— Τώρα τον επίλογον, να τελειώσωμεν. Αλλ' ακριβώς την στιγμήν

εκείνην ηκούσθη μέγας θόρυβος εις τον διάδρομον, αμέσως δε η θύρα

ηνοίχθη με πάταγον και εις το δωμάτιον εισήλθε ή μάλλον εισώρμησε ο

οικοδεσπότης μου. Άνθρωπος όσον καλός και μειλίχιος νηστικός, τόσον

σκαιός και θορυβώδης και ανοικονόμητος μεθυσμένος. Και ήτο στουπί

αυτήν την φοράν. Ώρμησε και μ' ενηγκαλίσθη.

— Φεύγεις, εφώναξε τραυλιζων. Εσύναξες τόσο καλή συντροφιά κ' εγώ

τίποτα, αι;

Και αφήσας εμέ, εστράφη προς τους συντρόφους μου· αλλά το δωμάτιον

ήτο κενόν. Οι φίλοι μου που τον εγνώριζαν κάλλιστα, ετράπησαν

αυτοστιγμεί εις φυγήν, εκτός, εννοείται του Φ. Ο οικοδεσπότης ώρμησεν

εις καταδίωξίν των, αλλά σκοντάψας εις το κατώφλιον της έξω θύρας

κατέπεσε βλασφημών. Αυτό το επάθαινε συχνά. Ημείς διετάξαμεν να

κλείσουν, εσβέσαμεν το φως και κατεκλίθημεν.

II

Την επιούσαν εις τας πέντε το πρωί ήμεθα και οι δύο ενδεδυμένοι. Εγώ

ετοποθέτησα επιμελώς εντός μαρσίππου μερικά ενδύματα, προ πάντων

ασπρόρρουχα, τα εσκέπασα όλα μ' ένα σινδόνι και τον εκλείδωσα. Οι

ταχυδρομικοί ίπποι είχαν ζευχθή και το έλκηθρον. Εροφήσαμεν εν βία

ανά δύο ποτήρια τεΐου, εγώ έδοσα τας τελευταίας διαταγάς εις τον

υπηρέτην μου, ζωσμένοι δε και γαντωμένοι και οι δύο, εξήλθομεν και

ετοποθετήθημεν εντός του ελκήθρου, στηρίζοντες τα νώτα επί

προσκεφαλαίων. Ο αμαξάς μας εκάθησεν επί του εδωλίου του, επήρε τα

ηνία και παρώτρυνε τα άλογα διά του συνήθου «νου, στο Θεό.» Αυτά

έκαμαν μίαν προς τα εμπρός κίνησιν, το έλκηθρον έτριξε δις, τρις και

εκυλίσθη επί της απαλής χιόνος.

Μετά δύο ώρας ο ήλιος ήτο υψηλά. Είνε εκτάκτως μαγευτική η θέα του

χιονισμένου κάμπου υπό τας ηλιακάς ακτίνας και μόνον ότι κουράζει την

όρασιν η ατελεύτητος εκείνη λευκότης. Όλα κάτασπρα και υψώματα και

κοιλάδες, πού και πού δε μόνον διακρίνεις μελανάς κηλίδας· είνε

χαμόδενδρα ή χόρτα ξηρά τα οποία δεν έφθασε να θάψη το χιόνι και επί

των οποίων ευχαρίστως αναπαύεται το μάτι του οδοιπόρου.

Το ψύχος ήτο μέτριον. Εταξειδεύσαμεν άνευ επεισοδίου τινός και προς

το εσπέρας εφθάσαμεν εις Ταϊγάνι, απέχον υπέρ τα εκατόν βέρστια της

Μαριουπόλεως, του τελικού σκοπού του ταξειδίου μου.

Απεχαιρέτισα τον συνταξειδιώτην μου, μεταβάντα παρά τη οικογενεία

του, εγώ δε κατέλυσα εις ξενοδοχείον.

Την επιούσαν εξύπνησα ενωρίς, επειδή δε έπρεπε να εξέλθω προς

επίσκεψιν μερικών φίλων, η πρώτη μου φροντίς ήτο να ενδυθώ

καταλλήλως. Και λοιπόν εγονάτισα ημίγυμνος προ του μαρσίππου μου, τον

εξεκλείδωσα, τον ήνοιξα και τι νομίζετε να είδα; Ακριβώς εις το μέσον

της σινδόνος, ήτις εσκέπαζε τα εν τω κιβωτίω φορέματα, εκάθητο

ακίνητος μία αράχνη πρώτου μεγέθους! Έμεινα κατάπληκτος. Η διήγησις

του γέροντος Φ. ήτο ζωηρά εις την μνήμην μου κ' έβλεπα την αράχνην,

ακίνητος, εκπεπληγμένος, αν θέλετε δε, και μέ τινα δεισιδαίμονα

φόβον! Αλλ' άμα παρήλθεν η πρώτη έκπληξις, άρχησα να σκέπτωμαι, διατί

ευρέθη εκεί η αράχνη και προπάντων, πώς εμβήκε; Τα φορέματα είχα

τοποθετήση και τυλίξη με το σινδόνι εγώ αυτός και ο ίδιος εκλείδωσα

τον μάρσιππον. Μήπως η παρουσία του εντόμου ήτο και δι' εμέ οιωνός;

Ήμεθα και οι δύο ακίνητοι και η αράχνη και εγώ επί τινα λεπτά. Επί

τέλους επήρα το σινδόνι με προσοχήν από τα τέσσαρα άκρα, το ετίναξα

εις μίαν γωνίαν του θαλάμου, όπου η αράχνη συνεσπειρώθη . . . ..

