του ασφαλές άσυλον και είχε πολλήν ανάγκην των αγαθών αυτών.
Πλανηθείς επί πολύ δεξιά και αριστερά, απέτυχεν εις όλας του τας
επιχειρήσεις, είδε ναυαγούντα όλα του τα σχέδια και εν τη αμηχανία
του ενθυμήθη τον φίλον, ου είχε μάθη την αποκατάστασιν και έσπευσε να
έλθη πλησίον του, όχι διά να τον βαρύνη, Θεός φυλάξοι, αλλ' ίνα διά
των συμβουλών των των πολυτίμων, αρυσθή νέον θάρρος προς νέους
αγώνας. Ο Κλέων ενεθάρρυνε τον φίλον του διά γλώσσης θερμής. — θα
μείνης πλησίον μου όσον θέλεις, του είπε, χωρίς να στενοχωρήσαι και
με τον καιρόν κάτι θα ευρεθή και διά σε. Αλλά και η νεαρά σύζυγος του
ιατρού πολύ συνεπάθησε τον Ισίδωρον, τη υπερήρεσε δε η ζωηρότης και
το εύθυμον του χαρακτήρος του, προσόντα τα οποία δεν εύρισκεν εις τον
σύζυγον, βυθισμένον πάντοτε εις τα βιβλία και τας συνταγάς του. Όλα
τα κατείχε τώρα ο ιατρός· επιστήμην, έρωτα, φιλίαν . .,
Δύο έτη παρήλθον ούτω. Εν τω μεταξύ το θυγάτριον του ιατρού είχεν
αποθάνη. Δεν ηδυνήθησαν να το σώσουν ούτε η επιστήμη, ούτε το
πατρικόν φίλτρον. Επί νύκτας ολοκλήρους ηγρύπνησε παρά την μικράν του
κοιτίδα, παλαίων ανενδότως, με πείσμα, με όλον του τον νουν και με
όλα του τα σλάγχνα, τα γεμάτα από αγάπην, κατά της νόσου της φοβεράς!
Εις μάτην όλα . . . Εσβέσθη το θυγάτριον εις τας αγκάλας του,
συμπαρασύραν μεθ' εαυτού τόσα πατρικά όνειρα, τόσας ελπίδας . . .
Ήτο η πρώτη οδύνη του Κλέωνος μετά τον γάμον του, η πρώτη αληθινή του
οδύνη, ήτις τον έκαμε να κλονισθή εις τα βήματά του τα στερεά, τα
αποφασιστικά. Τον κατέλαβον αμφιβολίαι, δισταγμοί περί πάντων . . .
Εμονολόγει μεγαλοφώνως, οργίλως ενίοτε, ως να συνεζήτει με αόρατόν
τινα συνομιλητήν . . . Κατόπιν τον κατέλαβεν ήρεμος μελαγχολία. ..
Το θυγάτριον ετάφη εις τον περίβολον του ναού του νεκροταφείου, όπου
συχνά μετέβαινεν ο δυστυχής πατέρας να στολίση με άνθη το μικρόν
μνήμα.
Ο φύλαξ του κοιμητηρίου, γέρων γνωστός εις τον ιατρόν και
ευεργετηθείς υπ' αυτού, πρώτην φοράν έβλεπε λύπην τόσον τρυφερά
εκδηλουμένην, ό,τι δε του έκαμνε μεγάλη εντύπωσιν ήτο, ότι ο ιατρός
επεσκέπτετο το μνημείον μόνος . . . Η σύζυγος του δις ή τρις το
επεσκέφθη εις τας αρχάς. Εκείνος εθλίβετο, χωρίς όμως να κατηγορή την
σύζυγον — Είνε του χαρακτήρος της έλεγε. Τον εστενοχώρει όμως η
ευθυμία της η θορυβώδης, η σχεδόν αδιάκοπος. Ουχ ήττον την
εδικαιολόγει και πάλιν, αποδίδων την ζωηρότητα της, την έκτροπον και
απρεπή πολλάκις, εις την ηλικίαν της. — Είνε τόσον νέα! έλεγε. Το
αληθές είνε ότι δεν έπταιε και τόσον. Ο σύζυγος, όλως βυθισμένος εις
την επιστήμην, ήτο σοβαρός ως επί το πλείστον, ενώ ο Ισίδωρος ο φίλος
του, ήτο η ευθυμία προσωποποιημένη, εις δε τας αστειότητας και τας
ευφυολογίας του τας ανεξαντλήτους, τας γαργαλιστικάς, δύσκολα θα
ηδύνατό τις να φυλάξη σοβαρόν ύφος. Πώς ν' αντιστή εις αυτάς η νεαρά
σύζυγος του Κλέωνος; Οι δύο νέοι ημιλλώντο τις να φανή του άλλου
ευθυμότερος.
