Αφού είχε γίνη το κακό στην Πόλη, κατόρθωσαν οι φίλοι του να φύγη.

Τον έφεραν πια τρελλό στο Παρίσι. Έμεινε δυο χρόνια άρρωστος. Όταν

πήγα στην εξοχή, εκεί τον άφησα. Μήτε γω μήτε κανένας άλλος δεν

μπορούσε να τον πλησιάση. Μια μέρα πήγαν και του είπαν, τάχατις για

να τον ησυχάσουν, πως η αδερφή του παντρέφτηκε και πήρε το νέο το

μουσικό που την αγαπούσε. Μήτε θέλησε να τακούση. Θύμωσε και φώναξε·

«— Πάλε ψεφτιές! Εγώ ξέρω την αλήθεια.» Δεν ήθελε ο δύστυχος να

τακούση και γύρεβε να μην το μάθη, για να μη διή πως είχε σκοτώσει

άδικα τη Λέλα. Ο Καρλής είναι στην Πόλη γνωστός. Παντού είναι

γνωστός ο Καρλής.

ΔΕΦΤΕΡΟΣ ΠΛΙΚΟΣ

Καλέ μου Ψυχάρη,

Πήγες στην εξοχή κι απόμεινα στο Παρίσι δίχως φίλο. Τι δε μου

γράφεις; Το παράκαμες πια. Περίεργη αρρώστια που την έχεις! Τη λες

αγραφιά και γελάς. Κάλλια, αντίς να της βρης όνομα, να της έβρισκες

γιατρικό. Τόμους αλάκαιρους μας κατεβάζεις κι άμα είναι να γράψης

γράμμα, η πέννα σου ξερή και το καλαμάρι σου γεμάτο άμμο. Έννοια

σου, καλέ μου. Μαζί σου θα θυμώσω; Και δε σε ξέρω; Πού προφταίνεις

εσύ να μου γράψης; Πού σ' αφίνουν ησυχία; Είμαι βέβαιος που στην

Πόλη και στην Αθήνα, μάλιστα στην Πόλη, όλα τα περιοδικά, όλες οι

φημερίδες, όλα τα τυπογραφεία θα σου ζητούν κάτι να τους δώσης. Μη

βλέπης που σε βρίζουν· είναι αλήθεια που σε βρίζουν, αδερφέ μου, μα

σε διαβάζουν κιόλας. Τι φτειάνεις εκεί κάτω; Τάβαλες πάλε με κανένα

δάσκαλο; Σου βγήκε πάλε στη μέση το Χατζηδουλάκι του Κόντου, ή

ξετρύπωσε άξαφνα κανένα άγνωστο Νεροποντίκι από μέσα από τις λάσπες;

Καμιά φορά μου στέλνουν και μένα οι βρεκεκεξιάρηδες κάτι φυλλάδες

που σε χτυπούν. Εγώ τους το είπα· δε μου αρέσουν αφτά. Να κοπιάζης

μέρα νύχτα για μας και να σε λεν τέτοιες αηδίες, δεν ταιριάζει κ'

είναι ντροπή. Εσύ όμως, το ξέρω, μήτε τα προσέχεις, μήτε γυρίζεις να

κοιτάξης. Τραβάς ίσια το δρόμο σου, σα να μην είταν οι δασκάλοι στον

κόσμο. Θα μελετάς πάλε κανένα βιβλίο που θα μας αραδιάσης με τη

σειρά τους γενικά, απρόσωπα ζητήματα της επιστήμης. Έχεις άδικο,

Ψυχάρη. Μη χολοσκάνης τους δασκάλους, αποκρίσου τους και μια φορά.

Παρ' τους έναν έναν, πες πια και τόνομά τους, δείξε στον Πέτρο πως

μιλεί για όσα μήτε είδε στόνειρό του, δείξε στον Πάβλο πως είναι

σοφιστής και με πονηριά παιδιακήσια, καμώνεται πως είπες εκείνα, που

δε λες· μέτρησε τα λάθη του να χαμηλώση τη μύτη, βάλε μέσα

προσωπικότητες και βρισιές. Έτσι χαίρουνται τουλάχιστο οι δασκάλοι.

Αφτά μόνο γυρέβουν. Ακόμη δεν το κατάλαβες; Τι αθώος που είσαι! Εσύ

μήτε ξέρεις τόνομά τους.

Μην κάθεσαι όλο και σπουδάζης. Αχ! καημένε μου Ψυχάρη, άφησε πια και

συ τις μεγάλες τις δουλειές, τη γλώσσα και τη γλωσσολογία. Θέλεις να

σου πω την αλήθεια; Δεν αξίζουν όλα αφτά· ένα πράμα μόνο αξίζει· η

μικρούτσικη, η λίγη μας η ζωή. Πολύ καλήτερα από μένα στο ξήγησε,

είναι τώρα χρόνια και χρόνια, ο γέρος μας ο Αριστοτέλης. Να νοιώθης

πως νοιώθεις και να συλλογιέσαι πως συλλογιέσαι, αφτό είναι ζωή.

Πόνεσε, βασανίσου, δεν πειράζει· τουλάχιστο ζης. Τι είναι η εφτυχία;

Μια ενέργεια. Φτάνει κάτι να κάμνης, κάτι να νοιώθης, κάτι να

συλλογιέσαι, και να ξέρης πως συλλογιέσαι και πως νοιώθεις· τότες

έζησες, σώνει. Εκεί που πια δεν είναι ενέργεια καμιά, εκεί που σου

κατάντησαν όλα αδιάφορα, που για τίποτις δε σε μέλει, εκεί μη

γυρέβης τον παράδεισο, αν και φαίνεται παράδεισος να μην έχης

έννοιες, πίκρες και καημούς. Κάλλια την κόλαση παρά τέτοια

παράδεισο. Δύσκολο, φίλε μου, να ζη μόνη, έρημη η ψυχή· πώς θέλεις

τότες να ενεργήση, να μπη σε δουλειά, ναγαπήση ή να μισήση; Δεν

άκουσες τι λέει ο γέρος· «Μονώτη μεν ουν χαλεπός ο βίος· ου γαρ

ράδιον καθ' αυτόν ενεργείν συνεχώς, μεθ' ετέρων δε και προς άλλους

ράον.»

Ίσως εκείνη την ώρα που το είπε, είταν και κείνος μόνος.

Ζήσε, καλέ μου, και συ· μη διαβάζης πάντα βιβλία· προσπάθησε να

διαβάσης λιγάκι και μέσα στην καρδιά μας, τι γράφει. Μην κλειδώνεσαι

στη βιβλιοθήκη σου ολημερίς. Έβγα όξω, να πάρης την αναπνοή σου. Πες

μας τα βάσανα που πονούμε, κουβέντιασε με την ψυχή μας, μην πολεμάς

όλο να καταπείσης το νου μας. Ψυχή έχουμε· ο νους σα να μας λείπη

ακόμη. Ας κάμουν το ίδιο κ' οι δασκάλοι. Ας αφήσουν τον Κόντο κι ας

κοιτάξουν τη ζωή. Δε με βλέπεις εμένα; Εσύ, φίλε μου, ξέρεις τι είδα

και τι έπαθα. Κι ωςτόσο τίποτις δε λυπούμαι. Οι ώρες εκείνες είταν

οι μόνες ώρες της ζωής μου.

Μήπως δεν είμουν και γω μια φορά σαν και σένα; Με γνώρισες παιδί και

με θυμάσαι. Ορμητικός, γενναίος — κ' ένα φιλότιμο ρωμαίικο, τι θες

παραπάνω; Να μη με ξεπεράση κανένας, παντού να φανώ πρώτος στην

τέχνη και στην επιστήμη, κάτι να είμαι, νακουστή τόνομά μου. Το

κεφάλι μου καζάνι· έβραζαν ιδέες μέσα, ποια να πρωτοβγή! Και δος του

βιβλία, μελέτη, γραψίματα, φωτιά. Τόσα χρόνια μάζωνα, έγραφα,

διάβαζα. Και τώρα!...

Διές εδωπέρα στο σπιτάκι που νοίκιασα κοντά κοντά στο Παρίσι, διές

τι ήσυχος που είμαι. Το παραθύρι μου είναι ανοιχτό και κοιτάζω πού

και πού το περιβόλι, γιατί έχω και περιβόλι. Ταγέρι το χαδεφτικό που

φυσά μέσα στα λουλούδια και που παίζει μαζί με τα φύλλα, είναι η

μόνη μου χαρά. Τι γλυκειά που είναι η μυρωδιά του! Εδώ που κάθουμαι

είναι ίσκιος και μια ολόδροση ζέστη γέμισε την κάμερή μου. Το

πράσινο χορτάρι, οι τριανταφυλλιές κ' οι μηλιές, το πουλί που πηδά

και κάμνει σκαλοπάτι το κλαδί, ο ήλιος και το καλοκαίρι, αφτά μου

αρέσουν κι αφτά ξέρω τώρα. Αφτά μου έμαθαν τι είναι η ζωή· αφτά

είναι η ζωή· η ζωή μου είταν αφτά. Μου θυμίζουν τα παλιά τα χρόνια

και για τούτο ταγαπώ. Αφτά μου απόμειναν κι άλλο τίποτις δεν έχω. Σα

νάδειασε ο κόσμος με μιας. Ο τοίχος του περιβολιού μου είναι χαμηλός

και βλέπω πέρα πέρα κάμπους και πρασινάδες. Ο ουρανός από πάνω

μοιάζει σα γαλανή πεδιάδα που κοιμάται. Δε γυρέβω να μάθω αν είναι

πουθενά κανένας πλανήτης στον ουρανό καλήτερος από το δικό μας. Δε

γυρέβω να μάθω αν υπάρχει πουθενά καμιά αιώνια πρασινάδα. Έρημος ο

κάμπος για μένα κι ο ουρανός ερημιά. Ξέρω πως η αγάπη πουθενά πια δε

θα καρπώση.

Όλα, φίλε μου, σαν όνειρο μου φαίνουνται, όλα σαν παραμύθι. Ή τώρα

να χαλάση ο ουρανός και να καταστραφούν οι κάμποι, ή χρόνια ακόμη να

βαστάξουν, το ίδιο δεν είναι; Πάντα μια μέρα θα χαθούν. Και δεν

αξίζει να κοπιάζης. Το χέρι να κουνήσω, ένα βήμα να κάμω, να πάρω

χαρτί και να γράψω, όλα μου έρχουνται σαν παραμύθι. Δεν είμαστε όλοι

μας σαν παραμύθια, παραμύθια που περπατούνε — ή που κάθουνται:

Γεννήθηκες, έζησες, πέθανες. Και τι βγαίνει;

Κάθουμαι στη φωλιά μου και συλλογιούμαι. Τόσο μου φτάνει. Εδώ κρότο

δεν ακούς, παρά τα δέντρα που ψιθυρίζουν. Και κοντά κοντά, μόλις

μισή ώρα διάστημα, τρέχει, φωνάζει, βράζει το Παρίσι. Πηγαίνω και γω

κάποτες να διώ, τρέχω με τους άλλους, και μάνι μάνι γυρίζω πάλε

σπίτι με το βαποράκι που κατεβαίνει τον ποταμό. Τέτοια κ' η ζωή μου.

Έρχουμαι από τα πανηγύρια κι από τις χαρές, και να που βρέθηκα με

μιας ολομόναχος στην έρημη τη σπηλιά.

Κατοικούσα παλάτι λαμπρό· το είχα χτίσει ο ίδιος. Έβαλα μέσα πλούτο

και θησαβρούς, έβαλα χρυσές ελπίδες και μάνταλο χρυσό. Έβαλα μέσα ό

τι είχα. Δεν είτανε μάρμαρο το παλάτι, ούτε σίδερο, ούτε ξύλο. Οι

κάμαρες, οι σκάλες, τα ντουβάρια, τα πατώματα και τα ταβάνια είτανε

ψυχή, μια ψυχή που τα ζωντάνεβε όλα. Είχα φτειάξει το βασιλικό μου

το παλάτι με την ψυχή της. Άξαφνα γκρέμησε το παλάτι και τώρα είναι

απέραντη η μοναξιά γύρω γύρω. Τι να παραπονεθώ; Δεν παραπονιούμαι.

Τι φοβούμαι; Κανένα μεγαλήτερο κακό; Δεν μπορεί πια τίποτις να πάθω.

Έπαθα τώρα το πιο φοβερό δυστύχημα της ζωής μου και ξέρω ποιο είναι.

Δε βασανίζουμαι· δεν τυραννιούμαι. Είμαι ήσυχος κι απελπισμένος.

Έπρεπε να γίνη, αφού την αγαπούσα.