Μετά τρεις ημέρας ήμην εις Μαριούπολιν, μετά ένα μήνα δε, τη

μεσολαβήσει σεβαστού μου φίλου, ετέλουν τους αραβώνας μου, και μετά

τρεις μήνας ενυμφευόμην . . .

Την άνοιξιν του ιδίου έτους μετέβην εις Γ . . . διπλός, κατά την

ευχήν των φίλων μου, οίτινες με συνεχάρησαν εγκαρδίως, εις πρώτην δε

συνάθροισίν μας τοις αφηγήθην το με την αράχνην επεισόδιον.

— Τι λες, φιλόσοφέ μου; ηρώτησε τον σκεπτικόν μας ο γέρων Φ.

— Δεν αλλάζω γνώμας εγώ, είπεν εκείνος . . .

— Και κάμνεις καλά· μ' αυτόν τον τρόπον σώζεις την φήμην σου ως

φιλοσόφου, ανταπήντησεν ο Φ.

— Με την αράχνην όμως κύριε Φ. είπε κάποιος, δεν εμάθαμεν το τέλος

της ιστορίας των κεράτων.

— Αλλά μόνον περί προλήψεων επρόκειτο, είπεν ο Φ.

— Αδιάφορον, θέλομεν το τέλος.

Ιδού λοιπόν με ολίγας λέξεις. Όταν ο Π. εβεβαιώθη περί της συμφοράς

του, ηκολούθησαν σκηναί σπαραξικάρδιοι. Η σύζυγός του πράγματι μετά

τινας ημέρας έφερεν εις φως έν αγοράκι. Ο Π. δεν είχε το θάρρος να

εισέλθη εις τον κοιτώνα της.

Έκλαιε και εκόπτετο, όταν δ' εκείνη ανέλαβε, τον προσεκάλεσε και

έπεσεν εις τους πόδας του οδυρομένη. Ήτο θύμα αγρίας επιθέσεως ενός

εξαδέλφου της — Ο φίλος μου επείσθη, αλλά και μ' εσυμβουλεύθη τι να

κάμη, και εγώ δε του είπα ότι εις αυτά συμβουλαί δεν χωρούν και τον

ηρώτησα αν έχη την δύναμην να τιμωρήση; — Με τι τρόπον; με είπε. Με

αποβολήν απήντησα.

— Ποτέ! απεκρίθη· δε θα μπορούσα να ζήσω.

— Τότε, του είπα εγώ, πρέπει να συγχωρήσης.

Αυτό και έκαμε ο καϋμένος ο φίλος μου, δειχθείς μεγαλόφρων! Και δεν

είχε άδικον. Ουδέποτε πλέον του εδόθη η παραμικρά αφορμή παραπόνου

κατά της συζύγου του.

Τα σχόλια δεν έλειψαν και επί του ζητήματος τούτου. Το εβασάνισαν

ποικιλοτρόπως, χωρίς εννοείται να το λύσουν.

Μετά τινας ημέρας ο γέρων Φ. με λέγει.

— Δε ξέρεις δα· σήμερα ωμίλησα διεξοδικώς με τον σκεπτικόν μας περί

προλήψεων και μου εφάνη πως άρχισε ν' αλλάζη γνώμην.

Πώς; ηρώτησα.

— Εσυζητήσαμεν πολύ· του επολέμησα μ' επιμονήν τας ιδέας και

κατώρθωσα να του αποσπάσω την ομολογίαν ότι αυτά είνε εκ των

ανεξήγητων. Προφανώς η αράχνη και τα κέρατα του ετάραξαν πολύ τους

φιλοσοφικούς κύκλους! Καλό κι' αυτό.

Ο ΣΧΕΔΙΑΣΤΗΣ

— Και πώς τα πάμε, Σοφοκλή;

— Ωραία, εξαίρετα!

— Και σαντί δουλιές έχομε τώρα στο χέρι;

— Πολλές και διάφορες. Και πρώτον, μ' εννόησες, ο Μικάκος εκατάβηκε

εις της 270 χιλιάδες, τον όρον του αγοραστού και μεθαύριο θα πάω τα

χαρτιά. Έπειτα το σπίτι εκείνο της οδού Αιόλου, μ' εννόησες, παίρνει

κ' αυτό τέλος σημεραύριο. Έχω ένα μικρό δάνειο που υπογράφεται τη

Δευτέρα, ένα συνοικέσιο σχεδόν τελειωμένο και άλλο στην αρχή με

πολλές ελπίδες και . . . άκουσε τώρα, μ' εννόησες, τα σχέδια μου.

Μόλις που τελειώσω τη μεγάλη δουλιά του Μικάκη, θα . . .

