μου μειδιάσης, σου βγάζω το καπέλλο, διά να μ' αντιχαιρετίσης, σ'
επαινώ διά να μ' επαινέσης, γράφω υπέρ σου και εκθειάζω τα φώτα σου,
διά να γράφης υπέρ εμού και να εκθιάζης τα ιδικά μου φώτα, επί τέλους
σε αγαπώ διά να μ' αγαπάς και συ χωρίς άλλο, και όχι εγώ να σ' αγαπώ,
ενώ συ μ' εχθρεύεσαι, ως θέλει το θείον λόγιον, το οποίον, ακριβώς
διότι είνε θείον, αδυνατεί — αλλοίμονον! να παραδεχθη η ασθενής του
ανθρώπου φύσις.
Επέβαλε λοιπόν και η μικρά Ομφάλη εις τον Ηρακλέα της ένα όρον
απαράβατον ως δείγμα — και δη το ισχυρότερον — του προς αυτήν έρωτός
του.
Ο ήρως μου ηγάπα να καπνίζη και να καπνίζη πολύ· η έξις του δε αυτή η
πολυχρόνιος του είχε γείνη δευτέρα φύσις. Αι ευδαιμονέστεραι του βίου
του στιγμαί ήσαν εκείναι καθ' ας, ημιεξηπλωμένος επί μικρού
ανακλίντρου, εντός του κομψού σπουδαστηρίου του, ερρόφα τον καπνόν
της μικράς του καπνοσύριγγος, τον ετίναζεν εις μικρά δακτυλιδοειδή
σχήματα και τον έβλεπε να διαστέλλεται, να κυματίζη να υψώνεται και
να χαμηλώνη πληρών το δωμάτιον εωσού, εξερχόμενος βραδέως από καμμίαν
του παραθύρου ρωγμήν, ν' αφανίζεται εις το κενόν. Και τότε παρεδίδετο
εις φιλοσοφικάς και ουχί πολύ ευθύμους σκέψεις επί παντός είδους
διαλύσεως· από εκείνης των ονείρων και των ελπίδων των μάλλον
αιθερίων, μέχρι της διαλύσεως των πολιτικών συναθροίσεων ή και αυτής
της συνταγματικής Βουλής, ην πολλοί με τόσον πόθον ονειρεύονται. Το
τσιμπουκάκι του ήτο δι' αυτόν φίλος απαραίτητος, παρηγορία εις τας
δυσθυμίας και μία έτι πρόσθετος ηδονή εις τας ευτυχείς περιστάσεις.
Κ' εγώ δεν ειξεύρω τι θα έδιδε, διά να μη στερηθή του φίλου αυτού,
του οποίου όταν εφίλει το από ήλεκτρον στόμα ελησμόνει όλα τα στόματα
και αυτά τα αβρότερα. Αν δε του έλεγέ τις ότι κανένας δεσμός δεν είν'
αιώνιος και ότι πιθανόν και η προς το είδωλον αυτό προσκόλλησίς του,
να εχαλαρούτο ποτέ, θ' απαντούσε βεβαίως με περιφρονητικήν σιωπήν, ή
και θα ύβριζεν ίσως τον ούτω φιλοσοφούντα. Και όμως ο φιλοσοφών αυτός
δεν θα είχεν άδικον. Συμβαίνει, και συχνά μάλιστα, οι θνητοί να
λογαριάζωμε χωρίς τον ξενοδόχον, τας απροόπτους δηλαδή, περιστάσεις·
ξενοδόχος δε, αυτήν την φοράν, διά τον Ηρακλή μας, ήτο η μικρόσωμος
Ομφάλη του, ήτις καθ' όλα εύρεν άξιον τον φίλον της και μόνον ένα
πράγμα απήτησε, έβαλε δηλαδή, ως όρον απαράβατον της ενώσεώς των. —
«Να κόψη ο εκλεκτός της τον καπνόν». — Θα ήτο δι' αυτήν το παν·
σύζυγος τρυφερά, αφωσιωμένη· αι επιθυμίαι του θα τη ήσαν νόμος. Όλα,
όλα θα τα έστεργε, εκτός του να τον βλέπη να καπνίζη.