Μη μου λες όμως, τώρα που έγινε, τώρα που το θέλησα, που τόκαμα ο

ίδιος, μη μου λες πως το μετάνοιωσα και πως για τούτο είμαι

απελπισμένος. Εγώ φταίω που έγραψα τέτοια λέξη· άλλη δε βρίσκω και

για να με καταλάβης, έπρεπε καμιάν άλλη να βρω. Απελπισμένη καρδιά

είναι η καρδιά εκεινού που το πάθος, κανένα τρομερό, άγριο πάθος του

μανίζει στα σωθικά του. Λες πως έχει μέσα του φωτιά και θέλει να

ξεσπάση, σαν το πυρωμένο το βουνό, που το τρώει και το δαιμονίζει

μια φλόγα, ώςπου η φλόγα να βγη όξω, να χυθή, γιατί πρέπει να

ξεθυμάνη, γιατί κι ο απελπισμένος άλλη ελπίδα δεν έχει να γλυτώση,

παρά να σπείρη όλεθρο και χαμό, αφού στο βόθρο της ψυχής του θρέφει

την κόλαση που θα τον πνίξη. Είμαι και γω δίχως ελπίδα· μα κοίταξε

το βουνό, όχι όταν αστραποβολά και μουγγρίζει, διές το σαν πέρασαν

αιώνες κ' ησύχασε πια. Έσβησε το καμίνι· λίγο λίγο στρώθηκε και

πάγωσε το χώμα· η τρύπα η αναμμένη που βροντούσε, έκαμε πάτο βαθιά

κάτω στη γις και δε σαλέβει. Σώπασαν όλα. Από τα σύννεφα απάνω

πέφτουν πέφτουν οι βροχές κάθε μέρα. Ανεβαίνουν τα νερά και

ξαπλώνουνται σιγά σιγά σα γαλήνη. Η λύπη η δική μου μοιάζει με τη

λίμνη που κοιμάται μέσα στο βουνό, μακριά, στη μοναξιά, παραιτημένη,

που άνεμοι κι ανεμοζάλες δεν την κοιλούνε. Μήτε χόρτο μήτε λουλούδι

στην άκρη της δε φυτρώνει· γύρω γύρω, σα στεφάνι, ίσια με την κορφή

του βουνού, βγήκαν τα κυπαρίσσια και σκεπάζουν τον ουρανό. Είναι η

λίμνη ατάραχη και κρύα· είναι μάβρη η θωριά της. Τα κύματά της δεν

αφρίζουν, και θλίψη παντοτεινή φωλιάζει μέσα στον ίσκιο που τη

γεμίζει. Ποτές ο ήλιος δε θα την παρηγορήση.

Παρηγοριά δεν έχει η ζωή μου, μα ο πόνος δε με τρελλαίνει, δε χτυπώ

τα στήθια μου, δε φωνάζω. Μια στιγμή, ένα δέφτερο της στιγμής,

νόμισα και γω πως θα χάσω τα λογικά μου· δεν είμουν όμως ποτέ σαν το

καμίνι εκείνο· είμουν πάντοτες σαν τη λίμνη. Μήτε απελπισμό ξέρω

μήτε απελπισία· πώς να σου το πω; Είναι πιο μεγάλο το κακό μου και

γιατρεμό δεν έχει. Είναι η ανελπισιά.

Εσύ που πολεμάς με τους δασκάλους, εσένα που οι δασκάλοι σε

πολεμούνε, το στομάχι σου είναι γερό κι από τέτοια δε νοιώθεις. Μήτε

απελπισία μήτε ανελπισιά δε σου ήρθε ποτές σου, και για τούτο καμιά

φορά απορείς μ' όσα σου γράφω, ή δίνεις στα λόγια μου ένα νόημα που

δεν έχουν, που δεν μπορεί νάχουν. Άλλος είναι ο καημός μου. Ναι!

είναι αλήθεια· παντρέφτηκε, τον πήρε· ναι! είναι αλήθεια που συχνά

μου φαίνεται σα νάγινε ποτάμι η ψυχή μου, σα να βράχηκε από τα

κλάματα τα πολλά. Ναι! μα μη λες πως είναι ζούλια. Η ζούλια, φίλε

μου, είναι μια καταχνιά που κυλιέσαι μέσα της δίχως να βλέπης πια τι

σου γίνεται, που κάθε ώρα φοβάσαι, που τρέμεις να μάθης κι όλο

γυρέβεις να μάθης, που δε θέλεις μάτι να την κοιτάξη κι ανέμου

φυσιματιά να την αγγίξη, που σε πιάνει φρίκη μήπως σε ξεχάση μια

στιγμή, που ησυχία δε βρίσκεις, γιατί ξέρεις πως η ζωή είναι λίγη,

γιατί είναι απέραντος ο πόθος της ψυχής και δε χορταίνει, γιατί όλα

μας αποχαιρετούν, όλα ένα ένα μας αφίνουν, εκεί που τα ζητούμε

αιώνια όλα, γιατί άμα σου πη μια γυναίκα πως σ' αγαπά και την

αγαπήσης εσύ με το χτύπημα της καρδιάς σου, άρχισε η μεγάλη ταραχή,

ξεφυτρώνουν οι υποψίες, σκιάζεσαι με το παραμικρό, με το πιο

ασήμαντο πράμα, δεν μπορείς να γλυτώσης από τον καημό, όχι τάχατις

πως την έχεις άπιστη εκείνη, όχι πως αλήθεια σε γελά, μα γυρέβεις

μια αγάπη που ο κόσμος δε θα στη δώση, μια ατέλειωτη αγάπη, μια

αγάπη ακέρια και παντοτεινή, που σύννεφο δεν την είδε, που τίποτις

δεν τη λιγοστέβει, μια αγάπη που κάθε λογισμός της αγαπημένης να

είναι δικός σου, που μήτε η ομορφιά τουρανού μήτε της άνοιξης τα

χάδια να μην είναι άξια να μαγέψουν τη μονάκριβη κόρη, να της

βάλουν, ας είναι και μια στιγμή, άλλη ιδέα στο νου της, άλλη χαρά,

ξένη χαρά στην ψυχή της, μια αγάπη που, θέλει δε θέλει, να μην

μπορέση να σε γελάση, ας είναι και με το φύλλο που παίζει, ας είναι

και με το φως που λούζει το πρόσωπό της, μια αγάπη που πρέπει να

είναι όλη της για σένα και μόνο, να τη βαστάς, να τη φυλάης πλάγι

σου κάθε ώρα, σαν το φιλάργερο που κρύφτει το μάλαμά του, για να μην

το λερώση κι ο ήλιος ο ίδιος.

Εγώ έχασα το θησαβρό μου και δε θα τον ξαναβρώ. Δεν μπορώ πια μήτε

να τον κρύφτω μήτε να ζουλέβω. Ναι! θέλησα και γω αγάπη παντοτεινή,

μοναδική και γεμάτη. Ξέρω όμως, έμαθα τώρα πως δεν είτανε για μένα.

Δε με γέλασε, δε μου είπε, εκείνη τη βραδειά, πως μ' αγαπούσε. Τι να

φοβηθώ; Για να φοβάσαι, πρέπει ή να σ' αγαπά ή τουλάχιστο να στο

λέη. Τέτοια τύχη δεν την είχα· δεν άκουσα ψεφτιά από το στόμα της να

βγη! Κλαίω τώρα μοναχός μου. Ο πόνος μου είναι πικρός· είναι η ψυχή

μου λαβωμένη. Μα δεν το συλλογίστηκα μήτε να γδικηθώ μήτε να

σκοτώσω. Μη σε μέλη. Οθέλλος δεν είμαι και δε θα γίνω.

Οθέλλος! Γιατί μου μιλείς όλο για τον Οθέλλο; Σου φαίνεται τάχα και

τόσο ζουλιάρης ο Οθέλλος; Να σου πω, δεν τον έχω για πολύ ζουλιάρη.

Ο ζουλιάρης, κι από παιδί θα τον καταλάβης πως είναι ζουλιάρης.

Εκείνος απαρχής δε ζουλέβει, και στο τέλος πάει κ' η ζούλια του·

πέθανε η Δεσδεμόνα, δεν του απόμεινε υποψία καμιά. Είταν περαστικό

το κακό του. Για να κορώση, έπρεπε νάρθη ένας τρίτος να του βάλη

λόγια. Έπειτα, τι θέλεις; Είναι και παντρεμένος. Για την αγάπη του

φοβάται ή για την τιμή του; Αν είναι φιλότιμο, τι μας πειράζει εμάς;

Ο ίδιος σου λέει πως μίσος δεν έχει και πως φρόντισε μόνο να πεθάνη

έντιμος. Μην κοιτάζης που ξεστομίζει μια φορά μπροστά στη Δεσδεμόνα

και κάτι βρώμικα λόγια — εμείς τουλάχιστο τα δασκαλέψαμε, γιατί εκεί

που μιλεί εγγλέζικα ο ποιητής, βάλαμε λέξες αρχαίες· μην κοιτάζης

που είναι σαν το μπακίρι η θωριά του. Μάβρος δεν είναι. Είναι λόρδος

και δεν το σηκώνει η αφεντιά του να δώση η μιλέντη σε κανένα

μορφονιό μαντίλι δικό του. Αχ! εκείνο το μαντίλι! Να μην είταν το

μαντίλι, δε θα είταν κ' η ζούλια. Τα φέρνει όλα ένα περιστατικό που

μπορούσε και να μην υπάρξη· δεν τα φέρνει το πάθος μονάχο. Εμείς τα

περιστατικά τα φτειάνουμε απατοί μας, με την ψυχή μας τα φτειάνουμε,

τα φέρνουμε, δε μας φέρνουνε τίποτις αφτά· φτάνει νακούσουμε μια

λέξη κι ανάβουμε. Εκείνος με μιας δε γίνεται θεριό· ο άγγλος, λέει,

θέλει ώρα να θυμώση· πρέπει πρώτα να το συλλογιστή. Ρωμαίικο αίμα

δεν έχει. Να μη σε πειράξη ο λόγος μου, εσύ που μας έβαλες ταίρι

ταίρι στην Ακρόπολη απάνω, το Σαικσπείρο με τους Αρχαίους, μα το

κάτω κάτω ο Σαικσπείρος είναι και ξένος. Τι θα τον κάμουμε εμείς;

Μπορεί στη Λόντρα έτσι να είναι τα πράματα και να θέλη Γιάγο ο

ζουλιάρης. Μα τι λες και συ; Ό τι κι αν είναι η καρδιά μας, μικρή

μεγάλη, καλή κακή, δεν το νομίζεις πιο σωστό για την ώρα, να

μεταφράζουμε στη γλώσσα μας την καρδιά τη δική μας, παρά των αλλονών

την καρδιά; Εμείς ζουλέβουμε μοναχοί μας· δεν έχουμε ανάγκη τους

Γιάγους, κι αν έρχουνταν κανένας Γιάγος να μας πη τίποτις, πρώτα

πρώτα θα παίρναμε υποψία και θα ζουλέβαμε για το Γιάγο τον ίδιο,

μήπως και κάτι τρέχει. Η αγάπη μας γίνεται μέσα μας Γιάγος.

Μήτε τρικυμιά μήτε θόρυβος κανένας με ταράζει, μήτε κανένα μίσος με

θερίζει. Αξεδιάλυτη λύπη, που μου περεχύνει την ψυχή, μου έρχεται

όταν τη συλλογιούμαι. Πόσο την αγαπώ! Δεν τη θυμάσαι τη Μοιρίτα με

τα μάβρα της τα μαλλιά, με τα ήσυχα τα μάτια, με το σοβαρό, το γλυκό

πρόσωπό της, με ταθώα της τα χείλια, τη μελαχρινή, τη

σιγανοπερπάτητη κόρη; Τι αμηχάνεφτη, τι απονήρεφτη που είταν! Τι

ουράνια καλοσύνη που την είχε! Και την ώρα εκείνη που όλα μου τα

είπε, ήξερε ακόμη να μαλακώση, να χαδέψη τον πόνο μου τρυφερά. Πάντα

το βλέπω εκείνο το νησί, το νησί μας εκεί κάτω, που μυρίζει με τις

γαζίες και που λαμποκοπή με τον ήλιο. Δε θα με πάη, δε θα με φέρη

πια στην Πρίγκιπο το βαπόρι; Δε θανεβώ πάλε στον Άη Γιώργη; Αχ! φίλε

μου, πέντε χρόνια που δεν την είδα τη Μοιρίτα. Να μην την ξαναδιώ

και ποτές μου! Ίσως κάλλια που ζω, ίσως κάλλια να μην πεθάνω, για να

γίνη κι αφτό καμιά μέρα.

