Και ο καλόγερος, ο απλός, ο άδολος, ο απονήρεφτος εθύμωσε τώρα·

εθύμωσε στα γερά, εκοκκίνησε, ο αθώος αυτός, για του χαμένου

ανθρώπου, για του ανίερου παππά τη διαγωγή! Ετραβήχτηκε σιγά σιγά από

την συντροφιά και μέσα στης νύχτας το σκοτάδι έγεινε άφαντος.

Το πρωί ο καλόγερος δεν ήτανε στο Μοναστήρι· επήρε το φτωχικό του

δέμα κ' έφυγε· έφυγε γρήγορα, γρήγορα, να μην τον ιδούν, σαν να τον

έδιωχταν! Δεν ήθελε ν' αντικρύση πλιο το μασκαρένιο πρόσωπο του

υποκριτή. Έλειψε κάμποσο καιρό κ' εφανερώθηκε μόνο, όταν έδιωξαν τον

παππά Συνέσιο, για να ξαναφύγη, σαν εγύρισε πάλι ο ψευτόπαππας,

σταλμένος από τον Δεσπότη. Το παιχνίδι αυτό έγεινε δυο τρεις φορές·

ήρχετο ο ένας, έφευγε ο άλλος. Έκαμε κάθε τρόπο ο 'γούμενος να τον

ξαναφέρη στα νερά του, είχε όμως να κάμη με χαραχτήρα διαμαντένιο,

αλύγιστο και η πονηριές του σαν νερό, έσπαναν κ' εσκορπιόνταν

ανίσχυρες απάνω στον ακλόνητο βράχο της αρετής του καλόγερου.

Και τώρα ο καλόγερος δε βρίσκεται στο Μοναστήρι και όλοι θυμούνται

τον χαραχτήρα και τα λόγια του, χωρίς κανένας να έχη το θάρρος να

τονε μιμηθή. Όλοι θυμούνται την αρετή του καλόγερου, που δεν υπόφερε

τη παραμικρή διπροσωπία.

Τώρα ετοιμάζεται νέο δράμα από τον παππά Συνέσιο! θέλει να χαλάση

καμωμένο αρρεβώνα και να παντρέψη την κουμπάρα του. Εβάλθηκε με τα

όλα του και βοηθοί του είνε ο παππά Κρητικός και ο Γιάννης ο Σερέτης,

δυο άξια υποκείμενα.

Και ο πατέρας όμως της αρρεβωνιασμένης κοπέλλας είνε άνθρωπος με

χαραχτήρα, με δύναμι, με θέλησι· έχει φίλο και τον Δήμαρχο και είνε

άγνωστο τι θαγενή.

ΚΕΦ. Δ'.

ΤΑ ΧΟΙΡΟΣΦΑΓΙΑ

Δύο μεγαλόσωμα, μελιτόχρωμα, ωμορφοκαμωμένα βώδια, ήταν ζεμμένα στο

αλέτρι του γέρω Μήτρου. Βροχούλα ψιλή είχε πέση τη νύχτα και ο γέρος

αποφάσισε να οργώση. Μικρόσωμος, κυρτωμένος λίγο, μα στιβαρός σα

στομωμένο σίδερο, με ανοιχτά τα δασύτριχα, πλατειά του στήθια,

ακουμπούσε στο αλέτρι απάνω το ζερβό του το χέρι για να διευθύνη το

υννί και με το δεξί κρατώντας τη βουκέντρα, εκεντούσε τα ζα τα

πολυδύναμα, οπού υπομονετικά και υπάκοα, ετέντωναν τον σκληρόσαρκο,

πλατύτατο λαιμό τους κ' επροχωρούσαν με το βαρύ τους πάτημα. Το

σίδερο έσκιζε με κόπο το λεπτόγαιο χωράφι, που αντιστέκετο όσο

μπορούσε, λες και δεν ήθελε ν' ανοίξη τα σπλάγχνα του στο κρύο, το

σκληρό, το άπονο σίδερο. Και ο γέρω Μήτρος ολοένα εκεντούσε,

ομιλώντας πότε πότε με τα χτηνά του στη γλώσσα που τα συνείθισεν ν'

ακούνε και το αυλάκι σιγά σιγά εμάκραινε και ο ήλιος ανέβαινε κ'

εφλογοβολούσε κ' έψηνε το χώμα, ενώ μικροπούλια του κάμπου

ποικιλόχρωμα, χαριτωμένα, καθισμένα στους θάμνους και στα χαμόκλαδα ή

και στο νωποανασκαμένο χώμα, πίσω από το αλέτρι, εύθυμα, άφοβα,

ωρμούσαν πότε πότε, σαν σαΐτες, ψηλά σ' ένα διάστημα, αφίνοντας και

καμμιά χαροπή φωνούλα, άρπαζαν σ' τον αέρα κανένα έντομο και

κατέβαιναν πάλι στα χαμόκλαδά τους, ή και εκυνηγούσε το ένα τ' άλλο,

χωρίς καθόλου να φοβούνται τα βώδια και το γέρω Μήτρο, συντρόφους

τους συνειθισμένους.

Μια στιγμή εστάθηκε ο γέρω Μήτρος ν' ανασάνη, όπου βλέπει κάποιον να

έρχεται. Ήταν ο Κεριάκος ο αραβωνιαστικός της κόρης του Κοντοπάνη και

μικρανεψιός του γέρου Μήτρου.