Προβλέπων την συνήθη ραγδαίαν φλυαρίαν του φίλου μου, τον διέκοψα.

— Μα δε μου λες, το ανθρακωρρυχείο εκείνο. . .

— Μπερμπαντιές, φίλε μου μα ευρήκα τώρα άλλον αγοραστή, σωστό

άνθρωπο και. . .

— Δεν τον αφήκα να τελειώση.

— Θυμάσαι; το είχες τελειωμένο . . .

— Μα τι να κάμης με τους ψεύτες; Τώρα όμως, μ' εννόησες, δεν μου

φεύγει, γιατί έλαβα μέτρα.

— Τουλάχιστον κύτταξε αυτά που κρατείς τώρα να μη σου φύγουν.

— Αυτό ούτε να λέγεται· τα χρήματ' αυτά τάχω στο χέρι. Και ξέρεις το

σχέδιό μου;

— Θα είν' εκείνο το περυσινό.

— Ναι, μα τώρα τέλειωσαν τα ψέμματα ευθύς που πάρω τον παρά, με

εννόησες . . .

Την στιγμήν εκείνην εφάνη ερχόμενος ο πολιτευτής Σ . .

Ο φίλος μου με αφήκεν ευθύς.

— Προχώρει, μου είπε και σε φθάνω. Και έτρεξεν εις συνάντησιν του

πολιτευτού.

***

Γνωριζόμεθα προ ετών με τον Σοφοκλή. Είνε πεντηκοντούτης περίπου,

υψηλός, λιπόσαρκος, μακροσκελής, ολίγον ωχρός, μ' ένα κεφαλάκι μικρό,

με κρανίον αποψιλωμένον και στίλβον, ελαφρώς ταλαντευόμενον εις κάθε

του βήμα. Ευθυτενής, βαδίζει με τα χέρια συνήθως εντός των θυλακίων

του τριμμένου, του πολλά και διάφορα ιδόντος και δοκιμάσαντος

πανταλονίου του. Το αληθές είνε ότι και το σακκάκι του δεν έχει με τι

να καυχηθή, θα είχε δε τουναντίον πολλά τα δραματικά να ιστορήση, αν

είχε στόμα. Μόνον ο κολλάρος και ο λαιμοδέτης του είνε νωπά πάντοτε

και ανεπιλήπτου λευκότητος. Άγαμος, έχει μόνον συγγενείς πλαγίους και

φίλους απειραρίθμους και συμβαίνει, ποτέ μεν να γευματίζη εις της

εξαδέλφης, άλλοτε να δειπνή εις του ανεψιού και να ξενυκτίζη εις της

κουμπάρας του, ουδέποτε δε, ουδέ οι στενώτεροί του, έμαθον το οίκημά

του. Τίμιος, αγαθός, ευπροσήγορος, αστείος, πολυλογάς, επαγγέλλεται

. . . όχι ωρισμένον τι, αλλά παν ό,τι του δίδει αφορμήν να ομιλή και

να τρέχη, αδιάφορον αν τρέχη κατόπιν σκιάς, την οποίαν εκλαμβάνει ως

πραγματικότητα! Εύπιστος, αισιόδοξος, δεν ταράσσεται διόλου εκ των

αποτυχιών του των αλλεπαλλήλων. Και τρέχει και σχεδιάζει αδιάκοπα.

***

Ιδίως τον απασχολούν τα πολιτικά της πατρίδος, μάλιστα τα εσωτερικά.

Αφωσιωμένος εξ ολοκλήρου εις έν κόμμα, μισεί και περιφρονεί πάντας

τους αντιθέτους, αυτά τα καθάρματα, τους λυμεώνας, τους τενεκέδες, τα

κοθόνια, τους διαφθορείς, τους . . . και αρχίζει ραγδαίον υβρεολόγιον

κατά των πολιτικών αντιπάλων, παρμένον από το τελευταίον φύλλον

ομοφρονούσης εφημερίδος, γραμμένον εις το νέον, το ελευθεριάζον

ιδίωμα, το οποίον δεν παραδέχεται κανένα φραγμόν. Έχει πάντοτε πλήρες

το θυλάκιον εγγράφων και το κεφάλι γεμάτο σχέδια, τα οποία περιμένουν

την εφαρμογήν των. Θα πωλήση, θα ενοικιάση, θα υπανδρεύση, θ'

αρραβωνίση, θα συνδυάση, θα συμφιλιώση, θα κάμη θα δείξη . . . Λέγει,

λέγει αδιάκοπα, με ευγλωττίαν, πειστικώτατα και αφού σε περιφέρει ανά

τας σκολιάς και λαβυρινθώδεις ατραπούς των σοφώς πάντοτε χαραγμένων

σχεδίων του, τα οποία οσονούπω, μετ' ολίγον, λαμβάνουν οστά και σάρκα

καταλήγει, μετά πολλούς δισταγμούς και ταλαντεύσεις, (διότι είνε

λεπτότατος) εις την εκλιπάρησιν . . . αλλ' εδώ, ας επιτρέψη ο

αναγνώστης να σιωπήσω, χάριν της πλέον λεπτής, της πλέον ευθίκτου αφ'

όσας εγνώρισα, φιλοτιμίας . . .