Κάθεται πλάγι μου η Μοιρίτα, όταν καθήσω, περπατεί μαζί μου, όταν

περπατώ. Η Μοιρίτα, παντού η Μοιρίτα. Κάποτες μου φαίνεται σα να μην

είμαι πια τίποτις εγώ, σαν ο ίδιος να μην υπάρχω, σα να είταν όλο

μέσα μου εκείνη, σα νάγινε νους μου, αίμα μου, κόκκαλό μου και ψυχή

της ψυχής μου. Ένα λόγο να πω ακούω τη φωνή της, ένα κίνημα να κάμω

είναι κίνημά της, να γυρίσω να διώ, με τα μάτια της βλέπω. Δε ζω, ζη

εκείνη. Μια στιγμή να φύγη, να μην την έχω μέσα μου σαν που την έχω,

μια στιγμή να την ξεχάσω, είναι σα να ξεχνιούμουν ο ίδιος. Καμιά

φορά, όταν παν κ' έρχουνται οι λογισμοί, όταν περνά η μέρα και δεν

μπορώ άλλο να θυμηθώ παρά την ώρα εκείνη που την αποχαιρέτησα, όταν

τη βλέπω που μ' αποχαιρετά και δε μου βγαίνει ο χωρισμός από την

καρδιά κι από το νου, τότες μου φαίνεται πως πάλε μ' αφίνει και με

μιας θολοσκεπάζεται ο κόσμος, πως κατεβαίνει κατεβαίνει η

καταχνιά... Το νοιώθω πως την αγαπώ σαν και πρώτα και το νοιώθω πως

είναι αδύνατο να κάμω χωρίς τη Μοιρίτα.

Άδικα με μαλλώνεις· με λυπάσαι που πονώ και μου λες πως εγώ φταίω,

πως δεν έπρεπε να φύγω, πως είταν πιο φρόνιμο να την πάρω γυναίκα.

Ξέρω γιατί μου μιλείς έτσι· στα χάλια που βρίσκουμαι, μέσα στην

ασάλεφτη θλίψη που με πλακώνει, στοχάζεσαι και συ πως ότι κι αν

είταν, πιο δυστυχισμένος, πιο κακορρίζικος δε θα είμουν παρά τώρα.

Κατάλαβες, φίλε μου, αν και χωρατέβω μαζί σου και γελώ, αν και σου

γράφω πως αγαπώ το καλοκαίρι, γιατί μου θυμίζει τα χρόνια τα παλιά,

ή πως μου αρέσουν ακόμη τα λουλούδια, γιατί μου θυμίζουν τη μυρωδιά

της, κατάλαβες πως τέτοια χαρά, χαρά δεν είναι και πως χάθηκε, πως

πάει η ζωή μου. Σε βεβαιώνω πως δεν μπορούσα να μείνω, αν και το

τραβούσε η καμένη μου η καρδιά. Δε γίνουνταν αλλιώς. Στη θέση μου

θάκαμνες το ίδιο και συ και κάθε άλλος.

Μη θυμώνης μαζί της· εκείνη δε φταίει. Μην την κατηγορής, μην τη λες

άπιστη. Είσαι φίλος μου, γνωρίζεις το βάσανό μου και για τούτο την

κατακρίνεις και δεν μπορείς να της το συχωρέσης. Αν την άκουγες, αν

την έβλεπες, θάλλαζες γνώμη. Όχι! αδερφέ μου, πίστεψέ με, δε

θάμνησκες, δε θα την τυραννούσες — και δε θα τυραννιούσουν ο ίδιος!

Μήτε θα θύμωνες, καλέ μου· δικαίωμα δεν είχες. Μια στιγμή, ταράχτηκα

και γω, πήγα να ζουλέψω, γιατί θαρρούσα τότες πως μ' αγαπούσε και

μου έκρυφτε κάτι. Νόμισα πως με γελούσε, την ώρα εκείνη που δίχως να

με προσμένη, την απάντησα εκεί απάνω στον Άη Γιώργη, μπροστά στο

μοναστήρι, και την είδα να κάθεται συλλογισμένη, να διαβάζη ένα

γράμμα και να κλαίη. Ποιανού είταν το γράμμα; τι είταν τα κλάματα;

Αμέσως έννοιωσα πως είταν κάτι, — κάτι που δεν το ήξερα. Δεν είχε τη

συνηθισμένη της την όψη· ο τρόπος της μου φάνηκε παράξενος και

πήγαινα — ο δύστυχος! — να τρέξω να της πάρω βιαστικά από τα χέρια

το γράμμα. Πόσο χαίρουμαι τώρα που δεν τόκαμα! Γιατί να μου έρθη

υποψία πως γύρεβε τάχατις κάτι να μου κρύψη; Η καημένη! Σκυμμένο

είταν το πρόσωπό της, λυπητερά κοίταζε κάτω στο χώμα και δε μ'

έβλεπε. Άμα βρέθηκα κοντά της, σηκώθηκε.

— Αχ! Πάλμο μου, εσύ είσαι; Έλα, έλα να σου μιλήσω. Καλά που

έρχεσαι! Έλα να σου δείξω ένα γράμμα που μου έφεραν το πρωί, σήμερα

το πρωί. Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Έχω ζάλη. Δεν έπρεπε να το διαβάσω

αφτό το γράμμα. Άσκημα έκαμα που το διάβασα και θέλω να με μαλλώσης.

Αχ! Πάλμο, να λυπηθής την κακόμοιρη σου τη Μοιρίτα!

Μου τάλεγε μ' έναν τρόπο που μου ραγίζει την καρδιά, μόνο που το

θυμούμαι. Άρχιζαν πάλε να βρέχουνται τα μάγουλά της. Πώς να την

αφήσω να κλαίη; Ο μεγαλήτερός μου ο καημός είταν ο καημός της. Ήθελα

να μοιάζη η ζωή της με την ήσυχη την ακρογιαλιά που κοιμάται μέσα

στα λιμάνια. Προσπαθούσα να στρώσω γλυκά και τον άμμο, να μαλακώσω

και το χώμα. Μήπως μπορούσνα τη βλέπω πικραμένη, φαρμακωμένη, και να

μην της γλυκάνω την ψυχή μ' ένα λόγο; Πρέπει να της έπεσε κανένα

δυσκολονίκητο κακό, για να κλαίη, εκείνη που είταν ήμερη πάντα,

χαρούμενη και συμαζωμένη. Τι είχε το παιδί μου, τι του έτυχε και δε

μου έδειχτε πια σαν και πρώτα το σοβαρό του, το γλυκοσυλλογισμένο

πρόσωπό του που χαμογελούσε; Φοβήθηκα και καρδιοχτυπούσα. Μου έδωσε

το γράμμα και δε θέλησα να το διαβάσω, να μη θαρρή πως δεν την

πιστέβω· εκείνη να μου πη τι είχε μέσα. Με κοίταξε και με πήρε από

το χέρι κι ανεβήκαμε λιγάκι, και πήγαμε να καθήσουμε εκεί απάνω, στη

θάλασσα μπροστά.

Καθήσαμε στην ίδια θέση που την είχα φιλημένη πρώτη φορά. Έλεγε σε

δυο ώρες να βραδυάση κι αργοπορούσε. Άστραφτε το καλοκαίρι. Από τον

Άη Γεώργη, αψηλά, βλέπαμε λίγο παρέκει τον κατήφορο με τις πεφκιές

ίσια με το γιαλό, και πέρα πέρα τα κύματα που γυάλιζαν και

φωτοβολούσαν. Ο ήλιος με τις αχτίδες του τα περεχούσε, τα γέμιζε

φλόγες, τάκαμνε πυρκαγιά· λες πως έπεφτε να ξαπλωθή στο πέλαγος

απάνω και πως το πέλαγος είχε γίνη κανένας ήλιος γιγαντωμένος.

Λαμποκοπούσαν και τότες τα νερά· τα συχνοτηρούσαμε και τότες. Είταν

πια αρραβωνιαστικιά μου. Από μικρή την αγαπούσα· την ήθελα από

μικρή. Είμουν αγώρι, το θυμάσαι, και σου μιλούσα για τη Μοιρίτα. Ότι

έγινα άντρας, πήγα να τη ζητήσω. Ένα χρόνο αλάκαιρο — τι χρονιά

είταν εκείνη! — έζησα... όχι! δεν έζησα, μου φαίνουνταν πως άλλαζε η

ζωή μου· ξάνοιγε κάθε μέρα, ξεσκεπάζουνταν κάθε μέρα παραπάνω η

ομορφιά κ' η ψυχή της· κάθε μέρα με κάθε καινούριο θησαβρό που μου

φανέρωνε, έννοιωθα, σαν την αβγή, αγάπη καινούρια να χαράζη. Είταν η

Μοιρίτα δική μου· τι δεν κατώρθωνα, τι δεν μπορούσα να καταφέρω για

μια τέτοια κόρη! Για χατίρι της μόνο έλεγα να γίνω μεγάλος και δόξα

να κερδίσω. Εκείνη είταν ο σκοπός μου, είταν ενέργεια κ' ύπαρξή μου.

Η Μοιρίτα μ' άκουγε με πόθο, με χαρά, γύρεβε όλο να καθήση μαζί μου,

ήθελε πάντα να της λέω πόσο την αγαπούσα, να καταλάβη. Η άτυχη η

Μοιρίτα! Νόμιζε και κείνη πως μ' αγαπούσε. Αχ! τι μυστήριο είναι

αφτό! Χωρίς ίδια της να το ξέρη άλλονε αγαπούσε, όχι εμένα. Για να

φανή αφτό, για να το μάθη, για να το μάθω, έπρεπε νάρθη τίποτις

ξαφνικά να μας φέρη την αλήθεια. Εκεί που κάθεσαι τη νύχτα και

γράφεις, και περνούν οι ώρες και το ξεχνάς, και χαίρεσαι την ησυχία

και θαρρείς πως θα τελείωσης προτού ξημερώση, άξαφνα, στη μοναξιά,

αρχίζουν τα πουλιά να κελαϊδούν και βλέπεις το σκοτάδι που ασπρίζει.

Σαν το πουλάκι καμιά φορά έρχεται ένας λόγος και βγαίνει το φως.

Έτσι και γω, εκείνο το βράδυ, τα κατάλαβα όλα με μιας, τα κατάλαβα

πριν καταλάβη κ' ίδια η Μοιρίτα, τα κατάλαβα στην παινεμένη τη θέση

που ξάνοιξε πρώτα η ζωή μου.

Μιλούσαμε σιγά σιγά και κοιτάζαμε το γιαλό. Δεν έκλαιγε πια. Και το

γλυκό της, το σοβαρό της πρόσωπο με μάγεβε που το θωρούσα, μου

καταπράυνε την καρδιά. Λέγαμε και ξαναλέγαμε πάντα τα ίδια.

— Όχι! όχι! Μην πης τέτοια λέξη, μην πης πως τον αγαπώ. Δε θέλω να

τον αγαπώ, δεν πρέπει να τον αγαπώ. Εσύ έχεις τα λόγο μου· εσένα θα

πάρω. Λυπούμαι που διάβασα το γράμμα και ντρέπουμαι τώρα. Αχ! γιατί

να στο δώσω; Μα μπορώ και να σου κρύψω τίποτις; Εσύ είσαι φίλος μου,

ναι! ο καλήτερός μου φίλος είσαι συ· από παιδί σε γνωρίζω και σ'

αγαπώ· έχω θάρρος, έχω εμπιστοσύνη μαζί σου και για τούτο έτρεξα

αμέσως να σου δείξω και το γράμμα του, για τούτο δε σου έκρυψα και

τα κλάματά μου. Δεν ξέρω γιατί έκλαιγα· ζαλίστηκα κ' έκλαψα. Δε θέλω

όμως να μου λες πως τον αγαπώ και πως το κατάλαβα τώρα που το γράφει

εκείνος. Θυμάσαι που μόλις τον έβλεπα· δε μου μίλησε στη ζωή του·

έφεβγε, τραβιούνταν και μήτε συλλογίζουμουν πως μπορούσε να μ'

αγαπήση... Όχι! Πάλμο, δε θέλω και δεν πρέπει. Είναι δική σου η

Μοιρίτα. Δε θέλω πια νακούσω μήτε τόνομά του — Έκλαψα, γιατί λέει

πως είναι δυστυχισμένος, πως τον πήρε ο καημός, και φοβήθηκα μήπως

εγώ φταίω, μήπως του έδωσα αφορμή — και δεν ταιριάζει. Μα πώς είναι

δυνατό να είμαι η αιτία, αφού μήτε τον κοίταξα μήτε του είπα ποτές

μου δυο λόγια; Δε γίνεται να πεθάνη για μένα κι ούτε μπορώ να το

πιστέψω. Να τα ξεχάσουμε αφτά, να τα ξεχάσης όπως και γω θα τα

ξεχάσω. Μη με παρακαλής να σ' αφήσω. Δεν μπορεί να σ' αφήσω. Φέβγει

εκείνος και μ' αφίνει, και μας αφίνει, και μου το γράφει ο ίδιος. Τι

άλλο θέλεις; Έτσι όλα πάλε καλά, σιάζουνται όλα και μνήσκουμε ήσυχοι

οι δυο μας. Διές τι ήσυχη που είμαι. Πέρασε τώρα. Μην το

συλλογιέσαι. Μιλώ μαζί σου, σα να μιλούσα μοναχή μου. Είχα λίγη

ζάλη· μα δεν είναι τίποτις. Πάλμο, μη φοβάσαι. Να με πάρης, να μ'

αγαπάς, να μ' έχης σαν παιδί σου.»