Όλως παραδεδομένος εις τας ασχολίας του ο Κλέων εις τίποτε άλλο δεν
εφαίνετο προσέχων, τίποτε άλλο δεν έβλεπε. Και είχε πολλά να ιδή,
πολλά ν' αντιληφθη, αν επρόσεχε. Η σύζυγος του και ο φίλος του ήσαν
υπέρ το δέον εύθυμοι, υπέρ το δέον θορυβώδεις και μόνον επί παρουσία
του προσεπάθουν να κρατώνται, χωρίς να το κατορθώνουν. Ο Ισίδωρος
ούτε λόγον κάμνει περί εργασίας και ο Κλέων σιωπά μόνον από
λεπτότητα, διότι είνε τώρα ολίγος καιρός οπού, εξετάζων την καρδίαν
του, ευρίσκει ότι ο Ισίδωρος δεν έχει πλέον εν αυτή την θέσιν
εκείνην, ην κατείχε πρότερον. Τον στενοχωρούν τώρα πολύ οι τρόποι
του, χωρίς να δύναται να είπη ωρισμένως διατί. Κάτι επίεζε το στήθος
του από τινος, κάτι τι βαρύ, οδυνηρόν, ωσάν προαίσθημα συμφοράς . . .
Και το αίσθημα τούτο επετάθη ότε, μίαν εσπέραν, εισελθών αίφνης εις
τον προθάλαμον, ήκουσε τον φίλον του να λέγη, αποτεινόμενος εις την
συζυγόν του, «χρειάζεται πολλή προσοχή.» Έγεινεν έκτοτε σιωπηλότερος,
πλέον σοβαρός· εσκέπτετο επί της φράσεως εκείνης, ήτις πολλά ηδύνατο
να σημαίνη . . .
Παρήλθον ημέραι τινες, ότε έν απόγευμα απεσταλμένος εκ της
πλησιοχώρου κώμης, ήλθε να καλέση τον ιατρόν παρά τινι επικινδύνως
ασθενή. Ο ιατρός διενυκτέρευσεν εις το χωρίον, ότε δε την επομένην
πρωίαν επέστρεψε, εύρε τον οίκον του κενόν . . . Η σύζυγος μετά του
φίλου είχον γείνη άφαντοι . . .
***
Το κτύπημα ήτο πολύ βαρύ και ο ιατρός ενόμιζεν ότι θ' απέθνησκε.
Έζησεν όμως, αν και επί πολύ δεν διέφερεν από νεκρόν! Ήτο τόσω
απροσδόκητον! Να φθάσουν έως εκεί; Και δεν εσυλλογίσθησαν λοιπόν
διόλου το κτύπημα, τον σπαραγμόν οπού θα υφίστατο η τόσον ευγενής, η
τόσον αγαπώσα εκείνη καρδία; Το χωρίον εξηγέρθη προ του σκανδάλου,
διότι ελάτρευε τον ιατρόν, παραδόξως όμως κατεδίκαζε πλέον τον
άπιστον φίλον ή την σύζυγον, ην εθεώρει μάλλον κουφόνουν. Και ο
ιατρός όμως τα αυτά εφρόνει, αν και ενίοτε τον κατελάμβανε λύσσα και
δεν ήξευρε πως θα εφέρετο, αν παρεδίδετο αίφνης εις χείράς του η
άπιστος . . .
Έμεινεν εις αυτόν ως παρηγοριά η επιστήμη μόνη. Κατ' οίκον υποφέρει
μαρτύρια, διότι αδυνατεί να λησμονήση· υπήρχαν δε στιγμαί καθ' ας
επόθει να εξαφανίση, να πετάξη μακράν παν αντικείμενον, κάθε πράγμα
ενθυμίζον εις αυτόν την γυναίκα εκείνην, την οποίαν είχε συνειθίση να
θεωρή απαραίτητον εις την ευδαιμονίαν του, εις αυτήν του την ύπαρξιν.
Εκάστοτε όμως αναχαιτίζετο και τα μισητά και προσφιλή συγχρόνως
αντικείμενα έμεναν εις την θέσιν των.
Πάντοτε μόνος, έρημος, με την ψυχήν γεμάτην πικρίας διέρχεται ώρας
μαρτυρικάς. Πόσον είχεν αγαπήση και πώς τον αντήμειψαν! Αξίζει τις
μετά ταύτα να ζη; δεν είνε περιττόν να υπάρχη;
Εν τη συμφορά του έχει παρηγορίαν τινα, ήτις είνε συγχρόνως και πηγή
θλίψεως. Συχνότερα τώρα προσεύχεται εις τον μικρόν τάφον του
προσφιλούς θυγατρίου του και ο γνωστός γέρων φύλαξ συγκινείται βλέπων
την απέραντον θλίψιν εκείνην.
***
Παρήλθον ούτω τρία έτη· τρία ολόκληρα έτη ερημίας, μονώσεως
βασανιστικής.
Η λύπη του Κλέωνος δεν κατηυνάσθη· φαίνεται όμως ήρεμος. Εκτελεί
θρησκευτικώς τα καθήκοντά του, αλλ' είνε καρδία νεκρά πλέον, είνε
σώμα, νομίζεις, άψυχον.
Προ τινος καιρού είχε μάθη ότι η σύζυγος του, εγκαταλειφθείσα υπό του
απίστου φίλου, έζη άγνωστον πώς και πού . . . η είδησις δε αυτή,
ήτις ηδύνατο να είνε και αδέσποτος επέτεινε την πικρίαν του.
Την νύκτα εκείνην, την παραμονήν του Πάσχα, είνε μελαγχολικώτερος του
συνήθους. Ζητεί ν' αποδιώξη τας μαύρας του σκέψεις και δεν το
κατορθώνει. Πώς ήθελε να ελησμόνει . . .