Περιπατητής ακούραστος, ευρίσκεται πάντοτε εις κίνησιν, εκτός των

ωρών οπού εξοδεύει εις του Ζαχαράτου, εις την ανάγνωσιν των

εφημερίδων του κόμματος, διότι τας άλλας ούτε τας πιάνει σ' το χέρι.

Εκεί θα πολιτικολογήση, θ' αστειευθή με τους φίλους, εις τους

στενωτέρους των οποίων αποκαλύπτει τα σχέδιά του. Και έχει τοιαύτα

έτοιμα πάντοτε. Διότι, δεν προφθάνει να ναυαγήση έν, όπου καταστρώνει

άλλο, αν δε, έως τώρα μόνον ναυάγια έχει να διηγήται, τούτο αποδοτέον

εις μόνην την κακοδαιμονίαν του.

***

Ευέξαπτος εις τας πολιτικάς και κοινωνικάς εν γένει συζητήσεις,

δεικνύει έν είδος απαθείας δια παν ό,τι αφορά εκ του πλησίον αυτόν

τον ίδιον. Εξάπτεται και χειρονομεί και κόπτεται συζητών επί ώρας με

φίλους ευτυχείς και χορτασμένους, ενώ πολλά σημεία δεικνύουν ότι αν

τυχόν εγευμάτισε την ημέραν εκείνην, δεν θα έφαγε βέβαια ούτε

φασιανούς, ούτε πέρδικας και είνε μάλιστα ζήτημα αν έφαγε αρκετά.

Πάσαν όμως του στομάχου του διαματυρίαν ηξεύρει να κρύπτη υπό το

πλέον αξιοπρεπές μειδίαμα και εις τρόπον ώστε να σε πείθη ότι

τουλάχιστον εγευμάτισεν εις την «Μινέρβα», ενώ το πιθανώτερον είνε να

εγεύθη εις κανένα πατζατζίδικο αντί 30 λεπτών.

***

Είχε μείνη άγαμος από πείσμα, με είπε· «θα ήμουν 26 — 27 ετών νέος

και καθώς ήμουν κομψός (μη με βλέπης τώρα) πολλές μητέρες και πολλές

νέες μ' εκυνήγησαν. Εγώ δεν επρόσεχα, όταν, μ' εννόησες, μια

μικρούλα, κόρη χήρας στρατιωτικού, ωραιοτάτη, μ' εμάγεψε. Ωρκίσθηκα

ευθύς πως θα γείνη δική μου. Από το μέρος της κόρης εφάνη μεγάλη

προθυμία, αν και πολλοί άλλοι την εποφθαλμιούσαν^ ωμίλησα με την

μητέρα, η οποία, μ' εννόησες, με άκουσε με πολλήν ευμένειαν και χωρίς

να προσέχη εις τους άλλους λατρευτάς, της είπα πως έχομεν να ζήσωμεν,

εν ενί λόγω, μ' εννόησες, της εχάραξα τα σχέδιά μου διά το μέλλον, τα

οποία ευρήκε μεγαλοπρεπή. Έξαφνα ένα πρωί μανθάνω ότι την προτεραίαν

η άπιστη αυτή είχε στεφανωθή μ' ένα έμπορον, ένα κοθόνι, έναν . . .

Τόσω μ' επείραξε που δεν επρόσεξα πλέον εις γυναίκα . . . »

***

Εις τον περίπατον, μια πρωινή, συνηντήθημεν μ' ένα νέον καλού

εξωτερικού, όστις μας εχαιρέτισε με πολλήν ευγένειαν.

— Τι κάνεις Παναγιώτη; τον ερώτησεν ο Σοφοκλής. — Καλά, κυρ

Σοφοκλή· κάτι δε φαινόσαστε απ' το μαγαζί;

— Δουλιές, Παναγιώτη μου. — Και πώς πάτε; Είστ' ευχαριστημένος; —

Καλά, καλά, κ' εσύ;

— Ωραία, μη μας ξεχνάτε· χαίρετε! είπεν ο Παναγιώτης — Γειάσου. Και

ο νέος απεμακρύνθη εσπευσμένως.

— Ξέρεις ποιος είν αυτός; Είπεν ο Σοφοκλής· Είνε πατριωτάκι μου. Προ

έξ χρόνια ήλθεν απ' την πατρίδα, μ' εννόησες, ίσα σε μένα, γιατί

ήμαστε σαν αδέλφια με τους γονείς του. Εγύρευε δουλειά και τον

εσύστησα σ' ένα καλό μέρος. Δραστήριο παιδί, φρόνιμο, με νου, δεν

άργησε να συνάξη μερικά λεπτά και τώρα είνε δυο χρόνια που έχει ιδικό

του μπακάλικο και μικρό καπελιό. Θετικό παιδί καθώς είνε, θα

προοδεύση πολύ. Και ο καϋμένος θυμάται την καλωσύνην και . . . μ' αγαπά,

είπε μετά τινα δισταγμόν ο Σοφοκλής.

