Je place ici quelques remarques qui ne méritent guère de figurer
ailleurs que dans une courte note. Elles font suite à la Préface qui
se trouve en tête de ce discours et ont trait à quelques questions
d'orthographe {85}.
J'ai écrit en un seul mot les locutions telles que τόντις (= τω
όντι, par réduction des deux _ο_ à un seul _ο_ et par adjonction du
_ς_ adverbial), δηλαδής, μόλον τούτο, αφού, κατεφτείας (de κατ'
ευθείαν; le ν final disparait régulièrement et le _ς_ adverbial
s'ajoute alors à la désinence), όλους διόλου etc. On ne sent plus
guère aujourd'hui dans ces locutions que des adverbes simples.
Egalement, j'écris γύρω, γύρω, avec _ω_ pour _ω [υπογεγραμμένο]_),
suivant l'analogie des autres adverbes en ω, απάνω, κάτω, etc. Dans
γύρω et peut-être dans τόντις, nous avons les deux seuls exemples
d'un datif ancien conservé par voie populaire dans des locutions
toutes faites. Un autre datif nous est fourni par une formule de
salutation dialectale, usitée à Chio, kalisiméra καλή σοί μέρα.
Τόντις parait être plutôt un mot d'origine savante devenu
aujourd'hui populaire.
Je ne puis entrer dans l'examen de toutes les orthographes
particulières que je me suis vu forcé d'adopter, du moment que je me
conformais aux principes de l'ancienne orthographe. Les questions
spéciales traitées dans ce discours s'adressent à un publie
instruit: il saura donc reconnaître de lui-même les règles qui m'ont
guidé. Il est évident, par exemple, que nous ne pouvons accentuer
aujourd'hui autrement que Περικλής, χρυσή. Περικλής se décline de
nos jours, sur ποιητής et χρυσή sur καλή; le circonflexe n'a donc
plus aucun sens, puisque les anciens eux-mêmes, en pareil cas,
mettent l'aigu. Ce qui serait aller contre les habitudes
orthographiques anciennes, ce serait précisément d'écrire Περικλής,
alors qu'on décline του Περικλή.
Il sera tout aussi superflu de donner quelques autres explications:
il n'est pas besoin de dire pourquoi nous écrivons την Πόλη, mais τη
γραμματική, sans ν final et pourquoi le ν final disparait devant
toute autre combinaison que κ, π, τ et les voyelles: on suppose les
lecteurs familiers avec les règles élémentaires du grec moderne.
Toutes les formes employées dans ce discours trouveront ainsi leur
justification dans les règles de la grammaire populaire. Certaines
personnes prétendent, il est vrai, que la langue _populaire_ n'a pas
de grammaire; mais leur idée ainsi énoncée, manque de clarté. La
grammaire de la langue populaire ne se trouve pas à l'état de livre
imprimé. Cela est exact; mais, il ne faut pas en conclure qu'elle
n'existe pas. Jusqu'ici on n'a pas encore conçu la possibilité d'une
langue vivante et pariée — écrite, ou non écrite, peu importe! — qui
ne reposerait pas sur un système phonétique, morphologique et
syntaxique propre, en d'autres termes, qui n'aurait pas sa
grammaire.
Il à paru inutile de marquer par un signe particulier la
prononciation de i (υ, η, ι, οι, ει, υι) devant une voyelle
suivante: il suffit d'écrire ποιος au lieu de πιος: on prononcera
naturellement comme s'il y avait ποιος ou πγοιός. Ces prononciations
sont tellement familières à tout le monde, qu'il est à peine besoin
de les rappeler par l'écriture. Le γ n'a été admis que dans les mots
où il était consacré par l'usage, comme dans γιος, γιατρός, etc. —
Du reste, — qu'on nous permette de le dire, — toutes les
orthographes suivies dans ce discours sont des orthographes voulues.
C'est à dessein que nous écrivons συγραφέας, φαρδής, etc. (voyez
plus haut à Περικλής), de même προεστός, προεστού, τον ίδρο, etc.;
τον ίδρο serait assurément plus correct. Mais on trouve ι bref dans
Euripide, Ion. 1175, en tout cas chez Quintus de Smyrne. Or, toutes
les fois que nous avons un prétexte quelconque pour simplifier
l'orthographe, il est bon d'en profiter. C'est pourquoi on peut
risquer καλοσύνη, et, inversement, διαδώθηκα, parce que tous les
aor. passifs des verbes en -ώνω (ancien -όω){86} s'écrivent de même.
Voici donc une dernière confession. Je ne me suis fait naturellement
aucun scrupule d'emprunter à la langue ancienne tous les mots
nécessaires soit à la pensée, soit au sujet traité. Je me suis
permis pourtant une innovation. Les termes de _ brève _ et de _
longue _, _ μακρόν _ et _ βραχύ _, qui appartiennent à la vieille
terminologie grammaticale, ne sont pas très exacts en eux-mêmes: de
plus — ce qui est grave — ces deux adjectifs μακρόν et βραχύ
contrarient trop ouvertement, à leurs diverses flexions, la
morphologie en même temps que la phonétique modernes: on pourrait,
il est vrai, dire régulièrement το βραχέο, d'après το φωνήεντο
(voyez _Revue des Etudes grecques_. t.I, No 2.): mais j'ai cru
devoir préférer les deux expressions διπλόχρονο (longue), απλόχρονο
(brève), expressions qui m'ont paru plus précises même au point de
vue linguistique. Certaines personnes nous diront que le peuple
n'emploie pas et ne comprend pas les mots tels que: ενέργεια,
φιλολογία. χυμία, κατάληξη, δήμος, etc., etc. Elles prétendent
qu'écrire de cette façon, ce n'est plus écrire une langue populaire.
Le reproche porte à faux. Le peuple, selon toute vraisemblance, ne
se nourrit pas des ouvrages de Kant et il est à présumer que les
habitants de Fribourg en Brisgau ne lisent pas couramment les
traites de M. Hermann Paul. Cela ne veut pas dire qu'il faut
supprimer la philosophie ou la linguistique, sous prétexte que le
peuple ne comprend pas la philosophie ou la linguistique. Cela ne
veut pas dire davantage qu'il faut supprimer la langue du peuple. On
n'étudie plus de nos jours la philosophie ou la linguistique, comme
on l'étudiait il y à deux mille ans. Il est tout aussi logique,
quand on écrit, de ne plus se servir d'une langue qu'on parlait il y
à deux mille ans. Il nous faut une langue aussi moderne que notre
pensée même.
Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ Κ' Η ΣΚΛΑΒΙΑ {87}
Ο μεγάλος μου ο πεθερός μου έλεγε κ' έλεγε συχνά πως δεν πρέπει
κανείς ποτέ ναπαντάη, σα γράφουνε για μας άτοπα ή μπόσικα λόγια όσοι
δεν έχουν άλλη δουλειά. Έλεγε όμως πως κι αφτοί θέλουν απάντηση,
όταν άξαφνα σε κατηγορήσουνε για τον πατριωτισμό σου. Δεν πρέπει να
τους αφίνουμε να λένε· πρέπει κάτι να πούμε και μεις.
Σα βγήκε το _ Ταξίδι _, τα σερτάρια μου ξέρουνε τι άκουσα και τι δεν
άκουσα, γιατί φύλαξα τις φημερίδες εκείνης της εποχής μ' όλες τις
νοστιμάδες που τυπώνανε κάθε μέρα. Είτανε λύσσα· ένας μάλιστα ήθελε
και καλά να μου κόψουνε ταφτιά μου. Δεν αποκρίθηκα λέξη. Τα διάβαζα,
διασκέδαζα, γελούσα, όταν άξαφνα είδα κάπου ένα άρθρο, που βέβαια δε
γύρεβε να πη τίποτις δυσάρεστο ή να με πειράξη στην αγάπη μου για
την Ελλάδα, μα που ήθελε ναποδείξη πως η δημοτική μας είναι γλώσσα
της σκλαβιάς και πως πατριωτικό δεν είναι να τη γράφουμε. Αποκρίθηκα
τότες, και πολύ πρόθυμα δημοσίεψαν το γράμμα μου στην «Εφημερίδα».
Όπως τόμαθα υστερώτερα, δηλαδή σα βγήκε το γράμμα μου — γιατί έβαλε
και μια σημείωση, στην αρχή, μαζί με το γράμμα μου, η «Εφημερίδα» —
ο κ. Α. Γ. Η., που λέει τάρθρο μου, είναι ο κ. Αγησίλαος
Γιαννόπουλος Ηπειρώτης. Καμιά ιδέα, κανένα σκοπό να τον πειράξω δεν
είχα. Όσα έλεγε τότες, πόσοι δεν τα ξαναείπαν κατόπι, και με τι ύφος
και με τι χοντροβρισιές! Ο κ. Γιαννόπουλος έγραφε με τρόπο εβγενικό,
σοβαρά, σαν άθρωπος που ήσυχα σου λέει τη γνώμη του και θαρρεί πως
είναι η σωστή γνώμη. Τη γνώμη του αφτή πολλοί ακόμα την έχουνε στην
Ελλάδα. Τους τα ξηγήσαμε, τους τα ξεδιαλίσαμε όλα με το νυ και με το
σίγμα· τίποτα, μα τίποτα να μας αποκριθούνε δεν έχουνε, κι ωςτόσο τη
γνώμη τους δεν την αλλάζουνε, μόνο και μόνο γιατί είναι γνώμη τους,
κι ας μην έχη και βάση καμιά.
Με τον κ. Γιαννόπουλο τουλάχιστο συζητούσα, φιλονικούσαμε, του έλεγα
τους λόγους μου, μιλούσαμε για τα ιστορικά της δημοτικής, όπως
ταιριάζει κάθε φορά που κατηγορούνε τη γλώσσα, γιατί παρατήρησα πως
το μάθημα το μεγάλο και το μεγάλο το γιατρικό είναι να πιάνουμε να
μελετούμε κατάβαθα την ιστορική μας γραμματική, άμα νοιώθουμε και
μας κολνάει στο μυαλό η φοβερή μας εκείνη αρρώστια, να λέμε τη
γλώσσα μας πρόστυχη κι ανίκανη, αψηφώντας κι αδυναμώνοντας έτσι την
ψυχή μας την ίδια. Μου είναι άγνωστο αν ο κ. Γιαννόπουλος άλλαξε
γνώμη{88}. Θα συλλογίστηκε ωςτόσο αλλιώς για μερικά πράματα, που του
φαίνουνταν τότες αληθινά. Μας το δείχνουνε, μας ταποδείχνουνε τα
ιστορικά μας, πως κάθε γλώσσα μορφώνεται μοναχή της, και μας
ταποδείχνουνε με τρόπο που και να θέλη κανείς, δεν μπορεί να πη το
ενάντιο κι αναγκάζεται να το πιστέψη. Ας αφήσουμε παράμερα πια κάθε
πρόληψη, κάθε ψέφτικη γνώμη, κι ας το καταλάβουμε τι καλό, τι ωραίο,
τι θεόλαμπρο πράμα που είναι να καθήση κανείς με την ησυχία του,
ήμερα, χωρίς πάθος, να ξεφυλλίση τα παλιά μας τα βιβλία, να σπουδάξη
τη γλώσσα μας και της γλώσσας μας την ιστορία. Θα μάθη πολλά. Κι
αφτό έχουμε ανάγκη, να μαθαίνουμε. Ας το πούμε παστρικά· όσο την
είχε και τη βασάνιζε ο Τούρκος ο καταραμένος τη δύστυχη την Ελλάδα,
βέβαια πως κ' η επιστήμη δεν μπορούσε να προκόψη. Βέβαια πως και
ταρχαία τα ελληνικά δεν μπορούσανε να σπουδαχτούν όπως έπρεπε. Αν τα
σπούδαζαν από τότες, αδύνατο σήμερις να πίστεβε κανένας πως η
καθαρέβουσα μοιάζει με τη γλώσσα εκείνη την ωραία. Δε θυμούμαι ποιος
ελληνιστής στην Εβρώπη είπε μια μέρα πως οι Έλληνες οι σημερνοί
γυρέβουνε να δείξουνε με την καθαρέβουσα πως είναι απόγονοι των
αρχαίων και πως δείχνουν ίσα ίσα το ενάντιο, μόνο με το να νομίζουνε
πως η καθαρέβουσα είναι γλώσσα ελληνική. Και κοντά στο νου πως δε θα
το νομίζανε, αν είχανε δε λέω διαβασμένα όπως πρέπει ταριστουργήματα
της χρυσής μας εποχής, μα τουλάχιστο καταλάβει τη γραμματική την
ίδια, καθώς την καταλαβαίνουνε στην Εβρώπη, καθώς την καταλάβαινε κι
ο ελληνιστής που σας είπα. Τότες θα βλέπανε πως η δημοτική μονάχα
βαστάει από την αρχαία, ενώ η καθαρέβουσα δεν είναι γλώσσα καθαφτό,
δεν μπορεί το λοιπόν και να βαστάη από την αρχαία τη γλώσσα. Ποιος
φταίει όμως που δεν το βλέπουνε; Φταίνε τα χρόνια της σκλαβιάς, και
σαν τα ξετάζει κανείς τα πράματα δίχως πάθος, καταλαβαίνει πως της
σκλαβιάς η γλώσσα είναι η καθαρέβουσα, πως πατροπαράδοτη από στόμα
σε στόμα κι από γενεά σε γενεά, δεν υπάρχει άλλη από τη δημοτική.
