη μορφή τις

ουδέν έχουσα κοινόν προς τα περικυκλούντα με απαίσια φαντάσματα,

αλλά ζωηρά, ευπροσήγορος, φιλομειδής, αγαθωτάτη και ανήκουσα εις

τον αξιότιμον κ. Όθωνα Ίνχιον, διδάκτορα της ιατρικής, μέλος

διαφόρων ακαδημιών, ιππότην του Αγ. Μιχαήλ, συγγραφέα βιολογικής

πραγματείας, διευθυντήν του καταστήματος, εν ω ευρισκόμην, και

εις πάντας τους τίτλους τούτους, ους έμαθον εκ του εξωφύλλου

διατριβής, ην μοι έπεμψε την επιούσαν, συνενούντα το ανεκτίμητον

δι’ εμέ προτέρημα να ομιλή οπωσδήποτε την γαλλικήν. Ουδένα έτυχέ

ποτε να γνωρίσω φιλολογώτερον τούτου άνθρωπον, αλλά η πολυλογία

αύτη έπιπτεν επί της πυρεσσούσης περιεργίας μου, ως ευεργετική

βροχή επί διψώντος λιβαδίου.

Η πρώτη προς αυτόν ερώτησίς μου απετέλει αληθή ερωτήσεων ορμαθόν.

«Τι είναι η αίθουσα αύτη; Τι κάμνουσιν οι επί των σιδηρών τούτων

πλακών εξηπλωμένοι, ο παχύς ούτος αξιωματικός, η ξανθή δέσποινα,

ο χωρικός, η άλλη γυνή και το παιδίον; Διατί κρατούσι σχοινίον

κώδωνος ανά χείρας ; Ζώντες είναι ή νεκροί;». Εις μόνην την

τελευταίαν ταύτην ερώτησιν απεκρίθη μειδιών ο αγαθός Ίνσχιος.

«Δεν ηξεύρω»· η εξήγησις όμως της αγνοίας του διήρκεσε δύο

ολοκλήρους ώρας, δαπανηθείσας εις το να μοι αποδείξη

επιστημονικώς, ότι προ της παρελεύσεως τεσσάρων τουλάχιτον

ημερών, αδύνατον ήτο αυτώ ν’ αποφανθή μετά θετικότητος, αν οι

ενώπιον ημών κατακείμενοι ήσαν ζώντες ή νεκροί. Τας εξηγήσεις του

ταύτας συνεπλήρωσεν η ανάγνωσις της διατριβής ‘De Necrophania’,

και ετέρα μετ΄ αυτού συνδιάλεξις, ότε μετέβην την επιούσαν να τον

ευχαριστήσω δια το πολύτιμον δώρον του. Δεκαπέντε έκτοτε παρήλθον

έτη και αι πλείσται των προτάσεων του αγαθού διδάκτορος

εξηλείφθησαν εκ της μνήμης μου ως και η διατριβή αυτού εχάθη εκ

της βιβλιοθήκης μου. Προχείρους όμως έχων επί της τραπέζης τον

Ορφιλάν, τον Bichat, τον Bouchardat, τον Δυράνδον και τον

Θωμασίνον, θέλω προσπαθήσει να εξηγήσω, διατί εν Φραγκφούρτη, εν

Βεϊμάρη και εν πάση σχεδόν τη Γερμανία μεταξύ του βίου και του

τάφου ηγέρθησαν σταθμοί καλούμενοι «Άσυλα της αμφιβόλου ζωής».