Η ιστορία ήτο αληθινή, ως επληροφορήθην κατόπιν. Ο Σοφοκλής είχε

αξιοπρέπειαν αλλ' ηναγκάζετο ενίοτε να προσφεύγη υπό την σώτειραν

στέγην του καλού νέου, εις περιστάσεις, εννοείται, κρισίμους και

μόνον οσάκις η βροχή των ατυχημάτων επήρχετο ραγδαιοτέρα. Εις

αντάλλαγμα παρείχεν αφειδώς και εις τον νέον τας συμβουλάς του, τηρών

όλην την αξιοπρέπειαν και την ευγενή στάσιν του αλησμονήτου ιππότου

της ελεεινής μορφής.

Γνωρίζεται με πολλούς, πολιτευομένους, μέ τινας των οποίων έχει

πολλήν οικειότητα και προς τους οποίους — τους ομόφρονας εννοείται —

αποδίδει εκ διαλειμμάτων μικράς τινας υπηρεσίας αφιλοκερδώς και μόνον

δια να έχη να τα διηγήται κατόπιν. Λέγει συχνά ότι είνε κακοδαίμων,

χωρίς όμως δι' αυτό ν' απελπίζεται· απ' εναντίας, κύριόν του

χαρακτηριστικόν είνε η αισιοδοξία, φθάνουσα μέχρι παιδικής αφελείας,

διά να μη μεταχειρισθώ προσβλητικώτερον δι' αυτόν όρον. Βλέπων κανείς

την πενιχράν του περιβολήν και συγκρίνων αυτήν προς την αξιοπρεπή του

στάσιν, τον εκλαμβάνει ως αρχαίον στωικόν, ενώ κατά βάθος δεν είνε

διόλου αδιάφορος εις τα εγκόσμια θέλγητρα και, ως οι πλείονες των

θνητών, ονειρεύεται και αυτός την εκπλήρωσιν τούτου ή εκείνου του

πόθου. Και ομιλεί συχνά περί των ονείρων του αυτών των χρυσών, περί

των διακαών πόθων του, με χρώματα μάλιστα ποιητικά (χρώματα πολύ

ανοικτά, πολύ κτυπητά καθό παρμένα από το κουτάκι της παλαιάς

τέχνης), αδιάφορον αν η μεταβολή επέλθη μετ' ολίγον απότομος, όταν

πρόκειται να χωρισθήτε και είνε μάλιστα μεσημβρία· σου εξακοντίζει

τότε βλέμματα λίαν εύγλωττα, ουδέν όμως έχοντα το ποιητικόν, μ' όλους

τους αγώνας του να τηρηθή η αξιοπρέπεια. Και μετά τινας πάντοτε

ελιγμούς και περιστροφάς, χάριν της πασχούσης φιλοτιμίας, τίθεται εις

χρήσιν η μέθοδος εκείνη την οποίαν, η προς τον φίλον οφειλομένη

αβρότης με αναγκάζει να παρασιωπήσω.

***

Έν' απόγευμα εκαθήμεθα προ μικράς τραπέζης εις έν από τα τελευταία

ζυθοπωλεία των Πατησίων. Ο Σοφοκλής ήτο ευθυμότερος του συνήθους.

— Βλέπεις εκεί κάτω — μου λέγει, ενώ ερρόφα την δευτέραν του μπίραν

— το σπιτάκι εκείνο, στα δένδρα μέσα; Εκεί ήμουν χθες κ' εσυμφωνούσα με

την οικοκυρά να μου το νοικιάση για το καλοκαίρι· τι έχει να γείνη

εκεί μέσα, θα μάθης και θα ιδής τι πράγμα είν' ο Σοφοκλής, γιατί η

τύχη δεν θέλησε ακόμα να τον γνωρίσης. Και μου εζωγράφισε μ'

ελκυστικώτατα χρώματα τον μακάριον βίον όπου θα διηρχόμεθα εκεί,

συντρόφους έχοντες των πτηνών τα κελαδήματα και της αύρας τους

ψιθυρισμούς, κατόπιν, εννοείται, των άλλων, υλικοτέρων απολαύσεων,

άνευ των οποίων, τα άυλα εκείνα, τα ασύλληπτα, αποβάλλουν πολύ, ως

γνωστόν, του φυσικού των θελγήτρου. — Λίγη υπομονή — επρόσθεσεν ο

φίλος μου. Και διατεθείς έτι μάλλον ευθυμότερον, μου διηγήθη δύο

τρεις ιστορίας απνευστεί, την μίαν κατόπιν της άλλης, επί των

πολιτικών της ημέρας.

Τον έβλεπα διηγούμενον κ' εδοκίμαζα ταυτοχρόνως δύο αντίθετα

αισθήματα. Απορίαν μεγάλην διά την αισιοδοξίαν του, ήτις ουδέποτε τον

είχε δικαιώση και ένα είδος οίκτου διά την πενιχράν περιβολήν. ήτις

εκάλυπτε μίαν τόσον ευγενή ύπαρξιν. Ήσαν όλα του παρατριμμένα . . .