— Ώρα καλή, μπάρμπα, είπεν ο Κεριάκος, σαν ήρθε κοντά στο γέρο.

— Καλό στον Κεριάκο!

— Καλώς τα κάνετε!

— Νάσαι καλά!

— Δεν είνε πρώιμα για ζευγάρι, μπάρμπα;

— Εζήλεψα την ψυχάλα την ψεσινή κ' εστοχάστηκα σήμερα να βάλω χέρι,

γιατί ετούτος ο πάσπαρος έχει να με χαλάση, βρε παιδί· μοναχή πέτρα

το αθεόφοβο!

— Και ο Γιάννης που είνε; (ο Γιάννης ήτανε γυιός του γέρου Μήτρου).

— Επήε με αγώι στη χώρα. Και κάτι ως εδώ;

— Δεν ειξέρω κ' εγώ ήντα κάνω, μπάρμπα. Είμαι ζαλισμένος κ' επήρα

δρόμο.

— Πώς μαθές;

— Για τη δουλειά που ξέρεις. Ο 'γούμενος δε μ' αφίν' ήσυχο· ο

Κοντοπάνης πάλι τα δικά του και μην αρωτάς.

— Εσύ φταις, Κεριάκο· κανένας άλλος,

— Μα σα δε σ' αφίνουνε ήσυχο.

— Ο φρόνιμος άθρωπος κάνει μιαν απόφασι, την καλλίτερη και ησυχάζει·

σου τόπα κι' άλλη φορά! Ήδωκες το λόγο σου; βάσταξέ τονε· ευτά ξέρω

γω.

Και εσήκωσε τη βουκέντρα και έβαλε το ζερβό του χέρι στο αλέτρι

απάνω.

— Καλό βράδυ, μπάρμπα, είπεν ο Κεριάκος και αργοπατώντας,

απομακρύνθηκε.

— Ανεμόμυλε! του ετίναξεν από πίσω ο γέρος και εξακολούθησε τ'

όργωμα.

Σε μεγάλη συλλογή και σε φοβερή στενοχώρια βρίσκεται ο νέος Κεριάκος,

ο γαμπρός, οπού τον θέλουνε, ο παππά Συνέσιος για την κουμπάρα του

και ο χωριανός Κοντοπάνης· είναι βαρύς γαμπρός και καλός δουλευτής,

τα καλά όμως αυτά του βγαίνουν από τη μύτη, γιατί δεν τον αφίνουν

ήσυχο. Για να πούμε την αλήθεια, όλα τα φταίει ο χαραχτήρας του ο

αδύνατος, ο νερουλιασμένος που τονε κάνει να παραδέρνη εδώ κ' εκεί,

πότε δεξιά, πότε ζερβά, σαν ατιμόνευτο καράβι, σαν ανεμόμυλος, που

είπεν ο γέρω-Μήτρος χωρίς να ξέρη τι πρέπει να κάμη. Σήμερα τούτο,

αύριο εκείνο, σε όλες του της δουλειές ήτανε τέτοιος, αναποφάσιστος

και τα καλά που είχε επήγαιναν σχεδόν χαμένα, γιατί τα εσκέπαζε το

μεγάλο αυτό ελάττωμα.

Και εις την τωρινή περίστασι, την πιο δύσκολη απ' όλες, τα έχει

χαμένα. Ο Κοντοπάνης, ύστερ' από πολύ κόπο, έφτασε και τον

αρρεβώνιασε με την κόρη του· από το άλλο όμως μέρος του ερρίχτηκε ο

παππά Συνέσιος για την κουμπαρούλα του, την κόρη του Μαρούπα· του

εμπήκε με τα όλα του και τον έχει στα δυο στενά να τονε παντρέψη.

Θέλει αυτή τη δουλιά να τηνε κερδήση χωρίς άλλο και για τη φιλοτιμία

του — καθώς λέει — και για να μπη στη μύτη του εχθρού του τού

Κοντοπάνη, οπού τον εκατάτρεξε περισσότερο από κάθε άλλονε. Με όλη

του όμως την τέχνη, βλέπει τον γαμπρό να παραδέρνη σαν το νερό, στα

ενάντια ρεύματα, και αποφασίζει να βάλη εις ενέργεια τα μεγάλα μέσα,

ό,τι τέχνασμα και κατεργαριά του έλθη στο νου. Από το άλλο μέρος ο

γέρω Κοντοπάνης τα μυρίσθη και αγρίεψε. Την κόρη του την έχει

αρρεβωνιασμένη και πήρε τα μέτρα του για να μη ρεζιλευτή. Εγνώριζε

πως ο παππά Συνέσιος ωμιλούσε συχνά με τον παππά Κρητικό, έναν

κατεργαρόπαππα της χώρας, που έχωνε τη μύτη του, σαν την όρνιθα, εις

πολλώ λογιώνε σκύβαλα και που εδιάβαζε τη Σολωμονική στης ανόητες

γυναίκες και ήταν πολύ ανήσυχος, τόσο περισσότερο, οπού ο γαμπρός ο

ευκολολύγιστος, όλο ανάβαλλε την ημέρα του γάμου. Η αρρεβωνιστική του

η Αννέζα είχε και αυτή μεγάλο πείσμα και πολλές φορές τον εξέβρισε,

χωρατά κι' αλήθεια, ονομάζοντάς τονε άστατο ανεμόμυλο, ενώ εκείνος

εγελούσε, λέγοντάς της να μένη ήσυχη.