Αλλά προ πάντων πρέπει να εξετάσωμεν τι είναι ζωή, ουχί η

αμφίβολος, αλλ’ η βεβαία. Ορισμούς ταύτης τοσούτους ανέγνων, και

ούτω ποικίλους, ώστε αμηχανών να εκλέξω μεταξύ αυτών, προτιμώ να

υποβάλω τον εξής εις την εκτίμησιν των κυρίων φυσιολόγων: «Ζωή

είναι ανεξήγητός τις επανάστασις της αποτελούσης τα οργανικά όντα

ύλης κατά των νόμων της χημείας». Τούτου τεθέντος, θάνατος πρέπει

να ονομασθή η καταστολής της επαναστάσεως ταύτης και ο θρίαμβος

των νόμων των διεπόντων το οξυγόνον, το υδρογόνον, τον άνθρακα,

το θείον, τον φωσφόρον, την τίτατον και τα άλλα πράγματα, ων η

ένωσις απαρτίζει άνθρωπον, λάχανον ή κτήνος. Γνωστόν είναι ότι

οσάκις τας ουσίας ταύτας δεν συνδέει προς αλλήλας η άλυσις της

χημικής έλξεως, αύται τείνουσιν αδιαλείπτως ν’ αποχωρισθώσιν, εις

δε τα οργανικά όντα την άλυσιν ταύτην αντικαθιστά έτερός τις

σύνδεσμος καλούμενος «ζωή». Αύτη εκδηλούται μεν και διά πλήθους

άλλων φαινομένων, ήτοι κινήσεως θερμότητος, αναπνοής, κυκλοφορίας

υγρών και των τοιούτων, αλλά πάντα ταύτα δύνανται και να

εκλείψωσι και εν τούτοις η ζωή να παραμένη εν ψυχρώ και ακινήτω

όγκω ενόσω τα αποτελούντα τον όγκον τούτον στοιχεία στέργουσι να

μένωσιν ηνωμένα.

Γνωστοί είναι οι κόκκοι εκείνοι σίτου, οι επί αιώνας τεθαμμένοι

υπό τας πυραμίδας της Αιγύπτου, και έπειτα αποδόντες χρυσούς

στάχυας, άμα εχορηγήθη αυτοίς φώς και υγρασία, γνωστά δε και τα

έντομα εκείνα τα μένοντα ολόκληρα έτη ακίνητα, συνεσταλμένα και

ξηρά και έπειτα αναβιούντα. Μετά μείζονος δε θαυμασμού βλέπομεν

αναφερόμενα και παραδείγματα τετραπόδων ζώων, άτινα οιονεί

απολιθωθέντα υπό του ψύχους, διέμειναν ούτως πολλάς ημέρας εν

μέσω των πάγων του βορρά και ανέζησαν έπειτα τυχότα καταλλήλου

περιθάλψεως. Αλλ' ουδ' ο άνθρωπος αποτελεί εξαίρεσιν του κανόνος.

Ως παρά τω φυτώ, τω εντόμου και τω τετραπόδω, ούτω και παρ' αυτώ,

δύναται η ζωή να λανθάνη εν τω σώματι ως εν τάφω, υπ' ουδεμιάς

προδιδομένη εξωτερικής εκδηλώσεως. Κατά τον Bichat: Ο άνθρωπος ζη

ενίοτε επί πολλάς ημέρας εσωτερικώς, αφού παύση πάσα αυτού σχέσις

προς τον έξω κόσμον. Η διακοπή των εξωτερικών φαινομένων της ζωής

είνε σχεδόν πάντοτε επισφαλέστατον γνώρισμα της πραγματικότητος

του θανάτου, περί ου δεν δύναται τις ν' αποφανθή θετικώς, ειμή

μετά την οριστικήν κατάπαυσιν των φαινομένων της εσωτερικής

ζωής».

Της οριστικής όμως ταύτης καταπαύσεως της εσωτερικής ζωής σημεία

πολλά μεν προετάθησαν κατά καιρούς και προτείνονται καθ' εκάστην

υπό των επιστημόνων, αλλ' εξ αυτού του πλήθους των προτεινομένων

προκύπτει, ότι ασφαλές και βέβαιον ουδέν μέχρι σήμερον ανευρέθη.

Παραλείποντες τα πασίγνωστα παρ' Ιπποκράτει σημεία θανάτου, ων

μόνον το σπανίως απαντώμενον ανελλιπές άθροισμα καθιστά

αναμφισβήτητον την απόσβεσιν της ζωικής φλογός, πρέπει να

παρατηρήσωμεν ότι εκ των μετά ταύτα προταθέντων ουδέν αντέσχεν

εις την βάσανον της συζητήσεως και της πείρας· ούτε των μελών η

ακαμψία, ήτις εν πολλαίς νευροπαθείαις παρετηρήθη επί ζώντων ούτε

της χειρός η προ φλογός λαμπάδος έλλειψις διαφανείας· ούτε η

έλλειψις αναπνοής και κυκλοφορίας, αίτινες πολλάκις επανήλθον

μετά πολύωρον διακοπήν ούτε η κατάπτωσις και θόλωσις του

οφθαλμού, ήτις πολλάκις επερχομένη μετά τας πρώτας ώρας του

υποτιθεμένου θανάτου, παρέρχεται έπειτα αφ’ εαυτής, ενώ αφ'