Έξω ακούεται θόρυβος βημάτων και φωνών, διά δε του παραθύρου βλέπει
αραιά φώτα να πηγαινοέρχωνται διασταυρούμενα καθ' όλας τας
διευθύνσεις, ενώ άλλοι φανοί αχειροποίητοι, σελαγίζουσιν υπέρλαμπροι
επί του στερεώματος.
Πλησιάζει η ώρα της Αναστάσεως, εγγίζει η ώρα της γενικής χαρμονής
και όλοι σπεύδουν προς την εκκλησίαν. Με ολίγον θα περιπτυχθώσιν
αλλήλους γνωστοί και άγνωστοι, θα ενωθώσιν εις ένα κοινόν ασπασμόν.
Μακράν την ημέραν εκείνην αι έχθραι και τα μίση, εις όλων δε τα χείλη
πρέπει ν' ανθή η θεία και κοσμοσώτειρα φράσις « Αγαπάτε αλλήλους. . . .»
Βαρύς στεναγμός παραπόνου εξήλθεν από τα πονεμένα στήθη του Κλέωνος
και εγερθείς ησυχώτερσς, έρριψε το βλέμμα του διά του παραθύρου εις
την οδόν.
Δεν θα ήξευρε να είπη επί πόσην ώραν ήτο βυθισμένος εις τας σκέψεις
του τας μελαγχολικάς, όταν την στιγμήν εκείνην ηνοίχθη, μετ' ελαφρού
κρότου, η θύρα του δωματίου.
Ο Κλέων έστρεψε την κεφαλήν.
Με βήμα δειλόν, ωσάν σκιά, εισήλθε μία γυνή . . .
Εστάθη, στηριχθείσα επί του ημίσεως θυροφύλλου, του κλειστού, με την
κεφαλήν κάτω νέουσαν . . .
Την εξέλαβεν ως επαίτιδα και επροχώρησε προς αυτήν. Εκείνη ύψωσε
δειλά την κεφαλήν και το βλέμμα . . .
Ο Κλέων έρρηξε κραυγήν άλγους . . . .
Ενώπιόν του ίστατο η σύζυγός του, ή μάλλον ένας σκελετός ρακένδυτος,
εμπνέων οίκτον . . . .
Έκαμεν έν βήμα εμπρός ακόμη, αλλοφρονών και τείνων τας χείρας, ως
ενώπιον φάσματος . . . .
Παρήλθον ολίγα δευτερόλεπτα, στιγμαί αγωνίας, καθ' ας ο Κλέων εζήτει
να συγκρατήση τας σκέψεις του . . .
Και εν ακαρεί, αναμνήσεις ψυχοφθόροι, οδυνηραί, του κατέκλυσαν τον
εγκέφαλον . . .
Ενώπιόν του εξετυλίχθη η ιστορία του η υβριστική, το επαίσχυντον
δράμα, του οποίου θύμα ήτο μόνος αυτός . . Του εξετυλίχθη με όλας τας
αποτροπαίους λεπτομερείας του..
Και ο οίκτος, όστις θα τον εκλόνιζεν ίσως την στιγμήν εκείνην, εις
την θέαν του γυναικείου εκείνου συντρίμματος, το οποίον απετέλει
άλλοτε μέρος της υπάρξεώς του αναπόσπαστον, υπεχώρησεν εις μίαν οργήν
υπόκωφον, ήτις ηπείλει να εκραγή ακράτητος, θυελλώδης . . .
Αδύνατον να φαντασθή τις τι θα συνέβαινε, αν ασθενής τις ακτίς, αν
λείψανόν τι λογικού δεν τον συνεκράτει . . .
Με τας χείρας, προς τα εμπρός τεταμένας, ωσάν να ήθελε ν' αποκρούση
αόρατον εχθρόν, ώρμησε προς την θύραν και εξήλθεν εις την οδόν.
Οι φανοί διεδέχονσο αλλήλους ανά παν βήμα. Κάθε χέρι εκρατουσε το φως
του, φώτα παντού και μόνον ο Κλέων ευρίσκετο εις το σκότος . . .
Εβάδιζε μηχανικώς, αδυνατών να συγκρατήση τα διανοήματά του. Η
απροσδόκητος εμφάνισις της συζύγου τον εσύγχιζε φοβερά.
Οποία τόλμη! Εβημάτιζε, αριστερά, εμπρός, οπίσω, ασκόπως όλως. Μετά
πολλάς περιστροφάς, επελθούσης σχετικής ηρεμίας, ηκολούθησε το
πλήθος, διευθυνόμενον προς τον ναόν και εισήλθεν εις το περίβολόν
του. Ενθυμήθη, και διευθυνθείς προς τον μικρόν τάφον του θυγατρίου
του εγονυπέτησεν επ' αυτού και ανελύθη εις δάκρυα . . . Έκλαυσεν επί
πολύ και τα δάκρυα εκείνα τον ανεκούφισαν . . . ωσάν να τον
περιέβαλλον με μίαν γαλήνην, την οποίαν προ πολλού καιρού δεν είχεν
αισθανθή.
Όταν ηγέρθη, είδεν ενώπιόν του τον γέροντα φύλακα.
— Σήμερα το βρήκατε, γιατρέ, να κλαίτε; είπεν ο γέρων. Έτσι και μια
γυναίκα, είνε περισσότερ' από μια ώρα — ήρθε και εγονάτισε στο μνήμα·
θάκαμε ως φαίνεται, λάθος.