Ως τόσο εγίνηκε γνωστό πως εις του γέρω Μαρούπα το χωριό, θα είνε

χοιροσφάγια, το βράδυ της Κεριακής που ερχότανε. Τα χοιροσφάγια είνε

μεγάλο πανηγύρι στους χωριανούς· εκεί συνάζουνται γείτονοι και φίλοι

και γίνεται ατελείωτο φαγοπότι. Αυτή τη φορά ο Κοντοπάνης είχε αφορμή

μεγάλη να είνε ανήσυχος· εφοβότανε πως τα χοιροσφάγι' αυτά γίνουντ'

επίτηδες για να σκεπαστούν εκείνα που ο γέρω Μαρούπας δε θέλει να

φανούνε και για να μιλήσωμε πιο καθαρά, υποψιάστηκε πως τη βραδειά

εκείνη μπορεί να έχανε το γαμπρό.

Και ετοιμάστηκε για τη μεγάλη μάχη. Επήρε τα μέτρα του όλα, για να

ματαιώση, με κάθε τρόπο, την κακή, την άνομη πράξι που υποπτευότανε.

Και για να βεβαιωθή καλλίτερα πως η υποψίες του είνε βάσιμες,

επαραμόνεψε στο δρόμο οπού φέρνει στο σπίτι του Μαρούπα, και σαν

άρχισε να σκοτεινιάζη, είδε, σ' ένα μουλάρι απάνω, τον παππά Κρητικό,

μ' ένα παιδί στα καπούλια, να τραβά κατά το χωριό.

Συγχισμένος και με απόφαση όμως, ήτρεξε στο σπίτι του που τον

περίμεναν οι φίλοι του. Το γαμπρό τον είχε χαμένο κάμποσες ημέρες

τώρα και ήταν πολύ θυμωμένος.

Ωστόσο έξω από το σπίτι του γέρω Μαρούπα ήτανε πανηγύρι. Καμμιά

εικοσαριά χωριανοί, άντρες και γυναίκες, εωρτάζανε τα περίφημα

χοιροσφάγια, οπού τα περιμένουνε με πολλή ανυπομονησία οι φαγάδες. Το

αληθινό αυτό της κοιλιάς πανηγύρι, το θρίαμβο αυτό των θεοκοίληδων το

έχουνε οι χωριανοί όλο το φθινόπωρο, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο

άλλο έως το τέλος. Κακοστομαχιά δε ξέρουν τι θα πη οι σιδερένοι

άνθρωποι αυτοί και στο τέλος του γλεντιού, σαν να είνε στην αρχή του.

Ο γέρω Μαρούπας εφρόντισε· να γλεντίσουν καλά οι φίλοι του. Αυτοί

κάθονται άλλοι κατάχαμα, άλλοι σε πέτρες ή σε χοντρόσκαμνα, συντροφιές

συντροφιές, τριγύρω σε χαμηλούς ταβλάδες έτοιμοι να τιμήσουνε το

πλουσιοπάροχο δείπνο. Στα πρόχειρα τραπέζια πάνω ήβλεπες

μαχαιροπήρουνα γερά και σπασμένα, μικρά και μεγάλα, και φλιτζάνια

καθένα με το χρώμα του και πιάτα βαθειά και απλωτά, καλά και πρόστυχα

και μερικά μισοσπασμένα, όλ' ανάκατα βαλμένα εδώ κ' εκεί με αμέλεια,

χωρίς καμμιά τάξι, γιατί εκείνο που δουλεύει στους χωριανούς, είνε η

παλάμη και τα δάχτυλα. Το χοίρο, ζώο σιτευτό και μεγάλο, μετά το

σταύρωμα, το σφάξιμο δηλαδή, τον καψάλιασαν, τον έπλυναν, τον έξυσαν

και τον κρέμασαν σ' ένα πρόχειρο ξύλινο τρίποδο με το κεφάλι κάτω.

Τον είχαν κάμη άσπρο σαν αυγό και μόνο η μύτη του εμαύριζε, μ' ένα

κορδόνι στην άκρη από αίμα πηχτό, σαν σκωλαρήκι, το υστερνό του αίμα.

Ύστερα 'δούλεψε το μαχαίρι μέσα κι' όξω και τα κομμάτια τάδωκαν στης

γυναίκες. Αυτές ανάψανε φωτιά με κληματόβεργες και φρύγανα, έστησαν

τρία τέσσερα τηγάνια κι' άρχησαν να τηγανίζουν τα σύσερα, τα ορεχτικά

του χοίρου, κομματάκια από τα εντόσθια, παραγεμισμένα με λίπος και

σηκότια και μικρά κομμάτια λαρδί· το μαχαίρι έκοφτε, η φωτιά εδούλευε

και τα πεινασμένα και ανυπόμονα στομάχια ήταν έτοιμα. Και πολύ σωστά·

το ερεθιστικό τσιτσίρισμα των τηγανιών από το ένα μέρος και από το

άλλο η μυρωδιά που εχυνότανε γύρω, δυνατή και γαργαλιστική καθώς και

τα πολλά μπουκάλια του ρετσινάτου, έδιναν μεγάλη ευθυμία στους

χωριανούς, οπού καθισμένοι, από τρεις τέσσερες, δεν έβλέπανε την ώρα

να ριχτούνε στο θησαυρό αυτό και να του δώσουν να καταλάβη.

Όλ' αυτά επαρουσίαζαν μίαν εικόνα αρκετά φανταστική. Η χλωμή λάμψι

που ανάδιναν τα κληματοφρύγανα, με το λυπητερό τους, σαν παράπονο,

τριζοκόπημα στη φλογισμένη αγκαλιά του φοβερού στοιχείου, ήταν σε

μιαν άκρη αντίθεσι, με τον βαθυγάλαζο, τον ατελείωτο ουράνιο θόλο με

τ' αμέτρητα, τα διαμαντένια του άστρα, που με το εξαίσιο,

τρεμουλιαστό λαμποκόπημά τους, έχυναν την άσβεστη φεγγοβολή τους στο

χωρικό δείπνο. Ελαμπύριζαν οι αιώνιοι φανοί, σαν να περιγελούσαν την

άρρωστη, τη θαμπερή ανθρώπινη φωτίτσα, οπού, για μια στιγμή, έρριχνε

με ορμή τη φλόγα της πολύγλωσση, για να γενή, σε λίγη ώρα, στάχτη και

καπνός.

Ο νοικοκύρης, ασπρομάλης μα γερός ακόμα, με τη γιορτερή του φορεσιά,

σαλβάρια, μάλλινη καινούρια ζώνη, άσπρες κάλτζες, παπούτζια

πρωτόβαλτα και κόκκινο σκούφο, επαράστεκε στο δείπνο για να

ευχαριστήση τον κόσμο του. Εφαινότανε γελαστός και χαρούμενος, αν

όμως κανένας επρόσεχε θα εδιάκρινε κάποια ανησυχία στα κινήματα και

περισσότερο στα μάτια του τα κατάμαυρα που, κάτω από τα πυκνά του

φρύδια, εβυθιζόντανε, πότε πότε, στη σκοτεινιά μέσα, σαν να τηνε

διαπεράσουν.

Οι χωρικοί επέσανε στα φαγιά με λύσσα, χωρίς όμως ν' αφήκουν και την

κουβέντα. Μερικοί μιλούσαν για της δουλιές τους μεγαλόφωνα, άλλοι

σιγά ελέγανε τι ετοιμαζότανε στο σπίτι μέσα.

Και αληθινά κάτι τι πολύ τολμηρό ετοιμαζότανε στο σπίτι. Αυτό,

ανοιχτό στην αρχή, έπειτα εκλείσθηκε και σαν να μην έδινε σημείο πως

ήταν μέσα του ζωή. Κλειστά τα πορτοπαράθυρα, και μόνο από της

χαραμάδες εφαινότανε φως. Ο γέρω Μαρούπας, ζωηρός επήγαινε από την

μίαν άκρη της συντροφιάς στην άλλη κ' έκανε ταραχή για δέκα· εμιλούσ'

εγελούσ' εφώναζε, θαρρείς το έκαν' επίτηδες· και η συντροφιά όμως δεν

επήγαινε παρακάτω και ήταν ένα πανδαιμόνιο από φωνές, γέλοια,

τραγούδια και σφυριματιές. Έκανε ταραχή ο γέρω νοικοκύρης, μα είχε

και το νου του· πότε πότε έστηνε το γυμνασμένο αυτί του ν' ακούση

κανένα μακρυνό κρότο ή εβύθιζε το βλέμμα του στο σκότος μέσα για να

διακρίνη. Και για κάμποση ώρα ήταν ήσυχος. Ησυχία μεγάλη εκρατούσε

στον κάμπο, όσο μπορούσε ν' ακούση τ' αυτί. Οι χωριανοί όλοι είχαν το

νου τους στο φαγοπότι και στο ζεύκι τους και θαρρείς δεν τους έμελε

για τίποτ' άλλο· σαν να μην ήξεραν τι ετοιμαζότανε στο σπίτι. Ένας

μονάχα, παλληκάρι είκοσι χρονώ δεν ήθελε να ησυχάση και όσο έπινε

τόσο περισσότερο αγρίευε. Είχε μυριστή τα πράγματα κ' έδειχνε

μεγαλόφωνα τη δυσαρέσκεια του και το θυμό του. Οι σύντροφοι του με

κολακίες και γλυκόλογα ζητούσανε να τον κρατούν ήσυχο.

— Τα σκοτεινά πράμματα δε μ' αρέσουν εμένα· αν είνε γάμος θέλω κ'

εγώ να ξέρω· εφώναζε δυνατά.

Και εζήτηξε να σηκωθή, μα δυο σύντροφοι, ο ένας δεξιά κι' ο άλλος

ζερβά, τον βαστάξανε.

— Μην κάνης σαν παιδί, καϋμένε Στέφανε· ήντα σε κόφτει; ας κάμουν

ό,τι θένε μέσα· βάλε να πιούμε.

Και του εγέμισε το ποτήρι του.

— Όχι, εφώναξε με μανία ο Στέφανος. Τα σκοτεινά δε μ' αρέσουνε· το

σπίτι πρέπει ν' ανοίξη.