Ο Ηρακλής ανελογίσθη ευθύς την θέσιν του· τι θα εδοκίμαζεν
αποχωριζόμενος διά παντός της αχωρίστου καπνοσύριγγος και όλων των
ηδονών των εκ του καπνίσματος. Ανελογίσθη εξ άλλου τι θα υπέφερεν αν,
χάριν του καπνού και μόνου, εστερείτο της εκλεκτής της καρδίας του,
καρδίας απροσίτου εις αισθήματα ερωτικά και την οποίαν μόνη αυτή,
αληθινή καρδιοκλέφτρα, εύρε τον τρόπον ν' ανοίξη και να ενθρονισθή
μέσα ως απόλυτος βασίλισσα. Μεταξύ του διλήμματος αυτού ευρεθείς,
μετά πολλήν σκέψιν απεφάσισε. Παρέδωκεν εις χείρας της λατρευτής του
και καπνοσακκούλα και τσιμπούκι και έφερεν εις τα χείλη την χείρα
της. Εκείνη εσκίρτησεν από αγαλλίασιν διά την νίκην, ήτις, ενώ την
καθίστα κυρίαν του εκλεκτού της, εκολάκευεν ουχ' ήττον και την
φιλαυτίαν της.
***
Ηνώθησαν λοιπόν ο Ηρακλής με την μικράν Ομφάλην υπό τους αισιωτέρους
οιωνούς και ουδέποτε ζεύγος υπήρξεν ευτυχέστερον. Είχαν τους αυτούς
πόθους οι ερασταί σύζυγοι, τας αυτάς ορέξεις, τας αυτάς ιδιοτροπίας,
ή μάλλον ιδιοτροπίας δεν είχαν, αφού εις όλα ήσαν σύμφωνοι. Η
επιθυμία του ενός επεκυρούτο ευθύς υπό του άλλου ανεπιφυλάκτως· ήτο
μία ψυχή εις δύο σώματα. — Πάμε περίπατο; — Πάμε. — Με αμάξι; — Με
αμάξι. — Πεζή. — Πεζή. Ή αίφνης. — Θέλω Φάληρον. — Κ' εγώ. —
Ανάπαυσιν όλην την ημέραν. Κ' εγώ το ίδιο. Αλλά η ελευθερία εχώρει
και περαιτέρω. Αν ο ένας εξέφραζε την επιθυμίαν να εξέλθη μόνος, ο
άλλος δεν ανθίστατο. Απόλυτος, αμοιβαία εμπιστοσύνη ήτο το σύμβολόν
των. Όπως η Ομφάλη, ούτω και ο Ηρακλής έκαμνεν ό,τι ήθελε φαντασθή,
ό,τι ήθελε του &καπνίση& και μόνον, φευ! να &καπνίση& δεν του
εσυγχωρείτο. Αυτό και μόνον τους εχώριζε, αλλ' ήτο όρος επιβληθείς εξ
αρχής και λόγος δεν υπήρχε να διαγραφή. Τι προς αυτόν, αν οι
περισσότεροι όροι εις τον κόσμον παραβαίνονται ή εκτελούνται μόνον
εκείνοι όσοι αποβλέπουν εις των ισχυρών την ωφέλειαν, αν μερικοί
σκόπελοι εξ ανάγκης παρακάμπτωνται, υπερπηδούνται· αυτά ως επί το
πλείστον είνε σοφίσματα και αυτός δεν είνε σοφιστής. Είνε αληθές ότι
υποφέρει τρομερά εκ της ιδιοτρόπου απαγορεύσεως και σκέπτεται
μελαγχολικώς ότι όλαι αύται αι διατάξεις, από της πρώτης εκείνης του
δημιουργού μέχρι της τελευταίας της σήμερον, δεν έλαβον κανέν
πρακτικόν αποτέλεσμα, ο άνθρωπος τρέχει κατόπιν του απηγορευμένου και
ίσως είνε ο μόνος κανών ο χωρίς εξαίρεσιν. Αυτά εσυλλογίζετο, αυτά
εμελέτα συχνά, πειραζόμενος από την πληθύν των καπνιστών, μεταξύ των
οποίων επρώτευε και οίτινες ωσάν να τον έβλεπον τώρα με κάποιον
οίκτον.