— Ποια γυναίκα; είπεν ο Κλέων.
— Την είδα από κει κάτω, από τη γωνιά μου, μα όσο να έρθω να ιδώ
έφυγε . . . Μια πολύ αδύνατη, μου εφάνηκε.
— Ά! είπεν ο ιατρός.
Και απεμακρύνθη βραδυπορών.
Εβάδισεν επί πολύ εν ταραχή. Δεκάκις επλησίασε το οίκημά του και
δεκάκις απεμακρύνθη, εωσού ήρχισε να τον καταλαμβάνη η κόπωσις.
Βαθμηδόν και η ψυχική του ταραχή κατηυνάζετο. Η αγαθή του φύσις εφάνη
υπερισχύουσα και, καταβαλών υστάτην προσπάθειαν, διηυθύνθη
αποφασιστικώς προς το οίκημά του και εισήλθεν εις το δωμάτιον, το
οποίον προ πολλής ώρας είχεν αφήση ηρεθισμένος, εκτός εαυτού.
Εις την αριστεράν γωνίαν, επί τραπέζης, λυχνία μικρά προ του Σωτήρος,
εφώτιζε αμυδρώς τα αντικείμενα.
Ήτο εκεί, απεναντί του, με τας χείρας τεταμένας ο Εσταυρωμένος, η
προσωποποίησις της αιωνίου αγάπης!
Δεξιά, επί ανακλίντρου, ο Κλέων διέκρινε κάτι, το οποίον εις την
εμφάνισίν του εκινήθη . . Ήτο η σύζυγος. Ηγέρθη μετά κόπου και τρέμουσα
εστάθη προ του ιατρού με την κεφαλήν προς το στήθος. Εκείνος
επροχώρησε, είτα εστράφη προς τον Εσταυρωμένον, ως εάν εζήτει
ενίσχυσιν . . .
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν οι κώδωνες του Ναού πανηγυρίζοντος την
Ανάστασιν . . .
Αι επίσημοι, αι πανηγυρικαί δονήσεις συνεκλόνισαν τον Κλέωνα . . .
Ο τρόμος της γυναικός ηύξησε . . . και προχωρήσασα, εγονυπέτησε προ
του συζύγου της.
Εκείνος, υπό το κράτος σφοδράς συγκινήσεως, την ανήγειρε και τείνας
την χείρα εψιθύρισε — «Χριστός ανέστη!»
Και την ησπάσθη εις το μέτωπον.
Εκείνη επανέπεσεν εις τους πόδας του ολολύζουσα . .
ΕΚ ΤΩΝ ΑΝΕΞΗΓΗΤΩΝ
ΕΙΧΑΝ αναφθή προ ολίγου τα φώτα. Έξ επτά φίλοι, όλοι νέοι και άγαμοι,
πλην ενός, είχαν συναχθή παρ' εμοί διά το εσπερινόν τσάι, κυρίως όμως
διά να μ' αποχαιρετίσουν, μέλλοντα ν' αναχωρήσω την επιούσαν λίαν
πρωί. Αι εργασίαι του φθινοπώρου είχαν τελειώση προ μηνός, η Αζοφική
είχεν αποκρυσταλλωθή όλη και τα άσπιλα, τα κατάλευκα χιόνια εκάλυπτον
και κοιλάδας και βουνά και χαράδρας. Οι άνθρωποι ζαρωμένοι παρά την
εστίαν, απελάμβανον του θάλπους εκείνου του ζωογόνου, του
ανεκτιμήτου, εν αντιθέσει προς την εκτός των οικιών παγωνιάν.
Είχα ήδη ετοιμάση την βαρείαν του δρόμου μηλωτήν, την λυκόγουνάν μου,
την απαραίτητον ζώνην και τα μαλλωτά υποδήματα, εφόδια, άνευ των
οποίων το ανά τας ρωσσικάς στέπας ταξείδιον αποβαίνει επικίνδυνον.
Επρόκειτο να μεταβώ εις Μαριούπολιν, μετά διετή απουσίαν, παρά
οικογενεία φίλη, σχεδόν συγγενή και ησθανόμην την συγκίνησιν εκείνην
την γλυκείαν μεν, αλλά την οποίαν καθιστά σχεδόν οδυνηράν η
ανυπομονησία.
Εις την οδοιπορίαν έμελλε να με συνοδεύση μέχρι Ταϊγανίου, όπου
έμενεν η οικογένειά του, ο κοινός φίλος, ο γέρων μεν, αλλά ζωηρότατος
και λίαν ομιλητικός, ο αλησμόνητός μας Φ. Ήτο η ψυχή των
συναναστροφών ο θαλερός γέρων. Άνθρωπος με γνώσεις ποικίλας και
μνημονικόν απέραντον, ήξευρε πλείστας όσας μικράς ιστορίας και
ανέκδοτα, διηγείτο δε με πολλήν χάριν. Μας ήτο πολύ αγαπητός ο γέρων
και οι φίλοι συνήχθησαν και χάριν εκείνου, μέλλοντος να διανυκτερεύση
παρ' εμοί.
Εφλυαρούμεν λοιπόν καθήμενοι περί στρογγύλην τράπεζαν και παρά το
κοχλάζον σαμαβάρι, ροφώντες το τερπνόν και αρωματικόν ποτόν, το
οποίον καθιστά έτι μάλλον τερπνότερον η ώρα του έτους.