Εκείνη μάλιστα η ρεπούμπλικά του, στενή εις την νεότητά της, διεστάλη

περί το κρανίον, εκ της πολυχρονίου χρήσεως, και προσέλαβε σχήμα

χαμηλής πυραμίδος, πολλαχού πεπιεσμένης και της οποίας οι παντοειδείς

μώλωπες, διελάλουν ευγλώττως τα βάσανά της. Απεχωρίσθημεν αργά.

***

Έξαφνα τον έχασα· παρήλθεν ολόκληρος εβδομάς χωρίς να τον ιδώ· τι

ευχή! αρρώστησε; Έπειτα εκείναι αι υποθέσεις, όλαι, ή μέρος αυτών τι

απέγειναν; ή μήπως πάλιν υπερίσχυσεν η κακοδαιμονία του φίλου μου;

εσκεπτόμην και δεν ήξευρα τι να υποθέσω. Ηρώτησα κάποιον φίλον του,

έμπορον ψιλικών, όστις επίσης τον εσυμπαθούσε και του επρομήθευε τους

κολλάρους και τους χρωματιστούς λαιμοδέτας του επί αορίστω, εννοείται

πιστώσει, αλλά και αυτός δεν τον είχεν ιδή προ πολλού. Ήμην εις αυτάς

τας σκέψεις, ότε τον βλέπω ένα πρωί εις την οδόν Σταδίου ερχόμενον, ή

μάλλον τρέχοντα κατ' επάνω μου. Μ' επλησίασε. — Το απόγευμα εις του

Ζαχαράτου, μου λέγει. Έχω πολλά . . . Και εξηκολούθησε τον δρόμον του

τρέχων.

Πράγματι μετά το γεύμα συναντήθημεν. Το πρόσωπόν του ήτο αίθριον,

ωσάν ανέφελος ουρανός. Έσπρωξε το κάθισμά του προς το ιδικόν μου,

έκλινε πλαγίως προ εμέ και μου είπε χαμηλοφώνως, διά να μην ακούσουν

οι παρακαθήμενοι. — Απόψε υπογράφεται το συμβόλαιον της μεγάλης

υποθέσεως και αύριον πρωί τα δυο άλλα, ώστε αύριον το απόγευμα, εις

τας τρεις να πας εις την μπυραρία μας και να με περιμένης. Το σπιτάκι

εκείνο το έπιασα, και μεθαύριο κουβαλιούμαι. Επί τέλους . . .

Επρόσθεσε· και στεναγμός ανακουφίσεως εξήλθε του στήθους του.

Ανέπνευσα κ' εγώ μαζή του και τον συνεχάρην, διότι αυτήν την φοράν

κατώρθωσε να μου εμφυτεύση αρκετόν μέρος της αισιοδοξίας του.

Την επιούσαν κατά την ορισθείσαν ώραν, ήμην εις το ζυθοπωλείον κ'

επερίμενα. Δεν ειξεύρω όμως διατί, έπαυσα αίφνης να είμ'

ευχαριστημένος. Είχα κάτι προαισθήματα, τα οποία εις μάτην εζητούσα

ν' αποδιώξω. Κάποια μυστηριώδης φωνή μου έλεγεν ότι περιμένω αδίκως.

Πράγματι, επλησίαζε να δύση ο ήλιος, ότε απεφάσισα ν' αφήσω το

ζυθοπωλείον. Μόνος και μελαγχολικώς βαδίζων, εισήλθα εις την πόλιν,

καταρώμενος τον κακόν δαίμονα του καϋμένου του Σοφοκλή.

***

Αυτήν την φοράν τον έχασα εντελώς. Τον εζήτησα ματαίως εις διάφοοα

μέρη· πουθενά δεν εφαίνετο. Εκρύπτετο, ή έκανε κανένα ταξείδι;

προφανώς το τελευταίον κτύπημα το τόσον απροσδόκητον τον είχε ζαλίση.

Να ματαιωθούν τόσα όνειρα! και πότε, οπόταν η πραγματοποίησίς των

εθεωρείτο βεβαία! Με όλην του την απάθειαν, με όλην του την

φιλοσοφίαν ο ατυχής φίλος μου δεν εκρατήθη. Εντρέπετο, φαίνεται και

να παρουσιασθή.

Εν τω μεταξύ εγώ ανεχώρησα εκ της πρωτευούσης δι' υποθέσεις μου και

επέστρεψα μετά τεσσάρας μήνας.

Ήσαν παραμοναί βουλευτικών εκλογών και ο κόσμος ήτο εις κίνησιν.

Ενθυμούμαι, έν απόγευμα Κυριακής, πυκνοί όμιλοι πολιτών συνηθροίζοντο

εις τας πλατείας συζητούντες θορυβωδώς. Είχα χωθή και εγώ, ακουσίως

μου, εις ένα όμιλον και επροσπαθούσα να διολισθήσω, να γλυτώσω, ότε

ακούω οπίσω μου γνωστήν φωνήν. — Μάλιστα, κύριοι, εν πρώτοις, μ'

εννόησες, ο συνδυασμός αυτός είνε, μ' εννόησες, κάκιστος,

επειδή . . .

Εισεχώρησα πλησίον του ομιλητού και τον έσυρα εκ του άκρου του

επενδύτου· εστράφη . . . Δεν περιγράφεται η χαρά του.

