Το επίβουλον χάρμα ηπλώθη περί αυτόν, η μαγική άλυσσις συνεσφίγχθη.

Εκείνη, η Κίρκη, μεγαλοπρεπής ως θεά, τον έχει διαρκώς υπό το βλέμμα

της· και το υφίστατ' εκείνος με την αγαλλίασιν παράφρονος . . . .

Είν' ευτυχής, πλέων εις ωκεανόν εξουδενώσεως . . .

— Θέλω! λέγει η Κίρκη.

— Ό,τι θέλεις, απαντά εκείνος.

Η Κίρκη έχει ορέξεις καταστρεπτικάς, ορέξεις λυκαίνης! έχει δίψαν

διαρκή, ακόρεστον . . .

Και υπό την μαγγανείαν των σατανικών της βλεμμάτων σύρετ' εκείνος

άνευ θελήσεως ιδίας, ράκος ελεεινόν, ανεμώλιον . . .

Και τρέχει τον κατήφορον με χαράν έξαλλον . . .

Ευλαβώς εκτελούνται αι τερατώδεις ιδιοτροπίαι της Κίρκης.

Και το καθήκον ολονέν λησμονείται και η άβυσσος μικρόν κατά μικρόν

εγγίζει.

Εις τα σπάνια φωτεινά διαλείμματα, εργάζεται πυρετωδώς. Εις τον

κατήφορον, ως εξ ενστίκτου, κρατείται από προστυγχάνοντας θάμνους,

από ασθενή ξηρόχορτα . . . Εργάζεται μέ τινα μανίαν και οι

συνάδελφοι αναγνωρίζουν τότε τότε τον συνεργάτην των παλαιών ημερών,

τον ακάματον, τον τίμιον. Αλλά τα φωτεινά διαλείμματα είνε σπάνια και

σύντομα, ο δε φθόνος αισθανόμενος την προσεχή πτώσιν του δούλου,

προβάλλει το ωχρόν πρόσωπόν του, ετοιμαζόμενος ν' ανακαγχάση. Αι

χείρες του θύματος εξασθενούν οσημέραι. Οι θάμνοι και τα ξηρόχορτα —

ελπίδες φρούδαι — δεν τον κρατούσι πλέον . . .

***

Δεν έπασχε μόνον ηθικήν, αλλά και σωματικήν κάρωσιν, ως κατόπιν

κοπώσεως υπερτάτης. Και ήσαν σχεδόν ηδονικαί αι στιγμαί αυταί. Μίαν

πρωίαν ήτο μόνος και εν στιγμή διανοητικής προσηλώσεως εις τ'

αντικείμενα εκείνα, όπου ήσαν η αφορμή ευδαιμονίας συγχρόνως και

μαρτυρίου, ωσάν ν' απεκοιμήθη και ωσάν να ηνοίχθησαν προ των

εκπλήκτων ομμάτων του ορίζοντες νέοι, μαγικοί, εις αυτόν άγνωστοι έως

τότε. Και παρήλασε προ αυτού, ως εν καλειδοσκοπίω, κόσμος ολόκληρος,

φανταστικός . . . θάλασσα μαγική, κατάλευκος, ασάλευτος, ωσάν από

μάρμαρον, ηπλούτο εις απέραντον διάστημα και αυτός, επιβαίνων μικρού

μονοξύλου, έτρεχε, με ταχύτητα πτηνού, επί της ακυμάντου επιφανείας,

ωσάν δύναμις υπερφυσική να ώθει το ακάτιον . . . Αίφνης η λεία

επιφάνεια ερρυτιδούτο . . . μία στιγμή ακόμη και μετεβάλλετο εις

κύματ' αφρισμένα, οργίλα, ορμητικά, υπερύψηλα και το ακάτιον

ανετρέπετο, εσφενδονίζετ' ως πτερόν εις άξενον παραλίαν, αυτός δε,

ναυαγός οικτρός, εκυλίετο επί της άμμου εξησθενημένος, ενώ η σκηνή

μετεβάλλετο . . . Και του εφαίνετο ώρα ως να εισήρχετο εντός δάσους

καταπύκνου, ζοφερού, μυστηριώδους, με γιγάντεια δένδρα, με καμμίαν,

ουδέ την ελαχίστην, ακτίνα φωτός . . . Και ενώ εβάδιζε με αγωνίαν,

ζητών διέξοδον, ο λαβύρινθος δεν μετεβάλλετο, εις τον αυτόν δε κύκλον

συστρεφόμενος άπελπις και πίπτων από κόπωσιν, επειράτο να κραυγάση

και αφυπνίζετο έντρομος και περίρρυτος από ιδρώτα . . .

***

Είχε φθάση εις το απροχώρητον.

Τα πάντα είχον παραδοθή, θυσιασθή, εις την απληστίαν της Κίρκης, της

οποίας η δίψα ήτο αναλλοιώτως ακμαία!

— Θέλω! έλεγεν η Κίρκη.

— Οίκτον! εψιθύριζε το θύμα· τίποτε δεν απέμεινε πλέον . . .

— Μένω εγώ!

Και το άτονον βλέμμα του θύματος εζωογονήθη.

— Ναι, εψιθύρισε· πρόσταξε!

Εκείνη διετύπωσε την θέλησίν της, θέλησιν Αρπυίας!

— Μόνον η τιμή μένει ακόμη· είπεν εκείνος.

— Την θέλω, αν μ' αγαπάς . . .

Και τον περιεπτύχθη παράφορος, με σκιρτήματα πάθους αγρίου!

Προς στιγμήν, ως να ήθελε ν' αποτινάξη την νάρκην, ήτις του εδέσμευε

την ασθενή διάνοιαν, ωσάν προς στιγμήν, ν' ανένηψεν εκ της μέθης,

ωσάν να διέκρινε την ανταύγειαν φωτός σωτηρίου . . .

— Την τιμήν, άφησέ μου την τιμήν, είπεν ικετεύων. Ψυχρά, παγετώδης

τον ητένισε.

Εκείνος έκλινε την κεφαλήν ανίσχυρος.

Η Κίρκη έκυψε και του εθέρμανε το πρόσωπον με την πνοήν της την

αποπνέουσαν μύρα και δηλητήριον . . .

— Αλλά τότε φροντίζω εγώ μόνη· έχω τον τρόπον· δεν τον γνωρίζεις;

Εις έν νεύμα μου μόνον . . .

Του εψιθύρισε με την μαγευτικώς γλυκείαν φωνήν της.

Εκείνος έπεσεν εξουθενημένος, ενώ εκείνη απεσύρετο βεβαία περί της

νίκης της.

***

Δεν εσκέπτετο πλέον· εφέρετο προς το χάος με κλειστούς οφθαλμούς.

Εποδοπάτησε την τιμήν επανειλημμένως. Θρασυνόμενος βαθμηδόν, απέφευγε

πάσαν προφύλαξιν. Και η ολεθρία στιγμή δεν εβράδυνε να φθάση . , .

Στιγμή, καθ' ην η Αρχή εγνώρισε φανερά και την πράξιν και τον ένοχον

. . .

Το σκάνδαλον ήτο μέγα, ανήκουστον. Ο Α . . . κατηγορείτο επί

υπεξαιρέσει χρημάτων του Δημοσίου!

Και η κατηγορία απεδείχθη!

Οι φίλοι έφριξαν· οι εχθροί εσκίρτησαν εξ αγαλλιάσεως.

— Εκεί και αυτός! ο τίμιος! ο ανεπίληπτος!

Ο δράστης εκρύπτετο και η εξουσία, αμείλικτος, απαθής, εξεβίασε το

άσυλόν του. Τη εχρειάζετο ο ένοχος προς ικανοποίησιν της υβρισθείσης

δικαιοσύνης.

Και τον εύρε τον ένοχον εις τον κοιτώνα του . . . επί της κλίνης του

. . . με μίαν σφαίραν εις το κρανίον και με κάτι ωσάν μειδίαμα επί

των ωχρών του χειλέων.

***

Η δε Κίρκη;

Τις δεν την είδε; τις δεν την βλέπει; Με ανάστημα θεάς, με τους

εβενώδεις βοστρύχους, γαλακτώδης εντός των μαύρων της πέπλων, με το

βλέμμα δειλόν ενίοτε, αλλ' εξακοντίζον αστραπάς έστιν ότε, απαθής

περιέρχεται . . .

Ωσάν να ζητή κάποιον . . .

ΑΝΤΩΝΕΛΛΟΣ

Την εσπέραν εκείνην ήτο η σειρά του ιατρού να μας διηγηθή την

ιστορίαν, την οποίαν τοσάκις μας είχεν υποσχεθή και την οποίαν

ανυπομόνως ανεμέναμεν. Και ήρχισεν ως εξής.

«Μία, και αυτή από τας εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας μου· μία από

τας αναμνήσεις, οπού αποτυπόνονται βαθειά εις το μνημονικόν του

ανθρώπου και οπού δεν εξαλείφονται και χίλια χρόνια αν ήθελε ζήση

ένας. Όλαι της πολυκυμάντου ζωής αι περιπέτειαι, πίκρες και βάσανα,

είτε χαραί και οδύναι, φωτιά και λαύρα, είτε δροσιά ουρανόσταλτη,

κανέν' απ' αυτά, ούτε όλα μαζή δεν ημπορούν να σβύσουν από την μνήμην

σου, όσα η θεϊκή σμίλη μια φορά ενεχάραξε.

Και με πόσην χαράν, με τι λαχτάρα επιστρέφει ένας εις τα παιδικά

εκείνα ενθυμήματα, οπού θαρρείς ότι χύνουν νέαν ζωήν εις τας φλέβας

σου, με ποίον άγιον πόθον αναδιφεί νοερώς τας σελίδας του αφθάρτου

βιβλίου, οπού λέγεται μνήμη . . .

Ο γέρω Αντωνέλλος είνε μία από τας αναμνήσεις αυτάς τας πλέον

γλυκείας, τας πλέον παρηγόρους. Είνε από εκείνους τους μικρούς

ανθρώπους, τους αγνώστους τους αφανείς· τον οποίον όμως δεν θα

εδίσταζε, νομίζω, ένας να ονομάση και ήρωα! Τουλάχιστον εις εμέ

τοιούτος παρουσιάζεται και ελπίζω, μετά την διήγησιν, να με

δικαιώσετε.»

Και ο ιατρός εξηκολούθησε.

«Τα σπήτια μας ήσαν κατάντικρυ, και κάθε πρωί, μετά τον ύπνο, το

πρώτον πρόσωπον όπου έβλεπα ήτο ο γέρω Αντωνέλλος. Θα ήμην δέκα

δώδεκα ετών παιδί, εκείνος δε υποθέτω, γέρος εβδομηντάρης. Υψηλός,

ολίγον κυρτός, με μουστάκια και φρύδια πυκνά, με γλυκά όμως, μαύρα

μάτια, όπου θαρρείς πως εγελούσαν, κατ' αντίθεσιν προς την τραχύτητα

των λοιπών του προσώπου του χαρακτηριστικών.

Μου έκαμνε μεγάλην εντύπωσιν η ενεργητικότης του· ήτο αιωνίως εις

κίνησιν, άπαξ μόνον της ημέρας εκάθητο ν' ανασάνη, εις το κατώφλιον

της εξώθυρας, έως ένα τέταρτον της ώρας. Και πάντοτ' ενθυμούμαι την

ώραν εκείνην την αδελφήν του να κάθεται εις τον καναπέ και να πλέκη:

Και τον Αντωνέλλον να ρίπτη μια ματιά εις τον δρόμον και μια εις την

αδελφήν του, ενώ εκρατούσε πάντοτε μια μικρή αξίνη, ή κανένα

χονδροψάλλιδο με το οποίον εκαθάριζε τα δένδρα του κήπου των. Επειδή

το σπίτι των απ' οπίσω είχεν ένα κήπον αρκετά εκτεταμένον, οπού και

δι' αυτό ωνομάσθη, ολίγον πτωχαλαζωνικώς, να ειπούμε την αλήθειαν,

«Μεγάλος Κήπος». Το ψαλλίδι και ο Αντωνέλλος ήσαν αχώριστοι. Και όταν

εκάθητο, το εκρατούσε προτεταμένον και ανοικτόν, ωσάν να του έλεγε. —

Ησύχασε και θα σε μεταχειρισθώ γρήγορα δε θα σ' αφήκω να

στενοχωρηθής.

Σχεδόν όλην την ημέραν ο Αντωνέλλος την εξώδευε εις το περιβόλι μέσα·

το αγαπούσε με πάθος, σαν να ήτο ερωμένη. Να σκάπτη, να καθαρίζη, να

κλαδεύη, να ποτίζη, ήτο η μόνη του ενασχόλησις· και όλ' αυτά μόνος, ή

σχεδόν μόνος, διότι βοηθόν είχε μόνον διά την πιο χονδρήν εργασίαν.

Τον εμάλωνε συχνά η αδελφή του, γιατί να κουράζεται τόσον, αλλά δεν

την άκουε, την εμάλωνε δε και αυτός με την στερεότυπον φράσιν του. —

«γύρευε τη δουλειά σου» την οποίαν της έρριπτε, θαρρείς, θυμωμένα,

ενώ τα μάτια του εγελούσαν· ήτο μία ειρηνική λογομαχία, η οποία

εγαργάλιζε θωπευτικά την ακοήν, αντί να την ενοχλή.

— Φθάνει σε, πλιό· έλα να καθήσης, να ξεκουραστής, (εκείνη).

— Γύρευε, τη δουλειά σου, (εκείνος) κ' επροσπαθούσε να κάμη την

φωνήν του όσον το δυνατόν βαρυτέραν. Το «καυγαδάκι» αυτό τόσον το

είχα συνειθίση, οπού το επερίμενα, διότι, όσον μικρός και αν ήμην,

ησθανόμην ότι αι επιπληκτικαί λέξεις εκείναι, ήσαν κάθε άλλο, παρά

λέξεις θυμού.

Και πράγματι, όταν κατόπιν έμαθα την ιστορίαν του, είδα τι άνθρωπος

ήτο ο γέρω Αντωνέλλος, το αεικίνητον αυτό μυρμήκι και τον εζήλευσα.

***

Ήτο δεκαπέντε ετών ο Αντωνέλλος όταν εγεννήθη η Μπέλλα η αδελφή του,

όταν δε ολίγον κατόπιν απέθαναν οι γονείς των, αυτός ήτο διά την

μικράν και πατέρας και μητέρα και αδελφός, τόσον οπού η χαδεμένη η

μικρούλα δεν εννόησε καμμίαν στέρησιν. Η αγκάλη του Αντωνέλλου ήτο το

παν δι' αυτήν· καταφύγιον πολύτιμον, λιμήν κλειστός απ' όλα τα μέρη,

απρόσιτος εις τους ανέμους, ασφάλεια τελεία! Ο κόσμος αν εχαλούσε, η

Μπέλλα εκοιμάτο εις την αδελφικήν αγκάλην ατάραχος· μέσα εις αυτήν

ανετράφη.

Από τα παιδικά του ο Αντωνέλλος ήτο δακτυλοδεικτούμενος διά τας

πολλάς του χάριτας. Αγαθός, ήσυχος, ενεργητικώτατος, εβοηθούσε τον

πατέρα του, κατόπιν τους πλοιάρχους του εις την θάλασσαν και δεν

άργησε να γείνη περιζήτητος, ονομαστός. Όλοι τον ήθελαν ως βοηθόν, ως

δεύτερον πλοίαρχον, αυτός όμως κατέληξεν εις το πλοίον του

Καραγιάννη, νέου πλοιάρχου, με τον οποίον συνεδέθη με τους αρρήκτους

δεσμούς φιλίας πραγματικής. Ο Αντωνέλλος ήτο η ψυχή του πλοίου.

Ακαταπόνητος, αυστηρός, αλλά δίκαιος, μόνον τους οκνηρούς

απεστρέφετο.

Νεότητα ο Αντωνέλλος δεν είχε γνωρίση· παρήλθε δι' αυτόν χωρίς σχεδόν

να το καταλάβη. Η μόνη αγάπη, το πάθος μάλλον το οποίον εφαίνετο να

τον κατέχη ολόκληρον, ήτο η προς την αδελφήν του αφ' ενός, και η προς

το καράβι του αφ' ετέρου, θερμή, ολόψυχος προσκόλλησίς του. Είχαν να

κάμουν όλοι με τον μοναδικόν αυτόν χαρακτήρα. — Τι διάβολο! έλεγαν

μάρμαρο είν' αυτός ο άνθρωπος! Διότι δεν τον είδαν ποτέ να γλεντίση

και αυτός, σαν νέος, δεν ενθυμείτο να τον είδε κανείς ποτέ να γελάση!

Η Μπέλλα η αδελφή του και το καράβι ήσαν τα μόνα του ιδανικά, η μόνη

του χαρά, ο κόσμος όλος! Και η αδελφή του όμως δεν τον αγαπούσε

ολιγώτερον και σήμερον ενθυμούνται την μικράν Μπέλλαν, όταν ο αδελφός

έλειπε στα ξένα, να καταβαίνη εις το παράλιον με καμμιάν φιληνάδα της

και εις την άμμον επάνω, ή επί βράχου, να τραγουδή, όταν έβλεπε

καράβι να διαβαίνη.

«Καράβι καραβάκι που πας γιαλό γιαλό,

«τον αδελφό μου φέρε, φέρτον με το καλό.

«Καράβι καραβάκι, που σκίζεις τα νερά,

«τον αδερφό μου φέρε, τη μόνη μου χαρά!

Τον έλεγαν αγέλαστον, παράξενον, κακόν μάλιστα, ενώ ήτο ο καλλίτερος

των ανθρώπων. Ποσάκις το εξωτερικόν δεν απατά! Και συχνά συμβαίνει,

εύχαρις, λεία, γελαστή επιφάνεια, να κρύπτη θυέλλας παθών εις το

βάθος, και τ' ανάπαλιν, εξωτερικόν αυστηρόν, στρυφνόν, σκαιόν, αν

θέλετε, να καλύπτη αρετάς πολυτίμους, τας οποίας να φυλάττη

ζηλοτύπως, ως ο φιλάργυρος τους θησαυρούς του, ωσάν από φόβον μην

αποκαλυφθούν και τας ιδή ο κόσμος, όστις συνήθως κρίνει από την

επιφάνειαν, επιπολαίως, στεφανώνων ή στιγματίζων αδιακρίτως και με

σκληρότητα ενίοτε, ης δεν φαίνεται έχων συνείδησιν. Και . . .

Ο ιατρός είχεν όρεξιν να συνεχίση τας φιλοσοφικάς του σκέψεις, αλλά

τον επανεφέραμεν εις την τάξιν διά βοής γενικής και εξηκολούθησε την

διήγησιν, ως εν παρενθέσει, καλλύνας αυτήν, με το εξής συγκινητικόν

επεισόδιον.

«Τον έλεγαν βαρύν και σχεδόν αναίσθητον και όμως πολλοί είνε μάρτυρες

του ηρωισμού και της αυταπαρνήσεώς του. Ενθυμούνται, είχε πιάση φωτιά

το καμάρι ενός σπιτιού στα Ματογιάνια. Κόσμος πολύς είχε συναχθή από

κάτω, μεταξύ δε και μερικοί άνδρες, και όλοι έβλεπον με αγωνίαν τας

προόδους της πυρκαϊάς χωρίς να κινώνται. Γλώσσαι πυρός απειλητικαί

εξήρχοντο από το μόνον παράθυρον του καιομένου δωματίου και αφού

κατέφαγαν τους παραστάτας, οπού ετριζοκοπούσαν απαίσια, εγλυστρούσαν

επάνω εις το ασβεστόχρισμα των τοίχων, ζητούσαι νέαν τροφήν. Φωναί

φρίκης οξύταται, σπαρακτικαί επάγωναν το αίμα εις τας φλέβας των

θεατών, αδυνατούντων να δώσουν χείρα βοηθείας οιασδήποτε. Αι

απελπιστικαί φωναί ήσαν της οικοκυράς, νέας ορφανής, ήτις έβλεπε την

ζωήν της απειλουμένην από τον φρικτώτερον των θανάτων. Έβλεπε ο

κόσμος και ηγωνία, ότε από το πλήθος αποσπάται ρωμαλέος άνδρας, ορμά

επί της πέτρινης κλίμακος, την διασκελίζει, εισέρχεται εις την οικίαν

και διά της ξυλίνης κλίμακος, ήτις έφερεν εις το άνω πάτωμα,

αναβαίνει ταχύς, μέσα εις τας φλόγας και χωρίς διόλου ν' αναμετρήση

τον κίνδυνον, εμβαίνει εις το δωμάτιον, αρπάζει την νέαν έξαλλον εκ

φρίκης, εις τους στιβαρούς του βραχίονας και διά της ιδίας κλίμακος,

καιομένης ήδη και απειλούσης να καταπέση, κατέρχεται τρέχων με το

φορτίον του, το οποίον εναποθέτει ημιλιπόθυμον εις τας αγκάλας ομίλου

γυναικών εν τω μέσω θρήνων και κραύγει και φεύγει τρέχων. Ήτο ο

Αντωνέλλος ο αμίλητος, ο αγέλαστος. Τα χέρια του, τα μαλλιά του και

τα φρύδια του είχαν υποφέρη αρκετά. Η νέα εκείνη διηγείτο συχνά το

ανδραγάθημα του Αντωνέλλου, τον οποίον εθεωρούσε σωτήρα της. Με

πραγματικάς λοιπόν προικισμένος αρετάς και χωρίς ελαττώματα, ήτο

περιζήτητος γαμβρός. Αυτήν την ιδέαν είχαν πολλαί μητέρες και

περισσότεραι υποψήφιοι νύμφαι, φρονώ όμως ότι, αν καμμία προξενήτρια

ήθελε τολμήση να του προτείνη αποκατάστασιν, θα ήτο ικανός να την

δείρη. Ο Αντωνέλλος να νυμφευθή! Να βάλη εις το σπίτι του γυναίκα

άλλην, εκεί που βασιλεύει η αδελφή του! Να σκεφθή αυτός, να διανοηθή,

έστω και προς στιγμήν, να πανδρευθή, πριν υπανδρεύση την αδελφήν του!

Και δεν ετολμούσε κανείς να του προτείνη ένα τοιούτον τερατώδες

σχέδιον! Αλλοίμονόν του, οιοσδήποτε και αν ήτο . . .

Έχαιρε με την χαράν της αδελφής, εγελούσε (καθ' εαυτόν, εννοείται) με

το γέλοιο της, ετρέφετο με τα όνειρά της . . . Και τι όνειρα! Την

εφαντάζετο αποκαταστημένην, ευτυχή όσον καμμίαν άλλην. Όσον την

έβλεπε ν' αναπτύσσεται, ωραία, λυγερή μαυρομμάτα, ηύξανε και η αγάπη

του προς αυτήν· ήτο υπερήφανος και ηυφραίνετο με τα όνειρα τα οποία

εφαντάζετο πραγματικά, τότε δε, ωσάν να ετελείτο εις την καρδίαν του

μέσα μία μυστική πανήγυρις.

Ήτο όμως και πολύ δύσκολος επάνω σ' αυτό. Εννοούσε να δώση της

αδελφής του τον καλλίτερον άνδρα· και μίαν φοράν, οπού ένας των

λατρευτών της ετόλμησε να της κάμη πατινάδα, ο Αντωνέλλος ευγήκε στο

παράθυρο με τα νυχτικά του και του είπε να τραβηχθή, για να μη φάγη

καμιά τρομπονιά· ο νέος αυτός εραστής δεν ήτο του γούστου του.

Ήτο εντελώς αφιλοχρήματος, όσον απέβλεπε τον εαυτόν του και μόνον

εκυνήγει το χρήμα χάριν της αδελφής, την οποίαν ήθελε πρώτην μεταξύ

των ομοίων της. Εκείνη εθύμωνε μαζή του με τα σωστά της, βλέπουσα ν'

αμελή εαυτόν προς χάριν της· δεν ήθελε, αυτός, το καλλίτερο παλληκάρι

να είνε παρηγκωνισμένος και άλλοι νέοι, οπού δεν έφθαναν εις τα μισά

του, να τον υποσκελίζουν, μόνον και μόνον διότι εφρόντιζε να

κρύπτεται. Και ήρχοντο συχνά εις λόγους δι' αυτό και ο Αντωνέλλος,

εις τα επιχειρήματα της αδελφής απεκρίνετο θυμωμένος· — Γύρευε τη

δουλειά σου.»

Και συνέβαινε το εξής περίεργον.

Ενώ ο Αντωνέλλος άλλην φροντίδα δεν είχε ή πώς να κατορθώση να εύρη

διά την αδελφήν κανένα νέον της αρεσκείας του, η Μπέλλα επίσης την

ιδίαν είχε φροντίδα διά τον αδελφόν, κρυφά όμως, πολύ κρυφά και με

πολλήν προσοχήν, διότι τον εφοβείτο. Και ενθυμούμαι μίαν κωμικωτάτην

σκηνήν, καθ' ην, γνωστήν προξενήτριαν, τολμήσασαν να του ειπή ότι δεν

επείραζε δα αν υπανδρεύετο προ της αδελφής, ο Αντωνέλλος την

εκυνήγησε με το ραβδί, στ' αστεία, εννοείται, διότι δεν ήτο ικανός να

κτυπήση· εκείνη δε, από φόβον, όταν τον έβλεπε έπαιρνε άλλον δρόμον.

Και ο Καραγιάννης, ο πλοίαρχος και φίλος του, ήτο γαμβρός περιζήτητος

διότι, προς τοις άλλοις, ήτο και πλούσιος. Ήσαν οι δύο φίλοι στενοί

και μόνον ο Καραγιάννης είχεν επιρροήν επί του Αντωνέλλου, τον οποίον

κατώρθωνεν ενίοτε, να παρασύρη εις καμμίαν συναναστροφήν. Ήτο ο

Καραγιάννης κατά δέκα έτη νεώτερος του Αντωνέλλου, υψηλό,

μελαγχροινό, εύμορφο παλληκάρι και κατ' αυτού, πολλαί γυναικείαι

κανονοστοιχίαι ήσαν στημέναι διαρκώς, επί πολύν καιρόν όμως χωρίς

αποτέλεσμα. Είχε και ο Καραγιάννης αδελφήν ελευθέραν, πολύ θελκτικήν,

ήτο δε και νεώτερος του Αντωνέλλου και δεν εβιάζετο· θαρρείς

εκαμάρωνε κ' επερίμενε.

Μυστικά μεταξύ των οι δυο φίλοι δεν είχαν, μόνον ήλθε μία εποχή διά

τον Αντωνέλλον πολύ σπουδαία, κρίσιμος εποχή, καθ' ην και τα ολίγα

του λόγια κ' εκείνα τα έκοψε, προς μεγάλον θαυμασμόν και θυμόν του

Καραγιάννη, αδυνατούντος να εισδύση εις το ιδιόρρυθμον μυαλό του

φίλου του.

Ο καϋμένος ο Αντωνέλλος, ο άγριος, ο ακοινώνητος, ήτο πεπρωμένον να

λάβη μίαν από εκείνας τας πληγάς, οπού μόνον ο θάνατος θεραπεύει. Ήτο

ήσυχος, μόνον είδωλόν του εις την καρδίαν του έχων την αδελφήν, όταν

έξαφνα . . .

Κατά το διάστημα της διαμονής των εις το νησάκι των, εβλέποντο πολύ

συχνά εις το σπίτι ο ένας του άλλου.

Ένα πρωί ο Αντωνέλλος υπήγε εις του πλοιάρχου του να του ομιλήση διά

μίαν υπόθεσιν, αφορώσαν το πλοίον. Εκείνος έλειπε και τον υποδέχθη η

αδελφή. Αι, τώρα τι θα πήτε; Δεν την είχεν ιδή άλλοτε; Και όμως αυτήν

την φοράν του εφάνη εντελώς άλλη· του εφάνη ότι ανοίχθη ο ουρανός και

ότι πρώτην φοράν έβλεπε το αληθινόν φως . . . Ίσως επειδή τον

υπεδέχθη πολύ θερμά, πολύ εγκάρδια . . . η αλήθεια είνε ότι τον

Αντωνέλλον ενώπιόν της τον κατέλαβε γλυκύς, άγνωστος τρόμος, ενώ

εκείνη ήτο ολοπόρφυρος . . . Εσιώπων και οι δύο· πόσα όμως δεν

έλεγεν η σιωπή αυτή! Ευρίσκοντο εις μεγάλην αμηχανίαν, όταν εμβήκεν.

Ο Καραγιάννης . . . — Έρχομαι από το σπίτι σου, είπε εις τον

Αντωνέλλον.

***

Το αίσθημ' αυτό ο Αντωνέλλος το έκρυψεν εις τα βάθη της καρδιάς του·

δεν ωμιλούσε ποτέ δι' αυτό, εμονολόγει μόνον συχνά πυκνά, ευρίσκων

ανακούφισιν του πόνου του εις το κρυφόν αυτό παραλήρημα . . .

Δεν συνέβη όμως το ίδιον και με την αδελφήν του Καραγιάννη· αυτή

ενεπιστεύθη το μυστικόν της εις μίαν στενήν φίλην της, η οποία εύρε

τόν τρόπον να ειδοποιήση τον Αντωνέλλον. Και τώρα του εφάνη ότι

ανοίχθη ενώπιόν του ο ουρανός, γεμάτος άστρα και όμως δεν εμπορούσε

να ειπή πως είν' ευτυχής, διότι, ησθάνετο ότι εχθρός μεγάλος,

ισχυρός, επιβουλεύεται την ψυχικήν του γαλήνην, ότι φυσιογνωμία νέα

ενεθρονίσθη εν τη καρδία του, ην επλήρου έως τότε μόνη η της αδελφής

λατρευτή μορφή . . .

— Ποτέ, ποτέ, εμονολόγει ο Αντωνέλλος, επανερχόμενος όμως πάντοτε

εις τας αυτάς σκέψεις αίτινες τον εβασάνιζαν τρομερά.

Το ταξείδι των δύο φίλων, την φοράν εκείνην διήρκεσεν ολόκληρον έτος

— έτος μοιραίον διά τον Αντωνέλλον.

Ήξευρεν αυτός προ πολλού ότι ο Καραγιάννης εζήτει ν' αποκατασταθή,

και ότι δεν είχε παρά να εκλέξη. Ήξευρεν επίσης ότι δεν εννοούσε να

κάμη γάμον εκ συμφέροντος, διότι πολλάκις είχαν συζητήση επ' αυτού

του αντικειμένου. Εσχάτως όμως ο Καραγιάννης εδείκνυε ανυπομονησίας

σημεία, εννόησε δε από μερικάς φράσεις του, ότι τον εβάρυνε πλέον

αυτή του η θέσις — Τι ευχή! έως πότε θα περιμένη ένας; όσο για την

αδελφή, είμαι εις θέσι να φροντίσω.

Ήτο η αρχή φθινοπόρου, επέστρεφον δε εκ του ταξειδίου των εις την

πατρίδα αφ' ης ολίγας ώρας απείχον. Ο άνεμος έπνεε σφοδρός και το

πλοίον, κλίνον με χάριν εις την μίαν των πλευρών εχώρει πλησίστιον

προς το τέρμα, τον ποθητόν δι' όλους λιμένα. Οι ναύται μετά το

πρόγευμά των, συνήχθησαν εις την πρώραν όλοι και άρχησαν να τραγωδούν

χαμηλόφωνα, συνοδευόμενοι από τους οξείς των λάρων κρωγμούς και από

τον μονότονον και θρηνώδη συριγμόν των σχοινίων.

Εις τον θάλαμον της πρύμνης, παρά μικράν τετράγωνον τράπεζαν,

εκάθηντο οι δύο φίλοι, ο πλοίαρχος με τον βοηθόν του. Ούτος

ητοιμάζετο ν' ανέλθη εις το κατάστρωμα, όταν ο Καραγιάννης τον

εκράτησε· εις το πρόγευμα είχε πιη ένα ποτήρι περισσότερον και ήτο

εύθυμος.

Έχω να σου μιλήσω, Αντωνέλλο, του είπε. Ο Αντωνέλλος επανεκάθησε.

Κάτι προεμάντευε, κάτι προησθάνετο και η καρδία του έπαλλε.

— Βρε αδελφέ, Αντωνέλλο, εγώ βρίσκω πως είνε καιρός πλιο να ιδούμε

και μεις τι θα κάμωμε.

Ο Αντωνέλλος δεν απήντησε.

— Ως πότε θα μαστε λεύτεροι; εξηκολούθησεν ο Καραγιάννης.

Ο Αντωνέλλος εσιώπα.

— Αυτή τη φορά δε θέλω να μου κάνης το βουβό, παράξενε.

— Τι θες να σου πω; είπε σιγά ο Αντωνέλλος.

— Να μου πης τη γνώμη σου εγώ δε θέλω πλιο νάμαι λεύτερος· μόνο

βρίσκω σωστό να κάμης εσύ την αρχή, σαν πιο μεγάλος.

Οι παλμοί της καρδίας του Αντωνέλλου εδιπλασιάσθησαν.

— Έχω την αδερφή μου, καπτά Γιάννη

— Και εγώ έχω τη δική μου· τι πειράζει; θα φροντίσουμε και κατόπι.

Ο Αντωνέλλος εκίνησε την κεφαλήν, χωρίς ν' απαντήση.

— Άκουσε, Αντωνέλλο, είπεν ο Καραγιάννης αν η Μπέλλα πανδρευότανε,

δε θ' αρχότανε και η δική σου αράδα;

Ο Αντωνέλλος ήκουε τώρα τους παλμούς της καρδίας του: τόσον ήσαν

σφοδροί!

— Τι θες να πης; ηρώτησε σιγανά.

— Θέλω να πω, Αντωνέλλο, πως για την αδερφή σου είνε γαμπρός και . . .

καλός, μου φαίνετ' εμένα, είπεν ο καπετάν Γιάννης τονίζων μίαν μίαν

τας λέξεις.

Να καλοϋπανδρεύση την αδελφήν του ο Αντωνέλλος δεν ήθελ' ευτυχίαν

μεγαλειτέραν ήτο το προσφιλέστερόν του όνειρον τούτο δε επί πλέον, θα

έλυε και τα ιδικά του δεσμά . . .

Του ήλθε ωσάν ελαφρά σκοτοδίνη μία αλόκοτος φρικίασις . . . έφερε την

χείρα εις το μέτωπον, ως να ήθελε να συγκεντρώση τας σκέψεις του,

αίτινες έφευγον ανυπότακτοι.

Έρριψε τα βλέμματά του επί του πλοιάρχου και φίλου του, όστις τον

παρετήρει μειδιών ελαφρώς.

— Καπετάν Γιάννη, εψιθύρισε, δε μου μιλείς πιο καθαρά;

— Είνε πολύς καιρός που συλλογούμε να σου κάμω μια πρότασι.

— Ωσάν σφυρί εκτυπούσε η καρδιά του Αντωνέλλου. Εκινείτο επί του

καθίσματός του, δεξιά και αριστερά· δεν ήξευρε τι να πη και με

προθυμίαν θα ετρέπετο εις φυγήν, αν εμπορούσε.

Ο Καραγιάννης εξηκολούθησε.

— Εμείς είμαστε σαν αδέρφια· γιατί να βάνωμε ξένους στα μυστικά μας;

Ο Αντωνέλλος ησθάνετο ότι ίδρωνε.

— Τους προξενητάδες και της προξενήτρες ας τους στέλνουν άλλοι·

εμείς καλλίτερα εξηγούμαστε μεταξύ μας, αλήθεια;

— Μη με παιδεύης, καπτάν Γιάννη, είπεν ο Αντωνέλλος με φωνήν

τρέμουσαν ελαφρώς· ξέρεις πόσο σε σέβομαι και σ' αγαπώ . . .

Ο Καραγιάννης έβαλε την χείρα επί του ώμου του Αντωνέλλου.

— Αδελφέ Αντωνέλλο, είπε με φωνήν συγκεκινημένην, σου ζητώ για

γυναίκα μου την Μπέλλα· μου την δίνεις;

Ο Αντωνέλλος ωχρίασε φρικωδώς· το μαρτύριον που υπέφερε από τινων

στιγμών, τα αλλεπάλληλα κτυπήματα τον εζάλισαν . . . εκλονίσθη . . .

Ο Καραγιάννης τον παρετήρει ανήσυχος . . . η σιωπή του, ακατάληπτος

δι' αυτόν, ωσάν να τον δυσηρέστει . . .

— Αντωνέλλο! είπε.

Εκείνος, ωσάν τώρα να συνήλθε, έσφιγξε δυνατά το χέρι του φίλου του,

ενώ ησθάνετο ότι η συγκίνησις τον έπνιγε, και ανήλθε τρέχων εις το

κατάστρωμα.

***

Μεγάλον κρότον έκαμε, ενθυμούνται πολλοί, ο γάμος του καπετάν Γιάννη

με την αδελφήν του Αντωνέλλου ολόκληρον εβδομάδα διεσκέδαζαν και

πράγμα παράξενο, ο Αντωνέλλος έκαμνε τον μεγαλείτερον θόρυβον. Τα

σχόλια όμως του κόσμου δεν είχαν τελειωμόν. Ο Καραγιάννης ήτο πρώτος

γαμβρός και θα εμπορούσε να πάρη πολύ καλλιτέραν της Μπέλλας· κανείς,

τόσον καιρόν δεν είχε καταλάβη τίποτε· πώς έξαφνα έγεινε το

συνοικέσιον αυτό; Φαίνεται θα την αγαπούσε κρυφά ο Καραγιάννης την

κοπέλλα· αλλέως δεν εξηγείται αυτό, διεδόθη όμως και κάτι άλλο· ότι η

αδελφή του καπετάν Γιάννη αγαπούσε δήθεν τον Αντωνέλλο και τα λόγι'

αυτά δεν άργησαν να παν στ' αυτιά του τελευταίου, ο οποίος και

εθύμωσε φοβερά κ' έλαβε μέτρα να μην μάθη τίποτε η Μπέλλα. Ο

παληόκοσμος όμως δεν κρατείται· η Μπέλλα τα έμαθε όλα και η ευτυχία,

την οποίαν της είχε φέρη το λαμπρόν συνοικέσιον, ωσάν να εσκιάσθη

κατά τι . . . Και ούτε ημπόρεσε να κρατηθή ένα πρωί, που έτυχε μόνη

με τον αδελφόν της, του τα είπε όλα και τον εμάλωσε με παράπονο.. Ο

Αντωνέλλος κατεκοκκίνησε, και της είπε όσον εμπορούσε πιο θυμωμένα.

— Δεν είνε δουλειά σου ν' ανακατώνεσαι! λένε ψέμματα· εγώ δεν αγαπώ,

δεν αγάπησα κανένα. Η Μπέλλα εδάκρυσε και ο Αντωνέλλος ετράπη εις

φυγήν.

Ο Αντωνέλλος εδόθη με πλειότερον ζήλον εις την εργασίαν, ήτο δε η

ψυχή του πλοίου, το οποίον, μετά το συνοικέσιον, μετωνομάσθη «Μπέλλα»

προς τιμήν της αδελφής. Μόνον ο χαρακτήρ του ηλλοιώθη επί το χείρον.

Εκτός της αδελφής και του πλοίου, κόσμος δι' αυτόν δεν υπήρχε. Και

αυτός ο Καραγιάννης δεν είχε πλέον καμμίαν δύναμιν επάνω του· αφού

και εις τον γάμον της αδελφής του, τελεσθέντα ολίγον καιρόν κατόπιν,

δεν κατώρθωσε να τον σύρη. Είχε προσποιηθή τον άρρωστον και αι

παρακινήσεις των οικείων απέβησαν εις μάτην. — Διασκεδάσετε σεις, εγώ

δεν είμαι για γάμους και χαραίς· τους είπε και τους απέπεμψε.

Είχε γηράση κατά είκοσιν έτη, τον έλεγαν δε γέρο-παράξενο. Η προς

την αδελφήν του όμως αγάπη δεν ήτο αγάπη συνήθης, ήτο λατρεία! Και

είνε γνωστή η κωμική σκηνή ήτις έλαβε χώραν μεταξύ των τριών

προσώπων, μίαν πρωίαν Κυριακής, κατόπιν μακρού και προσοδοφόρου

ταξειδίου.

Διηγήματα, Νέα Σειρά · 第 3 / 8 段