Και να μη θαρρήτε τάχα πως με πάθος σας τα λέω αφτά. Τι θα με
πείραζε, σας παρακαλώ, η καθαρέβουσα, τι θα μπορούσα νάχω κιόλας να
πω εναντίο της, αν είτανε αρχαία γλώσσα; Όσα λέμε δω, είναι, σας
βεβαιώνω, πολύ απλά· πολλές σοφίες δε θέλουνε, για να τα νοιώσουμε.
Ας τα νοιώσουμε λοιπόν και μια ώρα προτήτερα, να δήτε πως τα
σιάζουμε όλα.
28 του Τρυγητή, 1901.
Αξιότιμε Κύριε,
Τώρα μόλις έλαβα τον αριθμό 211 της «Εφημερίδος» σας. Είχα λάβει
πριν τους αριθμούς 201, 202 και σας έγραψα ιδιαίτερο γράμμα, για να
σας πω αμέσως πόσο με συγκίνησαν αφτά τα δυο άρθρα (αρ. 201, 202).
Το σημερνό μου το γράμμα, θα σας παρακαλέσω να με κάμετε τη χάρη να
το δημοσιέψετε. Δεν έχω συνήθεια ναπαντώ σε προσωπικά άρθρα· όταν
είναι λόγος για γλωσσικά ή γραμματικά ζητήματα, προτιμώ ναπαντήσω με
βιβλία· όταν κατηγορούν του λαού τη γλώσσα και τη δική μου, πάλε δε
λέω τίποτις, γιατί με φαίνεται πως τα είπα όλα. Όταν όμως καταλάβω
που κατηγορώντας εμένα κατηγορεί κανείς όλο το έθνος, νομίζω χρέος
μου ναποκριθώ τουλάχιστο με δυο λόγια. Καταντά γενικό ζήτημα.
Ο κ. Α. Γ. Η. (δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ακούστηκε ως τώρα τόνομά
του στην επιστήμη) γράφει τακόλουθα για τη δημοτική γλώσσα στον
αριθμό 211 της «Εφημερίδος». σελ. 1, στήλη β'· «Η δημώδης ημών
γλώσσα, οποία σώζεται εις τα δημοτικά προ του 21 άσματα και οποία
διετυπώθη και εν αυτώ τω βιβλίω του κ. Ψυχάρη φέρει την σφραγίδα της
μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της δουλείας». Λυπήθηκα
πολύ, όταν είδα αφτή τη λέξη. Ας αφήσουμε τη γλώσσα του κ. Ψυχάρη·
δεν πιστέβω νάχη κανένας το δικαίωμα να πη που του Ψυχάρη η γλώσσα
«φέρει την σφραγίδα της δουλείας», κι όποιος το λέει βέβαια δε θα
διάβασε το βιβλίο του. Μα δε λυπούμαι που δε με διάβασε ο κ. Α. Γ.
Η. Με κακοφαίνεται μόνο που μπόρεσε ένας Γραικός να γράψη τέτοιο
λόγο. Δεν ταιριάζει και μάλιστα, για να πω φανερά την ιδέα μου,
είναι άτοπο να μιλή κανείς έτσι για τη γλώσσα του. Είναι
επιστημονικό λάθος· είναι και λάθος εθνικό. Τα βλέπουμε στην Εβρώπη
κι απορούμε· έπειτα λέει ο κόσμος πως οι Έλληνες δεν έχουν κρίση,
ίσως και που μας λείπει αξιοπρέπεια. Δε γίνεται να κατηγορή κανείς
και τη γλώσσα του και το έθνος που τη μιλεί· πρέπει να σέβεται και
τη γλώσσα και το έθνος του. Κατάλαβα όμως τι τρέχει· ο κ. Α. Γ. Η.
γράφει παρακάτω· «η γλώσσα αυτή, ην διεμόρφωσαν μακροί δουλείας και
παθημάτων αιώνες». Για τούτο νομίζει, υποθέτω, πως «φέρει την
σφραγίδα... της _ δουλείας _». Παρακαλώ τον κ. Α. Γ. Η. να με δώση
την άδεια να του μάθω που η επιστήμη σήμερα δεν παραδέχεται τέτοια
αρχή· κανένας στην Εβρώπη δεν πιστέβει πια που μπορεί μια γλώσσα —
όποια γλώσσα κι αν είναι — να _ διαμορφωθή εν δουλεία _ κτλ. Η
επιστήμη που δεν το πιστέβει μορφώθηκε η ίδια σ' ανεξάρτητα κράτη·
μας διδάσκει που κάθε γλώσσα αλλάζει μοναχή της και δίχως να υπάρχη
καμιά ξεχωριστή, εξωτερική αιτία της αλλαγής. Η _ δουλεία _ δεν
μπόρεσε ως τώρα μήτε να φτειάξη μήτε να χαλάση γραμματική. Κάτι
ξέρει κ' η επιστήμη που το λέει. Είναι πολύ πιο σωστό και πιο
φρόνιμο να την ακούμε παρά να βγάζουμε γλωσσολογικούς νόμους του
κεφαλιού μας.
Δε σπουδάζουμε την ιστορία και δε γυρέβουμε να μάθουμε σε ποια εποχή
άρχισαν πρώτη φορά να φαίνουνται μερικοί τύποι δημοτικοί. Έπειτα
μιλούμε για _δουλείαν_. Ο κ. Α. Γ. Η. βέβαια θα ξέχασε που η
ονομαστική _ μεγάλος _ (Gloss. Laod., 193, 1, 23, 197, 1, 23), που
τα ισοσύλλαβα _ γυναίκα _ (Gloss. Laod., 197, 2, 20), _ εβδομάδα _
(Gloss. Laod., 207, 1, 15 - 16), _ διάλυση _ (αντίς _ διάλυσις _
Gloss. Laod., 170, 1, 21) βρίσκουνται στον ένατο αιώνα. Στον έβδομο
θαπαντήση ο κ. Α. Γ. Η. την πληθυντική ονομαστική οι _ Αινειάδες _
(Μαλαλάς, 170, 3, έκδοση της Μπόννας), _ Πέρσες _ (331, 18), _
Σκύθες _ (26,5). Στον τέταρτο αιώνα δεν έλεγαν πια το ν μπροστά στα
ημίφωνα _ χ γ θ δ σ ζ φ β_ (Πάπυροι του αρχιδούκα Rainer, Βιέννα,
1887, II, σελ. 83. gr. 1 α.) Έδειξα μάλιστα στο Ταξίδι μου (σελ.
178) που μόνο οι λόγιοι μπόρεσαν και μας έβγαλαν την προφορά _
καταλαμβάνω _, σε μια εποχή που κανείς πια δεν ήξερε τους
φωνολογικούς νόμους της αρχαίας· η προφορά _ άντρας, έντεκα, κόμπος,
θαμπώνω, _ κτλ., κτλ., σώζεται όμως από τα πιο παλιά τα χρόνια· κι ο
Περικλής τέτοια προφορά είχε. Στον πρώτο ή στο δέφτερο αιώνα προ
Χριστού γνώριζαν την πληθυντική ονομαστική του θηλυκού οι γυναίκες
(Pap. Lup., 61, 250; Ρap. Leid. I, 11,3). Η _δουλεία_ μέσα σ' αφτά
τι γίνεται και πού θα τη βάλουμε; Αν ο κ. Α. Γ. Η. είχε μελετήσει τη
_ δημοτική _, θάβλεπε που όση διαφορά έχουν αναμεταξύ τους η γλώσσα
του Ξενοφώντα και της Ιλιάδας η γλώσσα, τόση διαφορά έχει κ' η δική
μας με τη γλώσσα του Ξενοφώντα. Από του Όμηρου στου Ξενοφώντα τα
χρόνια καμιά _ δουλεία _ δεν μπόρεσε να φέρη τη διαφορά. Μια γλώσσα
αλλάζει, γιατί είναι γλώσσα και της φτάνει που είναι γλώσσα για
ναλλάξη. Όταν ανακατώνεται κανείς σε τέτοια ζητήματα, είναι ανάγκη
να ξέρη, τουλάχιστο τα στοιχεία της επιστήμης. Περισσότερο μοιάζει η
δημοτική μας με την αττική, παρά που μοιάζουν τα σημερνά τα γαλλικά
με τα γαλλικά που μιλιούνταν ακόμη στο δέκατο αιώνα. Η _ δουλεία _
όμως μήτε μόρφωσε μήτε _διαμόρφωσε_ τα γαλλικά. Μπορούσε να κάμουμε
κι άλλη μια παρατήρηση, γιατί βλέπω που ο κ. Α. Γ. Η. δεν την έκαμε·
ο κ. Α. Γ. Η. μιλεί για _ δουλείαν _. Τα νόστιμο είναι που η _
δημοτική _ δε γνωρίζει αφτή τη λέξη· η καθαρέβουσα την έβγαλε στη
μέση.
Είναι νόμος ιστορικός· όσο προδέβει, όσο προχωρεί και φωτίζεται ένα
έθνος, τόσο περισσότερο καλλιεργεί, πλουτίζει και σέβεται τη
δημοτική του γλώσσα, τόσο περισσότερη διαφορά έχει αφτή η γλώσσα με
την αρχαία που τη γέννησε· το παιδί χωρίζεται από τη μάννα του,
γιατί μπορεί να περπατήση μοναχό του. Ο νους μεγαλώνει· υψώνουνται
οι ιδέες· η γλώσσα γίνεται ανεξάρτητη και κείνη. Μόνο όταν ένα έθνος
δεν είναι ανεξάρτητο, όταν έχει αφέντη ξένο, πάει να πη όταν έθνος
δεν υπάρχει και δεν υπάρχει λαός, τότε μορφώνεται γλώσσα
αριστοκρατική, γλώσσα που μήτε την καταλαβαίνει, που μήτε έχει
ανάγκη να την καταλάβη ο λαός.
Μάλιστα, αν το συλλογιστούμε καλά, θα διούμε που όσα λέει ο κ. Α. Γ.
Η. για τη δημοτική, ταιριάζουν πολύ καλήτερα για την καθαρέβουσα.
Φαίνεται πως είταν η μοίρα μου να λέω όλο στους δικούς μας πράματα
σκληρά, κάποτες και δυσάρεστα· ξέρουν όμως οι δικοί μας με τι νου,
με τι σκοπό, με τι αγάπη τους τα λέω· κάθε φορά που με αναγκάζουν οι
δασκάλοι, τους μιλώ και γω όπως πρέπει να τους μιλήση κάθε Γραικός·
φταίν εκείνοι, αφού έχουν τη συνήθεια να μας λεν πράματα ακόμη πιο
δυσάρεστα. Ας μας ακούση κι ο κ. Α. Γ. Η., γιατί μπορούμε να του
αποδείξουμε ήσυχα κι απλά που η μόνη γλώσσα που «φέρει την
σφραγίδα.. της δουλείας», είναι η δική του. Ο καθένας αμέσως θα το
καταλάβη. Πρώτα πρώτα πολλοί θα παρατήρησαν αφτό το περίεργο το
ιστορικό, που σήμερα στην Ελλάδα, στανεξάρτητο το βασίλειο, η
δημοτική λογαριάζει κάμποσους φίλους και μερικούς οπαδούς· όλος ο
κόσμος τη μιλεί· τη γράφουν οι φημερίδες, τουλάχιστο δυο τρεις· οι
περισσότερες την αγαπούν και τη διαφεντέβουν, αν και δεν τη γράφουν·
ο τύπος δεν μπορεί μοναχός του να κάμη επανάσταση κ' είναι
αναγκασμένος νακολουθή το παλιό το σύστημα· προσπαθεί όμως ναποφύγη
όσο δυνατό τα κορακίστικα και τις _ ελληνικούρες _ · τα σοβαρά τα
φύλλα σέβουνται τη δημοτική· μόνος ο κ. Α. Γ. Η. λέει πως «φέρει τη
σφραγίδα... της δουλείας»· πολλοί μελετούν την ιστορία της με
περιέργεια· όλοι καταγίνουνται στο γλωσσικό ζήτημα. Στην Ανατολή
μήτε υπάρχει ζήτημα· η καθαρέβουσα βασιλέβει. Η καθαρέβουσα στην
Ελλάδα μοιάζει μόνο σα να είναι το υστερνό σημείο που μας άφησαν
ακόμη και τώρα οι «μακροί δουλείας και παθημάτων αιώνες», που
μόρφωσαν αφτή τη γλώσσα, και δεν είναι παράξενο που τη μόρφωσαν·
είναι πολύ ψυχολογικό. Όταν ένας άθρωπος έχει φιλότιμο — φιλότιμο
πότε μας έλειψε; — θα προσπαθήση με κάθε τρόπο να δείξη στους άλλους
την αξία του· ίσως κάποτες και την παρακάμη. Όσο περισσότερο τον
καταφρονήσουν οι άλλοι, τόσο περισσότερο θα θελήση να τους πη· «Κάτι
είμαι και γω και θα το διήτε». Θα στολιστή, θα συγυριστή για να τον
καμαρώση ο κόσμος. Εμείς, όταν ο Τούρκος μας πατούσε το κεφάλι, όταν
Ελλάδα δεν είταν ακόμη πουθενά, όταν ελληνικό βασίλειο δεν ύπαρχε,
τι προτέρημα, τι δόξα μπορούσαμε να δείξουμε στους άλλους λαούς; Πώς
να τους πούμε· «Έχουμε προγόνους περίφημους που δεν τους έχει
κανένας· είμαστε οι ίδιοι Έλληνες που ζούσαν και στα παλιά τα χρόνια
και που ο κόσμος όλος σήμερα σπουδάζει τα έργα τους κι απορεί;»
Στοχαστήκαμε τότες τη γλώσσα· είπαμε στους Εβρωπαίους· «Μας
καταφρονείτε; δε μας ψηφάτε; Για σταθήτε λιγάκι· να μας ακούσετε πώς
μιλούμε και να μας διαβάσετε πώς γράφουμε!» Είταν η μόνη μας δόξα·
αρχίσαμε να μιμούμαστε τους αρχαίους. Η _ μόδα _ αφτή βγήκε σ' έναν
καιρό που δεν μπορούσε ακόμη ο Σωλομός να τραγουδήση δημοτικά την
αναγέννηση της πατρίδας. Η ιδέα μας όμως και σε κείνα τα χρόνια
σωστή δεν είταν· πιάσαμε το ζήτημα ανάποδα και το βλέπουμε τώρα.
Αν το είχαμε συλλογιστή μια στιγμή, θα καταλαβαίναμε που για να
δείξουμε στον κόσμο πως είμαστε τόντις παιδιά των αρχαίων, ανάγκη
καμιά δεν είχαμε να πάρουμε τη γλώσσα τους· από τη δημοτική θα
φαίνουνταν ακόμη καλήτερα πως είναι πρόγονοί μας. Έπρεπε να πούμε·
«Αφτή η ονομαστική _ πατέρας _, αφτοί οι τύποι _ άντρας, νύφη _ κι
όλη μας η γλώσσα μαζί, όπως τη μιλεί σήμερα ο λαός μας, σας δείχτουν
που η αρχαία σώθηκε ίδια κι απαράλλαχτη μέσα στη δική μας, που ο
λαός ο γραικικός την πήρε από των αρχαίων το στόμα και που από τα
παλιά τα χρόνια, δεν πέρασε μισή στιγμή που να μη μιλήση ο ίδιος ο
λαός την ίδια τη γλώσσα. Για να κάμη ονομαστική _ πατέρας _, έπρεπε
νακούση μια αιτιατική _ πατέραν _ και για νακούση αφτή την
αιτιατική, έπρεπε πρώτα να ξέρη την αιτιατική _ πατέρα _ · την
αιτιατική _ πατέρα _ δεν μπορούσε όμως να τη μάθη παρά από τους
αρχαίους. Η ονομαστική _ πατέρας _ είναι ο θησαβρός μας, η δόξα μας
και δεν πρέπει να τολμήση κανείς να την αγγίξη {89}». Με τη
γραμματική και τη γλωσσολογία είταν έφκολο ναποδείξη κανείς πως έτσι
είταν το σωστό και να ταποδείξη όπως ο μαθηματικός διδάσκει τη
γεωμετρία, θέλω να πω με τόσο φως και τόση δύναμη που δε θα
βρίσκουνταν άθρωπος να πη όχι· μάλιστα θα καταλάβαινε αμέσως ο
καθένας που η ονομαστική _ πατήρ _ της καθαρέβουσας κι όσοι τύποι
της μοιάζουν, καμιά σημασία δεν έχουν και δε μας μαθαίνουν τίποτες,
γιατί κ' ένας ξένος μπορεί να πάρη την ονομαστική _ πατήρ _ κι ό τι
περιττοσύλλαβα θέλει μέσα από τα βιβλία, μα που μόνο ένας Γραικός,
γεννημένος Γραικός, ξέρει να κλίνη φυσικά και δίχως να το σπούδαξε
στη ζωή του, ο _ πατέρας, του πατέρα _ κτλ. Ο πρώτος όρος της
επιστήμης είναι, που όσο πιo _δημοτικός_, όσο πιο _ χαλασμένος _
είναι ένας τύπος, τόσο περισσότερη αξία έχει για το γλωσσολόγο και
τον ιστοριογράφο, τόσο και πιο καθάρια μας δείχτει πως είναι γνήσιος
και σωστός.
Μα σε κείνα τα χρόνια, πού να συλλογιστή κανείς γραμματική και
γλωσσολογία; Δεν είχαμε καιρό να φιλοσοφήσουμε. Ο τύπος _ πατήρ _
φάνταζε καλά στο χαρτί· αμέσως τον έπαιρνε το μάτι. Δεν είχε κανείς
ανάγκη να τον ξηγήση· φαίνουνταν αρχαίος. Τον έβλεπαν οι Εβρωπαίοι
κι απορούσαν. Ύστερα κατάλαβαν που δεν αξίζει· πολλά γράμματα τότες
ο κόσμος δεν ήξερε. Έτσι έμεινε η συνήθεια, και νόμισαν οι δασκάλοι
που φτάνει ναρχαΐζουν και θα μοιάζουν τους αρχαίους. Μάλιστα
προσπαθούσαν κάθε μέρα ναρχαΐζουν περισσότερο. Ξεσκόνισαν τις
δοτικές, λίγο λίγο και τα μέσα ρήματα. Έχει κι αφτό το λόγο του·
είναι ψυχολογικό. Ο νους του αθρώπου είναι γεμάτος περιέργεια· άμα
μπη σ' ένα δρόμο, θα θελήση να διή ως πού πάει αφτός ο δρόμος, να
βρη την άκρη του δρόμου. Ελλήνιζαν και κείνοι και προχωρούσαν.
Έμαθαν κιόλας που στην Εβρώπη γνωρίζουν πολύ καλά τα ελληνικά·
πειράχτηκε το φιλότιμό τους· πήγανε μερικοί στην Εβρώπη, γύρισαν και
μας είπαν που πρέπει να διορθώσουμε, να καθαρίσουμε και την
καθαρέβουσα. Ξέχασαν όμως να παρατηρήσουν που οι Εβρωπαίοι δε
μελετούσαν την αρχαία για να τη γράφουν και να την κάμουνε γλώσσα
τους, μα μόνο και μόνο για να φωτίσουν την επιστήμη. Οι δασκάλοι μας
θαρρούσαν που η σπουδή της αρχαίας έχει σκοπούς πραχτικούς. Για
τούτο δυσκολέβουνται ακόμη και σήμερα· δεν ξέρουν πώς να σιάξουν τη
γλώσσα τους και βασανίζουνται. Βλέπω που πολλοί Αθηναίοι θυμώνουν,
όταν τύχη κι ακούσουν ή διαβάσουν κανέναν αόριστο _ εκομισάμην ή
εδεξάμην _. Κάμποσοι φίλοι μου μέ τα λεν και σταναχωριούνται· πρέπει
ξεναντίας ναπορούν πώς δεν κατώρθωσαν οι δασκάλοι, ύστερα από τόσους
κόπους, να γράφουν καλήτερα τα ελληνικά· τα ελληνικά τους μας
έρχουνται σαν κάπως μικρούτσικα, αδύναμα και νερουλά. Πολεμούν οι
ίδιοι να τα συγυρίσουν και δεν το κατάφεραν ως τώρα.
Δύσκολα θα το καταφέρουν, ή να το πούμε πιο σωστά δε θα το
καταφέρουν ποτέ τους. Και γιατί αφτό; Γιατί δεν κυβερνούν πια τον
κόσμο μοναχοί τους· τους κάμνουν _ αντιπολίτεψη _. Το καινούριο, το
τολμηρό μας κόμμα μεγαλώνει και δυναμώνει κάθε μέρα. Πρέπει να
μεγαλώση· ο ίδιος ιστορικός νόμος που μας έφερε την καθαρέβουσα, μας
έφερε και την αγάπη της δημοτικής και το θάρρος να την αγαπούμε. Άμα
έγινε Ελλάδα, άμα κάμαμε βασίλειο ανεξάρτητο, άλλαξαν κ' οι ιδέες.
Δεν είχαν πια ανάγκη οι δικοί μας να στολίζουνται με τεχνητή, με
ψέφτικη δόξα· η δόξα τους η νέα είταν αληθινή δόξα. Για να καταλάβη
ο κόσμος πως είναι παιδιά των Ελλήνων και που μπορούν και κείνοι να
βγούνε με τους αρχαίους, τους έφτανε να δείξουν την Ακρόπολη και να
πουν· «Είναι δική μας· χύσαμε το αίμα μας για να γίνη ακόμη πιο
περίφημη». Στην Ανατολή όμως έμεινε η καθαρέβουσα. Στην Ανατολή,
δηλαδή στη σκλαβωμένη την Ελλάδα, με την καθαρέβουσα παρηγοριούνται·
με την καθαρέβουσα ησυχάζουν· περηφανέβουνται τουλάχιστο με τη
γλώσσα. Τι θα την κάμουν, τη _ δημοτική; _ Χρήσιμη δεν τους είναι. Ο
λαός δεν ανακατώνεται στα πολιτικά ζητήματα, αφού ζητήματα δεν
υπάρχουν κι αφού μας έπνιξαν το λαό μας. Άμα φανή ο λαός, θα φανή,
κ' η γλώσσα του. Για τούτο στην Ελλάδα δεν πρέπει νανησυχούμε, μήτε
να νομίζουμε πως είναι πάρα πολύ αργά, που χαλάσαμε τη γλώσσα και
που δεν είναι πια δυνατό να τη διορθώσουμε. Μοναχό του θα γίνη το
πράμα. Ένα μόνο πρέπει να ρωτούμε, αν το βασίλειο θα ζήση ή όχι, αν
όλοι οι Γραικοί μαζί θα καταστραφούν ή αν αρχίζουν τώρα μόνο
νακούγουνται στον κόσμο. Δεν πιστέβω να καταστραφή ποτές ο Γραικός·
έχω μάλιστα την πεποίθηση, όχι μόνο που το βασίλειο θα μεγαλώση, μα
που θα γίνη ξακουστό στην ιστορία και που η Ανατολή θα μείνη δική
του. Αν είναι έτσι, η γλώσσα του λαού θα νικήση και πρέπει να
τόχουμε για βέβαιο. Θαναγκαστούν όλοι μια μέρα να μιλούν ίδια κι
απαράλλαχτα σαν το λαό. Θα πιάση τότες ο καθένας να σπουδάζη τη
δημοτική με τα σωστά του, γιατί θα καταλάβη που τίποτις δε βγαίνει
μήτε από την αττική μήτε από την καθαρέβουσα, και που μόνο η
δημοτική θα μπορέση να μας γλυτώση από το χάος — από το θάνατο. θα
την καλλιεργήσουν· επιστημονικά και φιλολογικά βιβλία θα γράφουνται
σ' αφτή τη γλώσσα· θα γράφουνται και νομικά, όπως γράφουνταν και στο
μεσαιώνα, όχι μόνο βιβλία της νομικής, σαν τις _ Ασσίζες της Κύπρος
_, μα και της γιατρικής εκεινού του καιρού, γιατί προσπαθούσαν τότες
να γράφουν τη ζωντανή γλώσσα του λαού κι όσο ανήμπορη, ακατάστατη κι
αν είταν η προσπάθεια, γίνουνταν τουλάχιστο μια αρχή. Αν οι Τούρκοι
δεν έπαιρναν την Πόλη, η δημοτική θα είταν πια σήμερα κλασσική
γλώσσα. Η κρητική φιλολογία, που αρχινούσε τότες να λουλουδιάζη,
έπεσε άμα έπεσε κ' η Κρήτη στου Τούρκου τα χέρια. Ο λαός μας όμως, ο
αθάνατός μας ο λαός, δεν ξεχνούσε τη γλώσσα του· την είχε και τη
φύλαγε, τη βαστούσε στα σωθικά του μέσα. Ποιος μπορούσε να μας την
πάρη; Δεν της έλειπε μήτε δύναμη μήτε ζωή. Κάθε μέρα μάλιστα
γίνουνταν πιο δυνατή, πιο ωραία, πιο κανονική· στρώννουνταν η
γραμματική της, ξεφορτώνουνταν κάτι περιττοσύλλαβα που της έμνησκαν
ακόμη, και της έβλεπες πάντα περισσότερη ενότητα κι αρμονία.
Καλητέρεβε και πήγαινε. Πώς να μην προδέψη, αφού πρόδεβε ο λαός κ'
ήξερε που μ' αφτή του τη γλώσσα θα νικήση; Τη μιλούσε και θυμούνταν
πως είναι Γραικός. Τα κορμιά μας μοναχά είταν αλυσοδεμένα· η
λεφτεριά ζούσε στην ψυχή μας, στη γλώσσα μας μέσα· μορφώνουνταν η
γλώσσα μας ανεξάρτητα και χωρίς να μπορέση να τη σταματήση κανένας.
Μα δε μας άφιναν οι δασκάλοι να κάμουμε φιλολογία δική μας· ίσια
ίσια στον καιρό που άρχιζε να ξανοίγη κ' η γλώσσα μας κ' η καρδιά
μας, σοφίστηκαν εκείνοι πως πρέπει να μάθουμε την αρχαία· μας έλεγαν
πως η αρχαία θα μας δοξάση και που με την καθαρέβουσα θα φανούμε
άντρες, παιδιά των Ελλήνων κτλ. κτλ. Είχαν άδικο να το λεν. Εμείς θα
το σιάξουμε τώρα κι αφτό. Η Κρήτη θα σπάση καμιά μέρα το χέρι που
την κρατεί· γραικικά χέρια θα τη χαδέβουν και θανασάνη· θανασάνη κ'
η πατρίδα.
Τότες όλα διορθώνουνται. Fata viam invenient. Οι ιστορικοί νόμοι
είναι σαν τα ποτάμια· ποτές δε στέκεται η ορμή τους· και χιλιάδες
δασκάλοι μέσα να βρεθούν, το ποτάμι θα τους χύση όλους στη θάλασσα
τη μεγάλη, που είναι ο λαός.
Το γλωσσικό το ζήτημα είναι ζήτημα εθνικό. Δεν πρέπει το λοιπό να
μιλούμε για γλώσσα δημοτική· το μόνο όνομα που της ταιριάζει είναι
_εθνική_ γλώσσα. Η γλώσσα που δεν είναι εθνική, είναι μια άλλη
γλώσσα· φτάνει κανείς για να το καταλάβη, να μελετήση τους
ακόλουθους στίχους. Ελπίζω να τους μελετήση κι ο κ. Α Γ. Η. Είδαμε
που η _ δουλεία _ δε μόρφωσε μήτε τη γραμματική, μήτε τις ιδέες,
μήτε το ύφος της εθνικής. Ας διή τώρα και κείνος ποια γλώσσα «φέρει
την σφραγίδα της μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της
δουλείας», ποια είναι η γλώσσα της σκλαβιάς. Τον περασμένο χρόνο
διάβασα σε μια φημερίδα · όχι όμως αθηναίικη φημερίδα, όχι στην
Ελλάδα · τωραίο ποίημα και τον ωραίο τίτλο που σας αντιγράφω·
Σαπφική ωδή
τη Α. Α. Μ. τω κραταιώ ημών άνακτι Σουλτάν
Απτούλ Χαμίτ Χαν τω Β'
επί τη ενδεκαετεί επετηρίδι της εις τον θρόνον αναρρήσεως
αυτού.
Έθνεους κυδρού, πολυάρατ' ώναξ,
Όθμανών δορυθρασέων γε χαίρε·
Χαίρε και σφι δην ευκλεώς άνασσε
ολβιοδαίμων.
Χαίρε εις αιώνα φίλαν, αταρβές
Πολλάων σκαπτούχε φυλάν, μέγ' εύχος
Κάρτα πιστών τεών θεράπων οτρηρών
αγλαόθωκον...{90}
Δεν τους αντιγράφω όλους· είναι ακόμη τριάντα έξη στίχοι με το ίδιο
ύφος. Η γλώσσα η δική μας τέτοια ποίηση δεν ξέρει και δε θα τη μάθη
στη ζωή της. Όχι μόνο δε θα μπορούσε, μα μήτε θα τολμούσε αφτός ο
ποιητής να μιλήση έτσι στην εθνική τη γλώσσα. Δε θα τον άφιναν τα
κλέφτικα τα τραγούδια, θα θύμωναν τα λέφτερα τα βουνά.
Και τι βγαίνει τώρα απ' όσα είπαμε; Βγαίνει που χρωστούμε σέβας στη
γλώσσα του λαού, όπως σέβουνται τη δική τους όλα τανεξάρτητα τα
κράτη, και που πρέπει να φύγουν οι ξένοι, για να τελειώση η _
δουλεία _, και για ναρχίσουμε πια με τα σωστά μας τη _ δουλειά _.
Ελπίζω, αξιότιμε Κύριε, να μη σας κούρασα· το γράμμα μου έγινε
μελέτη. Δεν το βουλλώνω ακόμη. Θέλω πρώτα να σας πω που με κολάκεψε
με το παραπάνω η συμπάθεια κ' η φιλοφροσύνη που με δείξατε τόσες
φορές που μιλήσετε για το βιβλιαράκι μου στην «Εφημερίδα» σας.
Άβγουστο μήνα, 19, 1888. Perros-Guirec, Côtes-du-Nord.
ΖΟΥΛΙΑ {91}
Ποιος έγραψε τη Ζούλια; Ο θυμός.
Είχα διαβάσει στην Εστία κάτι νοστιμάδες, κάτι λεφτολεφτούτσικες
φιλοσοφίες και σοφίες, για να μας μάθουνε τι πράμα είναι η
«ζηλοτυπία». Είπα τότες με το νου μου· Αφού τη λένε «ζηλοτυπία», δεν
μπορεί να νοιώθουνε τι θα πη ζούλια. Κ' έγραψα το δήγημά μου. Δεν
ξέρω γιατί άρεσε περισσότερο στην Αθήνα το πρώτο μέρος από το
δέφτερο. Θυμούμαι τότες που φιλονικούσανε αλάκαιρο μήνα στο Παρίσι,
ποιο είναι το καλήτερο, το πρώτο ή το δέφτερο. Έβρισκαν το πρώτο πως
είχε πιο πολύ πάθος, το δέφτεοο πως είτανε ίσως πιο βαθιά
ψυχολογημένο. Έχω ένα πολύτιμο γράμμα του Taine απάνω στη _Ζούλια_
μου, που το φυλάγω για καμάρι και παρηγοριά μου, γιατί το διαβάζω
κάποτες και λέω· «Αι! δε θα είμαι και τόσο μπόσικος όπως το θαρρούνε
στην Αθήνα.» Χρέος μου ναναφέρω κ' ένα λαμπρό άρθρο του μεγάλου μου
φίλου του Anatole France, που το συλλογιούμαι και ντρέπουμαι· τι δεν
είπε για τη «Ζούλια».
Ύστερις απ' αφτούς, έλαβα τότες κ' ένα γράμμα του καλού μου φίλου Κ.
Μάνου και μου έκαμε μάλιστα μια πολύ σωστή παρατήρηση. Μου έλεγε πως
έκαμα λάθος, εκεί που γράφω, στο τέλος του δέφτερου πλίκου, πως
βγήκε ο Πάλμος «να πάρη λουτρό».
Το ρωμαίικο είναι «_ να κάμη λουτρό _». και τόντις θέλησα να το
διορθώσω. Μα τάφησα έπειτα, γιατί άκουσα και στην Αθήνα έτσι να το
λένε, _ παίρνω λουτρό _, καθώς λένε και για το τραίνο πως το
παίρνουνε _. Μπορεί να είναι ξενισμός, μου φαίνεται όμως πως
τέτοιους ξενισμούς έχει σήμερις κάθε γλώσσα, έχει κ' η δημοτική μας.
Ας με συμπαθήσουνε λοιπόν οι φίλοι, κι ας δούμε τώρα και τη _ Ζούλια
_ την ίδια.
28 του Τρυγητή, 1901.
Φίλτατε Δροσίνη,
Μου έκαμες τη χάρη να μου στείλης έναν τόμο της Εστίας (Γεννάρη —
Γιούλη 1890). Αμέσως την άνοιξα κι αμέσως πήγε το μάτι μου σ' ένα
μέρος που είτανε λόγος για _ζηλοτυπία_. Πολύ μου άρεσαν όσα διάβασα
για τη ζηλοτυπία· είχαν κάμποση νοστιμάδα, είταν και γεμάτα
ξυπνητάδες. Να σου πω την αλήθεια, δε νοιώθω γρυ από ψυχολογία· μην
προσμένης να σου αραδιάσω φιλοσοφίες και σοφίες. Θυμήθηκα όμως,
εκείνη την ώρα, δυο μου φίλους, δυστυχισμένους και τους δυο. Βρέθηκε
να τους ανταμώσω πέρσι στο Παρίσι, πού και πώς μη ρωτάς. Είχα να
τους διώ από τα παιδιακήσια μου χρόνια στην Πόλη. Είναι σήμερα
σωστοί πέντε μήνες, την ίδια μέρα και με το ίδιο ταχυδρομείο, στις
εντεκάμισυ το πρωί, στην εξοχή, έλαβα δυο πλίκους και μέσα στον κάθε
πλίκο λίγες κόλλες χαρτί. Είταν του καθενός η ιστορία γραμμένη από
το χέρι του. Σου στέλνω τη μια και την άλλη. Ίσως τις διαβάσης.
ΠΡΩΤΟΣ ΠΛΙΚΟΣ
«................................................................
Πού είμαι, πού βρίσκουμαι, δεν μπόρεσα ακόμη να το καταλάβω. Τι
παράξενο σπίτι που τοίχους δεν έχει! Δεν είναι ξύλο, δεν είναι
πέτρα, δεν είναι σίδερο τα ντουβάρια· είναι καμωμένα από καταχνιά
και μοιάζουν πιο γερά παρά ξύλο, πέτρα και σίδερο. Πολεμώ να κάμω
τρύπα και δεν το κατορθώνω. Με το χέρι, με το ποδάρι, με το κεφάλι,
χτύπα. Του κάκου. Δεν γκρεμνά. Τίποτις δε βλέπω.
Ώρες, μήνες, χρόνια περνούσαν και τίποτις δεν έβλεπα.
Ποιος το λέει πώς δεν μπορεί μάτι αθρώπου να κοιτάξη τον ήλιο; Στον
ήλιο μέσα να ζούσα, δε θα μου έφτανε το φως του. Να φύγη, να
ξεσκορπιστή το χάος αφτό που με σκοτώνει.
Έπρεπε να γίνη, αφού την αγαπούσα!
Είναι βράχος μια τέτοια νύχτα. Να μη φέγγη και ποτές! Οι κακούργοι!
Με γέλασαν κι όλο με γελούν. Κόκκινο μελάνι, κόκκινο ζήτησα να μου
φέρουν, κι αφτό είναι μάβρο σαν το αίμα.
Τι να σπάσω, να ξεθυμάνω; Τρίζουν τα δόντια μου, φωνάζω, και δεν
έρχεται κανείς και κανείς δε μιλεί. Λέξη δεν ακούω.
.................................................................
Αγριέβουμαι. Δε σφαλνώ μάτι. Κι ο τοίχος πάντα μπροστά. Τι θέλουν
άραγες; Πάλε τα ρούχα μου να ξεσκίσω; Όχι! όχι! Είμαι φίνος και δε
με πιάνουν. Το ντουβάρι μόνο να πέση! Και δε θέλει. Να το πάλε
μαλακό σαν το μπαμπάκι, και κλοτσιά να του δώσης, δε σαλέβει.
Τους αρέσει να θυμώνω, για να μου λεν ύστερα παραμύθια. Σφίξε,
Καρλή, δάγκασε, Καρλή, τους γρόθους σου στο στόμα σου μέσα· να σε
δέσουμε κατόπι. Μη σας μέλη! Δεν το κάμνω πια και θα διήτε. Ο
κολλάρος μου με πνίγει. Να μπορούσα να τον πετάξω! Δε θα τον πετάξω,
να μη χαίρουνται. Είδες άθρωπο πιο ήσυχο από μένα; — Ας πεθάνω και
μια ώρα προτήτερα, να τελειώση.
Είναι απέραντη η μοναξιά.
Ας μου πουν καμιά ψεφτιά, μα τουλάχιστο ας μιλήσουν. Ας ακούσω μια
φωνή! Να μη μου ξαναμασούν όμως όλο τα ίδια. Ποιος; Εγώ δεν ξέρω τι
λέω; Να τους το δείξω. Τα θυμούμαι σα να είταν και σήμερις. Είμουν
τότες αλλού. Στο παλιό μας το σπίτι. Στην Πόλη. Είμουν και γω σαν
τους άλλους. Θα καταλάβουν πως είχα δίκιο. Όλα θα τα καταστρώσω με
τη σειρά τους στο χαρτί. Πρέπει πια και κείνοι να κρίνουν ίσια τα
πράματα, ίσια και σωστά σαν και μένα. Και τότες θα μ' αφήσουν, και
θα πέση το ντουβάρι και θα με βγάλουν όξω, όξω στα ηλιοπερέχυτα τα
περιβόλια.
Μα που μπορούν αφτοί να με καταλάβουν; Κανένας τους δεν αγάπησε σαν
και μένα.
Τα χαρούμενα, τα χρυσά, ταθώα της, τα καλά της τα μαλλιά, πως
έλαμπαν εκεί κάτω, στο περιβόλι, όταν την είδα πρώτη φορά με την
αδερφή μου μαζί, που περπατούσε πλάγι πλάγι η Λέλα με την Ελένη! Τα
μαλλιά σου, να τα φιλήσω, γιατί λιώνει η καρδιά μου, μόνο που τα
θυμούμαι. Είταν πίσω το περιβόλι, κ' έρχουνταν η Λέλα σαν τον ήλιο
κι ανέβαινε τα σκαλοπάτια του σπιτιού. Ποιος, ποιος να μην τη
λατρέψη: Άμα φάνηκε, της έδωσα τη ζωή μου. Να της το πω, να την
πάρω, να την αρπάξω, να φύγω, να την έχω γυναίκα μου, δική μου, να
είναι δική μου όλη μέρα.
Την κοίταζα και της φώναζε μέσα μου η ψυχή μου· Εσύ είσαι η μόνη που
θαγαπήσω.
Η μόνη! η μόνη! ακούς!
Γιατί τάχατις να είναι τόσο ανήξερες οι γυναίκες; Εμείς αμέσως, με
μιας αγαπούμε, σαν την αστραπή που σε καίει πριν ακόμη να σ' αγγίξη.
Εκείνες, καιρός τις χρειάζεται, καιρός! Είναι σαν τα λουλούδια η
αρχοντιά τους· αγάλια αγάλια· θέλουν ώρα να ξανοίξουνε.
Νανουρίσματα και τραγούδια, χάδια μέλι γεμάτα, λόγια γλυκά λόγια, τι
ήθελε; να της το δώσω! Να την προσέχω σαν παιδί μου· ό τι ζητήση, να
της το φέρω. Λέλα τι προστάζεις; Λέλα, θες να φύγω; Θες να μείνω,
Λέλα, Λέλα, θες να πέσω κατά γης και γονατισμένος μέρες αλάκαιρες να
σε προσκυνώ σαν εικόνα; Είναι σαν τρεμουλιαστό πουλάκι η γυναίκα.
Μην πας και την ξαφνιάσης. Πρέπει μάννα της να γίνης, να της μιλής
σιγά κρυφά, να της μάθης εσύ τα μυστήρια του κόσμου και της ψυχής.
Αχ! δε λέω να μ' αγαπήση· ας διή μόνο πόσο την αγαπώ!
Και πώς δεν τόβλεπε, πώς δεν το καταλάβαινε που μια φλόγα είταν
αναμμένη στα στήθια μου μέσα; Δεν τόννοιωθε; Όχι! Δεν τόννοιωσε μήτε
κείνη μήτε κανένας άλλος. Κάθησε τώρα μέσα στο μυαλό μου· και δε
βγαίνει πια και βήμα δεν κάμνει που να μην τη διώ. Ήσυχη και γλυκειά
σαν το καλοκαίρι, με το μαλακό της το χαμογέλοιο, με τα μικρά της τα
ποδαράκια, πήγαινε κ' έρχουνταν η Λέλα μέσα στο σπίτι. Έτρεχε απάνω
στο Σταβροδρόμι με την Ελένη, έκαμνε βίζιτες με την Ελένη, τη
συντρόφεβε παντού, έπαιζε πιάνο μαζί της, μελετούσε μαζί της,
μιλούσε, χωράτεβε, σα να μην ήξερε τίποτις. Καμώνουνταν και τότες ή
όχι; Κάπου κάπου συλλογισμένη την έβρισκες και κάθουνταν.
Όλα τάχω παρατηρημένα.
Τι συλλογιούνταν; Από το πρόσωπό της έφεγγε μια χαρά, μια χαρά
σιγανή, μια ήμερη, ξέγνοιαστη χαρά· εμένα βέβαια δε συλλογιούνταν.
Πώς μπορούσε να με συλλογιέται και να κάθεται ατάραχη, με τόση
καλοσύνη στα μάτια; Απάθεια, απάθεια κι απονιά, εκεί που
βασανίζουμουν και πονούσα. Με τα είκοσί της τα χρόνια, έμοιαζε ακόμη
παιδί, τρυφερό είκοσι χρονώ παιδάκι, και σα μεγαλήτερή της
φαίνουνταν η Ελένη. Η Λέλα βάσανα δεν είχε, η Λέλα δεν πονούσε, δεν
της έμελε για τίποτις εκεινής, και στο τραπέζι, κάθε μέρα, η Ελένη
αντίκρυ στον πατέρα, εγώ αντίκρυ της Λέλας, την κοίταζα κ' η καρδιά
μου πετούσε να μπη μέσα στην καρδιά της. Πώς την αγαπούσα! Κορμί και
ψυχή. Δική μου και κανενός άλλου, θα το μάθη. Δεν αγάπησε, όποιος
για πάντα δεν αγαπά.
Εσένα μόνη, τάκουσες, Λέλα; τακούς!
Γίνεται τουλάχιστο να μη με λυπηθή; Να με λυπηθή; Όχι. Να μ'
αγαπήση. Σα φωτιά τριγύρω της ανέβαινε η αγάπη η δική μου. Έπρεπε να
την κάψη. Είχε καρδιά ή δεν είχε, είταν πεπρωμένο η φλόγα αφτή να
την αγγίξη, γιατί αγάπη τέτοια δε στάθηκε στον κόσμο ποτές και ποιος
μπορεί να ξεφύγη, όταν αγαπάς με τόση ζάλη, με τόση ορμή;
Είταν αδύνατο η Λέλα να μείνη αδιάφορη και κρύα, να περπατή με το
μαλακό της το χαμογέλοιο, κι όταν την αντάμωνα, ήσυχα να διαβαίνη
και μόλις να με βλέπη. Και τον πάγο και τους βράχους αφτούς εδώ θα
τους διής να κορώσουν, άμα τους βάλης σπίθα παρμένη από μέσα από την
καρδιά σου.
Όλα τάχω παρατηρημένα.
Έτσι μόνο, για τούτο μοναχά το λόγο, με μιας κατάλαβε η Λέλα.
Πες το, φως μου, σαν που το είπες εκείνη τη νύχτα, πες το, Λέλα, να
το ξανακούσω. Όχι! μάρμαρο δεν είταν· την ψυχή της, άκουσα την ψυχή
της που μου μιλούσε. Κατέβαινα τη σκάλα στα σκοτεινά· κρέμουνταν το
λυχναράκι μισοσβησμένο στο ταβάνι. — Και να πάλε που τίποτις δε
βλέπω. Σκότος, πάντα το σκότος που με τυφλώνει. — Η Λέλα! Βλέπω
άξαφνα τη Λέλα που πηγαίνει απάνω στην κάμερή της. Βρέθηκα πλάγι
της, κοντά κοντά, και σα μισοπεθαμμένος ψιθύρισα, που μόλις μπορούσε
να το πάρη ταφτί της·
— Λέλα, είσαι συ;
— Ναι! γυρνά και μου λέει. Τη φωνή της δε θα την ξεχάσω στη ζωή
μου. Η φωνή της! Άκουσες άγγελο να λαλή και με μια λέξη ναπαντήση·
«Ναι! ναι! το είδα, το ξέρω· μη γυρέβης άλλο να σου πω.»
Πάει να φύγη και σκουντάφτει το μικρό της το ποδαράκι· κοντέβει να
πέση, τη βαστώ. Με καίει ακόμη το πετσί της.
— Λέλα, δεν έπαθες τίποτις; Λέλα μου, πες το.
— Όχι! όχι! Είναι αργά.
— Καλή νύχτα! καλή νύχτα! Λέλα, ύπνο καλό. Κοιμήσου καλά.
— Καλή νύχτα! — Και γίνεται άφαντο το παιδί μου. Είδες νύχτα καλή;
Βαρειές οι ώρες και κύματα οι λογισμοί.
Θα θελήση; δε θα θελήση; Πώς να της το πω; Και μπορώ να της πω
τίποτις: Έχω δικαίωμα; Ίσως τρόμαξε κ' έτρεμε η φωνή της. Το
φαντάστηκα πως γυναίκα μου θα γίνη. Όχι, δε θα θελήση.
Μ' έπιασε φόβος. Από την ξενιτειά που μας ήρθε, κάτω στην πατρίδα
της, εκεί κάτω στη Δύση, ίσως έταξε τίποτις κανενός, σα γυρίση πάλε
πίσω. Κάτι θα με κρύφτη· είναι αδύνατο με την ομορφιά της, να μην
την αγάπησε όποιος την είδε. Για τούτο κάμνει πρώτα την αδιάφορη και
παίζει και γελά· για τούτο μόλις μια λέξη ξέρει να μου πη, εκεί που
η αγάπη με τρελλαίνει. Για τούτο κάθεται ώρες και συλλογιέται.
Όλα τάχω παρατηρημένα.
Αν είναι αλήθεια, να μου το πη παστρικά. Δεν έχω δίκιο; Να μου το πη
ορθά κοφτά, κι όρκο της βάζω πως τραβιούμαι και φέβγω. Δε με βλέπει
πια. Κάλλια τη δική μου τη ζωή παρά τη ζωή τη δική της να χαλάσω, Θα
φύγω, θα φύγω. Και μπορώ;
Καλή νύχτα! καλή νύχτα!
Δε γίνεται έτσι να τυραννιούμαι. Μ' έπνιξε αφτή η καταχνιά. Φτάνει,
φτάνει!
Γλύτωσα· ο τοίχος τρυπά, φαίνεται ο ουρανός. Στο περιβόλι μας εκεί
κάτω! Στο περιβόλι μας είναι πίσω συκιές και πλατάνοι. Μα έχει μια
πόρτα δεξιά ο μπαξές, μια πόρτα που βγαίνει πλάγι στο δρόμο, στο
δρόμο δεξιά μεριά, μια πόρτα μικρή, καταραμένη. Άνοιξα και μπήκα
τότες εγώ. Είναι ίσκιος και δροσιά στο περιβόλι μας πίσω. Τι αγαθό
που είναι το περιβόλι! Τι καλοσύνη που την έχει η αβγή! Γλυκοχαράζει
για να χαίρεται ο κόσμος. Το πρωί είναι άπειρο το φως, το πρωί
γεμίζει ο ουρανός χαμογέλοια, βάζει ρούχα καινούρια και γιορτάζουν
τα περιβόλια. Λέλα, κάθου, μη σηκωθής. Μείνε, μείνε ακκουμπισμένη
στη συκιά που σε σκεπάζει, ολόχρουσό μου κεφαλάκι. Τα φύλλα
κουνιούνται αγάλια αγάλια και σου λεν καλημέρα. Τι ωραία που είσαι!
Τρέμει η καρδιά μου που θα ραγίση. Ακούς τι σου λέω ψιθυριστά,
χαμηλά, ντροπαλά, αγάλια αγάλια σαν τα δέντρα που σου μιλούνε; Σε
χαδέβει η φύση όλη κ' η φωνή μου σε χαδέβει.
— Λέλα, μη σου φανή ξένο το ρώτημά μου. Λέλα, πες το, σε παρακαλώ.
Τι σε πειράζει να μου το πης; Ίσως άφησες εκεί κάτω στην πατρίδα
κανένα φίλο — ίσως κανέναν που αγαπάς;
— Όχι, μου κάμνει σιγά, πουθενά δεν έχω φίλο.
Και της έπιασα το χέρι και μου φάνηκε πως ο κόσμος είτανε δικός μου.
.................................................................
Κομματάκια! κομματάκια! κομματάκια!
.................................................................
Όχι! όχι! Δε θέλω ακόμη· έπρεπε πάντα να συλλογιούμαι το περιβόλι με
τη χαρά του. Μου έρχεται ησυχία σαν το θυμούμαι. Αλήθεια που έφεγγε
τότες πολύ! Ο ήλιος με τάιζε φως. Διψούσα και τόπινε η ψυχή μου. Τι
παράδοξα, τι διαμαντόλαμπα μάτια που τα είχε η Λέλα! Στα μάτια της
μέσα είταν αχτίδα κρυμμένη· άνοιγε τα βλέφαρά της κ' η νύχτα
σπιθοβολούσε. Τι καλά που ήξερε να με μαγέψη! Πού τάβρισκε τα γλυκά,
τα χαριτωμένα, τα ουρανόφωτα λόγια που μου έλεγε; Τι απλά, τι άκακα
που μιλούσε! Δε θα ξαναζήσω άλλη τέτοια χρονιά.
— Μη σε μέλη, μην τυραννιέσαι, Καρλή. Είναι πιο φρόνιμο, πιο σωστό
να μην το πούμε κανενός. Μη βιάζεσαι, Κάρλο μου. Ξέρω πως δεν είμαι
για σένα. Δε γίνεται, το ξέρω. Μην πης όχι, Καρλή. Τι κακόμοιρη εγώ!
τι αξίζω, να με πάρης γυναίκα; Ο πατέρας σου δε θα θελήση ποτές και
ντρέπουμαι μόνο που το βάζει ο νους μου, πως μπορεί να μάθη τέτοιο
πράμα. Ξέχασες πως είμαι φτωχοκόριτσο και ξένο, πως μ' έφεραν εδώ
για να συντροφέβω την Ελένη, να κάθουμαι μαζί της; Έχουμε καιρό.
Βλέπουμε κατόπι. Αν το πης, θα μας χωρίσουν και μου αρέσει τόσο να
μιλής και να σε κοιτάζω! Ίσως πάλε φταίω γω που σ' άκουσα εκείνο το
βράδυ, που αποκρίθηκα ναι. Τι να κάμω; Αχ! δεν ξέρεις· μου
φαίνουνταν τόσο παράξενο! Δε φαντάζουμουν πως θα μ' αγαπήση κανένας.
Δεν μπορούσα να το πιστέψω πως θα μ' αγαπήσης εσύ. Εσύ! Κάθουμουν
ώρες και συλλογιούμουν. Έπειτα, τι να σου πω; Χωρίς να το θέλω,
χαίρουμουν και γελούσα που το συλλογιούμουν. Η ζωή μου σα νάλλαξε με
μιας. Όχι, Καρλή, να μην το πούμε ακόμη κανενός. Τι καλό πράμα που
είναι νάχη κανείς ένα κρυφό και μέσα του να το φυλάη! Να είσαι
ήσυχος, φίλε μου καλέ. Εγώ δε λυπούμαι. Δεν το μετανοιώνω. Ό τι
έκαμα, το ήξερα και τόκαμα — Να βασανίζεσαι εσύ και να σ' αφήσω
παραπονεμένο; Δε μου είτανε δυνατό. Το ήθελα και τόκανα. Δεν μπορεί
κανείς να μου πη τίποτις. Είναι δική μου δουλειά. Ό τι έχω, πάρτο,
στο δίνω. Όχι, δε λυπούμαι. Ίσως παίζεις εσύ μαζί μου. Μ' έχεις τώρα
σαν παιχνιδάκι σου, Καρλή. Είναι δικό σου το παιχνιδάκι. Δικιά σου
είμαι όλη.
Κουράστηκα και πια δεν μπορώ. Θα πέσω κατά γης. Θα σφαλήξω τα μάτια,
να βλέπω μόνο τη Λέλα και να την ακούω.
«Δεν έχω φίλο πουθενά.» Ναι! Αφτό μπορεί κανείς να το πιστέψη. Θα πη
πως δεν αγαπούσε ή πως δεν αγάπησε κανέναν εκεί κάτω στον τόπο της.
Μα θα πη άραγες πως δεν την αγαπούσε ή πως δεν την αγάπησε ποτέ
κανένας; Τι τάχα; Δε γύρεψε κανένας να την πάρη; Δεν της είπε
κανένας τουλάχιστο δυο γλυκά λόγια; Δεν άρεσε κανενός; Πώς γίνεται;
Αναθράφηκε σε μια τέτοια πόλη και δε βρέθηκε κανείς να της κάμη ένα
κοπλιμέντο ή λίγο κόρτε, ή να την κοιτάξη καλά στα μάτια, ή να της
δώση να καταλάβη τίποτις, ή να μην ξιππαστή από την ομορφιά της; Δε
γίνεται. Μπορεί εκείνη να μην αγάπησε· πάει καλά·, μα να μην
αγαπήθηκε; άλλος λόγος. Γιατί τότες δε μου το λέει; Αφού μου κρύφτει
μικρά, τιποτένια πράματα, μπορεί να μου κρύψη μια μέρα και
μεγαλήτερα. Το είπε η ίδια· της αρέσουν τα κρυφά· είναι καλό πράμα
νάχη κανείς ένα κρυφό — και να το φυλάη! Μήπως είναι κρυψιάρα;
Κάτι θα τρέχη. Το ξέρω. Και τώρα κάτι θα τρέχη. Το βλέπω. Όλα τάχω
παρατηρημένα. Ένα είναι βέβαιο, πως την αγαπώ. Την αγαπώ. Αφτό είναι
βέβαιο. Είναι το μόνο βέβαιο. Να πάρης μια ώρα από τη ζωή μου, ό τι
ώρα θέλεις, να την κόψης, να την κάμης κομμάτια, κομματάκια, ακόμη
πιο μικρά κομματάκια, δε θα βρης ένα ψίχουλο καιρό που να μην είναι
και κείνη μέσα· πάντα και πάντα εκείνηνα συλλογιούμαι. Γιατί και
στον ύπνο μου μπήκε. Περεχύθηκε στη ζωή μου και σαν τα νερό παντού
μεριά τη γεμίζει. Όταν είναι μακριά, άμα δεν την έχω κατάστηθα
μπροστά μου, άμα βγη, άμα καθήση με την Ελένη, άμα πάη στον
περίπατο, άμα δεν τη βλέπω, το μάτι μου στο κυνήγι και πίσω της η
ψηχή μου. Απελπισία και λαχτάρα ώςπου να την ξαναδιώ, ώςπου να
γυρίση, ώςπου νανεβώ στην κάμερή της, να σφαλοιχτούμε! Τι κάμνει,
όσο λείπει; Τι κάμνει, με θυμάται; Και δεν παίρνω την αναπνοή μου.
Κι από το πρωί ως τα βράδυ όλο το ίδιο. Μήπως εγώ γελώ και χαίρουμαι
και σεργιανίζω και χωρατέβω; Μπορώ να πιάσω δουλειά; Μπορώ τίποτις
ναρχίσω; Μια τρύπα στον τοίχο κι όλο να τη βλέπω!
Εγώ την αγαπώ. Αφτό είναι βέβαιο. Είναι το μόνο βέβαιο. Είναι βέβαιο
— ακόμη πιο βέβαιο — όχι πως δε μ' αγαπά σαν που την αγαπώ, μα πως
μήτε ξέρει, μήτε κατάλαβε την αγάπη μου όλη. Δεν την ακούς πώς
μιλεί; Δεν τα ξεχνώ. «Μη σε μέλη» και «Να είσαι ήσυχος» και «Μη
βιάζεσαι» και «Μην τυραννιέσαι.» Μπορώ να μην τυραννιούμαι; Ήσυχη τη
θέλεις την αγάπη κι αγάπη τη λες; Ναι! είσαι ήσυχη, είσαι φρόνιμη
εσύ. Ώρες σε προσμένω, καρτερώ στα σπίτι μονάχος, γυρίζεις κι όταν
μπορέσω μια στιγμή να σε διώ, μια στιγμή στη σκάλα να σ' αρπάξω,
μήτε βλέπεις τα βάσανά μου. Ξέρω τώρα γιατί μ' αγάπησες· για να μη
βασανίζουμαι, για να μη μ' αφήσης παραπονεμένο. Με λυπήθηκες· δε μ'
αγάπησες. Εγώ δε θέλω μονάχα την ομορφιά σου· εγώ την ψυχή σου θέλω.
Έρχεσαι χαρούμενη σπίτι, χαμογελάς και δε μου λες· «Καρλή, καλέ μου
Καρλή, μην πονής και πονώ σαν και σένα.» Δε νοιώθεις τι είναι αγάπη
κ' ύστερα μου λες πως ίσως παίζω μαζί σου!
Μην παίζουμε, παρακαλώ, με την κούκλα. Γιατί σπάνει.
Να μη βιάζουμαι; Να μη θέλω να το μάθη ο κόσμος όλος πως είσαι δική
μου; Σα γυναίκα μου δική μου! Να κρύφτουμαι, να φοβούμαι από το φως,
να μη γυρέβω τον ήλιο; Και ποιος μπορεί να μου πη τίποτις; Μπας δεν
είμαι τριάντα τεσσάρω χρονώ άντρας; Να γίνης εσύ γυναίκα μου, στον
κόσμο μπροστά, να παντρεφτούμε, και να μη χαρή η γις όλη; Ποιoς
άραγες μπορεί να μη χαρή; Θα πειραχτή μήπως κανένας; Γιατί να μην το
πούμε κανενός; Είναι ζωή αφτή που τραβώ; Να χάνουμαι για σένα, κάθε
ώρα να σε ζητώ, να θέλω πάντα μου τα μάτια σου και τη φωνή σου, από
πάνω ως κάτω να σε λατρέβη η ψυχή μου, και κοντά μου να μην είσαι;
Δεν πρέπει λοιπό να σ' αγαπώ; Κάτι, κάτι λόγο θάχης.
Δε θα ξανακούσω πάλε τη λαλιά της; Αγριέβουμαι μέσα στη μοναξιά. Να
την πάλε που βγήκε, που πήγε απάνω στο Σταβροδρόμι, που μ' αφίνει.
Λέλα μου, Λέλα, είναι μια γλύκα τόνομά σου. Πότε θα σ' αρπάξω να
φύγω, να πάμε μακριά οι δυο μας μαζί; Να ξαπλώση από πάνω μας o
ουρανός τη γαλανή του τη φορεσιά. Δεν είναι, δεν υπάρχει κανένας
τόπος πουθενά που να μην πονή η καρδιά, που νανασάνη η ψυχή μας,
κανένας ήσυχος, ολόφαιδρος τόπος, ηλιολουσμένος, που να μη
μαρτυριούμαι; Δεν κάθεται πουθενά, δεν έχει σπίτι η Εφτυχία, να πάμε
και μεις μια φορά να τη βρούμε; Λέλα μου, μη μ' αφίνης. Μια στιγμή
να μη σε διώ, χάθηκε ο κόσμος.
Και δεν το νοιώθω, και δεν το ξέρω τάχα πως δε μ' αγαπά; Όταν
έρχεται και της πιάνω το χέρι, μόλις μου σφίγγει το χέρι. Όταν την
απαντώ στη σκάλα, μια ματιά μόλις και φέβγει. Ναι, βέβαια ξέρει και
γέρνει στο στήθος μου απάνω το χρυσό της το κεφαλάκι, όταν είμαστε
κ' οι δυο μας ολομόναχοι τη νύχτα στην κάμερή της, όταν την έχω και
τη βαστώ και τη σφίγγω στην αγκαλιά μου, όταν είναι δική μου. Μα ποý
τα φιλιά, τα λωλά φιλιά που της δίνω; Μήτε τα νοιώθει. Με κάθε φιλί
μου φαίνεται πως μπαίνει η ψυχή μου μέσα στην ψυχή της. Μα η φλόγα η
δική μου δεν την καίει, δεν την έκαψε ποτέ σαν που με καίει εμένα.
Λέλα, Λέλα, τρελλαίνουμαι για σένα και σε διψώ. Τι τραβιέσαι;
Σκιάζεσαι και φέβγεις; Τρόμαξες με την πάρα πολλή, με την
ξεφρενιασμένη μου την αγάπη; Έλα πάλε στο πλεβρό μου, έλα κι απόψε,
πουλί μου. Είναι νύχτα, εσύ που αγαπάς τα κρυφά, και κανένας δε μας
βλέπει... Ποιόνα φοβάσαι; Φοβάσαι κανέναν; Και τη νύχτα θέλεις να
κρυφτής; Θυμούμαι τι μου είπες. Εγώ τώρα δεν το ξεχνώ. «Έχουμε
καιρό. Να μην το πης κανενός!» Γιατί, αν τόλεγα, θα το μάθαινε
Εκείνος!
Σώπα, σώπα! Να μην ακούσω τη φωνή σου. Αν ακούσω τη φωνή σου, μπορεί
πάλε να σε πιστέψω, και δε θέλω. Και δεν πρέπει να σε πιστέψω.
«Τι αξίζω, να με πάρης γυναίκα;» Ναι! Τι αξίζεις; Τώρα το ξέρω τι
αξίζεις, γιατί το είδα. Ποιος είχε δίκιο; Ο Καρλής, πάντα ο Καρλής.
Μαζί μου ή και με κανέναν άλλο, το ίδιο της είναι. Εκείνη ξέρει τι
κάμνει. Εκεινής δεν της κοστίζει τίποτις η αγάπη. Και για τούτο
είναι κρύα μαζί μου, κρύα, όταν την καίνε τα φιλιά μου. Μάρμαρο και
χιόνια. Χιόνια βουνό που δε λιώνει. Κατάλαβα με μιας. Ταγάπησα
εκείνο το γράμμα, γιατί μ' έφεξε σαν το κερί και την είδα, την
αλήθεια! Ανεβαίνω στην κάμερή της και τα βλέπω. Κομματάκια,
κομματάκια χαρτί. Σκόρπια κατά γης. Ξεσκισμένα λιανά λιανά. Και
σκύφτω και τα μαζώνω ένα ένα. Κι απάνω στο ένα, τη διάβασα τη λέξη
«αγάπη μου». Και το γράψιμο το γνωρίζω. Κομματάκια, κομματάκια. Το
ένα το κομματάκι μόνο γραμμένο, κάτασπρα καμιά δεκαριά, γιατί τα
μάβρα τάρριξε στη φωτιά, μην τύχη και ταρπάξη το μάτι μου, και
καταλάβω! Την προσμένω νάρθη, να διούμε τι θα μου πη. Όλεθρος και
χαμός! Κομματάκια, κομματάκια. Ναι! κουρέλλια την κάμαμε τη ζωή μας·
Να τη μάγισσα, να τη νεράιδα, την ψέφτρα, να τη σκύλα που μπαίνει.
Και πριν ανοίξη το χείλι, την αρπάζω από το χέρι. Εδώ! Αμέσως εδώ!
Πέσε χάμου και φίλησε πόδι. Παρακάλειε να μη σε σκοτώσω και φώναξε,
φώναξε δυνατά, να σ' ακούσω, πως με γέλασες, πως το σιχαμένο σου το
στόμα ψεφτιές ξερνά και μόνο ψεφτιές. Από πού έρχεσαι; Πού
κυλιούσουν; Πατσαβούρα! Και την τραβώ και της σφίγγω τα μπράτσα που
τα ξεσκίζω με τα νύχια μου· την πετώ απάνω στο κρεββάτι, την πιάνω
από το λαιμό. Να τη χτυπήσω, να την μπατσίσω, να τη στραγγουλίσω.
Κάτι να της κάμω!
— Το γράμμα! το γράμμα! Ποιανού είναι το γράμμα; Και να πάλε που με
μιλεί. Να που ακούω πάλε τη φωνή της·
— Καρλή μου, Καρλή, μια στιγμή μόνο. Ό τι θέλεις, να με κάμης. Μα
πρώτα να σου πω. Δεν είναι για μένα το γράμμα. Μου τόφεραν το πρωί,
σήμερα το πρωί. Σε φοβούμαι. Όλα, όλα θα στα ξηγήσω.
Κι αρχινίζει και μου αραδιάζει ένα σωρό παραμύθια. Η φωνή της, η
γλυκειά της η φωνή! Μου τα λέει και την πιστέβω. Πώς να μην την
πιστέψης, άμα σου μιλήση, άμα τη διής; Δεν είναι δική μου, τώρα που
την έχω κοντά μου, τώρα που τη βλέπω; Δεν είναι τα λόγια, της ζάχαρη
και μέλι; Γονατίζω μπροστά της. Χέρια και πόδια της φιλώ. Λέλα μου,
σκότωσε με, να τελειώσω. Διές με που κλαίω σαν το παιδί. Δεν
τόννοιωσες ακόμη πόσο σ' αγαπώ; Δεν το φταις εσύ που πονώ· το φταίει
η αγάπη που σου έχω. Λέλα μου, να με λυπηθής. Αρνί σου θα γίνω.
Κοίταξέ με. Τα ματάκια σου, δώσε με τα ματάκια σου να τάχω πάντα
μαζί μου, πάντα να μ' ακλουθούν και να θέλγουν. Τότες πια δεν
τυραννιούμαι.
— Έπρεπε να σε μισήσω, Καρλή, και δε σε μισώ. Δεν ξέρω κ' η ίδια τι
μου γίνεται. Είμαι ακόμη παιδί. Είμαι άπραχτο παιδί. Εσύ τόσα είδες,
τόσα έμαθες! Εσύ είσαι άντρας. Ναι! Το κατάλαβα πως δεν παίζεις μαζί
μου. Ίσως έχεις δίκιο που παραπονιέσαι. Δε θέλεις να γελώ; Δε γελώ.
Δε θέλεις να χωρατέβω; Δε χωρατέβω. Μπορώ εγώ, Καρλή μου, να ξέρω
την αγάπη σαν και σένα; Ακόμη τρέμω που το θυμούμαι. Πώς μ' άρπαξες;
Πώς με τίναξες! Μ' έδειρες, κόντεψες να με δείρης. Οι τρίχες σου
ολόρθιες σηκωμένες και φρενιασμένη κάθε ματιά σου. Έπρεπε να σε
μισήσω, Καρλή, και δεν μπορώ να σε μισήσω. Δεν ξέρω τι μου γίνεται.
Την αγάπη μου θέλεις. Όσο μ' αγαπάς, σ' αγαπώ και γω τώρα. Καρλή
μου, Καρλή, πες μου το αλήθεια πως μ' αγαπάς, να τακούσω!
— Εσένα, Λέλα, να μη σ' αγαπώ; — Και την παίρνω στο στήθος μου
απάνω και στο στήθος το δικό της, εκείνη τη στιγμή, μου φαίνεται πως
νοιώθω τη φλόγα, την ίδια φλόγα που εμένα με καίει. — Μου φαίνεται
πως την έννοιωσα τότες! Ο κόσμος είναι μικρός. Τι μικρούτσικος που
είναι! Μέσα στην καταχνιά θολοσκεπάζουνται, χάνουνται όλα και
τίποτις πια δεν υπάρχει. Σα να μην είχε ουρανό και θάλασσα και
καράβια. Λιγάκι ήλιο. παρακαλώ. Τώρα που δεν τη βλέπω,
σταναχωριούμαι, και τη γυρέβω. Τεντωμένος ο νους μου, κουρδισμένος,
τσιτωμένος, και τη συλλογιούμαι. Εγώ ξέρω. Ένα κομμάτι από δω, ένα
κομμάτι από κει. Σκόρπια κατά γης. Έτσι είναι κ' η αλήθεια. Τα
μαζώνεις, τα βάζεις το ένα με τάλλο, τα ταιριάζεις. Άξαφνα βγαίνει
το νόημα. Βγαίνει κ' η αλήθεια. Την ξεσκίζουμε, για να μην τη
διούμε. Μα σκύφτεις εσύ και την πιάνεις.
Αν είταν τίποτις, πολύ πιο φρόνιμα θάκαμνε, πολύ πιο σωστά να μου το
πη, για να το ξέρω. Σκέψου το, Λέλα. Δε θα θύμωνα· δε θάλεγα λόγο.
Αχ! μόνο να την κλειδώσω, να βάλω και μάνταλο, για να μην της γράφη
κανένας πια. Παραμύθια! παραμύθια! Μου αράδιαζε παραμύθια. Αφού
αγαπούσε την αδερφή μου εκείνος ο καταραμένος, πως δε μου έγραφε
εμένα; Η Λέλα είναι δική μου. Μην την αγγίξης. Τάχα γιατί και
κείνος, λέει, είναι ξένος στην Πόλη, γιατί δεν τολμά, γιατί βλέπει
πως ακούμε τη Λέλα, γι' αφτό θα πάη να της γράψη; Η Λέλα θα τον
προστατέψη; Η Λέλα θα σηκωθή να πη του πατέρα πως θέλει η αφεντιά
του να πάρη την Ελένη: Ή εμένα τάχα η Λέλα να μου μιλήση; Και που το
φαντάστηκε πως μπορεί η Λέλα να μου μιλήση; Παραμύθια! παραμύθια!
Πρώτα πρώτα, πώς έβαλε τέτοιο πράμα με το νου του; Τι; γιατί δίνει
στην Ελένη μαθήματα μουσική, πρέπει να πάη να την αγαπήση; Ποιος
καφκιέται μπροστά μου για αγάπη; Εγώ τον έφερα στο σπίτι. Εγώ να του
δώσω δρόμο. Αμέσως να πάρη άλλο δάσκαλο η Ελένη, να μην είναι, να
μην είναι πάντα στο μάθημα η Λέλα.
Να φύγη αφτός, να ξεπαστρεφτή, να μη φανή πια. Να χαρούμε την αγάπη
στα γεμάτα. Θέλω η ζωή της να μοιάζη με την ήσυχη την ακρογιαλιά που
κοιμάται μέσα στα λιμάνια. Θα στρώσω γλυκά και τον άμμο· θα μαλακώσω
και το χώμα. Αφού την αγαπώ, τι μας λείπει; Δεν μπορώ να ζω σε μια
κόλαση τέτοια· είναι πίσσα και βράζει. Λέλα, πότε θα σε φιλήσω στο
στόμα, δίχως να συλλογιούμαι πια τίποτις άλλο; Πότε θα ξεχάσω τους
καημούς; Αγάπη μου εσύ, γιατί με σκοτώνεις; Τι σου έκαμα και με
καταστρέφεις; Δε με λυπάσαι;
Και μπορώ να το ξεχάσω; Εγώ έχω μάτια και βλέπω. Κι αφτό σου το λένε
ζούλια. Να βλέπης, είναι ζούλια. Μάζωξε πουθενά δύο ιδέες, βάλ'τις
δίπλα τη μια στην άλλη, πάρε κλωστή να τις ράψης, δείξε πως έχεις
νου και κρίση, πως κάτι νοιώθεις από λογική, θα σε πουν αμέσως
ζουλιάρη. Ζουλιάρης εγώ δεν είμαι. Εγώ προσέχω και προσμένω. Εγώ
είμαι καλός. Μου τόταξε και προσμένω. Με πρόφαση ή δίχως πρόφαση, ό
τι αιτία κι αν είναι, δεν πρέπει να τον ξαναδιή, δεν πρέπει να της
γράψη, λόγο δεν πρέπει να της πη.
Λίγο λίγο ξεφανερώνουνται όλα και ξετρυπώνουν. Γκρέμησε πια τα
ντουβάρι. Κάθουμαι και προσμένω στο παλιό μας το σπίτι. Στην Πόλη
εκεί κάτω. Εγώ έχω μάτια και βλέπω.
Μη φοβάσαι. Τώρα είμαι ήσυχος. Δε θυμώνω. Εδώ χρειάζεται κρύο αίμα
και σκέψη. Κρυφά κρυφά όλα τα παρατηρώ ένα ένα — και παίρνω και
σημείωση. Θέλει το πράμα συλλογή, πομονή και πονηριά. Μη φοβάσαι.
Παράλογα κι αστόχαστα, δουλειά δεν καταφέρνεις. Λέλα, μη φοβάσαι,
σου λέω. Φοβήθηκες εσύ ψέφτρα, και δε μου είπες την αλήθεια. Έτρεμες
να μη σε σκοτώσω. — Άκουσες τι ταπεινά που μου μιλούσε; Ύστερα, για
να το κρύψη, κάμνει πως μ' αγαπά και ρίχτει φωτιές στην αγκαλιά μου.
Άναψε, κόρωσε με μιας. Εγώ έχω μάτια και βλέπω. Δε λέω γρυ·
προσμένω, καρτερώ. Έτσι καμιά μέρα θα τους πιάσω. Πρέπει να τους
πιάσω, για να της δείξω πως με γελά. Έτσι να γλυτώσω κι απ' αφτή την
καταχνιά. Ναι! Κατάλαβα τώρα. Ησυχάζω. Ώρες καρτερώ, προσμένω να το
μάθω.
Και δεν έχω πάλε δίκιο; Ποιος λέει πως δεν έχω δίκιο; Τον είδα, με
τα μάτια μου τον είδα. Μόλις τρεις μέρες ύστερις από κείνα που της
είπα! Εκείνος δεν προσμένει· τον έβγαλα, τον έδιωξα, μάθημα πια δεν
έδινε στην Ελένη, όχι! πρέπει ο κύριος αμέσως να γυρίση! Δεν είταν
όνειρο· τον είδα. Να τος πάλε που ξετρυπώνει. Η αλήθεια ξετρυπώνει
μαζί του. Από το παράθυρο απάνω, που κάθουμαι και καρτερώ, τον είδα.
Να τος που ξεπροβάλλει. Όξω στο δρόμο τρέχει, τρέχει βιαστικά, πλάγι
στο σπίτι, έρχεται από κει πίσω που είναι η πόρτα του μπαξέ. Σα
νάκουσα την πόρτα να τρίζη. Εγώ ξέρω η πόρτα πού είναι. Αχ! ας
φαίνουνταν αφτή η πόρτα από το παραθύρι, και τους τσάκωνα αμέσως.
Γιατί, γιατί να στρίβη ο δρόμος, γιατί να μην τη βλέπω από κει που
κάθουμαι και καρτερώ, την πόρτα την καταραμένη! Και τι πειράζει που
δεν τη βλέπω; Η Λέλα πού είναι; Στο περιβόλι; Και βέβαια! Ορμώ στην
κάμερή της. Δεν είναι. Κατεβαίνω. Να της ίσια που ανεβαίνει τα
σκαλοπάτια του σπιτιού. Λοιπόν κ' η Λέλα είτανε στο περιβόλι! Μαζί
του! Της γνέφω δυνατά· στη στιγμή απάνω, να πάη στην κάμερή της.
— Σήμερα πια θα μου την πης την αλήθεια. Σας είδα. Είσουνα μαζί του
στο περιβόλι. Δεν ντρέπεσαι; Πες το, φτύς' το, ή ξαναρχίζω.
Καρλή, εκείνο που δεν είναι, δεν μπορώ να στο πω. Είμουνα μόνη. Δεν
είδα ψυχή. Πήγαινε, ο ίδιος να στο πη. Θυμήσου τι σου έλεγα την άλλη
μέρα, Καρλή· την υστερνή, τη μόνη φορά που μου έγραψε, του είπα να
μη μου γράψη πια, πως δεν είτανε δουλειά μου και να μη μου μιλήση
για τέτοια πράματα.
Θύμωσα και δεν έπρεπε να θυμώσω. Έπρεπε γλυκά και με τρόπο να την
παρακαλέσω νανεβή στην κάμερή της. Φοβήθηκε πάλε και πάλε μου
αράδιασε ψεφτιές. Αν τόλεγε ίσως μπορούσα να την πνίξω. Όχι! δε
λυσσιάζω, να μη χαίρουνται. Καλά! Καλά! Βλέπουμε κατόπι — και
κατεβαίνω.
Κατέβηκα, ναι! Η μόνη ώρα που χάρηκα με τα σωστά μου! Ξάνοιξε η
καρδιά μου πρώτη φορά. Ο ήλιος μου πότιζε την ψυχή. Ύστερις ας
σκοτεινιάση! Αναγάλλιασα τουλάχιστο μια στιγμή, ησύχασα, γιατί τώρα
είμουν πια βέβαιος. Λέλα, Λέλα, με καταστρέφεις, μα, ξέρω γιατί με
καταστρέφεις. Λέλα, μ' απάτησες, μα το ξέρω τώρα πως μ' απατάς. Αχ!
ναι, ξέρω, το ξέρω πως δε γελάστηκα. Το ξέρω πως είχα δίκιο.
Κατεβαίνω και μου δίνουν το γράμμα. Δεν ακούτε τα γέλοια που πετώ;
Δε βλέπεις την αλήθεια; Δε σε θαμπώνει; Εμένα με στράβωσε το φως
της. Τι κουτός που δεν το κατάλαβα ακόμη! Το διαβάζω το γράμμα.
Τόφεραν τώρα, μου λέει ο δούλος. Είτανε γράμμα δικό του. Γράμμα του
μορφονιού! Το βλέπω πάλε το γράψιμό του, που φτάνει να το διώ κι
ανατριχιάζω. Μου γράφει εμένα. Πως αγαπά τάχα! — την Ελένη. Πως
είναι σα χαμένος, και γιατί δε θέλουμε νάρχεται πια σπίτι; Πως
τρελλαίνεται και δεν τολμά να μιλήση, μα πως τώρα έκαμε πια απόφαση,
τα ξέτασε, τα ζύγιασε, τάβαλε όλα σε τάξη. Πώς έγραψε πρώτα της
Λέλας, να την παρακαλέση, γιατί ξέρει πως είμαι καλός και δεν μπορεί
πια να ζήση, αν είναι να μην ξανάρθη... Και δεν τέλειωνε το γράμμα.
«Αν είναι να μην ξανάρθη.» Είδες εσύ τι λαμπρά που το στοχάστηκε;
Θυμήσου τώρα το λόγο της· «Πήγαινε, ο ίδιος να στο πη.» Τόννοιωσες;
Στο περιβόλι μάνι μάνι του μίλησε — «Πρόσεχε, ο Καρλής έχει υποψία,
γράψ' του αόρατα θέματα, να τον ξεχνιάσης.» — Κ' η Λέλα το ήξερε
πολύ καλά πως θα μου γράψη. Τι δε γράφει εκείνος για να ξανάρθη; Οι
δυο τους μαζί τάχουν ταιριασμένα, συφωνημένα. Και για να μην το
μυριστή ο Καρλής, ας του κοπανίσουμε ιστορίες. Κομματάκια!
κομματάκια ψεφτιές! Ο Καρλής έχει μάτια και βλέπει, έχει μάτια και
μαζώνει. Να πάρη την Ελένη, για να είναι μέρα νύχτα στο σπίτι — μαζί
με τη Λέλα! Με τη Λέλα! Όχι. Δε θα γίνη τέτοιο πράμα. Μήτε κείνος
μήτε κανένας άλλος!
Καλά! καλά! Καρτερώ και προσμένω.
Βράδυασε. Νυχτώνει. Είναι νύχτα και σκοτάδι. Πάει ο κόσμος να
πλαγιάση. Κρέμεται το λυχναράκι μισοσβησμένο στο ταβάνι ψηλά και
τρεμοφέγγει. Κατεβαίνω τη σκάλα. Όλα σκοτεινά. Αχ! δεν είναι για μας
τα λουλούδια· δεν είναι τα τραγούδια για μας. Πάει το καλοκαίρι· παν
οι μάβρες οι συκιές και τα δέντρα και τα φύλλα που κρυφά κρυφά της
μιλούνε. Ένας πόνος απέραντος με πνίγει, θα πεθάνω από τον καημό. Η
καρδιά μου φουσκώνει, και τα κλάματα γίνουνται πλημμύρα μέσα στην
ψυχή μου. Όχι! όχι! δεν πρέπει να κλαίω, να τη λυπούμαι. Κατεβαίνω
τη σκάλα. Λέλα μου, είσαι συ; Είναι η Λέλα με τη γλυκειά της τη
φωνή· να της πάλε που ανεβαίνει σαν και πρώτα. Να η αγγελοκαμωμένη,
η πιο θεόμορφη απ' όλες. Ο κόσμος δεν είδε τέτοια κόρη. Να το στόμα
της και τα μαλλιά της και το ουράνιο το κορμί, το κορμί της το ξαθό
που με τρελλαίνει η μυρωδιά του.
— Καλή νύχτα! καλή νύχτα! Λέλα, κοιμήσου καλά!
Και της αρπάζω ένα φιλί που ακόμη στα χείλια μου τόχω.
— Λέλα μου, Λέλα, κανείς δε σ' αγάπησε σαν και μένα.
Ακκουμπά στην πλάτη μου μια στιγμή, σα λιγοθυμισμένη.
— Αχ! Εσύ ζωή μου, μου λέει.
— Ένα φιλί, να μου δώσης ακόμη ένα φιλί, Λέλα, ένα φιλί σου.
— Γρήρορα, γρήγορα, να μη μας διή κανένας. Καρλή μου σ’ αγαπώ.
.................................................................
Φέβγει, φέβγει. Σκοτεινιάζει. Τι ερημιά που την έχει η κάμερή μου!
Τραβιούμαι στην κάμερή μου. Πέφτω και πλαγιάζω. Με παίρνει ο ύπνος.
Έφυγε βιαστικά. Γιατί να φύγη; Πού τρέχει; Ακόμη φοβάται;
Μήπως είταν όνειρο, Καρλή;
Όχι. Όνειρο τέτοιο δε γίνεται. Δεν πρέπει να είταν όνειρο. Δε θέλω
να είταν όνειρο.
Πέφτω και πλαγιάζω. Κοιμούμαι, δεν κοιμούμαι, πού να το ξέρω; Μέρα
και νύχτα, ύπνος και ξύπνος είναι το ίδιο.
Γέρνα από δω, γέρνα από κει. Πέφτω στο κρεββάτι και κυλιούμαι.
Σφάλνα τα μάτια, σαν μπορείς. Μόνος! Ολομόναχος! Έρημος απόμεινα και
μόνος. Έφυγε, έφυγε βιαστικά.
Για να μη μας διή κανένας;
Λέλα, Λέλα, πού είσαι;
Όχι, όνειρο δεν είταν, όνειρο δεν μπορεί να είταν.
Άξαφνα τη βλέπω, σαν που τη βλέπω ακόμη και τώρα — σαν που τα βλέπω
ταναθεματισμένα αφτά τα ντουβάρια — βλέπω το κάτασπρό της, τολόχρυσό
της το κορμί — και κείνος, Εκείνος, κοντά της, πλάγι της
πλαγιασμένος εκεί απάνω, στην κάμερή της!
Ορμώ στην κάμερή της απάνω. Χυμώ. — Τη νύχτα είναι πιο έφκολο το
πράμα, πολύ πιο έφκολο να γίνη, γιατί δεν ακούω τη φωνή της, γιατί
δε φαίνεται το πρόσωπό της. — Ψεφτιές πια δε θα μου πη. — Τρέχα,
τρέχα εκεί απάνω. — Ποτές να μη γίνη τέτοιο πράμα. Όχι. Μήτε κείνος
μήτε κανένας άλλος. Να γλυτώσω. — Γρήγορα, γρήγορα, να μην ξυπνήση.
Σφίγγε, Καρλή, δυνατά. Το χέρι μου στο λαιμό της. Σφίξε, να της
στραγγουλίσης το λαιμό. Σφίγγε, σφίγγε δυνατά. Σφίξε ακόμη μια και
να της που πάει. Ξεψύχησε, πάει. Πάει η ζωή μου. Σκότωσα τη ζωή μου.
Πάει και λέξη δεν είπε. Έλα δω να σου δώσω στο στόμα, απάνω στο
στόμα, ένα αθάνατο φιλί, ένα φιλί που κανένας άλλος δεν μπορεί να
σου το πάρει. Τώρα πια είσαι για πάντα δική μου.
Εγώ ξέρω τι λέω. Ξέρω γιατί παραπονιούμαι, γιατί βασανιούμαι. Εγώ το
θυμούμαι καλά· ίσια σε κείνη τη στιγμή περεχύθηκε γύρω τριγύρω μου η
καταχνιά αφτή που πια δε μ' αφίνει και που με πνίγει.
.................................................................
Κομματάκια! Κομματάκια! Κομματάκια!
.................................................................
Λέλα, Λέλα, πού είσαι; Η Λέλα τώρα πού λες να είναι; Λες να είναι
στον τάφο της μέσα; Εκεί κάτω στη μάβρη γις; Εκεί κάτω στο κιβούρι;
Πού είναι τολόχρυσο, το ηλιόπλαστο το παιδί; Ή μήπως πήγε στον
ουρανό πουθενά, κάπου σταστέρια μακριά; Λες να είναι άλλος κόσμος;
Δείξε μου πού είναι, γιατί εδώ μέσα τίποτις δε βλέπω. Να τρέξω, να
προφτάξω, να τη ρωτήξω. «Λέλα μου, Λέλα, μοναδικιά μου αγάπη, Λέλα,
τώρα που πεθάναμε κ' οι δυο μας, Λέλα, τώρα που δε φοβάσαι, τώρα να
μου το πης αν είταν αλήθεια — Εκείνο.»
.................................................................
Ο Καρλής είχε βάλει στη διαθήκη του να μου στείλουν όλα του τα
χαρτιά. Ήθελε να τα διαβάσω, ίσως να δικιολογηθή, ποιος το ξέρει;
Τόσα έγραψε στο φρενοκομείο.