Οπωσδήποτε τα πράγματα έβαινον ομαλά, απρόσκοπτα· οι σύζυγοι ήσαν
ευτυχείς· πλήρης γαλήνη εβασίλευεν εν τω οίκω επί πολύ ακόμη, ότε,
αίφνης, εις τον αίθριον ουρανόν του ερωτευμένου ζεύγους, εφάνη ένα
μικρό συννεφάκι· πολύ μικρό, συννεφάκι όμως πάντοτε. Ο Ηρακλής ήρχισε
δεικνύων σημεία στενοχωρίας, ήτις μ' όλας τας προσπαθείας του να την
κρύψη, δεν διέλαθε την προσοχήν της Ομφάλης. Εις αυτά η γυναικεία
όσφρησις υπερβαίνει και την όσφρησιν ιχνευτού κυνός· μυρίζεται τα
πράγματα απ' εδώ και πέραν και επιμένει εωσού τα εξιχνιάση. Κάτι
εμυρίσθη λοιπόν, κάτι υπώπτευσε η κυρία Ομφάλη και αυτό το κάτι τη
επροξένησεν οδυνηράν έκπληξιν. Εδιπλασίασε τας θωπείας της, χωρίς
όμως — φρικτόν ειπείν — να φέρη κανέν αποτέλεσμα! Του συμβίου η
στενοχώρια επετείνετο· ήτο πολύ σκεπτικός, ωσάν να επροσπάθει να λύση
κανέν πρόβλημα πολύ ενοχλητικόν. — Τι να τρέχη; ηρώτα εαυτήν η νεαρά
γυνή. Να μ' εβαρύνθης είνε δυνατόν; ω! αν τοιούτον τι συμβαίνη,
αφεύκτως θα επέλθη το χάος! Είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην την
γνωστήν φράσιν του Οθέλλου, τον οποίον (το δράμα δηλαδή) υπερηγάπα.
Αλλά θα προσέξω — επρόσθεσε — δεν θ' αφήσω την ευτυχίαν να μου φύγη
αμαχητεί· θα παλαίσω.»
Μετά τινας ημέρας, αίφνης, κατόπιν δυο τριών ωρών απουσίας του
συζύγου — ασυνήθους άλλως — ο ουρανός αιθρίασεν. Εκείνος έγεινεν ο
σύζυγος των πρώτων ημερών εύθυμος, διαχυτικός, τρυφερός . . .
προπάντων τρυφερός, ωσάν εικοσαετής νεανίας. Εκείνη, αν και δεν
ήξευρε πού ν' αποδώση την υπερτάτην αυτήν των συζυγικών θωπειών,
παρεδόθη όμως εις αυτήν μετ' ίσης ορμής, ευαρέστως εκπληττομένη και
εκ πολλών μεν άλλων, αλλά και εξ αυτής της οσμής του στόματος του
συζύγου, της αλλοκότως μεθυστικής . . . Και η ευτυχία επανήλθε
πλήρης· η πρώτη ευτυχία των πρώτων ημερών.
Μετά σύντομον όλως διάλειμμα, ανεφάνη εκ νέου το συννεφάκι και η
στενοχωρία του συζύγου, ολίγον δε κατόπιν — μετά δίωρον ή τρίωρον
απουσίαν του — αι αυταί διαχύσεις, αι ίδιαι τρυφερότητες προς την
σύζυγον. Θα έλεγέ τις, ότι αι απουσίαι αυταί έδιδον εις τον χλιαρόν
και χαλαρόν Ηρακλή δυνάμεις νέας, ευθυμίαν, σφρίγος· ότι ήσαν ωσάν
μία κολυμβήθρα αναγεννήσεως, Οποία ταπείνωσις διά την νεαράν γυναίκα,
ήτις εδικαιούτο να φρονή, ότι μακράν της ο σύζυγος θα έπασχε, θα ήτο
δυστυχής, ως την είχε βεβαιώση άλλοτε.
— Πού ήσουν, αγαπητέ, τρεις ώρας τώρα; δεν μ' εσυνείθισες εις αυτάς
τας απουσίας.
— Μην εξετάζης, φιλτάτη· φίλοι παλαιοί, υποχρεώσεις· απήντα εκείνος
μέ τινα στενοχωρίαν.
Ακουσίως της η νεαρά γυνή ενθυμήθη πάλιν τον Οθέλλον και την ρήσιν
του· πραγματικαί δε τώρα υπόνοιαι, υφέρπουσαι εις τον εγκέφαλον, σιγά
και κατ' ολίγον εις τας αρχάς, ορμητικώτεραι δε βαθμηδόν, την
εβασάνιζον. — Να μ' απατά, άραγε; είνε δυνατόν; αυτός, ο τόσον
ερωτευμένος προ ολίγου ακόμη, ο τόσον αφωσιωμένος; Αλλά πάλιν, τι
σημαίνουν αι απουσίαι αυταί και η ευθυμία του όταν επιστρέψη, η οποία
όμως είνε τόσον σύντομος και παροδική; ω! αν μ' απατά . . . Και
ερυθρίασεν από εντροπήν και από θυμόν το αβρόν πλάσμα, το οποίον, εν
τη φιλαυτία του, επίστευσεν ότι η ευτυχία του θα ήτο ακλόνητος!
Αλλά της ήρχοντο και παραφοραί. — Όχι, εφώναζε· δεν θα υποχωρήσω
αμαχητεί θα τον συλλάβω επ' αυτοφώρω, θα τον εξουδενώσω, θα τον
συντρίψω και ας συντριβώ κ' εγώ κατόπιν.
Και τον παρετήρει και τον κατεσκόπευε με μίαν τέχνην, με μίαν
λεπτότητα, ήτις θα ετίμα και τον καλλίτερον ηθοποιόν.
Εν τω μεταξύ εκείνος ηκολούθει την αυτήν τακτικήν. Εδείκνυε σημεία
στενοχωρίας, δυσθυμίας ενόσω ήτο διαρκώς πλησίον της συζύγου,
μετεβάλλετο δ' αίφνης εις εύθυμον και διαχυτικόν, όταν, κατόπιν
απουσίας, κατά το μάλλον και ήττον μακράς, επανήρχετο παρ' αυτή.
Δεν εκρατήθη επί τέλους και μίαν των ημερών, εντός κλειστής αμάξης,
επιτηδείως τον ηκολούθησε. Ήθελε να εξιχνιάση, να φέρη εις φως το
μυστήριον οπού την επίεζε και την καθίστα την δεστυχεστέραν των
γυναικών.
Και τον είδε, έξω της πόλεως και εντός μικρού δάσους, να εισέλθη εις
ένα οικίσκον μεμονωμένον, εκ του οποίου είδεν εξελθούσαν γραίαν
γυναίκα, ήτις εκάθησεν ατάραχος επί του κατωφλίου της θύρας.
Επέστρεψεν εις τον οίκον της και από υπερηφάνειαν δεν κατεδέχθη να
κλαύση, ενώ είχε τον άδην εν τη καρδία. Μετά τινα καιρόν εκείνος
επέστρεψε γλυκύς, διαχυτικός, θερμός ως εις τας πρώτας ημέρας.
— Αρχιυποκριτά, έλεγε καθ' εαυτήν η νέα γυνή· μη σε μέλη και θα
λογαριασθούμε — ενώ του ανταπέδιδε τας θωπείας του.
Μετά τινας ημέρας τον ηκολούθησε πεζή και μετημφιεσμένη εις τον
μυστηριώδη οικίσκον, με απόφασιν να θέση τέρμα εις την αγωνίαν της.
Ήξευρεν ότι επροδίδετο, αλλά πριν έλθη εις τελείαν ρήξιν, επεθύμει να
ίδη, να ψηλαφήση, ούτως ειπείν, το μέγεθος της συμφοράς της. Και
ευρέθη προ της μικράς θύρας, ακριβώς την στιγμήν, καθ' ην εξήρχετο η
γνωστή γραία. Την επλησίασε. — Είμαι η σύζυγος του κυρίου που εμβήκε.
— Α! — Και θέλω να ιδώ μόνη μου την δυστυχίαν μου! Η γραία εμειδίασε·
εννόησεν ότι είχε να κάμη με ζηλότυπον. — Μα καμμιά δυστυχία δεν
είνε, κυρία μου, είπε. — Τι σε μέλει; άφησέ με να έμβω· τοποθέτησέ με
εις μέρος να ιδώ μόνη μου και η αμοιβή σου θα είνε μεγάλη. Έλεγε
ταύτα, ενώ θηρία πολύμορφα, γνωστά και άγνωστα, εδάγκαναν την καρδίαν
της.
Η γραία εμειδίασε πάλιν. — Καλά· είπε· κοπιάσετε. Και την
ετοποθέτησεν εις προθάλαμον οπόθεν, από μικράν επί της θύρας οπήν,
έβλεπεν ελεύθερα τα εν τω παρακειμένω δωματίω.
Και είδεν επί ενός ανακλίντρου ημικεκλιμένον ένα κύριον, (τον σύζυγόν
της) φορούντα κοιτωνίτην και χρυσοκέντητον σκούφον κρύπτοντα και
αυτάς τας οφρύς του, κρατούντα δε μακράν καπνοσύριγγα και μακαρίως
καπνίζοντα. Δεν τον είδε, τον διέκρινε μάλλον, εν τω μέσω των
συννέφων του καπνού, τα οποία τον εκύκλωναν. Στηρίζων την κεφαλήν επί
υψηλού ερεισινώτου και παίζων με τους θυσάνους του κοιτωνίτου του,
εκάπνιζεν, εκάπνιζεν ατελεύτητα. Ως όνειρον εφάνη εις την νεαράν
γυναίκα ό,τι έβλεπεν και παρήλθεν ημίσεια σχεδόν ώρα χωρίς να θελήση
ν' αποσπασθή από το θεωρείον της. Η καρδία της έπαλλε, αλλ' οι παλμοί
της τώρα ήσαν αλλοίας φύσεως· ήρχισε να εννοή. Η μεταξύ του συζύγου
και της καπνοσύριγγός του σιωπηλή σκηνή, ήτο ωσάν μία αποκάλυψις δι'
αυτήν, αποκάλυψις θεία· ωσάν την στιγμήν εκείνην να επότισαν την
διψασμένην, την ξηράν καρδίαν της με νάμα δροσοβόλον, ουρανόσταλτον
. . . Έβλεπεν, έβλεπε και μόλις ετόλμα ν' αναπνεύση. Ήθελε τώρα να
ορμήση, ήθελε να φωνάξη, αλλ' έσχε την δύναμιν να κρατηθή. Τι χαρά!
την έβλεπε τώρα την αντίζηλόν της, την μόνην της αντίζηλον, την
καπνοσύριγγα την αγαπητήν, την τρισευλογημένην, οπού της ήρχετο να
τρέξη και να την εναγκαλισθή, να την φιλήση με όλην την δύναμιν της
ψυχής της. Δι' αυτήν λοιπόν την αντίζηλον εμελαγχόλει ο καλός της
σύζυγος, ο καλλίτερος των συζύγων! Ω! τώρα ειξεύρει τι θα κάμη. Ο
σύζυγος, αυτή και η ξυλίνη αντίζηλος θα ζώσι του λοιπού και οι τρεις
μαζή, υπό την αυτήν στέγην θα είνε αχώριστοι. Αντίζηλον με οστά και
σάρκα δεν θα υπέφερε βέβαια· ω! θα ήτο ικανή να της βγάλη τα μάτια!
αντίζηλον όμως από ξύλον . . . δεν πηγαίνει να έχη δέκα, ο καλός
σύζυγος. Κάτω οι όροι, κάτω αι συμφωνίαι του λοιπού . . . Και έβλεπε
και έβλεπε και δεν εχόρταινε να βλέπη και ν' αγάλλεται.
Παρήλθε πολλή ώρα χωρίς να το εννοήση ότε ο σύζυγος ηγέρθη, απέβαλε
κοιτωνίτην και σκούφον, έπλυνεν επιμελώς, επί πολύ, το στόμα μ' ένα
ρευστόν, του οποίου η ευωδία έφθασε μέχρις αυτής και της εγαργάλισε
τους ρώθωνας, — τόσον ήτο δυνατή, — εφόρεσε τον επενδύτην και τον
πίλον του κ' εκινήθη προς αναχώρησιν. Εκείνη τότε έτρεξε και απεκρύβη
κάπου, τη φροντίδι της οικοκυράς, όταν δε ο σύζυγος ανεχώρησε, εξήλθε
της κρύπτης, ενηγκαλίσθη με δάκρυα χαράς της καλήν γραίαν, μειδιώσαν
πάντοτε, και αφού την ήμειψε γενναίως, διηυθύνθη, τρέχουσα σχεδόν,
εις τον οίκον της όπου, ευτυχώς, δεν εύρε τον σύζυγον. Είχεν ανάγκην
να συνέλθη εκ της ταραχής της· μάλιστα, άμα ως παρήρχετο η πρώτη
συγκίνησις, ήθελε και να παίξη ολίγον, Οι άνθρωποι, άμα ο ουρανός
σκοτισθή, απελπιζόμεθα, αλλά εις την πρώτην αιθρίαν, υψώνομεν
προκλητικά το μέτωπον, έτοιμοι και ειρωνίας ν' αρχίσωμεν με
οιονδήποτε.
Μετά τινα καιρόν ο κύριος επέστρεψε χαρίεις, εύθυμος· τον υπεδέχθη η
κυρία σοβαρά. — Πού ήσουν, κύριε; — Εις ενός φίλου, αγαπητή. —
Δηλαδή, εις μιας φίλης. — Αστειεύεσαι, φιλτάτη. — Καθόλου, κύριε·
είνε περιττή η προσποίησις· τα έμαθα όλα.
Εκείνος εγέλασε κ' εζήτησε να την εναγκαλισθή. — Όχι, άπιστε! ποτέ
πλέον, σε ηκολούθησα και είδα εγώ αυτή την αντίζηλόν μου . . . Και
τα έλεγε πολύ σοβαρά, ως ηθοποιός — Και δεν γίνεται να γνωρίσω κ' εγώ
αυτήν την αντίζηλον; ηρώτησεν εκείνος — ω! ναι· είπε τραγικώς εκείνη·
την έφερα, την έχω εδώ και . . . περίμενε! Και ώρμησεν εις το
παρακείμενον δωμάτιον, οπόθεν μετ' ολίγον επέστρεψε κρατούσα την
καπνοσύριγγα, το προσφιλές τσιμπουκάκι του ανδρός της, γεμάτον και
έτοιμον διά κάπνισμα!
Το πρόσωπόν της έλαμπε τώρα από χαράν, εκείνος, ανησυχήσας ελαφρώς
κατ' αρχάς — διότι και ο αθωότερος αδυνατεί να υποστή, εντελώς
ήσυχος, και την πλέον ανόητον κατηγορίαν, εννόησε τώρα τα πάντα και
έλαβε μειδιών από τας χείρας της συζύγου την καπνοσύριγγα.
— Υπέφερα πολύ και σε ηκολούθησα αλλά εγνώρισα την αντίζηλόν μου,
την οποίαν τώρ' αγαπώ περισσότερον από σε. Κάπνιζε, φίλε μου,
κάπνιζε, λατρεία μου, όσον θέλεις και οπόταν θέλεις. Εις τους όρους,
τας συμφωνίας και τα συμβόλαια ευτυχία δεν υπάρχει! Κάτω οι όροι· και
ζήτω η πλήρης και τελεία ομόνοια!
Και τον ενηγκαλίσθη περιπαθώς. Μετά το γεύμα, το οποίον ποτέ δεν ήτο
νοστιμώτερον και το οποίον διέκρινε ένα μοναδικόν διά των βλεμμάτων
αλληλοφάγωμα, ο σύζυγος ετεντώθη επί του σοφά κ' εκάπνισεν επί πολύ,
παρούσης, εννοείται, της συμβίας, ήτις αδιάκοπα του «έδιδε φωτιάν,»
αναρριπίζουσα την φλόγα που του ήναψεν εξ' αρχής, με ζήλον,
ακατάπαυστα και εις βαθμόν οπού . . . Αλλά συγχώρησε, αναγνώστα, να
μην προχωρήσω· θα ήτο αδιακρισία μου να προβώ εις περαιτέρω
αποκαλύψεις· άλλως τε, είσαι, υποθέτω, έξυπνος κ' εμπορείς διά της
φαντασίας ν' αναπαραστήσης την επακολουθήσασαν σκηνήν, δίδων εις την
αθώαν διήγησίν μου το τέλος οπού της αρμόζει.
ΤΟ ΠΑΝΗΓΎΡΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ
ΜΕ ένα πάτημα τρεμουλιαστό, συρτό, αβέβαιο, που έδειχνε μιαν τελείαν
εξάντλησιν, μ' ένα ραβδί, με γυριστή λαβή, στο χέρι, επροχωρούσε,
σιγά σιγά, η γρηά η εκατόχρονη. Σκυφτή, μ' ένα προσωπάκι, όχι πλιό
του κόσμου αυτού, μια περγαμηνή κατακίτρινη, καταυλαυκωμένη,
ολοζάρωτη, μ' ένα φουστάνι φτωχικό, πενιχρό, μα πολύ καθαρό, που κάτι
ήταν κι' αυτό καμμιά φορά, μα που τώρα τριμμένο και ξεθωριασμένο,
ωσάν να σκεπάζη ακόμη την αποκαμωμένη κυρά του — δύο ερείπια —
προχωρεί η εκατόχρονη γρηούλα . . . Πηγαίνει μπρος, στο μεγάλο
δρόμο, μιας μεγάλης πολιτείας, και πότε πότε σαν να χαμογελά στα
μεγάλα σπίτια, στα ψηλά δένδρα, στους διαβάτες που περνούν αδιάφοροι,
στα παιδάκια — σ' αυτά περισσότερο — σαν να καμαρώνη τη λάμψι, που
σκορπούνε όλα γύρω της και προχωρεί λίγο λίγο, σιγά σιγά, αλαφρά,
συρτά, θάλεγες έντομο, με μόνο μια στάλα ζωής, την υστερνή ..
Άξαφνα δε μπορεί πλιο, δε δύνεται, και κάθεται στο μαρμαρένιο
σκαλοπάτι ενού παλατιού.
***
Εκάθησε ν' ανασάνη· να ρουφήξη ακόμα λίγο ήλιο, λίγο αέρα, λίγη ζωή,
μια στάλ' ακόμα, που της χρειάζεται σήμερα . . . Και χαμογελά, δεν
παύει να χαμογελά, σαν να χαιρετά, σαν να στέλνη φιλήματα σ' όλα
τριγύρω της. Σε λίγο σηκώνεται και προχωρεί σιγά σιγά, λίγο λίγο και
ξανακάθεται κάπου και μετασηκώνεται, με το αλαφρό χαμόγελο στα άναιμα
χείλια . . . Περνά, τρέχει από μπροστά της κανένα παιδί, αγέρας
δροσερός, πολυθόρυβος, τα χείλια της γρηάς σαν ν' ανοίγωνται
περισσότερο, σαν κάτι να αισθάνεται χαροπό και συνάζει τα ψύχαλα της
ζωής που της έμεινε και πηγαίνει μπρος . . .
***
Σε λίγο ξανακάθεται σε μια σκάλα, Βγαίνει από το αρχοντικό μια
κοπέλλα καθαροντυμένη, πεταχτή. Βλέπει τη γρηούλα. — Τι κάνεις,
γιαγιά; την αρωτά — Ξεκουράζομαι κόρη μου, μουρμουρίζ' η γρηά. — Και
πού πας; — Στ' αγγονάκια μου, στην άλλη γειτονιά, είδια τον ήλιο,
γιορτή, ας πάω, είπα, να τα διώ σήμερα . . . ποιος ξέρει . . . —
Έχεις ακόμα δρόμο· πώς θα πας; — Θα πάω, κόρη μου, ο Θεός . . . Κάτι
εκρατούσε στην ποδιά της από κάτω η κοπέλλα. — Κάμε μου τη χάρι,
γιαγιά, να πάρης αυτά για τ' αγγονάκια σου. Και της έδειξε δύο
χριστόψωμα. — Εκύτταξε η γρηά την κοπέλλα με το μακάριο της χαμόγελο.
— Τα παίρνω, κόρη μου, για τα παιδιά. Η ευκή μου μαζή σου . . .
Η κόρη εσυγκινήθηκε κ' έφυγε . . . Η γρηά εσηκώθηκε.
***
Σε λίγο εμπήκε στην αυλίτζα μικρού, φτωχικού σπητιού. — Η γιαγιά η
γιαγιάκα· ακούσθηκε η χαροπή φωνή μικρού αγοριού και στη στιγμή, δύο
παιδάκια, εφτά χρονών το αγόρι και πέντε το κοριτζάκι έτρεξαν,
αγκάλιασαν την γρηά και την έμπασαν στην κάμαρα μικρού σπιτιού και
την έβαλαν κ' εκάθισε. Στη στιγμή ευγήκε η κόρη της.
— Αχ! μανούλα! πώς τ' αποφάσισες; Η γρηά δεν απεκρίθηκε· ήθελε ν'
ανασάνη.
Έδωκε τα χριστόψωμα στ' αγγονάκια επήρε κοντά της, το ένα δεξιά και
το άλλο ζερβά κ' έβαλε τα χέρια στους ώμους τους. Η κόρη εφίλησε το
χέρι της. Την είχαν τριγυρισμένοι όλοι της οι θησαυροί, ό,τι είχε
πολύτιμο, πιο ακριβό στον κόσμο αυτό . . . Ανάσανε λίγο . . . —
Ήρθα εμουρμούρισε, στη γιορτή να σας διώ· σας αποθύμησα . . . και σαν
να μη μπορώ πλιο μονάχη . . . ήρθα να πανηγυρίσω μαζή σας. Τα παιδιά
την έβλεπαν ακίνητα, με αγάπη. Σε λίγο μπήκε ο γαμπρός της· δουλευτής
άνθρωπος εφαινότανε· εφίλησε το χέρι της γιαγιάς και είπε σιγά της
γυναίκας του. — δεν είνε καθόλου καλά η μάννα . . .
***
Σε λίγο από το διπλανό σπίτι ακούστηκε λεπτή γλυκειά φωνούλα να ψάλλη
«Χριστός γεννάται». Η κόρη πήγε να κάμη καφέ της μάννας της. Τα
παιδιά εκρατούσαν τη γιαγιά αγκαλιασμένη και τα χέρια της, το ένα
δεξιά το άλλο ζερβά, ήταν ακουμπισμένα στους ώμους των. Έβλεπε πότε
το ένα πότε το άλλο με το ουράνιό της χαμόγελο. Η μελωδική ψιλή
φωνούλα έψαλλε το «Χριστός γεννάται». Έξαφνα η γρηά έκλινε το πρόσωπο
στο κοριτσάκι σαν να θελε να το φιλήση κ' έμεινε ακίνητη . . . —
Μάννα! την επλησίασε και της είπε η κόρη. Τα παιδιά την έβλεπαν
ανήσυχα. — Γιαγιάκα! είπε το αγοράκι. Καμμιά απόκρισι . . .
Το κεφάλι της γιαγιάς είχε πέση ολότελα στον ώμο του κοριτσιού με
μισάνοιχτο το στόμα . . . Με την υστερνή λέξι του «Χριστός γεννάται»
έφυγε και η τελευταία πνοή της γιαγιάς . . .
Δεν εγίνετο επισημότερο πανηγύρι!
(Μίμησις).