Είνε επάνω κάτω γνωστόν περί τινα αντικείμενα στρέφεται συνήθως η
ομιλία νέων ζωηρών, ευπόρων και σχεδόν αμερίμνων, Αφού είπαμεν ολίγα
περί εμπορίου, ζήτημα οπού δεν ηδυνάμεθα να παρίδωμεν, δεν αφήκαμεν
ούτε κοινωνικόν, ούτε πολιτικόν ζήτημα άθικτον. Εκόπταμεν,
ερράπταμεν, εδέναμεν, ελύναμεν με την ευκολίαν εκείνην, την οποίαν
χορηγεί εις τον άνθρωπον το ανεύθυνον.
Αίφνης κάποιος έφερε τον λόγον επί των προλήψεων εν γένει, και επί
του θέματος τούτου ηγέρθη ζωηρά και ευρεία συζήτησις, ως δε συνήθως
συμβαίνει, αι γνώμαι εδιχάσθησαν, των μεν διατεινομένων, ότι
φαινόμενά τινα δεν πρέπει να τ' αποκρούωμεν μόνον διότι είνε
ανεξήγητα, ενός δε προ πάντων υποστηρίζοντος, ότι όλα αυτά είνε
&μπόσικα&, τα υποθάλπει δε η αμάθεια και η δυσειδαιμονία και ότι
άνθρωποι ανεπτυγμένοι δεν πρέπει να τα παραδέχωνται.
Ο φίλος μας αυτός ήτο ο μόνος σκεπτικός μεταξύ μας, ο μόνος όστις
ηγάπα να φιλοσοφή, επιτηδεύων στωικότητα και απάθειαν και ο μόνος
όστις ουδέν σκοτεινόν ή ανεξήγητον παρεδέχετο.
— Και όμως, είπεν ο γέρων Φ. είνε μερικά φαινόμενα, τα οποία,
επαναληφθέντα πλέον ή άπαξ, δεν ημπορούν να ονομασθούν απλαί
συμπτώσεις.
Ο σκεπτικός μας ύψωσε τους ώμους. Ο γέρων επανέλαβε.
— Τι θα ειπήτε, π. χ. ή πώς θα εξηγήσετε ό,τι παρετηρήθη πολλάκις
εις το ζωύφιον της αράχνης;
— Τι παρετηρήθη; ηρωτήσαμεν όλοι με περιέργειαν.
— Ότι αν συμβή να καθήση το έντομον επί ανθρώπου ή επί πράγματος του
ιδίου, τούτο προμηνύει προσεχή γάμον! Το ήκουσα από άλλους, αλλ'
έτυχε και εις εμέ αυτόν, εις την οικογένειάν μου.
Όλοι εστράφημεν προς τον γέροντα, ουδέ του σκεπτικού φιλοσόφου μας
εξαιρουμένου, υπό της αυτής διακαιόμενοι όλοι περιεργείας, ην ο
γέρων, παρακληθείς, έσπευσε να ικανοποιήση, αφηγηθείς ημίν τα εξής.
« Ιδού η ιστορία εν ολίγοις. Η μεγάλη μου κόρη ήτο εις ώραν γάμου
και, ως συμπεραίνετε, δεν εβλέπαμεν την ώραν να την
καλοαποκαταστήσωμεν. Γαμβρός υποψήφιος ήτο κάποιος νέος, λαμπρός υφ'
όλας τας επόψεις, φίλος δε οικογενειακός μας παρεκλήθη να ενεργήση
υπέρ ημών. Αλλά και άλλα σπίτια τον εζητούσαν και όσον ο καιρός
παρήρχετο τόσον η αγωνία μας ηύξανε, διότι εφοβούμεθα μην αποτύχωμεν.
Ένα πρωί, μετά το τσάι και ενώ ακόμη εκαθήμεθα περί την τράπεζαν,
εγώ, η σύζυγος και η κόρη μου, μία αράχνη, αφεθείσα εκ της οροφής και
κρατουμένη από το σχεδόν αόρατον νήμα της ως αυτοδίδακτος
σχοινοβάτης, κατέβη και εκάθησεν, ελαφρά ελαφρά, επί της κόμης της
θυγατρός μου! Εγώ μόνος αντελήφθην το πράγμα, εκλαβών δε ως αίσιον
τον οιωνόν, είπα της κόρης μου να μη κινηθή. Το έντομον, αφού έμεινε
ολίγον επί της κεφαλής της, ανέβη, διά του αυτού εναερίου δρόμου, εις
την οροφήν. Εξήγησα ευθύς το φαινόμενον εις την οικογένειαν, ήτις
πολύ συνεκινήθη. Την αυτήν εκείνην βραδειάν, ο φίλος μας ο προξενητής
ήλθεν εις το σπίτι με τον γαμβρόν και την επιούσαν εγένοντο επισήμως
οι αρραβώνες της κόρης μου, μ' αυτόν, τον και σήμερον συζυγόν της.»