— Πώς εδώ; από πού; πότε; είπε· πάμε, πάμε. Και με παρέσυρε μακράν

του ομίλου.

Δεν είχε διόλου μεταβληθή. Η αυτή αξιοπρεπής στάσις, το αυτό λεπτόν

μειδίαμα και, δυστυχώς η αυτή περιβολή. Το τριβώνιόν του μάλιστα είχε

τας χειρίδας πολύ κοντάς, τρανή απόδειξις ότι δεν είχε κοπή επάνω

του.

Εκαθήσαμεν έξωθεν καφενείου. Ήτο πολύ ευχαριστημένος που με έβλεπε,

αλλά κ' εγώ με πολλήν χαράν τον επανείδα. Είπομεν πολλά περί των

ζητημάτων της ημέρας όπου ο φίλος μου, με φλογεράν ευγλωττίαν ην του

υπηγόρευον οι κινδυνεύοντες της πατρίδος θεσμοί, επετέθη κατά της

αντιπάλου πολιτικής μερίδος, ήτις αφού εθυσίασεν, εις την άμετρον

φιλοδοξίαν της, παν ιερόν και όσιον, ζητεί και πάλιν να εισπηδήση εις

τα . . . εις την . . . (ο φίλος μου δεν εύρισκε την λέξιν) ως λύκος,

μ' εννόησες, αιμοβόρος . . .

Τον διέκοψα.

— Και η δουλιές πως πάνε, Σοφοκλή;

— Λαμπρά! αν και τας αμέλησα ολίγον ένεκα της πολιτικής. Έχω όμως

αυτήν, έχω εκείνην, έχω μίαν άλλην . . . Και μου έδωκε διαφόρους

λεπτομερείας περί αυτών, ως οσονούπω περατουμένων, προσθέσας εν τέλει

— Μίαν άλλην ώραν τα λέμε καλλίτερα. Και αλλάξας αποτόμως θέμα, εχώθη

εις ένα πολιτικόν λαβύρινθον αδιέξοδον, εις τον οποίον με παρέσυρεν

ακουσίως μου και από τον οποίον είδα κ' έπαθα να γλυτώσω.

Ήτον πολύ αργά όταν εχωρίσθημεν.

***

Τον απαντώ και τώρα ενίοτε, δεν έχωμεν όμως τας πρώτας στενές

σχέσεις. Βαδίζει ευθυτενής, αξιοπρεπής, με το στερεότυπον μειδίαμα

επί των ωχρών του χειλέων, με τας χείρας εις τα θυλάκια της οικτράς

του περισκελίδος, με κενόν, πιθανώς τον στόμαχον, αλλά με γεμάτην

βεβαίως την κεφαλήν από σχέδια.

Η ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ

ΟΛΙΓΟΝ αργά — διότι είχεν υπερβή τα σαράντα — εσκέφθη να υποδουλωθή.

Είνε αληθές ότι το εσκέφθη εδώ δεν έχει τον τόπον του, ότι είνε

τρόπος του λέγειν πλημμελής, διότι, τις υποδουλώνεται κατόπιν

σκέψεως; Πάντοτε ο ζυγός είνε ακούσιος, κατά συνέπειαν μισητός και

παράδειγμα ο ζυγός όλων των υπό δουλείαν λαών, οίτινες μάχονται διά

να θραύσουν τας αλύσσεις των και το ιδικόν μας λόγιον, οπού κατήντησε

πλέον αξίωμα· «του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει.» — Υπάρχει

μόλαταύτα, διαφορά μεταξύ ζυγού και ζυγού, μεταξύ εκουσίου και

ακουσίου δουλείας. Υπάρχει ζυγός επαχθής, δουλεία μυσαρά, αλλά και

ζυγός γλυκύς, δουλεία επιθυμητή, καθώς δα είνε γνωστότατον. Διά να

πιστωθή έτι άπαξ ότι δεν υπάρχει κανών χωρίς εξαίρεσιν. Μήπως δεν

αγαπούν όλοι το φως; Είνε ο γενικός κανών. Κατ' εξαίρεσιν όμως

υπάρχουν και οι αρεσκόμενοι εις το σκότος, τοιούτοι δε είνε οι

απόλυτοι δεσπόται, τα νυκτερόβια πτηνά, και όλοι οι κλέπται των

καρδιών και των βαλαντίων.

Αυτά όλα τα θεωρήματα τα εγνώριζε κάλλιστα και ο ήρως μου, όστις, αν

και θερμός της ελευθερίας λάτρης, έστερξεν όμως να υποδουλωθή, να

υπογυναικωθή τουτέστι, ως θα εννόησες βέβαια, έξυπνε αναγνώστα μου,

και αν έκλινες ήδη την κεφαλήν υπό τον ζυγόν αυτόν, ή αν διανοήσαι να

τον υποβάλης, όπερ έν και το αυτό. Θα εννόησες και θα εσυμφώνησες μ'