Τέτοια μου έλεγε η Μοιρίτα κ' ένας απέραντος πόνος λίγο λίγο, σαν το

νερό που σταλάζει, μου γέμιζε, μου έπνιγε την καρδιά. Όχι! δε

φοβούμουν! Τι να φοβηθώ; Ταθώο το κορίτσι! Αλήθεια είναι! Μου έδειξε

το γράμμα. Δεν της ήρθε στο νου πως μπορούσε κάτι να μου κρύψη, δε

στοχάστηκε πως η αγάπη, άδικα ή όχι, τρομάζει με το παραμικρό· δεν

είπε μέσα της, όταν έλαβε το γράμμα· «Θα λυπηθή ή δε θα λυπηθή να

του το δώσω;» Το διάβασε δίχως να το ξεσκίση, το φύλαξε ως το βράδυ·

δεν της είταν αδιάφορο το γράμμα. Και μήπως δεν έφτανε τόσο μόνο;

Εγώ που την αγαπούσα, που την ήθελα όλη για μένα, πώς να μείνω, πώς

να χαρώ μισή την εφτυχία μαζί της; Και δεν τόβλεπα πως το νόμιζε

χρέος της να με πάρη; πως η καρδιά της πολεμούσε και πονούσε; Η καλή

μου, η καημένη μου η Μοιρίτα! Δεν έφταιγε εκείνη. Έτσι το είχε φέρει

η τύχη. Ο Παβλής την αγαπούσε χρόνια και χρόνια· δεν τολμούσε να τη

ζητήση, γιατί είτανε φτωχός και δεν ήθελαν οι γονιοί της. Σε μας

είναι, βλέπεις, πάντα οι ίδιες ιστορίες. Όταν έμαθε πως παντρέβεται,

δεν ξαναφάνηκε πια στο σπίτι. Ο δύστυχος, μοναχός του πονούσε και

δέρνουνταν, και κανενός δεν έδειχνε το βάσανό του. Είχε αποφασίσει

να ξενιτεφτή. «Ξέρω, της έγραφε, πως τον αγαπάς· κάθε μέρα το λέει ο

κόσμος και τακούω. Να ζήσης, να ζήσης χρόνια μαζί του· να χαρής τα

λαμπρά σου τα νιάτα. Είναι καλός, είναι γενναίος, και τον αγαπώ, που

σε διάλεξε εσένα, που θα φροντίση πάντα για σένα, που θα είναι πάντα

με σένα. Εγώ φέβγω, φέβγω μακριά. Τι σε πειράζει τώρα να στο πω; Δεν

μπορώ πια κρυφό να το βαστάξω. Έπρεπε να μάθης πως θα είναι κάπου

στην ξένη γις ένας που λωλάθηκε για σένα· αχ! μη με ρωτάς τι θα

γίνω.»

Βασίλεβε ο ήλιος και τα νερά, σαν πληγωμένα, αντανακλούσαν εκεί κάτω

τον κόκκινό του το δίσκο. Έμοιαζε η θάλασσα λυπημένη και λίγο λίγο

προχωρούσε το σκοτάδι να την πλακώση· ο ουρανός είχε θλίψη κ' η

καρδιά μου βαριοπονούσε. Γονάτισα μπροστά της και της έπιασα τα χέρι

και της είπα·

— Μοιρίτα μου, εσύ ζωή μου, μην τυραννιέσαι. Δεν το φταις εσύ

που πονώ· το φταίει η αγάπη που σου έχω. Μοιρίτα μου, παιδί μου,

ναι! σαν παιδί μου σ' αγαπώ.

— Κι από τα μάβρα της, από τα γλυκά της τα μάτια, στο χέρι μου

απάνω, έπεσε ένα δάκρι. Και το ήπια εκείνο το δάκρι και τόχω πάντα

μέσα στην ψυχή μου.

Μιλούσε κ' έλεγε εκείνο το δάκρι· «Πάει ο ήλιος· πάει η ελπίδα!»

Κατεβήκαμε μαζί. Περπατούσαμε πλάγι πλάγι σιγά, σα δυο φίλοι.

Φτάξαμε σπίτι με τη νύχτα. Το πρωί πήρα το βαπόρι, ανέβηκα στο

Σταβροδρόμι, έτρεξα στου Παβλή. Είταν πια φεβγάτος. Αμέσως πήγα στο

Γαλατά, που μπαρκαρίζουνταν, και τον έφερα πίσω. «Να μη φύγης, να

μείνης!» Και φιληθήκαμε και σφιχταγκαλιαστήκαμε. Μίλησα ο ίδιος της

μητέρας της και τάσιαξα όλα.. Και την πήρε και τον πήρε.

Γράφε μου, γράφε μου, καλέ μου. Έχω ανάγκη να μου γράφης. Έγινα σαν

το νεκροθάφτη· έθαψα τη χαρά μου· έθαψα και τον Πάλμο μαζί. Είμαι

τριάντα χρονώ παλληκάρι κι όλο μου φαίνεται πως με πήραν τα

γεράματα. Μη νομίζης όμως πως έβαλα με τα νου μου να πεθάνω. Μακάρι

να είταν κι άλλη ζωή, για να τη θυμούμαι. Η παρηγοριά μου είναι που

τη θυμούμαι. Κάποτες μου έρχεται σα να κατεβαίνω κάτω βαθιά, δεν

ξέρω πού, και δεν μπορώ να σταθώ· κι ο κατήφορος είναι μια γλύκα,

σαν το βελούδο μαλακός· στράφτει ο ήλιος και φαντάζουμαι τότες πως

κολυμπώ στις αχτίδες του μέσα· όλα τα ξεχνώ, βλέπω μόνο τη Μοιρίτα

και θαρρώ πως βυθίζουμαι, αγάλια αγάλια, σε καμιάν άβυσσο γεμάτη

φως, θαρρώ πως ξανοίγει μπροστά μου κανένας ήσυχος, ολόφαιδρος

τόπος, ηλιολουσμένος, που δεν πονεί η καρδιά μου. Τότες πια τίποτις

δε συλλογιούμαι, τίποτις δε νοιώθω, δε ζω, θυμούμαι τη Μοιρίτα.

Ίσως έρθω καμιά ώρα να σε διώ εκεί κάτω, να διώ και λίγη θάλασσα.

Την αποθύμησα. Μα ξέρεις που δε μου αρέσει και πολύ πολύ τώρα να

σαλέβω. Είναι και κάμποσο μακριά. Κάλλια να μείνω εδώ που

καταστάλαξα. Γράψε μου, στείλε μου κανένα βιβλίο νόστιμο, μίλησέ

μου, σα θέλεις, και για γλωσσολογία ή και για γλώσσα. Μη μου λες

όμως να μπω και γω μέσα στο χορό, να κάμω ή να τυπώσω τίποτις, ας

είναι κι από τα παλιά μου. Είχα και γω πρώτα δυο τρεις ιδέες· ίσως

μπορούσα κάτι να κατορθώσω. Δε μου στρέγει πια. Σταφίνω εσένα.

Στοχάσου, φίλε μου, ως πού κατάντησα αφού και για τη γλώσσα δε με

μέλει. Κάπου μου έρχεται και μένα να τους πω τίποτις, να

διασκεδάσης· έπειτα βαριούμαι. Πρέπει καμιά μέρα να παρακαλέσης τον

Κόντο, να μας βγάλη κανένα ρομάντσο, να διούμε η γλώσσα του τι

αξίζει. Τι μας πειράζει να μάθουμε πως ο Κοραής βάζει ένα Μ εκεί που

θέλει δυο, ή πως βάζει δυο εκεί που θέλει ένα; Μου φαίνεται πως μήτε

του Κόντου μήτε του Κοραή η γλώσσα, αληθινή, ζωντανή γλώσσα δεν

είναι, γιατί εμείς, νομίζω, δε λέμε μήτε _ σεσαπημένος _, μήτε _

σεσημμένος ή σεσηπώς _, λέμε _ σαπίζω _ και _ σαπισμένος _ · δε λέμε

_μήτε ο μήτε η λέμβος _ · λέμε απλά _ βάρκα _ οι βρεκεκεξιάρηδες

τόχουν πως είναι ιταλικό και δεν το καταδέχουνται· εσύ πάλε μου

έμαθες πως είναι λατινικό και τόχουμε στη γλώσσα μας, κοντέβουν τώρα

τουλάχιστο χίλια πεντακόσια χρόνια. Εγώ έτσι το συνηθίζω. Άκουσα

μάλιστα πως τα παιδιά στο σκολειό μιλούν κάθε τόσο για ονόματα

πρώτης, δέφτερης ή τρίτης _ κλίσης _ · βλέπω και κάμνουν ίσια ίσια

εκείνο που μου έλεγες μια φορά· ταίριαξαν τη λέξη με τη γραμματική

του λαού. Φυσικό είταν να γίνη το πράμα· έτσι βγαίνει κι ο τύπος

ορθός. Οι καβγάδες τότες τι σημαίνουν και τι μας χρησιμέβουνε; Δυo

λογιώτατοι, στην έδρα του ο καθένας, πολεμούν ο ένας με τον άλλονα,

ποιος θα νικήση, κι από τη μια έδρα στην άλλη, αψηλά αψηλά στα

σύννεφα και μακριά από — πάνω από τα κεφάλια μας, πετούν τα βιβλία

που μήτε τα διαβάζει και που μήτε τα είδε ο λαός. Από τα τέτοια

τιποτις δε βγαίνει· από τα ρομάντσα, από τους στίχους, από το θέατρο

θα φανή αν είναι άξιο το έθνος να δείξη ποίηση και φαντασία, να κάμη

και φιλολογία δική του, — όχι όμως από τας γλωσσικάς παρατηρήσεις!

Οι δασκάλοι που κατηγορούν τη γλώσσα του λαού και που μας πουλούν τη

δική τους, τι κατάφεραν ίσια με τώρα; Μας έβγαλαν και κανένα βιβλίο

που νάχη μέσα του λίγη ζωή; Χασμουριέσαι μόνο που τανοίγεις. Εγώ σε

τέτοια ζητήματα δεν ανακατώνουμαι πια· μα μου φαίνεται, με τα μικρά

μου τα μυαλά, πως θα είταν καλό και θα ταίριαζε, να μας χάριζαν

πρώτα οι δασκάλοι κανένα παραμυθάκι με μια σταλιά φαντασία, κ'

ύστερα να μας ανεβάσουν τη γλώσσα τους ίσια με τον ουρανό. Θα είταν

ο πιο σωστός τρόπος να μας απαντήσουν και να μας δείξουν πως έχουμε

άδικο. Οι βρισιές δεν αξίζουν· από τις βρισιές βλέπεις την ανημποριά

τους. Εμείς τουλάχιστο με τη γλώσσα μας ξέρουμε και μιλούμε για

γραμματική· ξέρουμε όμως και παραμύθια. Οι ίδιοι λεν τη γλώσσα τους

τεχνητή και σα νάχουνε δίκιο· τεχνητή, ναι! εκεί όμως που χρειάζεται

λίγη τέχνη, η καθαρέβουσα δεν πιστέβω να ταιριάζη· άτεχνη κι άτεκνη

είναι γεννημένη.

Πες τα καμιά μέρα, σαν αδειάσης, πες κι άλλα πολλά. Τι θέλεις εγώ να

γράφω; Τάχατις για να ξεχάσω; Για τούτο μου τα παραγγέλνεις; Αχ!

καημένε μου Ψυχάρη, δεν ξεχνώ και δεν μπορώ να ξεχάσω. Και δε θέλω

να ξεχάσω, γιατί αφτό μου απόμεινε τώρα. Η χαρά μου είναι που τη

θυμούμαι.

Να ζήσης, καλέ μου, που στάθηκες τόσο πιστός μου φίλος και που μ'

αγαπάς. Σε γλυκοφιλώ, αδερφέ μου.

Ο ΠΑΛΜΟΣ».

Άμα διάβασα το γράμμα του Πάλμου, σηκώθηκα και πήρα το σιδερόδρομο.

Ο κακόμοιρος ο Πάλμος! Μου μιλούσε για τη γλώσσα, μην τύχη και

θαρρέψω πως αδιαφορούσε και δε συλλογιούνταν πάρα τα δικά του. Δε

μου άρεσε όμως το γράμμα του, μάλιστα εκεί που έλεγε πως ίσως είταν

καλήτερο να μην πεθάνη. Την άλλη μέρα, το βράδυ, είμουνα στο Παρίσι.

Έτρεξα στην εξοχή που κάθουνταν ο Πάλμος. Η νοικοκερά ήρθε βιαστικά

να μ' ανταμώση και μου τα είπε όλα. Το πρωί βγήκε ο Πάλμος να πάρη

λουτρό στον ποταμό. Άξαφνα φαίνεται πως τον παράσυρε το ρέμα.

Κολυμπούσε και προσπαθούσε να φύγη από το μέρος εκείνο. Έπειτα

ξάπλωσε τα χέρια και πια δεν τον είδαν. Όταν έφεραν το νεκρό του,

έμοιαζε σαν αποκοιμισμένος. Δεν μπορούσε κανένας να πη αν πνίγηκε

άθελα ή όχι. Είταν άξιος κολυμπιστής. Νόμιζαν πως ζαλίστηκε, γιατί

είταν ήλιος εκεί που πολεμούσε με το κύμα, κ' έλεγαν πως θαμπώθηκε

από το φως και δεν έβλεπε, να γλυτώση. Εγώ θαρρώ πως ο θάνατος έχει

μια γλύκα μοναδική που τραβά τους βαριοπονεμένους, και πως δεν το

βάσταξε του Πάλμου η καρδιά να πη σύρε του Χάρου, όταν έρχουνταν ο

Χάρος να τον πάρη στην αγκαλιά του.

Τέτοια, φίλε μου Δροσίνη, είχα σήμερα να σου μηνήσω. θλιβερά και τα

δυο. Ο Πάλμος κι ο Καρλής αγάπησαν το ίδιο· είχαν κ' οι δυο τους τον

ίδιο πόθο, ήθελαν αχάλαστη την αγάπη, παντοτεινή κι αλάκαιρη. Ο ένας

σκότωσε, σκοτώθηκε ο άλλος. Η ζούλια είναι ένας φόβος που σε πιάνει

μήπως χάσης εκείνο που θαρρείς πως είναι δικό σου, ή που τόντις

είναι δικό σου· άμα τόχασες, άμα διής πως πια δικό σου δεν είναι,

πάει η ζούλια κι αρχίζει άλλος καημός. Αφτό τον καημό, μπορείς όπως

θέλεις να τον πης, πότε απελπισία, πότε ανελπισιά, πότε θυμό, πότε

πίκρα. Όποιος όμως αγάπησε με τα σωστά του, τέλειωσε, πάει, δε θα

ξαναγαπήση. Να λυπάσαι τις γυναίκες — είναι καλές κι ανήξερες σαν τα

παιδάκια· γυρέβουμε να μας δώσουν πράματα αδύνατα, που τα θαρρούμε

δυνατά. Το νοιώθουν κάποτες οι ίδιες και πονούν. Εκείνες δε φταιν

και δε φταίμε μήτε μεις. Η αγάπη, όπου περάση, ή σπέρνει ή παίρνει

ζωή. Τέτοιος νόμος την κυβερνά και πάντα συντροφικά τρέχει πλάγι της

ο Χάρος.

Τι να σου πω τώρα και γω, να τελειώσω; Πως σε ζουλέβω; Όχι, φίλτατε,

δε σε ζουλέβω. Είναι αλήθεια, θα μου άρεζε πολύ να κατάφερνα και γω

καμιάν _ Αμαρυλλίδα _ σαν τη δική σου, νάκαμνα τους στίχους που

κάμνεις, να σου κάθιζα μια μέρα κανένα _ Γιο της Αστραπής _ ή καμιά

_ Ηλιογέννητη κόρη _ · είναι αλήθεια, μου καίει την καρδιά που δεν

το κατορθώνω· προσπαθώ και δεν μπορώ να σε ξεπεράσω. Μα δεν το λέω

ζούλια. Είναι Φιλότιμο. Φιλοτιμιέται ο καθένας κάτι να φανή και να

βάλη κάτω το γείτονα του. Κάπου κάπου χολοσκάνει που δεν μπορεί να

το πιτύχη, και που τον άφησε πίσω μακριά ο γείτονας του. Όπως όμως

κι αν είναι ή κι αν το πης, πολεμά, ιδρώνει και κοπιάζει. _ Αγαθή δ'

έρις ήδε βροτοίσι _. Μα ίσως είναι καλό να μην το παρακάμουμε μήτε

αφτό στην Ελλάδα.

Ο φίλος σου ΨΥΧΑΡΗΣ

Παρίσι, μήνα Γεννάρη, 1891.

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ {92}

Φαίνεται πως ύστερις από τη _ Ζούλια _, έβγαλα κ' ένα τηλεφώνημα! Με

τον τίτλο _ Τηλεφωνήματα _ δημοσίεψε τότες η _ Εστία _ ένα γράμμα

μου — αφτό εδώ — που αναγκάστηκα να το γράψω, γιατί τόσο πολύ

προσέχουνε στα ψυχολογικά της Ζούλιας οι δασκάλοι, που πήγανε να

σοφιστούνε πως η Ζούλια είταν όνομα κύριο, Julie, πράμα που δεν

μπορεί να είναι, όπως θαρρώ και ταπόδειξα στο γραμματάκι μου. Το

είπαν αφτό, τάχα για να δη ο κόσμος πως μήτε τίτλο στη δημοτική

καταλαβαίνει κανένας, μα χωρίς να το υποψιαστούνε, μας έδειξε ο

λόγος τους πόσο λίγο καταλαβαίνουν ίδιοι τους τα ρωμαίικα. Άλλοι

πάλε είπαν πως ο τύπος ζούλια δεν υπάρχει! Κι από κει βλέπουμε τι

ωραία ξέρουν τη γλώσσα που κατηγορούνε. Η αλήθεια είναι που στα

Εφτάνησα λένε και ζήλια. Δε θα πη πως είναι τύπος γενικός, αφού σε

πολλούς τόπους, κ' ίσα ίσα στην Πόλη, εκεί δα που παίζεται και το

δράμα, ζούλια τη λένε με _ ου _. Να προσέξουμε μάλιστα. Θα δούμε πως

και στην κοινή γλώσσα, κάμποσο συνηθισμένος είναι ο τύπος αφτός,

αφού πιο συχνά θα πούνε _ ζουλιάρικος _, παρά _ ζηλιάρικος _, κ'έτσι

θαρρώ πάντα πως η _ ζήλια _ είναι σα δασκαλισμός, γιατί _ ζούλια _

την ξέρουνε και στην αδασκάλεφτη Κρήτη. Ελπίζω να την έμαθαν τώρα

λιγάκι και στην Αθήνα, τη _ ζηλεμένη _.

«...Ο τύπος _ Ζούλια _ είναι ο μόνος ορθός. Όποιος λέει _ ζήλια _,

ας είναι και βαρκάρης, τόμαθε από κανένα δάσκαλο. Να το ξετάσετε το

πράμα, — γιατί αξίζει, — να πάρετε έναν έναν εκείνους που το

συνηθίζουν και θα διήτε πως είναι δασκαλισμός. Ένας που χάνει τα

λογικά του, δε ζηλέβει, ζουλέβει, είναι ζουλιάρης, έχει ζούλια. Κι ο

δάσκαλος, άμα ζουλέψη με τα σωστά του, θα ζουλέψη με _ ου _. Είναι

και πολύτιμος τύπος, γιατί βλέπουμε πως και το _ η _ γίνεται _ ου _,

κι όχι μόνο το _ υ _ · να καταστρέψουμε τώρα την ιστορική γραμματική

και να βγάλουμε το _ ου _, δε γίνεται, θα χαθή ο κόσμος! Ο Κοραής

συνήθιζε τα τέτοια· εμείς σήμερα πρέπει να ξεσυνηθίσουμε τον Κοραή.

Μα δε μου φαίνεται και να είναι τόσο το κακό. Κύριο όνομα Ζούλια δεν

το γνωρίζω και να είστε βέβαιος πως θα το μεταχερίζουνται πολύ

λίγοι. Είναι... δασκαλισμός. Ναι! δασκαλισμός. Ο λαός ξέρει μόνο δυο

τύπους, ή Τζούλια ή Ζουλή — ής. Αφτή η Ζούλια που λέτε μας έρχεται

από την Ιταλία· είναι η Giulia. Όλος ο κόσμος θα το προφέρη φυσικά

Τζούλια και δεν μπορεί να το προφέρη αλλιώς. Για να πη το _ ς _

πρέπει νάρθη καμιά Julie από το Παρίσι. Άμα είναι το -α στη μέση —

Τζούλια —, έχει ιταλικό πασσαπόρτι το κορίτσι. Ο δάσκαλος όμως δεν

αγαπά και δεν καταδέχεται το τζ· δεν τολμά και να ταλλάξη όλους

διόλου· τότες το μισοφτειάνει Ζούλια. Έτσι μπορεί να μοιάξη και με

τη δική μας τη ζούλια. Μα και να μοιάξη δεν πειράζει. Το νόημα θα

φανή αμέσως. Το ίδιο και με τα γαλλικά. Jalousie θα πη ζούλια, θα πη

και καφάσι· un amour sans jalousie, λ χ., μπορεί κανείς να το

καταλάβη όπως θέλει. Constance είναι κοινό, είναι και κύριο όνομα

(γυναίκα και πολιτεία, Constanz). Θα πη μάλιστα και πιμονή,

καρτερωσύνη. Ποιος όμως θα συλλογιστή να μη βάλη τίτλο Jalousie ή

Constance; Κανένας. Μπορούμε λοιπόν και μεις να ξακολουθήσουμε να

λέμε τη ζούλια όπως τη λέμε. Μάλιστα να σας πω την αλήθεια, δε

βλέπω, δεν ξέρω πώς είναι δυνατό να παραξηγηθή· εμείς συνηθίζουμε

πάντοτες τα κύρια ονόματα με το άρθρο. Για να είναι η ζούλια Giulia,

έπρεπε νάχη πρώτα κ' ένα _ η _. Έτσι βάζουμε ήσυχα Ζούλια, πολύ πιο

ήσυχα μάλιστα παρά αν έπρεπε να βάλουμε Constance, γαλλικά, που

γίνεται παρανόημα πολύ πιο έφκολα.»

Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ {93}

«Άξαφνα, στον ύπνο μου μέσα, μου φάνηκε πως το ρολόγι μου σπάνει.

Δεν τάκουγα πια. Ξύπνησα την ίδια στιγμή κι άρχισα αμέσως να μετρώ.

Μετρούσα και στέκουμουν και δεν τολμούσα. Είταν η ώρα μια το πρωί.

Εκεί που κοιμούμουν ήσυχα, δεν ξέρω πώς, μου κατέβηκε μια υποψία,

ορμητικά, σαν ταστροπελέκι. Και τώρα, με τα μάτια ανοιχτά, πολεμούσα

και δεν μπορούσα να τελειώσω το λογαριασμό μου.

Θα πάρω χαρτί να τα σημειώσω. Στάσου να διούμε.

Η αδερφή μου. Ο άντρας της· δυο. Τα τρία τους τα παιδιά· πέντε. Ο

παπούς· έξη. Η μητέρα· εφτά. Ο θείος κ' η θεία· εννιά. Τα ξαδέρφια

μας· έντεκα. Εγώ· δώδεκα.

Κ' οι δούλοι κοιμούνται στάλλο το σπίτι.

Είναι κι αφτός ο καταραμένος. Ο μουσαφίρης. Του πατέρα ο φίλος. Την

άνοιξη, κάθε χρόνο, πρέπει νάρθη στην εξοχή, να μας κάμη βίζιτα.

Δώδεκα.

Καθήσαμε το λοιπό στο τραπέζι δεκατρείς.

Θα κοιμηθούμε δεκατρείς όλη τη νύχτα.

Όχι! Δε γίνεται. Είναι αδύνατο να γίνη.

Δεν μπορεί να ξυπνήσουμε δεκατρείς.

Θα ξυπνήσουμε δώδεκα.

Ποιος άραγες, ποιος είναι που δε θα ξυπνήση με τους άλλους;

Ποιος; Εγώ που το συλλογίστηκα! Είναι αλήθεια που θα πεθάνω; Προτού

φέξη;

Τι να κάμω; τι να κάμω, για να γλυτώσω;

Ο ίδιος αφτός ο καταραμένος που ήρθε και πέρσι!

Ησύχασα! Ο φόβος μου δεν είχε τον τόπο του. Τίποτις δε θα πάθω. Να

που ήρθε και πέρσι και δεν έπαθε τίποτε κανείς.

Πέρσι; Θυμούμαι. Φρίκη με πιάνει.

Ναι, πέρσι, την άνοιξη, σωστός ένας χρόνος, είταν πάλε αφτός εδώ.

Είτανε μουσαφίρης.

Στάσου! στάσου! Αχ! τι τρομάρα! Σα να φώναξε η καρδιά μου φοβερά.

Λογάριασε, πρόσεχε μην κάμης λάθος. Πέρσι, την ίδια νύχτα,

κοιμηθήκαμε δεκατρείς· πέρσι, την ίδια μέρα δεκατρείς καθήσαμε στο

τραπέζι.

Λεν πως πρέπει ο χρόνος να σωθή, για να γίνη το κακό.

Αχ! γιατί ο πατέρας να πεθάνη; Να ζούσε, θα είμαστε δεκατέσσερεις.

Πρόπερσι πέθανε· μεγάλωσαν τα παιδιά και μας τάβαλαν πια κι αφτά στο

τραπέζι μαζί μας. Έτσι θέλησε ο παπούς. Έτσι το θέλησε η κακή μου η

τύχη!

Η μητέρα μου τόλεγε πέρσι. Είχε δίκιο. Όχι! δεν την άκουσα. Να μην

καθήσουνε στο τραπέζι δεκατρείς. Δεν την άκουγα και γελούσα. Δεν

άφησα να βγάλουν τα παιδιά, να τα βάλουνε σε χωριστό τραπέζι.

Μια φορά να πέση πουθενά ο θάνατος, πέφτει πέφτει κι ανασαμό δεν

έχει.

Ένα χρόνο, έναν αλάκαιρο χρόνο, έκαμε ο Χάρος βίγλα τριγύρω στο

σπίτι και τώρα εμένα θαρπάξη.

Μη! Μη!

Πότε φέγγει; Στις πέντε.

Στις πέντε, πεθαμμένος. Τέλειωσε, πάει! Να μη φέξη, για τόνομα του

Θεού: Ας μπορούσε τουλάχιστο να φέξη μια ώρα πιο αργά· να ξεχνιάση

το Χάρο.

Τι είναι που τρίζει; Κάτι κρότους ακούω. Ο κρότος μεγαλώνει. Με

τρομάζει.

Κατάλαβα τι είναι. Τίποτις δεν είναι. Του παπού η αναπνοή, στην

κάμερη πλάγι, που κοιμάται.

Βαριά, βαριά παίρνει την αναπνοή του. Δυσκολέβεται να την πάρη. Τι

καρδιοχτύπια είναι τούτα; Τακούω ίσια με δω.

Αχ! και πώς να μην το συλλογιστώ αμέσως; Ενενήντα δυο χρονώ γέρος.

Εκείνος θα πεθάνη!

Ήρθε η ώρα του. Ήρθε! ήρθε. Και πάει ο γέρος.

Είδες πώς χωράτεβε, πώς έπαιζε κάτω στο τραπέζι μαζί μας; Ο Χάρος

πίσω του στεκότανε και στραβοκοίταζε. Θα παλαίψη ο γέρος· είναι σαν

το σίδερο. Μα τι θέλεις πια;

Σώπασε το καρδιοχτύπι. Τι; Έγινε κιόλας; Να που ξαναρχίζει. Τι

καρδιοχτύπι τρομερό! Σηκώνεται, περπατεί, τρέχει τρέχει το

καρδιοχτύπι, μπαίνει στην κάμερή μου, στα σεντόνια μου μέσα, στο

ποκάμισό μου, στο στήθος μου μπήκε.

Δεν είταν του παπού το καρδιοχτύπι που άκουα. Είταν το δικό μου —

και τώρα το κατάλαβα!

Μεγαλώνει· μεγαλώνει ώρα την ώρα.

Τα ξέρω πια πως θα πεθάνω. Θεοφάνερα το βλέπω. Θα πεθάνω μόνο και

μόνο γιατί φοβούμαι πως θα πεθάνω.

Ο καταραμένος ο μουσαφίρης! Εκείνος όλα τα φταίει.

Γίνεται τέτοιο πράμα; Εγώ, εγώ να φοβούμαι; Εγώ να τρέμω; Εγώ να

πιστέβω σ' αφτά και να πεθάνω γιατί τα πιστέβω; Δε γίνεται. Να

συλλογιστώ, νάρθω στο νου μου. Δεν μπορώ. Είναι αλήθεια που δεν

μπορώ; Και γιατί, γιατί; Τι ανεξήγητο που είναι! Διάβαζε, σπούδαζε

στα βιβλία, δυνάμωνε τα μυαλά σου· ύστερα να που κατάντησες· ακούς

και πιστέβεις τέτοια παραμύθια! Και ποιος αφτός; Εγώ δα που και τόσο

θρήσκος δεν είμαι, δεν είμαι διόλου.

Ίσια ίσια για τούτο. Είμαι τώρα μόνος και φοβούμαι.

Μόνος ολομόναχος. Ο κόσμος και γω. Τίποτις άλλο. Στον ουρανό

κανένας!

Και τι πειράζει; Ας είναι ή ας μην είναι στον ουρανό κανένας, όπως

κι αν το πάρης, ή έτσι ή αλλιώς, η ιδέα μου αφτή πως θα πεθάνω,

γιατί καθήσαμε στο τραπέζι δεκατρείς, μπορεί να είναι μπόσικη. Και

μήπως δεν το βλέπω πως είναι παραμύθια; Παραμύθια φερμένα και ποιος

ξέρει από πού; Από την Εβρώπη; Και τα πιστέβω; Φτάνει πια. Πρέπει να

φανώ άντρας. Τι; δεν το κατώρθωσα ακόμη να τα ξεφορτωθώ, να τα

ξετινάξω αφτά τα παιδιακήσια που είναι ντροπή;

— Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς...

Μου έμαθε η μάννα μου να το λέω. Ας το πω και τώρα, να με σώση· τι

πειράζει; Όχι! δεν έχει δύναμη να με σώση, αφού δεν πιστέβω.

Τέλειωσε! Θα πεθάνω.

Πρέπει, πρέπει με κάθε τρόπο να πιστέψω. Ας ξανακάμω την προσεφκή

μου.

— Πάτερ ημών...

Αχ! δε μ' ακούει! Δε θα μ' ακούση. Δε θέλει να μ' ακούση.

Να όμως που κάτι νόημα έχουν κι αφτά τα παραμύθια. Πες τα ανόητα όσο

θέλεις· σε κυνηγούν όπου πας, σε παραζαλίζουνε, σου βάζουν άνω κάτω

το κεφάλι και γίνεται τότες το κακό. Νομίζεις πως κάτι θα τύχη, και

τυχαίνει, γιατί το νομίζεις.

Τρεις ήμισυ.

Χτύπα, χτύπα, καρδιά μου, και σπάσε σαν το ρολόγι.

Έπρεπε νάχω τίποτις απάνω μου, κανένα φυλαχτό, ό τι κι αν είναι.

Τόχεις και σου δίνει θάρρος και σε προφυλάγει. Να το πιάσω, να το

βαστάξω, να μη φύγη.

Αχ! τι σκουπίδι που είναι ο άθρωπος! Ναι! το θάρρος είναι που του

λείπει. Δε θέλει μοναξιά· είναι γεμάτος αγάπη και πόνο, έχει

απέραντη καρδιά κι όλα τα ζωντανέβει και σ' όλα μέσα βάζει την ψυχή

του. Νομίζει πως όλα έχουν την ίδια ψυχή και πως από παντού βγαίνει

θλίψη ή χαρά.

Και ποιος ξέρει αν έχει λάθος!

Να που έβλαψε, να που μπορεί κ' ένα νούμερο να βλάψη.

Τέσσερεις παρά κάρτο.

Έρχεται ο Χάρος και του κάκου!

Όλα, όλα τα ξαναβλέπω με μιας. Τα χαρούμενά μου τα νιάτα, τη ζωή μου

από παιδί. Κάθουνταν ο παπούς απάνω στο σοφά και μ' έπαιρνε στη

γούνα του μέσα και κρύφτουμουν και γελούσε ο παπούς! Αχ! όλα, όλα τα

θυμούμαι. Πόσο μ' αγαπούσε! Κάτω, εκεί κάτω στον μπαξέ μας, τι

πρασινάδα που είταν! Πήγαινα κ' έτρωγα ερίκια. Άγουρα τα διάλεγα και

μου άρεζαν. Όχι! κι από το παράθυρο να σκύψω να διώ, δεν τα βλέπω

πια τα δέντρα και τις πρασινάδες. Είναι νύχτα παντοτεινή για μένα.

Αχ! τι καλός, τι ωραίος που είναι ο ήλιος!

Δε θέλω! Δε θέλω!

Κάτασπρο το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Φαίνεται πως έτσι θα πεθάνω,

χτυπώντας χτυπώντας η καρδιά μου, ώςπου να πιαστή η αναπνοή μου.

Πιάνεται. Ο Χάρος με πλακώνει..Το κεφάλι μου θα γίνη φλόγα.

Ναι, σαν είμουνα παιδί! Μπας και μου τάμαθε ο παπούς τέτοια

παραμύθια; Κ' έλεγα πως μ' αγαπούσε! Τι αγάπη είναι αφτή; Και πώς

δεν πεθαίνει τώρα, σα μ' αγαπά, για να γλυτώσω εγώ;

Τέσσερεις.

Να σκοτώσω κανέναν κ' έτσι να γλυτώσω.

Πρέπει να πεθάνη ο μουσαφίρης.

Να, τώρα, γρήγορα θα πιαστή και το κεφάλι μου. Ίδρος, κρύος ίδρος με

περεχύνει. Αφού πιαστή και το κεφάλι μου, δε θα νοιώθω τίποτις πια,

δε θα νοιώθω τον πόνο. Θα ψυχομαχώ.

Να φωνάξω, νάρθη κανένας! Δεν έχω φωνή.

Να σηκωθώ, να τρέξω, να φύγω. Δεν μπορώ. Πιάστηκαν τα πόδια μου από

το φόβο. — Έχω πιστόλι στο σερτάρι. Για να δω!

Τέσσερεις και κάρτο.

Θέλω να καθήσω ήσυχα στο κρεββάτι, να μετρήσω τα καρδιοχτύπια μου

ένα ένα, ώςπου να σωθούνε. Να κάμω κουράγιο. Τι να παλαίβω τώρα;

Έγινε πια το κακό. Σε λίγη ώρα...

Είναι σαν τα κύματα που τρεμοπηδάνε. Φούσκωσε η θάλασσα και θα με

πνίξη.

Λίγο λίγο.

Πόσο έχω ακόμη;

Να τελειώση αφτό το βάσανο πια. Όταν πεθάνω, θα πεθάνη κι ο φόβος

μαζί μου. Έτσι θα γλυτώσω.

Πού κοιμάται ο μουσαφίρης;

Τέσσερεις ήμισυ.

Να σηκωθώ! Κάπου να πάω. Να βγω όξω από το σπίτι, να μην είμαστε

μέσα δεκατρείς. Μούδιασε η καρδιά μου και δεν μπορώ. Είμαι του

Χάρου. Δε θα με λυπηθή και κανένας; Γίνεται να πεθάνω, που έχω τόσα

να κάμω, που έχω τόσα στο νου μου; Όχι! τέτοιο άδικο πράμα δε

γίνεται! Σηκώνουμαι και παλαίβω και σκοτώνω. Ο καταραμένος ο

μουσαφίρης! Έχω δύναμη ακόμη. Νοιώθω πως έχω. Θα σηκωθώ. Να πεθάνη

αφτός, μια πιστολιά και σώνει, να ησυχάσουμε όλοι. Να μπουν όλα σε

τάξη.

Αχ! να μπορούσα μόνο να κουνήσω το πόδι!

Ή να σκοτωθώ, να τελειώση;

Μ' έπιασε, μ' έπιασε ο Χάρος και με βαστά.

Πέντε παρά κάρτο!...»

Ξύπνησα τότες με τα σωστά μου. Είταν η ώρα οχτώ. Είχα φανταστή στον

ύπνο μου μέσα πως ξυπνούσα. Κοντέβουν τώρα δέκα χρόνια που είδα το

φοβερό αφτό τόνειρο και τόγραψα αμέσως το πρωί, να το θυμούμαι. Τι

καλά που περνούσαμε τότες στο σπίτι μας στην εξοχή! Ζούσε ο καλός

μου ο παπούς. Πρόπερσι πέθανε ο καημένος, εκατό χρονώ γέρος. Δεν

είμαστε πια στο τραπέζι δεκατρείς όταν έρχεται ο μουσαφίρης.

Παρίσι, 1891.

Ο ΜΑΓΟΣ {94}

Μια φορά κ' έναν καιρό, είτανε μια μικρή, μικρούτσικη χώρα. Αχ! τι

χάρη που την είχε η μικρούτσικη πολιτεία. Τι νόστιμοι που είταν οι

μικροπολίτες! Πόσο μπόι λες τάχατις να είχαν; Οι μικροπολίτες είταν

κοντούτσικοι, ψιλούτσικοι, ομορφοκαμωμένοι κ' ίσια μ' ένα δάχτυλο

μεγάλοι. Είχαν κάτι πρόσωπα σοβαρούτσικα και χλωμά, με μυτερά μυτερά

μουστακάκια. Μα τι ωραιούτσικα μουστακάκια που τα είχαν! Κάποτες

ζάρωναν τα μαβρούτσικά τους τα φρύδια και νόμιζες πια πως μεγάλα

πράματα συλλογιούνταν. Η φορεσιά τους είτανε μια χαρά· φορούσαν κάτι

στενούτσικα πανταλονάκια, σουρτουκάκια σαν τα δικά μας κι

αψηλούτσικα γυαλιστερά καπέλλα. Τους έβλεπες και τους αγαπούσες.

Έπρεπε όμως νάχης καλά μάτια να τους διής. Έγραφε η ιστορία πως οι

πατέρες τους είτανε γιγάντοι κ' είχαν κάμει παιδιά νάνους. Δεν ξέρω

να σας πω αν οι μικροπολίτες είταν από γεννήσιο τους μικροί ή αν

εκεί που έπρεπε να μεγαλώσουνε, δε μικραίνανε λίγο λίγο, ώςπου με

τον καιρό να καταντήσουν πια τζουτζέδες. Ένα μόνο ξέρω, δεν

τόννοιωθαν οι μικροπολίτες πως είτανε μικροί κ' έτσι δεν το είχαν

και καημό. Μήτε τόβαζε ο νους τους, και τόβλεπες αμέσως από το

περπάτημά τους. Είταν πολύ περίεργο το περπάτημά τους· περπατούσαν

πηδηχτά πηδηχτά, όμως με κάποια περηφάνεια και τη μύτη πάντα ψηλά.

Θωρούσες ένα μικροπολίτη και στοχάζουσουν πως ερχότανε βασιλιάς.

Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Σεργιάνιζαν όλη

μέρα στους δρόμους, συχνοχαιρετιούνταν, έκαμναν κοπλιμέντα και

τσιριμόνιες, κουβέντιαζαν ως και με τα χεράκια τους, μιλούσανε,

γελούσανε, φιλοσοφούσαν αναμεταξύ τους. Έπειτα ο καθένας, σαν κάτι

πιο καμαρωμένος, πήγαινε στο μικρούτσικό του το σπιτάκι κ' έγραφε

μάνι μάνι ένα βιβλίο. Τι λες νάγραφε μέσα στο βιβλίο; Οι

μικροπολίτες γράφανε βιβλία ο ένας για τον άλλον. Φαίνεται πως στη

Μικρόπολη είχε μεγάλα κεφάλια πολλά. Άξαφνα διάβαζες πως ο τάδε

μικροπολίτης είταν ο πιο περίφημος ιστορικός του κόσμου, ο τάδε πάλε

πως είταν ο πιο τρομερός ποιητής που μπορεί κανένας να φανταστή.

Άξαφνα διάβαζες και το εναντίο. Ο ίδιος ο μικροπολίτης έγραφε

δέφτερο βιβλίο και σου ξηγούσε πως ο μεγαλήτερος ποιητής κι ο πιο

περίφημος ιστορικός δεν είταν ο πρώτος που είπε, μα ένας άλλος, και

παστρικούτσικα σου έλεγε και το λόγο. Κάθε τόσο σου έβγαζαν και

κανένα φωστήρα στη μέση· ο τάδες έκαμνε αμίμητους στίχους· ο άλλος,

άμα που φάνηκε, τάβαλε πια όλα σε τάξη, τάσιαξε όλα· αμέσως βρήκε τι

γλώσσα και τι μέτρο θέλει η τραγωδία, τι μέτρο και τι γλώσσα η

κωμωδία. Ο τρίτος δίδασκε με τι τρόπο πρέπει να γράφεται η ιστορία,

με τι τρόπο η μυθιστορία. Ένας άλλος είταν πια αλήθεια κριτικός, μα

τι κριτικός! κριτικός με τα σωστά του, κι από τα βιβλία του έφεγγε

τέχνη, έφεγγε επιστήμη. Οι μικροπολίτες τραγωδία δεν είχανε, μήτε

κωμωδία, μήτε ιστορία, μήτε μυθιστορία, μήτε κρίση, μήτε επιστήμη,

μήτε τέχνη. Μα δεν πείραζε. Είχαν ένα σωρό κριτικούς, κωμικούς,

τραγικούς και σοφούς. Μπρε παιδιά! αφού σας το λέω· Όλα βρίσκουνταν

εκεί μέσα, στην αιώνια Μικρόπολη, και δεν είχες ανάγκη να γυρίσης

τον κόσμο και να γυρέψης αλλού πουθενά ποιητάδες ή φιλοσόφους.

Οι μικροπολίτες παινούσαν ο ένας τον άλλονα· μη νομίζης όμως πως

είταν από καλοσύνη. Το πουλάκι το γλυκό που λέγεται καλοσύνη, το

πουλάκι που και το ίδιο μαγέβεται με το κελάδημά του, δεν

πολυτραγουδούσε μέσα στην καρδιά τους. Το στηθουλάκι τους είτανε

μικρουλό, σαν κάτι στενούτσικο το κλουβί, και δε χωρούσε μέσα ταγαθό

το πουλί μας. Αγάπη στα σπλάχνα τους δεν είχαν οι μικροπολίτες· δε

ζεσταίνουνταν η ψυχή τους, δεν τους έβλεπες να κλαιν ή και να

δακρίζουν, όταν καμιά ιδέα μεγάλη, μ' όλη της την ομορφιά,

ξεφανερώνουνταν μπροστά τους. Παινιούνταν αναμεταξύ τους, γιατί

ήθελε ο καθένας κάτι να φανή· παινούσε για να τον παινέσουν. Πού

καιρός για δάκρια; Πού καιρός για καλοσύνη; Ο καθένας δεν είχε άλλο

στο νου του παρά το χαδεμένο του το εγώ.

Καλοσύνη δεν ήξεραν οι μικροπολίτες, κ' ίσως για τούτο δεν είταν και

τα βιβλία τους καλά. Δεν ήξεραν καλοσύνη, κ' έτσι δεν μπορούσανε να

διούν αν και παρέξω απ' αφτούς δεν είταν καμιά ωραιότητα στον κόσμο,

δεν μπορούσανε να τη χαρούνε — δε χαίρουνταν ωραιότητα καμιά, κ'

έτσι τους είταν αδύνατο και να καταλάβουν τι είναι ωραίο και τι δεν

είναι — δεν το καταλάβαιναν, κ' έτσι τους είτανε δύσκολο να

προκόψουν και κείνοι· δεν πρόκοφταν, κ' έτσι δε μεγάλωναν και πολύ.

Ο νους κ' η καρδιά πάνε συχνά ταίρι ταίρι· έχει κι ο νους καλοσύνη

δική του· δεν είναι μόνο της καρδίας η καλοσύνη. Είναι και του νου,

φτάνει να μην τον κλειδώνης· φτάνει, κι ο νους σου ναγαπά

Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Τόσο, που δεν

κατώρθωναν όλα να τα κάμουν. Είταν πάντα σαν ανταρεμένοι. Έτρεχαν

και φιλονικούσαν. Έφτειαναν όλο κάτι χρυσούτσικες στάτουες, με το

πρόσωπο του καθενός μικρωμένο, που γυάλιζε σαν ψιλό ψιλό διαμαντάκι

και που μπορούσε μόλις να το πάρη το μάτι. Αφιέρωνε μια στάτουα ο

ένας ταλλουνού· ή την πετούσε πάλε ο ένας σταλλουνού το κεφάλι.

Τέτοιες είταν οι δουλειές τους. Τι κρίμας που δεν έχω απάνω μου

καμιάν απ' αφτές τις στάτουες τις χαριτωμένες, να σας τη δείξω, να

διήτε τι μικρές, τι νόστιμες αλήθεια που είτανε.

Οι μικροπολίτες μιλούσανε μια πολύ παράξενη γλώσσα. Συνήθιζαν κάτι

λέξες που τις είχαν πρώτα, οι πατέρες τους, οι γιγάντοι. Μα όταν

έβγαιναν από το μικρούτσικο τους το στοματάκι φάνταζαν πολύ

περίεργα. Με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν οι μικροπολίτες να πουν τα

πράματα νέττα σκέττα. Ξεσκάλιζαν και κάτι παλιούς τύπους μέσα στα

βιβλία και καμάρωναν. Οι μικροπολίτισσες — αχ! τι άσκημα που το λέω!

— αι μικροπολίτισσαι — όχι δα! έκαμα πάλε λάθος — αι μικροπολίτιδες

_ λίαν εγοητεύοντο _, και την ώρα που τους άκουγαν και κατόπι, που

θυμούνταν τα λαμπρούτσικά τους τα λόγια — να το πούμε όπως πρέπει,

_λίαν εγοητεύοντο και ακούουσαι και ακηκυίαι _. Οι μικροπολίτες

έγραφαν και μιλούσαν όλη μέρα. Συχνά δεν καταλάβαινε ο ένας τον

άλλονα. Τι τύχη, αλήθεια, που την είχαν! Κάποτες ο μικροπολίτης δεν

καταλάβαινε κι ο ίδιος τι έγραφε. Δεν είναι τύχη κι αφτό;

Οι μικροπολίτες είχαν ψιλή, ψιλούτσικη φωνή. Έλεγες και

τραγουδούσαν. Είταν όλοι τους τενόροι. Δεν ξέρω τι είχαν πάθει οι

μικροπολίτες. Δεν άκουγες όμως για κανένα μικροπολίτη, νάκαμε ποτέ

του παιδί.

Έτσι ζούσαν οι μικροπολίτες, έτσι ζούσαν και βασίλεβαν αναμεταξύ

τους. Ζούσαν ήσυχα και παινεμένα και δε γήραζαν. Οι μικροπολίτες δε

μοιάζανε με κανέναν άλλο λαό. Τι περίεργη ιστορία! Άμα έρχουνταν

κανένας ξένος στη Μικρόπολη, όσο μπόι κι αν είχε, γίνουνταν αμέσως

άφαντος ο ξένος. Οι μικροπολίτες ανέβαιναν απάνω του και τον

αποσκέπαζαν τον κακορρίζικο. Ο ένας κάθουνταν απάνω σταφτί του, ο

άλλος απάνω στο μύτη του, ο άλλος στο μάτι του ή στο δάχτυλο του.

Κοίταζε τότες ο καθένας καλά και δεν έβλεπε παρά το δάχτυλο, το

μάτι, ταφτί ή τη μύτη. Συλλογιούνταν τότες ο καθένας με το νου του·

«Αφτουνού όλα του λείπουν. Έχει μόνο τη μύτη, ταφτί, το μάτι ή το

δάχτυλο. Δε μας αξίζει». Ποτέ τους οι μικροπολίτες δεν είδαν

αλάκαιρο τον άθρωπο. Οι μικροπολίτες οι καημένοι είχανε μικρό,

μικρούτσικο μυαλό, στενό, στενούτσικο κεφαλάκι. Μα ας ταφήσουμε πια.

Τι; Θα τους κατηγορήσουμε τώρα; Οι μικροπολίτες είναι δικοί μας, ας

είναι και δασκάλοι. Μήπως δεν έχει κάθε έθνος τους δικούς του; Εγώ

τους γνώρισα τους μικροπολίτες και τους αγαπώ. Κάμποσο διασκέδασα

μαζί τους. Είχαν αλήθεια πολλή χάρη και νοστιμάδα.

Πόσο βάσταξε η Μικρόπολη, δεν το ξέρω να σας το πω. Κανείς στον

κόσμο δεν είδε ποτέ τους μικροπολίτες, κ' έτσι δεν μπόρεσε να πη

κανείς πόσο έζησαν τα μικρουλάκια. Διάβασα όμως στα βιβλία πως μια

φορά ήρθε στον τόπο τους ένας μάγος. Είταν πολύ καλός άθρωπος και

του άρεζε να σπουδάζη και να μαθαίνη. Έλεγαν πως είτανε μάγος, γιατί

είχε πάντοτε στην τζέπη του ένα γυαλί, μα την αλήθεια! ένα παράξενο

γυαλί, χοντρό στη μέση και στις άκρες ψιλό, ξεστρογγυλωμένο με

τέχνη, λαμπερό και πολυδουλεμένο. Ο μάγος με το γυαλί του

προσπαθούσε να διή τους μικροπολίτες. Έβαζε το γυαλί και δος του

κοίταζε όσο μπορούσε. Αχ! τι παράδοξο πράμα που ακουλούθησε τότες!

Τι πρωτάκουστο ιστορικό! Τι περίεργο γυαλί που είταν εκείνο! Όσες

αχτίδες είχε ο ήλιος, όσες αχτίδες σκόρπιζε απάνω στη γις, τις

έπαιρνε το γυαλί, τις περιμάζεβε μέσα του, τις συγκέντρωνε, τις

έκαμνε μια φλόγα μοναδική. Οι μικροπολίτες έλιωναν έλιωναν ένας

ένας· φαίνεται πως τους έκαιγε το γυαλί, και δε βαστούσε το τρυφερό

τους το πετσάκι σε τέτοια φωτιά. Έτσι αφανίστηκαν όλοι κ' έμεινε η

χώρα άδεια μια στιγμή. Τότες όμως από τους βράχους, από τα βουνά κι

από τις πεδιάδες, από τα περιγιάλια κι από τα χωριά γύρω γύρω,

προχωρούσαν άλλοι μικροί, μικρούτσικοι αθρώποι κι αφτοί, που δε

φαίνουνταν πριν. Είταν προστυχοντυμένοι και ντροπαλοί. Έννοιωθαν πως

είχε ήλιο στη χώρα, κ' έρχουνταν τώρα ο καθένας να χαρή τη ζωή και

το φως. Οι χωρικοί, λέει, δε φοβούνται τον ήλιο κ' η ζέστη τους

αρέσει. Τους κοίταζε πάλε ο μάγος με το γυαλί του. Αχ! τι περίεργο

γυαλί είταν εκείνο! Αντίς να διή τα προσώπατα μόνο, έβλεπε, μέσα στο

ψιλούτσικο, στο λιγνούτσικό τους το κορμί, την καρδιά και το μυαλό.

Μεγάλωναν οι καρδιές λίγο λίγο με το γυαλί, μεγάλωναν και τα μυαλά.

Αφού μεγάλωσαν οι νούδες, μεγάλωσαν πια τότες κ' οι αθρώποι. Να

πούμε την αλήθεια, δεν έγινε το πράμα με μιας. Ίσως τους έδειχνε το

γιαλί όχι όπως είταν εκείνη την ώρα, μα όπως θα γίνουνταν κατόπι.

Όσο τους κοίταζε ο μάγος, τόσο έρχουνταν έρχουνταν οι χωρικοί ο ένας

απάνω στον άλλονα, χαρούμενοι και τρεχάτοι, στη Μικρόπολη μέσα.

Έτσι με τον καιρό έγινε πια κ' η Μικρόπολη Μεγαλόπολη σαν τις άλλες.

Έγιναν κ' οι χωρικοί μεγαλοπολίτες. Οι μεγαλοπολίτες είχαν και

κείνοι κάμποση δουλειά. Πρώτη φορά θωρούσαν τον κόσμο κ' ήθελαν όλα

να τα πούνε, να τα πουν όλα με μιας. Οι μεγαλοπολίτες όμως λαλούσαν

τη γλώσσα που λαλούνε στους κάμπους και στα βουνά. Έτσι, λέω, να το

πιάσουμε και μεις γιατί κ' η ψυχή της Ρωμιοσύνης πώς θα κάμη, πώς θα

φανή, αν της σηκώσουμε τη φυσική λαλιά της; Φτάνει να μας αφήσουν

ήσυχους οι δασκάλοι και να μη χαλνούν τη γλώσσα του κάμπου και του

βουνού. Ψυχή και γλώσσα είναι το ίδιο.

Τι λες τώρα να σημαίνη αφτό το παραμύθι: Είναι αξιόλογο παραμύθι και

μπορεί ο καθένας όπως θέλει να το πάρη· ο καθένας μπορεί να πη πως

είναι ίδιος του μεγαλοπολίτης και μικροπολίτες οι άλλοι. Είναι

μαργιόλικο παραμύθι κ' έχει το νόημά του κι αφτό. Η ποίηση κ' η

φιλοσοφία, το δράμα και τα ρομάντσα, η φιλολογία, σαν που λέμε,

είναι το γυαλί. Κι ο Μάγος πάλε ποιος να είναι; Οι μάγοι είναι

πολλοί. Μάγος είναι όποιος ξέρει και βλέπει με το γυαλί. Είναι πολύ

σημαντικό πρόσωπο και πιάνει και τον τόπο του. Πώς έγινε η Ελλάδα

μεγάλη στα χρόνια τα παλιά; Τάχα μήπως με τι δύναμη νίκησε στους

μηδικούς πολέμους; Νίκησε τάχα με τα όπλα ή με τα έργα που είχε

βγάλει και που έβγαζε ο νους της; Εγώ νομίζω πως ο Λεωνίδας, όταν

πάλαιβε στις Θερμοπύλες, πάλαιβε για την Ιλιάδα, πάλαιβε για να

διαφεντέψη τους αρχαίους μας τους ραψωδούς· εγώ νομίζω πως οι δικοί

μας, όταν πάλαιβε το Μεσολόγγι, πάλαιβαν και κείνοι για τα τραγούδια

του λαού μας, που τα τραγουδούσαν τότες τα βουνά. Για να βγη

ανεξάρτητο ένα έθνος, για να καταλάβη πως υπάρχει, πρέπει να το φέρη

πρώτα η ποίηση που θρέφει στα σωθικά του, ύστερα το σπαθί. Ο μόνος ο

νικητής είναι ο μάγος, γιατί ο μάγος, άμα φανή, βλέπει μέσα στου

λαού την καρδιά. Δε βλέπει τους άλλους, τους κουρδισμένους, τους

τσιτωμένους, τα ψέφτικά ταθρωπάκια. Χάνεις τον κόπο σου να γυρέβης

να τα διής. Ο μάγος βλέπει το έθνος, και τότες πια και το έθνος

βλέπει το ίδιο τι είναι, βλέπει τι αξίζει. Η ψυχή του μεγαλώνει και

γίνεται φανερή. Τέτοια πανάγια δουλειά κάμνει η φιλολογία, η ελαφρά

φιλολογία, που δεν είναι λαφριά και που δεν είναι μπόσικο

παιχνιδάκι. Φτειάνει έθνος και φωτίζει από μέσα τους λαούς.

Παρίσι 1891.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ {95}

Το μικρό το παραμυθάκι — Ο Μάγος — ταφιέρωσα τότες στον Τρικούπη, κι

αφτό λέει τακόλουθο γραμματάκι μου στο Δροσίνη.

Ελπίζω καμιά μέρα να πω περισσότερα για τον Τρικούπη απ' όσα

προφταίνω να πω εδώ, που δεν είναι κι ο τόπος. Όταν του αφιέρωσα το

Μάγο, δεν τον είχα δει ακόμα. Τον είδα, σα γύρισα στην Αθήνα, στα

1893. Θυμούμαι μια φορά που ήρθε να μου κάνη βίζιτα στη Βιχτώρια —

εκεί κατέβηκα — κι άλλη μια φορά που πήγα σπίτι του, στο γραφείο του

κάτω· και τις δυο φορές καθήσαμε πολλή ώρα μαζί και μιλήσαμε

κάμποσο, για πολλά πράματα, εννοείται και για τη γλώσσα. Και την

πρώτη φορά και τη δέφτερη, απόρησα με την εφκολία που καταλάβαινε

αμέσως ό τι του έλεγες· τάρπαζε ο νους του αμέσως, ως και κάτι

γλωσσολογικά που είναι κάμποσο δυσκολούτσικα για ένανε μάλιστα που

δεν καταγίνεται σ' αφτά. Τον είδα, προτού φύγω, κι άλλη μια φορά. Δε

θα το ξεχάσω στη ζωή μου. Είτανε χορός στη ρούσσικη Πρεσβεία, ο

βασιλιάς, η βασίλισσα, τα βασιλόπαιδα, κόσμος και κόσμος. Χορέβανε,

γελούσανε, διασκεδάζανε, λαλούσανε για χίλια δυο πράματα, και

φυσικά, όπως τυχαίνει στους χορούς και στους σουαρέδες, μεγάλα

πράματα δε λέγανε. Να πω την αλήθεια, με πήρε βαριομάρα τρομερή, μου

ήρθε μάλιστα και πλήξη. Σέρνουμουν εδώ και κει, δεν ήξερα τι να

κάμω, καμιά όρεξη δεν είχα για κουβέντες· με ποιόνα και για τι

αντικείμενο; Άλλο δε γύρεβα παρά να φύγω, δεν το κατόρθωσα όμως, και

πήγα τουλάχιστο να τραβηχτώ σε μια κοχίτσα, να συλλογέμαι τα δικά

μου. Άρχιζε τότες στην καρδιά μου να τρέμη _ Τόνειρο του Γιαννίρη _,

και στη γωνιά που κάθησα, μου φάνηκε σα να είμουνα μόνος. Άξαφνα,

μέσα στην πολυκοσμία, στις φωτοχυσίες, βλέπω δυο μάτια, μεγάλα

μεγάλα κι ολόμαβρα. Είχαν εκείνα τα μάτια τόσο φως που θαρρούσες κ'

έφεγγαν αφτά μονάχα. Είταν ο Τρικούπης. Ο Τρικούπης, αψηλό ανάστημα

δεν είχε· συνήθιζε μάλιστα κ' έσκυβε λιγάκι το λαιμό του προς το

στήθος. Στέκουντα λοιπόν ακκουμπισμένος στον τοίχο, με τις πλάτες

κατεβασμένες, κ' έτσι, μέσα στο πλήθος, δεν έβλεπες παρά το κεφάλι

και τα μάτια. Όμορφος βέβαια δεν είτανε· μα τέτοια μάτια, και τα

αμορφότερα παλληκάρια δεν τάχουνε. Τι δεν έλεγαν τα μάτια εκείνα;

Γεμάτα γεμάτα λογισμούς, γεμάτα όνειρα, γεμάτα θέληση και λύπη

συνάμα· σου έδειχναν τα μάτια του εκείνα τι ποθούσε να κάμη μια μέρα

την Ελλάδα, σα να τόννοιωθε πως δε θα μπορούσε.

Ανατρίχιασα. Δεν του μίλησα εκείνη τη βραδειά. Τα μάτια του όμως

πολλές φορές τα θυμήθηκα. Δεν ξέρω αν ο Τρικούπης έκλαιγε· είταν

άντρας. Μα βέβαια πως τα μάτια του τα ωραία και τα συλλογισμένα, θα

τα θόλωσε λύπη ακόμα πιο πικρή παρά τη βραδειά που τον είδα, την ώρα

τη θλιβερή, που από την Ελλάδα μακριά μακριά, έμεινε ολομόναχος,

παραιτημένος, καταφρονεμένος, την ώρα που κατάλαβε τον τόπο τον

αχάριστο και που για πάντα σβήσανε τα μάτια του τα μεγάλα.

Θαρρώ πως κάποιο χρέος να τα θυμάται έχει σήμερις κ' η Ελλάδα.

1 του Σταβρού, 1901.

Φίλτατε Δροσίνη,

Θυμάσαι τους μικροπολίτες; Δεν ξέρεις τι μπελά που μου δίνουν! Οι

φίλοι μου γυρέβουνε να τους πω τι νόημα έχει το παραμύθι· τους

αποκρίνουμαι πως προσπάθησα να τους το ξηγήσω όσο μπόρεσα πιο

παστρικά στο τέλος του παραμυθιού. Όχι! λένε, δεν τους φτάνει. Ο

καθένας το παίρνει διαφορετικά. Και τι θα πη τούτο; και τι θα πη

εκείνο; Και γιατί και πώς καταστράφηκαν οι μικροπολίτες; Και να μην

είταν από τις πολλές φωνές; Και γιατί και πώς κάθουνται στη μύτη του

ξένου και δε βλέπουν παρά τη μύτη; Και τι σημαίνει το κάτω κάτω; Να

σου πω την αλήθεια, ζαλίστηκα και μ' έπιασε φόβος, μπας και δε

βγαίνει αμέσως το νόημα; Άρχισα πια κι ο ίδιος να το μελετώ. Λίγο

λίγο κατάλαβα· κατάλαβα πως το παραμυθάκι δεν έχει μόνο φιλολογική

σημασία· μπορεί νάχη και πολιτική. Για τούτο σήμερα και γω αποφάσισα

να ταφιερώσω ενός Μεγαλοπολίτη — του Τρικούπη.

Ο φίλος σου ΨΥΧΑΡΗΣ

Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α' · 第 6 / 9 题