ετέρου άλλων όντων νεκρών οι οφθαλμοί παρίστανται εξωγκωμένοι και

ζωηρότατοι ένεκα της συμφορήσεως του αίματος εις την κεφαλήν,

μετά την διαστολήν του στομάχου υπό των εκ της σήψεως

αναπτυσσομένων αερίων (7). Τα ανωτέρω λοιπόν και όσα άλλα

προετάθησαν κατά καιρούς σημεία, ενδείξεις μόνον παρέχουσι κατά

το μάλλον και ήττον επισφαλείς, απόλυτον δε βεβαιότητα, ότι

ανεπιστρεπτί απήλθεν η παρά τους νόμους της χημείας συνέχουσα το

άθροισμα στοιχείων, το αποτελούν το οργανικόν ον, επαναστατική

δύναμις της ζωής, έν μόνον σύμπτωμα παρέχει, η εκ νέου

επικράτησις των χημικών νόμων, ήτοι του σώματος η αποσύνθεσις, η

σήψις και η δυσωδία. Κατά τον Θωμασίνον, «η τέχνη του διακρίνειν

τον ζώντα από του νεκρού είνε εισέτι πλήρης αβεβαιότητος. Σκληρόν

δε είνε το να είπη τις, αλλ' εν τούτοις αληθέστατον, ότι πάσαι αι

περί τούτου μελέται των επιστημόνων ουδόλως ασφαλίζουσιν ημάς από

του κινδύνου να ταφώμεν ζώντες».

***

Αδύνατον είνε να μη καταληφθή τις υπό φρίκης και ρίγους,

αναλογιζόμενος ότι ενδέχεται να διαφυλάττη ακεραίαν πάσαν αυτού

την διάνοιαν και την εσωτερικήν ευαισθησίαν· να έχη πλήρη

συνείδησιν των διατρεχόντων και εν τούτοις ν' αδυνατή να εκδηλώση

δι' οιουδήποτε σημείου ότι ζη ακόμη, ομοιάζων πτώμα ούτω ακριβώς,

ώστε ουδ' ο εμπειρότερος ιατρός να διακρίνη το ελάχιστον ίχνος

της εν αυτώ παραμενούσης ζωής. Μεταξύ των νεκραναστάντων πολλοί

διηγήθησαν ότι ήκουον τα πέριξ αυτών λεγόμενα, τας οιμωγάς των

θρηνούντων αυτούς συγγενών και φίλων, τον ήχον των κωδώνων, την

ψαλμωδίαν των ιερέων, τον επί του μετώπου αυτών ύστατον ασπασμόν

και το χώμα καταπίπτον επί των σανίδων του φερέτρου. Αλλ' εν

τούτοις αδύνατον ήτο αυτοίς ν' ανακράξωσι: «Μη με θάπτετε ζώντα!»

Συνήθως παρηγορούμεθα, αναλογιζόμενοι ότι σπάνια και όλως

εξαιρετικά είνε τα τοιαύτα παραδείγματα. Από τινων όμως ετών και

η σπανιότης αύτη απεδείχθη απλή δημώδης πρόληψις. Αποδείξεις,

τούτου ευρίσκει τις ανελίσσων, πλην πολλών άλλων, τα πρακτικά της

Γαλλικής Γερουσίας κατά την συνεδρίασιν της 27 Φεβρουαρίου 1866,

καταναλωθείσαν ολόκληρον εις την συζήτησιν των προώρων

ενταφιασμών και των ληπτέων μέτρων προς αποφυγήν τοιούτων. Εκ των

αγορεύσεων τούτων αποσπώμεν τας εξής περικοπάς: Κατά τον

Καρδινάλιον Donnet, «τα θύματα του προώρου ενταφιασμού είνε πολύ

πλείονα του κοινώς πιστευομένου αριθμού εγώ δε ο ίδιος εν μόνη τη

επισκοπή μου παρέστην μάρτυς τεσσάρων τούτων». Αφού δε διηγήθη

τούτους, ο ρήτωρ επέθηκε τέλος εις τον λόγον του διά των εξής:

«Άλλοτε πάλιν εν έτει 1826 νέος τις ιερεύς έπεσεν αίφνης

απόπληκτος, ενώ εκήρυττεν από του άμβωνος. Εξετασθείς υπό των

ιατρών, εκηρύχθη νεκρός και ως τοιούτος εσαβανώθη και μετεκομίσθη

εις την εκκλησίαν. Εν τούτοις ο εν τω φερέτρω κατακείμενος ήκουε

πάντα τα περί αυτόν λεγόμενα, τον θρήνον των κωδώνων και την

νεκρώσιμον ακολουθίαν, αδυνατών επί πολλάς ώρας να κινηθή ή ν'

αρθρώση την ελαχίστην λέξιν, μέχρι της κρισίμου στιγμής, καθ' ην

ηγέρθη εις το χείλος ήδη ευρισκόμενος του τάφου. Ο ούτω εκ νεκρών

αναστάς ειμί αυτός εγώ ο Καρδινάλιος Donnet, ο ερχόμενος να

ζητήση παρά της Γερουσίας ου μόνον την ακριβή τήρησιν των

κειμένων περί ενταφιασμού διατάξεων του νόμου, αλλά και νέας

εγγυήσεις κατά τοιούτων απαισίων συμβάντων». Μετά τον καρδινάλιον

έλαβε τον λόγον ο Tourangin πολλά τοιαύτα μνημονεύσας σύγχρονα

παραδείγματα, ων προσήγαγε τα αποδεικτικά έγγραφα. Τούτον

διεδέξατο εις το βήμα ο γερουσιαστής Βαρράλ πολλά κακείνος

διηγηθείς παραπλήσια αναντίρρητα γεγονότα, μεταξύ δε των άλλων

και τα εξής, ων υπήρξεν αυτόπτης: «Προ τiνων ετών παιδαγωγός

υποληφθείσα νεκρά ετάφη μετά την τεταγμένην προθεσμίαν εν τω

κοιμητηρίω, συνορεύοντι τη κατοικία του ιερέως. Περί μέσην την

νύκτα ο εφημέριος εξυπνεί ακούσας γοεράς κραυγάς εξερχομένας εκ

του νεοσκάπτου μνήματος. Πάντες σπεύδουσι να εκθάψωσι την

δυστυχή, ήτις όμως απέθανεν ολίγας τινάς στιγμάς αφού εξήχθη εκ

του τάφου. Το έτερον παράδειγμα είνε ξυλουργού τινος, όστις

ελάκτισε τας σανίδας του φερέτρου, καθ' ην ακριβώς στιγμήν

ερρίπτετο το χώμα εις τον λάκκον». Εν δε τη αγορεύσει του

Λαγερονιέρου ευρίσκομεν την κατωτέρω όντως φοβεράν περικοπήν:

«Κατά τας γινομένας εσχάτως ανασκαφάς καταργηθέντων νεκροταφείων

ευρέθησαν εν τοις φερέτροις σκελετοί εις θέσιν προδίδουσαν

φρικώδη απελπισίαν. Τα διάστροφα αυτών μέλη εμαρτύρουν τον

ύστατον εν τω τάφω αγώνα της ζωής, πάλην κατά του θανάτου όντως

φοβεράν, σπαρακτικάς κραυγάς και στεναγμούς μη αντηχήσαντας εις

τα ώτα των επί της γης. Τοιαύτα αποκαλύπτουσιν ημίν μυστήρια αι

ανασκαφαί». Ότε δε εγένοντο αι εκ του εν Παρισίοις νεκροταφείου,

του λεγομένου των Αθώων, μετακομίσεις λειψάνων, ο προϊστάμενος

τούτων κοσμήτωρ της ιατρικής σχολής Touret επείσθη εκ της εν τω

τάφω θέσεως πλείστων πτωμάτων, ότι ούτοι είχον ενταφιασθή ζώντες,

και τοσούτον εκ της ανακαλύψεως εταράχθη, ώστε, προσκαλέσας

αυθημερόν συμβολαιογράφον, συνέταξε διαθήκην, περιέχουσαν

διατάξεις ασφαλιζούσας αυτόν από παντός τοιούτου κινδύνου.

***

Μεταβαίνοντες από των αγορεύσεων εις την εξέτασιν των προς

κύρωσιν αυτών μαρτυριών, ευρίσκομεν εν αυταίς αναντίρρητα

γεγονότα ούτω πολυάριθμα, ώστε ηδύναντο εξ αυτών να πληρωθώσιν

ολόκληροι τόμοι. Εκ τούτων προκύπτει ότι πολλάκις εν τοις

νοσοκομείοις πολλοί δήθεν νεκροί εξέπεμψαν φρικώδεις κραυγάς υπό

την μάχαιραν σπουδαστών ανατομίας. Κατ' άλλας πάλιν αποδείξεις,

περιβεβλημένας πάσαν αυθεντίαν, πιστοποιείται ότι δήθεν νεκροί ου

μόνον μετεκινήθησαν εν τω φερέτρω, αλλά και κατώρθωσαν να σχίσωσι

την νεκρικήν σινδόνα. Τινές τούτων ευρέθησαν εις ου μικράν

απόστασιν από του φερέτρου, εκπνεύσαντες επί των βαθμίδων του

νεκρικού υπογείου. Το πράγμα φαίνεται απίστευτον, αλλ' εν τούτοις

και τούτο μαρτυρείται, ότι έγκυοι γυναίκες εγέννησαν εν τω τάφω.

Εν τω πλήθει των τοιούτων φοβερών αφηγήσεων υπάρχουσι πιθανώς καί

τινες υπερβολικαί ή μη ακριβείς. Πλείσται όμως τούτων,

συνταχθείσαι υπό επιστημόνων, παρέχουσι πάσαν εγγύησιν

αξιοπιστίας και εις αυτόν τον σκεπτικώτατον ανακριτήν. Δεν πρέπει

δε και να λησμονώμεν ότι αντί ενός ανακαλυπτομένου τοιούτου

φρικώδους δράματος, δέκα άλλα τουλάχιστον παρέρχονται απαρατήρητα

υπό την πλάκα του τάφου. Ανελίσσοντες το πόνημα του Bruhier περί

αβεβαιότητος των συμπτωμάτων του θανάτου, ευρίσκομεν εν αυτώ

εκατόν ογδοήκοντα τοιαύτα παραδείγματα εν οις πεντήκοντα ανθρώπων

ταφέντων ζώντων, ισαρίθμων περίπου αναβιωσάντων αφού εκλείσθησαν

εντός των φερέτρων, εβδομήκοντα πέντε νομισθέντων νεκρών, οίτινες

εξύπνησαν είτε ενώ ερράπτοντο εν τω σαβάνω, είτε εν καιρώ

επιδημίας ευρισκόμενοι ήδη εν μέσω σωρού πτωμάτων επί της

νεκροφόρου αμάξης, και τέσσαρες ενώ ανετέμνοντο εν τω αμφιθεάτρω.

***

Ο Πλίνιος εν τη φυσική αυτού ιστορία αφιερώνει ολόκληρον

κεφάλαιον εις τους αναστάντας κατά την τελετήν της κηδείας,

διηγούμενος μεταξύ άλλων τίνι τρόπω ο υπατεύσας Ακίλιος Αβίολος

ήρξατο κραυγάζων επί της νεκρικής πυράς, ην δεν έφθασαν να

σβέσωσιν εγκαίρως οι παρεστώτες, και ούτω εκάη ζων και ολολύζων.

Επί της πυράς επίσης εξηγέρθη εκ νεκροφανούς ληθάργου ο πραίτωρ

Λούκιος Λαμίας και, μη τυχών εγκαίρου βοηθείας εγένετο κακείνος

παρανάλωμα των φλογών. Ευτυχέστερος όμως τούτων υπήρξεν ο Κέλιος

Τυβερών, ον οι οικέται ηδυνήθησαν να εξαγάγωσι ζώντα έτι εκ του

πυρός. Πασίγνωστά εισι και τα παρά Πλουτάρχω περί του

καταπεσόντος από τίνος υψώματος, λιποθυμήσαντος και μετά

τριήμερον νεκροφάνειαν ανεγερθέντος εκ νεκρών. Κατά πάντα όμοιον

συμβάν διηγείται ο ιατρός Cury περί παιδός ριφθέντος από του

παραθύρου διωρόφου οικίας, υποληφθέντος νεκρού μετά τετραήμερον

ακινησίαν και έπειτα αναζήσαντος διά του ηλεκτρισμού. Κατά δε τον

Durante η τοιαύτη λιποθυμία δύναται και μέχρις οκτώ ημερών να

παραταθή. Τοιαύτης οκταημέρου παρατάσεως της νεκροφανείας

παράδειγμα μνημονεύεται το εν έτει 1746 της Λαίδης Ρώσσελ, ην

κυρυχθείσαν νεκράν υπό των ιατρών, ο παράφορος αγαπών αυτήν

σύζυγός της εις ουδένα επέτρεπε να εγγίση, καθήμενος παρά το

προσκεφάλαιον του λειψάνου μετά πυροβόλου ανά χείρας. Η ένοπλος

αύτη αγρυπνία διήρκεσεν οκτώ όλα ημερονύκτια, μέχρις ου περί τας

αρχάς της ενάτης νυκτός η δήθεν μακαρίτις έκρινεν εύλογον να

κινηθή και ν' αποτείνη τον λόγον εις τον ακοίμητον αυτής φύλακα.

Άξιον μνείας ως αποδεικνύον την αμηχανίαν, εις ην ευρίσκεται

πολλάκις ο έχων ν' αποφανθή περί ζωής ή θανάτου, φαίνεται ημίν

και το εξής γεγονός, ιστορούμενον υπό του εν Βελγίω ακαδημαϊκού

ιατρού Φραγκίσκου: «Εν έτει 1832, ενώ ενέμοντο την πόλιν

κακοήθεις πυρετοί, προσεκλήθην παρά τινι κυρία Lemoine, ην εύρον

έχουσαν ως ακολούθως. Ο σφυγμός ήτο ανεπαίσθητος, αι κόραι των

οφθαλμών έμενον ακίνητοι όταν ανυψούντο τα βλέφαρα και

προσεφέρετο φως· τα χείλη και άπασα του σώματος η επιφάνεια

πελιδνά· το δέρμα κρύον και ξηρόν αναπνοής ουδ' ίχνος, ούτε επί

προσφερομένου εις το στόμα κατόπτρου ούτε διά της δονήσεως του

φωτός λαμπάδος, η δε καρδία ήτο κακείνη καθ' ολοκληρίαν σιωπηλή.

Μη αρκεσθείς εις ταύτα, έθεσα φιάλην καυστικής αμμωνίας υπό την

ρίνα της γυναικός ταύτης, είτα δε κατέφυγον εις δριμυτάτους

συναπισμούς αμμωνιώδη εκδόρια και επιθέσεις λειοτριβημένου

σκόρδου επί ματαίω. Προς άρσιν και της ελαχίστης αμφιβολίας

επυράκτωσα το σιδηρούν πτύον (pêle) της εστίας, και αφού κατέστη

ερυθρόν, επέθεσα αυτό εις το έσω των κνημών, χωρίς να παρατηρήσω

το ελάχιστον ίχνος ευαισθησίας εις το προ εμού κατακείμενον

ψυχρόν και ακίνητον σώμα, το οποίον μετά τας δοκιμάς ταύτας

εδικαιούμην να κηρύξω ώριμον προς ταφήν. Αλλ' εν τούτοις η κυρία

Λεμουάν ανανήψασα εκ του ληθάργου την επιούσαν, έζησεν ακόμη

τριάκοντα έτη».ψ

Ανοίγοντες κατά τύχην τους επί της τραπέζης ημών τόμους,

αποσπώμεν μόνον τα παριστώντα τι περίεργον εκ των εν αυτοίς

απειραρίθμων παραδειγμάτων προώρου ταφής.

Κατά τον Μαλαλάν, τον Μανασήν, τον Πάγην και τους άλλους

χρονογράφους, ο αυτοκράτωρ Ζήνων ο Ίσαυρος αναισθητήσας εκ της

μέθης και υποληφθείς νεκρός εκλείσθη εν τω τάφω. Την νύκτα όμως

οι φύλακες εταράχθησαν, ακούσαντες γοεράς κραυγάς εξερχομένας εκ

του υπογείου· ότε δε ανεώχθη την επιούσαν το μνημείον, ο δυστυχής

αυτοκράτωρ ευρέθη αιμοσταγής, κατασπαράξας εν τη απελπισία του

τας σάρκας διά των οδόντων.

Ο συγγραφεύς του γνωστού παρ' ημίν μυθιστορήματος Μανών Λεσκώ

αββάς Prevost, διερχόμενος εν ώρα θέρους το δάσος Chantilly,

έπαθεν εξ αποπληξίας. Ανευρεθείς την επιούσαν ακίνητος και

άπνους, εκηρύχθη νεκρός, και μετά την παρέλευσιν της νομίμου

προθεσμίας, το σώμα αυτού παρεδόθη εις χειρουργόν τινα, ίνα

εξακριβώσει την αίτίαν του θανάτου. Αλλ’ άμα έσχισεν η μάχαιρα

την κοιλίαν του αββά και ευθύς ανεπήδησε κρουνός θερμού αίματος,

ενώ γοεραί κραυγαί εξήρχοντο του στόματος του ανατεμνομένου. Και

ο μεν νεκρός απέθανεν εκ της πληγής, ο δε ιατρός ελιποθύμησεν εκ

του φόβου.

Ο καρδινάλιος Σπινόζας, ουχί ο φιλόσοφος, αλλ' ο υπουργός του

Φιλίππου Β' της Ισπανίας, υποληφθείς κακείνος ως νεκρός και

ανατεμνόμενος, εδάγκασε την χείρα του μαχαιροφόρου ασκληπιάδου.

Ο περιώνυμος Βεζάλε, ιατρός του Καρόλου Κοΐντου, δις έτυχε να

επιχείρηση την αυτοψίαν νεκροφανών, οίτινες διεμαρτυρήθησαν

εντόνως διά κραυγών. Προς αγνισμόν του εξ απροσεξίας αμαρτήματος

κατεδικάσθη ν' αποδήμηση προσκυνητής εις Ιεροσόλυμα.

Ο Φραγκίσκος Κιβίλης, αγράμματος ων, ως οι πλείστοι ευπατρίδαι

της αυλής του Καρόλου ΙΒ', μετεχειρίζετο αντί υπογραφής σφραγίδα

φέρουσαν την επιγραφήν: «&Τρις αποθανών, τρις ενταφιασθείς και

τρις εγερθείς θεία χάριτι εκ νεκρών. Και τω όντι η μήτηρ αυτού

έγκυος ούσα απέθανε και ενεταφιάσθη άνευ προηγουμένης καισαρικής

εγχειρήσεως προς σωτηρίαν του παιδιού, το οποίον εξήχθη μετά

διήμερον εκ των σπλάγχνων της εκταφείσης μητρός. Ο ούτω ιδών το

φως Κιβίλης, βαρέως πληγωθείς τριάκοντα μετά ταύτα έτη κατά την

πολιορκίαν της Ρουέννης, ετάφη μετά σωρού άλλων νεκρών και

διέμεινε πάλιν υπό την γην επί ολόκληρον ημέραν, μέχρις ου ο

αναζητών το πτώμα του πιστός υπηρέτης εξέθαψεν αυτόν ζώντα ακόμη

και μέλλοντα ν' αποδυθή εις νέους μετ' ολίγον αγώνας. Υποληφθείς

και πάλιν ως νεκρός επί του πεδίου της μάχης, εγυμνώθη υπό

νυκτοκλεπτών και ετάφη υπό σωρόν αχύρων, όπου διέμεινε τρεις όλας

ημέρας, μέχρις ου ανευρέθη έτι ζων υπό των αναζητούντων το σώμα

του, ίνα αποδώσωσιν αυτώ τας προσηκούσας επικηδείους τιμάς.

Εκ της απεράντου προ ημών πληθύος έν τελευταίον παραθέτομεν

γεγονός, το οποίον έδωκεν εσχάτως αφορμήν εις όντως περίεργον

δίκην: «Δύο έμποροι Παρισίων, συνδεόμενοι προς αλλήλους διά

στενωτάτης φιλίας, είχον ο μεν υιόν ο δε θυγάτριον, και τα τέκνα

των ταύτα εμνήστευσαν προς άλληλα άμα απογαλακτισθέντα. Ο παις

και η παιδίσκη νηπιόθεν συναναστρεφόμενοι εν καθημερινή

οικειότητι ησθάνθησαν προϊόντων των ετών την φιλίαν αυτών

μεταβαλλομένην εις έρωτα διακαή, μέλλοντα μετ' ου πολύ να

καθιερωθή διά του γάμου. Τα σχέδια όμως ταύτα ήλθον ν' ανατρέψωσι

μετ' ολίγον οικονομικαί δυσχέρειαι, προς αποσόβησιν των οποίων ο

πατήρ της νεανίδος ηναγκάσθη να θυσιάση την θυγατέρα, εκδίδων

αυτήν άκουσαν εις γάμον πλουσίω τραπεζίτη ερασθέντι αυτής. Η

δύστηνος νεάνις, τηκομένη υπό φοβεράς ανίας, κατελήφθη υπό

μαρασμού, εξ ου και απέθανε μετά τινας μήνας. Ο δε και μετά τον

γάμον διαμείνας πιστός πρώτος μνηστήρ, αφ' ενός μεν θέλων να

επανίδη έτι άπαξ την νεκράν φίλην του, αφ' έτερου δε ενθυμούμενος

ότι αύτη παιδιόθεν υπέκειτο εις μακράς λιποθυμίας, εδωροδόκησε

τον νεκροθάπτην και απεκόμισεν οίκαδε το νύκτωρ εκταφέν σώμα. Αι

κατά το φαινόμενον χιμαιρικαί αυτού ελπίδες εστέφθησαν υπό

ανελπίστου επιτυχίας. Η νεκρά ανέζησε διά των φροντίδων του και

μετά τινας ημέρας το ερωτευμένον ζεύγος μετέβη να κρύψη την

ευτυχίαν του εις Αγγλίαν, όπου διέμεινε δέκα ολόκληρα έτη. Το

μακρόν τούτο διάστημα χρόνου νομίζοντες ικανόν προς τελείαν

λήθην, επανήλθον οι δύο ερασταί μετά την παρέλευσιν αυτού εις

Γαλλίαν. Παρά πάσαν όμως προσδοκίαν ο τραπεζίτης ανεγνώρισεν εν

περιπάτω την πρώην σύζυγόν του, και, αρνουμένης ταύτης να

επανέλθη υπό την συζυγικήν του προστασίαν, απήτησε τούτο

δικαστικώς και εκέρδησε την δίκην· ότε όμως έφθασαν οι κλητήρες

να εκτελέσωσι την απόφασιν, εύρον κενήν την φωλεάν και πάσαι αι

καταβληθείσαι υπό της αστυνομίας προσπάθειαι προς ανεύρεσιν των

αποπτάντων πτηνών απέβησαν μέχρι τούδε ανωφελείς».

Μετά την ανάγνωσιν των ανωτέρω, εξ ων, κατά την ομολογίαν πάντων

των επιστημόνων, προκύπτει ότι πλην της αρχομένης σήψεως ουδέν

άλλο υπάρχει βέβαιον θανάτου σημείον, πας τις απορεί τίνι τρόπω

δεν έσπευσαν και τα λοιπά έθνη να μιμηθώσι το παράδειγμα της

Γερμανίας ιδρύοντα Άσυλον αμφιβόλου ζωής. Περιοριζόμενοι εις

μόνην την Γαλλίαν παρατηρούμεν ότι της αναβολής το αίτιον υπήρξεν

αφ' ενός μεν οικονομικόν, πολλών δήμων μη όντων ικανών να

επαρκέσωσιν εις την δαπάνην τοιούτων ασύλων, αφ' ετέρου η

πολλάκις μεν ψευσθείσα αλλ' επιμένουσα έτι ελπίς ανακαλύψεως

βεβαίου τινός του θανάτου σημείου. Ως τοιαύτα προτείνονται

σήμερον το &δυναμοσκόπιον& του δόκτορος Collongue, διά του

οποίου, επιθετομένου επί του στήθους του νεκροφανούς,

διακρίνεται, κατά τας διαβεβαιώσεις του ευρέτου, υπόκωφός τις

ζωικός ψιθυρισμός, εφ' όσον ενυπάρχει εν αιτώ ο ελάχιστος

λανθανούσης ζωής σπινθήρ· ώστε η έλλειψις παντός τοιούτου

ακούσματος πρέπει να θεωρήται ως ασφαλές θανάτου τεκμήριον. Άλλοι

πάλιν, εν οις ο Josat, o Nysten, o Marc, θεωρούντες ως δύσχρηστον

και επισφαλές το ακουστικών τούτο εργαλείον, προτείνουσιν αντ'

αυτού ηλεκτρικήν τινα μηχανήν, ούτω απλοποιηθείσαν, ώστε και εν

αυτοίς τοις χωρίοις να δύναται ο ιερεύς ή η τυχούσα νοσοκόμος ν'

αποφασίζη, αν επηρεάζωνται υπ' αυτής οι ευρισκόμενοι εν

καταστάσει αμφιβόλου ζωής.

Διηγήματα(#32529) · 第 3 / 7 题