Και με όλη του τη δύναμι πέφτει απάνω στον ένα σύντροφο, τον ρίχτει

κάτω, αναποδογυρίζει το σοφρά με τα φαγιά και τα κρασιά και κινά,

τρικλίζοντας, κατά το μέρος που ήταν οι γυναίκες. Ο γέρω Μαρούπας

τρέχει τότε και τον αρπάζει από τη μέση και με πολλά παρακάλια και

μάτια μου και φως μου, τον ησυχάζει λίγο.

— Καλά, γέρω Μαρούπα, για το χατήρι σου, μα σα γίνεται γάμος, θέλω

ν' ακούσω τραούδι.

Ο Μαρούπας είπε στης γυναίκες να τραγουδήσουνε, εκάθισε κοντά τους

τον ανήσυχο Στέφανο και σε λίγο, στη σιωπή της νυχτιάς αντήχησε ένα

οξύ και μακρότατο μονόφωνο.

«Ένα τραούδι θενά πω απάνω στο λεμόνι.

«Να ζήσ' η νύφη κι' ο γαμπρός κ' η συντροφιά μας όλη.

«Ένα τραούδι θενά πω απάνω στο κεράσι.

«Να ζήσ' η νύφη κι' ο γαμπρός και να καλογεράση.

Ο Στέφανος, μεθυσμένος, ξαπλώθηκε κατά γης και απολάμβανε.

Άξαφνα ο γέρω Μαρούπας ανησύχυσε· του εφάνηκε ν' άκουσε κάτι σαν

πάτημα· έτρεξε στην άκρη του χωραφιού. Έστησε τ' αυτί του κ'

εδιάκρινε τώρα ποδοβολητά να πλησιάζανε ολοένα· και σαν να ήταν

κάμποσα. Ανησύχησε φοβερά έτρεξε στο σπίτι, εβρόντησε κ' ευθύς η

πόρτα ανοίχτηκε, εμπήκε μέσα και την εκλείδωσε.

Ας δούμε ως τόσο τι εγινότανε μέσα.

Το σπίτι ήταν χωρισμένο σε δύο μεγάλες κάμαρες, με νωποασβεστωμένο το

χωματένιο τους πάτωμα. Εις την κάμαρα του βάθους, σε καθήκλες

παλαιές, ψηλές, από μαύρο σκαλιστό ξύλο, αγορασμένες από κανένα

ξεπεσμένο αρχοντόσπιτο, κάθουνται η κόρη του Μαρούπα με τα νυφικά

της, πράσινο μεταξωτό φαυστάνι, βραχιόλια παλαιά μαλαματένια,

σκουλαρίκια κουκουναριές από μαργαριτάρι και στα χέρια δύο τρία

δαχτυλίδια μονόπετρα· η μάννα της, γρηά μικροκάμωτη και στεγνή, με

μάλλινο καινούριο φουστάνι, με μαντήλι κλαδωτό στο λαιμό και όμοιο

μαύρο μεταξωτό στο κεφάλι. Ο Γιάννης ο Σερέτης φρεσκοξυρισμένος,

χτενισμένος, με τη φορεσιά του την καινούρια, που την έβανε μόνο στης

επίσημες ημέρες, με μαύρο μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό, ναυτικά δεμένο

και με το καλό του φέσι με το ανοιχτόχρωμο, μπιμπιλωμένο μαντήλι

περίγυρα και η γνωστή μας χήρα, η παχουλή και αφράτη, η συδέκνισσα

του παππά Συνέσιου με την πιο καλή της φορεσιά.

Στην νοτεινή γωνιά της κάμαρας είνε το νυφικό, απλό ξύλινο κρεββάτι,

νωποστρωμένο, κάτασπρο, καθαρώτατο, με πολύχρωμο μεταξωτό γαλάζιο

πάπλωμα, δύο μεγάλα μαξιλάρια χιονάτα με πλατιές δαντέλες στης άκρες,

και με κουρτίνες και τουρναλέτο, απλά όλα μα κάτασπρα. Το έστρωσε,

λίγο προτήτερα, ο Σερέτης και τώρα κάθεται αντίκρυ του και το

καμαρώνει.

Εις τη μέση της κάμαρας, απάνω σε τραπέζι, στρωμένο με άσπρο

τραπεζομάντηλο, είνε τα στέφανα, καμωμέν' από κληματόβεργες και

τυλιγμένα με ασπρογάλαζες κορδέλες, δύο λαμπάδες και το ευαγγέλιο.

Τα πρόσωπ' αυτά μιλούσαν ανάμεσό τους, μα με φωνή χαμηλή, ίσως για να

μη συγχίζουν' εκείνους που είνε στην πρώτη κάμαρα.

Εδώ κάθουνται ο παππά Συνέσιος, ο παππά Κρητικός και ο Κεριάκος, ο

υποψήφιος γαμπρός. Κάθουνται σ' ένα τραπέζι γύρω, φορτωμένο από φαγιά

και πιοτά. Η ομιλία τους είνε πολύ σοβαρή.

— Εκείνα που σου λέου, Κεριάκο, είνε τα καλά και τ' άγια· στην υγειά

σου.

— Για να ης, γούμενε,

— Το λόγο σου τον έχω τόσον καιρό τώρα και δεν ακούω πλιο πρόφασες.

— Ναι, μα το λόγο μου τον ήδωκα πρώτα του Κοντοπάνη.

— Δε βαριέσαι, είπεν ο 'γούμενος και στον ίδιο καιρό εγέμισε το

ποτήρι του γαμπρού, οπού το εκατεβάσε με μιας. — Εγώ σε λυώ από το

λόγο σου· πας και τους ήφαες τίποτα;

— Δε σου λέου, είπεν ο Κεριάκος με τραυλή φωνή από το ποτό, μα . . .

— Δεν έχει μα και ξεμά· όλα είν' έτοιμα, θα πάμε μέσα να

ξεμπερδεύωμε, να ησυχάσης και συ. Το Φλουρώ έχει καλλίτερα πράματ'

από την Ανέζα κ' εγώ πάλι ό,τι καλό μπορώ θα σου κάμω.

Και τον εκέρασε πάλι· στο κέρασμα έλαβε μέρος και ο παππά Κρητικός, ο

οποίος και είπε πολλά του Κεμιάκου, κερνώντας τον λίγο λίγο. Αυτός ο

καϋμένος είχε δεν είχ' εμέθυσε και μια στιγμή ήδωκε το λόγο του.

— Δε θέλω να ξέρω τίποτε πλια· εξεμπέρδεψε· το Φλουρώ θα πάρω και δε

δουλειώ κανεί. . .

Σαν ήκουσαν αυτό ο 'γούμενος και ο παππά Κρητικός, επήραν και οι δυο

τον Κεριάκο από της μασχάλαις και τον πήγαν στην άλλη κάμαρα. Ο

'γούμενος ήγνεψε του Σερέτη κι' αυτός εσηκώθη, επήρε τον γαμπρό, που

ετρίκλιζε, και τον έβαλε στη μέση. Η νύφη έτοιμη εστάθηκε δίπλα του·

ο Κεριάκος σαν την είδε, της έπιασε το χέρι και της είπε με φωνή

μεθυσμένου και μ' ένα κουτοχαμόγελο.

— Όποιος θέλει τώρα, ας έρθη να σε παρ' απ' το χέρι μου.

Ως τόσ' ο παππά Κρητικός εντύθηκε γρήγορα γρήγορα, έκαμε νόημα του

Σερέτη να βαστά τον γαμπρό από πίσω, επλησίασε το τραπέζι που ήταν το

βαγγέλιο, άναψε της λαμπάδες κ' έδωκε μια του παππά Συνέσιου και μια

του Σερέτη και άρχησε το διάβασμα. Η νοικοκυρά εστεκότανε δίπλα στην

κόρη της κ' εσταυροκοπιότανε αδιάκοπα.

Μόλις όμως ο παππάς εδιάβασε της πρώταις ευχές, οπού εχτύπησαν δυνατά

την πόρτα. Η γρηά έτρεξε, άνοιξε κ' εμπήκε μέσα ο άνδρας της, οπού

αφού εκλείδωσε, τους είπε να κάμουν γρήγορα, γιατί εφοβότανε πως

κάποιος ερχότανε, όχι με καλό σκοπό. Τον είχε κυριευμέν' ο φόβος. . .

Όξω εξακολουθούσε το ζεύκι και μέσα ο παππάς επροχωρούσε στο

διάβασμα. Είχε κοντοτελειώσει της ευχές του αρραβώνα όταν ακούσθηκε

χτύπημα στην πόρτα σαν βροντή και κατόπι άλλο και άλλο και μια φωνή

«εν ονόματι του νόμου.»

Με φόβο και τρόμο εκύτταξε ο ένας τον άλλονε, όταν ο παππάς Συνέσιος

επλησίασε την πόρτα και την άνοιξε.

Ευθύς εμπήκαν με ορμή πρώτος ο δήμαρχος της χώρας, ο ειρηνοδίκης

δεύτερος, ύστερα ο γέρω Κοντοπάνης και δύο άλλοι χωραΐτες, εμπήκαν

ίσια στην κάμαρα μέσα.

Η ανέλπιστη και ορμητική εισβολή αυτή έκαμαν τους ανθρώπους του

σπιτιού να τα χάσουν· ο ένοχος είνε φοβισμένος πάντα. Η νύφη εζάρωσε

στη γωνιά, ο γαμπρός, σαν είδε τον Κοντοπάνη, έπεσε απάνω σε μια

καρέγκλα κ' έρριξε το κεφάλι κάτω. Ο παππά Συνέσιος επροχώρησε για να

μιλήση, μα τον αποπήρε ο δήμαρχος με δυνατή φωνή.

— Τι τέχνες είν' αυτές που κάνετε;

— Δεν είνε τέχνες, είπεν ο γούμενος· είνε γάμος!

— Θα το ιδούμε τώρα.

Ο παππά Κρητικός εζήτηξε να γλυστρήση να φύγη, μα του έφραξε το δρόμο

ο ειρηνοδίκης — Στάσου, παππά, να μάθωμε την αλήθεια, είπε.

Τότ' επροχώρησε ο γέρω Μουρούπας.

— Κύριε δήμαρχε, είπε, δεν καταλαβαίνω τι θέτε να κάμετε; πώς μαθές,

ληστάδες είμεστα, ή φονιάδες; Δεν έχω μαθές δικαίωμα να παντρέψω τη

θυατέρα μου; Στα τίμια πράματα δεν έχω κανεί ανάγκη!

Και τα λεγε αυτά θυμωμένος, με πολλή αγανάχτησι.

— Ίσια ίσια γέρω Μαρούπα, που δεν είνε τα πράματα τίμια! Είπεν ο

δήμαρχος· ο Κεριάκος είν' αρρεβωνιασμένος καιρό τώρα, με την κόρη του

Κοντοπάνη κ' εσείς τον επήρατε, τον εμεθύσετε για να τονε παντρέψετε

με το ζόρι!

— Ψώματα! εφώναξε ο Μαρούπας.

— Πιο ήσυχα, γέρω, είπε τότε ο ειρηνοδίκης· η αλήθεια θα φανή ευθύς

και καθένας θα βρη το δίκηο του.

Και επλησίασε τον γαμπρό.

— Σήκω απάνω, Κεριάκο! του είπε, ο γαμπρός εσηκώθη με δυσκολία· ήταν

ελεεινός από το μεθύσι· πριν όμως προφτάση να τον ρωτήξη η αρχή, τον

επλησίασεν ο Κοντοπάνης.

— Μπρε Κεριάκο, του λέει δυνατά και θυμωμένα. Εσεδά κάνουνε οι

τίμιοι άνθρωποι; Αρρεβωνιαζόνται και ύστερα πέρνουνε άλλες;

— Μα το θεό, ετραύλισεν ο Κεριάκος· δεν ηξέρω τίβοτα. Μ' εμεθύσανε

. . . τάχασα . . . ξέρω γω ίντα κάνουνε; Να ο 'γούμενος, μα το θεό εγώ

δεν ειξέρω, δε φταίω, εγώ δεν ήθελα . . . εγώ . . .

Και κάμνοντας για να φύγη, ξαπλώνεται μακρός πλατύς στο πάτωμα.

Ο Δήμαρχος εστράφηκε τότε στο 'γούμενο και του έκαμε παρατήρησες και

παράπονα. Αυτός τα ήκουσε με μεγάλη απάθεια, είπε πως δε φταίει

καθόλου κ' επρόσθεσε δείχνοντας τον γαμπρό που τον είχανε σηκώση.

— Όποιος ανακατεύεται με τα πίτερα, τον τρώνε η όρνιθες. Ο Μαρούπας

εφώναζε κι' αυτός πως δεν είνε πράματ' αυτά να μπένουνε με το ζόρι

στα σπίτια και να μποδίζουνε τσοι γάμοι. Τότε η Αρχή εθύμωσε κ'

εμάλωσε δυνατά το γέρο Μαρούπα πως εζήτηξε με το ζόρι να στεφανώση

τον Κεριάκο, καθώς και ο ίδιος τ' ωμολόγησε, έκαμαν ένα πραχτικό που

το υπόγραψαν και μάρτυρες κ' έφυγαν μαζή με τον παππά Κρητικό οπού σ'

όλο το δρόμο εδιαμαρτυρότανε πως δε φταίει καθόλου.

Μόν' ο Γιάννης ο Σερέτης στην αρχή της ταραχής εγίνηκε άφαντος, καθώς

εγίνηκαν άφαντοι και όλοι οι χωριανοί απ' όξω, από φόβο μη βρουν τον

μπελάτους.

Έκαμε πολύ κρότο το ασυνείθιστο σκάνδαλο και όλα τα ριξαν απάνω στον

παππά Συνέσιο, γιατί ο Κεριάκος την άλλη μέρα, ξεμέθυστος, τα

εφανέρωσαν όλα στο σπίτι του Κοντοπάνη, που δεν τον άφηκε πλιο να

εύγη από μέσα.

Με την αφορμή αυτής της ιστορίας, καθώς και της άλλης του

λαθρεμπορίου, που την εφανέρωσεν ο στρατιώτης, που είδε τα φορτωμένα

μουλάρια, οι εχθροί του παππά Συνέσιου τον εκατάγγειλαν, αυτός όμως,

χωρίς να περιμένη, εσηκώθη μια νύχτα, επήρε τα ρούχα του πλυμένα κι'

άπλυτα και μαζή με τη μάννα του, έφυγε και από τη Μονή και από τον

τόπο.

Τρεις μήνες αργώτερα, μια πρωινή, στον αυλόγυρο της Μονής,

επαρουσιάσθη με το φτωχικό του κομπόδεμα, ο Άνθιμος, ο καλόγερος.

— Καλό στο χελιδόνι που μας ήφερε πάλι την άνοιξη· τον εχαιρέτισε ο

παππά Κύριλλος.

— Αμήν! είπεν ο Άνθιμος.

Ο δε παππά Φίλιππος, οπού εγνώριζε καλά τα πρόσωπα και τα πράματα και

πως γίνονται μεγάλες ενέργειες για να γυρίση πίσω ο παππά Συνέσιος,

παρών στην ομιλί' αυτή, εκίνησε μελαγχολικά το κεφάλι του.

ΚΙΡΚΗ

ΕΙΧΕΝ ήδη αποναρκωθή από μέθην, όχι από την βραχείαν μέθην την εκ του

οίνου, αλλ' από την άλλην την διαρκή, την πολύ φοβερωτέραν, από την

μέθην την εκνευρίζουσαν, την παραλύουσαν, την εξουδενούσαν. Είχε

φθάση εις το σημείον εκείνο, καθ' ό ο εσωτερικός του άνθρωπου κόσμος

αρχίζει ν' αποσυντίθεται, να καταρρέη εις συντρίμματα, όπου μία αχλύς

σκεπάζει την διάνοιαν και την σκοτίζει, δεσμεύει τας ψυχικάς δυνάμεις

όλας και καθιστά τον άνθρωπον δούλον του περιβάλλοντος, ανίκανον να

συλλάβη μίαν ιδέαν εκτός αυτού, αυτόματον το οποίον κινεί κατά

βούλησιν μία δύναμις, εις ην δεν ισχύει ν' αντιστή και εις την οποίαν

υπακούει με την τυφλήν απάθειαν μηχανής, αλλά συγχρόνως και με την

ανέκφραστον χαράν διψασμένου μεθύσου, εις τον οποίον δεικνύουν

ποτήριον χρυσίζοντος οίνου . . .

Ήτο μία δύναμις μαγική, δύναμις Κίρκης γοητευτικώς ολεθρίας . . . εις

ην υπήκουε με φρικιάσεις χαράς δαιμονιώδους, υπερανθρώπου . . . .

Κλοιός μαγικός, ο κλοιός της αγάπης . . .

Αγάπης σατανικής . . . .

Είχεν ενίοτε και φωτεινά διαλείμματα, αφυπνίσεις συντόμους, οπότε

ανεπόλει με πόνον την θέσιν του εκείνην, την προ της ηθικής του

εξουδενώσεως . . .

Οποία διαφορά! χάσμα μέγα, ολόκληρος άβυσσος τον χωρίζει από της

εποχής εκείνης, από της καταστάσεως της ρωστικής, της ζωογόνου, της

ηρέμου, της άνευ ψυχοφθόρων ονείρων. . . .

Δεν εγνώριζεν ακόμη και ήτο ευτυχής. Νεανίας άδολος, πλήρης σωματικής

υγείας και ρώμης ηθικής, μόνην ευτυχίαν του είχε την εργασίαν, την

εις το καθήκον προσήλωσιν. Και ήτο υπόδειγμα τιμής, δραστηριότητος,

τάξεως. Εις τους συναδέλφους και συνεργάτας ενέπνεεν εκτίμησιν,

θαυμασμόν ή φθόνον . . . .. Εις Φιλικούς κύκλους επρώτευε. Την φιλίαν

του εζήτει έκαστος· και τον εθώπευον και τον ετίμων.

Και εις αυτόν τον έρωτα εφαίνετο αδιάφορος, ότε, αίφνης, συνηντήθη μ'

εκείνην . . . την Κίρκην . . .

Οι περιπατηταί την ενθυμούνται, αλλά δεν εγνώσθη τις την ωνόμασεν

ούτω.

Ήτο ανοίξεως ημέρα ότε το πρώτον την είδε.

Όλα τριγύρω εμειδίων, εψιθύριζον, έψαλλον. Ήστραπτον εδώ κι' εκεί των

λιμνών τα νερά· έν αίσθημα γαλήνιον, φωτεινόν, συνήρπαζε την ψυχήν . . .

Τότε την είδε πρώτη φοράν.

Ανάστημα θεάς, κόμη εις εβενώδεις βοστρύχους, οφθαλμοί μαγίσσης

μελανόφαιοι, με πρασινοπάς αποχρώσεις, μακροί δε ως ο ιτών

Αιγυπτιακών θεοτήτων, δειλοί ενίοτε κ' εξακοντίζοντες αστραπάς έστιν

ότε.

Εκείνος επλησίασεν, εμαγεύθη . . .

Η Κίρκη ανέγνωσεν εις τα βάθη της ψυχής του και του εξηκόντισεν έν

βλέμμα . . . εκ των βλεμμάτων εκείνων, τα οποία συγκλονίζουν, τα

οποί' ανατρέπουν μίαν ύπαρξιν, . .

Και η υποδούλωσις εγένετο τελεία.

Εβλέποντο καθ' εκάστην. Εκείνος, ως διψώσα έλαφος, την ηκολούθει και

η δίψα, αντί να κατευνάζεται, επετείνετο·

Την υπέθαλπον οι τρόποι και της μαγίσσης το βλέμμα . . .

Και η τάξις η παραδειγματική εχαλαρούτο· ελησμονούντο αι έξεις αι

πολυχρόνιοι, εξερριζώνοντο, εποδοπατούντο . . .

Ο άνθρωπος μεταβάλλετο άρδην!

Το μαρτύριον παρετείνετο, ότε — ιδιοτροπία Κίρκης — ωσάν να εκάμφθη

εκείνη αίφνης, ωσάν να συνεπόνεσε . . . και τότε, έξαλλος αυτός, τη

εξωμολογήθη με γλώσσαν πυρίνην! Εξερρίζωσε τα σπλάγχνα του και τη τα

παρουσίασεν ασπαίροντα, πληγωμένα, εις την τρέμουσαν παλάμην του

. . . .

Και εις μίαν στιγμήν φρενίτιδος, εξάψεως υπερτάτης, ηνώθησαν.

***

Διηγήματα, Νέα Σειρά · 第 2 / 8 段