Η διήγησις έκαμεν εντύπωσιν εις όλους μας και ητένισεν ο είς τον
άλλον επί τινας στιγμάς εν σιωπή. Κατόπιν ήρχισεν εκ νέου η
συζήτησις, αι παρατηρήσεις και τα σχόλια, αφού δε το θέμα εξηντλήθη,
έμεινε καθένας με την γνώμην του, όπως συχνά συμβαίνει εις τας
συναθροίσεις, ή Βουλαί καλούνται αύται, είτε Σύλλογοι, ή όπως άλλως.
Των προληπτικών η γνώμη ενισχύθη έτι μάλλον, ενώ ο φιλοσοφών
σκεπτικός μας έμεινεν εις την πρώτην ιδέαν του, αποκαλών τα τοιαύτα
συμπτώσεις απλάς.
Εν τούτοις είχε σημάνη η ενδεκάτη, το τέιον διεδέχθη πρόχειρον
δείπνον από διάφορα ορεκτικά, εκενώθησαν και τίνες φιάλαι ξένου και
εντοπίου οίνου και οι φίλοι μας ηυχήθησαν κατευόδιον και ευτυχή
επάνοδον.
— Να μας έλθης διπλός, είπε τις.
— Δεν βαρυέσαι, αντέκρουσεν άλλος· δίδεται ζυγός επαχθέστερος από
τον της συζυγίας; Ενώ μόνος του ένας . . . Και παρ' ολίγον να τονίση
ύμνον εις την ελευθερίαν.
Και επί του ζητήματος τούτου νέαι πάλιν συζητήσεις.
Η περί γάμου ιδέα είχεν έλθη εις εμέ προ πολλού, χωρίς όμως να λάβω
απόφασίν τινα ωρισμένην. Εσκεπτόμην απλώς περί τούτου, θα προέβαινα
δε εις ωρισμένον τι διάβημα, αν παρουσιάζετο κατάλληλος ευκαιρία.
Αίφνης ηκούσθη η φωνή του γέροντος Φ.
— Παιδιά, είπε, θέλετε, πριν αποσυρθήτε, ν' ακούσετε μίαν άλλην
ιστορίαν ανάλογον με την προηγηθείσαν;
— Προθυμότατα, εφώναξαν όλοι μ' ένα στόμα.
— Είνε όμως ολίγον τραγική αυτή!
— Τόσω καλλίτερα, είπεν ο φιλόσοφός μας. Άλλως τε, επρόσθεσε, ούτε
τραγικά, ούτε κωμικά συμβάντα υπάρχουν· είνε όπως τα παίρνει καθένας.
— Την ιστορίαν, την ιστορίαν!
Ο γέρων ήρχισε. Και τον ητενίζαμεν κατά πρόσωπον, ακούοντες με
προσοχήν, ενώ ο πυρρωνιστής μας εχασμάτο ημικεκλιμένος επί ενός σοφά.
« Ο φίλος μου Π. μικρόν ανθρωπάριον, ολίγον κυρτωμένον, με σώμα
ισχνόν, με πρόσωπον ξηρόν αλλά γλυκύ και ήρεμον, ήτο η απλουστέρα και
πλέον αφελής φύσις, αφ' όσας εγνώρισα έως τώρα. Ακέραιος, ευθύς, αλλά
και εύπιστος πολύ και ασθενής τον χαρακτήρα, ήτο έτοιμος να συγκινηθή
εις κάθε ξένην συμφοράν, εις κάθε λύπην ιδίαν ή ξένην, συχνά μάλιστα
και με χειμάρρους δακρύων. Τόσον αδύνατοι ήσαν οι δακρυοποιοί του
αδένες, όπου και γελών, έχυνεν άφθονα δάκρυα. Είχε μητέρα την οποίαν
ελάτρευε και εις την οποίαν έγραφε δις και τρις της εβδομάδος
μακρότατα γράμματα, συνέβη δε πολλάκις να μου ειπή, δεικνύων τα ανά
τας οδούς γραμματοκιβώτια.
— Τι ευχάριστον πράγμ' αυτό! όσο τα βλέπω, μου έρχεται πάντα να ρίψω
μέσα κανένα γράμμα . . . Τοιούτος ήτο παιδί όταν τον εγνώρισα και ο
ίδιος έμεινε όταν ηνδρώθη. Ισχυρότερός του εγώ οικονομικώς, τον
εβοήθησα εις τας εργασίας του και με ηγάπα πολύ, δεν θα απορήσετε δε
όταν σας ειπώ, ότι οσάκις ωμίλει περί των εργασιών μου, ένα μανδήλι
δεν τον έφθανε να σπογγίζη τα μάτια του. Υπείκων εις τας προτροπάς
της μητρός του, ενυμφεύθη ενωρίς, λαβών ως σύζυγον νέαν ωραίαν μεν,
αλλ' ασθενή τον οργανισμόν, μεθ' ης συνέζησε τρία έτη. Εις το τέλος
του πρώτου έτους, η γυναίκα του έκαμ' ένα κοριτζάκι και δεν εμπορώ να
το ενθυμηθώ χωρίς να γελάσω, ότι μετά τον τοκετόν, καλώς εχόντων των
πραγμάτων και χωρίς κανείς να το περιμένη, ο φίλος μου έπεσε
λιπόθυμος!
