Έπιναν, και οι τρεις μαζή, τον πρωινόν καφέν, όταν έξαφνα ο

Αντωνέλλος αποτείνεται προς τον γαμβρόν του.

— Για να σου πω, καπτά Γιάννη, πόσα χρήματα έχω να πάρω;

Ο Καραγιάννης εγέλασε.

— Τι τα θες; τον ερωτά.

— Τα θέλω!

— Πιάς' το τεφτέρι και κύταξε.

— Δος μου το κλειδί του συρταριού σου.

ο Καραγιάννης του το έδωσε, με το γέλοιο πάντοτε.

Ο Αντωνέλλος εσηκώθη, επήρε το βιβλίον και είδε τον λογαριασμόν του,

έπειτα ήνοιξε το συρτάρι του γραφείου του γαμβρού του, ήνοιξε μίαν

σακούλαν, εμέτρησε μ' επιμέλειαν κάμποσα τάλληρα και αφού έκλεισε το

συρτάρι, έβαλλε τα τάλληρα εις το μανδήλι του και σταθείς εμπρός εις

την αδελφήν, ήτις υπεμειδία, διότι εμάντευε τον σκοπόν του·

— Άνοιξε την ποδιά σου, Μπέλλα, της είπε.

Εκείνη ήνοιξε την ποδιάν της και ο Αντωνέλλος έχυσε μέσα όλα τα

τάλληρα του μανδηλιού του.

— Να τα κάμης ό,τι θες· επρόσθεσε. Ο γαμβρός του εδόθη εις γέλωτα

θορυβώδη.

— Γέλα όσο θες, είπεν ο Αντωνέλλος· έχεις ακόμα να μου δίνης εκατό

τόσα τάλλαρα, εκείνη τη παλαιά διαφορά!

— Καλά, καλά, είπεν ο καπετάν Γιάννης, μη παύων να γελά.

— Δεν έχει καλά και καλά, είπε σοβαρά ο Αντωνέλλος· αυτή τη διαφορά

θα σου τηνε ζητώ όλη μου τη ζωή!

Πάντοτε ο Αντωνέλλος έδιδε τα χρήματά του εις την αδελφήν του,

εκρατούσε όμως και διά τον εαυτόν του ένα ποσόν. Από την ημέραν

εκείνην ουδέ οβολόν εκρατούσε πλέον και διά τας μικράς του ανάγκας

εζήτει από την αδελφήν.

Μετά κάμποσα έτη ακαταπόνητου εργασίας ο Αντωνέλλος κατεβλήθη και

ηναγκάσθη ν' αφήση το πλοίον. Με πολύν κόπον απεχωρίσθη, από το

«αγαπητό του πλεούμενο» καθώς τ' ωνόμαζε, από την θαλασσινήν του

Μπέλλαν διά ν' αφοσιωθή εξ ολοκλήρου εις την αδελφήν, την Μπέλλαν του

της ξηράς. Διά να μην κάθηται δε, έγεινε κηπουρός. Αυτός ήτο η ψυχή

του περιβολιού της αδελφής του, καθώς ήτο η ψυχή του καραβιού άλλοτε.

Μόνον τας Κυριακάς επήγαινε εις την εκκλησίαν της ενορίας των, τας δε

λοιπάς ημέρας τας εξώδευε εις το σπήτι και εις το περιβόλι, το οποίον

μετέβαλεν εις καράβι, διότι το μεν ένα μέρος, το βορεινόν, ωνόμαζε

«πλώρην» το δε άλλο, το προς το σπήτι, «πρύμη» και την μέσην, όπου

ήτο και η στέρνα την εβάπτισεν «αμπάρι»· και ήκουες με το πλέον

σοβαρόν ύφος να σου λέγη ότι κολοκυθάκια έχει η πλώρη, αγγουράκια η

πρύμη και μελιτζάνες το αμπάρι. Αλλά και δεν έλειπε, κάθε φορά που

ήρχετο η «Μπέλλα», να ζητή από τον γαμβρόν του όσα του ώφειλε, την

διαφοράν του λογαριασμού των και μάλιστα με θυμόν, ενώ ο γαμβρός του

εγελούσε.

Αλλά ο καιρός έφευγε και μαζή μ' αυτόν έφευγε και ο Αντωνέλλος. Κ'

έβλεπες ένα γεροντάκι κατάλευκο, κυρτωμένο, δραστήριο όμως πάντοτε.

Ήτο ευτυχισμένος να εργάζεται εις το περιβόλι και να βλέπη την

αδελφήν του· χωρίς όμως να το δείχνη, εζωογονείτο οσάκις ήρχετο από

ταξείδι ο γαμβρός του και διότι τον αγαπούσε πολύ, αλλά προπάντων

διότι η αδελφή του ήτο πλέον ευχαριστημένη τότε, του έκαμνε όμως

πάντα τον θυμωμένον, τον δυσαρεστημένον και με πείσμα παιδιού του

εζητούσε τα εκατόν τόσα τάλληρα, την παλαιάν των διαφοράν.

Ήτο μια πρωινή του Ιουλίου· αφ' εσπέρας είχαν λάβη γράμμα από τον

Καραγιάννην ότι η «Μπέλλα», φθάσασα εις Μασσαλίαν με φορτίον, θα

ήρχετο εις την πατρίδα μετά την εκφόρτωσν. Και ήσαν καταχαρούμενοι ο

Αντωνέλλος και η αδελφή του· αυτή μάλιστα είχε διοργανώση μίαν

εκδρομήν εις το νησάκι του Μπάου, το οποίον απείχε μόλις ένα μήλι από

το μεγάλο νησί. Και είχαν συναχθή το πρωί εκείνο έξ-επτά κοράσια

και γυναίκες, φίλαι της Μπέλλας και όλαι μαζή, σε μια βάρκα μέσα,

εκίνησαν κατά το νησάκι. Εις το τιμόνι εκάθητο ο Αντωνέλλος, τα

κουπιά δε σιγά-σιγά, με φωνές, γέλοια και τραγούδια ετραβούσαν αι

γυναίκες αλληλοδιαδόχως.

Ήτο γαλήνη εντελής· η θάλασσα μάρμαρο, λάδι, όπως λέγουν οι

θαλασσινοί· εμάγευεν η θέα του ομαλού εκείνου καθρέπτου, οπού

εδείκνυεν όλους τους θησαυρούς του πυθμένος του, σαν να σου έλεγε·

«Εμπιστεύσου εις εμέ αμέριμνος.» Και τα κοχλίδια τ' ασπρογάλαζα εις το

βάθος και τα ψαράκια τα πολυειδή και πολύχρωμα, όπου έτρεχαν εδώ κ'

εκεί με χάρι, σχίζοντα τα διαμαντένια νερά, και τα φύκη και τα βρύα

και τα ζωόφυτα και τα όστρακα, όλα ήσαν μία χαρά, την οποίαν οι

επιβάται της βάρκας εξεδείλουν θορυβωδέστατα. Και αυτός ο Αντωνέλλος

είχε γείνη, θαρρείς, νεώτερος.

Έφθασεν εις το νησάκι, προσωρμίσθησαν εις μίαν αμμουδιάν και ώρμησαν

όλαι, ωσάν άτακτα παιδιά και ανυπότακτα, ανά δύο, ανά τρεις, εις τους

βράχους. Ο Αντωνέλλος, αφού ετοποθέτησε καταλλήλως τα κουπιά και

έσυρε ολίγον έξω την βάρκαν, απομακρύνθη τελευταίος.

Τι ευμορφιά ήτο εκείνη τριγύρω! Μέσα εις την ασάλευτον γαλήνην, όλα

ζωή και λάμψις και άρωμα. Θάλασσα και ουρανός, καθρέπτης διαφανής,

ατελεύτητος· βαρκούλες ψαράδων εδώ κ' εκεί, και φωναί και γέλωτες

ηχηροί πότε, πότε, ους επανελάμβανεν η ηχώ των απέναντι βράχων.

Έμειναν πολλάς ώρας εις το νησάκι. Και τι δεν έκαμαν; Αι νεώτεραι,

πηδώσαι με ευστροφίαν κατσίκας, τα γλυστερά βράχια, εύγαζαν

πεταλίδες, αχινούς, καβούρους· ο Αντωνέλλος, οπού είχε το καμάκι του,

έπιασε δυο τρία χταποδάκια και με φωνές, με γέλοια, με τραγούδια, με

αδιάπτωτον ευθυμίαν, εδιάλεξαν ένα ωραίο μέρος, μίαν γελαστήν

αμμουδιάν, άπλωσαν εκεί τα πολυποίκιλλα ορεκτικά τους και ερρίφθησαν

επ' αυτών με όρεξιν, μόνον εις τα νέα χρόνια γνωστήν.

Θα ήσαν τρεις μετά μεσημβρίαν, όταν εφάνη ένα συννεφάκι επάνω εις την

άκραν της Τήνου· ο Αντωνέλλος συνωφρυώθη και χωρίς να χάνη καιρόν,

παρώτρυνε τας γυναίκας να φύγουν — Θα χωμε φουρτούνα γλήγορα, ταις

είπε· η Τήνο άρχισε να καπελλώνη . . .

Και πράγματι μετά ένα τέταρτον της ώρας η Τήνος εσκεπάσθη από

γιγάντεια μεγαλοπρεπή λευκόφαια σύννεφα φαινόμενα ακίνητα εις τον

οφθαλμόν, σαν απολιθωμένοι, όγκοι στρογγυλόσχημοι.

Συγχρόνως δε, αεράκι, αδύνατο στας αρχάς, ανά πάσαν δε στιγμήν

ισχυρότερα πνέον, συνετάραξε το κοιμώμενον στοιχείον, τον προ ολίγων

μόλις λεπτών ομαλώτατον και λείον καθρέπτην . . .

— Γρήγορα στη βάρκα· εβροντοφώνησεν ο Αντωνέλλος· Και αυτοστιγμεί αι

γυναίκες όλαι, ως φοβισμένα πτηνά, εσωρεύθησαν εις την αμμουδιάν και

ερρίφθησαν εις την βάρκαν μέσα.

Απεμακρύνθησαν ο Αντωνέλλος εκάθησε εις το τιμόνι, δύο δε από τας

ρωμαλεοτέρας γυναίκας, (γυναίκας ναυτών) έδραξαν τα κουπιά;

Αλλ' ο βορράς απελύθη ακάθεκτος επί του υγρού πεδίου και το

συνεκλόνισε· τα κύματα, με τας κορυφάς αφρισμένας, συνωθούντο

ακατάσχετα και με φοβεράν βοήν. Δεν εθώπευον τώρα το εύπιστον

ελαφρόξυλον με το δειλόν του φορτίον, αλλά του έπληττον τας πλευράς

με αγριότητα θηρίου και το εκύλιον ανηλεώς και το ετίνασσον ωσάν

πτερόν εδώ κ' εκεί, προσπαθούντα να τ' ανατρέψωσι. Και ήτο φόβος μη

βυθισθή η καϋμένη η βαρκούλα· τα νερά την κατέκλυζον επί μάλλον και

μάλλον και τόσον, οπού στεγνόν μέρος εν αυτή δεν υπήρχε· Αι γυναίκες,

φοβισμέναι, εκρατούντο από τας χείρας και συνεσφίγγοντο. Ο Αντωνέλλος

είχε πλησίον του την αδελφήν του, της οποίας οι πόδες ήσαν διαρκώς

εις το νερόν και ήτις έτρεμεν από το ψύχος και από τον φόβον.

Αλλά ο Αντωνέλλος, τιμονεύων δεξιώς, κατώρθωσε να πλησιάση την αμμώδη

παραλίαν, επάνω εις την οποίαν η βαρκούλα ερρίφθη με την μίαν των

πλευρών. Με την βοήθειαν παρατυχόντων διαβατών αι γυναίκες

απεβιβάσθησαν, ο δε Αντωνέλλος, περιβάλλων και υποβαστάζων την

αδελφήν, την ωδήγησεν εις τα ίδια.

Η καϋμένη η Μπέλλα αρρώστησε δυνατά. Το ψύχος την είχε διαπεράση και

ο ιατρός είπεν, ότι χρειάζεται πολλή προσοχή και πολλαί φροντίδες διά

ν' αναλάβη· την κατέκαιεν ο πυρετός . . . Νοσοκόμος της, καθ όλον το

διάστημα της ασθενείας ήτο ο Αντωνέλλος, όστις δεν ήθελε να την

περιποιηθή κανείς άλλος. Ούτε έτρωγε, ούτε εκοιμάτο όπως έπρεπε, μεθ'

όλας τας ενστάσεις της Μπέλλας ήτις, μετά είκοσιν, ημέρας ανέρρωσε.

Όταν όμως εστράφη να ιδή τον Αντωνέλλον, κατετρόμαξε! Δεν ήτο πλέον

αυτός· ήτο η σκιά του. Κατέρρευσεν εντός μιας ημέρας· αι συγκινήσεις,

οι κόποι και αι αγρυπνίαι είχον τελείως καταβάλη το, και άλλως,

ασθενές σαρκίον του γέροντος. — Γρήγορα στο κρεββάτι, εφώναξεν η

Μπέλλα και ο Αντωνέλλος δεν αντέστη. Κατεκλίθη, και ο ιατρός, αφού

τον είδε, είπε κρυφά εις την Μπέλλαν την αλήθειαν . ο Αντωνέλλος ήτο

εις τα τελευταία του . . . Η Μπέλλα έκλαυσε, αλλ' έκρυψε τα δάκρυά

της και εκάθησε κοντά στο προσκέφαλό του.

Ο Αντωνέλλος έσβυνε χωρίς αγωνίαν· μία γαλήνη ήτο χυμένη εις το

πρόσωπόν του, γαλήνη ύπνου, όστις έμελλε να είνε αίώνιος. Ήνοιγε από

καιρού εις καιρόν τα μάτια, ησθάνετο ότι είνε πλησίον του η αδελφή.

— Μπέλλα, εψιθύρισε μίαν φοράν, δε θέλω ν' αγρυπνάς και να

κουράζεσαι· άμε . . .

Και έδιδε εις την φωνήν του τονον θυμωμένου.

Εκείνο όμως που τον επείραζε πολύ ήτο η απουσία του γαμβρού του.

Ησθάνετο το τέλος εγγίζον και συχνά εψιθύριζε, ερωτών αν ήλθεν ο

Καραγιάννης.

— Ήθελα να τον ήβλεπα. Μπέλλα, πότε θάρθη; Και τα μάτια της Μπέλλας

εγέμιζαν δάκρυα. Και ο ασθενής επρόσθετε.

Μην κλαις· θάρθη χωρίς άλλο.

Δυο τρεις ημέρας κατόπιν, τον εμετάλαβαν και μία γαλήνη υπερκόσμιος

εξωράισε το κάτισχνον πρόσωπόν του. Περιέφερε το βλέμμα εδώ κ' εκεί,

εκινούσε τα χείλη, ωσάν κάτι να ήθελε να ειπή, όταν έξαφνα διεδόθη

ότι ένα καράβι είχεν αράξη στον Τούρλο.

Ήτο η «Μπέλλα» και δεν παρήλθεν ώρα, οπού ο Καραγιάννης εισήλθεν εις

το δωμάτιον του ασθενούς. Δεν εγνώριζε περί της ασθενείας του και

έμεινε κατάπληκτος! είχεν ενώπιόν του έν πτώμα . . .

Το πρόσωπον του θνήσκοντος εφωτίσθη.

Ητένισε τον γαμβρόν του και διά του βλέμματος του ένευσε να πλησιάση.

Εκείνος επλησίασε και έκυψεν επ' αυτού. Εκ του στόματος του

θνήσκοντος εξήλθε ψιθυρισμός . . .

— Να την αγαπάς . . .

Δάκρυα ανέβλυσαν επί των βλεφάρων του Καραγιάννη.

Του ένευσεν ακόμη. Εκείνος έκλινε· σχεδόν ήγγισε με το πρόσωπον τα

χείλη του και ηκροάσθη.

Τα χείλη του θνήσκοντος διεστάλησαν ελαφρά, ως όταν θέλει τις να

μειδιάση.

— Και να της δώσης εκείνα τα τάλλαρα . . .

Ήτο η τελευταία πνοή . . .

Το πρώτον και τελευταίον του χαμόγελο . . .

ΕΙΣ ΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΚΡΗΜΝΟΥ

Ω φύγε φύγε, ούτε να σ' ακούσω θέλω . . . τι φρίκη!

— Ποτέ, ποτέ δεν θα φύγω, αν δεν λάβω μίαν απάντησιν, μίαν

υπόσχεσιν.

— Καμμίαν άλλην απάντησιν δεν έχεις ν' ακούσης, παρά ότι μου

προξενείς φρίκην! τ' ακούεις; φρίκην!

Και πεσούσα επί του ανακλίντρου, ανελύθη εις δάκρυα.

Εκείνος εκυλίετο εις τους πόδας της ασθμαίνων, έξαλλος . . .

Εκείνη τον απώθησε και ηγέρθη.

— Φεύγω, επειδή το θέλεις, είπε μετ' ολίγον εκείνος εγερθείς, αλλά

δεν θ' απομακρυνθώ, δεν ημπορώ ν' απομακρυνθώ. Και επρόσθεσε,

συμπλέκων τας χείρας και με φωνήν εκφράζουσαν υπέρτατον πόνον:

— Μήπως το θέλω; σε αγαπώ τόσον . . .

Τω έδειξεν επιτακτικώς την θύραν! Εκείνος τότε, βραδέως οπισθοχωρών,

αφήκε την αίθουσαν και απήλθε της οικίας περίλυπος.

Η νεαρά γυνή εστάθη επ' ολίγον σύννους, μετά τινα δε λεπτά μετέβη εις

τον κοιτώνα της και κατεκλίθη. Η κεφαλή της έκαιε . . .

Μετά έν τέταρτον ώρας ηκούσθησαν τα βήματα του συζύγου, όστις

εισήλθεν εις τον κοιτώνα.

— Τι έχεις, Αρσινόη; ηρώτησεν ανήσυχος.

Αιφνίδιος κεφαλόπονος, Άγγελε. Δεν είνε τίποτε.

Ο σύζυγος έψαυσε το μέτωπόν της.

— Το κεφάλι σου καίει, είπε. Αναπαύσου, θα σου κάμω συντροφιάν.

— Τι καλός που είσαι! είπεν εκείνη.

Εκείνος επήρε βιβλίον και εκάθησεν απέναντί της.

Βυθισμένος εις την ανάγνωσιν, δεν παρετήρησεν ότι η σύζυγος είχεν

αποκοιμηθή. Αίφνης ήκουσε ψιθυρισμόν: — «Φύγε, φύγε.»

Παρετήρησε την σύζυγον, ης τα χείλη εκινούντο ηρέμα. Ανησύχησε και

απέθεσε το βιβλίον. Αλλ' ο ύπνος της νεαράς γυναικός μετ' ολίγον

εγένετο ησυχώτερος. Η αναπνοή εξήρχετο ήρεμος εκ των ημιανοίκτων

κοραλλίνων χειλέων, και εις το πάλλευκον πρόσωπον, όπερ έβαφεν ελαφρά

ροδίνη χροιά, επεκάθητο γαλήνη. Ο σύζυγος επανέλαβε την ανάγνωσιν.

Μετά ημίσειαν ώραν η νεαρά γυνή ήνοιξε τους οφθαλμούς.

— Τι καλά που κοιμήθηκα! είπε.

— Και όμως ήσουν εις την αρχήν πολύ ανήσυχος· επαραμιλούσες μάλιστα.

— Α! και τι είπα;

— Έλεγες «φύγε, φύγε.» Έμενα έδιωχνες βέβαια, είπε μειδιών εκείνος.

Εκείνη εγέλασε.

— 'σένα να διώξω, Άγγελε; Τον φύλακα τον άγγελόν μου;

II

Από δύο ετών ο βίος της Αρσινόης ήτο γαλήνιος, ομαλός, ως επιφάνεια

λίμνης. Αίφνης ήλθε να τον ταράξη τρικυμία, ην είχε νομίση

εκλιπούσαν, κοπάσασαν εντελώς.

Ήτο συνέχεια θυέλλης, ήτι είχεν άλλοτε συγκλονίση τα σπλάγχνα της τα

παρθενικά.

Όταν ο πατήρ της Αρσινόης — δύο έτη πρότερον — της επρότεινε διά

σύζυγον τον Άγγελον, η νέα κόρη εσκυθρώπασε· διότι ο Άγγελος, παρά

της φυσικήν αγαθότητά του, δεν είχε τα προσόντα εκείνα τα οποία

ελκύουν εκ πρώτης όψεως. Σοβαρός, σχεδόν ψυχρός, δεν απεκάλυπτεν

εύκολα τα ψυχικά του χαρίσματα. Η καρδία του ωμοίαζε με κιβώτιον,

εγκλείον μεν θησαυρούς ίσως, αλλά στεγανώς κλειστόν. Ήτο χρυσός,

χωρίς όμως να στίλβη· παρουσίαζε δηλαδή ακριβώς το αντίθετον του

πασιγνώστου φαινομένου, και η Αρσινόη, νέα ενθουσιώδης, ουδέν

ησθάνετο πλησίον του, δεν ησθάνετο τουτέστι ό,τι ελκύει, ό,τι

συναρπάζει μίαν καρδίαν. Το εναντίον ακριβώς συνέβαινε με τον επίσης

οικογενειακόν φίλον Φωκίωνα, Ωραίος αυτός, ευφυής, ζωηρότατος, είχεν

ελκύση την προσοχήν και κατόπιν την καρδίαν της Αρσινόης, ήτις είχε

την ηλικίαν εκείνην, καθ' ην δεν σκέπτεται τις διόλου, αλλά μόνον

αισθάνεται. Οι δύο νέοι, ο Άγγελος και ο Φωκίων, αν και ανόμοιοι τον

χαρακτήρα, ήσαν φίλοι, συνηντώντο δε συχνά και εις την οικίαν της

Αρσινόης, καλής, ωραίας, νοήμονος κόρης και νύμφης επιζήλου. Συχναί

ήσαν αι συναναστροφαί μεταξύ πατρός, θυγατρός και των δύο νέων, ενώ

δε ο Φωκίων δεν έπαυε χαριεντιζόμενος και σπείρων την ευθυμίαν. ο

Άγγελος ωμίλει ολίγα και σχεδόν σοβαρά πάντοτε. Τούτο επείσμωνε την

νέαν κόρην, ελκυομένην καθεκάστην πλειότερον προς τον Φωκίωνα.

Συνέβη, δις ή τρις, στραφείσα αποτόμως προς τον Άγγελον, να συλλάβη

το βλέμμα του προσηλωμένον επιμόνως επ' αυτής· τίποτε άλλο δεν

ηδύνατο ν' αναγνώση επί του προσώπου του. Η μεταξύ των δύο νέων

διαφορά, τουλάχιστον η εξωτερική, ήτο μεγάλη και η νέα κόρη ωρισμένως

έκλινε προς τον Φωκίωνα. Του πατρός της όμως η γνώμη, πατρός όσον

φιλοστόργου, τόσον και νουνεχούς, ήτο εκ διαμέτρου αντίθετος.

Σπουδάσας κατά βάθος τον χαρακτήρα των δύο νέων, ουδ' επί στιγμήν

εδίστασε μεταξύ αυτών. Τον Άγγελον ήθελε σύντροφον του μόνου του

τέκνου, του ορφανού μητρός, της μόνης του χαράς. Αυτόν της προώρισε

σύζυγον, πεποιθώς ότι μαζή του θα ηυτύχει.

Αλλ' η κόρη εσκυθρώπασε. Τον πατέρα και τον εσέβετο και τον ελάτρευε,

αλλ' η καρδία της είχεν ομιλήση και η Αρσινόη ήτο δυστυχής . . . ..

Δεν επάλαισεν όμως· ενώπιον της επιμόνου θελήσεως του καλού της

πατρός, εδέησε να υποκύψη.

Συνέπλεξε μετ' απελπισίας τας χείρας, έχυσε κρυφά πολλά δάκρυα, αλλ'

υπέκυψε . . .

Ο Φωκίων, μαθών τα αποφασισθέντα τη εξηκόντισεν επιστολήν πλήρη

πυρός, δακρύων, λύσσης και απογνώσεως, ην η Αρσινόη, αφού κατέβρεξε

με δάκρυα, έσχε το θάρρος να παραδώση εις το πυρ, το αυτό εκείνο πυρ,

το οποίον την κατέκαιε την στιγμήν εκείνην.

Μετά τον γάμον, ο Φωκίων απεδήμησεν εις την ξένην.

III

Ο Άγγελος περιέβαλε την σύζυγον με πολλήν στοργήν, αν και δεν ηγνόει

την ψυχικήν της κατάστασιν. Συχνά την έβλεπεν εταστικώς, ωσάν να

ήθελε κάτι ν' αναγνώση επί του προσώπου της, κάτι να μαντεύση· ούτε

παρατήρησιν όμως τη απηύθυνε ποτέ, ούτε τίποτε. Εκείνη έβλεπε ταύτα

και ηδημόνει. Θα επροτίμα θόρυβον μάλλον παρά την ησυχίαν αυτήν. Αντί

της απαθείας του, θα επροτίμα παρατηρήσεις, ανακρίσεις φανεράς,

ελέγχους. Ταύτα θα εδείκνυον ενδιαφέρον, πάθος τι, έν αίσθημα. Η

απάθεια εκείνη του συζύγου την παρώργιζε. Αλλ' ήτο αγαθός και τον

ετίμα, αν και επάλαιε διηνεκώς μεταξύ προσφάτου ακόμη, καυστικής

αναμνήσεως και καθήκοντος ιερού.

Εβίαζεν εαυτήν, προσπαθούσα να συνδέεται στενώτερον οσημέραι προς τον

σύζυγον, συχνά δε, οσάκις καμμία ανάμνησις την ηνώχλει επίμονος, τον

εκράτει πλησίον της, ως δεινόν τι προαισθανομένη, ωσάν να την ηπείλει

συμφορά. Εκείνος την έβλεπεν απορών και την καθησύχαζε με λόγους

μειλιχίους.

Μικρόν κατά μικρόν η ψυχική τρικυμία κατηυνάζετο. Οι παροξυσμοί

εγίνοντο σπανιώτεροι. Το αόρατον άστρον, εις ό ανεφέροντο ενίοτε οι

οφθαλμοί της ψυχής, εθαμβούτο ολονέν, ωχρία, αποβάλλον βαθμηδόν την

προτέραν λάμψιν, τότε δε μία γαλήνη ευεργετική, σωτηρία, εγέμιζε την

καρδίαν της. Οι καπνοί που την εσκότιζον πριν, διελύοντο και τώρα

έβλεπε καθαρά ενώπιόν της. Πολύ δίκαιον είχεν ο πατήρ της, όστις,

αφού την εχειραγώγησε και την ενίσχυσεν, απήλθεν εκ του κόσμου

τούτου, βέβαιος περί του έργου του. Η ασθένεια της Αρσινόης βαθμηδόν

υπεχώρει, δεν θα παρήρχετό δε πολύς καιρός και η ίασις θα ήτο

εντελής. Είχε και η Αρσινόη το όνειρόν της το νεανικόν, το οποίον προ

πολλού εσβέσθη εντελώς και δεν υπάρχει εξ αυτού παρά τέφρα ψυχρά, την

οποίαν δεν φοβείται. Τώρα, αντί του ονείρου εκείνου, απλούται ενώπιον

αυτής η πραγματικότης η άνευ ονείρων, η ομαλή, η ατάραχος. Η εστία, ο

καλός σύζυγος! Έν αχ! είς στεναγμός ανακουφίσεως και τώρα η λήθη, η

τόσον ευεργετική.

Ήτο ευτυχής η Αρσινόη, ήτο δηλαδή ήσυχος, ότε πρωίαν τινά ευρέθη

ενώπιόν της ο Φωκίων . . . Ήτο μόνη . . . Αυτός, προ μικρού επανελθών

εκ ταξειδίου, έτρεξεν ευθύς παρά τη φίλη οικογενεία . . . Ήτο τύπος

ωραίου ανδρός, καθ' όλην την σημασίαν της λέξεως. Η στάσις του

εδείκνυε κάποιαν συστολήν. Η Αρσινόη δεν θα ηδύνατο να εκφράση τι

ησθάνθη την στιγμήν εκείνην. Τω έτεινε την χείρα ως παλαιά φίλη,

εκείνος δε, ατάραχος, διηγήθη τα κατ' αυτόν, ευτράπελα, μ'

ευγλωττίαν. Περί του παρελθόντος ούτε λέξεις και ότε ο νέος απήρχετο,

η Αρσινόη του έθλιψεν εκ νέου την χείρα.

Μετά χαράς είδεν ο Άγγελος τον Φωκίωνα. Οι δύο άνδρες ανενέωσαν τας

προτέρας των σχέσεις. Ο οίκος του Αγγέλου ήτο πάντοτε ανοικτός διά

τον παλαιόν φίλον, όστις, της σχολής του τας ώρας διήρχετο εκεί,

ομολογών απροκαλύπτως ότι ουδαμού αλλού ησθάνετο τόσην ευτυχίαν. Οι

δύο άνδρες συνεδέθησαν στενώς πάλιν και η Αρσινόη δεν είχεν αφορμήν

ν' ανησυχήση. Ο Φωκίων βέβαια ελησμόνησεν εντελώς το παλαιόν του

αίσθημα, ως ελησμόνησεν αυτό και η Αρσινόη. — Και τόσω το καλλίτερον,

διενοήθη εν τέλει η νέα γυνή.

Η μεταξύ των τριών προσώπων σχέσις έλαβε τον χαρακτήρα οικειότητος,

χωρίς η προς την Αρσινόην ευλάβεια του Φωκίωνος ν' αλλοιωθή το

παράπαν. Συχνά συνέτρωγον ή συνδιεσκέδαζον εις την πόλιν και τα

περίχωρα. Συνέβη πολλάκις να μείνωσι μόνοι, η Αρσινόη και ο Φωκίων

και τότε όμως περί παντός άλλου εγίνετο λόγος, ουδέποτε δε περί

πράγματος δυναμένου να δώση έστω και πόρρωθεν νύξιν περί του παλαιού

αισθήματος, του νεκρωθέντος προ πολλού ήδη . . . Διότι, σπάνιαί

τινες χειρός θλίψεις θερμότεραι, παρατεταμέναι, ή εξακοντίσεις

βλεμμάτων τολμηρότεραι, δεν ηδύναντο ν' ανησυχήσωσι την νέαν γυναίκα.

Ημέραν τινά, περιεργαζόμενοι τας αιθούσας του Πολυτεχνείου, εις το

διαμέρισμα της ζωγραφικής, εσταμάτησαν προ εικόνος παριστανούσης

άνδρα εν κυνηγετική περιβολή, απάγοντα νέαν κόρην. Μακράν διεκρίνοντο

τρεις τέσσαρες άνδρες, οι διώκται πιθανώς του ζεύγους. Ο Άγγελος

έτυχε να είναι ολίγον μακράν και ο Φωκίων είπεν εις την Αρσινόην,

δεικνύων την εικόνα — «Διά την θέσιν του ανδρός αυτού θα έδιδα την

ζωήν μου·» και ανεστέναξε βαθέως. Η Αρσινόη, μολονότι ταραχθείσα,

εκρατήθη όμως και απήντησε με απάθειαν:

— Και τις η ανάγκη απαγωγής; Ειμπορείτε να εκλέξετε και να

ευτυχήσετε.

— Α! ναι, είπεν ο Φωκίων με πικρίαν καταφανή. Μίαν φοράν εκλέγουν

και εγώ την τύχην μου την είδα. Η Αρσινόη ηρυθρίασε κ' έσπευσε ν'

απομακρυνθή, μετ' ου πολύ δε και οι τρεις απήρχοντο του Πολυτεχνείου.

Ο Φωκίων έκτοτε ήλλαξε τρόπον. Από της άκρας ευθυμίας, παρεδίδετο

αίφνης εις μελαγχολίαν μεγάλην. Η Αρσινόη ήτο απαθής, ή επροσποιείτο

και ο Φωκίων ηρεθίζετο. Συχνά τη έρριπτεν επίμονα ή παρακλητικά

βλέμματα εις τα οποία εκείνη δεν απήντα και ο Φωκίων εγίνετο εκτός

εαυτού. Εβασανίζετο υπό επιμόνου σκέψεως, ήτο δε διαρκώς εν νευρική

ταραχή και ήρχοντο στιγμαί καθ' ας επεθύμει να τον εδίωκον της οικίας

μάλλον παρά να τον δέχωνται με τόσην προθυμίαν. Έκαμνεν εκ

διαλειμμάτων συντόμους απουσίας, χωρίς η κατατρύχουσα αυτόν οδύνη να

κατευνάζεται.

Μίαν πρωίαν τέλος, εν στιγμή ακροτάτου ερεθισμού, έπεσεν εις τους

πόδας της Αρσινόης, εξομολογούμενος με γλώσσαν πυρίνην, το κατατρώγον

αυτόν πάθος . . . .

Εκείνη, ήτις προ πολλού τον εμάντευε, απέκρουσεν, ως είδαμεν,

υπερήφανα, εν αγανακτήσει, την αυθάδη εξομολόγησιν, ότε δ' εκείνος

απηλπισμένος απήρχετο, εκείνη ανελύετο εις δάκρυα . . .

IV

Μεγάλη μεταβολή επήλθεν εις τας έξεις και εις αυτόν τον χαρακτήρα του

Φωκίωνος. Αι επισκέψεις του εις του Αγγέλου είνε σπάνιαι και νομίζει

κανείς ότι είνε άλλος άνθρωπος. Δεν είνε πλέον ζωηρός, όπως ήτο, και

ομιλητικός. Η σοβαρότης αυτή εκπλήττει τον φίλον του όστις, αποδίδων

αυτήν εις άλλας αφορμάς, συχνά τον πειράζει, δεν εκπλήττει όμως την

Αρσινόην, αλλά την ανησυχεί, φοβουμένην μη η ασυνήθης αύτη μετατροπή

κρύπτη καμμίαν παγίδα . . . Ο καιρός όμως παρέρχεται και η Αρσινόη

δεν έχει λόγους να φοβήται· απ' εναντίας τώρα λυπείται . . . Ο Φωκίων

είνε σκυθρωπός και η μελαγχολία του, ολίγον κατ' ολίγον, μετεδόθη και

εις την Αρσινόην, ήτις μόνον ενώπιον του συζύγου προσποιείται την

εύθυμον. Την μεταβολήν ταύτην ο Φωκίων την αντελήφθη αμέσως και δεν

δυσηρεστήθη· προφανώς εν τη ψυχή της Αρσινόης ετελείτο πάλη. Ήτο

πάντοτε η αυτή γαλήνιος και αξιοπρεπής γυνή, αλλά πολύ την δυσηρέστει

τώρα η δυσθυμία του Φωκίωνος, όστις εξηκολούθει επιμόνως την αυτήν

τακτικήν, προβαίνων μέχρι του μέτρου ν' αποφεύγη όσον ηδύνατο να την

βλέπη μόνην . . .

Ημέραν τινά εν τούτοις ο Φωκίων δεν ηδυνήθη να την αποφύγη. Ήτο

μελαγχολικώτερος του συνήθους και εις την ερώτησιν της Αρσινόης διατί

η τόση του δυσθυμία, εκείνος απήντησεν ότι ήτο πολύ σκληρός ο

περίγελως, αφού κάλλιστα γνωρίζει την αφορμήν . . . Και επρόσθεσε με

φωνήν ομοιάζουσαν μάλλον ψιθυρισμόν: — Και να μην ημπορώ ν'

απομακρυνθώ . . . — Αλλ' η φιλία τότε; είπεν εκείνη. — Δεν υπάρχει

καμμία, απήντησεν εκείνος με πικρίαν. — Ούτε η ιδική μου; είπεν

εκείνη ταπεινοφώνως, χωρίς να τον ατενίση . . . Εις τον τόνον της

φωνής ο νέος διέκρινε τρυφερότητα . . . η καρδία του υπερεπληρώθη,

αλλ' η Αρσινόη ηγέρθη. — θέλω να είσαι εύθυμος, τ' ακούεις; είπε

τεταραγμένη· το θέλω. Και απεμακρύνθη εσπευσμένως.

V

Αντηλλάγησαν επιστολαί τίνες. Αι του Φωκίωνος εδείκνυον το πυρ που

τον έτρωγε, αι της Αρσινόης, αίσθημα αναγεννώμενον Φευ! ήτο το πρώτον

της Αρσινόης ολίσθημα . . . Ησθάνετο ότι παρεσύρετο, ότι ελιποψύχει

και ήρχοντο στιγμαί καθ' ας έκλαιεν από εντροπήν. Ως εξ ενστίκτου,

εζήτει περί αυτήν έρεισμά τι, κάποιαν ενίσχυσιν, εζήτει έν φάρμακον

κατά της αδυναμίας της τής ενόχου, της ολεθρίας . . . Προ πολλού

επεθύμει να ταξειδεύση και ο σύζυγος ανέμενε τας διαταγάς της, χωρίς

αύται να δίδωνται.

— Όταν θελήσης, είμ' έτοιμος, Αρσινόη, της είπεν ημέραν τινά· τίποτε

δεν θα μ' εμποδίση.

— Ναι, ναι, Άγγελε, ευχαριστώ· αργότερα. Και ενώπιον της συζυγικής

καλωσύνης, ησθάνετο τας παρειάς της φλεγομένας!

Η κρίσις έφθασεν εις σημείον οξύτατον. Ο Φωκίων είνε επιτακτικός, ενώ

συγχρόνως ικετεύει. Αι επιστολαί του εκφράζουν όλην την οδύνην

ανθρώπου εμμανώς αγαπώντος· είνε επιστολαί ημιπαράφρονος, η τελευταία

του δε είνε αληθινή λάβα ηφαιστείου. — «Αν δεν έλθης — έγραφεν —

αυτήν την φοράν, δεν θα ημπορέσω ν' ανθέξω περισσότερον . . .»

Η ημέρα εκείνη είνε ημέρα τρικυμίας ψυχικής απεριγράπτου διά την

Αρσινόην· αι ώραι, αι στιγμαί, είνε ώραι και στιγμαί αλλοφροσύνης.

Κάθηται, εγείρεται, κρατεί βιβλίον χωρίς ν' αναγινώσκη,

πηγαινοέρχεται, γελά και κλαίει. Είχεν αποφασίσει την υπερτάτην

θυσίαν και είνε εκτός εαυτής. Διότι το βήμα το οποίον απεφάσισε, δεν

είνε εις θέσιν να είπη αν τη προξενή αγαλλίασιν ή φρίκην! τόσον τα

δύο ταύτα αισθήματα συγχέονται. Ο σύζυγος απουσιάζει δι' υποθέσεις

του και είνε εντελώς ελευθέρα. Η τροφός, ήτις την ανέθρεψε και δεν

τολμά να την κρίνη, διότι τη είνε ολοψύχως αφωσιωμένη, θα την

συνοδεύση εις την νυκτερινήν εκδρομήν της. Θα επανέλθουν πριν ή

επιστρέψη ο σύζυγος, όστις άλλως έχει πλήρη εις αυτήν πεποίθησιν. Ο

σύζυγος, ο αγαθός άνθρωπος, ο άγγελός της . . . Και τα επίθετα ταύτα,

τα οποία έρχονται εις την μνήμην της αδιάκοπα, ωσάν καμμία δύναμις να

τα στέλλη, είνε τόσα κτυπήματα μαχαίρας εις την πληγωμένην ψυχήν της

. . .

Αλλ' η ώρα εγγίζει και πρέπει ν' απέλθη. Η πιστή τροφός την αναμένει

σιωπηλή. Εγείρεται και προχωρεί ολίγα βήματα, αλλ' ενθυμείται αίφνης

και διευθύνεται προς τον κοιτώνα της. Θέλει δι' εσχάτην φοράν να

προσευχηθή, να ζητήση εξ ύψους ενίσχυσιν εις την αναμενομένην πάλην.

Διηγήματα, Νέα Σειρά · 第 4 / 8 段