ΠΑΝΔΑΜΑΤΕIΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΔΑΜΑΤΩΡ

Τους απαύστως παραπονουμένους διά τα καύματα του Ιουλίου, τον

κονιορτόν, τον Δήμαρχον, την λειψυδρίαν και ρυπαρότητα των δρόμων

Αθηναίους συμβουλεύομεν ν' αποδημήσωσιν επί ένα μήνα, ουχί

Ιούλιον αλλά και Απρίλιον, εις Κάιρον της Αιγύπτου. Εκεί θέλουσι

μάθη οι μεμψίμοιροι ούτοι πως τα αυγά εκθετόμενα εις το παράθυρον

ψήνονται εις το διάστημα της απαγγελίας ενός Πάτερ Ημών, και

σκληρύνονται αν τύχη βραδύγλωσσος ο απαγγέλλων· εκεί θα ίδωσιν

οικίας, πνέοντος του λιβός, δένδρα, οχήματα, διαβάτας, όνους και

καμήλους, εξαφανιζόμενα εις πυκνόν νέφος μαύρου ως την πίσσαν

κονιορτού, ουχ μεταφορικώς, ως ο αθηναϊκός, αποτυφλούντος, αλλά

πράγματι μεταβάλλοντος εις τυφλούς, οφθαλμιώντας ή μονοφθάλμους

το έν τέταρτον τουλάχιστον των Αιγυπτίων, και τούτο ενώ υπάρχει

πρόχειρον προς κατάβρεγμα το θολόν ρεύμα του ακενώτου Νείλου·

εκεί θέλουσι διδαχθή πώς σβύνουσι την δίψαν διά διαλύσεως

κιτρίνου βορβόρου οι μη έχοντες να δώσωσι πεντάλεπτον δι' έκαστον

ποτήριον ύδατος διηθημένου και πώς εφευρέθησαν τα χάρτινα

περιλαίμια υπό των δυστροπούντων να καταβάλωσιν έν και ήμισυ

φράγκον διά πλύσιμον εκάστου υποκαμίσου.

Εξ όλων όμως των πληγών της Αιγύπτου, η μάλλον βασανίζουσα τους

προ εικοσάδος ετών και λήγοντος του έαρος συγκατοίκους μου εν τω

τότε αρίστω του Καΐρου Βασιλικώ Ξενοδοχείω ήτο ότι δεν υπήρχε

τρόπος να κοιμηθή τις μόνος, ουδέ καν εύκολον να γνωρίζη ακριβώς

τίνας είχεν εκάστοτε εις την κλίνην του συντρόφους. Ανά πάντα τω

όντι δηλωτικόν της παρουσίας των κνισμόν, εδικαιούτο μετ' ίσης

πιθανότητος να υποθέση ότι συνεκόμισε φθείρας εκ του χθεσινού

περιπάτου εις το Καγκαλή Παζάρ, ότι περιπατεί επ' αυτού κάνθαρος,

ότι τον εμίανε δυσώδης κορέος, ή εκεντήθη υπό ιοβόλου σκορπιού.

Εκ τούτου συνέβαινεν ότι ευθύς μετά το πρόγευμα απεσύρετο μεν

έκαστος ημών εις το δωμάτιόν του προς μεσημβρινόν ύπνον, μετά

τινα όμως λεπτά έβλεπέ τις πάντας κατά σειράν συνερχομένους εις

την εν τω κέντρω του ξενώνος μικράν αυλήν, ως εις το μόνον κατά

τας θερμάς ώρας οπωσούν κατοικήσιμον μέρος. Οι τέσσαρες τω όντι

υψηλοί τοίχοι του τετραστέγου οικοδομήματος μετέβαλλον την αυλήν

ταύτην εις είδος τι φρέατος, και μικρά τις μετά πίδακος δεξαμενή

παρείχεν αν ουχί πολλήν δρόσον, το παρήγορον τουλάχιστον

κελάρυσμα ύδατος καταλειβομένου. Εις τα πλεονεκτήματα ταύτα

πρέπει να προστεθή ο τεχνητός ζέφυρος γιγαντιαίου κρεμαστού

ανεμιστηρίου, παλλομένου υπό ευρώστου μαύρου, τον οποίον, προς

μετριασμόν του αιθιοπικού αυτού αρώματος, ερράντιζαν μακρόθεν δι'

ύδατος της Κολωνίας δύο φιλοπαίγμονες Αγγλίδες. Ουδέ ταύτα όμως

ουδ' η ακατάπαυστος επί δίσκων περιφορά μοναδικής την ποικιλίαν

συλλογής δροσιστικών εξ ανανάς, ρόδων, πικροκεράσου, κιτρομήλου,

ζιζύφου, ταμαρίνθου και παντός άλλου καρπού και άνθους, ουδέ του

άραβος ταχυδακτυλουργού τα θαύματα, ουδέ της επαιτούσης ζάκχαριν

δορκάδος η χάρις και η ημερότης, ούτε των μεταξοτρίχων αιλούρων

της Αγκύρας αι θωπείαι, ούτε του πολυγλώσσου ψιττακού αι

προσρήσεις, ουδ' αυτή της χαριτοβρύτου ξενοδόχου η παρουσία

ήρκουν να νικήσωσι των πολυώρων εκείνων καταναγκαστικών

συνεδριάσεων την πλήξιν και την ανίαν. Το μόνον κατ' αυτής κάπως

δραστικώτερον αντίδοτον ήτο η ιλαρότης, την οποίαν επροκάλει

πάντοτε η εμφάνισις ζεύγους τινός αληθώς πρωτοτύπου. Περί μεν της

κυρίας ηδύνατό τις εκ πρώτης όψεως, άνευ δισταγμών, να βεβαιώση

ότι προ τριάκοντα ή και περισσοτέρων ετών υπήρξεν εκτάκτως ωραία

αλλ' ήδη ούτε το χρώμα, ούτε η κόμη, ούτε τα οφρύδια, ούτε οι

οδόντες ουδ' άλλο τι ήτο παρ' αυτή αληθινόν πλην μόνων των

κοσμούντων τα ώτα και τους δακτύλους της αδαμάντων. Ουδ' ηρκείτο

εις τούτων μόνον την λάμψιν, αλλά και η ενδυμασία αυτής ημιλλάτο

προς της Ίριδος την ποικιλίαν, η κόμη ή μάλλον φενάκη από πρωίας

βοστρυχισμένη, το πιλίδιον αληθής ανθών, ο πέπλος εκ τριχάπτου

και οι εβδομηκονταετείς πόδες συνεσφιγμένοι εντός χρυσοπόρπων

ατλαζίνων υποδημάτων· το δε εκ πάντων τούτων αναδιδόμενον άρωμα

του προ ημίσεως αιώνος περιζητήτου αποστάγματος Millefiori, τόσον

ιδιάζον και βαρύ, ώστε ήρκει μόνον ν' αναγγείλη αλανθάστως την

προσέγγισιν της κυρίας Ορτενσίας Βερτολόττη. Ουχ ήττον δε του

υποκειμένου, της ενδυμασίας και της οσμής ήσαν και οι τρόποι

αυτής ιδιόρρυθμοι και αρχαϊκοί. Εισερχομένη εχαιρέτα περιληπτικώς

πάντας, θέτουσα την χείρα επί της καρδίας, και στρέφουσα έπειτα

κύκλω την κεφαλήν εμοίραζεν ως αντίδωρον ανά έν βλέμμα και έν

γλυκύ μειδίαμα εις έκαστον ημών, άνευ της ελαχίστης υποψίας ότι

εφιλοδώρει πράγματα στερούμενα από πολλού πάσης αξίας. Αλλά και

ουδέποτε έτεινε την δεξιάν της προς χειραψίαν, αλλά πάντοτε υψηλά

προς ασπασμόν, ουδ' εκάθιζέ ποτε χωρίς πρώτον ως εκ απροσεξίας να

δείξη και έπειτα να σκεπάση μετά προσοχής τον πόδα, και

πλειστάκις, ουδενός μελετώντος επίθεσιν, ελάμβανεν ήθος

αμυνομένης. Περί δε του κ. Δαβίδ Βερτολόττη αρκεί να είπωμεν ότι

ήτο κατά τινα έτη νεώτερον της συζύγου του γερόντιον, διδάκτωρ

των καλών &γραμμάτων&, ιππότης του Αγ. Μαυρικίου, κομψότατος,

ευγενέστατος, αλλά και κατεχόμενος υπό της μανίας ν' απαγγέλλη

περί παντός ζητήματος, και ιδίως καλλιτεχνικού, αυτοσχεδίους

λόγους εις γλώσσαν γαλλικήν προφερομένην ιταλιστί και μάλιστα

λομβαρδιστί. Καί τοιούτο μεν ήτο το ανδρόγυνον, η δε δι' αυτού

διασκέδασις συνίστατο προ πάντων εις το να υποκρίνωνται πάντες

σφοδρόν έρωτα προς την κυρίαν, περιάγοντες αυτήν διά του πλήθους

των απαιτήσεων εις αστειοτάτην αμηχανίαν περί την προτίμησιν

ευνοουμένου, τον δε κύριον να ενθαρρύνωσι μεν εις

αυτοσχεδιάσματα, μετ' ολίγον όμως, ενώ ερητόρευε πλησίστιος, να

πνίγωσι την φωνήν του διά συναυλίας βαρυήχων ρογχασμών, ζητούντες

έπειτα παρ' αυτού συγγνώμην αν κατελήφθησαν υπό ύπνου ακουσίου

και ακαταμαχήτου. Ταύτα έβαινον επί τινα χρόνον ομαλώς εντός των

ορίων σχετικής τίνος ευπρεπείας, αλλ' αποφράδα τινά ημέραν, καθ'

ην τον χυμόν του ανανάς και της ταμαρίνθου είχεν αντικαταστήση ο

παγωμένος καμπανίτης, οι ζωηρότεροι των θαυμαστών της καλής

Ορτενσίας εξετράπησαν εις υπέρβασιν των εσκαμμένων τόσον

σπουδαίαν, ώστε ο ανεκτικώτατος των συζύγων ηναγκάσθη να θυμώση

και ν' αποχωρήση μετά της συμβίας του· υπερβαίνων όμως την φλιάν

της θύρας, έκρινε πρέπον να στραφή και να κεραυνώση τους αυθάδεις

ως εξής: «Αρκούμαι, Κύριοι, προς τιμωρίαν σας να σας δηλώσω ότι η

δέσποινα προς την οποίαν ησεβήσατε, πριν ή αξιωθώ να συζευχθώ

μετ' αυτής, ωνομάζετο Ροζάτη Γαλέττη!».

Η δόξα, και προ πάντων η θεατρική, παρακμάζει σήμερον τόσον

ταχέως, ώστε και αυτήν την ύπαρξιν της φερούσης το ανωτέρω όνομα

ενδέχεται ν' αγνοώσιν οι νεώτεροι των αναγνωστών. Της ομηγύρεως

όμως η κατάπληξις υπήρξε μεγάλη, διότι ουδείς εδικαιούτο προ

τετάρτου αιώνος ν' αγνοή το όνομα τούτο· παρ' εμοί δε εξήγειρε

την ανάμνησιν οπτασίας των παιδικών μου χρόνων αλησμονήτου.

Εσπέραν τινά, μετά την παράστασιν επί του θεάτρου της Γενούης του

πολυκρότου μπαλλέττου «Μελεάγρου», αποκοιμηθείς εντός αμάξης,

αναμενούσης την σειράν αυτής να κινήση, αφυπνίσθην έντρομος υπό

φοβέρας βοής. Παράφορον και αλαλάζον πλήθος εφώρμα κατά πλήρους

ανθοδεσμών τιθρίππου, απωθούμενον υπό των χωροφυλάκων και των

αστυνομικών κλητήρων, των οποίων αντηχούν αι επιταγαί διαλύσεως,

εκρότουν αι μάστιγες και ήστραπτον τα ξίφη. Μετά βραχείαν όμως

πάλην κατίσχυον των αντιπροσώπων της τάξεως οι της αταξίας· ο

ηνίοχος, πειραθείς να προχωρήση, εκρημνίζετο εκ της έδρας του, οι

ίπποι απεζεύγοντο και την θέσιν αυτών ελάμβαναν ολίγα λογικά

όντα, μεταβληθέντα εις άλογα υπό του ενθουσιασμού, ενώ ορθή εν τη

αμάξη, πατούσα επί στιβάδος ανθέων και ως όνειρον ωραία υπό το

φως των βεγγαλικών λαμπάδων, ηυχαρίστει, η Ροζάτη Γαλέττη τα

επευφημούντα πλήθη κράζουσα: «Crazie, Signori, e troppo!»

Παρά των θαυμαστών αυτής εκηρύττετο η Γαλέττη χορεύτρια εμάφιλλος

της Έσλερ, της Τζερίτου και της Ταλλιόνη· ούτε προς Έλφην όμως,

ούτε προς χρυσαλλίδα ή άλλο τι ατμώδες και εναέριον ηδύνατο ως

εκείναι να ομοιωθή, αλλά πολύ μάλλον προς εμψυχωθέν άγαλμα της

Ήρας ή Ρωμαίας αυτοκρατορίσσης. Ο χορός αυτής ήτο προ πάντων

επίδειξις του κάλλους της, υπό πάσας αυτού τας απόψεις, και πολύ

των κινήσεων θαυμαστότεραι αι καμπύλαι του τραχήλου και των ώμων,

το αψιδωτόν σχήμα του ποδός και η έντασις των μυώνων της κνήμης.

Αλλά πολύ μάλλον η χορεύτρια εθριάμβευεν ακινητούσα. Όταν μετά

την εκτέλεσιν επιπονωτέρας τινός σειράς αλμάτων εστηρίζετο εις

στήλην ή κορμόν δένδρου, καταπόρφυρος εκ του αγώνος και ουχί του

ψιμυθίου, συνέχουσα διά της χειρός τους παλμούς του ογκωθέντος

στήθους της, ενώ παρασυρθείσα υπό του ιδίου βάρους κατέρρεεν η

κόμη της επί των ώμων ως μαύρη πλημμύρα και εφλογοβόλουν οι

οφθαλμοί, διέστελλε τα χείλη μειδίαμα Βάκχης και θρόμβοι τινές

ιδρώτος έστιλβον εις τους κροτάφους της ως μαργαρίται, πάντες

τότε ελησμόνουν την χορεύτριαν, όπως θαυμάσωσι την γυναίκα· η δε

εκ του θεάματος αίσθησις ήτο τοιαύτη, ώστε έτρεμον αι χείρες αι

κρατούσαι τας διόπτρας, και πλειστάκις συνέβη ν' αντηχήσωσιν

αίφνης παταγώδη χειροκροτήματα και να πέσωσι βροχηδόν επί της

σκηνής αι ανθοδέσμαι, άνευ ουδεμιάς εμφανούς αφορμής, ενώ

ανεπαύετο η Γαλέττη περιμένουσα την σειράν της να χορεύση.

Η τότε αυστηρά εν Ιταλία λογοκρισία και τα μέλη της επιτροπής,

υποκινούμενα υπό σεμνοτύφων τινών ή, το πιθανώτερον, ζηλοτύπων

αριστοκρατικών γυναίων, απεπειράτο μεν ενίοτε να επέμβη προς

περιορισμόν του σκανδάλου, ως το ωνόμαζε, δύσκολον όμως ήτο να

διατυπωθή εύλογόν τι παράπονον κατά της μόνης ίσως χορευτρίας,

ήτις ούτε εψιμυθιούτο, ούτε εγύμνωνεν όσον αι άλλαι το στήθος,

και των διαφανών χιτωνίων επροτίμα ν' ανατινάσση βαρείας μέχρι

μέσης κνήμης εσθήτας, διά κινήσεως του γόνατος αμιμήτου. Τι δε

έπταιεν εκείνη, αν έπλασεν αυτήν ο Θεός οίαν οι ερμογλύφοι την

Ήραν, αν δεν ευρίσκετο Ιξίων ικανός να προτιμήση της Ήρας ταύτης

οιανδήποτε Νεφέλην, αν ήτο ως του Χαρμολάου του Μεγαρικού

διτάλαντον το φίλημά της και αν προς εύρεσιν των ταλάντων τούτων

επώλησαν ειδωλολάτραι τινές τον αγρόν των, υπέγραψαν συναλλάγματα

ή και ελήστευσαν το πατρικόν ταμείον ή την μητρικήν

κειμηλιοθήκην; Ουδέ δικαιότερον ήτο να θεωρηθή υπεύθυνος, αν ο

γέρων μαρκήσιος Σπίνολας επρόσφερεν εις αυτήν την καρδίαν, την

χείρα και την αποκλήρωσιν των ανεψιών του· αν ο δουξ Βαλδισέρας

ερράπισεν εν πλήθοντι θεωρείω την γυναίκα του, τολμήσασαν να την

συρίξη· αν ο εκβακχευθείς αντιπρόσωπος της βασιλίσσης Ισαβέλλας

απέσπασεν από του στήθους του και έρριψεν εις τους πόδας της

αδαμαντοκόλλητον αστέρα, ή αν ο ηγούμενος των Καπουκίνων, εις ον

εξωμολογείτο τα αμαρτήματά της, εγονάτισεν εμπρός της ικετεύων

και μετ' αυτού ν' αμαρτήση. Πώς δε να μη θεωρήση τις ως ασύστατον

κακολογίαν, ότι ο υποβολεύς του θεάτρου περιφρονηθείς παρ' αυτής,

εσκόρπισε διά πιστολιού τον μυελόν του, ενώ αυτό τούτο

απεδείκνυεν ότι ο άνθρωπος μυελόν δεν είχεν; Η δε τοσαύτη θραύσις

εις μόνους τους μη ιδόντας την γυναίκα ταύτην εφαίνετο αλλόκοτόν

τι και μυθώδες. Προς εξήγησιν της γοητείας αυτής, αρκούμεθα να

ενθυμίσωμεν ότι η ιστορία, η ποίησις και η τέχνη, κατέστησε

γυναικεία τινα ονόματα αχώριστα από της ιδέας ηδονής τίνος

υπερανθρώπου. Ολίγοι, πιστεύομεν, είνε εκείνοι, εις ους δεν

επροξένησεν ηδυπαθές ρίγος το της Δαλιδάς, της Σαλόμης, της

Κλεοπάτρας ή της Βυζαντινής Θεοδώρας. Άξιον δε παρατηρήσεως είνε

ότι πάσας ταύτας τας αντιπροσώπους της υπερτάτης εντάσεως της

ηδυπαθείας αναπλάττει αυθορμήτως η φαντασία ημών κατά τον αυτόν

περίπου τύπον γυναικός υπερβάσης την ήβην, ευμελούς, μετά

βλέμματος επιτακτικού και χείλους κάπως ειρωνικού. Τοιούτο ήτο το

κάλλος και το ήθος της Γαλέττης, της μόνης ικανής να εμποιήση εις

τους λατρευτάς αυτής την αίσθησιν, ότι ασπάζονται το κράσπεδον

της εσθήτος Σεμιράμιδος ή πατούνται ως ο Ηρακλής υπό του

σανδαλίου Ομφάλης. Αλλά και αυτόν τον χρόνον εφαίνετο κατορθώσασα

ν' αφοπλίση. Ότε είδον αυτήν αποθεωμένην εν Γενούη, ήτο βεβαίως

υπερτεσσαρακοντούτις, ουδ' υπήρξεν εκείνη η τελευταία απόζευξις

των ίππων εκ της αμάξης της θαυμαστής γυναικός, αλλ' επί

δεκαπενταετίαν ακόμη εξηκολούθησε να χορεύη, ή μάλλον να

επιδεικνύη εαυτήν εν Νεαπόλει, Τεργέστη, Μιλάνω και Φλωρεντία.

Επί τέλους κατέβαλε φευ! την πανδαμάτειραν ο πανδαμάτωρ,

μεταβαλών εις το οικτρόν εκείνο άθροισμα ρυτίδων, προκομίων,

επιχρισμάτων, μωρών αξιώσεων και αλλοκότων μορφασμών, το πριν

είδωλον της Ιταλίας, εις αντικείμενον γέλωτος την παραίτιον

τοσούτων δακρύων!

Την ροήν των αναμνήσεων διέκοψαν αι παρακλήσεις της ξενοδόχου

όπως δυσωπήσωμεν δι' οιουδήποτε τρόπου το ζεύγος Βερτολόττη, το

ετοιμαζόμενον ήδη ν' απέλθη εις το αντικρύ αντίζηλον ξενοδοχείον

της Ανατολής. Μετά βραχείαν περί τούτου σύσκεψιν απεφασίσθη

παμψηφεί εις μεν την κυρίαν να προσφέρωμεν δι' εράνου μεγαλοπρεπή

ανθοδέσμην, μεθ' ικετηρίου γράμματος, όπως συγχωρήση παρεκτροπήν,

δι' ην έπταιε προ πάντων το πολυύμνητον αυτής κάλλος, τον δε

κύριον να ικανοποιήσωμεν επιτρέποντες αυτώ να ρητορεύση επί

δίωρον άνευ διακοπής. Η επιτυχία της αναφοράς υπήρξε τελεία.

Ευθύς, τω όντι, μετά την ανάγνωσιν αυτής, επέλαμψεν εις το

παράθυρον του κοιτώνος της η ιλαρά όψις της κυρίας Ορτενσίας,

οσφραινομένης τα σταλέντα άνθη και παρεχούσης ημίν μετά γλυκερού

μειδιάματος πλήρη άφεσιν αμαρτιών, κατά δε την υπαίθριον

συνεδρίασιν της επιούσης ανέπτυσσεν εις ημάς ο κύριος Δαβίδ

Βερτολόττης την περίφημον αυτού θεωρίαν περί υπεροχής του

μπαλέττου, εν συγκρίσει προς το δράμα και το μελόδραμα, ως εξής:

«Σκοπός του τεχνίτου είνε, Κύριοι, να συγκινή την ψυχήν ημών,

μεταδίδων όσα αισθάνεται ο ίδιος. Τούτο δύναται να επιτύχη, είτε

υποβάλλων εις τους οφθαλμούς το ικανόν να προκαλέση την

συγκίνησιν ταύτην αντικείμενον, ως ο ζωγράφος, ο γλύπτης και ο

παντομίμος, είτε αγωνιζόμενος να ερμηνεύση ο ίδιος την εκ τούτου

εντύπωσιν και να μεταδώση αυτήν, έστω και αορίστως, εις τους

άλλους, όπως πράττει ο μελοποιός. Η ζωγραφική, η γλυπτική, η

μουσική και η μιμητική όρχησις είνε βεβαίως έξοχοι τέχναι, αλλά

και εκ τούτου δυσπρόσιτοι εις τους πολλούς, τους χρήζοντας όπως

συγκινηθώσιν εκφραστικού μέσου υλικωτέρου, εξηγούντος τα πάντα

και απαλλάττοντος από παντός κόπου την νωθράν και άπτερον αυτών

φαντασίαν. Τοιούτον είνε ο προφορικός λόγος. Υπάρχουσι φιλόσοφοι,

κηρύττοντες την γλώσσαν θείαν αποκάλυψιν και μη αναλογιζόμενοι,

οι άθλιοι, ότι υβρίζουσι τον Θεόν αποδίδοντες αυτώ τρόπον

εκφράσεως, όχι μόνον σύνθηματικόν αλλά και καθ' εαυτόν άχαριν,

βάναυσον και τραχύν. Τι άλλο τω όντι είνε πάσα γλώσσα παρά μόνον

ελεεινόν κράμα συριγμού βραγχνότητος και ρινοφωνίας δασέων, τα

οποία αναγκάζουσι τον εκφέροντα να χασμηθή, ψιλών τα οποία δεν

δύναται να προφέρη χωρίς να πτύση, αφορήτων χασμωδιών, αμφιβόλων

διφθόγγων, χαλαρών συνδέσμων, αργών επιθέτων και αλλοκότων

ιδιωματισμών;

»Η τοιαύτη χάριν των πολλών προσθήκη του λόγου εις την μίμησιν

εγέννησε το δράμα το αναβιβάζον επί της σκηνής πρόσωπα

διαλεγόμενα περί των ιδίων αυτών υποθέσεων και συμφερόντων,

ενώπιον ακροατών ηλιθίων, οίτινες, αν δεν ήσαν τοιούτοι,

ηδύναντο, προσέχοντες εις τα περί αυτούς συμβαίνοντα, να

εντρυφήσωσιν εις δράματα ασυγκρίτως κάλλιον ή επί του θεάτρου

παριστανόμενα υπ' αυτών των αληθώς δρώντων και πασχόντων

προσώπων. Ουδέ περιωρίσθη εις τούτο το κακόν· αλλ' ευρέθησαν και

οι επιχείρησαντες να μελοποιήσωσι τον διάλογον, ήτοι να

καθυποτάξωσι την μουσικήν εις πάσας του δράματος τας περιπετείας.

Το τοιούτον όμως πείραμα, το ονομασθέν μελόδραμα, αδύνατον ήτο να

μη αποτύχη ελεεινώς, διά τον λόγον ότι, αν μεν αποβλέπη προ

πάντων η μουσική εις την τέρψιν της ακοής, αν είνε δηλ. ελαφρά

και ζωηρά, ως η Ιταλική, αποδεικνύεται ασυμβίβαστος προς πάσαν

έντασιν του τραγικού πάθους, αν δε πάλιν επιδιώξη την εμβρίθειαν

και την ακριβεστέραν συμφωνίαν προς την εκ του δράματος διάθεσιν

της ψυχής, ως η των νεωτέρων Γερμανών, τότε η ακρόασις αυτής

αποβαίνει πολύ μάλλον κόπος παρά ηδονή.

»Αλλά δεν είνε ίσως περιττόν να καταστήσω διά τινος παραδείγματος

έτι σαφεστέρα όσα λέγω. Πάντες γνωρίζετε τον μιμητικόν χορόν τον

λεγόμενον της Μελίσσης. Νέα κόρη θέλει να κόψη ρόδον και εκ της

κάλυκος του άνθους εκπηδά μέλισσα διώκουσα, φοβίζουσα ή και

πληγώνουσα διά του κέντρου την κορασίδα. Προς στιγμήν ενόμισεν

αύτη ότι απηλλάγη του θηρίου, και αναλάμπει επί του προσώπου της

η χαρά την πρόσκαιρον όμως ταύτην γαλήνην διαδέχεται και πάλιν ο

σάλος και ο τρόμος, διότι ησθάνθη το πονηρόν ζωΰφιον εμφώλευον

εις τας πτυχάς του πέπλου της, ον ρίπτει μετά φρίκης μακράν

αυτής· αλλά ουχί, δυστυχώς, μετ' αυτού και την μέλισσαν την

εισδύσασαν ήδη υπό την εσθήτα. Και ταύτην λοιπόν σπεύδει ν’

αποβάλη ή μάλλον να σχίση, τρέχουσα ως μαινομένη και σκορπίζουσα

περί αυτήν τα τεμάχια του υφάσματος, μέχρις ου καταβληθείσα υπό

του τρόμου και του καμάτου καταπέση ημιθανής και ημίγυμνος επί

της χλόης.

»Τοιαύτη είνε η παντομίμα· καθ' όλον αυτής το διάστημα δεν

έπαυσεν η χορεύτρια να παρίσταται ενώπιον ημών ζωηρά, εύχαρις,

ευκίνητος και πτερωτή· ουδ' υπάρχει κίνδυνος να ίδωμεν τα ρόδινα

χείλη της διαστρεφόμενα προς οχληράν απαγγελίαν φωνηέντων και

συμφώνων, ή τον λαιμόν αυτής ογκούμενον προς επίπονον εκφοράν

βαρέος ή οξέος ήχου. Αφού, τω όντι, αρκούσι προς σαφή αποτύπωσιν

και του λεπτοτάτου αισθήματος η έκφρασις του προσώπου και του

σώματος αι κινήσεις, τις η ανάγκη αμίλλης προς την φλυαρίαν

σοφιστού ή τους λαρυγγισμούς κοσσύφους; Ας αφίσωμεν λοιπόν το

μελόδραμα και το δράμα εις τους χυδαίους.....

— Αλλά, κύριε, διέκοψεν η παρακαθημένη πυρρόμαλλος αγγλίς,

πρέπει άρα να κατατάξω μετά των χυδαίων και τον Ρακίναν και τον

Σαιξπήρον ;

— Όχι βεβαίως, κυρία μου, αλλά μόνον να ενθυμηθήτε ότι, ζώντος

του Ρακίνα, αι τραγωδίαι αυτού παριστάνοντο υπό ηθοποιών

αλευροπάστων την κόμην και φερόντων το ένδυμα της αυλής του

Λουδοβίκου ΙΔ', επί σκηνής όπου παρεκάθηντο αναμίξ μετά των

προσώπων του δράματος οι προνομιούχοι θεαταί, και ότι ταύτα

ήρκουν όπως καταστήσωσιν αδύνατον πάσαν των οφθαλμών και επομένως

του πνεύματος απάτην. Άλλως δε αι τραγωδίαι του Ρακίνα στερούνται

πάσης δράσεως· δεν είνε δράματα, αλλά βιβλία, τα οποία ουδέν

ζημιούνται αναγινωσκόμενα πλησίον της εστίας, αντί να διδαχθώσιν

από της σκηνής. Όλως διάφοροι τούτων είνε αι τραγωδίαι του

Σαιξπήρου, ήτοι μόνον δράσις απ' αρχής μέχρι τέλους· ο δε

διάλογος είνε εν αυτοίς τόσον επουσιώδης, ώστε θα ηδύνατο άνευ

μεγάλης ζημίας να λείψη. Τούτο αισθανόμενος αυτός ο Σαιξπήρος,

ουδέποτε διστάζει να θυσιάση τον διάλογον εις πάσαν αυτού

ιδιοτροπίαν. Οτέ μεν υπακούων εις τον λυρικόν αυτού οίστρον,

παρενθέτει ποιήματα όλως αλλότρια της δραματικής υποθέσεως, οτέ

δε έχων όρεξιν να γελάση παρεισάγει πρόσωπα ανταλλάσσοντα επί

ολοκλήρους κατά σειράν σκηνάς χαριεντισμούς, βωμολοχίας και

λογοπαίγνια, ουδέ ταύτα έχοντά τι κοινόν προς το δράμα, και

άλλοτε πάλιν, κατά τας κρισίμους μάλιστα πλοκάς, αντικαθιστά ως

εν τω μπαλέττω τον διάλογον η απλή υπόδειξις του τι πρέπει να

πράξωσι τα επί της σκηνής πρόσωπα, να μονομαχήσωσι, να εγχύσωσιν

εις κύλικα δηλητήριον, να κόψωσι κλάδους δένδρου, να εξορύξωσιν

οφθαλμόν ή να σπαθίσωσι ποντικόν. Ταύτα αρκούσι, πιστεύω, προς

απόδειξιν ότι εξ ίσου άτοπον και παράλογον είνε να ζητή τις

δράσιν εις τα έργα του Ρακίνα ή να περιορίση εις τον διάλογον τα

δράματα του Σαιξπήρου.

»Ας αφήσωμεν λοιπόν το δήθεν δράμα και το μελόδραμα εις τους

χοϊκούς ανθρώπους, και ενώ τέρπονται ούτοι εις την αναπαράστασιν

των σκηνών του συνήθους βίου, ας αναζητήσωμεν ημείς εν τω θεάτρω

ευγενέστερόν τι εντρύφημα του αισθήματος και της φαντασίας.

Υποθέσατε, κύριοι, ότι παιανίζει η ορχήστρα συμφωνίαν του Χάυδν ή

του Βετόβεν. Το άκουσμα τούτο αρκεί όπως μεταφέρη ημάς εν ακαρεί

εις την ευδαίμονα σφαίραν, όπου δεν υπάρχουσιν ούτε κακοί

άνθρωποι, ούτε ρυπαραί πόλεις, ούτε αγροί ηλιοκαείς ή

κατεψυγμένοι. Αληθές είνε ότι οι πεζοί και οι ημιμαθείς

αποκαλούσι περιφρονητικώς όνειρον την ανύψωσιν εις τοιούτον

κόσμον, οι μέγιστοι όμως των φιλοσόφων πάσης εποχής και χώρας,

κηρύττουσιν ενί στόματι τον τέλειον τούτον νοητόν κόσμον πολύ

πραγματικώτερον του υποπίπτοντος εις τας αισθήσεις ημών και την

εις αυτόν ανύψωσιν επί των πτερύγων της διαλεκτικής ή της τέχνης,

ως τον μόνον τρόπον, δι' ου δύνανται να προγευθώσι της μελλούσης

μακαριότητος οι πατούντες τον βόρβορον του τρισαθλίου ημών

πλανήτου.

»Αλλ' ο κόσμος ούτος ο ιδανικός και ωραίος, ον απεκάλυψεν εις την

ψυχήν ημών η μουσική, θαμβώνει αίφνης και την όρασιν ημών,

υψουμένης της αυλαίας. Η σκηνή παριστά ιερόν τι άλσος· εις το

βάθος αυτής, επί της κορυφής χλοερού λοφίσκου, στίλβουσιν αι

στήλαι αρχαίου ναού, και κατωτέρω, υπό το φύλλωμα μεγαλοπρεπών

δένδρων, τα ύδατα διαυγούς λίμνης. Και πάντα ταύτα, χλόη,

μάρμαρα, δένδρα και νερά, παρίστανται υπό την μαγικήν λάμψιν του

νυκτερινού φωτός υπό όψιν όλως ιδιάζουσαν και ούτως ειπείν

ονειρώδη. Η σκηνή είνε ακόμη έρημος, αλλά πας τις προαισθάνεται

ότι το δάσος εκείνο δεν κατοικούσιν όντα, ως εκείνα μεθ' ων

συναναστρέφεται καθ' εκάστην. Ουδ' είνε βεβαίως τοιαύτα τα μετ'

ολίγον εμφανιζόμενα, αλλ' έχουσιν ένδυμα διαφανή νεφέλην και ούτε

η φωνή αυτών ακούεται ούτε το πάτημά των, αλλ’ ολισθαίνουσιν ως

σκιαί επί της χλόης ή πτερυγίζουσι περί τα άνθη ως χρυσαλλίδες.

Αλλ' ήδη εντείνεται ο φωτισμός της σκηνής και ογκούται ο ήχος των

οργάνων, αγγέλλων την προσέλευσιν της πρώτης χορευτρίας, δι' ης

θέλομεν εντρυφήση εις το άκρον άωτον της τέχνης. Η οργή, κύριοι,

με πνίγει, όταν συλλογίζομαι ότι ευρέθησαν οι ικανοί να

ισχυρισθώσιν, ότι η μεν παντομίμα δύναται να έχη καί τινα

σημασίαν, ενώ η όρχησις δεν έχει κατ' αυτούς καμμίαν. Οι βλάκες

ούτοι δεν εννοούσιν, ότι ο συνδυασμός αυτής μετά της μουσικής

είνε η μόνη δυνατή εφαρμογή εις τας τέχνας του υπερτάτου νόμου

του ρυθμού, του κατά τον Αριστοτέλη περιάγοντος εν τάξει

ολόκληρον την κτίσιν. Προ μικρού η γυνή αύτη εβάδιζεν, έτρεχεν ή

επήδα, αλλ' ήδη χορεύει, ο δε χορός, ήτοι η εν ρυθμώ κίνησις, δεν

είνε τι αυθαίρετον ή καν ανθρώπινον, αλλά κανονίζεται, όπως και

των σφαιρών η αρμονία, υπό του θείου νόμου των αριθμών, ον πρώτος

απεκάλυψε και ελάτρευσεν ο Πυθαγόρας...»

Ως ίσως ενθυμείται ο αναγνώστης, πάντες είχομεν αναλάβη την

υποχρέωσιν ν' αφίσωμεν να ομιλήση επί δίωρον, άνευ ουδεμιάς διά

ρογχασμών διακοπής, τον κ. Βερτολόττην. Η υπόσχεσις ήτο

ειλικρινής, ουδέ φαίνεται δίκαιον να κατηγορηθώμεν επί

παρασπονδία, αν κατίσχυσε του ηρωικού ημών αγώνος κατά του ύπνου

η κάπως απροσδόκητος παρέμβασις εις συζήτησιν περί χορού του

Σταγειρίτου και του Πυθαγόρα.

(«Ποικίλη Στοά» 1891).

Η ΜΗΛΙΑ (2)

[Ο δε Ιησούς είπεν «Άφετε

τα παιδία έρχεσθαι προς με».

(Κατά Λουκάν ΙΗ', 16).]

Εις ένα χωριό της Μεγάλης Ελλάδας εζούσεν ένα καιρό ένα κορίτσι

τόσο καλόκαρδο και χαριτωμένο, πού όλος ο κόσμος το αγαπούσεν. Αν

και δεν ήταν πλούσιο, εύρισκε τρόπο να βοηθή τους πτωχούς· ό,τι

της έδιδαν το εμοίραζε με αυτούς, και όταν τα χέρια της ήσαν

άδεια, η καρδιά και το στόμα της ήσαν πάντοτες γεμάτα καλά

αισθήματα και καλά λόγια για να τους παρηγορή. Και όχι μόνον οι

άνθρωποι και τα σπιτικά ζώα, αλλά και αυτά τα πουλιά του δάσους

την αγαπούσαν. Όταν την έβλεπαν να περνά, κατέβαιναν από τα

δένδρα και την ακολουθούσαν 'σαν σκυλάκια, για να τους δώση το

μισό ψωμί της.

Την έλεγαν Μηλιά, γιατί την είχαν εύρει ένα απριλιάτικο πρωί από

κάτω από ένα μηλόδενδρο, σκεπασμένη από τα άσπρα άνθια, όπου είχε

τυνάξει απάνω της ο άνεμος τη νύχτα.

Το ηλικιωμένο ανδρόγυνο που την είχεν υιοθετήσει, ήταν τόσο

πτωχό, όπου μόλις έφθαναν για να μη πεινά όσα εκέρδιζαν με το

πλέξιμον η γραία και ο γέρος κόπτοντας ξύλα. Η Μηλιά έκαμνε κ'

εκείνη ό,τι μπορούσε για να τους βοηθήση. Εμάζευεν εις το δάσος

αγριοφράουλες, μενεξέδες και άλλα λουλούδια και τα επρόσφερνεν

εις τους διαβάτες μ' ένα χαμόγελο τόσο γλυκό, που σπάνιον ήταν να

της αρνηθούν την πεντάρα τους, όσοι είχαν να την δώσουν. Αυτοί

όμως δεν ήσαν πολλοί εις το πτωχικό εκείνο χωριό, και το ψωμί και

τα κάστανα όπου έτρωγαν ο γέρος και η γρηά, ήσαν πάντοτες

ολιγώτερα από την όρεξί τους, και ακόμη πιο μικρό το μερδικό της

Μηλιάς, αφού το εμοίραζε με τους πτωχούς και τα πουλιά.

Η Μηλιά ήταν δεκαφτά ετών, όταν μια νύχτα, όπου ενόμιζαν αι θετοί

γονιοί της πως κοιμάται, άκουσε να λέγη ο γέρος

εις τη γυναίκα του·

«Δεν ξέρω τι θα γίνουμεν, αν δεν κάμη ο Θεός κανένα θαύμα να μας

βοηθήση. Τα ξύλα όπου ημπορώ να σηκώσω εις τη γέρική μου πλάτη

ολιγοστεύουν καθημέραν, και συ αντίς τρεις χρειάζεσαι τόρα πέντε

'μέραις για να πλέξης μια κάλτσα. Η Μηλιά τρώγει 'λίγο, μα αγαπά

να μοιράζη ψωμί εις τους πτωχούς και τα πουλιά. Συλλογούμαι τι θα

γείνη αφού κλείσουμε τα μάτια. Αν ήταν ένα ή δυο χρόνια

μεγαλείτερη θα την έστελνα εις την πόλι να βολευθή. Φρόνιμη και

προκομμένη καθώς που είνε, θα εύρισκεν εύκολα μια καλή θέσι, και

δεν θα λησμονούσε και τους πτωχούς ανθρώπους που την αναθρέψανε,

όταν δεν θα έχω πλέον δύναμι να κόπτω ξύλα ούτε συ δάκτυλα να

πλέκης».

Η Μηλιά εκαμώθη πώς δεν άκουσε τίποτες. Το πρωί όμως εσηκώθηκε

πριν φέξη έκαμεν ένα κομπόδεμα τα ολίγα της πράγματα, έσφιξε την

καρδιά της, εσφούγγισε τα μάτια της, που έτρεχαν σαν βρύσι, και

'πήγε ν' αποχαιρετήση το γέρικο ζευγάρι. Έκλαψαν κ' εκείνοι,

έπειτα όμως εσυλλογίσθησαν πως ήτο φανέρωμα του θείου θελήματος,

να κάμη την Μηλιάν να συλλογισθή την ίδιαν νύκτα, όσα

εσυλλογίσθησαν και εκείνοι. Την άφισαν λοιπόν να φύγη, αφού της

έδωκαν πολλά φιλιά, την ευχή τους και μίαν πήτταν να την τρώγη

εις τον δρόμον.

Όλο το χωριό ηθέλησε να την συνοδέψη μιαν ώρα δρόμο έως την Κρύα

Βρύσι. Την ακολούθησαν έως εκεί και ένας στραβός πού τον έσερνεν

ο σκύλος του και δυο σακάτηδες με τα δεκανίκια. Την εσυνόδεψαν

και γίδες, αρνιά, κότες, χήνες πάπιες, γάλοι και πετεινοί, γιατί

άνθρωποι και ζώα όλοι την αγαπούσαν και τους ελυπούσεν ο

χωρισμός.

Όσον καιρόν έβλεπεν από μακρυά το αποχαιρέτημα με το μαντίλι των

δύο γερόντων επροσπαθούσεν η Μηλιά να κάμη θάρρος· όταν όμως

έπαυσε να το βλέπη κ' εκείνο, αισθάνθηκε πρώτη φορά ότι ήτο

μονάχη εις τον κόσμο^ την επήρε το παράπονο και άρχισαν πάλι τα

μάτια της να τρέχουν. Επερπάτησεν όλην την ημέρα χωρίς να σταθή

ούτε την πήττα της να δαγκάση. Ο πόνος της καρδιάς γεμίζει ωσάν

ψωμί το αδειανό στομάχι των δυστυχισμένων.

Αφού επερπάτησε δέκα όλαις ώραις, εκάθισεν από κάτω από μίαν

καστανιά ν' αναπαυθή. Ακόμη όμως δεν είχε καλοκαθίση, και την

ετρόμαξαν δύο τουφεκιές και το γαύγισμα βραχνού σκύλου. Εγύρισε

να ιδή τι τρέχει και είδεν ένα σύννεφο πουλιά που έφευγαν

φοβισμένα.

— Ελάτε κοντά μου, εφώναζεν, ελάτε γρήγορα να κρυβήτε σ' αυτήν

την λόχμη. Μη φοβάσθε, θα σας γλυτώσω, αν δεν με σκοτώση κ' εμένα

ο κυνηγός, αν δεν με φάγη ο σκύλος.

Τα πουλιά εγνώρισαν τη φωνή της, εσυνάχθησαν τριγύρω της και

εβιάσθησαν να τρυπώσουν αποκάτω από τα χαμόκλαδα, στρυμωμένα το

ένα κοντά εις το άλλο, και άκουεν η Μηλιά τες εκατόν καρδούλες

των να κτυπούν τακ-τακ σαν τα ρωλόγια εις το αργαστήρι του

ρωλογά.

Εκείνην τη στιγμή επρόβαλε και ο κυνηγός μαζί με το σκύλο του,

φοβερό ζώο με κίτρινη τρίχα, με δόντια μυτερά και μάτια κόκκινα

που έλαμπαν σαν ανθρακιά.

— Κορίτσι μου, την αρώτησε, μην είδες να περάσουν απ' εδώ πουλιά

ή άλλο κυνήγι; Από το πρωί τρέχω και δεν εσκότωσα ακόμη τίποτε.

Θα σε δώσω αυτό το αργυρό δίφραγκο, αν μου δείξης τον καλό δρόμο.

Ενώ μιλούσεν ο κυνηγός, εξακολουθούσεν ο σκύλος να γαυγίζη και η

καρδιά των πουλιών να κτυπά πιο δυνατά, και το κόκκινο βασίλεμμα

του ηλίου έκαμνε το αργυρό νόμισμα να λάμπη σαν να ήταν χρυσό.

— Καλά έκαμες να μ' αρωτήσης, αποκρίθηκεν η Μηλιά. Μια στιγμή

πριν έλθης, είδα ένα κοπάδι πέρδικες που επετούσαν κατά το

Βορειά, δυο λαγούς που έτρεχαν αντικρυνά, ένα ζαρκάδι που έφευγε

κατά την Ανατολή και ένα ζευγάρι φαζάνια κατά τη Δύσι. Έχεις

λοιπόν να διαλέξης, μόνο δεν έχεις καιρό να χάσης αν θέλης να τα

φθάσης.

Ο κυνηγός της έδωκε το δίφραγκο και εκινήθηκε προς την Ανατολή, ο

σκύλος όμως δεν ήθελε να φύγη· επεισμάτωσε να μυρίζεται τα

κλαδιά, ν' αλυχτά και να δείχνη τα φοβερά του δόντια.

Εσυλλογίστηκε τότες η Μηλιά να του δώση την πήττα της για να

ησυχάση· του έδωκε και ο αφέντης του μια κλωτσιά κι τότε μόνον

απεφάσισε το κακό ζώο να τον ακολουθήση, όχι όμως ευχαριστημένο,

αλλ' εξακολουθώντας το γαύγισμα, ωσάν να έλεγεν εις τον κυνηγό,

πως είνε εντροπή να τον γελούν κοτζά μου άνθρωπο τα κορίτσια.

***

Όταν εχάθη μακρυά εις το δάσος ο κυνηγός και έπαυσε ν' ακούεται η

φωνή του σκύλου, εβγήκαν από την κρύφτη τους τα πουλιά και δεν

ήξευραν τι να κάμουν για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους εις την

Μηλιά. Εκάθιζαν επάνω εις τον ώμο της, εκελαϊδούσαν εις τ' αυτί

της ευχαριστώ, την αέριζαν με τα πτερά των και της

εφιλοτσιμπούσαν τα χέρια, τα χείλια, τα μάγουλα και το λαιμό της.

Οι σπίνοι και οι πυρρουλάδες αποσπάσθησαν να πάγουν να της φέρουν

κεράσια, ζίζυφα, βατόμουρα και φραγκοστάφυλα να δειπνήση, ενώ τα

σπουργίτια και οι πετρίτες της ετοίμαζαν μαλακό στρώμα από

καστανόφυλλα, μέντα και λεβάντες να κοιμηθή. Αφού έκαμε την

προσευχή της και απλώθηκεν εις το μυρωδάτο εκείνο κλινάρι, την

εσκέπασαν με φτέρη για να μη κρυώση κ' εκούρνιασαν κ' εκείνα εις

τα περίγυρα δέντρα να την φυλάγουν.

***

Το πρωί την εξύπνησε το εγερτήριο του κορυδαλού και ήλθαν να την

καλημερίσουν και τ' άλλα πουλιά. Αφού ετελείωσε το γενικό

τραγούδι, έλαβε το λόγο (συμπάθειο για την ελληνικούρα) ο

γλυκόλαλος ρήτορας, το αηδόνι, και της είπε τα ακόλουθα, εις την

γλώσσαν των πουλιών, που ένοιωθε καλά και κάπως ωμιλούσεν η

Μηλιά.

— Μας είπες χθες πως πηγαίνεις εις την πρωτεύουσα να κυνηγήσης

την τύχη, και σήμερις το πρωί εμάθαμεν από μίαν Κίσσαν, ότι

παρουσιάζεται μία ευκαιρία μοναδική να την πιάσης από τα γένεια.

Ο Βασιληάς, αφού εχήρεψε πρόπερσι, εβαρέθηκε τα μεγαλεία, ταις

δόξαις, τα πλούτη και όσα άλλα του ζηλεύει ο κόσμος. Τόση είνε η

πλήξη και η μελαγχολία του, όπου κατήντησε να υποσχεθή το μισό

του Βασίλειο εις εκείνον όπου κατορθώση να τον κάμη να περάση μία

μόνη ώρα χωρίς χασμήματα η αναστεναγμούς. Πολλοί ήλθαν από όλα τα

μέρη να δοκιμάσουν. Η δοκιμή γίνεται απόψε, και ως εις την

πρωτεύουσα είνε μόνο πέντε ώρες δρόμος. Σήκω λοιπόν, Μηλιά, και

συγυρίσου να πας εις το παλάτι να κερδίσης το βραβείο. Θα σε

συνοδέψω με μερικά άλλα πουλιά και θα σε λέγω εις το αυτί τι

πρέπει να κάμης.

— Πουλιά μου αγαπημένα, αποκρίθηκεν η Μηλιά, έχετε καλή καρδιά,

όχι όμως και πολλή γνώσι. Μου παραγγέλλετε να συγυρισθώ χωρίς να

συλλογισθήτε πως μόνον σάς εφρόντισεν ο Θεός να στολίση με

πλουμιστά φτερά. Εγώ δεν έχω να βάλω παρ' αυτό το παλιοφούστανο

που φορώ. Με αυτό θέλετε να πάγω να με καμαρώση η αυλή και ο

Βασιληάς;

— Δεν είνε τα πουλιά τόσον ανόητα, όσο τα πιστεύει ο κόσμος,

απήντησε το αηδόνι. Δεν θα σου έλεγα να στολισθής, αν δεν είχαμε

φροντίσει να ετοιμάσωμεν τα στολίδια. Έχομε φιλία με

μεταξοσκούληκα και τα εβάλαμεν να δουλεύουν όλην την νύκτα για να

σου κάμουν αυτό το φόρεμα όπου δεν έχει δεύτερο στην οικουμένη.

Έφεραν τότες ένα φουστάνι από μονοκόμματο άσπρο ατλάζι, που είχεν

επάνω κεντημένα την άνοιξι με όλα της τα λουλούδια και τον ουρανό

με όλα του τ' αστέρια.

— Εγώ, είπεν ο μελισσουργός, έτρεχα όλην την νύκτα να σου εύρω

αυτό το άσπρο τριαντάφυλλο να βάλης εις τα μαλλιά σου.

— Και εγώ, είπεν η πυρραλίδα, εσύναξα σταλαγματιές δρόσο και σου

έκαμα περιδέραιο, που λάμπει περισσότερο από τα διαμάντια.

— Και εγώ, είπεν η σουσουράδα, σε φέρνω αυτό το ριπίδι, όπου

έδωκε το κάθε πουλί το ωραιότερό του φτερό για να γείνη.

Αφού εφόρεσε τα μοναδικά της στολίδια, εφάνηκεν η Μηλιά τόσον

ωραία που άρχισαν να υμνολογούν την περίσσεια χάρι της όλα μαζί

τα πουλιά. Μόνον εκείνη εξακολουθούσε να είνε ανήσυχη και

συλλογισμένη.

— Τι θα γείνω, είπεν, όταν μου μιλήση ο βασιληάς και καταλάβη

από τα πρώτα μου λόγια ότι είμαι μια χωριάτισσα του βουνού που

δεν ξέρει τίποτε από κόσμο;

— Μη σε νοιάζει, αποκρίθηκε τ' αηδόνι. Αυτή η φιλενάδα μου η

Κουρούνα, που βλέπεις κοντά μου, φωλιάζει από εκατόν είκοσι

χρόνια εις την στέγη του παλατιού και ξεύρει όλα του τα φανερά

και τα μυστικά. Την έφερα επίτηδες για να σε κατηχήση. Σε μια ώρα

θα σε μάθη όσα φθάνουν για να διδάξης τον βασιληά τα γονικά του.

***

Με το δίφραγκο του κυνηγού ενοίκιασεν η Μηλιά το βράδυ ένα κομψό

αμάξι και σωστά εις τας εννηά το βράδυ επαρουσιάσθηκεν εις την

μεγάλη σάλλα του παλατιού. Η εντύπωσι που έκαμεν η ωμορφιά του

προσώπου της και η λάμψη του φουστανιού της ήτο τόση, όπου όλαις

η άβαφες γυναίκες εκιτρίνισαν από την ζούλεια, και από εκείνην

την βραδυά εφανερώθηκε ποιες πασαλείβονται και ποιες όχι.

Ο βασιληάς κατέβηκεν από το θρόνο του και ήλθε να την

προϋπάντήση, πράγμα όπου δεν έκαμεν άλλη φορά, παρά μόνον εις την

επίσκεψι της αυτοκρατόρισσας του Λεβάντε. Χωρίς να φροντίζη για

την εθιμοταξία, την επήρεν από το χέρι και την έβαλε να καθίση

σιμά του, ερωτώντας από ποιο βασίλειον έρχεται, ή αν είνε

ουρανοκαταίβατη, γιατί δεν πιστεύει πως ημπορεί η γης να γεννήση

γυναίκα τόσον ωραία.

Η Μηλιά εκοκκίνησε και του αποκρίθηκε με πολλή σεμνότητα και χάρι

ότι είνε μια ταπεινή χωριάτισσα και ήλθε ν' αγωνισθή με τους

άλλους για το βραβείο.

— Πρέπει να ξεύρης, της είπεν ο βασιληάς, πως τόσον πολύ

εχόρτασα και αηδίασα κάθε διασκέδασι και ξεφάντωμα, που τίποτες

πλέον δεν μ' ευχαριστεί. Έχω ολόκληρα χρόνια να γελάσω. Όλα μου

φαίνονται ανούσια, ανάλατα, νερόβραστα και βαρετά. Και αυτή σου η

ωραιότης εθάμπωσε τα μάτια μου χωρίς να γιατρέψη της ψυχής μου

την κούρασι και την πλήξι. Εύχομαι να φανή η διασκεδαστική σου

τέχνη, όσον και η ωμορφιά σου μεγάλη.

Και αφού είπεν αυτά επρόσταξε ν' αρχίση ο αγώνας.

Τα λόγια του ετρόμαξαν την Μηλιάν, που δεν ήξευρε πώς θα

κατώρθωνε να κάμη να γελάση τον αγέλαστο εκείνο βασιληά. Θα έχανε

το θάρρος, αν δεν ήρχετο εκείνην την στιγμή το αηδόνι, να

κελαϊδήση εις το αυτί της: «Μη σε μέλει, τα πουλιά τα ετοίμασαν

όλα».

***

Ο πρώτος αγωνιστής που επαρουσιάσθηκεν ήταν ένας περίφημος

φραγκομερίτης μπεχλιβάνης ή, καθώς τους λέγουν οι λογιώτατοι,

λαθροχειριστής, τόσον επιτήδειος, που τον έπερναν πολλοί για μάγο

και αναγκάσθηκε να φύγη από τον τόπον του, όπου εσυνείθιζαν τότες

να καίουν τους μάγους. Αυτός εμάντεψε το χαρτί, άσο πίκα, όπου

είχε βάλει ο βασιληάς εις το νου του, ετηγάνισεν αυγά μέσα εις το

καπέλλο του αυλάρχη και έστειλε την ξανθή περρούκα της Μεγάλης

Κυρίας να σκεπάση του ιπποκόμου τη φαλάκρα. Έπειτα κατώρθωσε να

βγάλη από τη μύτη του υπουργού της δικαιοσύνης ένα σχοινί της

φούρκας και από την τσέπη του στρατάρχη ένα δειλό λαγουδάκι. Όλα

επήγαιναν καλά, μόνον ο βασιληάς δεν είχεν ακόμη γελάσει. Με την

ελπίδα να επιτύχη και τούτο εσκαρφίστηκε να λαθροχειρίση το

βασιλικό στέμμα και να στεφανώση με αυτό μία κεφαλή αγριοχοίρου,

που ήταν στημένη εις το μέσο του τραπεζιού του δείπνου. Ο

βασιληάς όμως δεν ήταν, καθώς φαίνεται, ευδιάθετος. Αντί να

γελάση ευρήκεν άνοστο το χορατόν, κ' επρόσταξε να διώξουν τον

χωρατατζή μ' ένα καλό λάχτισμα εις το μέρος του υποκειμένου του

που είνε παρακάτω από τη ράχη.

Ο δεύτερος αγωνιστής ήταν ένας σοβαρός ασπρογέννης φιλόσοφος από

τα μέρη της Ολλάνδας. Αυτός είχε φέρει μαζί του μίαν παράξενη

μηχανή, με ένα είδος υαλίτικο καζάνι απ' επάνω. Το άνοιξε και

έρριψε μέσα κάρβουνο κοπανιστό, μια κουταλιά αδιάργυρο, μια

φούχτα αλογόπετρα, ένα κλαδί δενδρολίβανο και ένα βώλο νισαντήρι.

Τα ανακάτεψε με μια χρυσή κουτάλα και αμέσως εζεστάθηκαν,

εκόρωσαν, εφλογοβόλησαν, έπειτα εκρύωσαν, εκρουστάλλιασαν, και

ευρέθη το καζάνι γεμάτο διαμάντια μεγάλα σαν τ' αυγά της

περιστεράς. Όλοι οι αυλικοί έμεναν εκστατικοί και όλες η κυρίες

άπλωσαν το χέρι για να λάβουν από ένα από τα διαμάντια που

άρχισεν ο σοφός της Ολλάνδας να μοιράζη. Ο βασιληάς όμως εθύμωσε

και πάλι, επρόσταξεν εις τες κυρίες να δώσουν οπίσω όσα είχαν

λάβει και είπε με οργή εις το χημικό: «Δεν εσυλλογίσθηκες,

ζευζέκη, πως άμα γείνουν τα διαμάντια κοινά σαν τα χαλίκια, θα

χάσουν όλη τους την αξία τα δικά μου που είνε τα πρώτα του κόσμου

και, αν λάχη και χρειαστώ χρήματα, 'μπορώ να τα πουλήσω όσο θέλω;

Φύγε απ' εδώ, και αν ξανακάμης άλλη φορά διαμάντια, θα σου σπάσω

μαζί με τη μηχανή και το κεφάλι».

Ο τρίτος ήταν ο πρώτος επιστήμονας ενός καινούργιου κόσμου, που

είχεν ανακαλύψει ένας κάποιος Κολόμπος, πέρα από το μεγάλο

νερομάζωμα, που το λέγουν Ατλαντικό. Αυτός ο νεοκοσμίτης είχε

καταφέρει ύστερα από πολλές μελέταις και δοκιμές, να κλείση ταις

ηλιακές αχτίδες μέσα εις μπουκαλάκια, που μοιάζανε μικρά αχλάδια,

τόσον όμως φωτερά που ο βασιληάς και όλοι οι αυλικοί εθαμπώθηκαν

και ανοιγόκλειαν τα μάτια, ωσάν νυχτερίδες που επλάκωσεν ο

πρωινός ήλιος, πριν προφθάσουν να χωθούν εις τη σπηλιά τους. Αφού

εμισοστράβωσε τον κόσμο άρχισεν ο επιστήμονας να εξηγή πώς αυτά

τ' ακτινοβόλα αχλάδια είνε νέο σύστημα φωτισμού, και με το μισό

έξοδο θα δίδουν φως δεκαπλάσιο από το λάδι, που θα ξεπέση τότες η

τιμή του εις το δέκατο, αφού δε θα χρησιμεύη πλεια παρά μόνο για

το τηγάνισμα και τη σαλάτα.

— Δεν ξεύρεις, αχρείε, τον διέκοψεν ο βασιληάς κίτρινος από την

οργή, πως τα κτήματα του βασιλείου μου, τα δικά μου και του λαού

μου, είνε όλα ελαιώνες, και έρχεσαι να μας ξεπέσης τη τιμή του

λαδιού! Γκρεμίσου να μη σε βλέπω, και αν αύριο ευρεθής ακόμη εις

τα κράτη μου θα σ' αλείψω με λάδι και θα σε κάψω ζωντανό.

Ήτο τώρα η σειρά της Μηλιάς και έτρεμεν όλη, βλέποντας πόσον

αγριωμένος ήταν ο βασιληάς. Της εκελάδησεν όμως πάλιν το αηδόνι

κάτι που της έδωκε θάρρος. Ολονών τα μάτια ήτανε καρφωμένα απάνω

της και η σιωπή τόσο τέλεια, που θ' άκουε κανένας μύγαν να πετά ή

χόρτο να φυτρώνη.

Η Μηλιά έδωκε τότε διαταγή ν' ανοίξουν τα είκοσι παράθυρα της

σάλλας. Και αμέσως επέταξαν μέσα μικρόπουλα κάθε λογής και

είδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλάδες, αργυρά

ψαροπούλια, μαύροι κότσυφοι, πλουμιστές κίχλες, παρδαλές

καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισούρες, ποταμίδες,

καλογρήτσες, μαλαθρίτσες, κρυδαλοί, ασπρόκωλοι, τρυποκάρυδα και

κεφαλάδες. Αφού εφτερούγιασαν ένα δυο λεπτά, εδώ κ' εκεί γύρω εις

ταις λάμπαις και τους πολυελαίους, σαν τρελλά πουλιά που ήταν,

έκαμαν έπειτα ένα μεγάλο κύκλο. Το αηδόνι εστάθη εις το κέντρο

κτυπώντας σαν αρχιμουσικός με τες φτερούγες του το ρυθμό, και

ακούστηκε τότε μια πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειά που θα

έλεγες πως την είχε συνθέσει η μελοποιήτρια της Παράδεισος Αγία

Κεκιλία. Από όλα τα κομμάτια άρεσε περισσότερο μια λιγυρή

τετραφωνία σπίνων, που έκαμεν όλους να δακρύσουν, και το κωμικό

τραγούδι της κίσσας, το τόσο πηδηκτούλικο και ζωηρά τονισμένο,

που όλοι οι αυλικοί άρχισαν να σειούνται και να κινούν τα πόδια

σαν να είχαν γεμίσει αι κάλτσες των μερμήγκια.

— Χορέψατε τώρα, πουλιά μου, επρόσταξεν η Μηλιά.

Είκοσι ζευγάρια καναρίνια άρχισαν τότε να χορεύουν ένα έκταχτο

και πρωτοφανίστικο βαλς. Με τη μια φτερούγα εκρατούντο τα δυο

πουλιά αγκαλιασμένα και επετούσαν με την άλλην. Τα ζευγάρια

εγύριζαν ωσάν άνεμες και έκαμαν δέκα φορές το γύρο της σάλλας.

Έπειτα εχόρευσαν κατά γης περπατητά μια νόστιμη καδρίλια οι

τσαλαπετεινοί και ακόμη καλλίτερα επέτυχε το κοτιλλιόν με όλα του

τα παιχνίδια. Εις αυτό έκαμαν όλους να ξεκαρδισθούν τα νάζια μιας

ακατάδεκτης καρδερίνας, που της επαρουσίασαν δέκα κατά σειράν

χορευτάδες και δεν της άρεσε κανένας· τους εκύτταζε με

περιφρόνησι κ' έλεγεν όχι με το κεφάλι. Ο ενδέκατος έτυχε να της

αρέση· για να του το αποδείξη του έδωκε μια μύγα που είχε πιάσει.

Την έχαψεν εκείνος και έπειτα αγκάλιασε τη χορεύτριά του και

άρχισαν να γυρνούν με χάρι και τέχνη μοναδική.

Δεν θα ετελείωνα ποτέ αν ήθελα να τα ειπώ όλα. Η διασκέδασι

έκλεισε με μια βροχήν από σπάνια λουλούδια, που είχαν φέρει τα

χελιδόνια από τα ξένα μέρη. Το σπανιώτερο απ' όλα ήταν ένας

γαλάζιος λωτός του επάνω Νείλου, που επρόσφερεν η Μηλιά εις τον

Βασιλέα.

Εκείνος ήτανε τώρα όλος ζωή και χαρά. Το αίμα ανέβηκε να βάψη τη

χλωμή του όψι και τα μάτια έρριχναν σπίθες. Χωρίς να συλλογισθή

ούτε το μεγαλείο ούτε τους προγόνους του, ούτε τι θα έλεγαν οι

γύρω του πριγκίποι, δούκες, στρατάρχες, υπουργοί και δεσποτάδες,

έσκυψε και εφίλησε την Μηλιά εις το μέτωπο, τα δύο μάγουλα και το

σιαγόνι. Το σταυροφίλημα εκείνο, καθώς το έλεγαν, ισοδυναμούσε

τότε εις τη Μεγάλη Ελλάδα με επίσημον αρραβώνα. Δεν ημπορώ να

είπω αν άρεσεν ο αρραβώνας εκείνος εις όλους τους αυλικούς ή μίαν

τουλάχιστο αυλικήν. Όλοι όμως ηναγκάσθηκαν θέλοντας και μη

θέλοντας να φωνάξουν: Ζήτω η βασίλισσά μας! Το ίδιο εφώναξαν εις

την γλώσσαν τους και όλα τα πουλιά, και βλέποντας ότι έκλαιεν η

Μηλιά ενώ την αποχαιρετούσαν, της έδωκαν την υπόσχεσι να την

βλέπουν συχνά.

Οι γάμοι έγειναν την επομένην εβδομάδα με περισσή μεγαλοπρέπεια

και πομπή. Εις αυτούς ήσαν καλεσμένοι και οι θετοί γονιοί της

Μηλιάς, ο γέρος και η γρηά, που τους έκαμνε να φαίνωνται δέκα

χρόνια νεώτεροι η χαρά.

Ο βασιληάς, για να τους έχη κοντά της η αγαπημένη του γυναίκα,

εζήτησε να τους εύρη καμμιά δημοσία θέσι εις την πρωτεύουσά του.

Βλέποντας πόσον ήτο η γρηά φρόνιμη, οικονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη

και εις όλα τακτική την έκαμεν υπουργίναν επί των Οικονομικών. Ο

γέρος όμως ήταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δεν ήξευρεν ο άνθρωπος

ούτε να γράφη ούτε να διαβάζη. Ο βασιληάς επονοκεφαλούσε να εύρη

πώς ήτο δυνατόν να τον οικονομήση, όταν έτυχε ν' αποθάνη ο επί

της δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργός. Μη έχοντας πρόχειρον καμμίαν

άλλην, έδωκεν εις τον γέρον την θέσιν του μακαρίτη, και από τότες

εγεννήθη και σώζεται ακόμη εις πολλά μέρη η συνήθεια να δίδεται

εις τον πλέον αγράμματον το υπουργείον της παιδείας.

(«Ακρόπολις Χριστουγεννιάτικη» 1895).

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΥ

Μεγάλη δυστυχία είνε να έχη κανείς πολύ καλήν καρδίαν. Το ηξεύρω

εκ πείρας διότι μ' έκαμεν ο Θεός παραπολύ ευαίσθητον. Δεν ημπορώ

να ιδώ άνθρωπον να πάσχη και να κλαίη, χωρίς να γείνουν τα νεύρα

μου άνω κάτω, ούτε να εννοήσω πώς κατορθώνουν άλλοι να

παρευρίσκονται εις λυπηρά θεάματα. Αν τύχη ν' αποθάνη γνώριμός

των, τρέχουν εις την κηδείαν, ακόμη και αν χιονίζη. Αλλ' εγώ δεν

ημπορώ να ίδω αποθαμμένον άνθρωπον όπου εγνώρισα ζωντανόν, χωρίς

να με ταράξη η σκέψις ότι κ' εγώ θ' αποθάνω. Έπειτα αν οι

συγγενείς του εφαίνοντο φρόνιμοι και παρηγορημένοι, τούτο θα μ'

επείραζε, διότι δεν αγαπώ τους εγωιστάς· αν πάλιν έκλαιαν και

εθρήνουν, το θέαμα θα μου έκοπτε την όρεξιν ή θα εχαλούσε την

χώνεψίν μου. Το στομάχι μου είνε κ' εκείνο ευαίσθητο και δύο

πράγματα δεν ημπορεί να χωνέψη, τον αστακόν και τας συγκινήσεις.

Τας συγκινήσεις εύκολον είνε να τας αποφύγω· να μη τρώγω όμως

αστακόν θα ήτο θυσία τόσον μεγάλη, ώστε μου συμβαίνει πολλές

φορές να ξεχάσω πώς είνε βαρυστόμαχος και να θυμηθώ ότι πρέπει

κάνεις να συγχωρή εις όσους αγαπά τα ελαττώματά των.

Άλλο πράγμα όπου δεν ημπορώ να καταλάβω είνε να υπάρχουν άνθρωποι

τόσον σκληρόκαρδοι, ώστε να δέχωνται να παρασταθούν φίλου των εις

μονομαχίαν. Αλλ' εγώ είμαι ευαίσθητος, και μόνη η ιδέα ότι

ημπορεί ο φίλος μου ή και ο αντίπαλός του να πάθη, με κάμνει ν'

ανατριχιάζω· προ πάντων όταν συλλογίζωμαι, ότι την ημέραν της

μονομαχίας πρέπει να σηκωθώ εις τας επτά, ας είνε και ο καιρός

άσχημος, να χασομερέψω εις τρεχάματα, συνεντεύξεις και συντάξεις

πρωτοκόλλων, και ίσως να πληρώσω και αμαξιάτικα με κίνδυνον να τα

χάσω, αν τύχη, θεός φυλάξοι, ο φίλος μου να σκοτωθή.

Μεγάλη πρέπει να είνε η αναισθησία και εκείνων όπου δανείζουν εις

τους φίλους των χρήματα, χωρίς να συλλογισθούν ότι ενδέχεται να

μη δυνηθούν να τα αποδώσουν εις την προθεσμίαν, να τους

εντρέπωνται και να τους αποφεύγουν. Τούτο ημπορεί να φανή μικρόν

κακόν εις όσους δεν έχουν καρδίαν, αλλ' η ιδική μου θα

ερραγίζετο, αν παλαιός μου φίλος μ' απαντούσεν είς τον δρόμον και

εκαμώνετο πως δεν με είδεν. Αυτός είνε ο λόγος που μ' έκαμε να

πάρω την απόφασιν να μη δανείσω ποτέ εις φίλον μου εκατόν

δραχμάς, έστω και αν πρόκειται να σωθή με αυτάς η τιμή και η ζωή

του. Παρά να τον ίδω αχάριστον, καλλίτερα να τον κλάψω

αποθαμμένον, αφού μάλιστα θα μ' εμπόδιζεν η ευαισθησία μου να

υπάγω εις την κηδείαν του. Διά ν' αποφύγω τα φιλικά δάνεια,

επρομηθεύθην από την αγοράν, με ένα εικοσιπεντάρικο, ένα μεγάλο

σάκκο «Αρχαγγέλους» και «Πιστωτικές». Με αυτάς έχω το δικαίωμα ν'

αποκρίνωμαι ότι ο Γούστας και ο Σκαλούτζης με άφισαν με το

υποκάμισον, με μόνον δηλ. επτά σπίτια, που τα λέγω υποθηκευμένα,

και εξακόσιες λαχειοφόρες, όπου δεν ηξεύρει κανείς πως τας έχω.

Άλλη σκληρότης και κουταμάρα είνε εκείνων όπου δίδουν ελεημοσύνην

εις τους πτωχούς, χωρίς να συλλογισθούν ότι, αν μεν είνε ο

ελεούμενος ικανός να εργασθή, ενθαρρύνουν την οκνηρίαν του, αν δε

τύχη χωλός, στραβός, κουλοχέρης ή λωβιασμένος, το ψωμί που του

δίδουν προμακραίνει ζωήν αθλίαν και βασανισμένην. Τούτο δεν το

λέγω εγώ, το λέγουν οι μεγάλοι φιλόσοφοι, ο Σπένσερ και ο

Δαρβίνος, που απέδειξαν πόσον απάνθρωπα είνε τα λεγόμενα

φιλανθρωπικά καταστήματα, τα άσυλα των ανιάτων, τα γηροκομεία και

τα λεπροκομεία. Εσημάδεψα εις τα βιβλία των τα μέρη όπου το

λέγουν, και τα δείχνω εις όσους έχουν την αδιακρισίαν να μου

ζητούν χρήματα, διά να εμποδίσουν ν' αποθάνουν με την ησυχίαν των

δυστυχισμένα πλάσματα, που θα ήτο δι’ αυτά ο θάνατος ευεργεσία.

Προ μερικών μηνών μου έστειλεν ο αγιοχώματος μητροπολίτης

Γερμανός μίαν επιτροπήν να μου ζητήση να συνεισφέρω, ως μεγάλος

κτηματίας, διά να συστηθή εις κάθε τμήμα των Αθηνών ένα λαϊκόν

μαγειρείον, όπου θα εύρισκαν οι πτωχοί άνθρωποι με μόνον

δεκαπέντε λεπτά ένα φλυτζάνι ζουμί κ' ένα κομμάτι κρέας. Αν ήμουν

άκαρδος καθώς οι άλλοι, θα έδιδα κ' εγώ τας είκοσι δραχμάς μου

χωρίς δυσκολίαν. Η ευαισθησία μου όμως δεν μου συγχωρεί ούτε καν

να συλλογισθώ ότι τρέφονται εις το πλάγι μου δυστυχείς άνθρωποι

με νερόζουμο και κοιλιές, ενώ τρώγω εγώ μπαρμπούνια και φιλέτο.

Τρανή απόδειξις της υπερβολικής μου ευαισθησίας είνε και ο τρόπος

όπου υπανδρεύθην. Όταν επλησίασαν να με πλακώσουν τα γεράματα, να

με κουράζουν αι διασκεδάσεις και να μ' ενοχλούν οι ρευματισμοί,

αισθάνθηκα την ανάγκην να έχω ένα σπιτικό και μίαν γυναίκα δική

μου να με περιποιήται. Καθώς πας άλλος αγαπώ κ' εγώ της εύμορφες,

και πλούσιος καθώς είμαι, εύκολο ήτο να εύρω ένα νόστιμο κορίτσι,

αν δεν εζητούσα προίκα. Άλλος εις την θέσιν μου θα το έκαμνεν,

αλλ' εγώ εσυλλογίσθηκα πόσον θα εβασάνιζε την ευαισθησίαν μου, αν

υπανδρευόμην εύμορφην πτωχοκόρην, η ιδέα ότι μ' επήρεν όχι διά τα

ευγενή μου αισθήματα, αλλά διά τα επτά μου σπίτια. Παρά αυτήν την

ανυπόφορην υποψίαν επροτίμησα να θυσιασθώ και να πάρω πλουσίαν

ασχημομούραν. Η ευγένεια της ψυχής μου είνε τόση, ώστε η μεγάλη

της μύτη και τα ψεύτικά της δόντια δεν μ' εμπόδισαν, όχι μόνον να

φέρωμαι καλά μαζί της, αλλά και να την αγαπώ, περισσότερον ίσως

παρ' ό,τι πρέπει. Ως απόδειξιν της αγάπης μου αρκεί ν' αναφέρω

πως, όταν έτυχε πέρυσι ν' αρρωστήση, δεν κατώρθωσα ποτέ να την

βλέπω να υποφέρη. Ο βήχας της και το γλου-γλου της γαργάρας της

μου έσχιζε την καρδιά και την ακοήν, και η μυρωδιά της

αρρωστοκάμερας μου έφερνε ζάλη. Η ανικανότης μου να την βλέπω να

υποφέρη με ανάγκαζε να μένω έξω από το σπίτι από το πρωί έως το

βράδυ και καμμιά φορά από το βράδυ έως το πρωί. Αυτή η αρρώστεια

της γυναίκας μου μ' έκαμε να εξοδέψω πολλά χρήματα εις αμάξια,

θέατρα, γεύματα εις την Μεγάλην Βρεττανίαν και εκδρομάς με φίλους

μου εις την Κηφισσιάν και την Πεντέλην. Το μεγαλείτερον όμως

έξοδο ήτο ότι τας ημέρας που η γυναίκα μου δεν εφαίνετο διόλου

καλά, η ανησυχία και η λύπη μου ήτο τόσον μεγάλη, ώστε

ηναγκάσθηκα να πάρω διά παρηγότριαν μίαν Γαλλίδα του Φαλήρου.

Περιττόν είνε να προσθέσω ότι η ευγένεια της ψυχής και των τρόπων

μου μ' εμπόδισαν να είπω τίποτε δι' αυτά τα έξοδα εις την γυναίκα

μου, όταν έγεινε καλά.

Εναντίον της δεν έχω κανένα σπουδαίο παράπονο. Προσπαθεί εις όλα

να μ' ευχαριστήση και ποτέ δεν ερωτά ούτε πού ήμουν ούτε τι

κάμνω. Είνε φρόνιμη, ήσυχη, νοικοκυρά και με κάμνει να καλοπερνώ

χωρίς να εξοδεύη πολλά. Το σπίτι λάμπει, ποτέ δεν έλειψε κουμπί

από τα υποκάμισά μου και είμαι πάντοτε βέβαιος να εύρω εις το

τραπέζι το φαγί που μ' αρέσει. Εκατάφερε μάλιστα να μαγειρεύη και

τον αστακόν με μίαν αμερικάνικη σάλτσα που ημπορεί τώρα να τον

τρώγω χωρίς να μου πειράζη το στομάχι. Αυτά είνε βέβαια μεγάλα

προτερήματα. Ένα μόνον πράγμα της λείπει, η ευαισθησία. Αυτό το

εκατάλαβα όταν ήλθεν η σειρά μου ν' αρρωστήσω!

Ενώ εγώ εις την δικήν της αρρώστειαν δεν ημπορούσα να την βλέπω

να υποφέρη, και αναγκάζουμουν να φεύγω και να ζητώ παρηγορίαν εις

το ξεφάντωμα, αυτή ούτε στιγμή δεν έλειψεν από κοντά μου·

αγρύπνησε δέκα νύχτες κατά σειράν εις το προσκέφαλό μου. Ήθελεν η

ίδια να μου δίνη τα γιατρικά, να μ' αλλάζη και να με μεταγυρίζη,

χωρίς να με συνερίζεται διά τον κακό μου τρόπο, χωρίς να

συχαίνεται τα καταπλάσματα ούτε να ενοχλήται από την

αρρωστομυρωδιάν του δωματίου. Αυτά μ' έκαμαν να υποπτευθώ, ότι η

γυναίκα μου δεν έχει ούτε καλήν όσφρηση ούτε μεγάλην ευαισθησίαν.

Πώς τωόντι θα ημπορούσε, αν ήτο ευαίσθητη, να με βλέπη να

υποφέρω, να βασανίζωμαι, να με καίουν οι συναπισμοί και να με

δαγκάνουν η αβδέλλαις; Κατάντησα να πιστεύω πως έχουν κάποιον

δίκαιον όσοι θεωρούν την υπερβολικήν τρυφερότητα των γυναικών ως

πρόληψιν και παραμύθι. Άδικον όμως θα ήτο και ν' απαιτήσω από

τους άλλους την ιδικήν μου έκτακτον και μοναδικήν ευαισθησίαν.

(«Εμπρός» Νοεμβρίου 1896).

Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ

Αθηναϊκή ανάμνησις

Σύγχρονος του Πιλάτου και της βραχνής κιθάρας του και προκάτοχος

του κ. Πύργου διδάσκαλος της ξιφασκίας ήτο, προ ενός τετάρτου

αιώνος, αρχαίος τις λοχίας των Ζουάβων της Αφρικής, φέρων το

όνομα Μαυρίκιος Ζακού και άνω των εξήκοντα εις την ράχιν του

χρόνους. Τούτον επροτίμων οι τότε φίλοπλοι διά πολλούς λόγους, εκ

των οποίων ο κυριώτατος ήτο, ότι πλην αυτού δεν υπήρχε τότε εις

Αθήνας κανείς άλλος. Και ούτω όμως οι μαθηταί του δεν ήσαν

πολλοί. Το ξίφος τω όντι και το πιστόλιον ήσαν ακόμη κατά την

εποχήν εκείνην όπλα πολυτελείας, δυνάμενα να ονομασθώσιν

ακαδημαϊκά, τα δε μόνα χρήσιμα εις λύσιν των ζητημάτων της τιμής

ήσαν η ατρόχιστος σπάθη του ιππικού και η δημοσιογραφία. Τούτο

εξηγεί πώς, αν και ήτο μονάκριβος ο κ. Ζακού, δεν ήσαν εν τούτοις

τα μαθήματά του ακριβά. Αντί είκοσι κατά μήνα παλαιών δραχμών δι’

ένα μαθητήν και πέντε περιπλέον δι' έκαστον σύντροφόν του,

ηδύνατό τις να έχη την ευχαρίστησιν να τον βλέπη προσερχόμενον

εις την οικίαν του τετράκις της εβδομάδος μετ' ακριβείας

στρατιωτικής. Ουδ' ήτο η ακρίβεια το μόνον του καλού απομάχου

προσόν. Ουδένα τω όντι ηξιώθην να γνωρίσω άνθρωπον ούτε

εγκυκλοπαιδικώτερον αυτού ούτε προθυμότερον να καθιστά τας

γνώσεις του χρησίμους εις πάντας. Των μαθητών του διώρθωνε τας

παρεκτροπάς, όχι μόνον των ποδών και των βραχιόνων, αλλά και τας

πολύ βαρυτέρας της γλώσσης, όταν ωμίλουν γαλλικά. Πλην δε του

γλωσσικού μαθήματος παρείχεν εις αυτούς και διδάγματα στωικής

φιλοσοφίας, διηγούμενος εις τους παραπονουμένους διά τον καύσωνα

ή τον βαρύν χειμώνα των Αθηνών πώς εις τας αραβικάς πεδιάδας

εμοιράζετο εις τους στρατιώτας το βούτυρον και το λαρδί με την

κουτάλαν, ή πώς εις τα κλεισωρείας του Άτλαντος συνεπύκνωνεν ο

βορράς την πνοήν των Ζουάβων επί της γενειάδος των εις στιλπνούς

σταλακτίτας. Αλλά και ουδείς εγνώριζε κάλλιον αυτού να διδάσκη

τας στρατιωτικάς ασκήσεις εις τους σκύλους, την ρητορικήν εις

τους ψιττακούς, την μουσικήν εις τα κανάρια ή να μεταβάλλη εις

κάπωνας τους πετεινούς. Πλην τούτων κατώρθωνε να μεταδίδη εις παν

αποθνήσκον κυνάριον, γάτον, πίθηκον ή άλλο ευνοούμενον οικιακόν

ζώον, αν ουχί ψυχικήν, σωματικήν τουλάχιστον αθανασίαν, ταριχεύων

αυτό δι’ αυτών εκείνων των χόρτων και βαλσάμων, διά των οποίων

εγεμίζετο η κοιλία των Φαραώ, κατά συνταγήν μεταδοθείσαν αυτώ υπό

Κόπτου ασκητού. Αλλά το μάλλον διακρίνον τον πρώην ήρωα της

Αφρικής ήτο η κατοχή άλλης τινός ασυγκρίτως πολυτιμοτέρας

συνταγής, η της προβιγκιανής ψαρόσουπας, της περιβοήτου bouilla-

baisse. Το άγνωστον τούτο εις ημάς τους αναξίους διαδόχους

μεγάλων προγόνων αγλάισμα της τραπέζης είνε προϊόν της αρχαίας

Ελληνικής τέχνης, εισαχθέν προ εικοσιπέντε αιώνων υπό Φωκαέων

αποίκων εις την Μασσαλίαν. Όπως πάντα τα λοιπά καλλιτεχνήματα της

εποχής του Περικλέους, διακρίνει και τούτο η απλότης των μέσων,

διά των οποίων επιτυγχάνεται το καλόν. Προς κατασκευήν τω όντι

της κλεινής bouilla-baisse ουδέν άλλο απαιτείται παρά μόνον

ολίγον ψάρι, ολίγα κρεμμύδια, ολίγον πιπέρι και τέχνη πολλή· ο δε

Ζακού ήτο αληθής τεχνίτης, διατηρών ίσως εις τας φλέβας του, όπως

και ο Βοναπάρτης, σταγόνα τινά αίματος Ελληνικού. Το κατόρθωμα

τούτο της τέχνης του μας παρέθεσεν εις πρόγευμα, χλιαράν τινα,

ανέφελον και μόνον κατά τον Καζαμίαν χειμερινήν ημέραν εις το

Δαφνίον, υπό ουρανόν σαπφείρινον, παρά την όχθην θαλάσσης χρυσής.

Ουδ' ήτο το συμπόσιον μονοπίνακον, αλλά την ψαρόσουπαν διεδέχθη

άλλο τι άγνωστον εις τους κατοίκους της Αττικής του αττικού

χρώματος προϊόν, αμανίται του Δαφνίου, εφάμιλλοι των φυομένων υπό

τας καστανέας της Λιγαυρίας. Αλλ' ενώ ετρύφα εις τους

παρατεθέντες η όσφρησις και η γεύσις, κατείχετο το πνεύμα μου υπό

ευλόγου δυσφορίας, ματαίως αγωνιζόμενον ν' ανεύρη πώς το έδαφος

τούτο της Αττικής, το εξακολουθούν να γεννά βολβούς κατ' ουδέν

κατωτέρους των υμνηθέντων προ είκοσιν αιώνων υπό των

Δειπνοσοφιστών, γεννά συγχρόνως ανθρώπους εις τοιούτον βαθμόν

αναισθήτους, ώστε να προτιμώσι τούτων τα καλλιεργούμενα ή μάλλον

κατασκευαζόμενα εις τους υπογείους κοπρώνας των Παρισίων άχυμα

και ανούσια δήθεν μανιτάρια. Πως ταύτα μεν να πληρώνονται πέντε

φράγκα το κουτίον, οι δε εγκλείοντες το άρωμα και τον χυμόν του

βουνού βολβοί, να ρίπτονται εις την θάλασσαν ή τους χοίρους, διά

τον λόγον ότι δεν τους τρώγουν «ούτε τα πρόβατα, ούτε τα γίδια,

ούτε τα γαϊδούρια, ούτε οι Αθηναίοι», ως μας έλεγαν οι χωρικοί.

Την αδημονίαν μου ταύτην ηύξανεν άλλο αντικρύ μου μαρτύριον της

εκλείψεως παντός ίχνους της προγονικής καλαισθησίας. Εις

απόστασιν τω όντι ολίγων βημάτων ήτο εστρωμένη άλλη τις τράπεζα,

και περί αυτήν εκάθηντο τρεις κομψοί νεανίσκοι, και είς πρώην

τοιούτος μετά δύο κυριών, αίτινες ήσαν αυτή η κυρία Άρτεμις και η

κυρία Ήβη, αι υποκρινόμεναι δηλ. εις την χθεσινήν παράστασιν του

Ορφέως του Όφεμπαχ τας ολυμπίους θεάς θνηταί γαλλίδες. Ουδεμίαν

όμως ησθάνετο ο θεωρών αυτάς όρεξιν να θρηνήση, ότι δεν ήτο

αθάνατος η κιτρίνη κόμη των, η αλευρωμένη όψις των, οι ύποπτοι

οδόντες και των χειλέων των η ψευδοπορφύρα. Το δε μόνον αληθώς

αξιοθρήνητον ήτο να βλέπη τις απογόνους του Αλκιβιάδου και του

Αριστίππου να ποτίζωσι καμπανίτην και να κατατρώγωσι διά των

οφθαλμών τοιούτου είδους Φρύνας και Λαΐδας, των οποίων το μόνον

προσόν, όπως και των ψευδομανιτών, ήτο η προέλευσις εξ Ευρώπης.

Την σειράν των οχληρών τούτων σκέψεων διέκοψαν αίφνης οι βαρείς

φθόγγοι του οπλοδιδασκάλου μας βροντοφωνούντος· «Μετά την

ψαρόσουπαν και τους αμανίτας μου πρέπει να καταπίετε και την

ιστορίαν μου της πρώτης μου μονομαχίας. Καθώς όλοι γνωρίζετε, δεν

ευρίσκεται υπό τον ήλιον άλλος άνθρωπος όσον εγώ ευπροσήγορος,

φιλήσυχος και ειρηνικός. Τοιούτος ήμην πάντοτε. Όταν κατετάχθην

εις τους Ζουάβους, επροσπάθησα να φέρωμαι προς όλους ευγενώς και

περιποιητικώς, περιμένων περίστασιν να δείξω και την αφοβίαν μου

εις τους Βεδουίνους. Η ευκαιρία όμως αύτη εβράδυνε να

παρουσιασθή, η δε υπερβολική των τρόπων μου ευγένεια παρεξηγήθη

από μερικούς συντρόφους μου, υποπτεύσαντας ότι είχε κάποιαν

συγγένειαν με την δειλίαν. Τούτο ανέλαβε να ξεκαθαρίση αρχαίος

τις Ζουάβος, ο πρώτος του τάγματος ξιφοπαίκτης και μονομάχος

ονομαστός. Ένα πρωί, ενώ επρογευμάτιζα ήσυχα και φρόνιμα, ήλθε

και έπτυσε μέσα εις το φαγητόν μου και έπειτα επαρεπονέθη ότι τον

επρόσβαλα διότι έπαυσα να το τρώγω, και διά την προσβολήν ταύτην

εζήτει ικανοποίησιν διά μονομαχίας μέχρι θανάτου. Το πράγμα μου

εφαίνετο απίστευτον και η απαίτησις τερατώδης. Τοιαύτη όμως δεν

ήτο και των συντρόφων μου η γνώμη, οι οποίοι συγκροτήσαντες

συμβούλιον τιμής απεφάσισαν παμψηφεί ότι, αφού επρόσβαλα τον

άνθρωπον, έπρεπε και να τον ικανοποιήσω την επομένην ημέραν το

πρωί, εις το όπισθεν του στρατώνος ξηροχώραφον. Αν σας έλεγα ότι

εκαλοκοιμήθην την νύκτα εκείνην δεν θα μ' επιστεύετε, και θα

είχετε δίκαιον. Όταν με παρέταξαν την επιούσαν ξιφήρη αντικρύ του

αντιπάλου μου, παρετήρησα εις τριών βημάτων απόστασιν νεόσκαπτον

λάκκον και εις το χείλος του λίσγον και πτυάριον. Το θέαμα δεν με

ήρεσε διόλου.

— Τι είνε τούτο; ηρώτησα· ας υπάγωμεν ολίγον μακρύτερα.

— Τούτο, απεκρίθη με φοβεράν φωνήν ο αντίπαλός μου, είνε ο

λάκκος όπου θα σε ρίψουν μετά δύο λεπτά! Κάθε άνθρωπος τον όποιον

εγγίζει το σπαθί μου είνε καλός διά θάψιμον. Κάμε γλήγορα την

τελευταίαν σου προσευχήν.

»Ταύτα ακούων και θεωρών τον λάκκον, τον έτοιμον να με καταπίη,

ησθάνθην την καρδίαν μου να γεμίζη όχι από φόβον, αλλ' από

φοβεράν οργήν, προ πάντων κατά της αδικίας. Εσυλλογιζόμην ότι τον

άνθρωπον εκείνον ούτε άλλον κανένα ποτέ μου δεν επείραξα· ότι

πρώτην φοράν έπιανα εγώ ξίφος, ενώ εκείνος ήτο εξ επαγγέλματος

ξιφομάχος και θα μ' εσούβλιζεν ως ορνίθιον, χωρίς να διατρέξη ο

ίδιος κίνδυνον κανένα. Εσυλλογίσθην και την γραίαν μητέρα μου και

την απελπισίαν της. Εκύτταξα έπειτα τους τέσσαρας μάρτυρας, οι

οποίοι μ' έκαμαν την εντύπωσιν βοηθών του δημίου. Αυτοί μ' είχαν

φέρη εκεί και ητοιμάζοντο να παρασταθούν ανάλγητοι εις την σφαγήν

μου. Ο ένας μάλιστα μ' εφάνη ότι εδάγκανε τα χείλη του διά να μη

γελάση. Όλα αυτά τα εύρισκα απάνθρωπα, θηριώδη και προ πάντων

άδικα. Ο φόβος μου έπαυσεν ολότελα και ο θυμός μου εκορυφώθη.

Έρριψα το άχρηστον σπαθί μου και εχύθην κατά του αντιπάλου μου ως

ταύρος με το κεφάλι κάτω. Επέσαμεν και οι δύω κατά γης και ήρχισα

να γρονθοκοπώ, να λακτίζω και να δαγκάνω. Ο αντίπαλός μου

εξαφνισθείς, αντί να μ' αποδώση τα ίσα, επροσπάθει πολύ μάλλον να

σωθή από τας χείρας μου. Ουδέ τούτο όμως θα το κατώρθωνεν, αν δεν

έτρεχαν οι μάρτυρες με πολύν κόπον να μας χωρίσουν».

Ταύτα ειπών εφάνη ο Ζακού καταληφθείς υπό τινος δισταγμού και

αδιαθεσίας να τελειώση την διήγησιν, την οποίαν αυθορμήτως είχεν

αρχίση, και ικαναί παρήλθον στιγμαί, μέχρις ου αποφασίση να

προσθέση εν βία και με φωνήν πολύ ταπεινοτέραν «Εντρέπομαι,

κύριοι, να σας ομολογήσω ότι ήμην βλαξ και είχα όλα τα άδικα.

Άδικον είχον να υποθέσω γάλλους στρατιώτας και μάλιστα Ζουάβους

ικανούς να εκθέσουν χωρίς λόγον τον συστρατιώτην των εις τόσον

άνισον αγώνα, και άδικον να πιστεύσω ότι ο αντίπαλός μου είχε τω

όντι σκοπόν να με σκοτώση και να με θάψη εις τον λάκκον εκείνον.

Όλα αυτά ήσαν μασονική δοκιμασία, εις την οποίαν υποβάλλεται πας

νεοσύλλεκτος διά να γνωσθή αν είνε γενναίος· ο δε τρόπος με τον

όποιον αντέταξα την κεφαλήν και τους γρόνθους μου εις το ξίφος

του ανταγωνιστού μου δεν εθεωρήθη ως ίδιος δειλού. Τίποτε λοιπόν

δεν μας εμπόδιζε να φιληθούμε και να υπάγωμεν έπειτα να τιμήσωμεν

το πρόγευμα, το οποίον είχε παραγγελθή προς τιμήν μου, αν

επετύγχανα, ως έλεγαν, εις τας εξετάσεις μου. Εις το πρόγευμα

εκείνο έφαγα πρώτην φοράν ψαρόσουπαν, καθώς εκείνην όπου σας

εμαγείρευσα, και εμέθυσα με κρασί κάπως καλλίτερον από αυτό το

ποτήρι πικρορετσινάδο, το οποίον πίνω εις την υγείαν σας».

[«Εστία» 1898, τ. 1ος σελ. 2-3]

ΚΥΝΟΜΥΟΜΑΧΙΑ

Εξ όλων των πόλεων της Δύσεως και της Ανατολής, όπου έτυχε να

κατοικήσω, η καθαρωτάτη είνε ή τουλάχιστον ήτο προ ημίσεως

αιώνος, προ της ιταλικής δηλ. ενότητος και της εφαρμογής του

κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η Γένοβα πρωτεύουσα της Λιγουρίας.

Η ιστορία της πόλεως ταύτης συνδέεται στενώς μετά της ημετέρας

μεσαιωνικής. Οι Γενοβέζοι υπήρξαν πιστοί σύμμαχοι του

αυτοκράτορος Μιχαήλ του Παλαιολόγου κατά των Ενετών, και επί

μακρόν χρόνον δυνάσται της Χίου, όπου, αν υπάγης, αναγνώστα,

δύνασαι να συναντήσης επιζώντας τινας απογόνους του Ιουστινιάνη

και του Γριμάλδη διατηρούντας ακόμη τα οικόσημα, τα γενεαλογικά

δένδρα και την πίστιν εις τον Πάπαν, κατ' ουδέν όμως άλλο

διακρινομένους από των γειτόνων αυτών, των οποίων η περιουσία

περιορίζεται εις κτήμα, ουχί πολύ μεγαλείτερον της αιθούσης χορού

των ανακτόρων του βασιλέως Γεωργίου, αποδίδον κατ' έτος

εκατοντάδας τινάς πορτοκαλιών και σακκίδιον αμυγδάλων.

Διά την μοναδικήν εν τούτοις και απαστράπτουσαν της Γενούης

καθαριότητα ελάχιστα δαπανώσι το κράτος και η δημαρχία, χάρις εις

την πρακτικωτάτην και αξίαν μιμήσεως ιδέαν ν' αναθέσωσι την

φροντίδα ταύτην εις τους καταδίκους εις ισόβια ή πρόσκαιρα δεσμά.

Τρις της ημέρας αντηχεί εις τας οδούς βαρύς κρότος αλύσεων και

τροχών και μετ' ολίγον εμφανίζεται μέγα κάρρον συρόμενον υπό

ευρώστων ημιόνων, τούτο δε παρακολουθούσιν υπό την επιτήρησιν δύο

αστυνομικών κλητήρων περί τους είκοσιν αλυσίδετοι ανά ζεύγος

δεσμώται, οι μεν εν ερυθρά οι δε ισόβιοι εν κιτρίνη στολή,

ωπλισμένοι διά μακρών σαρώθρων, τα οποία δεν διαφεύγει ίχνος

βορβόρου ή σκιά κονιορτού, ούτε κόπρισμα ίππου, ούτε απόρριμμα

σιγάρου, ούτε τεμάχιον χαρτιού ουδέ καστάνου φλοιός, ώστε μετά

την διέλευσιν του κάρρου δύναται η επιφάνεια των ασπίλων πλακών

να χρησιμεύση ως κάτοπτρον εις τας φιλαρέσκους διαβατρίας. Προς

πλήρη εκτίμησιν της μοναδικής ταύτης καθαριότητος έν μόνον

δύναμαι να προσθέσω, ότι εις επισήμους τινάς λιτανείας επικρατεί

η συνήθεια να ραίνωνται οι ιερείς εκ των παραθύρων διά βροχής

ρόδων, κρίνων, υακίνθων και γαρυφάλων, αλλά μετά το τέλος της

τελετής σαρώνονται αμέσως και ταύτα θεωρούμενα ως ευώδεις

ακαθαρσίαι. Πολλάκις συνέβη να επιφοιτήση εις τον νουν μου ως

όνειρον και οπτασία των νεανικών μου χρόνων η μαρμαρυγή των

γενουηνσιακών πλακών, ενώ επιπόνως αναρριχώμαι εις τον ανήφορον

της οδού Νικοδήμου, προσκόπτων ανά παν βήμα εις ζωντανάς ή νεκράς

όρνιθας, εις λόφους κονιορτού, εις πυραμίδας σκουπιδιών, εις

απόμαχα υποδήματα, εις φλοιούς καρπουζιών, εις μαύρους ρύακας

παρά το πεζοδρόμιον ή ερυθρούς προ των μακελλείων. Αλλά και

πολλάκις διερχόμενος την οδόν Αδριανού και βλέπων χάσκοντας εις

τον εξώστην του Παλαιού Στρατώνος πλήθος ευρώστων δεσμωτών,

αναλογίζομαι πόσον χρησιμωτέρα θα ήτο η καταδίκη αυτών ως εν

Γενούη εις καθαρισμόν των πεζοδρομίων.

Ου μόνον δε εις απολύμανσιν της πόλεως, αλλά και εις σπουδαίαν

ελάττωσιν του αριθμού των εγκλημάτων θα συνετέλει πιθανώς το

θέαμα της καθημερινής παρελάσεως ανά τας οδούς των Αθηνών των

εμπρηστών της οικίας Μελά, των ληστών του ταμείου της Λαμίας, των

απίστων ταμιών και άλλων μεγαλοσχήμων ομοτέχνων των αλυσιδέτων,

μετ' ερυθρού ή κιτρίνου σκούφου επί της κεφαλής και μεγάλης εις

τας χείρας σκούπας.

Απαραίτητος προς διατήρησιν πόλεως καθαράς είνε η ύπαρξις είς

τινα απόστασιν απ' αυτής ακαθάρτου προαστείου, προωρισμένου δηλ.

εις πάσαν ασυμβίβαστον προς την καθαριότητα βιομηχανίαν. Μόνον οι

Αθηναίοι στέργουσι να έχωσιν αμέσους γείτονας χοιροτρόφους,

βαφείς ρακοσυλλέκτας, βουστάσια, βυρσοδεψεία και ελαιοτριβεία.

Πάντα ταύτα ως και τας απεράντους αυτών αποθήκας ελαίου, σάπωνος,

τυρού, λίπους, τόνου και παστού κρέατος περιώρισαν οι Γενοβέζοι

εις το απέχον όσον το Φάληρον από των Αθηνών χωρίον του Αγ.

Πέτρου, και έκτοτε η πόλις αυτών απέβη εντελώς άοσμος κατά τα

τρία τέταρτα του έτους, μόνον δε κατά την άνοιξιν απόζει εκ της

ανθήσεως των δενδροστοιχιών.

Ουδ' ήτο τούτο το μόνον της καθαριότητος πλεονέκτημα· αλλά και η

βαθμιαία και τελεία σχεδόν έκλειψις του βδελυρωτάτου των

παρασίτων. Από της αρχής του παρόντος αιώνος η Γένοβα είνε η μόνη

ίσως εν Ευρώπη πόλις, η μη φιλοξενούσα ποντικούς. Ούτοι ήσαν

πρότερον εκεί αναρίθμητοι και παμφάγοι. Κατά την παιδικήν μου

ηλικίαν έζων ακόμη γερόντισσαι διηγούμεναι περί της θηριωδίας των

τετραπόδων τούτων πράγματα απίστευτα και φρικαλέα. Το μέγεθος

αυτών ήτο όσον μεγάλης γαλής· ηρήμωσαν ολοκλήρους συνοικίας και

εκένωσαν τας αποθήκας του ναυτικού· έπνιγον τους γάτους·

κατεβρόχθιζον τας λαμπάδας των ναών· έτρωγον εν τη κοιτίδι αυτών

τα βρέφη· ανέσκαπτον τους τάφους, όπως φάγωσι και τους νεκρούς,

την δε ηγουμένην της μονής των Καρμηλιτών οσίαν Ροζαλίαν έφαγον

εν τω κελλίω της ζωντανήν, ενώ ήτο βυθισμένη εις έκστασιν

ουρανίαν. Εις ταύτα εδυσπίτουν οι ουδέποτε υπερβάντες τα τείχη

της πόλεως, αλλ' οι εγκύψαντες και εις των περιχώρων την

γεωγραφίαν κάλλιστα εγνώριζον ότι ο παρά των γραϊδίων υμνούμενος

φοβερός και γιγάντειος ποντικός δεν ήτο μυθώδης, ούτε καν

ευρίσκετο μακράν, αλλά ζη, βασιλεύει, πληθύνεται εις ελαχίστην

από των τειχών της πόλεως απόστασιν, μεταναστεύσας από ημίσεως

ήδη αιώνος εις τον Άγιον Πέτρον των εκεί εξορισθέντων ζωογδαρτών

και αλλαντοποιών, μετά των σφαγείων και των αποθηκών στοκοφίσου

και αλειμματοκηρίων. Εν δε τω νέω αυτών καταυλισμώ τοσούτον, ως

φαίνεται, ηυχαριστήθησαν οι μετανάσται, ώστε ουδέποτε υπερέβαινον

τα όρια αυτού, ούδ' επεχείρησαν ως οι Ηρακλείδαι κάθοδον εις την

αρχαίαν αυτών έδραν, την απολέσασαν παν δι' αυτούς θέλγητρον,

αφού έγεινε καθαρά.

Δυσάρεστος βεβαίως ήτο εις τους κατοίκους του προαστείου η

εγκατάστασις τοιαύτης αποικίας, και ζωηρά τα παράπονα κατά της

αποφάσεως της κυβερνήσεως να συγκεντρώση παρ' αυτοίς πάσας τας

ρυπαράς βιομηχανίας, μεταβάλλουσα το χωρίον των εις κοπρώνα της

πρωτευούσης. Αν υπήρχον τότε βουλευταί, όπως υποστηρίξωσιν αυτά,

θα εματαιούτο πιθανώς το σχέδιον της απολυμάνσεως της Γενούης. Μη

υπαρχόντων όμως τοιούτων, ηδυνήθη να υπερισχύση το κοινόν

συμφέρον κατά πάσης αντιδράσεως των προσωπικών. Μετά ματαίας

τινάς αναφοράς και διαμαρτυρήσεις ηναγκάσθησαν οι διαμαρτυρόμενοι

να υποταχθώσιν, αναλαμβάνοντες να συμβιβάσωσι την ακαθαρσίαν, εν

μέσω της οποίας κατεδικάσθησαν να ζώσι, μετ' επιμόχθων και

πολλάκις ματαίων αγώνων προς απαλλαγήν από της μάστιγος των

ποντικών.

Εν πρώτοις αντετάχθησαν κατ' αυτών τα δραστικώτατα των

δηλητηρίων, ο φωσφόρος, ο στρύγχνος, η κανθαρίς και το αρσενικόν,

και αι παντός είδους και πάσης εφευρέσεως μυάγραι.

Ταύτα όμως μόνον κατά τας πρώτας ημέρας απεδείχθησαν κάπως

χρήσιμα, τάχιστα δε εδιδάχθησαν τα πονηρά ζώα να δυσπιστώσι προς

τα φαρμακερά καταπότια και να διαφεύγωσι τας τεχνικωτάτας

παγίδας. Προ πάντων δε απέτυχον κατά τον αγώνα τούτον τα

αντιταχθέντα εις αυτούς παντοία είδη γάτων, ου μόνον των

εντοπίων, αλλά και των αδρά δαπάνη εισαχθέντων ανδρειοτάτων της

Αγκύρας, της Ισπανίας, της Αιγύπτου και της Περσίας. Πλείστους εκ

τούτων έπνιξαν και τους λοιπούς έτρεψαν εις επαίσχυντον φυγήν,

μετ' ολίγον δε απέβη αναμφισβήτητον, ότι από κυνηγουμένων

μετεβλήθησαν εις φοβερούς γατοδιώκτας οι ποντικοί.

Ταύτα δύνανται να φανώσιν απίστευτα εις μόνους τους τελείως

στερουμένους ιστορικών γνώσεων, αλλ' οι παρακολουθήσαντες τας από

των μέσων μέχρι των καθ' ημάς χρόνων πολιτικάς επαναστάσεις της

ευρωπαϊκής ηπείρου κάλλιστα γνωρίζουσιν, ότι η ιστορία των

ποντικών συνδέεται αναπoσπάστως προς τας εισβολάς των εξ Άρκτου

και Ανατολών βαρβάρων, των Σκανδιναβών, των Γότθων, των Ερούλων,

των Βανδάλων, των Ούνων, των Αβάρων, των Μογγόλων και των

Τατάρων. Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι εγνώριζον μόνον τον

μικρόν και ήμερον μυν, όστις έχει προς τον έπειτα επιδραμόντα

δεκαπλάσιον το μέγεθος και εκατονταπλάσιον κατά την κακουργίαν

βάρβαρον ποντικόν, ως η γαλή προς την τίγριν και ως προς τον

κροκόδειλον η αθώα σαύρα. Εκάστη από του Αττίλα και του Γελιμέρου

μέχρι των νεωτέρων χρόνων εισβολή συνωδεύετο υπό εισβολών του

ανήκοντος εις την πατρίδα αυτών γένους τρωκτικών τετραπόδων, τα

οποία δυστυχώς δεν συναπήρχοντο μετά των επιδρομέων, αλλ’

ενέμενον εις την κατακτηθείσαν χώραν, μέχρις ου επήρχετο νέα

εισβολή άλλου ισχυροτέρου γένους, οίτινες διεδέχοντο και έτρωγον

τους προκατόχους. Πρώτη μνημονεύεται υπό της ιστορίας η των

Νορβηγών, οίτινες διαπλεύσαντες την Βαλτικήν επί των πλοίων των

Νορμανδών και Δανών πειρατών απέβησαν εις τας ακτάς της Αγγλίας

και της Αμερικής και εκείθεν επεξετάθησαν εφ' όλης της Ευρώπης,

από των πάγων της Σκωτίας μέχρι των ισπανικών παραλίων. Ούτοι

ήσαν, ως φαίνεται, σιδηρόχροοι και ωνομάσθησαν εκ τούτου υπό των

λογίων χρονογράφων Ήφαιστοι ή λατινιστί Vulcani.

Τους Ηφαίστους έφαγον και διεδέχθησαν οι έπειτα εισορμήσαντες

κατόπιν των Ούνων τεφρόχροοι Ασιάται. Τους επανακάμπτοντας εις

τας εστίας στρατούς των Σταυροφόρων παρηκολούθησαν απειράριθμα

πλήθη ποντικών, ιδρυσάντων νέαν εν Ευρώπη δυναστείαν,

καταλυθείσαν ήτοι φαγωθείσαν μετά δύο αιώνας υπό των και πάλιν εκ

της Βαλτικής επελθόντων. Αλλ' ανιαρόν θα ήτο να παρακολουθήσω

κατά χρονολογικήν σειράν πάσας ταύτας τας επιδρομάς και

αλληλοφαγίας. Παραπέμπων λοιπόν τους ορεγομένους εις τους

Βυζαντινούς και Λατίνους χρονογράφους και συναξαριστάς,

περιορίζομαι να μνημονεύσω την φοβερωτάτην πασών και σχεδόν

σύγχρονον τελευταίαν. Περί το έτος 1725 σειρά αλλεπαλλήλων

καταστρεπτικών σεισμών διέσεισαν πάσαν την παρά την Κασπίαν

θάλασσαν χώραν, ορύξαντες βαθύτατα εις τας πέριξ πεδιάδας

χάσματα. Εκ των βαράθρων τούτων ανεπήδησαν αναρίθμητα σμήνη

ποντικών, οίτινες υπερβάντες τον Βόλγαν, είτε νηχόμενοι είτε επί

αλιευτικών πλοίων, ετράπησαν έπειτα προς δυσμάς. Έκτοτε ουδέποτε

εστείρευσε το ρεύμα της εισβολής, ούδ' έπαυσαν αι άβυσσοι της

Παρακασπίας ερευγόμεναι μυριάδας κακοποιών τετραπόδων. Η παρ’

αυτών κατάκτησις της Ευρώπης συνετελέσθη μετά ταχύτητος

ναπολεντείου και ταύτην διεδέχθη η πανωλεθρία των προκατόχων. Εν

Σουηδία, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ιταλία και

Ισπανία, από της Υρκανείας θαλάσσης μέχρι των οχθών του

Ατλαντικού, οι επί πολλούς αιώνας επικρατήσαντες Ήφαιστοι, οι

φαιοί, οι τεφροί, Σκανδιναυοί, Σταυροφόροι και πάντα τα λοιπά

γένη κατεπόθησαν υπό των επηλύδων και κατήντησαν ήδη τόσον

σπάνιοι, ώστε αγοράζουσι τους επιζώντας τα Μουσεία. Προς σωτηρίαν

από βεβαίου ολέθρου των άλλων επί της γης εμψύχων ηυδόκησεν η

Θεία Πρόνοια να καταστήση πάντα τα είδη των ποντικών ποντικοφάγα,

αλλ’ ουδέν άλλο ήτο κάλλιον των Παρακασπείων ή Μοσχοβιτών

ωπλισμένων προς τοιαύτην θανάσιμον πάλην. Το μήκος αυτών,

συμπεριλαμβανομένης της ουράς, φθάνει ενίοτε τα τεσσαράκοντα

εκατοστά του μέτρου, ήτοι το σύνηθες της γαλής, (3) ανάλογος δε

του αναστήματος είνε το θράσος και η θηριωδία. Πλην τούτου

υπερβαίνουσι πάντας τους άλλους κατά την πολυτοκίαν. Κατ'

εξαίρεσιν των λοιπών ζώων έχουσι κοινόν προς τον άνθρωπον, ότι

δεν υπάρχει δι' αυτούς ωρισμένη εποχή ερώτων, αλλ' ερωτεύονται

και πληθύνονται κατά πάσαν ώραν, τρις δε ή τετράκις του έτους

γεννά η Μοσχοβίτισσα ουχί ολιγώτερα των δεκαπέντε τέκνων. Ο μόνος

περιορισμός του φοβερού τούτου πολλαπλασιασμού έγκειται εν τη

διαφθορά των ηθών και τη τελεία παρά τοις ζώοις τούτοις ελλείψει

συγγενικού φίλτρου. Αι μητέρες εν ελλείψει άλλης τροφής τρώγουσι

τα ίδια τέκνα, ταύτα δε τους γηράσαντας γονείς, απαραλλάκτως ως

έπραττον κατά τον Ηρόδοτον οι πρόγονοι των παρακασπείων

Μοσχοβιτών αρχαίοι Μασαγέται.

Εις τας ιστορικάς ταύτας λεπτομερείας ηναγκάσθην να ενδιατρίψω,

όπως μη φανώσιν απίθανα όσα απομένουσι να διηγηθώ. Πρέπει δε και

να προσθέσω, ότι περί την εποχήν εκείνην ήρχιζεν εισαγόμενος παρά

τοις Ιταλοίς εξ Αγγλίας ο νεωτερισμός ν' αντιταχθή αντί του γάτου

ο σκύλος κατά της ογκουμένης πλημμύρας των τρισμεγίστων ποντικών.

Εις το κυνήγιον τούτο επετύγχανε προ πάντων μιγάς τις γενεά

έλκουσα την καταγωγήν εκ των ερώτων Αγγλίδος βουλδογίσσης μετά

του ιθαγενούς μολοσσού των Απεννίνων. Τα φοβερά ταύτα ζώα

εκαλούντο Αρλεκίνοι εκ του ομοιάζοντος το προσωπείον Αρλεκίνου

μαύρου αυτών ρύγχους και, πριν ή χρησιμοποιηθώσιν ως μυοκτόνοι,

εξετέλουν καθήκοντα οία τα των αρχαίων μονομάχων εν τω ρωμαϊκώ

αμφιθεάτρω, σπαράσσοντες αλλήλους κατά τας πανηγύρεις προς

διασκέδασιν του πλήθους, ή και παλαίοντες κατά ταύρων.

Τω καιρώ εκείνω είχα το μέγα ευτύχημα να είμαι δεκαπενταέτης και

το ουχί μικρότερον να κατοικώ τέσσαρας κατ' έτος μήνας εις

εξοχικήν οικίαν περικυκλουμένην υπό μικρού δάσους γηραλέων

καστανέων, του ωραιοτάτου των δένδρων είτε όταν ανθή την άνοιξιν,

είτε όταν κύπτωσιν οι κλάδοι του υπό το βάρος του φθινοπωρινού

καρπού. Ο Οκτώβριος επλησίαζεν εις την λήξιν, ο καιρός ήτο ψυχρός

και εις την εστίαν εσπινθήριζεν η πρώτη του έτους, εκ ξηρών

κλημάτων πυρά, ότε αντήχησεν ο κώδων της εξωθύρας και ευθύς

έπειτα επί της κλίμακος βαρύ πάτημα μετά κλαγγής σπάθης επί των

λιθίνων βαθμίδων.

Ο απροσδόκητος επισκέπτης ήτο γιγάντειος υπαξιωματικός των

Καραβινιέρων, όστις χαιρετίσας ευγενέστατα παρουσίασεν ημίν

διαταγήν του φρουραρχείου, «όπως χορηγήσωμεν επί τρεις ημέρας

κατάλυμα εις τον αποσπασματάρχην Ταραβόκιαν, εκτελούντα

μεταβατικήν υπηρεσίαν». Αι τοιαύται φιλοξενίαι επεβάλλοντο

συνεχώς εις τους κατοικούντας μεμονωμένας εξοχικάς επαύλεις, αλλ'

εις ουδένα επροξένουν ανησυχίαν ή τρόμον, ως εις τας ελληνικάς

επαρχίας η διάβασις των προς καταδίωξιν της ληστείας μεταβατικών

αποσπασμάτων, η τρέπουσα εις φυγήν αθρόους τους χωρικούς εκ του

φόβου της παροιμιώδους κοτοπήττας. Οι ανήκοντες εις το επίλεκτον

σώμα των Καραβινιέρων εφημίζοντο ως ευγενέστατοι· εσέβοντο των

ξενιζόντων τας όρνιθας και δεν ησπάζοντο άνευ της αδείας των τας

γυναίκας.

Οι υπαξιωματικοί ήσαν πάντες εγγράμματοι, αν και ουδείς

πτυχιούχος του Πανεπιστημίου, διότι η Ιταλία δεν ηυτύχει, ως η

Ελλάς, να έχη τοσαύτην πληθώραν διδακτόρων, ώστε να ψηφίση νόμον

περί απονομής εις αυτούς θέσεων υπενωμοταρχών και υπαστυνόμων.

Πάντες εγνώριζον ανάγνωσιν, γραφήν, τα τέσσαρα πάθη της

αριθμητικής και τους πρώτους κανόνας της καλής συμπεριφοράς, να

μη μεταχειρίζωνται δηλ. ούτε τους δακτύλους ως ρινόμακτρα ουδέ

τους γρόνθους ως επιχειρήματα επί της ράχεως των φορολογουμένων.

Ο δε παρ' ημών ξενιζόμενος ήτο και κατά τι λογιώτερος.

Περιποιούμενος ημάς ως Έλληνας εθεώρησε πρέπον να μας

πληροφόρηση, ότι η Ελλάς ήτο τον παλαιόν καιρόν ένδοξον έθνος,

πατρίς εξόχου ποιητού καλουμένου Ομήρου υμνήσαντος τα κατορθώματα

του μεγάλου Αλεξάνδρου. Ακριβέστεροι όμως ήσαν αι γνώσεις του

περί άλλα χρησιμώτερα πράγματα, τα οποία ευηρεστήθη κατά την

διαμονήν του να με διδάξη, την διά κατόπτρου προσέλκυσιν των

κορυδαλλών, την διάκρισιν των φαγωσίμων από φαρμακερών αμανιτών,

την εις τα κοιλώματα των κουφοκαστανεών σύλληψιν των γλαυκών και

την κατασκευήν παγίδων προς άγραν των κουνελλίων. Αλλ' η μεγίστη

του αγαθού χωροφύλακος προς εμέ χάρις ήτο να με προσκαλέση εις το

δραματικώτατον των όσα έτυχε να ίδω θεαμάτων, εις την υπ' αυτού

σχεδιασθείσαν μεγάλων ποντικών κυνηγεσίαν. Αύτη έμελλε να

διεξαχθή την προσεχή Κυριακήν κατά παράκλησιν του δημοτικού

συμβουλίου υπό την στρατηγίαν του φίλου μου ενωμοτάρχου,

συνοδευομένου υπό της ημιλοχίας του και επικουρίας χωρικών. Πλην

εμού είχον προσκληθή οι συντάκται δύο ή τριών εφημερίδων και νέος

τις ποιητής, όπως περιγράψωσι και υμνήσωσι πεζώς και εμμέτρως το

αξιομνημόνευτον γεγονός. Τόπος συναθροίσεως είχεν ωρισθή η μικρά

πλατεία του Αγ. Πέτρου, η ολίγον απέχουσα από του σφαγείου των

ίππων και ώρα η τετάρτη της πρωίας, η συνήθης προς τοιαύτας

κυνηγεσίας. Περιττόν δε είνε να προσθέσω, ότι επεκράτει ακόμη το

βαθύ σκότος ασελήνου και ομιχλώδους φθινοπωρινής νυκτός, την δε

πορείαν ημών εφώτιζον χωρικοί κρατούντες μεγάλας εκ πίσσης

λαμπάδας. Τούτους ηκολούθουν περί τους τριάκοντα Καραβινιέροι,

φέροντες πλην της σπάθης βαρείαν ράβδον και σύροντες έκαστος διά

λωρίου ζεύγος των ανωτέρω περιγραφέντων φοβερών μανδροσκύλων.

Ούτω βαδίζοντες εν σιωπή ωμοιάζομεν συνωμότας.

Η νυξ και το κόκκινον φως των δάδων μετέδιδον εις την παράταξιν

ημών χροιάν Κατιλιναϊκήν. Εφ' όσον επλησιάζομεν προς τα σφαγεία,

το έδαφος νοτισθέν υπό της προσφάτου βροχής καθίστατο

σπογγωδέστερον. Ο πιτυλίζων ημάς βόρβορος είχε την ρευστότητα του

ύδατος και το ύδωρ την πυκνότητα του βορβόρου. Αυτός δε ο αήρ

εφαίνετο πυκνωθείς εκ των παντοίων πνιγηρών αναθυμιάσεων και,

όπως δυνηθή τις ν' αναπνεύση, ηναγκάζετο να φράξη την μύτην.

Επί τέλους εφθάσαμεν προ χαμηλού τίνος περιτειχίσματος, εφ' ου

στηρίξαντες κλίμακα ανήλθομεν και εκαθίσαμεν επί της κορυφής του

τοίχου. Ούτος περιέφρασσεν ικανώς ευρύχωρον κυκλικόν περίπου

χώρον, είδος τι αμφιθεάτρου, του οποίου το πλακόστρωτον έδαφος

διετέμνετο δι' αυλακιών αποληγόντων εις κιγκλιδοφράκτους προς

εκροήν του αίματος οπάς. Ο τόπος ούτος εχρησίμευε προς σφάξιμον

και εκδοράν των ίππων, ως υπεδείκνυεν ο εν γωνία τινί σωρός

κρανίων. Οι ίπποι δεν εθεωρούντο ακόμη κατά την εποχήν εκείνην

ανήκοντες εις το γένος των φαγωσίμων, αλλ' εν τούτοις αντί να

γείνωσι συνταξιούχοι εσφάζοντο οι γηράσαντες προς αμοιβήν των

μακρών αυτών εκδουλεύσεων εις το αχάριστον ανθρώπινον γένος.

Νεκρός ίππος έμελλε να πρωταγωνιστήση κατά την πανήγυριν της

νυκτός εκείνης, ουδ' εβράδυνε να εμφανισθή επί της σκηνής,

συρόμενος διά σχοινίων μέχρι του κέντρου του αμφιθεάτρου υπό

τεσσάρων τω συνοδευόντων ημάς χωρικών. Ούτοι έσπευσαν να κλείσωσι

το δίφρακτον, δι' ου είχεν εισαχθή το πτώμα, συγχρόνως δε ν'

ανοίξωσι τας οπάς του τοίχου, δι' ου έμελλον να εισπηδήσωσιν εις

το στάδιον οι αναμενόμενοι ιπποφάγοι, ελκυόμενοι υπό της οσμής

του παρατεθέντος αυτοίς μεγαλοπρεπούς συμποσίου. Οι πρώτοι

εμφανισθέντες ποντικοί ήσαν εν αρχή ολίγοι και εφαίνοντο

δυσπιστούντες και κάπως δειλοί. Αλλ' ούτοι ήσαν απλοί πρόσκοποι

αποσπασθέντες προς κατόπτευσιν του εδάφους. Η έκθεσις αυτών

υπήρξεν, ως φαίνεται, ενθαρρυντική. Μετ' ολίγον εξώρμησαν εκ

πάσης ανοιχθείσης οπής και εξ άλλων πιθανώς υπογείων οχετών,

διότι εφαίνοντο ως αναδυόμενοι εκ της γης πυκναί φάλαγγες

τρωκτικών τετραπόδων, Άξιον δε σημειώσεως είνε ότι, εφ' όσον

ηύξανεν ο αριθμός, εφαίνετο συναυξάνον και το μέγεθος αυτών. Ενώ

οι πρώτοι εισελάσαντες ηδύναντο να θεωρηθώσιν ως μεγάλοι μόνον

ποντικοί, το ανάστημα πλείστων εκ των ήδη εισορμώντων δεν

εφαίνετο κατώτερον του των γάτων. Μετά τινα δε λεπτά ολόκληρος,

άνευ του ελαχίστου κενού, η επίφάνεια του ευρυτάτου εκείνου

περιβόλου εκαλύπτετο υπό εμψύχου και αεικίνητου τάπητος

παρδαλοχρόου, διότι τα ζώα ταύτα διεκρίνοντο ου μόνον διά του

αναστήματος αλλά και διά του χρώματος την ποικιλίαν. Υπήρχον

ποντικοί ολόμαυροι, καστανοί, ξανθοί, ορφνοί, μολυβδόχροοι καί

τινες λευκοί, ίσως εκ των γηρατειών.

Ο νεκρός του ίππου δεν εφαίνετο πλέον. Εκεί όπου έκειτο, ουδέν

άλλο έβλεπέ τις ή πυκνότερον σωρόν ποντικών έχοντα περίπου του

πτώματος το σχήμα. Εκ του σωρού τούτου ανήρχετο παράδοξός τις

ήχος ομοιάζων τον κροταλισμόν των πηρουνίων και των σιαγόνων κατά

την ώραν του γεύματος εν τη αιθούση πολυανθρώπου ξενοδοχείου. Το

συμπόσιον διήρκει από μιας ήδη ώρας. Αλλ' ημείς ουδέν άλλο

ηδυνάμεθα να διακρίνωμεν πλην του αμόρφου, αεικινήτου και ανά

πάσαν στιγμήν ογκουμένου εκείνου σωρού.

Ουδ' έπαυσαν να προσέρχωνται πανταχόθεν νέα αδηφάγα σμήνη. Οι

καταφθάνοντες ανέβαινον και έτρεχον επί της ράχεως αλλήλων και

επί τούτων άλλοι. Ο ζωντανός εκείνος τάπης ωμοίαζεν ήδη προς τα

νώτα τρικυμιώδους θαλάσσης.

Κατά την στιγμήν εκείνην ερρίφθησαν κατά διαταγήν του αρχηγού

τρεις αναμμέναι δάδες επί του αποκρύπτοντος το πτώμα σωρού και η

ζέουσα ρητίνη έσταξεν επί των δαιτυμόνων. Περί αυτήν εσχηματίσθη

τότε ευρεία οπή και εις το βάθος του λάκκου διεκρίνομεν ουχί

πτώμα ίππου, διότι ούτος είχε φαγωθή ολόκληρος, μη εξαιρουμένων

του δέρματος και των σπλάγχνων, αλλ' άσαρκον ήδη και λευκάζοντα

σκελετόν. Εντός της κοιλότητος αυτού απέμενον εν τούτοις

σκληροτράχηλοι τινες συμποσιασταί, μη πεισθέντες ουδ' υπό της

βροχής πυρός να εγερθώσι της τραπέζης.

Καιρός ήτο ήδη να επιδείξωσι την ανδρείαν αυτών οι σκύλοι. Ούτοι

ανυπομόνουν προ πολλού, ωρύοντο, ηνωρθούντο και έσειον τους

ιμάντας μετά τοσαύτης ορμής, ώστε εκινδύνευον να παρασυρθώσιν οι

κρατούντες αυτούς άνδρες. Ότε απελύθησαν επί τέλους, δεν

ανέμειναν να ανοιχθή αυτοίς η πύλη του αμφιθεάτρου, αλλά

κατεπυλίσθησαν από της κορυφής του τοίχου εις την παλαίστραν ως

καταρράκτης οι εξήκοντα μολοσσοί, και ήρχισεν αξία επικής

ανυμνήσεως ποντικοσφαγία. Φοβερά ήτο η μανία και άσβεστος η δίψα

αίματος των σκύλων. Έδακνον, έπνιγον, εσπάρασσον και εσκόρπιζον

περί αυτούς εκατοντάδας ασπαιρόντων πτωμάτων. Τούτο διήρκεσεν επί

δέκα περίπου λεπτά, κατά τα οποία ασφαλής εφαίνετο η έκβασις του

αγώνος. Τι όμως ήσαν εκατοντάδες τινές νεκρών, ενώ εις μυριάδας

ανήρχοντο οι περικυκλούντες αυτούς εχθροί;

Μετ' ολίγον αντήχησαν γαυγύσματα, ομοιάζοντα μάλλον προς γοερόν

παράπονον ή αλαλαγμόν θριάμβου. Οι ποντικοί συνελθόντες εκ της

εκπλήξεως ήρχιζον ήδη ν' αμύνωνται κρατερώς, αναρριχώμενοι και

προσηλούμενοι ως βδέλλαι επί των νώτων των μολοσσών, οίτινες

εξηκολούθουν μεν να σπαράττωσι τους περί αυτούς, αλλά μάτην

ηγωνίζοντο ν' αποτινάξωσι τους επικαθημένους. Ολόκληρον το σώμα

τινών εκ των σκύλων εκαλύπτετο υπό ποντικών ως προ μικρού ο

νεκρός του ίππου, και άδηλος απέβαινεν η έκβασις της μάχης.

Ανδρείοι μεν και ρωμαλέοι ήσαν οι βουλδόγοι, αλλά και πολύ

ολιγώτεροι των εν Θερμοπύλαις συντρόφων του Λεωνίδα κατά των

αμετρήτων περσικών στιφών. Όπως λοιπόν μη πέσωσιν ούτοι έστω και

ενδόξως υπό τους οδόντας των ποντικών, κατεπείγουσα ήτο η ταχίστη

παροχή εις αυτούς επικουρίας. Ανοίξαντες τότε την μεγάλην πύλην

εισώρμησαν αθρόοι εις την παλαίστραν, οι Καραβινιέροι μετά της

εφεδρείας των χωρικών. Τρεις ή τέσσαρες μόνον εξ αυτών εγύμνωσαν

την σπάθην, αλλ' οι πλείστοι επροτίμησαν ως όπλον τας μακράς και

βαρείας ράβδους.

Ταύτας μετεχειρίζοντο ως κατά το αλώνισμα του σίτου οι γεωργοί.

Εκάστη της ράβδου καταφορά ανετίνασσεν εις τον αέρα ολόκληρον

ορμαθόν ποντικών και εξ ίσου δραστηρίως ειργάζοντο οι πόδες. Οι

Ιταλοί Καραβινιέροι είνε, ως γνωστόν, κολοσσοί· τα μέχρι του

γόνατος βαρύτατα υποδήματα ησφάλιζον τας κνήμας αυτών από των

δηγμάτων και έκαστον επί των πλακών βήμα απέβαινε θανατηφόρον.

Άλλοι μεν διεσκέδαζον χορεύοντες επί του ποντικοστρώτου εδάφους

είδος τι φονικωτάτης μαζούρκας, και άλλοι εμιμούντο τας κινήσεις

των πατούντων εις τον ληνόν τας σταφυλάς. Αλλά και οι σκύλοι

αναθαρρήσαντες εκ της παρουσίας των κυρίων αυτών ηγωνίζοντο και

πάλιν ηρωικώς. Η νίκη αυτών ηδύνατο ήδη να θεωρηθή ως

ασφαλισθείσα, αλλ' ο αγών παρετείνετο, διότι εξ ίσου δύσκολος ήτο

εις τους ητηθέντας και η αντίστασις και η ταχεία αποχώρησις εκ

του πεδίου της μάχης. Αι οπαί του τοίχου, δι' ων είχον εισέλθη

ήσαν τόσον στεναί, ώστε υπέρ την μίαν ώραν είχε διαρκέση η

εισέλασις των αλλεπαλλήλων ταγμάτων και αδύνατος εκ τούτου ήτο η

αθρόα φυγή. Άλλως δε μεταξύ αυτών και των εξόδων ωρθούντο οι

Καραβινιέροι και έχαινον τα στόματα των μολοσσών. Τα εμπόδια

ταύτα επεχείρησαν να υπερπηδήσωσιν αντλούντες θάρρος εκ της

απελπισίας. Επήδων επί των νώτων των σκύλων, ανερριχώντο εις τους

ώμους των ανδρών, έδακνον τας ράβδους μέχρις εκριζώσεως των

οδόντων, πολλοί δε και ερρίφθησαν κατά του τοίχου μετά τοσαύτης

ορμής, ώστε συνετρίβη η κεφαλή αυτών. Ίσως ήτο τούτο αυτοχειρία.

Το θέαμα απέβη τοσούτον απεχθές και φρικαλέον, ώστε απέστρεψα

τους οφθαλμούς. Η σφαγή παρετάθη επί ημίσειαν περίπου ώραν.

Αριθμός τις θυμάτων κατώρθωσε να σωθή διά τοιχαναβάσεως ή διά των

υπογείων οχετών. Αλλ' ο κατά την στιγμήν εκείνην ανατέλλων ωχρός

ήλιος φθινοπώρου εφώτιζε κατά τον προχείρως γενόμενον υπολογισμόν

υπέρ τας δέκα χιλιάδας πτωμάτων. Μετά των νεκρών έκειντο και δύο

μολοσσοί, είς είχε τυφλωθή κατά την μάχην, τρεις ή τέσσαρες

εχώλαινον και πάντων αι πλευραί εστίζοντο δι' αιματηρών κηλίδων.

Αλλά και πολλών ανδρών αι χείρες έφερον τα ίχνη των οδόντων των

ποντικών. Πάντες εφαίνοντο κατάκοποι και απέσταζεν άφθονος εκ του

μετώπου των ο ιδρώς, αν και ήτο παγερά η ομίχλη της πρωίας,

ερριγούμεν δε ημείς της ομηρικής μάχης οι αργοί θεαταί.

Υπάρχει παροιμία, καθ' ην αι σφοδραί συγκινήσεις ανοίγουσι την

όρεξιν. Ταύτην, ως φαίνεται, εγνώριζε της πανηγύρεως ο οργανωτής,

διότι κατά την επιστροφήν ημών εις το υπαίθριον καφφενείον,

ανέμενεν ημάς μικρός αγριόχοιρος στρεφόμενος επί της πυράς, νωπός

τυρός, μέγας λέβης βραστών καστάνων καί τινες φιάλαι οίνου του

τελευταίου τρυγητού, κάπως μεν θολού, αλλά γλυκού και αφρώδους ως

καμπανίτου. Το πρόγευμα ήτο βεβαίως ορεκτικόν, αδύνατον όμως

υπήρξε να τιμήσω αυτό, ενοχλούμενος υπό της διακεχυμένης καθ'

όλον το προάστειον οσμής των παντοίων εκεί βιομηχανιών, του

συμμιγούς αρώματος μακελλείου, παντοπωλείου, αλείμματος, σάπωνος,

δερμάτων και λαϊκών μαγειρείων. Από της υπερβολικής ταύτης

ευαισθησίας της οσφρήσεως μ' εθεράπευσεν, ως ελπίζω, ριζικώς η

δεκαετής ήδη εν τη συνοικία της Πλάκας διαμονή.

[«Παναθήναια» 1900]

ΤΑ ΕΥΤΥΧΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΡΩΣΤΕΙΑΣ

Πιθανόν είνε, αναγνώστα, η μόνη επιγραφή του παρόντος άρθρου να

σε κάμη να υψώσης τους ώμους και ν' ανακράξης εκ των προτέρων

«Παραδοξολογία!». Ουχί όμως αν έτυχε να αρρωστήσης βαρέως και

ενθυμήσαι ακόμη όσα τότε ησθάνθης.

Το πρώτον και μέγιστον ίσως πλεονέκτημα της ασθενείας είνε ότι

μόνον κατά τας ημέρας εκείνας της καταναγκαστικής απραξίας

αισθάνεσαι εντελώς απαλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως και πάσης

ευθύνης προς τον εαυτόν σου, την γυναίκα σου, τα τέκνα σου, την

κοινωνίαν και τους δανειστάς σου. Τότε μόνον δύνασαι εν αναπαύσει

συνειδήσεως να είπης· «Δεν πταίω εγώ ό,τι δήποτε και αν συμβή».

Εφ' όσον είσαι υγιής, η λεγομένη ανθρωπίνη οικογένεια δεν σοι

οφείλει απολύτως τίποτε, ούτε εργασίαν, ούτε περίθαλψιν, ούτε

πίστωσιν, ούτε όργανα εργασίας, ούτε προστασίαν, ουδέ καν

τεμάχιον άρτου. Έχεις βραχίονας και εις σε απόκειται να πορισθής

πάντα ταύτα. Αν δε η τύχη σε καταδιώξη και δεν δυνηθής με όλην

την καλήν διάθεσιν να εύρης ούτε πελάτας αν ήσαι δικηγόρος, ούτε

θαμώνας αν έχης καφφενείον, ούτε αυθέντην αν ήσαι υπηρέτης, αν

πρωίαν τινά σε μετέβαλεν ο κ. υπουργός από τελωνοφύλακος εις

παυσανίαν, και ματαίως εζήτησες δικόγραφα ν' αντιγράψης ή πρόβατα

να βοσκήσης, ω τότε είσαι βεβαίως άξιος να ονομασθής «οκνηρός,

ακαμάτης, χασομέρης, μπόσικος, ντεμπέλης». Μυριάκις ολιγώτερον

ταπεινωτική διά την φιλοτιμίαν σου είνε η ιδιότης του αρρώστου.

Και όχι μόνον από βιοποριστικάς φροντίδας είσαι απηλλαγμένος,

αλλά και από οχληροτάτας κοινωνικάς υποχρεώσεις, τας επισκέψεις,

τα επισκεπτήρια, τας εθνικάς και βασιλικάς εορτάς, το

χειροφίλημα, τα ονόματα, και την μετάβασιν εις τας κηδείας.

***

Αντί να φροντίζης κατά καθήκον περί των οικείων σου, τους βλέπεις

όλους φροντίζοντας περί σου. Όλους περί την κλίνην σου,

ανησύχους, προσεκτικούς, προθύμους, αφωσιωμένους, περιποιητικούς,

προσπαθούντας να ευχαριστήσωσι πάσαν σου επιθυμίαν ή και

ιδιοτροπίαν.

Οι φίλοι και οι γνώριμοί σου, οι συνήθως φροντίζοντες περί σου

όσον και περί του Χάνου της Ταρταρίας, νομίζουν ότι η καθιερωμένη

συνήθεια και το κοινωνικόν καθήκον επιβάλλει εις αυτούς να

ζητώσιν ειδήσεις σου και να υποκρίνωνται ολίγην ανησυχίαν.

Αν πάλιν συγγενείς και φίλοι σ' εγκαταλείψουν, ουδ' η τελεία

εκείνη εγκατάλειψις στερείται μικρού τίνος θελγήτρου. Η ιδέα ότι

παλαίεις μόνος κατά του πόνου και του θανάτου, έχει τι το

δυνάμενον να ικανοποιήση την φιλοτιμίαν σου. Σου παρέχει

ευκαιρίαν να παρομοιάσης τον εαυτόν σου προς τον μεγάλον ήρωα του

Αισχύλου, τον Προμηθέα Δεσμώτην, όστις απέμεινε κ' εκείνος επί

του ερήμου βράχου του μόνος μετά του σπαράσσοντος το ήπαρ του

γυπός, αφού τον εγκατέλειψαν αι άσπλαγχνοι Ωκεανίδες.

Πλην τούτου η γενική εκείνη εγκατάλειψις θέλει συμπληρώση τας

μελέτας και την πείραν σου περί της ανθρωπίνης καρδίας και θα σοι

παρέχη έπειτα ανεξάντλητον ύλην γέλωτος διά την πρώην πίστιν σου

εις το συγγενικόν και φιλικόν φίλτρον.

— Αλλά θα αισθάνωμαι τας δυνάμεις μου εκλιπούσας, τας αισθήσεις

μου ναρκουμένας, την κεφαλήν μου βαρείαν και δεν θα δύναμαι πλέον

να σκέπτωμαι.

— Και παραπονείσαι, αχάριστε, διά τούτο; Αφού επί τόσα έτη σ'

εβασάνισαν αι σκέψεις, ευεργέτημα βεβαίως και ουχί δυστύχημα είνε

η επί τινα καιρόν διακοπή της βασανιστικής λειτουργίας του

κουρασμένου εγκεφάλου.

Αν πάλιν διετήρησες λείψανά τινα αυτής, δεν είνε αμέτοχοι και

μελαγχολικής τίνος γλυκύτητος αι ιδέαι του γαληνιαίου τέλους του

δικαίου, της απαλλαγής από των εγκοσμίων βασάνων, της αιωνίου

ειρήνης, του παραδείσου των χριστιανών, της συνταυτίσεως μετά του

Θεού των πανθεϊστών, του Νιρβάνα των φιλοσόφων, και, διά να

είπωμεν την γυμνήν αλήθειαν, πολύ περισσότερον πάντων τούτων η

μέχρι της εσχάτης πνοής παραμένουσα ελπίς σωτηρίας;

***

Αλλά το μέγιστον υπέρ της αρρώστειας επιχείρημα είνε ότι δεν

δύναταί τις χωρίς ν' ασθενήση να εντρυφήση εις την υπερτάτην

μακαριότητα της αναρρώσεως.

Μετά ένα μήνα απολύτου νηστείας σου επιτρέπει ο ιατρός να φάγης

ένα ψημένον μήλον, ο δε πρώτος εκείνος επιτετραμμένος καρπός σου

φαίνεται ασυγκρίτως γλυκύτερος του συλλεγέντος υπό της Εύας

απηγορευμένου. Έπειτα μίαν σούπαν την ημέραν, δύο σούπες, τρεις

σούπες την ημέραν. Τις δεν λείχει τα δάκτυλά του ενθυμούμενος την

γεύσιν αμβροσίας της πρώτης πτέρυγος ορνιθίου και το γλυκύτερον

νέκταρος πρώτον ποτήριον οίνου;

***

Βαθμηδόν αι δυνάμεις σου, αι σωματικαί και διανοητικαί,

επανέρχονται και αισθάνεσαι ότι η νόσος σού απέδωκεν είδος τι

παρθενίας, ότι το πρώην σώμα σου το μολυσμένον, το κακόχυμον, το

εξηντλημένον και πεπαλαιωμένον, ανεκαινίσθη, ότι κυκλοφορεί εις

τας φλέβας σου νέον αίμα και νέαι σάρκες ενδύουσι τα οστά σου,

ότι σ' εχάρισε δευτέραν ύπαρξιν ο Πανάγαθος Θεός.

Αφού αποδοθής εις την οικογένειαν και τους φίλους σου, απομένεις

επί ικανόν ακόμη καιρόν χλωμός, πράος, γλυκύς, άκακος ως παιδίον,

ευπροσήγορος, ενδιαφέρων· όλους τους αγαπάς και όλοι σε αγαπούν,

χάρις εις την ευλογημένην αρρώστειαν, ήτις σε απήλλαξε πάσης

περισσείας χολής και σε κατέστησε σχεδόν ανεπίδεκτον οργής,

δυστροπίας και ερεθισμού.

***

Τι δε να είπωμεν περί της πρώτης μετά μακράν ασθένειαν εξόδου;

Μεταβλέπεις τον ήλιον, τα δένδρα, τα πεζοδρόμια, τας προθήκας των

εμπορικών, τας αγγελίας των θεάτρων, την φρουράν μεταβαίνουσαν

εις τα Ανάκτορα, τους ανθοπώλας, τους εφημεριδοπώλας, τα άλογα

και τους σκύλους. Και όσα σ' έκαμναν πριν να χασμάσαι, σε

θέλγουν, σ' ευφραίνουν και σε συγκινούν, διά τον μόνον λόγον ότι

εκινδύνευσες να μη τα μεταΐδης πλέον. Αν δε τύχη να σε στείλη ο

ιατρός εις το Φάληρον ή την Κηφισσιάν, πόσον πλέον πράσινα ή πριν

σε φαίνονται τα δένδρα και η θάλασσα κυανωτέρα!

***

Αλλ' ημέραν τινά εις το μέσον της οδού, ενώ έχασκες ακροώμενος

πλανόδιον οργανέτον, το οποίον είχες τόσον καιρόν ν' ακούσης,

βλέπεις διερχόμενον προ των οφθαλμών σου άλλον ασθενή, όστις δεν

είχε την καλήν τύχην να γλυτώση ως συ και μεταφέρεται ήδη εις το

τελευταίον του κατάλυμα εντός του πρώτου ή του δευτέρου

νεκροταφείου.

Η πένθιμος εκείνη παρέλασις, καίτοι ικανώς συνήθης εις τας οδούς

των Αθηνών, σοι προξενεί πρώτην φοράν εντύπωσιν βαθείαν και

συγκινεί της καρδίας σου τους μυχούς. Αλλά και πόσην αισθάνεσαι

απόκρυφον χαράν συγκρίνων την τύχην σου προς την του δυστυχούς

νεκρού!

«Αν ήμην εγώ, σκέπτεσαι, μέσα εις το αποτρόπαιον εκείνο φέρετρον,

θα μετέβαινα ως ούτος εν μέσω του αδιαφορούντος τούτου πλήθους

εις την μαύρην τρύπαν, από την οποίαν δεν εξέρχεταί τις πλέον. Οι

διαβάται θ' αφήρουν αναλγήτως τον πίλον των και θα εξηκολούθουν

τον δρόμον των ως πράττουσι τώρα. Ή εγώ ή άλλος δεν θα τους έμελε

τους αχρείους εγωιστάς. Η αλήθεια είνε, ότι πρέπει να ευχαριστώ

τον Θεόν, όστις ηυδόκησε να ευρίσκωμαι ορθός επάνω εις αυτό το

πεζοδρόμιον αντί να είμαι εξαπλωμένος μέσα εις το άσχημον εκείνο

κουτίον».

Επί τινας ακόμη εβδομάδας εξακολουθείς να παρατηρής τας κηδείας

μετά πολλού ενδιαφέροντος, νομίζων ότι οφείλεις να υποκλίνεσαι

μετά σεβασμού και συγκινήσεως προ των νεκρών εκείνων, μετά των

οποίων ολίγον έλειψε να συναριθμηθής, ως θα επεθύμεις να

υποκλίνωνται και οι άλλοι προ του ιδικού σου λειψάνου.

Η μαύρη στολή νεκροφόρου με τον σταυρόν εις την ράχιν σε προξενεί

ανατριχίασιν, προ πάντων αν είσαι ακόμη ολίγον ωχρός και τύχη ο

νεκροφόρος να σε κυττάξη ως να έλεγεν «Εσύ, φίλε μου, δεν θ'

αργήσης να λάβης την ανάγκην μου».

Εφ' όσον όμως παρέρχεται ο καιρός αποβάλλεις βαθμηδόν την

συνήθειαν να συγκινήσαι εκ της θέας των νεκρών, συλλογιζόμενος

τον εαυτόν σου. Αι παρειαί σου είνε ήδη στρογγύλαι και

ροδοκόκκινοι και έπαυσαν να σε κυττάζουν οι νεκροφόροι και συ να

προσέχης εις αυτούς. Μετ' ολίγον δε αποκαλύπτεσαι και συ

μηχανικώς και παρέρχεσαι αδιάφορος προ των δυστυχισμένων νεκρών,

προς τους οποίους ουδέν πλέον αισθάνεσαι κοινόν.

Ο καιρός εξακολουθεί το έργον του. Καθ' εκάστην αποβάλλεις μέρος

της ευαισθησίας σου και της ικανότητος προς συγκίνησιν και χαράν.

Τα χασμήματα υπερισχύουν και πάλιν και ο καθημερινός βίος σε

φαίνεται όπως πριν πεζός, πληκτικός, μονότονος και ανούσιος ως

νερόβραστος κολοκύνθη. Ουδ' υπάρχει ελπίς να γευθής και πάλιν την

ηδονήν να είσαι ζωντανός, εκτός αν ευτυχήσης να κρούσης και

δευτέραν φοράν εις του Πλούτωνος την θύραν.

(«Εμπρός» 11 Ιανουαρίου 1898).

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΓΙΔΙΖ ΚΙΟΣΚ

Οι αγαπώντες τα γραφικά θεάματα και έχοντες γρόνθους και αγκώνας

ικανώς ισχυρούς, ώστε να ευρίσκωσι τόπον και εκεί όπου δεν

υπάρχει, ουδαμού, πιστεύομεν, δύνανται κάλλιον να ευχαριστηθώσι

παρά επί του καταστρώματος των μικρών ατμοπλοίων, τα οποία κατά

πάσαν θερινήν εσπέραν μεταφέρουν τους Κωνσταντινουπολίτας εις τον

Πρίγκηπον, το Νιοχώρι και τα Θεραπιά. Όπως εις το ποίημα του

Δάντε, αντηχούσι κ' εκεί όλαι αι γλώσσαι και λάμπουσιν υπό τας

ακτίνας του δύοντος ηλίου όλα τα χρώματα, όχι μόνον του

ενδύματος, αλλά και του δέρματος πάσης καυκασίας, κιτρίνης ή

αιθιοπικής φυλής. Το ροδόλευκον της Αγγλίδος δεσποίνης παρά την

ώχραν του ινδού αυτής υπηρέτου, το χαλκόχρουν του Πέρσου και ο

έβενος της Αραπίνας. Περί δε του κυανού της θαλάσσης, της

πορφύρας της Δύσεως, των λευκών μιναρέδων και των μαύρων

κυπαρίσσων δεν δύναμαι να είπω τίποτε, διά τον λόγον ότι την θέαν

αυτών μου απέκρυπταν αι ράχεις, τα ομπρελάκια, τα σαρίκια, οι

ατζέμικοι σκούφοι και τα υψηλά καπέλα των συνεπιβατών μου.

Κάτωθεν ενός των καπέλων τούτων διέκρινα σπανόν πρόσωπον, του

οποίου δεν με ήτο βεβαίως άγνωστος η μεγάλη μύτη, ήτις το

εχώριζεν εις δύο ίσα μέρη ως η σειρά των Απεννίνων την Ιταλίαν.

Ενώ επροσπάθουν να ενθυμηθώ πού και πότε έτυχε και άλλοτε να την

θαυμάσω, ο κάτοχος αυτής, ο έχων, ως φαίνεται, καλλιτέραν της

ιδικής μου μνήμην, με εχαιρέτισεν ονομαστί και βλέπων με ακόμη

διστάζοντα επρόσθεσε μειδιών:

— Δεν με γνωρίζετε; Είμαι ο Βορμ, ο πρώτος κωμικός του θιάσου

του Λαβέρν εις το θέατρον των Αθηνών. Εγώ έπαιζα τον Φριτζ εις

την «Μεγάλην Δούκισαν» και έπειτα τον «Κυανοπώγωνα». Με

επροσκαλέσατε μίαν Κυριακήν μαζί με τας τρεις μου γυναίκας να

φάγωμεν ένα αρνί εις την Πεντέλην.

Ταύτα μου ενθύμιζαν ευχαρίστους νεανικάς ημέρας.

— Και τι απέγειναν, ηρώτησα, αι τρεις σου γυναίκες; Η Αλαϊζά τι

κάμνει;

— Ξετρελαίνει τους Βεδουίνους εις το Αλγέρι.

— Η Ζουάννα που είνε;

— Είνε μαγείρισσα εις την Μασσαλίαν.

— Η εύμορφη Εύα τι έγεινεν;

— Έγεινε πολύ άσχημη.

— Και συ τι κάμνεις;

— Εξακολουθώ να κάμνω τον κόσμον να γελά.

— Θα έλθω αυτάς τας ημέρας να με κάμης πάλιν να γελάσω.

— Πολύ λυπούμαι, αλλά τούτο είνε αδύνατον.

— Διατί αδύνατον; Αφού το κατώρθωνες καθ' εσπέραν εις τας Αθήνας

και δεν έπαθα έκτοτε υποχονδρίαν; Μήπως έχασες την κωμικήν σου

δύναμιν;

— Όχι, δόξα τω θεώ. Αύτη μάλιστα επενταπλασιάσθη, αφού μου την

πληρώνουν εδώ το πενταπλάσιον των όσα μ' εδίδατε εις τας Αθήνας.

Ήθελα μόνον να είπω ότι δεν είνε εύκολον πράγμα να εισέλθη κανείς

εις το θέατρον όπου παριστάνω.

— Τόσο γεμάτο είνε πάντοτε;

— Εξ εναντίας σχεδόν άδειον.

Ο κ. Βορμ ηυδόκησεν επί τέλους να λύση την απορίαν μου πληροφορών

με ότι ο θίασός του δεν ανήκεν εις το κοινόν, αλλ' αποκλειστικώς

εις τον Σουλτάνον και το ιδιαίτερον αυτού ανακτορικόν θέατρον.

— Ο Σουλτάνος έχει θέατρον;

— Τέλειον και κομψότατον εις το Γιλδίζ-Κιοσκ. Εκεί παριστάνομεν

δύο φοράς την εβδομάδα ενώπιον της Α. Μεγαλειότητος, των αυλικών

του και των κυριών του Χαρεμίου.

— Σε συγχαίρω, απεκρίθην μετά τινος ζηλείας· τας λέγουν ωραίας.

— Δυστυχώς δεν τας βλέπομεν, διότι είνε κρυμμέναι απ' οπίσω από

χρυσόν κιγκλίδωμα ως αι ιδικαί σας κυρίαι εις τας εκκλησίας της

Σύρας. Ακούομεν μόνον τα γέλοια και τα χειροκροτήματά των.

— Και τι παίζετε; Οπερέτας του Οφεμπάκ;

— Κάποτε και κωμωδίας.

— Τίνος; Του Δουμά, του Παγερών;

— Όχι· του Σουλτάνου.

— Ο Σουλτάνος γράφει γαλλικάς κωμωδίας! ανέκραξα μετ' ευλόγου

απορίας.

— Δεν είπα ότι τας γράφει. Ακούσατε, παρακαλώ. Η Αυτού

Μεγαλειότης ευδοκεί ενίοτε να μας κράζη εις τα ανάκτορα ολίγον

προ της ώρας του δείπνου και να μας εκθέση είτε διά δραγουμάνου

είτε και ο ίδιος, όπως ημπορεί, την υπόθεσιν και τας κυριωτέρας

της κωμωδίας του σκηνάς, διανέμων εις έκαστον το μέρος του και

εξηγών με πολλάς χειρονομίας πώς εννοεί να παρασταθή. Έπειτα

πηγαίνει να δειπνήση, ενώ ημείς τρέχομεν να ετοιμάσωμεν τα

φορέματά μας και να συμφωνήσωμεν χονδρικώς περί του διαλόγου, τον

οποίον πρέπει έπειτα ν' αυτοσχεδιάσωμεν επί της σκηνής. Εξ όλων

των δραματογράφων μόνος ο Σουλτάνος κατορθώνει να παρευρεθή εις

την παράστασιν των έργων του μίαν ώραν αφού τα συνθέση.

— Η ιδέα, απεκρίθην, δεν είνε εντελώς πρωτότυπος. Το αυτό

περίπου κάμνουν εις τα λαϊκά θέατρα οι Ιταλοί αυτοσχεδιασταί και

ιδίως οι παλιάτσοι. Τοιούτου είδους παραστάσεις ωνειρεύετο επί

πολλά έτη η Γεωργία Σάνδη. Αλλ' ηναγκάσθη να παραιτηθή αυτών μη

ευρίσκουσα ηθοποιούς ικανούς ν' αυτοσχεδιάσωσιν άλλο τι παρά

τετριμμένας κοινοτυπίας ή πρωτοτύπους ανοησίας. Κρίμα ότι δεν

έτυχε να σας γνωρίση εγκαίρως. Αλλ' ειπέτε μου, παρακαλώ, αξίζουν

τίποτε αυταί αι σουλτανικοί κωμωδίαι;

— Το μόνον το οποίον δύναμαι με πλήρη πεποίθησιν να βεβαιώσω

είνε, ότι προξενούν πάντοτε μεγάλην εντύπωσιν εις το ιδιαίτερον

αυτού αυλικόν ακροατήριον.

— Τούτο βεβαίως αρκεί. Πολύ σπουδαιότερον παρά να ηξεύρη τι

λέγει είνε διά τον δραματοποιόν να ηξεύρη προς ποίους ομιλεί,

αποφεύγων να προσφέρη μαργαρίτας εις τους προτιμώντας τα

βαλανίδια.

— Εις τοιούτον σφάλμα δεν υποπίπτει ποτέ η Α. Μεγαλειότης. Αι

υποθέσεις των κωμωδιών του διακρίνονται προ πάντων διά την

επιτυχίαν της εκλογής. Την τελευταίαν φοράν που μας έκραξε,

«Επιθυμώ, είπε, να μου παραστήσετε ένα αυλάρχην τίμιον μεν και

αφωσιωμένον εις τον κύριόν του, αλλά ασυλλόγιστον και

σαστισμένον. Ούτος διατάττεται μίαν ημέραν αιφνιδίως να ετοιμάση

συμπόσιον δι' εκατόν ανθρώπους, και αμέσως τα χάνει. Δίδει εις

τους αρχιτρικλίνους και τους υπηρέτας διαταγάς ασαφείς και

αντιφατικάς. Όλοι τρέχουν δεξιά και αριστερά, συγκρούονται και

θραύουν ποτήρια και πινάκια. Ο φέρων επί της κεφαλής ταβλάν

υπηρέτης σκοντάπτει, πίπτει και σκορπίζει κατά γης τα πιλάφια, τα

γιαούρτια και τους ντολμάδες. Η ώρα εν τούτοις προχωρεί και

τίποτε δεν είνε έτοιμον. Άμα διορθωθή μία ζημία διαδέχεται αυτήν

άλλη μεγαλειτέρα. Ο αυλάρχης κυττάζει με αγωνίαν το ωρολόγιον και

μαδά τα γένεια του από την απελπισίαν. Το μάδημα όμως δεν ηδύνατο

να εμποδίση τους δείκτας να τρέχουν και, εφ' όσον επλησίαζεν η

ώρα, τόσον ηύξανεν η αταξία. Αύτη ήτο εις το κατακόρυφον και η

αίθουσα του γεύματος ωμοίαζε κατάστρωμα πλοίου δερομένου υπό της

τρικυμίας, όταν εισήλθεν ο ηγεμών με τους προσκαλεσμένους. Ο

δυστυχής αυλάρχης τρέχει να ριφθή εις τους πόδας του κράζων

«Αμάν!» και ο πολυεύσπλαγχνος αυθέντης του, αφού διέταξε να τον

ρίψουν εις την θάλασσαν διά να τον τρομάξη, ευδοκεί έπειτα, μετά

αυστηράν νουθεσίαν, να τον συγχωρήση. Αυτά να μου παραστήσετε και

να είνε όλα έτοιμα μετά μίαν ώραν».

Διηγήματα(#32529) · 第 2 / 7 题