«Μετά δύο έτη ακόμη η ατυχής νέα απέθανεν από φθίσιν. Φαντάζεσθε πώς
την έκλαυσεν ο φίλος μου. Εφαίνετο απαρηγόρητος. Ουχ' ήττον μετά δύο
έτη, υπείκων εις τας προτροπάς στενού συγγενούς του, ισχυριζoμένου
ότι ο Π. ώφειλε να δώση εις το θυγάτριόν του μητέρα, έβαλε κατά νουν
να νυμφευθή εκ δευτέρου. Τον απέτρεψα εγώ, αλλ' η επιρροή του
συγγενούς του ήτο μεγάλη και αναχωρήσας μετ' αυτού εις την πατρίδα
του, επέστρεψε μετά τινα καιρόν νυμφευμένος, κλαμμένος και
κατενθουσιασμένος. Ήτο ωραία η σύζυγός του και πολύ νεωτέρα του. Την
καλωσύνην και τας λοιπάς αρετάς της διηγείτο συχνά, εννοείται με
χειμάρρους πάντοτε δακρύων. Η αλήθεια είνε ότι την ηγάπα παραφόρως,
με θέρμην όλως νεανικήν και ως να ήτο αυτός ο πρώτος του έρως. Εκ του
γάμου αυτού εγεννήθησαν δύο τέκνα, μετά τριετή όμως συμβίωσιν, η
νεαρά σύζυγος ησθένησε και εκρίθη ανάγκη να μεταβή εις την πατρίδα
προς αλλαγήν κλίματος. Την συνώδευσεν εκεί ο πατήρ της, μετά έν έτος
δε επέστρεφεν υγειεστάτη και αρκετά ευτραφής. Μετ' ολίγον καιρόν το
πάχος της κυρίας Π. ηύξησε πολύ. Ο φίλος μου ήτο ευχαριστημένος, όχι
όμως και οι συγγενείς και οικείοι προς τους οποίους το πρόωρον εκείνο
πάχος τοις εφαίνετο ύποπτον. Και δεν ήργησε να φανή ότι οι τελευταίοι
είχον δίκαιον . . . .. Διότι πέντε μήνας μετά το φθάσιμον της νεαράς
γυναικός, δεν ηδύνατο πλέον να μένη η ελαχίστη αμφιβολία ως προ την
φύσιν του όγκου της. Το πράγμα ήτο σκανδαλώδες. Είς θείος του Π. ήτο
μανιώδης και με δυσκολίαν εκρατείτο. Το πράγμα τώρα ελέγετο φανερά
και μόνος ο ατυχής μου φίλος ευρίσκετο εις μακαρίαν άγνοιαν. Το
απροσδόκητον περιστατικόν μ' ελύπησε πολύ, διότι επρομηνύετο δράμα, η
λύσις του οποίου δεν θα ήτο βεβαίως ομαλή· ως εκ των στενών μου δε
μετά του Π. σχέσεων, εγώ θα ήμην εκ των πρωτευόντων προσώπων εις τας
σκηνάς, αίτινες έμελλον ν' ακολουθήσωσιν.
«Τα πράγματα ήσαν εις αυτό το σημείον, ότε, ένα πρωί ηγέρθην
σκυθρωπός, κατόπιν δε συνομιλίας μου με την μαμμήν διηυθύνθην εις την
οικίαν του φίλου μου. Ήθελα να ίδω την στάσιν του, το ύφος του, να
μάθω επί τέλους, αν υποπτεύη τι. Επλησίασα· η αυλόθυρα ήτο
ορθάνοικτη. Εδώ σας παρακαλώ να εντείνετε όλην την προσοχήν σας,
διότι αξίζει τον κόπον. Η αυλόθυρα λοιπόν ήτο ανοικτή, ακριβώς δε εις
το μέσον εστέκετο ο Π. με το γνωστόν μου, αγαθόν του εκείνο μειδίαμα.
Τον ητένισα κατά πρόσωπον, εκείνος δε άρχισε να γελά την φοράν ταύτην
μ' ένα γέλωτα εσωτερικόν, ούτως ειπείν, ως προσπαθών να μη εκραγή.
Εγώ δεν έβλεπα γύρω μου, μόνον αυτόν παρετήρουν, με κάποιον μάλιστα
φόβον, αν και το πρόσωπόν του ήτο αιθριώτατον, ως ουρανός ανέφελος.
Του έτεινα την χείρα με σοβαρότατα, εκείνος δε:
— Κύτταξε δα, μα κύτταξε λίγο από πάνω και τριγύρω, με λέγει με τον
γέλωτα εκείνον τον εσωτερικόν, όστις, εις την θέσιν που ευρισκόμην,
μου εφαίνετο απαίσιος . . . Παρετήρησα παντού και τι νομίζετε να
είδα; Υπέρ την ασκεπή κεφαλήν του φίλου μου ήσαν κρεμασμένα δύο
μεγάλα κέρατα, δεξιά δε και αριστερά των παραστάδων ήσαν προσηλωμένα
ανά δύο άλλα, ακριβώς απέναντι των κροτάφων του . . . Έμεινα
κατάπληκτος! Η θέσις αυτή, η κωμικώς απαισία, αντί να μου κινήση τον
γέλωτα, μου επροξένησε ρίγος . . . Η αυλεία θύρα με τας παραστάδας
της — αντί πλαισίων — στολισμένας με υπερμεγέθη κέρατα και εν μέσω
αυτών η ελεεινή μορφή του ατυχούς μου φίλου, όστις εξακολουθεί να
γελά, προκαλών με να τον μιμηθώ . . . Γνωρίζων την συμβολικήν
έννοιαν των κεράτων, και ότι μόνον μερικά τετράποδα καί τινες σύζυγοι
έχουν το προνόμιον να στολίζωνται μ' αυτά, είπα καθ' εαυτόν, ότι
βέβαια ο δαίμων της κολάσεως θα εφαντάσθη την εικόνα, διότι σατανική
πράγματι ήτο η επίνοια.