αυτά βέβαια, εκτός αν ανήκης εις την αραιάν χορείαν των ανυποτάκτων,

των γεροντολεύτερων δηλαδή (οίτινες — εν παρόδω ειρήσθω — αν και

επιτηδεύωνται στάσιν αξιοπρεπή, ως όλοι οι ξεπεσμένοι ευγενείς,

κλαίουν όμως και οδύρονται κρυφά δια το πάθημά των) εκτός, λέγω, αν

ανήκης εις τα γεροντοπαλήκαρα, ότε, κατά τα ειωθότα, η ψήφος σου,

ψήφος μειοψηφίας, είνε ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

***

Και συνέβη το πράγμα αίφνης, όλως απροσδοκήτως. Πλούσιος,

ανεξάρτητος, μόνος εν τω κόσμω, είχε διαβή όρη και θαλάσσας, χωρίς να

δίδη λογαριασμόν εις κανένα. Τι δεν είχεν ιδή, τι δεν είχεν ακούση,

με ποίας και ποίας δεν είχε συναναστραφή, πόσων δραμάτων τραγικών ή

γελοίων δεν εγένετο μάρτυς, πόσων δε γελώτων ή δακρύων δεν εγένετο

αυτός πρόξενος, χωρίς ο χαρακτήρ του ν' αλλοιωθή, χωρίς η φυσική του

απάθεια να τον εγκαταλείπη.

Μίαν φοράν μόνον, (και τούτο επικυρώνει έτι μάλλον τους λόγους μας)

παρ' ολίγον έπιπτεν εις τας σαγήνας μιας τεχνήτρας, επιτηδείως

στηθείσας. Ευτυχώς, την τελευταίαν στιγμήν εννοήσας, από ύποπτά τινα

σημεία, πού ευρίσκετο, ετράπη εις φυγήν εκ της οπισθίας θύρας,

αφήσας, εν τη σπουδή του, και αυτόν του τον επενδύτην, ακουσίως και

εξ ανάγκης υποδυθείς και παίξας το μέρος του σεμνού Ιωσήφ, μέρος διά

το οποίον δεν ήτο πλασμένος και το οποίον διόλου δεν του ήρεσκε, ως

τούτο συμβαίνει παρ' ημίν εις μερικούς ηθοποιούς, πιεζομένους από

απειρόκαλον θιασάρχην προς κοινήν αγανάκτησιν. Μόνον αυτό το μικρόν

ολίσθημα είχε πάθει εις τον βίον του, εγκαίρως όμως σταματήσας εις

τον κατήφορον.

Ήθελε να λέγεται στωικός· και ήτο πράγματι, τουλάχιστον μέχρι της

ώρας εκείνης, καθ' ην, χωρίς καθόλου να το περιμένη, εντός μικράς,

μυρωμένης αιθούσης μιας μικράς Κίρκης αγαθής φύσεως (διότι υπάρχουν

και μάγισσαι αγαθαί) έγεινε η υποδούλωσίς του . . . υποδούλωσις

πλήρης και τελεία, υποδούλωσις άνευ όρων! Αυθόρμητος, ο αλύγιστος

ήρως μου προσέφερε την χείρα, ή μάλλον και τας δύο χείρας, εις τας

γλυκείας χειροπαίδας, τας οποίας αβρά χειρ ενός αβρού πλάσματος τω

έτεινε με μειδίαμα όπου, εκτός της αγάπης, εκείνος θα ηδύνατο να

διακρίνη (πριν θαμβωθή εννοείται) και ποιάν τινα δόσιν ειρωνίας. Και

πράγματι, η εικών δεν ήτο και ολίγον ταπεινωτική δι' ένα άνδρα ως τον

ήρωά μου. Τουλάχιστον η εξωτερική αντίθεσις ήτο λίαν απότομος.

Υψηλός, ευρύστερνος, ηλιοκαής, με μαύρον μύστακα, με αδρά εν γένει

χαρακτηριστικά και με δύο ή τρεις σειράς ρυτίδων εις το μέτωπον,

Ηρακλής, γονυπετής προ των ποδών, μικροσώμου μάλλον, λιγυράς,

εικοσιπεντατούς Ομφάλης! Κυρίως όμως ειπείν, εδώ ταπείνωσις δεν

υπήρξε, πρώτον διότι, τοιούτου είδους ταπεινώσεις θα έστεργον και οι

πλέον υπερήφανοι χαρακτήρες και δεύτερον, το και σπουδαιότερον διά

τον ήρωά μου, διότι το πλάσμα, προ του οποίου εταπεινώθη, αφού

απέβαλε, κατά καιρούς, δωδεκάδα τουλάχιστον νεανιών γυναικομόρφων,

δούλων των θελγήτρων του, παρέδωκεν ανεπιφυλάκτως καρδίαν και χείρα

εις αυτόν, τον έχοντα ανδρικά — ολίγον τραχέα μάλιστα, χαρακτηριστικά

και ανδρικόν το βήμα.

Λέγων όμως ότι ο ήρως μου παρεδόθη άνευ όρων, δεν λέγω την αλήθειαν

απολύτως, διότι η αλήθεια είνε ότι παρεδόθη υπό ένα όρον βαρύτατον

μεν δι' αυτόν, απαραίτητον δε.

Διηγήματα, Νέα Σειρά · 第 7 / 8 段