Και τον έβλεπα και μ' έβλεπε μειδιών πάντοτε.
— Μα δε γελάς; μου λέγει.
— Επροσπάθησα να μειδιάσω.
« — Ένας χωρικός σήμερα είχε το αμάξι του γεμάτο και τα πήρα φθηνά,
με είπεν. Απεφάσισα ν' αγοράσω κι' άλλα γιατί δίνουν κέρδος. Αυτά τα
κρέμασα για σημάδι πως αγοράζω. Για συλλογίσου όμως εμπόρευμα που
μούτυχε; αι;
Κ' εγελούσε πάντοτε.
Εγώ μόλις τον ήκουα. Εσκεπτόμην, ίσως ήτο πρόσφορος η στιγμή να δοθή
ένα τέλος. Δεν ήτο άλλος καταλληλότερός μου και αφού θα τα μάθη μια
μέρα, γατί να μην τα μάθη τόρα ευθύς;
— Πάμε μέσα, του είπα έξαφνα.
Και διηυθύνθημεν προς το σπιτάκι του θυρωρού, όστις έλειπεν ευτυχώς.
Εκεί πλησίον εις μίαν γωνίαν υψούτο μέγας σωρός κεράτων.
— Η πραμάτεια, με είπε πάλιν γελών.
Ομολογώ, ότι εκτός της βαθείας λύπης, ησθάνθην και αγανάκτησιν. Η
τύφλωσις του φίλου μου με παρώργιζε. Κ' επροτιμούσα να τον ιδώ να
θυμώση, να ξεσπάση, παρά να τον βλέπω να γελά ως ο έσχατος των
βλακών. Αι σκέψεις αυταί υπεδαύλιζαν ολονέν τον θυμόν μου.
Και τι κάμν' η γυναίκα σου; ηρώτησα αποτόμως.
— Είνε πολύ καλά, με είπε. Είχε κάτι ενοχλήσεις, μα πέρασαν.
— Τώρα πρέπει να ετοιμάζεται.
— Διατί; ηρώτησε.
— Αι, μα προς αύξησιν της οικογενείας, γιατί άλλο;
— Πού ακόμα! . . . με λέγει.
— Πώς πού; του είπα θυμωμένος. Είδες τη μαμμή;
— Την είδα χθες, μου είπε δειλώς. Μα τι έχεις και μιλείς θυμωμένα;
Κατηυνάσθην ευθύς. Του επήρα το χέρι και τον είδα περίλυπος.
Εταράχθη. Δεν ήτο κουτός ο καϋμένος ο Π. αλλά πολύ αγαθός και αφελής.
— Μα τι τρέχει; μου είπε χαμηλά.
— Την είδα κ' εγώ τη μαμμή σήμερα και ό,τι δεν ετόλμησε να πη σε σέ,
το εξεμυστηρεύθη σε μένα, του είπα σχεδόν μυστικά, ωσάν να εφοβούμην
μη με ακούσουν.
Εταράχθη ακόμη περισσότερον.
— Τι σου είπε; ηρώτησε σιγανά, ενώ η σιαγών του έτρεμε.
Ησθανόμην ότι με κατελάμβανε δειλία, είχα όμως πολύ προχωρήση και η
οπισθοδρόμησις ήτο αδύνατος.
— Εξέτασε χθες τη γυναίκα σου και μ' εβεβαίωσε ότι μετά πέντ' έξ
μέρες θα γεννήση! . . .
Με παρετήρει, ως να μην εννοούσε . . .
Μετά τινα δευτερόλεπτα με λέγει, και η σιαγών του έτρεμε πολύ τώρα.
— Πώς δηλαδή; . . .
— Μα δεν εννοείς, καϋμένε άνθρωπε;
Η γυναίκα σου είνε μόλις έξ μήνες που ήλθε και . . . Απέστρεψα το
πρόσωπον, διότι κάτι μου έσφιγγε τον λαιμόν. Μετ' ολίγον αισθάνομαι
το χέρι του φίλου μου να σφίγγη τον ιδικόν μου με δύναμιν έκτακτον.
— Τι μου φεύγεις; λέγε, τελείωνε, με είπεν υποκώφως, προσπαθών να με
ιδή κατά πρόσωπον.
Εμάντευσα ότι τα εννόησεν όλα και ησθάνθην άπειρον οίκτον . . . ..
Ήκουα την διακεκομμένην αναπνοήν του και στραφείς τον ητένισα με τα
μάτια γεμάτα δάκρυα . . .
Έρριψε τους βραχίονας επάνω μου, ωχρότης νεκρική εχύθη επί του
προσώπου του. Έν αχ! εξήλθε του στόματός του και έπεσεν εις τας
αγκάλας μου λιπόθυμος . . .
Ο γέρων έπαυσε και επί τινας στιγμάς επεκράτησε σιωπή· το δραματικόν
τέλος της διηγήσεως μας είχε ταράξη ότε κάποιος μας είχε είπε: